Υπόθεση C-362/06 P
Markku Sahlstedt κ.λπ.
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Προστασία των φυσικών οικοτόπων – Κατάλογος των τόπων κοινοτικής σημασίας για την αρκτική βιογεωγραφική περιοχή, ο οποίος καταρτίστηκε με απόφαση της Επιτροπής – Παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας από φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά της αποφάσεως αυτής»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Λόγος απαραδέκτου δημοσίας τάξεως
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
2. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
3. Ευρωπαϊκές Κοινότητες – Δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων – Για την εκτίμηση του κύρους τους, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν μόνον είτε να προβάλουν ένσταση ελλείψεως νομιμότητας είτε να ζητήσουν υποβολή προδικαστικού ερωτήματος
(Άρθρα 10 ΕΚ, 230, εδ. 4, ΕΚ και 234 ΕΚ)
1. Το προβλεπόμενο από το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ κριτήριο, που εξαρτά το παραδεκτό προσφυγής ασκηθείσας από φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά αποφάσεως της οποίας δεν είναι ο αποδέκτης από την προϋπόθεση ότι η απόφαση αυτή το αφορά άμεσα και ατομικά, συνιστά λόγο απαραδέκτου δημοσίας τάξεως, τον οποίο ο κοινοτικός δικαστής μπορεί να εξετάσει ανά πάσα στιγμή, ακόμη και αυτεπαγγέλτως.
(βλ. σκέψη 22)
2. Δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο μόνον αν η απόφαση αυτή το αφορά άμεσα και ατομικά. Πρόσωπα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι αυτή τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν η εν λόγω απόφαση τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα διακρίνει από κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη.
Συναφώς, μια απόφαση της Επιτροπής με την οποία καταρτίζεται, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 92/43 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, κατάλογος τόπων κοινοτικής σημασίας, ώστε ο χαρακτηρισμός ορισμένων περιοχών κατ’ αυτόν τον τρόπο να συμβάλει στη σύσταση ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου ειδικών ζωνών διατηρήσεως, είναι, ως προς κάθε ενδιαφερόμενο, γενικής ισχύος, καθόσον εφαρμόζεται σε όλους τους επιχειρηματίες οι οποίοι, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, ασκούν ή ενδέχεται να ασκήσουν, στις εκτάσεις αυτές, δραστηριότητες που μπορούν να θίξουν τους επιδιωκόμενους με την εν λόγω οδηγία σκοπούς διατηρήσεως.
Πάντως, το γεγονός ότι μια διάταξη έχει, λόγω της φύσεως και του περιεχομένου της, γενικό χαρακτήρα, καθόσον εφαρμόζεται επί του συνόλου των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η εν λόγω διάταξη να αφορά ατομικά ορισμένους από αυτούς. Όταν μια απόφαση θίγει ομάδα προσώπων τα οποία έχουν εξατομικευθεί ή ήταν δυνατό να εξατομικευθούν κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως αυτής και βάσει κριτηρίων που σχετίζονται ειδικώς με τα μέλη της ομάδας, η εν λόγω πράξη δύναται να αφορά ατομικά τα πρόσωπα αυτά, καθόσον αποτελούν μέρος ενός στενού επιχειρηματικού κύκλου.
Εντούτοις, η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ακριβείας, του αριθμού ή και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως σημαίνει ότι το εν λόγω μέτρο πρέπει να θεωρείται ότι αφορά ατομικά τα πρόσωπα αυτά, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή του στηρίζεται στην ύπαρξη μιας αντικειμενικής έννομης ή πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η οικεία πράξη.
Συναφώς, μια απόφαση της Επιτροπής περί καταρτίσεως καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας αφορά τους ιδιοκτήτες ακινήτων ευρισκομένων σε ορισμένους από τους τόπους αυτούς αποκλειστικώς και μόνον καθόσον έχουν δικαιώματα κυριότητας επί των εν λόγω οικοπέδων, ήτοι βάσει μιας αντικειμενικής έννομης και πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η οικεία πράξη, και όχι βάσει κριτηρίων που σχετίζονται ειδικώς με την κατηγορία των ιδιοκτητών γης.
(βλ. σκέψεις 19, 26, 28-32)
3. Επιβάλλεται η κατοχύρωση υπέρ των ιδιωτών της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που αυτοί αντλούν από την κοινοτική έννομη τάξη. Η δικαστική προστασία των φυσικών ή νομικών προσώπων που δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω των προϋποθέσεων του παραδεκτού που θέτει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, να προσβάλλουν απευθείας πράξεις των κοινοτικών οργάνων πρέπει να εξασφαλίζεται αποτελεσματικώς με την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, βάσει της αρχής της αγαστής συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 10 ΕΚ, να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν, στο μέτρο του δυνατού, τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που διέπουν την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων κατά τρόπον ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα φυσικά και νομικά πρόσωπα να αμφισβητούν ενώπιόν τους τη νομιμότητα οποιασδήποτε αποφάσεως ή εθνικού μέτρου σχετικά με την εφαρμογή επ’ αυτών κοινοτικής πράξεως, προβάλλοντας την ακυρότητά της και οδηγώντας έτσι τα δικαστήρια αυτά στην υποβολή συναφών προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο.
(βλ. σκέψη 43)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 23ης Απριλίου 2009 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Προστασία των φυσικών οικοτόπων – Κατάλογος των τόπων κοινοτικής σημασίας για την αρκτική βιογεωγραφική περιοχή, ο οποίος καταρτίστηκε με απόφαση της Επιτροπής – Παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας από φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά της αποφάσεως αυτής»
Στην υπόθεση C‑362/06 P,
με αντικείμενο αναίρεση δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2006,
Markku Sahlstedt κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τον K. Marttinen, asianajaja,
αναιρεσείοντες,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. Huttunen και M. van Beek, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
υποστηριζόμενη από
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον F. Díez Moreno, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνον κατ’ αναίρεση,
τη Δημοκρατία της Φινλανδίας,
παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Schiemann, προεδρεύοντα του δευτέρου τμήματος, J. Makarczyk, P. Kūris, L. Bay Larsen (εισηγητή) και C. Toader, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: K. Sztranc-Sławiczek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Φεβρουαρίου 2008,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Οκτωβρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, οι M. Sahlstedt κ.λπ (στο εξής: αναιρεσείοντες) ζητούν την αναίρεση της διατάξεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 22ας Ιουνίου 2006, T-150/05, Sahlstedt κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II‑1851, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), περί απορρίψεως της προσφυγής τους με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως 2005/101/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Ιανουαρίου 2005, με την οποία θεσπίζεται ο κατάλογος των τόπων κοινοτικής σημασίας για την αρκτική βιογεωγραφική περιοχή, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 40, σ. 1, στο εξής: επίδικη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2 Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7, στο εξής: οδηγία περί οικοτόπων), πρέπει, προς διασφάλιση της επαναφοράς ή της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος σε ικανοποιητικό επίπεδο, να καθοριστούν ειδικές ζώνες διατήρησης, ώστε να υλοποιηθεί ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο βάσει συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος.
3 Το άρθρο 4 της οδηγίας περί οικοτόπων ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος, βασιζόμενο στα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα III (στάδιο 1) και στις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες, προτείνει έναν κατάλογο τόπων, όπου υποδεικνύεται ποιοι τύποι φυσικών οικοτόπων από τους αναφερόμενους στο παράρτημα I και ποια τοπικά είδη από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II, [απαντούν] στους εν λόγω τόπους. Για τα ζωικά είδη που καταλαμβάνουν εκτεταμένες εκτάσεις, οι εν λόγω τόποι συμπίπτουν με τους τόπους, τους περιλαμβανόμενους στην περιοχή της φυσικής κατανομής αυτών των ειδών, οι οποίοι παρουσιάζουν τα ουσιώδη φυσικά ή βιολογικά στοιχεία για τη ζωή ή την αναπαραγωγή τους. […]
Ο κατάλογος διαβιβάζεται στην Επιτροπή μέσα σε μια τριετία από τη γνωστοποίηση της παρούσας οδηγίας ταυτόχρονα με τις πληροφορίες για κάθε τόπο. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν ένα χάρτη του τόπου, την ονομασία του, τη θέση του, την έκτασή του, καθώς και τα δεδομένα που προκύπτουν από την εφαρμογή των κριτηρίων του παραρτήματος III (στάδιο 1) και παρέχονται βάσει ενός εντύπου που καταρτίζει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 21.
2. Η Επιτροπή, βασιζόμενη στα κριτήρια του παραρτήματος III (στάδιο 2) και στα πλαίσια μιας από τις πέντε βιογεωγραφικές περιοχές που αναφέρονται στο στοιχείο γ΄, σημείο iii, του άρθρου 1 και του συνόλου του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, καταρτίζει, σε συμφωνία με καθένα από τα κράτη μέλη και βάσει των καταλόγων των κρατών μελών, σχέδιο καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας όπου καθίστανται πρόδηλοι οι τόποι στους οποίους [απαντούν] ένας ή περισσότεροι τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή ένα ή περισσότερα είδη προτεραιότητας.
[…]
Ο κατάλογος των τόπων των επιλεγμένων ως τόπων κοινοτικής σημασίας, στον οποίο καταδεικνύονται οι τόποι όπου [απαντούν] ένας ή περισσότεροι τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή ένα ή περισσότερα είδη προτεραιότητας καταρτίζεται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 21.
3. Ο προβλεπόμενος στην παράγραφο 2 κατάλογος καταρτίζεται μέσα σε μια εξαετία από την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας.
4. Όταν ένας τόπος κοινοτικής σημασίας, υπ’ αυτή του την ιδιότητα, επιλέχθηκε δυνάμει της διαδικασίας της παραγράφου 2, το οικείο κράτος μέλος ορίζει τον εν λόγω τόπο ως ειδική ζώνη διατήρησης το ταχύτερο δυνατόν και, το αργότερο, μέσα σε μια εξαετία, καθορίζοντας τις προτεραιότητες σε συνάρτηση με τη σημασία των τόπων για τη διατήρηση ή την [επαναφορά], σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, ενός τύπου φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I ή ενός είδους του παραρτήματος II και για τη συνεκτικότητα του Natura 2000, καθώς και σε συνάρτηση με τους κινδύνους υποβάθμισης ή καταστροφής που [απειλούν] τους εν λόγω τόπους.
5. Μόλις ένας τόπος εγγραφεί στον κατάλογο του τρίτου εδαφίου της δεύτερης παραγράφου, υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 6.»
4 Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«[…]
2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας.
3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα [βλάψει] την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.
4. Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε.
Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σημαντικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.»
Το ιστορικό της διαφοράς
5 Η Επιτροπή κατάρτισε, με την επίδικη απόφαση, κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας για την αρκτική βιογεωγραφική περιοχή.
6 Με την απόφαση αυτή περιλήφθηκαν στον εν λόγω κατάλογο ορισμένες εκτάσεις που ανήκουν σε ιδιώτες, μεταξύ των οποίων το σύνολο των αναιρεσειόντων πλην της Maa- ja metsätaloustuottajain keskusliitto MTK ry (στο εξής: MTK ry). Πρόκειται για μια ένωση περίπου 163 000 ιδιοκτητών γεωργικών και δασικών εκμεταλλεύσεων.
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
7 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Απριλίου 2005, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την προσφυγή επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.
8 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Ιουλίου 2005, η Επιτροπή υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
9 Το Πρωτοδικείο απέρριψε, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, την προσφυγή ως απαράδεκτη, για τον λόγο ότι η επίδικη απόφαση δεν αφορά άμεσα τους αναιρεσείοντες, καθόσον δεν είναι αποδέκτες της.
10 Το Πρωτοδικείο επισήμανε με τη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ότι η επίδικη απόφαση, κατά το μέτρο που χαρακτηρίζει ως τόπους κοινοτικής σημασίας ορισμένες ζώνες του φινλανδικού εδάφους δεν παράγει, από μόνη της, αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως των αναιρεσειόντων, οι οποίοι έχουν την κυριότητα οικοπέδων ευρισκομένων εντός των ζωνών αυτών. Κατά το Πρωτοδικείο, η επίδικη απόφαση, καθόσον δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετική με το καθεστώς προστασίας των τόπων κοινοτικής σημασίας, όπως μέτρα διατηρήσεως ή διαδικασίες εγκρίσεως που πρέπει να τηρηθούν, δεν επηρεάζει ούτε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κυρίων των οικείων ακινήτων ούτε την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, το γεγονός ότι οι ζώνες αυτές περιλαμβάνονται στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας δεν συνεπάγεται καμία υποχρέωση για τους επιχειρηματίες ή τους ιδιώτες.
11 Από τη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προκύπτει ότι, κατά το Πρωτοδικείο, καμία από τις υποχρεώσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων δεν επιβάλλεται άμεσα στους αναιρεσείοντες. Πράγματι, όλες αυτές οι υποχρεώσεις απαιτούν την έκδοση πράξεως με την οποία το οικείο κράτος μέλος να διευκρινίζει με ποιον τρόπο προτίθεται να θέσει σε εφαρμογή την καθεμία από τις εν λόγω υποχρεώσεις, είτε πρόκειται για τα αναγκαία μέτρα διατήρησης (άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων) είτε για τα μέτρα που είναι κατάλληλα προς αποτροπή της υποβάθμισης του τόπου (άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων) είτε για τη συμφωνία που πρέπει να δοθεί από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ως προς ένα σχέδιο που ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τον τόπο (άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας περί οικοτόπων).
12 Ακολούθως, με τη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε, αφενός, ότι τα μέλη της MTK ry, όπως ακριβώς και οι ιδιώτες αναιρεσείοντες, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πρόσωπα τα οποία η επίδικη απόφαση αφορά άμεσα και, αφετέρου, ότι η εν λόγω ένωση δεν απέδειξε ότι έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της προσφυγής, παραδείγματος χάρη ως διαπραγματευτής του οποίου η θέση εθίγη από την επίδικη απόφαση.
13 Τέλος, το Πρωτοδικείο έκρινε με τη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ότι, εφόσον η επίδικη απόφαση δεν αφορά άμεσα τους αναιρεσείοντες, παρέλκει η απόφανση επί του ζητήματος αν αυτή τους αφορά ατομικά.
14 Εντούτοις, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε με τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ότι, μολονότι οι αναιρεσείοντες δεν δύνανται να ζητήσουν την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, θα μπορούσαν εντούτοις να προσβάλουν τα ληφθέντα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6 της οδηγίας περί οικοτόπων μέτρα που τους επηρεάζουν και στο πλαίσιο αυτό διατηρούν τη δυνατότητα να προβάλουν την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως αυτής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία οφείλουν κατά την έκδοση της αποφάσεώς τους να μεριμνούν για την τήρηση του άρθρου 234 ΕΚ.
Τα αιτήματα των διαδίκων
15 Οι αναιρεσείοντες ζητούν, αφενός, την αναίρεση της διατάξεως του Πρωτοδικείου και την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως και, αφετέρου, την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
16 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
17 Το Βασίλειο της Ισπανίας επίσης ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
18 Προς στήριξη των αιτημάτων τους, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τρεις λόγους που αντλούνται από παράλειψη αιτιολογήσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι η επίδικη απόφαση δεν τους αφορά άμεσα και από προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
19 Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων των οποίων είναι αποδέκτης και κατά των αποφάσεων οι οποίες, καίτοι εκδόθηκαν ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν «άμεσα και ατομικά».
20 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι οι αναιρεσείοντες δεν είναι οι αποδέκτες της επίδικης αποφάσεως.
21 Μολονότι η Επιτροπή αμφισβήτησε επίσης ότι η απόφαση αυτή αφορά τους αναιρεσείοντες ατομικά, εντούτοις το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε μόνον επί του ζητήματος αν τους αφορά άμεσα.
22 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το προβλεπόμενο από το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ κριτήριο, που εξαρτά το παραδεκτό προσφυγής ασκηθείσας από φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά αποφάσεως της οποίας δεν είναι ο αποδέκτης από την προϋπόθεση ότι η απόφαση αυτή το αφορά άμεσα και ατομικά, συνιστά λόγο απαραδέκτου δημοσίας τάξεως, τον οποίο ο κοινοτικός δικαστής μπορεί να εξετάσει ανά πάσα στιγμή, ακόμη και αυτεπαγγέλτως (βλ. σχετικώς, μεταξύ άλλων, διάταξη της 5ης Ιουλίου 2001, C-341/00 P, Conseil national des professions de l’automobile κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑5263, σκέψη 32, και απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2007, C-176/06 P, Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 18).
23 Συνεπώς, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι αναιρεσείοντες μπορούν να θεωρηθούν ως πρόσωπα τα οποία η επίδικη απόφαση αφορά άμεσα, πρέπει, επιπλέον, αυτή να τους αφορά και ατομικά, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή η προσφυγή τους περί ακυρώσεώς της.
24 Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση αφορά ατομικά, ειδικότερα, όλους τους ιδιοκτήτες γης που έχουν στην κυριότητά τους οικόπεδα ευρισκόμενα στους τόπους οι οποίοι περιλαμβάνονται στον κατάλογο που έχει εγκρίνει η Επιτροπή και ως προς τους οποίους μπορεί να τύχει εφαρμογής η απαγόρευση υποβαθμίσεως.
25 Από τις σκέψεις 25, 31, 33 και 34 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προκύπτει ότι, ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή αμφισβήτησε ότι η επίδικη απόφαση αφορά ατομικά τους αναιρεσείοντες, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι τόποι που περιλήφθηκαν στον καταρτισθέντα με την εν λόγω απόφαση κατάλογο καθορίστηκαν με εφαρμογή αποκλειστικώς και μόνο βιολογικών κριτηρίων, ότι δεν είναι δυνατό βάσει της αποφάσεως αυτής, ή τουλάχιστον βάσει των στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να εκδώσει την απόφαση αυτή, να προσδιοριστούν οι κύριοι των ευρισκομένων στους οικείους τόπους οικοπέδων και ότι οι τόποι αυτοί έχουν ενδιαφέρον και για πρόσωπα, πλην των ιδιοκτητών γης, που συνδέονται με λοιπούς τομείς της κοινωνικής ζωής όπως για τις κατασκευαστικές εταιρίες, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις ή για άλλους πολίτες.
26 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, πρόσωπα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι αυτή τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν η εν λόγω απόφαση τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα διακρίνει από κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937, 942, και της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C-78/03 P, Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, Συλλογή 2005, σ. I-10737, σκέψη 33).
27 Μια απόφαση όπως η επίδικη εντάσσεται στο πλαίσιο του άρθρου 4 της οδηγίας περί οικοτόπων που έχει ως σκοπό τη θέσπιση μιας διαδικασίας χαρακτηρισμού των φυσικών τόπων ως ειδικών ζωνών διατηρήσεως (στο εξής: ΕΖΔ), η οποία πρέπει μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, να συμβάλλει στη σύσταση ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου ΕΖΔ, καλούμενου «Natura 2000», που αποτελείται από τις περιοχές όπου ευρίσκονται οι τύποι των φυσικών οικοτόπων και οι οικότοποι των ειδών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι και στο παράρτημα ΙΙ της εν λόγω οδηγίας αντιστοίχως και πρέπει να διασφαλίζει τη διατήρηση ή, ενδεχομένως, την επαναφορά σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως των οικείων τύπων φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των οικείων ειδών στην περιοχή της φυσικής κατανομής τους (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2000, C‑371/98, First Corporate Shipping, Συλλογή 2000, σ. I‑9235, σκέψεις 19 και 20).
28 Επομένως, η επίδικη απόφαση, η οποία αφορά πλείονες εκτάσεις που έχουν χαρακτηριστεί ως τόποι κοινοτικής σημασίας προς υλοποίηση του εν λόγω δικτύου «Natura 2000», είναι, ως προς κάθε ενδιαφερόμενο, γενικής ισχύος, καθόσον εφαρμόζεται σε όλους τους επιχειρηματίες οι οποίοι, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, ασκούν ή ενδέχεται να ασκήσουν, στις εκτάσεις αυτές, δραστηριότητες που μπορούν να θίξουν τους επιδιωκόμενους με την οδηγία περί οικοτόπων σκοπούς διατηρήσεως.
29 Υπενθυμίζεται πάντως ότι, όπως έχει επανειλημμένως αποφανθεί το Δικαστήριο, το γεγονός ότι μια διάταξη έχει, λόγω της φύσεως και του περιεχομένου της, γενικό χαρακτήρα, καθόσον εφαρμόζεται επί του συνόλου των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η εν λόγω διάταξη να αφορά ατομικά ορισμένους από αυτούς (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-1853, σκέψη 19, και της 22ας Ιουνίου 2006, C‑182/03 και C‑217/03, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I 5479, σκέψη 58).
30 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι όταν μια απόφαση θίγει ομάδα προσώπων τα οποία έχουν εξατομικευθεί ή ήταν δυνατό να εξατομικευθούν κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως αυτής και βάσει κριτηρίων που σχετίζονται ειδικώς με τα μέλη της ομάδας, η εν λόγω πράξη δύναται να αφορά ατομικά τα πρόσωπα αυτά, καθόσον αποτελούν μέρος ενός στενού επιχειρηματικού κύκλου (βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008, C‑125/06 P, Επιτροπή κατά Infront WM, Συλλογή 2008, σ. I‑1451, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31 Εντούτοις, η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ακριβείας, του αριθμού ή και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως σημαίνει ότι το εν λόγω μέτρο πρέπει να θεωρείται ότι αφορά ατομικά τα πρόσωπα αυτά, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή του στηρίζεται στην ύπαρξη μιας αντικειμενικής έννομης ή πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η οικεία πράξη (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-451/98, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-8949, σκέψη 52, καθώς και διατάξεις της 25ης Απριλίου 2002, C‑96/01 P, Galileo και Galileo International και Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I‑4025, σκέψη 38, και της 8ης Απριλίου 2008, C-503/07 P, Saint-Gobain Glass Deutschland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. Ι-2217, σκέψη 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
32 Εν προκειμένω πάντως, με εξαίρεση την MTK ry, είναι προφανές ότι η επίδικη απόφαση αφορά τους αναιρεσείοντες αποκλειστικώς και μόνον ως έχοντες δικαιώματα κυριότητας επί οικοπέδων ευρισκομένων σε ορισμένους από τους τόπους που η Επιτροπή χαρακτήρισε ως κοινοτικής σημασίας προς τον σκοπό της υλοποιήσεως ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου ΕΖΔ, ήτοι βάσει μιας αντικειμενικής έννομης και πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η οικεία πράξη, και όχι βάσει κριτηρίων που σχετίζονται ειδικώς με την κατηγορία των ιδιοκτητών γης.
33 Επιπλέον, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη κατάσταση των ιδιοκτητών γης δεν ελήφθη υπόψη για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επίδικη απόφαση συνιστά δέσμη ατομικών αποφάσεων που απευθύνονται χωριστά σε καθέναν από αυτούς.
34 Επομένως, οι αναιρεσείοντες, πλην της MTK ry, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πρόσωπα τα οποία η επίδικη απόφαση αφορά ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
35 Όσον αφορά την MTK ry, πρέπει να υπομνηστεί ότι η προάσπιση γενικών και συλλογικών συμφερόντων μιας κατηγορίας υποκειμένων δικαίου δεν αρκεί για να θεμελιώσει το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε από ένωση προσώπων. Αν δεν συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, όπως ο ρόλος τον οποίο θα μπορούσε να έχει διαδραματίσει στο πλαίσιο διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της οικείας πράξεως, μια τέτοια ένωση δεν μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως, εφόσον τα μέλη της δεν έχουν δικαίωμα να το πράξουν ατομικά (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-409/96 P, Sveriges Betodlares και Henrikson κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I‑7531, σκέψη 45).
36 Όπως διαπιστώθηκε με τη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, η επίδικη απόφαση δεν αφορά ατομικά τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι κύριοι οικοπέδων ευρισκομένων στους τόπους οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως κοινοτικής σημασίας με την απόφαση αυτή. Συνεπώς, η MTK ry, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τέτοια πρόσωπα καταλέγονται στα μέλη της, δεν μπορεί, από μόνη της, να θεωρηθεί ως πρόσωπο το οποίο η επίδικη απόφαση αφορά ατομικά.
37 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση δεν αφορά ατομικά κανέναν από τους αναιρεσείοντες.
38 Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς οι δύο πρώτοι λόγοι που αντλούνται από παράλειψη αιτιολογήσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι η επίδικη απόφαση δεν αφορά τους αναιρεσείοντες άμεσα.
39 Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί ο τρίτος λόγος που αντλείται από προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Επιχειρήματα των διαδίκων
40 Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με τον τρίτο λόγο που προβάλλουν ότι, αν δεν τους αναγνωριστεί το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής, δεν θα έχουν σε κανένα στάδιο τη δυνατότητα να εναντιωθούν στην απόφαση με την οποία, αφενός, οι εκτάσεις όπου ευρίσκονται τα οικόπεδά τους περιλήφθηκαν στο δίκτυο Natura 2000 και, αφετέρου, τους επιβλήθηκαν περιορισμοί, υπό τη μορφή της απαγορεύσεως υποβαθμίσεως και της υποχρεώσεως εκτιμήσεως.
41 Το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι οι αναιρεσείοντες έχουν τη δυνατότητα να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, αντιθέτως προς ό,τι διατείνονται. Συγκεκριμένα, μπορούν να προσβάλουν τον χαρακτηρισμό μιας εκτάσεως ως ΕΖΔ ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
42 Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, η διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι το αίτημά τους περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο δεν ισοδυναμεί με αρνησιδικία.
43 Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι, όπως προκύπτει κατ’ ουσίαν από τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, πρέπει να κατοχυρώνεται για τους ιδιώτες η αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν από την κοινοτική έννομη τάξη. Η δικαστική προστασία των φυσικών ή νομικών προσώπων που δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω των προϋποθέσεων του παραδεκτού που θέτει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, να προσβάλλουν απευθείας πράξεις των κοινοτικών οργάνων όπως η επίδικη απόφαση πρέπει να εξασφαλίζεται αποτελεσματικώς με την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται, σύμφωνα με την αρχή της αγαστής συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 10 ΕΚ, να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν, στο μέτρο του δυνατού, τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που διέπουν την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων κατά τρόπον ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα φυσικά και νομικά πρόσωπα να αμφισβητούν ενώπιον των δικαστηρίων τη νομιμότητα οποιασδήποτε αποφάσεως ή εθνικού μέτρου σχετικά με την εφαρμογή επ’ αυτών κοινοτικής πράξεως όπως η επίδικη απόφαση, προβάλλοντας την ακυρότητά της και οδηγώντας έτσι τα δικαστήρια αυτά στην υποβολή συναφών προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο (απόφαση της 22ας Μαρτίου 2007, C‑15/06 P, Regione Siciliana κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-2591, σκέψη 39).
44 Επομένως, ο τρίτος λόγος είναι επίσης απορριπτέος.
45 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
46 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή κατ’ αναίρεση δυνάμει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
47 Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι ηττήθηκαν και η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα.
48 Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας που έχει επίσης εφαρμογή κατ’ αναίρεση δυνάμει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Επομένως, εν προκειμένω, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τους Μ. Sahlstedt κ.λπ. στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy