Υπόθεση C-361/06
Feinchemie Schwebda GmbH
και
Bayer CropScience AG
κατά
College voor de toelating van bestrijdingsmiddelen
(αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Φυτοπροστατευτικά προϊόντα — Έγκριση για τη διάθεση στην αγορά — Éthofumesate — Οδηγίες 91/414/ΕΟΚ και 2002/37/ΕΚ — Κανονισμός (ΕΟΚ) 3600/92 — Αίτηση επανάληψης της προφορικής διαδικασίας»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Διαδικασία – Προφορική διαδικασία – Επανάληψη της διαδικασίας
(Άρθρο 222 § 2 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 61)
2. Γεωργία – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων – Οδηγία 2002/37
(Οδηγία 91/414 του Συμβουλίου, παραρτήματα I και II· οδηγία 2002/37 της Επιτροπής, άρθρο 4 § 1)
1. Το Δικαστήριο δύναται, αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση του γενικού εισαγγελέα, ή ακόμη και κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων, να διατάξει επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κανονισμού του Διαδικασίας, αν εκτιμά ότι δεν έχει επαρκώς διαφωτιστεί ή ότι η υπόθεση πρέπει να κριθεί βάσει ενός επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων. Πάντως, δεν είναι αναγκαία η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, οσάκις ο γενικός εισαγγελέας εγείρει ένα νομικό θέμα, το οποίο δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των διαδίκων. Πράγματι, μολονότι, δυνάμει του άρθρου 222, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, ο ρόλος του γενικού εισαγγελέα είναι να διατυπώνει δημοσίως με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων που, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου, απαιτούν την παρέμβασή του και, μολονότι, κατά την εκπλήρωση της αποστολής αυτής, είναι θεμιτή, όπου κρίνεται αναγκαία, η ανάλυση μιας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατά τρόπο που διευρύνει το περιεχόμενό της πέρα από τα αυστηρά όρια που έθεσαν το αιτούν δικαστήριο ή οι διάδικοι της κύριας δίκης, το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ούτε από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα ούτε από την αιτιολογία βάσει της οποίας επιλαμβάνεται της υποθέσεως.
(βλ. σκέψεις 33-34)
2. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414 για να καταχωρηθεί η ethofumesate ως δραστική ουσία, έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θέσουν τέλος, πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2003, στην ισχύ της έγκρισης φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει ethofumesate, για τον λόγο ότι ο κάτοχος της έγκρισης αυτής δεν διαθέτει φάκελο πληρούντα τους όρους του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 91/414 σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων, ή δεν έχει πρόσβαση στον φάκελο αυτό.
Πράγματι, μολονότι η διάταξη αυτή υποχρεώνει τα κράτη μέλη, αφενός, να επανεξετάσουν τις χορηγηθείσες εγκρίσεις για κάθε φυτοπροστατευτικό προϊόν που περιέχει ethofumesate, ώστε να εξασφαλιστεί ότι πληρούνται οι όροι σχετικά με την εν λόγω δραστική ουσία που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, και, αφετέρου, να τροποποιούν ή, εφόσον είναι αναγκαίο, να ανακαλούν τις εν λόγω εγκρίσεις, σύμφωνα με τη δεύτερη οδηγία, πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2003, ουδόλως προκύπτει από τη διατύπωσή της ότι οι κάτοχοι υφιστάμενων εγκρίσεων οφείλουν να διαθέτουν, για τους σκοπούς της διαδικασίας επανεξέτασης των εγκρίσεων αυτών, φάκελο του παραρτήματος ΙΙ ή να έχουν πρόσβαση στον φάκελο αυτό. Η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη συμβατή με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, βάσει της οποίας απαιτείται να παρέχεται στους ενδιαφερομένους η δυνατότητα να πληροφορούνται επακριβώς την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλουν οι κοινοτικές ρυθμίσεις.
(βλ. σκέψεις 44-45, 50, 55 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 22ας Μαΐου 2008 (*)
«Φυτοπροστατευτικά προϊόντα – Έγκριση για τη διάθεση στην αγορά – Ethofumesate – Οδηγίες 91/414/ΕΟΚ και 2002/37/ΕΚ – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3600/1992 – Αίτηση επανάληψης της προφορικής διαδικασίας»
Στην υπόθεση C‑361/06,
με αντικείμενο την δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Σεπτεμβρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
Feinchemie Schwebda GmbH,
Bayer CropScience AG
κατά
College voor de toelating van bestrijdingsmiddelen,
παρισταμένης της:
Agrichem BV,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, U. Lõhmus, J. Klučka (εισηγητή), P. Lindh και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Feinchemie Schwebda GmbH και η Bayer CropScience AG, εκπροσωπούμενες από τους A. Vroninks και D. Waelbroeck, avocats, και τον A. Freriks, advocaat,
– η Agrichem BV, εκπροσωπούμενη από τους W. Hoyng και J. P. L. van Marissing, advocaten,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις H. G. Sevenster και C. A. H. M. ten Dam,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Hubert,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον B. Doherty και την M. van Heezik,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 29ης Νοεμβρίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των οδηγιών 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (ΕΕ L 230, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 1992, L 170, σ. 40), και 2002/37/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414 για να καταχωρηθεί η ethofumesate ως δραστική ουσία (ΕΕ 2002, L 117, σ. 10), καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3600/92 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 1992, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του πρώτου σταδίου του προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414 (ΕΕ 1992, L 366, σ. 10).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Feinchemie Schwebda GmbH και της Bayer CropScience AG (στο εξής: Feinchemie και Bayer αντίστοιχα) και, αφετέρου, του College voor de toelating van bestrijdingsmiddelen (στο εξής: College), με αντικείμενο την απόφαση αυτού, της 19ης Νοεμβρίου 2004, με την οποία έγινε δεκτή η ένσταση της Agrichem BV (στο εξής: Agrichem) κατά επτά αποφάσεων που εκδόθηκαν στις 23 Ιανουαρίου 2004. Με τα αποφάσεις αυτές, το College ανακάλεσε τις εγκρίσεις που κατείχε η Agrichem για τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιείχαν την ethofumesate ως δραστική ουσία.
Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
Η οδηγία 91/414
3 Σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 91/414, με τον όρο «φυτοπροστατευτικά προϊόντα» νοούνται «[ο]ι δραστικές ουσίες και τα σκευάσματα τα οποία περιέχουν μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες, οι οποίες προσφέρονται με τη μορφή με την οποία παραδίδονται στον χρήστη» και προορίζονται, μεταξύ άλλων, να προστατεύουν τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα από επιβλαβείς οργανισμούς. Με το άρθρο 2, σημείο 4, της οδηγίας αυτής, οι δραστικές ουσίες ορίζονται ως «[ο]ι ουσίες ή οι μικροοργανισμοί, περιλαμβανομένων των ιών, που παρουσιάζουν γενική ή ειδική δράση εναντίον επιβλαβών οργανισμών, ή σε φυτά, μέρη φυτών ή φυτικά προϊόντα».
4 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα μπορούν, κατ’ αρχήν, να διατίθενται στην αγορά και να χρησιμοποιούνται εντός ενός κράτους μέλους μόνον εάν έχουν εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας αυτής.
5 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 91/414 ορίζει ότι «τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε κάθε φυτοπροστατευτικό προϊόν να εγκρίνεται μόνον εφόσον οι δραστικές του ουσίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι και πληρούνται οι όροι του εν λόγω παραρτήματος», καθώς και οι όροι που περιλαμβάνονται στην εν λόγω παράγραφο 1, στοιχεία β΄ έως στ΄, του άρθρου αυτού.
6 Οι προϋποθέσεις καταχώρισης των δραστικών ουσιών στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 ορίζονται στο άρθρο 5 αυτής. Πρέπει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τις τρέχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, να είναι δυνατό να αναμένεται ότι τα υπολείμματα των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν την επίμαχη δραστική ουσία, τα οποία προέρχονται από εφαρμογή σύμφωνη με την ορθή πρακτική φυτοϋγείας, δεν έχουν βλαβερή επίδραση στην υγεία των ανθρώπων ή των ζώων ή στα υπόγεια ύδατα ή μη αποδεκτή επίδραση στο περιβάλλον.
7 Η διαδικασία καταχώρισης μιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 διέπεται από το άρθρο 6 αυτής. Επικουρούμενη από τη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δύναται, δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, να καταχωρίσει μια δραστική ουσία στο παράρτημα αυτό. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, η αίτηση καταχώρισης μιας δραστικής ουσίας στο εν λόγω παράρτημα πρέπει να συνοδεύεται από φάκελο, ο οποίος να πληροί τους όρους του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας αυτής (στο εξής: φάκελος του παραρτήματος ΙΙ) και από φάκελο σύμφωνο με το παράρτημα ΙΙΙ (στο εξής: φάκελος του παραρτήματος ΙΙΙ) για ένα τουλάχιστον σκεύασμα που περιέχει τη δραστική αυτή ουσία.
8 Το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής αναφέρεται σε μεταβατικά μέτρα και παρεκκλίσεις. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού προβλέπει τα εξής:
«Κατά παρέκκλιση του άρθρου 4 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 και της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ, ένα κράτος μέλος μπορεί, επί περίοδο δώδεκα ετών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας οδηγίας, να εγκρίνει τη διάθεση στην αγορά, στην επικράτειά του, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν δραστικές ουσίες που δεν αναφέρονται στο παράρτημα Ι και τα οποία διατίθενται ήδη στην αγορά δύο έτη μετά την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας οδηγίας.
Μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή θα αρχίσει πρόγραμμα εργασίας για την προοδευτική εξέταση των δραστικών αυτών ουσιών εντός της περιόδου των δώδεκα ετών που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Το πρόγραμμα αυτό μπορεί να επιβάλει στα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν όλα τα απαιτούμενα δεδομένα στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη, εντός προθεσμίας που το ίδιο το πρόγραμμα ορίζει. Κανονισμός, που θα εκδοθεί με τη διαδικασία του άρθρου 19, θα προβλέπει όλες τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του προγράμματος.
[…]
Κατά τη δωδεκαετή περίοδο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και αφού εξετασθεί μια τέτοια δραστική ουσία από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 19, μπορεί να αποφασιστεί, με τη διαδικασία του ίδιου άρθρου 19, ότι η εν λόγω δραστική ουσία μπορεί να καταχωρηθεί στο παράρτημα Ι και υπό ποιους όρους ή, εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 ή δεν έχουν υποβληθεί οι απαιτούμενες πληροφορίες και δεδομένα εντός της οριζόμενης προθεσμίας, ότι δεν θα καταχωρηθεί. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, ανάλογα με την περίπτωση, οι σχετικές εγκρίσεις χορηγούνται, ανακαλούνται ή τροποποιούνται εντός της οριζόμενης προθεσμίας.»
9 Το άρθρο 13 της οδηγίας 91/414 ορίζει τα εξής:
«1. […] τα κράτη μέλη απαιτούν από τον αιτούντα έγκριση φυτοπροστατευτικού προϊόντος, να υποβάλει, μαζί με την αίτησή του:
α) φάκελο που να πληροί, με βάση τις τρέχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, τις απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙΙ,
και
β) για κάθε δραστική ουσία του φυτοπροστατευτικού προϊόντος, φάκελο σύμφωνο με τις απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙ, με βάση τις τρέχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις.
[...]
3. Όταν χορηγούν εγκρίσεις, τα κράτη μέλη δεν χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ προς όφελος άλλων αιτούντων:
[…]
δ) επί μία πενταετία από την ημερομηνία κατά την οποία αποφασίσθηκε, βάσει υποβληθεισών πρόσθετων αναγκαίων πληροφοριών, η πρώτη καταχώριση στο παράρτημα Ι, ή η τροποποίηση των όρων καταχώρισης μιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι, ή η διατήρηση αυτής της καταχώρισης, εκτός εάν η πενταετία λήγει πριν από την περίοδο που προβλέπεται στην παράγραφο 3, στοιχεία β΄ και γ΄, οπότε αυτή η πενταετία παρατείνεται ώστε να λήγει ταυτόχρονα με την περίοδο αυτή.
[...]
6. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, για τις δραστικές ουσίες που βρίσκονται ήδη στην αγορά δύο έτη μετά την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν, τηρουμένων των διατάξεων της συνθήκης, να εφαρμόζουν τους προϋπάρχοντες εθνικούς κανόνες σχετικά με τις απαιτούμενες πληροφορίες, εφόσον οι ουσίες αυτές δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.
[…]»
Ο κανονισμός 3600/92
10 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3600/92, στον κανονισμό αυτό «καθορίζονται λεπτομερώς οι κανόνες εφαρμογής του πρώτου σταδίου του προγράμματος εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414 […]. [Αυτό] το πρώτο στάδιο εφαρμογής περιλαμβάνει εκτίμηση των δραστικών ουσιών που παρατίθενται στο παράρτημα Ι του [εν λόγω] κανονισμού ενόψει ενδεχόμενης καταχώρισής τους στο παράρτημα Ι της οδηγίας [91/414]». Το παράρτημα Ι του κανονισμού 3600/92 αναφέρει, μεταξύ άλλων, την ethofumesate.
11 Το άρθρο 4 του κανονισμού 3600/1992 προβλέπει τα εξής:
«1. Οι παραγωγοί που θέλουν να εξασφαλίσουν την καταχώριση κάποιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι, […] στο παράρτημα Ι της οδηγίας [91/414] θα πρέπει να προβούν σε σχετική κοινοποίηση στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος κανονισμού.
[…]
2. Η κοινοποίηση πρέπει να γίνει στη […] της Επιτροπής, […] σύμφωνα με το υπόδειγμα κοινοποίησης του παραρτήματος ΙΙ του παρόντος κανονισμού και να περιλαμβάνει την ανάληψη υποχρέωσης που αναφέρεται στο τμήμα 5 του υποδείγματος κοινοποίησης.
3. Οι παραγωγοί που δεν έχουν προβεί εγκαίρως στην κοινοποίηση μιας ορισμένης δραστικής ουσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 θα έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στο πρόγραμμα που αναφέρεται στο άρθρο 1 μόνο από κοινού με άλλους παραγωγούς που έχουν προβεί στην κοινοποίηση αυτής της δραστικής ουσίας ή στην περίπτωση της παραγράφου 4, σε συνεργασία με το κράτος μέλος που έχει προβεί στην κοινοποίηση, μετά από σύμφωνη γνώμη των παραγωγών που έκαν[αν] αρχικά την κοινοποίηση.
[...]»
12 Σύμφωνα με το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού:
«1. Εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 5, οι παραγωγοί που έχουν προβεί στην κοινοποίηση που προβλέπεται στον κανονισμό που αναφέρεται στο άρθρο 5 πρέπει, να αποστείλουν στην ορισθείσα αρχή του εισηγούμενου κράτους μέλους, ατομικά ή συλλογικά σχετικά με μια συγκεκριμένη ουσία:
α) το συνοπτικό φάκελο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και
β) τον πλήρη φάκελο που αναφέρεται στην παράγραφο 3.
[…]
2. Ο συνοπτικός φάκελος θα πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
[…]
γ) για κάθε σημείο του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας [91/414], τις διαθέσιμες συνοπτικές εκθέσεις και τα αποτελέσματα των δοκιμών, το όνομα του προσώπου ή του ινστιτούτου που πραγματοποίησε τις δοκιμές- οι ίδιες πληροφορίες απαιτούνται για κάθε σημείο του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας [αυτής] σχετικά με την εκτίμηση των κριτηρίων που αναφέρονται στο άρθρο 5 της οδηγίας και για το σκεύασμα ή τα σκευάσματα που είναι αντιπροσωπευτικό(-ά) όσον αφορά την άρση χρήσης που αναφέρεται στο στοιχείο β΄·
[…]
3. Ο πλήρης φάκελος θα πρέπει να περιλαμβάνει δύο πρωτόκολλα και τις πλήρεις εκθέσεις μελέτης που αφορούν τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 2, στοιχείο γ΄.
[…]»
Η οδηγία 2002/37
13 Η πέμπτη και η όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/37 έχουν ως εξής:
«(5) Από τις διάφορες εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν την ethofumesate προέκυψε ότι μπορεί γενικά να πληρούνται οι απαιτήσεις που θεσπίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄ της οδηγίας [91/414], ιδίως όσον αφορά τις χρήσεις οι οποίες εξετάστηκαν και παρουσιάστηκαν λεπτομερώς στην έκθεση ανασκόπησης της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να καταχωρηθεί η ethofumesate στο παράρτημα Ι της οδηγίας [91/414], για να εξασφαλιστεί ότι, σε όλα τα κράτη μέλη, οι άδειες για φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν την ethofumesate θα μπορούν να χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας αυτής.
[…]
(8) Μετά από την καταχώριση, πρέπει να χορηγηθεί στα κράτη μέλη μια εύλογη χρονική περίοδος εντός της οποίας θα εφαρμόσουν τις διατάξεις της οδηγίας [91/414] σχετικά με τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν την ethofumesate και ειδικότερα, θα επανεξετάσουν τις υφιστάμενες άδειες σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας [91/414] για να εξασφαλιστεί ότι πληρούνται οι όροι για την ethofumesate που ορίζονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας [91/414]. Θα πρέπει να προβλεφθεί μακρύτερη χρονική περίοδος εντός της οποίας μπορεί να υποβληθεί ένας πλήρης φάκελος για κάθε φυτοπροστατευτικό προϊόν που πληροί τις απαιτήσεις των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας [91/414] και να αξιολογηθεί εκ νέου το προϊόν σύμφωνα με τις ενιαίες αρχές που θεσπίζονται στην οδηγία [91/414].»
14 Το άρθρο 4 της οδηγίας 2002/37 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν την άδεια για κάθε φυτοπροστατευτικό προϊόν που περιέχει ethofumesate ώστε να εξασφαλιστεί ότι πληρούνται οι όροι σχετικά με την ethofumesate που ορίζονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας [91/414]. Εφόσον είναι αναγκαίο, τροποποιούν ή ανακαλούν την άδεια σύμφωνα με την οδηγία [91/414] πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 2003.
2. Για κάθε εγκεκριμένο φυτοπροστατευτικό προϊόν που περιέχει ethofumesate είτε ως τη μόνη δραστική ουσία είτε ως μία μεταξύ πολλών δραστικών ουσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας [91/414], μέχρι την 1η Μαρτίου 2003, τα κράτη μέλη αξιολογούν εκ νέου το προϊόν σύμφωνα με τις ενιαίες αρχές που προβλέπονται στο παράρτημα VI της οδηγίας [91/414], βάσει φακέλου που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παραρτήματος III. Σύμφωνα με την αξιολόγηση αυτή, καθορίζουν εάν το προϊόν πληροί τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ της οδηγίας [91/414]. Εφόσον είναι αναγκαίο, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2007 το αργότερο, τροποποιούν ή ανακαλούν την άδεια για κάθε τέτοιο φυτοπροστατευτικό προϊόν.»
Το εθνικό δίκαιο
15 Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του νόμου περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων (Bestrijdingsmiddelenwet), της 12ης Ιουλίου 1962 (Stb. 1962, αριθ. 288, στο εξής: Bmw), το College προβαίνει σε ανάκληση της έγκρισης ή της καταχώρισης που αναφέρονται στο άρθρο 4 του νόμου αυτού, εάν η ανάκληση αυτή είναι αναγκαία στο πλαίσιο της εφαρμογής ενός κοινοτικού μέτρου.
Η κύρια δίκη και το προδικαστικό ερώτημα
16 Η ethofumesate είναι μια δραστική ουσία που διετίθετο ήδη στην αγορά δύο έτη μετά την κοινοποίηση της οδηγίας 91/414 και, ως εκ τούτου, διεπόταν από τους μεταβατικούς κανόνες των άρθρων 8, παράγραφος 2, και 13, παράγραφος 6, της οδηγίας αυτής. Βάσει των εν λόγω μεταβατικών κανόνων, χορηγήθηκαν στην Agrichem εγκρίσεις για τη διάθεση στην αγορά ορισμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιείχαν την ethofumesate ως δραστική ουσία.
17 Η Feinchemie και η Bayer, κοινοποιήσασες κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 3600/92, ακολούθησαν τη διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός αυτός, με αποτέλεσμα την καταχώριση της ethofumesate στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, οι εν λόγω επιχειρήσεις υπέβαλαν στην Επιτροπή φάκελο του παραρτήματος ΙΙ.
18 Η Agrichem δεν παρενέβη για τη δραστική ουσία ethofumesate με την ιδιότητα του κοινοποιήσαντος ή συγκοινοποιήσαντος.
19 Μετά την καταχώριση της ουσίας αυτής στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, το College, με επτά αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 2004, που εξέδωσε δυνάμει του Bmw, ανακάλεσε τις εγκρίσεις που κατείχε η Agrichem για τη διάθεση στην αγορά φυτοφαρμακευτικών προϊόντων που περιείχαν την ethofumesate ως δραστική ουσία, με το αιτιολογικό ότι δεν είχε οριστεί καταληκτική ημερομηνία χρησιμοποίησης των προϊόντων αυτών και ότι η Agrichem δεν διέθετε ούτε είχε πρόσβαση σε πλήρη φάκελο του παραρτήματος II.
20 Στις 28 Ιανουαρίου 2004, η Agrichem υπέβαλε στο College διοικητική ένσταση κατά των εν λόγω αποφάσεων, προβάλλοντας ότι δεν όφειλε να υποβάλει φάκελο του παραρτήματος II ούτε να αποδείξει ότι είχε πρόσβαση σε τέτοιου είδος φάκελο, δεδομένου ότι, μεταξύ άλλων, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 περιοριζόταν στο να απαιτεί την πλήρωση των όρων του παραρτήματος Ι της οδηγίας 91/414, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/37. Με απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2004, το College τροποποίησε μια εκ των αποφάσεων της 23ης Ιανουαρίου 2004, ορίζοντας τις 30 Ιανουαρίου 2004 ως ημερομηνία έναρξης ισχύος της ανάκλησης μιας εκ των επίμαχων εγκρίσεων.
21 Στις 28 Ιανουαρίου 2004, η Agrichem ζήτησε επίσης, με αίτησή της ενώπιον του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων του College van Beroep voor het bedrijfsleven, τη λήψη προσωρινών μέτρων. Με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2004, ο δικαστής αυτός δέχτηκε την υποβληθείσα αίτηση και ανέστειλε για έξι εβδομάδες τις αποφάσεις του College της 23ης Ιανουαρίου 2004.
22 Αφού η Agrichem, καθώς και οι Feinchemie και Bayer, ως τρίτοι έχοντες έννομο συμφέρον, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον της Adviescommissie voor de bezwaarschriften (συμβουλευτικής επιτροπής ενστάσεων) του College, το τελευταίο ακύρωσε, με απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2004, την ανάκληση των επτά επίμαχων εγκρίσεων, με το αιτιολογικό ότι ούτε η οδηγία 2002/37 ούτε η οδηγία 91/414 του παρέχουν τη δυνατότητα να απαιτήσει φάκελο του παραρτήματος ΙΙ προς στήριξη υφιστάμενων εγκρίσεων στο πλαίσιο επανεξέτασης της ισχύος τους σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37.
23 Στις 23 Δεκεμβρίου 2004, η Feinchemie και η Bayer άσκησαν ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven προσφυγή κατά της ανωτέρω αποφάσεως του College. Υποστήριξαν ότι από το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 91/414 προκύπτει ότι ο κάτοχος έγκρισης για ορισμένο φυτοπροστατευτικό προϊόν, ο οποίος δεν έχει συγχρόνως κοινοποιήσει τη δραστική ουσία που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής και περιέχεται στο εν λόγω προϊόν, οφείλει να διαθέτει φάκελο του παραρτήματος ΙΙ ή να έχει πρόσβαση στον φάκελο αυτό και ότι, για μια πενταετία από την καταχώριση της ethofumesate στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής, τα δεδομένα του φακέλου του παραρτήματος ΙΙ που υποβλήθηκαν από τους οικείους κοινοποιήσαντες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τρίτους ή για τις ανάγκες αυτών χωρίς τη συναίνεση των εν λόγω κοινοποιησάντων.
24 Σύμφωνα με τις επιχειρήσεις αυτές, στο μέτρο που την 1η Σεπτεμβρίου 2003 η Agrichem δεν διέθετε φάκελο του παραρτήματος II και δεν είχε πρόσβαση σε τέτοιου είδους φάκελο, οι υφιστάμενες εγκρίσεις των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιείχαν τη δραστική ουσία ethofumesate και τα οποία εμπορευόταν η επιχείρηση αυτή, θα έπρεπε να ανακληθούν.
25 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο σημειώνει, πρώτον, την ύπαρξη διαφόρων επιπέδων ελέγχου των εγκρίσεων για τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων, που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/37. Δεύτερον, επισημαίνει ότι η προθεσμία για τη διενέργεια της επανεξέτασης που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού είναι αισθητά μικρότερη από την προθεσμία για τη διενέργεια της εκ νέου αξιολόγησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου. Τρίτον, υπογραμμίζει ότι από την ίδια τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η υποβολή στις αρμόδιες αρχές φακέλου του παραρτήματος ΙΙ και φακέλου του παραρτήματος ΙΙΙ είναι αναγκαία μόνον κατά την εκ νέου αξιολόγηση υφιστάμενων εγκρίσεων για τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
26 Τέλος, όσον αφορά τα επιχειρήματα που προέβαλαν η Feinchemie και η Bayer σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που κοινοποιούνται κατά τη διαδικασία καταχώρισης μιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι δεν αποδείχθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του College στηρίχθηκε σε πληροφορίες που περιέχονταν στον φάκελο του παραρτήματος ΙΙ, ο οποίος υποβλήθηκε από τις εταιρίες αυτές και εκτιμά ότι είναι αμφίβολο αν οι κάτοχοι υφιστάμενης άδειας που χορηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414 και επανεξετάστηκε δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 πρέπει να θεωρηθούν ως αιτούντες έγκριση υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/414.
27 Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι ενδεχομένως το College δεν όφειλε, στο πλαίσιο της επανεξέτασης της έγκρισης δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37, να επαληθεύσει ότι ο κάτοχος των επίμαχων εγκρίσεων της κύριας δίκης διέθετε και φάκελο του παραρτήματος II ή ότι είχε πρόσβαση σε τέτοιου είδους φάκελο, ούτε όφειλε να ανακαλέσει τις εγκρίσεις αυτές σε περίπτωση μη πλήρωσης των εν λόγω προϋποθέσεων. Εκτιμά, ωστόσο, ότι δεν καθίσταται στο σημείο αυτό προφανές ότι δεν χωρεί καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, το College van Beroep voor het bedrijfsleven αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θέσουν τέλος, πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2003, στην ισχύ της έγκρισης φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει ethofumesate, για τον λόγο ότι ο κάτοχος της έγκρισης δεν διαθέτει φάκελο ή δεν έχει πρόσβαση σε φάκελο πληρούντα τους όρους του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 91/414;»
Επί της αιτήσεως επανάληψης της προφορικής διαδικασίας
29 Με έγγραφο της 7ης Δεκεμβρίου 2007, η Feinchemie και η Bayer ζήτησαν από το Δικαστήριο να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 61 του Κανονισμού Διαδικασίας, με το αιτιολογικό ότι οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέα στηρίζονταν σε πραγματικά περιστατικά και επιχειρήματα επί των οποίων δεν διεξήχθη ή δεν κατέστη δυνατό να διεξαχθεί συζήτηση μεταξύ των διαδίκων.
30 Πρώτον, σύμφωνα με τα σημεία 85 έως 88 των εν λόγω προτάσεων, οι διατάξεις περί ελεύθερου ανταγωνισμού είναι ουσιώδεις για την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος. Όμως, δεν υπήρξε ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των διαδίκων επί του θέματος αυτού. Επιπλέον, η Feinchemie φρονεί ότι, προτείνοντας τη μη εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 91/414 που αφορούν την προστασία των δεδομένων των κατόχων υφιστάμενων εγκρίσεων, οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέα αντιβαίνουν προς τους κανόνες του δικαίου του ανταγωνισμού.
31 Δεύτερον, η γενική εισαγγελέας, στο σημείο 95 των προτάσεών της, δεν λαμβάνει ουδόλως υπόψη τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της προστασίας των δεδομένων και του εμπιστευτικού χαρακτήρα των δεδομένων ενός φακέλου, που συνιστά νέα άποψη επί της οποίας δεν διεξήχθη περαιτέρω συζήτηση μεταξύ των διαδίκων.
32 Τρίτον και τέλος, η Feinchemie και η Bayer ισχυρίζονται ότι από το σημείο 97 των εν λόγω προτάσεων προκύπτει ότι η γενική εισαγγελέας στήριξε την άποψή της σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της οδηγίας 91/414.
33 Επιβάλλεται η υπόμνηση, αφενός, ότι το Δικαστήριο δύναται, αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση του γενικού εισαγγελέα, ή ακόμη και κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων, να διατάξει επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κανονισμού του Διαδικασίας, αν εκτιμά ότι δεν έχει επαρκώς διαφωτιστεί ή ότι η υπόθεση πρέπει να κριθεί βάσει ενός επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων (βλ. διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 2000, C-17/98, Emesa Sugar, Συλλογή 2000, σ. I-665, σκέψη 18· αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C-210/03, Swedish Match, Συλλογή 2004, σ. I‑11893, σκέψη 25, και της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, C-138/05, Stichting Zuid-Hollandse Milieufederatie, Συλλογή 2006, σ. I-8339, σκέψη 23).
34 Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 222, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, ο ρόλος του γενικού εισαγγελέα είναι να διατυπώνει δημοσίως με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων που, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου, απαιτούν την παρέμβασή του. Κατά την εκπλήρωση της αποστολής αυτής, είναι θεμιτή, όπου κρίνεται αναγκαία, η ανάλυση μιας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατά τρόπο που διευρύνει το περιεχόμενό της πέρα από τα αυστηρά όρια που έθεσαν το αιτούν δικαστήριο ή οι διάδικοι της κύριας δίκης. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ούτε από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα ούτε από την αιτιολογία βάσει της οποίας επιλαμβάνεται της υποθέσεως, δεν είναι αναγκαία η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κανονισμού Διαδικασίας, οσάκις ο γενικός εισαγγελέας εγείρει ένα νομικό θέμα, το οποίο δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των διαδίκων.
35 Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς προκειμένου να αποφανθεί και ότι δεν είναι αναγκαία η εξέταση της υποθέσεως βάσει επιχειρημάτων επί των οποίων δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων, αποφαίνεται ότι δεν γίνεται δεκτή η αίτηση επανάληψης της προφορικής συζήτησης.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
36 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 έχει την έννοια ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θέσουν τέλος, πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2003, στην ισχύ υφιστάμενης έγκρισης φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει ethofumesate, για τον λόγο ότι ο κάτοχος της έγκρισης αυτής δεν διαθέτει, για την επανεξέταση της εν λόγω έγκρισης, φάκελο του παραρτήματος ΙΙ ή δεν έχει πρόσβαση στον φάκελο αυτό.
Οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
37 Η Feinchemie και η Bayer, η Βελγική και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή προτείνουν να δοθεί αρνητική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Υποστηρίζουν ότι οι κάτοχοι προϋφιστάμενων εγκρίσεων οφείλουν να διαθέτουν φάκελο του παραρτήματος ΙΙ από την καταχώριση της δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414. Μολονότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 δεν προβλέπει ρητώς την υποχρέωση αυτή, η υποχρέωση των κρατών μελών να θέσουν τέλος, πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2003, στη ισχύ προϋφιστάμενων εγκρίσεων προϊόντων που περιέχουν ethofumesate απορρέει από τους σκοπούς, τη γενική οικονομία και τους κανόνες της οδηγίας 91/414.
38 Η Επιτροπή φρονεί, εξάλλου, ότι η προθεσμία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 αφορά την υποβολή φακέλου του παραρτήματος ΙΙ, ενώ η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού αφορά την εκ νέου αξιολόγηση ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος βάσει φακέλου του παραρτήματος ΙΙΙ, εφόσον για τη δημιουργία του δεύτερου φακέλου απαιτείται περισσότερος χρόνος απ’ αυτόν που χρειάζεται για τη δημιουργία του πρώτου.
39 Εφόσον το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 91/414 απαγορεύει, κατ’ αρχήν, στα κράτη μέλη τη χρησιμοποίηση των πληροφοριών που παρέχονται προς στήριξη μιας αιτήσεως καταχώρισης μιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής, ήτοι των δεδομένων που περιέχονται στο παράρτημα ΙΙ αυτής, προς όφελος άλλων αιτούντων για μια πενταετία από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της αποφάσεως καταχώρισης της οικείας δραστικής ουσίας, τα εν λόγω κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίσουν ότι οι κάτοχοι υφιστάμενων εγκρίσεων διαθέτουν επίσης φάκελο του παραρτήματος ΙΙ ή έχουν πρόσβαση στον φάκελο αυτό.
40 Υπό την έννοια αυτή, το άρθρο 13, παράγραφος 6, της οδηγίας 91/414 επιτρέπει στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τους προϋπάρχοντες εθνικούς κανόνες σχετικά με τις απαιτούμενες πληροφορίες, εφόσον οι οικείες ουσίες δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι από την καταχώριση μιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα αυτό, οι μεταβατικές διατάξεις της εν λόγω οδηγίας παύουν να είναι εφαρμοστέες επί της επίμαχης δραστικής ουσίας καθώς και επί των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που την περιέχουν και ότι, όσον αφορά τα προϊόντα αυτά, υπερισχύει το καθεστώς που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού. Ειδικότερα, οι αιτήσεις καταχώρισης ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος πρέπει να συνοδεύονται από φακέλους του παραρτήματος ΙΙ και του παραρτήματος ΙΙΙ.
41 Η Feinchemie και η Bayer καθώς και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η εκ μέρους τους ερμηνεία των οδηγιών 91/414 και 2002/37 συνάδει με τη διατύπωση των μεταγενέστερων οδηγιών για την καταχώριση μιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, όπως η οδηγία 2005/53/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2005, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414 (ΕΕ 2005, L 241, σ. 51), της οποίας η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη ορίζει τα εξής:
«Η εμπειρία που αποκτήθηκε από παλαιότερες συμπεριλήψεις, στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, δραστικών ουσιών που έχουν αξιολογηθεί στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 3600/92, έδειξε ότι ενδέχεται να προκύψουν δυσχέρειες ως προς την ερμηνεία των καθηκόντων των κατόχων, προϋπάρχουσας της καταχώρισης, έγκρισης σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στα δεδομένα. Επομένως, για να αποφευχθούν περαιτέρω δυσχέρειες, φαίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστούν τα καθήκοντα των κρατών μελών και ιδίως το καθήκον να επαληθεύεται ότι οι κάτοχοι έγκρισης αποδεικνύουν την πρόσβαση σε φάκελο που ικανοποιεί τις απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙ της εν λόγω οδηγίας […]».
42 Η Agrichem προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι από τις σαφείς διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 προκύπτει ότι οι εγκρίσεις φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν ethofumesate δεν απαιτείται να πληρούν, στο στάδιο της επανεξέτασης, παρά μόνον τους όρους σχετικά με την εν λόγω δραστική ουσία που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ. Η μεγαλύτερη προθεσμία του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/37 δικαιολογείται από τον χρόνο που είναι αναγκαίος για τη δημιουργία φακέλου του παραρτήματος ΙΙΙ. Η προθεσμία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί επαρκής για τη δημιουργία φακέλου του παραρτήματος ΙΙ ή φακέλου του παραρτήματος ΙΙΙ. Η Agrichem ισχυρίζεται επίσης ότι, εάν ήταν αναγκαία η υποβολή ενός τέτοιου πλήρους φακέλου του παραρτήματος I της οδηγίας 91/414 στο στάδιο ήδη της επανεξέτασης των εγκρίσεων για τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν την ethofumesate ως δραστική ουσία, δεν θα υπήρχε διαφορά μεταξύ των δύο τύπων εξέτασης που προβλέπουν οι παράγραφοι 1 και 2 αντίστοιχα του άρθρου 4 της οδηγίας 2002/37. Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή του εν λόγω άρθρου 4, παράγραφος 1, δεν αναιρείται από τις διατάξεις της οδηγίας 91/414, δεδομένου ότι, σε σχέση με την οδηγία αυτή, η οδηγία 2002/37 είναι lex specialis.
Απάντηση του Δικαστηρίου
43 Καταρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας 91/414, η Επιτροπή είναι αυτή που, επικουρούμενη από τη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων, δύναται να καταχωρίσει μια δραστική ουσία στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής. Η απόφασή της περιβάλλεται τον τύπο οδηγίας περί καταχωρίσεως, όπως η οδηγία 2002/37, με το άρθρο 1 της οποίας καταχωρίστηκε στο εν λόγω παράρτημα η δραστική ουσία ethofumesate.
44 Υπό το φως της καταχώρισης αυτής, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 υποχρεώνει τα κράτη μέλη, αφενός, να επανεξετάσουν τις χορηγηθείσες εγκρίσεις για κάθε φυτοπροστατευτικό προϊόν που περιέχει ethofumesate, ώστε να εξασφαλιστεί ότι πληρούνται οι όροι σχετικά με την εν λόγω δραστική ουσία που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, και, αφετέρου, να τροποποιούν ή, εφόσον είναι αναγκαίο, να ανακαλούν τις εν λόγω εγκρίσεις, σύμφωνα με τη δεύτερη οδηγία, πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2003. Αντιθέτως, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/37 προβλέπει για κάθε φυτοπροστατευτικό προϊόν που περιέχει ethofumesate είτε ως τη μόνη δραστική ουσία είτε ως μία μεταξύ πολλών δραστικών ουσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414 μέχρι την 1η Μαρτίου 2003 ότι τα κράτη μέλη αξιολογούν εκ νέου το προϊόν σύμφωνα με τις ενιαίες αρχές που προβλέπονται στο παράρτημα VI της δεύτερης οδηγίας, βάσει φακέλου του παραρτήματος III.
45 Ως εκ τούτου, από τη διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 ουδόλως προκύπτει ότι οι κάτοχοι υφιστάμενων εγκρίσεων οφείλουν να διαθέτουν, για τους σκοπούς της διαδικασίας επανεξέτασης των εγκρίσεων αυτών, φάκελο του παραρτήματος ΙΙ ή να έχουν πρόσβαση στον φάκελο αυτό.
46 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από την όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/37. Σύμφωνα με την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, μετά την καταχώριση της ethofumesate στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, πρέπει να προβλεφθεί μια εύλογη χρονική περίοδος για την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 91/414 στα προϊόντα που περιέχουν αυτή τη δραστική ουσία και, ειδικότερα, για την επανεξέταση των υφιστάμενων εγκρίσεων σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρωση των όρων για την ethofumesate που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής. Από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη προκύπτει επίσης ότι θα πρέπει να χορηγηθεί στους κατόχους των εν λόγω εγκρίσεων μεγαλύτερη προθεσμία εντός της οποίας θα μπορεί να υποβληθεί για κάθε φυτοπροστατευτικό προϊόν φάκελος του παραρτήματος ΙΙ και φάκελος του παραρτήματος ΙΙΙ καθώς και να αξιολογηθεί εκ νέου το προϊόν σύμφωνα με τις ενιαίες αρχές που θεσπίζονται στο παράρτημα VΙ της οδηγίας 91/414.
47 Επομένως, ουδόλως προκύπτει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θέσουν τέλος, πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2003, στην ισχύ υφιστάμενης έγκρισης ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει ethofumesate, για τον λόγο ότι ο κάτοχος της έγκρισης αυτής δεν διαθέτει φάκελο του παραρτήματος ΙΙ ή δεν έχει πρόσβαση στον φάκελο αυτό.
48 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο επιχείρημα της Feinchemie και της Bayer, της Ολλανδικής και της Βελγικής Κυβερνήσεως καθώς και της Επιτροπής, ότι μια τέτοιου είδους γραμματική ερμηνεία είναι αντίθετη προς τις διατάξεις της οδηγίας 91/414 περί προστασίας των δεδομένων, όπως το άρθρο 13, παράγραφος 3, και ότι, ως εκ τούτου, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως της οδηγίας 91/414, πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί ότι η οδηγία 2002/37 επιδιώκει τρεις κύριους σκοπούς, ήτοι, πρώτον, να καταχωριστεί η ethofumesate στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/414, δεύτερον, να εξασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη θα επανεξετάσουν εάν οι υφιστάμενες εγκρίσεις των φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν την εν λόγω δραστική ουσία πληρούν τους όρους που αναφέρονται στο παράρτημα αυτό και, εφόσον είναι αναγκαίο, θα τροποποιήσουν ή θα ανακαλέσουν τις εγκρίσεις αυτές πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2003 και, τρίτον, να εξασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη θα αξιολογήσουν εκ νέου τα προϊόντα αυτά σύμφωνα με τις ενιαίες αρχές του παραρτήματος VΙ της οδηγίας 91/414, βάσει φακέλου του παραρτήματος ΙΙΙ.
49 Πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι, όταν μια εκτελεστική οδηγία χρήζει ερμηνείας, αυτή πρέπει να είναι σύμφωνη, στο μέτρο του δυνατού, με τις διατάξεις της βασικής οδηγίας (βλ., αναλογικά, απόφαση της 24ης Ιουνίου 1993, C-90/92, Dr Tretter, Συλλογή 1993, σ. I‑3569, σκέψη 11). Εξάλλου, μια διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο ώστε να μη θίγεται το κύρος της (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2001, C-403/99, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑6883, σκέψεις 28 και 37).
50 Πάντως, αν και είναι αληθές ότι, ελλείψει ρητής προβλέψεως της υποχρέωσης των κρατών μελών να επαληθεύσουν ότι οι κάτοχοι προγενεστέρων εγκρίσεων είχαν πρόσβαση σε φάκελο του παραρτήματος II, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της διάρκειας προστασίας των δεδομένων βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 91/414, η κατάσταση αυτή απορρέει ευθέως από τη διατύπωση αυτής της πρώτης διάταξης. Στο μέτρο που η διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 είναι σαφής και κατηγορηματική, η ερμηνεία ότι ο κάτοχος υφιστάμενης έγκρισης δεν υποχρεούται, δυνάμει της διάταξης αυτής, να υποβάλει φάκελο του παραρτήματος II στο στάδιο της επανεξέτασης είναι η μόνη συμβατή με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, βάσει της οποίας απαιτείται να παρέχεται στους ενδιαφερομένους η δυνατότητα να πληροφορούνται επακριβώς την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλουν οι κοινοτικές κανονιστικές ρυθμίσεις (βλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C-161/06, Skoma-Lux, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 36 και 38).
51 Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/37 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη επαληθεύουν κατά προτεραιότητα, βάσει φακέλου του παραρτήματος III, εάν τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν ethofumesate πληρούν τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ έως ε΄, της οδηγίας 91/414 και, εφόσον είναι αναγκαίο, τροποποιούν ή ανακαλούν, την έγκριση που χορηγήθηκε προηγουμένως για κάθε οικείο φυτοπροστατευτικό προϊόν. Έτσι, η διάταξη αυτή επιτρέπει τη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ, αφενός, της προστασίας των δεδομένων δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/414 και, αφετέρου, των δικαιωμάτων που οι κάτοχοι προγενεστέρων εγκρίσεων αντλούν από τις σαφείς διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37.
52 Επομένως, η ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 δεν διακυβεύεται από μια ερμηνεία της οδηγίας 91/414 που συνεπάγεται την επιδείνωση των όρων επανεξέτασης που προβλέπει η διάταξη αυτή.
53 Όσον αφορά το επιχείρημα της Feinchemie και της Bayer καθώς και της Επιτροπής, το οποίο αντλείται από την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 υπό το φως των μεταγενέστερων οδηγιών περί καταχωρίσεως διαφόρων δραστικών ουσιών στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/41, όπως η οδηγία 2005/53, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι η ερμηνεία της οδηγίας 2002/37 δεν εξαρτάται από τη μεταγενέστερη λήψη ανάλογων μέτρων και, αφετέρου, ότι η τελευταία φράση της ενδέκατης αιτιολογικής σκέψης της οδηγίας 2005/53 αναφέρει επακριβώς ότι η οδηγία αυτή δεν επιβάλλει νέες υποχρεώσεις στα κράτη μέλη ή στους κατόχους έγκρισης σε σχέση με τις οδηγίες που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα για την τροποποίηση του παραρτήματος Ι της οδηγίας 91/414.
54 Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2005/53 αναφέρει επίσης ότι «η εμπειρία […] έδειξε ότι ενδέχεται να προκύψουν δυσχέρειες ως προς την ερμηνεία των καθηκόντων των κατόχων, προϋπάρχουσας της καταχώρισης, έγκρισης σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στα δεδομένα. Επομένως, για να αποφευχθούν περαιτέρω δυσχέρειες, φαίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστούν τα καθήκοντα των κρατών μελών και ιδίως το καθήκον να επαληθεύεται ότι οι κάτοχοι έγκρισης αποδεικνύουν την πρόσβαση σε φάκελο που ικανοποιεί τις απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙ της εν λόγω οδηγίας». Η διευκρίνιση αυτή επιβεβαιώνει ότι η επιλογή της οδηγίας 2005/53 ισχύει για το μέλλον και ουδόλως συνιστά ερμηνευτική πράξη δυνάμενη να επηρεάσει την ερμηνεία της οδηγίας 2002/37.
55 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37 έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θέσουν τέλος, πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2003, στην ισχύ της έγκρισης φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει ethofumesate, για τον λόγο ότι ο κάτοχος της έγκρισης αυτής δεν διαθέτει φάκελο του παραρτήματος ΙΙ ή δεν έχει πρόσβαση στον φάκελο αυτό.
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/37/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου για να καταχωρηθεί η ethofumesate ως δραστική ουσία, έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θέσουν τέλος, πριν την 1η Σεπτεμβρίου 2003, στην ισχύ της έγκρισης φυτοπροστατευτικού προϊόντος που περιέχει ethofumesate, για τον λόγο ότι ο κάτοχος της έγκρισης δεν διαθέτει φάκελο πληρούντα τους όρους του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων, ή δεν έχει πρόσβαση στον φάκελο αυτό.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy