ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 13ης Σεπτεμβρίου 2007 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2002/14/ΕΚ – Ενημέρωση των εργαζομένων και διαβούλευση με αυτούς – Παράλειψη μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη εντός της ταχθείσας προθεσμίας»
Στην υπόθεση C‑381/06,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2006,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη M. Πατακιά και τον J. Enegren, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τη N. Δαφνίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Juhász, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský και T. von Danwitz (εισηγητής), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: R. Grass,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΕ L 80, σ. 29, στο εξής: οδηγία), ή, τουλάχιστον, παραλείποντας να ανακοινώσει στην Επιτροπή τις διατάξεις που τυχόν θέσπισε, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, αφενός, να θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την οδηγία το αργότερο έως τις 23 Μαρτίου 2005, ή να διασφαλίσουν ότι οι κοινωνικοί εταίροι θα θεσπίσουν μέχρι την ημερομηνία αυτή τις απαιτούμενες διατάξεις μέσω συμφωνίας, καθόσον τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να μπορούν ανά πάσα στιγμή να εξασφαλίσουν τα αποτελέσματα που επιβάλλονται από την οδηγία, και, αφετέρου, να ανακοινώσουν αμέσως στην Επιτροπή τις διατάξεις αυτές.
3 Η Επιτροπή, ελλείψει ανακοινώσεως περί θεσπίσεως εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας διατάξεων για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία και καθόσον δεν διέθετε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το εν λόγω κράτος μέλος θέσπισε πράγματι εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική του έννομη τάξη, κίνησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 226 ΕΚ διαδικασία λόγω παραβάσεως.
4 Αφού απέστειλε στην Ελληνική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως στις 27 Μαΐου 2005, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, αιτιολογημένη γνώμη, ζητώντας από το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
5 Με την από 23 Φεβρουαρίου 2006 απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, η Ελληνική Δημοκρατία γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι ένα σχέδιο προεδρικού διατάγματος είχε υποβληθεί στον αρμόδιο υπουργό για υπογραφή και προσέθεσε ότι θα την ενημέρωνε για την περάτωση της διαδικασίας εκδόσεως του διατάγματος αυτού.
6 Η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή, καθόσον η Ελληνική Δημοκρατία δεν της διαβίβασε ακολούθως καμία άλλη πληροφορία και δεν διέθετε άλλα στοιχεία που να της επιτρέπουν να συναγάγει ότι ελήφθησαν πράγματι τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη.
7 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Ελληνική Δημοκρατία επισήμανε ότι δύο προεδρικά διατάγματα, τα οποία καταρτίσθηκαν από το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και από το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, αντίστοιχα, και προορίζονται να μεταφέρουν την οδηγία στην εθνική έννομη τάξη, είχαν υποβληθεί στους αρμόδιους υπουργούς για υπογραφή. Με το από 4 Δεκεμβρίου 2006 έγγραφό της, η Ελληνική Κυβέρνηση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι το πρώτο από τα προαναφερθέντα στο υπόμνημά της αντικρούσεως προεδρικά διατάγματα δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ότι το δεύτερο επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ συντόμως.
8 Επομένως, προκύπτει ότι κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, οπότε και πρέπει να εκτιμάται η ύπαρξη παραβάσεως (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, C-168/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2004, σ. I‑8227, σκέψη 24, και της 27ης Οκτωβρίου 2005, C-23/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2005, σ. I‑9535, σκέψη 9), δεν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα προς διασφάλιση της μεταφοράς της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη.
9 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
10 Συνεπώς, η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από αυτήν.
Επί των δικαστικών εξόδων
11 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί η Ελληνική Δημοκρατία στα έξοδα και αυτή ηττήθηκε, η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy