ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 11ης Οκτωβρίου 2007 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – ΕΓΤΠΕ – Αποκλεισμός δαπανών από την κοινοτική χρηματοδότηση λόγω μη συμμορφώσεως προς τους κοινοτικούς κανόνες»
Στην υπόθεση C‑332/06 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 31 Ιουλίου 2006,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους Β. Κοντόλαιμο και Ι. Χαλκιά, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις Μ. Κοντού-Durande και Ε. Τσερέπα-Lacombe, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, M. Ilešič και E. Levits (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Ιουνίου 2007,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 20ής Ιουνίου 2006, Τ-251/04, Ελλάδα κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), περί απορρίψεως της προσφυγής με την οποία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως 2004/457/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 202, σ. 35, στο εξής: επίδικη απόφαση), καθόσον με την απόφαση αυτή αποκλείστηκαν από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένες δαπάνες που πραγματοποίησε η Ελληνική Δημοκρατία, κατά τα οικονομικά έτη 1998 έως 2001, για τη δημόσια αποθεματοποίηση του ρυζιού, τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά, την ενίσχυση των απόρων και το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως του τομέα των οπωροκηπευτικών, και, επικουρικώς, τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως αυτής.
Το νομικό πλαίσιο
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 1995 (ΕΕ L 125, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 729/70), έθεσε τους γενικούς κανόνες που διέπουν τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103, στο εξής: κανονισμός 1258/1999), αντικατέστησε τον κανονισμό 729/70 για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1ης Ιανουαρίου 2000.
3 Δυνάμει των άρθρων 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, καθώς και των άρθρων 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999, το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, τις παρεμβάσεις που προορίζονται για τη σταθεροποίηση των αγορών αυτών και αναλαμβάνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
4 Κατά τα άρθρα 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70 και 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1258/1999, η Επιτροπή αποφασίζει για τα ποσά που πρέπει να αποκλεισθούν από την κοινοτική χρηματοδότηση, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι οικείες δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Κατά τον υπολογισμό των ποσών που πρέπει να αποκλεισθούν, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παραβάσεως, καθώς και τη χρηματοοικονομική ζημία που υπέστη η Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
5 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 προβλέπει ότι δεν μπορούν να αποκλεισθούν από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπάνες προγενέστερες των 24 μηνών πριν από την έγγραφη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος από την Επιτροπή. Το άρθρο 7, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 1258/1999 περιέχει πανομοιότυπη διάταξη.
6 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 729/70 όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΠΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 158, σ. 6, στο εξής: κανονισμός 1663/95), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2245/1999 της Επιτροπής, της 22ας Οκτωβρίου 1999 (ΕΕ L 273, σ. 5, στο εξής: κανονισμός 2245/1999), καθορίζει τις λεπτομέρειες της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών.
7 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει:
«Σε περίπτωση που, μετά τη διεξαγωγή έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τα αποτελέσματα των ελέγχων της και υποδεικνύει τα διορθωτικά μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν προκειμένου να διασφαλιστεί στο μέλλον η τήρηση των προαναφερθέντων κανόνων.
Στην ανακοίνωση γίνεται μνεία του παρόντος κανονισμού. Το κράτος μέλος απαντά εντός δύο μηνών και η Επιτροπή δύναται να τροποποιήσει τη θέση της αναλόγως. Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει την προαναφερθείσα προθεσμία.
Μετά τη λήξη της προθεσμίας που χορηγείται για την απάντηση, η Επιτροπή καλεί το κράτος μέλος σε διάλογο και τα δύο μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία όσον αφορά τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν, καθώς και όσον αφορά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης και της χρηματοοικονομικής ζημίας που υπέστη η Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Μετά τη διεξαγωγή διαλόγου και τη λήξη κάθε προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή, σε διαβούλευση με το κράτος μέλος, μετά τον διάλογο για την κοινοποίηση πρόσθετων πληροφοριών ή, αν το κράτος μέλος δεν αποδέχεται την πρόσκληση εντός προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή, μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, η Επιτροπή κοινοποιεί επίσημα τα συμπεράσματά της στο κράτος μέλος κάνοντας μνεία της απόφασης 94/442/ΕΚ της Επιτροπής. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου 4 της παρούσας παραγράφου, στην κοινοποίηση αυτή θα περιλαμβάνεται εκτίμηση των δαπανών που η Επιτροπή προτίθεται να εξαιρέσει βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού […] 729/70.
Το κράτος μέλος πληροφορεί την Επιτροπή, σε εύθετο χρονικό διάστημα, για τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνει προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των κοινοτικών κανόνων καθώς και για την ημερομηνία έναρξης της ισχύος τους. Η Επιτροπή εκδίδει, ανάλογα με την περίπτωση μία ή περισσότερες αποφάσεις βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού […] 729/70 για την εξαίρεση των δαπανών που δεν είναι σύμφωνες με τους κοινοτικούς κανόνες μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των διορθωτικών μέτρων.»
8 Ο κανονισμός 2245/1999 τέθηκε σε ισχύ στις 30 Οκτωβρίου 1999.
9 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95, όπως είχε πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1999, προέβλεπε ότι η Επιτροπή έπρεπε να επισυνάπτει στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων της προς το κράτος μέλος και εκτίμηση των δαπανών τις οποίες σκόπευε να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση.
Το ιστορικό της διαφοράς
10 Η Επιτροπή προέβη, κατόπιν της διενέργειας σειράς ελέγχων από τις υπηρεσίες της και της διαπιστώσεως ορισμένων παρατυπιών, στις ακόλουθες δημοσιονομικές διορθώσεις όσον αφορά τις δαπάνες που πραγματοποίησε η Ελληνική Δημοκρατία:
– κατ’ αποκοπήν διόρθωση 5 %, όσον αφορά τη δημόσια αποθεματοποίηση ρυζιού, λόγω του ότι οι διεξαχθέντες σε εθνικό επίπεδο βασικοί έλεγχοι ήταν ελλιπείς, και εν μέρει ειδική διόρθωση λόγω της εκπρόθεσμης παραδόσεως μέρους της συνολικής ποσότητας του αποθεματοποιημένου ρυζιού, ήτοι διόρθωση συνολικού ύψους 2 510 456,73 ευρώ για τα οικονομικά έτη 1999 έως 2001·
– διόρθωση ύψους 650 549,56 ευρώ για το οικονομικό έτος 2001 λόγω της καταβολής στους παραγωγούς ροδακίνων ποσών που δεν υπολογίσθηκαν βάσει της προβλεπόμενης ελάχιστης τιμής·
– κατ’ αποκοπήν διόρθωση 2 % λόγω του ότι οι έλεγχοι των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στους απόρους ήταν ελλιπείς, ήτοι διόρθωση ύψους 669 839 ευρώ για τα οικονομικά έτη 1998 έως 2001 και
– διόρθωση ύψους 1 140 867,35 ευρώ για τα οικονομικά έτη 1999 έως 2001 λόγω αποκλεισμού των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν πέραν του τριετούς προγράμματος δράσεως στον τομέα των οπωροκηπευτικών.
11 Η Επιτροπή ανακοίνωσε στις ελληνικές αρχές τα αποτελέσματα των ερευνών της σχετικά με τη διόρθωση που αφορά τη δημόσια αποθεματοποίηση του ρυζιού με έγγραφο της 24ης Ιουλίου 2001. Ακολούθως, κοινοποίησε στις εν λόγω αρχές, με το από 3 Απριλίου 2003 έγγραφό της, την εκτίμηση των πραγματοποιηθεισών από 1ης Αυγούστου 1999 δαπανών, τις οποίες σκόπευε να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση.
12 Η Επιτροπή ανακοίνωσε στις ελληνικές αρχές τα αποτελέσματα των ερευνών της σχετικά με τη διόρθωση που αφορά τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά με έγγραφο της 27ης Μαΐου 2002. Ακολούθως, κοινοποίησε στις εν λόγω αρχές, με το από 12 Ιουνίου 2003 έγγραφό της, την εκτίμηση των πραγματοποιηθεισών από 30ής Μαΐου 2000 δαπανών, τις οποίες σκόπευε να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση.
13 Η Επιτροπή ανακοίνωσε στις ελληνικές αρχές τα αποτελέσματα των ερευνών της σχετικά με τη διόρθωση που αφορά την ενίσχυση προς τους απόρους με έγγραφο της 7ης Νοεμβρίου 2000. Ακολούθως, κοινοποίησε στις εν λόγω αρχές, με το από 25 Φεβρουαρίου 2003 έγγραφό της, την εκτίμηση των πραγματοποιηθεισών από 1ης Δεκεμβρίου 1998 δαπανών, τις οποίες σκόπευε να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση.
14 Η Επιτροπή ανακοίνωσε στις ελληνικές αρχές τα αποτελέσματα των ερευνών της σχετικά με τη διόρθωση που αφορά το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως του τομέα των οπωροκηπευτικών με έγγραφο της 22ας Φεβρουαρίου 2001. Ακολούθως, κοινοποίησε στις εν λόγω αρχές, με το από 25 Μαρτίου 2003 έγγραφό της, την εκτίμηση των πραγματοποιηθεισών από 22ας Φεβρουαρίου 1999 δαπανών, τις οποίες σκόπευε να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση.
15 Τα πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία της ειδικής διορθώσεως, στην οποία προέβη η Επιτροπή λόγω εκπρόθεσμης παραδόσεως ποσότητας ρυζιού στη δημόσια αποθεματοποίηση, έχουν συνοπτικώς ως εξής.
16 Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1194/2000 της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 2000, για παρέκκλιση από τον κανονισμό (ΕΚ) 708/98 για την ανάληψη του αναποφλοίωτου ρυζιού (paddy) από τους οργανισμούς παρέμβασης και για τον καθορισμό των όρων εφαρμογής διορθωτικών ποσών καθώς και των προσαυξήσεων και μειώσεων που πρέπει να εφαρμοστούν, όσον αφορά την περίοδο παράδοσης στην παρέμβαση για την περίοδο εμπορίας 1999/2000 (ΕΕ L 134, p. 29), η παράδοση αναποφλοίωτου ρυζιού για ανάληψη από τον οργανισμό παρεμβάσεως για την εν λόγω περίοδο εμπορίας έπρεπε να πραγματοποιηθεί το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2000.
17 Οι ελληνικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή, με έγγραφο της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, ότι η ολοκλήρωση της εκτελέσεως του προγράμματος παραδόσεως του ρυζιού εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας κατέστη αδύνατη λόγω απεργίας που κήρυξαν, άνευ προειδοποιήσεως, οι μεταφορείς στις 25 Σεπτεμβρίου 2000. Κατά την άποψη των ελληνικών αρχών, η κατάσταση αυτή συνιστούσε περίπτωση ανωτέρας βίας, δικαιολογούσα την παράταση της προθεσμίας παραδόσεως για όσο χρονικό διάστημα θα διαρκούσε η απεργία.
18 Η Επιτροπή απέρριψε με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 2000 το αίτημα περί παρατάσεως της προθεσμίας και, κατόπιν αυτού, απέκλεισε από την κοινοτική χρηματοδότηση τις δαπάνες που αφορούσαν την ποσότητα του ρυζιού που παραδόθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, ήτοι 5 569,104 τόνους.
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
19 Η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Ελληνική Δημοκρατία ενώπιον του Πρωτοδικείου αφορούσε το σύνολο των δημοσιονομικών διορθώσεων της Επιτροπής για τις τέσσερις χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΠΤΕ παρεμβάσεις, ήτοι εκείνες που αφορούσαν τη δημόσια αποθεματοποίηση του ρυζιού, τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά, την ενίσχυση προς τους απόρους και το πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως του τομέα των οπωροκηπευτικών.
20 Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.
21 Όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση στην οποία προέβη η Επιτροπή λόγω της μη τηρήσεως των προθεσμιών παραδόσεως του ρυζιού για την περίοδο εμπορίας 1999/2000, η Ελληνική Δημοκρατία προέβαλε δύο λόγους που αντλούνται, αντιστοίχως, από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον η Επιτροπή δεν αναγνώρισε ότι συνέτρεχε περίπτωση ανωτέρας βίας, και από παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον η Επιτροπή καθυστέρησε να απαντήσει στο υποβληθέν από τις ελληνικές αρχές αίτημα περί παρατάσεως της προθεσμίας παραδόσεως.
22 Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο δέχθηκε μεν, με τις σκέψεις 47 και 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η ισχύουσα κατά τον χρόνο της παραδόσεως στον οργανισμό παρεμβάσεως κανονιστική ρύθμιση δεν απέκλειε a priori την επίκληση λόγου ανωτέρας βίας, πλην όμως έκρινε με τη σκέψη 56 της αποφάσεως αυτής ότι η απεργία των μεταφορέων δεν μπορούσε, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, να χαρακτηρισθεί ως ανωτέρα βία.
23 Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε με τη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι, κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απάντησε σε έγγραφο δεν είναι, κατ’ αρχήν, ικανό να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στον αποστολέα του. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο αυτόν.
24 Όσον αφορά το σύνολο των δημοσιονομικών διορθώσεων της Επιτροπής για τους τέσσερις επίμαχους τομείς, η Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η τροποποίηση της διαδικασίας ανακοινώσεων του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95 με τον κανονισμό 2245/1999 ισχύει από το οικονομικό έτος 2000 και εντεύθεν, ήτοι μόνο για τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από τις 30 Οκτωβρίου 1999 έως τις 15 Οκτωβρίου 2000, οι δημοσιονομικές διορθώσεις της Επιτροπής αφορούσαν δαπάνες οι οποίες δεν μπορούσαν να αποκλεισθούν από την κοινοτική χρηματοδότηση δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 και του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1258/1999.
25 Συναφώς, το Πρωτοδικείο έκρινε με τη σκέψη 182 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι η νομιμότητα των ανακοινώσεων της Επιτροπής έπρεπε να εκτιμηθεί βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2245/1999, καθόσον η τροποποίηση αυτή έχει εφαρμογή, ελλείψει ρητών διατάξεων περί του αντιθέτου, στις διαδικασίες που κινήθηκαν από τις 30 Οκτωβρίου 1999 και εντεύθεν. Δεδομένου ότι οι διαδικασίες ανακοινώσεων, τις οποίες αφορούσε η επίδικη απόφαση, κινήθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή, το Πρωτοδικείο απέρριψε αυτόν τον λόγο ακυρώσεως.
Τα αιτήματα των διαδίκων
26 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει ή να μεταρρυθμίσει τόσο την αναιρεσιβαλλόμενη όσο και την επίδικη απόφαση και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
27 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
– να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
28 Προς στήριξη των αιτημάτων της, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως που αντλούνται, αντιστοίχως, από το ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον ερμήνευσε εσφαλμένως τις επίμαχες διατάξεις των κανονισμών 729/90 και 1258/1999, καθώς και του κανονισμού 1663/95, όπως έχει τροποποιηθεί, και από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή εκ μέρους του Πρωτοδικείου των αρχών της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσον αφορά την ειδική δημοσιονομική διόρθωση σχετικά με τη δημόσια αποθεματοποίηση του ρυζιού.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από το ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1258/1999 και το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95, όπως έχει τροποποιηθεί
Επιχειρήματα των διαδίκων
29 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο οποίος διαιρείται σε δύο σκέλη, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1258/99 και το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95, όπως έχει τροποποιηθεί, καθόσον έκρινε ότι στις διαδικασίες που κατέληξαν στην έκδοση της επίδικης αποφάσεως είχε εφαρμογή το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95, όπως έχει τροποποιηθεί.
30 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι η αφετηρία για τον υπολογισμό της περιόδου των 24 μηνών που προβλέπουν τα άρθρα 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 και 7, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 1258/1999 είναι το χρονικό εκείνο σημείο κατά το οποίο η Επιτροπή κοινοποιεί στο κράτος μέλος την εκτίμηση των δαπανών, τις οποίες σκοπεύει να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση. Κατά τα λοιπά, το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η οικεία διαδικασία τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2245/1999.
31 Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι η επίσημη ανακοίνωση της Επιτροπής αποτελεί την αφετηρία για τον υπολογισμό της περιόδου των 24 μηνών μόνο σε περίπτωση που περιέχει εκτίμηση των προς αποκλεισμό δαπανών (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 2002, C-158/00, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I-5373, σκέψεις 22 έως 28, της 24ης Ιανουαρίου 2002, C-170/00, Φινλανδία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I-1007, και της 24ης Φεβρουαρίου 2005, C-300/02, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-1341, σκέψη 70).
32 Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2245/1999.
33 Τέλος, η κοινοποίηση της εκτιμήσεως των προς αποκλεισμό δαπανών πριν από τη διεξαγωγή των διμερών συζητήσεων που προβλέπονται στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η εκτίμηση των προς αποκλεισμό δαπανών κοινοποιήθηκε κατόπιν της διεξαγωγής των διμερών συζητήσεων, η διαδικασία εκκαθαρίσεως για τους τομείς που αφορά η επίδικη απόφαση πάσχει στο σύνολό της.
34 Εν πάση περιπτώσει, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, στο μέτρο που η εκτίμηση των προς αποκλεισμό δαπανών της κοινοποιήθηκε πολύ αργότερα από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των οικείων ελέγχων, οι επίμαχες διορθώσεις αφορούν δαπάνες οι οποίες δεν μπορούν πλέον να αποκλεισθούν, καθόσον πραγματοποιήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της τελευταίας διετίας πριν από την κοινοποίηση αυτής της εκτιμήσεως.
35 Δεύτερον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο κακώς προσέδωσε αναδρομική ισχύ στο άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95, όπως έχει τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός 2245/1999 αφορά μόνον τις διαδικασίες δημοσιονομικής διορθώσεως για τα οικονομικά έτη από το 2000 και εντεύθεν, δεδομένου ότι τέθηκε σε ισχύ στις 30 Οκτωβρίου 2000. Όμως, οι περιεχόμενες στην επίδικη απόφαση διορθώσεις αφορούν και τα οικονομικά έτη 1998 και 1999.
36 Η Επιτροπή αντιτείνει ότι οι αιτιάσεις που αφορούν τον πρώτο λόγο αναιρέσεως είναι απαράδεκτες, καθόσον προβάλλονται το πρώτον κατ’ αναίρεση.
37 Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ’ αρχάς, ότι η νομολογία στην οποία στηρίχθηκε η αναιρεσείουσα δεν ασκεί επιρροή, καθόσον οι αποφάσεις που αυτή παραθέτει εκδόθηκαν επί υποθέσεων προγενέστερων της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 2245/1999.
38 Επιπλέον, οι διατάξεις στις οποίες παραπέμπει η Ελληνική Δημοκρατία ενισχύουν την αντίθετη από την υποστηριχθείσα από το εν λόγω κράτος μέλος άποψη ότι η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων δεν χρειάζεται να περιέχει, απαραιτήτως, εκτίμηση των προς αποκλεισμό δαπανών προκειμένου να αποτελέσει την αφετηρία για τον υπολογισμό της περιόδου των 24 μηνών που προβλέπουν τα άρθρα 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 και 7, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 1258/1999.
39 Τέλος, το Πρωτοδικείο ουδόλως προσέδωσε αναδρομική ισχύ στον κανονισμό 2245/1999, καθόσον ο κανονισμός αυτός αφορά τις μετά την έναρξη της ισχύος του διαδικασίες ανακοινώσεων, όπως είναι η επίμαχη εν προκειμένω.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
40 Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, ισχυρισμός που τυχόν προβάλλεται το πρώτον κατ’ αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
41 Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν μπορεί, εν προκειμένω, να στηριχθεί στις διατάξεις αυτές για να προβάλει το απαράδεκτο του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως.
42 Πράγματι, αφενός, η αναιρεσείουσα, στο μέτρο που υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση είναι παράνομη για τον λόγο ότι η εκτίμηση των προς αποκλεισμό δαπανών δεν της διαβιβάσθηκε κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως και, ειδικότερα, πριν από τη διεξαγωγή των διμερών συζητήσεων, προβάλλει, απλώς, έναν ισχυρισμό προς στήριξη του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο αμφισβητεί την ορθότητα της συλλογιστικής που ανέπτυξε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 179 έως 185 της αποφάσεώς του.
43 Το αυτό ισχύει, αφετέρου, και για τον ισχυρισμό ότι κακώς το Πρωτοδικείο προσέδωσε αναδρομική ισχύ στον κανονισμό 2245/1999.
44 Εφόσον οι αιτιάσεις αυτές προβάλλονται προς στήριξη λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το βάσιμό τους.
45 Επί της ουσίας, όσον αφορά την εξέλιξη της διαδικασίας κοινοποιήσεως του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95, όπως έχει τροποποιηθεί, πρέπει να υπογραμμισθούν τα εξής.
46 Πρώτον, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει να κοινοποιήσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την εκτίμηση των δαπανών, τις οποίες προτίθεται να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων που διενήργησε και την ολοκλήρωση των διμερών συζητήσεων με το εν λόγω κράτος μέλος.
47 Συναφώς, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι, αν η Επιτροπή δεν κοινοποιήσει την εκτίμηση αυτή πριν από τη διεξαγωγή των σχετικών συζητήσεων, συντρέχει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Πράγματι, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2245/1999, η τροποποίηση της διαδικασίας κοινοποιήσεως υπό την έννοια που προσδιορίσθηκε με την προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως υπαγορεύθηκε, ακριβώς, από λόγους αποτελεσματικότητας και επιείκειας. Ειδικότερα, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας αυτής, όπως τροποποιήθηκε με τον εν λόγω κανονισμό, παρέχεται πλέον στην Επιτροπή η δυνατότητα να πληροφορηθεί τις παρατηρήσεις του ενδιαφερομένου κράτους μέλους επί των παρατυπιών που αυτή διαπίστωσε και να τις λάβει, ενδεχομένως, υπόψη κατά τον καθορισμό του ύψους των δαπανών που σκοπεύει να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση.
48 Δεύτερον, όσον αφορά την κοινοποίηση που συνιστά την αφετηρία για τον υπολογισμό της περιόδου των προηγούμενων από αυτήν 24 μηνών, εντός των οποίων πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί οι δαπάνες που η Επιτροπή αποφασίζει να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση, επισημαίνεται ότι τα άρθρα 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 και 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1258/99 προβλέπουν ρητώς ότι αφετηρία για τον υπολογισμό της περιόδου αυτής αποτελεί ακριβώς η έγγραφη ανακοίνωση προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, απλώς και μόνον, των αποτελεσμάτων των ελέγχων που διενήργησε η Επιτροπή.
49 Επιπλέον, η υποστηριχθείσα από την Ελληνική Δημοκρατία αντίθετη άποψη μπορεί, μεταξύ άλλων, να έχει ως συνέπεια το να αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας και, ειδικότερα, των διμερών συζητήσεων, δαπάνες οι οποίες, τελικώς, δεν θα είναι δυνατό να αποκλεισθούν, καθόσον θα έχουν πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο των 24 μηνών πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής τελική κοινοποίηση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος της εκτιμήσεως των δαπανών, τούτο δε επειδή η επίμαχη περίοδος των 24 μηνών δεν θα έχει καθορισθεί κατά την έναρξη της οικείας διαδικασίας.
50 Συνεπώς, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι κακώς διαπίστωσε με τη σκέψη 184 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι η Επιτροπή δεν παρέβη τους κανόνες που διέπουν τη ratione temporis αρμοδιότητά της, στο μέτρο που, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, και οι τέσσερις ανακοινώσεις με τις οποίες η Επιτροπή ενημέρωσε την Ελληνική Δημοκρατία για τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενήργησε έγιναν εντός 24 μηνών από της πραγματοποιήσεως των δαπανών που σκόπευε να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση.
51 Κατά τα λοιπά, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε αναδρομικώς τον κανονισμό 2245/1999 στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως.
52 Αφενός, οι τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε ο κανονισμός 2245/1999 στον κανονισμό 1663/95 δεν αφορούν τις διαδικασίες ελέγχου αλλά τις διαδικασίες κοινοποιήσεως. Οι επίμαχες εν προκειμένω κοινοποιήσεις έγιναν μετά τις 30 Οκτωβρίου 1999, οπότε είχε εφαρμογή το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95, όπως έχει τροποποιηθεί. Αφετέρου, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επί παρόμοιας υποθέσεως ότι η διάταξη αυτή είχε εφαρμογή σε διαδικασία που αφορούσε αποκλεισμό δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά τα οικονομικά έτη 1998 και 1999 (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2004, C-312/02, Σουηδία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑9247, σκέψη 14).
53 Εντεύθεν προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
Επιχειρήματα των διαδίκων
54 Αυτός ο λόγος αναιρέσεως αφορά τη διόρθωση στην οποία προέβη η Επιτροπή λόγω της καθυστερήσεως στην παράδοση του ρυζιού στη δημόσια αποθεματοποίηση και διαιρείται σε δύο σκέλη.
55 Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένως την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον δεν δέχθηκε ότι η απεργία των μεταφορέων συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναιρεσείουσα υπερέβη την προθεσμία παραδόσεως κατά εννέα μόνον ημέρες. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο υπέπεσε, με τη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, σε πλάνη κατά την εκτίμηση της μέσης ημερήσιας ποσότητας ρυζιού που παραδιδόταν κατά τον προ της απεργίας χρόνο. Επομένως, το Πρωτοδικείο κακώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν δεν είχε κηρυχθεί η απεργία, η συνολική ποσότητα του ρυζιού δεν ήταν δυνατό να παραδοθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
56 Δεύτερον, το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον έκρινε ότι η σιωπή της Επιτροπής ως προς το υποβληθέν από τις ελληνικές αρχές αίτημα παρατάσεως της προθεσμίας παραδόσεως συνιστούσε έμμεση απόρριψή του.
57 Η Επιτροπή αντιτάσσει, πρώτον, ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος στο σύνολό του. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ισοδυναμεί με αίτημα περί εκ νέου εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο.
58 Δεύτερον, η Επιτροπή αντιτείνει ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος. Αφενός, το Πρωτοδικείο ορθώς δεν δέχθηκε ότι συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αναιρεσείουσα μπορούσε εν προκειμένω να επικαλεσθεί τέτοιον λόγο, δεδομένου ότι οι ελληνικές αρχές δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια κατά τη διαδικασία της αποθεματοποιήσεως. Αφετέρου, οι ελληνικές αρχές όφειλαν να λάβουν υπόψη ότι, υποβάλλοντας το αίτημα περί παρατάσεως της προθεσμίας παραδόσεως μία μόνον ημέρα πριν από τη λήξη της, έθεσαν την Επιτροπή προ μιας καταστάσεως η οποία απέκλειε το ενδεχόμενο ευδοκιμήσεως του αιτήματος αυτού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
59 Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι ναι μεν η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προβαίνει το Πρωτοδικείο δεν εμπίπτει στην αναιρετική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, πλην όμως ο εκ μέρους του Πρωτοδικείου νομικός χαρακτηρισμός πραγματικού στοιχείου, όπως είναι το ερώτημα αν οι περιστάσεις που επικαλείται ο διάδικος πρέπει να θεωρηθούν ως περίπτωση ανωτέρας βίας, συνιστά νομικό ζήτημα που μπορεί να τεθεί κατ’ αναίρεση (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2000, C-154/99 P, Politi κατά Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως, Συλλογή 2000, σ. I-5019, σκέψη 11).
60 Δεν αμφισβητείται ότι οι ελληνικές αρχές είχαν ενημερωθεί ότι οι μεταφορείς σχεδίαζαν να πραγματοποιήσουν απεργία από τις 29 Σεπτεμβρίου 2000. Συνεπώς, οι ελληνικές αρχές όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι 17 700 τόνοι ρυζιού θα παραδίδονταν το αργότερο έως τις 28 Σεπτεμβρίου 2000. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Ελληνική Κυβέρνηση, η απεργία επισπεύσθηκε, άνευ άλλης προειδοποιήσεως, για τις 25 Σεπτεμβρίου 2000. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένως την αρχή της αναλογικότητας, στο μέτρο που δεν δέχθηκε ότι η κατάσταση αυτή συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας.
61 Το Πρωτοδικείο, αφού τόνισε με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι η ανωτέρα βία εμπεριέχει ένα αντικειμενικό στοιχείο που αφορά τη συνδρομή μη φυσιολογικών και ξένων προς τον ενδιαφερόμενο περιστάσεων και ένα υποκειμενικό στοιχείο το οποίο συνίσταται στην υποχρέωση του ενδιαφερομένου να προφυλαχθεί από τις συνέπειες του μη φυσιολογικού γεγονότος χωρίς να υποβληθεί σε υπέρμετρες θυσίες, κατέληξε, στηριζόμενο στα στοιχεία που προσκόμισε η Ελληνική Δημοκρατία, ότι, ανεξαρτήτως της επισπεύσεως της απεργίας των μεταφορέων, ήταν αβάσιμη η εκτίμηση των ελληνικών αρχών ότι το χρονικό διάστημα από τις 18 έως τις 28 Σεπτεμβρίου 2000 επαρκούσε για την αποθεματοποίηση ποσότητας 17 700 τόνων ρυζιού.
62 Εντούτοις, η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί την ορθότητα της μεθόδου που εφάρμοσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως για να υπολογίσει τη μέση ημερήσια ποσότητα ρυζιού που παραδιδόταν κατά την επίμαχη περίοδο. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη ότι στην περίοδο αυτή περιλαμβάνονταν και δύο αργίες.
63 Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, βάσει των υπολογισμών της αναιρεσείουσας για τη μέση ημερήσια ποσότητα εισκομιζομένου ρυζιού, οι 17 700 τόνοι ρυζιού δεν θα παραδίδονταν εμπροθέσμως, ακόμη και αν η σχεδιαζόμενη για τις 29 Σεπτεμβρίου 2000 απεργία δεν είχε επισπευσθεί για τις 25 Σεπτεμβρίου 2000. Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι η μνημονευθείσα στην αίτηση αναιρέσεως ποσότητα των 15 700 τόνων δεν αντιστοιχεί σε μέση ημερήσια εισκομιζόμενη ποσότητα 1 570 τόνων για περίοδο 9 ημερών. Έτσι, βάσει της μεθόδου υπολογισμού που εφαρμόζει η ίδια η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι αν αφαιρεθούν οι δύο αργίες που περιλαμβάνονταν στο διάστημα από τις 18 έως τις 28 Σεπτεμβρίου 2000 θα παραδίδονταν μόνο 14 130 τόνοι ρυζιού.
64 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι το πρόγραμμα παραδόσεως του ρυζιού στη δημόσια αποθεματοποίηση προέβλεπε την προοδευτική αύξηση της εισκομιζόμενης ποσότητας ρυζιού. Εντούτοις, δεν προσκόμισε προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού κανένα συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο το οποίο να παρέχει τη δυνατότητα υπολογισμού της ποσότητας που θα μπορούσε να έχει παραδοθεί από τις 18 έως τις 28 Σεπτεμβρίου αν δεν είχε ανακύψει η απεργία των μεταφορέων.
65 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι, ακόμη και αν η απεργία των μεταφορέων δεν είχε επισπευσθεί, οι 17 700 τόνοι ρυζιού δεν θα μπορούσαν να παραδοθούν εμπροθέσμως και ότι, επομένως, οι ελληνικές αρχές δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια για να προφυλαχθούν από τις συνέπειες της απεργίας αυτής, οπότε δεν δικαιούνται να επικαλεστούν ανωτέρα βία υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως.
66 Επομένως, το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
67 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αρκεί να επισημανθεί, όπως ορθώς τόνισε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απάντησε σε έγγραφο δεν είναι ικανό να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στον αποστολέα (απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-339/00, Ιρλανδία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑11757, σκέψη 79).
68 Συνεπώς, ούτε αυτό το σκέλος μπορεί να γίνει δεκτό.
69 Κατόπιν των ανωτέρω, δεδομένου ότι ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
70 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία της αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
** Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy