Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-399/06 P και C-403/06 P
Faraj Hassan
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ευρωπαϊκής Επιτροπής
και
Chafiq Ayadi
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) – Περιοριστικά μέτρα κατά προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν – Κανονισμός (ΕΚ) 881/2002 – Δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων ενός προσώπου επειδή το όνομά του περιελήφθη σε κατάλογο που κατάρτισε όργανο των Ηνωμένων Εθνών – Επιτροπή κυρώσεων – Μεταγενέστερη αναγραφή ονόματος προσώπου στο παράρτημα Ι του κανονισμού 881/2002 – Προσφυγή ακυρώσεως – Θεμελιώδη δικαιώματα – Δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας, δικαίωμα ακροάσεως και δικαίωμα σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Αναίρεση – Έννομο συμφέρον – Αυτεπάγγελτη εξέταση εκ μέρους του Δικαστηρίου
2. Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Θεμελιώδη δικαιώματα – Υποχρέωση σεβασμού – Προϋπόθεση νομιμότητας όλων των κοινοτικών πράξεων, περιλαμβανομένων των πράξεων που εκδίδονται προς εφαρμογή ψηφισμάτων εκδοθέντων από το Συμβούλιο Ασφαλείας δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών – Υποχρέωση του κοινοτικού δικαστή να ελέγχει ότι πληρούται η προϋπόθεση αυτή
(Άρθρα 220 ΕΚ και 307 ΕΚ· άρθρο 6 § 1 ΕΕ κανονισμός 881/2002 του Συμβουλίου)
3. Ευρωπαϊκές Κοινότητες – Δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων – Κανονισμός που θεσπίζει περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν – Δικαιώματα άμυνας – Περιεχόμενο
(Κανονισμός 881/2002 του Συμβουλίου)
4. Ευρωπαϊκές Κοινότητες – Δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων – Κανονισμός που θεσπίζει περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν – Γενική και διαρκής δέσμευση των κεφαλαίων, περιουσιακών στοιχείων και χρηματοοικονομικών πόρων των εν λόγω προσώπων, ομάδων, επιχειρήσεων και φορέων χωρίς προηγούμενη ακρόασή τους – Προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας
(Κανονισμός 881/2002 του Συμβουλίου)
1. Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως την έλλειψη συμφέροντος εκ μέρους του διαδίκου για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου ή τη συνέχιση της εκδικάσεώς της λόγω γεγονότος μεταγενεστέρου της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δυναμένου να άρει τον βλαπτικό για τον αναιρεσείοντα χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής και να κρίνει την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη ή άνευ αντικειμένου για τον λόγο αυτόν.
Συναφώς, η έκδοση του κανονισμού 954/2009, για την 114η τροποποίηση του κανονισμού 881/2002 για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, δεν μπορεί να θεωρείται ότι αποτελεί πραγματικό περιστατικό που επήλθε μετά την έκδοση των αποφάσεων που απορρίπτουν τις προσφυγές ακυρώσεως τις οποίες άσκησαν δύο προσφεύγοντες κατά του κανονισμού αυτού, περιστατικό που είναι ικανό να καταστήσει τις αιτήσεις αναιρέσεως κατά των αποφάσεων αυτών άνευ αντικειμένου.
Η έκδοση του κανονισμού 954/2009, που αντικατέστησε αναδρομικά τον κανονισμό 881/2002, δεν μπορεί να θεωρείται ότι ισοδυναμεί με απλή ακύρωση του τελευταίου αυτού κανονισμού όσον αφορά τους αναιρεσείοντες, ακύρωση μέσω της οποίας αυτοί θα μπορούσαν να επιτύχουν το μοναδικό αποτέλεσμα που θα συνεπαγόταν η επιτυχής έκβαση των προσφυγών τους, με αποτέλεσμα να παρέλκει η απόφαση του Δικαστηρίου εν προκειμένω.
(βλ. σκέψεις 58, 61-62, 64)
2. Τα κοινοτικά όργανα οφείλουν, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί από τη Συνθήκη, να διασφαλίζουν τον, καταρχήν πλήρη, έλεγχο της νομιμότητας όλων των κοινοτικών πράξεων με κριτήρια τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, περιλαμβανομένων των κοινοτικών πράξεων οι οποίες, όπως ο κανονισμός 881/2002 για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, αποσκοπούν στην εφαρμογή ψηφισμάτων εκδοθέντων από το Συμβούλιο Ασφαλείας δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
(βλ. σκέψη 71)
3. Εφόσον, στο πλαίσιο επιβολής περιοριστικών μέτρων, όπως τα προβλεπόμενα στον κανονισμό 881/2002 για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, το Συμβούλιο δεν γνωστοποίησε στους ενδιαφερόμενους τα εις βάρος τους στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκαν τα περιοριστικά μέτρα που τους επιβλήθηκαν ούτε τους παρέσχε το δικαίωμα να πληροφορηθούν τα στοιχεία αυτά εντός ευλόγου προθεσμίας μετά την επιβολή των συγκεκριμένων μέτρων, οι ενδιαφερόμενοι στερήθηκαν της δυνατότητας να διατυπώσουν λυσιτελώς την άποψή τους σχετικώς. Ως εκ τούτου, προσεβλήθησαν τα δικαιώματα άμυνας των ενδιαφερομένων, ιδίως το δικαίωμα ακροάσεως.
4. Επιπλέον, εφόσον δεν ενημερώθηκαν σχετικά με τα εις βάρος τους στοιχεία και λαμβανομένων υπόψη των σχέσεων μεταξύ των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, οι ενδιαφερόμενοι στερήθηκαν, επίσης, της δυνατότητας να προασπίσουν τα δικαιώματά τους έναντι αυτών των στοιχείων, υπό όρους ικανοποιητικούς, ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, οπότε πρέπει επίσης να διαπιστωθεί προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
(βλ. σκέψεις 83-86)
5. Η επιβολή περιοριστικών μέτρων, όπως η δέσμευση κεφαλαίων, που προβλέπει ο κανονισμός 881/2002 για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, λόγω του ότι τα ονόματά τους περιελήφθησαν σε κατάλογο που περιέχεται στο παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού, συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματός τους ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε χωρίς ουδόλως να παρασχεθεί σ’ αυτούς η δυνατότητα να διατυπώσουν την άποψή τους ενώπιον των αρμοδίων αρχών, υπό περιστάσεις στις οποίες ο περιορισμός του δικαιώματός τους ιδιοκτησίας πρέπει να χαρακτηριστεί ως σημαντικός, λόγω της γενικής ισχύος και της διάρκειας που έχει το μέτρο της δεσμεύσεως των κεφαλαίων που τους επιβλήθηκε.
(βλ. σκέψεις 92-93)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 3ης Δεκεμβρίου 2009 (*)
«Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) – Περιοριστικά μέτρα κατά προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν – Κανονισμός (ΕΚ) 881/2002 – Δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων ενός προσώπου επειδή το όνομά του περιελήφθη σε κατάλογο που κατάρτισε όργανο των Ηνωμένων Εθνών – Επιτροπή κυρώσεων – Μεταγενέστερη αναγραφή ονόματος προσώπου στο παράρτημα Ι του κανονισμού 881/2002 – Προσφυγή ακυρώσεως – Θεμελιώδη δικαιώματα – Δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας, δικαίωμα ακροάσεως και δικαίωμα σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑399/06 P και C-403/06 P,
με αντικείμενο δύο αιτήσεις αναιρέσεως βάσει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκαν αντιστοίχως στις 20 και 22 Σεπτεμβρίου 2006,
Faraj Hassan, κάτοικος Leicester (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενος από τον E. Grieves, barrister, ενεργούντα κατ’ εντολή του H. Miller, solicitor, στη συνέχεια από τον J. Jones, barrister, ενεργούντα κατ’ εντολή της M. Arani, solicitor,
αναιρεσείων,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους S. Marquardt, M. Bishop και E. Finnegan,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Hetsch και P. Aalto, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθών πρωτοδίκως,
υποστηριζόμενοι από
τη Γαλλική Δημοκρατία,
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας,
παρεμβαίνοντες στη διαδικασία αναιρέσεως (C‑399/06),
και
Chafiq Ayadi, κάτοικος Δουβλίνου (Ιρλανδία), εκπροσωπούμενος από τον S. Cox, barrister, ενεργούντα κατ’ εντολή του H. Miller, solicitor,
αναιρεσείων,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τον M. Bishop και την E. Finnegan,
καθού πρωτοδίκως,
υποστηριζόμενο από
τη Γαλλική Δημοκρατία,
παρεμβαίνουσα στη διαδικασία αναιρέσεως,
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας,
την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Hetsch και P. Aalto, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνοντες πρωτοδίκως (C‑403/06),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του δευτέρου τμήματος, C. Toader, C. W. A. Timmermans (εισηγητή), K. Schiemann και P. Kūris, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: M.-A. Gaudissart, προϊστάμενος διοικητικής μονάδας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Σεπτεμβρίου 2009 στην υπόθεση C‑399/06 P,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με τις αιτήσεις τους αναιρέσεως, ο F. Hassan (C‑399 P) και ο C. Ayadi (C‑403/06 P) ζητούν να αναιρεθούν, αντιστοίχως, οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 12ης Ιουλίου 2006, T‑49/04, Hassan κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Hassan), και T‑253/02, Ayadi κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. II‑2139, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Ayadi) (στο εξής, από κοινού: αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις).
2 Με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, το Πρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές που άσκησαν οι F. Hassan και C. Ayadi με τις οποίες ζήτησαν την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 881/2002 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001 του Συμβουλίου για την απαγόρευση της εξαγωγής ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών στο Αφγανιστάν, την ενίσχυση της απαγόρευσης πτήσεων και την παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων όσον αφορά τους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν (ΕΕ L 139, σ. 9, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), στο μέτρο που η κοινοτική αυτή πράξη τους αφορά. Η προσφυγή του F. Hassan έβαλλε ειδικότερα κατά του προσβαλλόμενου κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2049/2003 της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2003 (EE L 303, σ 20). Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Hassan, το Πρωτοδικείο απέρριψε επίσης την αγωγή αποζημίωσης που άσκησε ο F. Hassan.
Το ιστορικό των διαφορών
3 Το ιστορικό των διαφορών εκτέθηκε στις σκέψεις 6 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Hassan και 11 έως 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Ayadi.
4 Στο πλαίσιο της παρούσας αποφάσεως, τα πραγματικά περιστατικά μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως.
5 Στις 19 Οκτωβρίου 2001, η επιτροπή που συστάθηκε με το ψήφισμα 1267 (1999) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (στο εξής: επιτροπή κυρώσεων) δημοσίευσε μια προσθήκη του από 8 Μαρτίου 2001 ενοποιημένου καταλόγου προσώπων και οντοτήτων εις βάρος των οποίων πρέπει να επιβληθεί η δέσμευση κεφαλαίων δυνάμει των ψηφισμάτων 1267 (1999) και 1333 (2000) του Συμβουλίου Ασφαλείας (βλ. ανακοίνωση SC/7180), ο οποίος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το όνομα του C. Ayadi, που χαρακτηρίζεται ως πρόσωπο συνδεόμενο με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν.
6 Την ίδια ημέρα, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2062/2001, της 19ης Οκτωβρίου 2001, για την τροποποίηση, για τρίτη φορά, του κανονισμού 467/2001 (ΕΕ L 277, σ. 25). Με τον κανονισμό 2062/2001, το όνομα του C. Ayadi συμπεριελήφθη, μεταξύ άλλων ονομάτων, στον κατάλογο που αποτελεί το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001 του Συμβουλίου, της 6ης Μαρτίου 2001 (ΕΕ L 67, σ. 1).
7 Στις 16 Ιανουαρίου 2002, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (στο εξής: Συμβούλιο Ασφαλείας) εξέδωσε το ψήφισμα 1390 (2002), που ορίζει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν εις βάρος του Οσάμα Μπιν Λάντεν, των μελών της οργανώσεως Αλ Κάιντα καθώς και των Ταλιμπάν και των λοιπών ατόμων, ομάδων, επιχειρήσεων και οντοτήτων που συνδέονται με αυτούς. Το ψήφισμα αυτό προβλέπει, ουσιαστικώς, στις παραγράφους 1 και 2, τη συνέχιση εφαρμογής μέτρων που προέβλεπε η παράγραφος 4, στοιχείο b, του ψηφίσματος 1267 (1999) και η παράγραφος 8, στοιχείο c, του ψηφίσματος 1333 (2000), ιδίως τη δέσμευση κεφαλαίων.
8 Κρίνοντας ότι η Κοινότητα έπρεπε να λάβει μέτρα προς εφαρμογή του ψηφίσματος 1390 (2002), το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθέτησε, στις 27 Μαΐου 2002, την κοινή θέση 2002/402/ΚΕΠΠΑ, περί περιοριστικών μέτρων κατά του Οσάμα Μπιν Λάντεν, των μελών της οργάνωσης Αλ Κάιντα και των Ταλιμπάν και των λοιπών προσώπων, ομάδων, επιχειρήσεων και άλλων φορέων που συνδέονται μαζί τους, και περί καταργήσεως των κοινών θέσεων 96/746/ΚΕΠΠΑ, 1999/727/ΚΕΠΠΑ, 2001/154/ΚΕΠΠΑ και 2001/771/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ L 139, σ. 4). Το άρθρο 3 της κοινής θέσεως 2002/402 προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη συνέχιση της δεσμεύσεως των κεφαλαίων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων και χρηματοοικονομικών πόρων των προσώπων, ομάδων, επιχειρήσεων και άλλων φορέων που περιλαμβάνονται στον καταρτισθέντα από την επιτροπή κυρώσεων κατάλογο σύμφωνα με τα ψηφίσματα 1267 (1999) και 1333 (2000).
9 Στις 27 Μαΐου 2002, το Συμβούλιο εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό, βάσει των άρθρων 60 ΕΚ, 301 ΕΚ και 308 ΕΚ.
10 Κατά την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, τα μέτρα που προβλέπει, μεταξύ άλλων, το ψήφισμα 1390 (2002) του Συμβουλίου Ασφαλείας «εμπίπτουν στο πεδίο της Συνθήκης [ΕΚ] και, κυρίως για να αποφευχθούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, απαιτείται η θέσπιση κοινοτικής νομοθεσίας για την εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας όσον αφορά το έδαφος της Κοινότητας».
11 Στο άρθρο 1 του προσβαλλόμενου κανονισμού ορίζονται οι έννοιες των «κεφαλαίων» και της «δεσμεύσεως κεφαλαίων» κατά τρόπο ταυτόσημο, ουσιαστικώς, με εκείνον του άρθρου 1 του κανονισμού 467/2001. Ορίζεται, επίσης, το περιεχόμενο του όρου «οικονομικοί πόροι».
12 Το άρθρο 2 του προσβαλλόμενου κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που ανήκουν ή βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή φυσικού ή νομικού προσώπου, ομάδας ή οντότητας που ορίζεται από την επιτροπή κυρώσεων και περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο παράρτημα Ι.
2. Κανένα κεφάλαιο δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιοδήποτε ή προς όφελος οποιουδήποτε από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τις ομάδες ή τις οντότητες που ορίζονται από την επιτροπή κυρώσεων και περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.
3. Δεν διατίθενται οικονομικοί πόροι άμεσα ή έμμεσα προς οιοδήποτε ή προς όφελος οιουδήποτε από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τις ομάδες ή τις οντότητες που ορίζονται από την επιτροπή κυρώσεων και περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι, για την απόκτηση, από το εν λόγω πρόσωπο, ομάδα ή οντότητα, κεφαλαίων, αγαθών ή υπηρεσιών.»
13 Το παράρτημα I του προσβαλλόμενου κανονισμού περιλαμβάνει τον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και ομάδων που αφορά η κατά το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού δέσμευση κεφαλαίων. Στον κατάλογο περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το όνομα του C. Ayadi.
14 Μολονότι το όνομα του C. Ayadi εξακολουθεί να αναγράφεται μέχρι σήμερα στον κατάλογο αυτόν, το κείμενο της καταχώρισης που τον αφορά έχει επανειλημμένως αντικατασταθεί μέσω κανονισμών της Επιτροπής που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού, που παρέχει στο θεσμικό αυτό όργανο την αρμοδιότητα να τροποποιεί ή να συμπληρώνει το παράρτημα Ι του κανονισμού αυτού.
15 Στις 20 Δεκεμβρίου 2002, το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέδωσε το ψήφισμα 1452 (2002), το οποίο αποσκοπεί στη διευκόλυνση της τηρήσεως των υποχρεώσεων στον τομέα καταστολής της τρομοκρατίας. Στην παράγραφο 1 αυτού του ψηφίσματος προβλέπονται ορισμένες παρεκκλίσεις και εξαιρέσεις από τη δέσμευση κεφαλαίων και χρηματοοικονομικών πόρων που επέβαλαν τα ψηφίσματα 1267 (1999) και 1390 (2002), τις οποίες μπορούν να εφαρμόζουν τα κράτη για ανθρωπιστικούς λόγους, υπό την επιφύλαξη της εγκρίσεως της επιτροπής κυρώσεων.
16 Στις 17 Ιανουαρίου 2003, το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέδωσε το ψήφισμα 1455 (2003), σκοπός του οποίου είναι η βελτίωση της εφαρμογής των μέτρων που επιβλήθηκαν με την παράγραφο 4, στοιχείο b, του ψηφίσματος 1267 (1999), με την παράγραφο 8, στοιχείο c, του ψηφίσματος 1333 (2000) καθώς και με τις παραγράφους 1 και 2 του ψηφίσματος 1390 (2002). Η παράγραφος 2 του ψηφίσματος 1455 (2003) προέβλεπε ότι τα μέτρα αυτά θα τύχαιναν περαιτέρω βελτιώσεως μετά την παρέλευση δωδεκαμήνου ή νωρίτερα, εφόσον παρίστατο ανάγκη.
17 Κρίνοντας ότι η Κοινότητα όφειλε να λάβει μέτρα προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή το ψήφισμα 1452 (2002), το Συμβούλιο υιοθέτησε την κοινή θέση 2003/140/ΚΕΠΠΑ, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, σχετικά με εξαιρέσεις από τα περιοριστικά μέτρα που επιβάλλει η κοινή θέση 2002/402/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ L 53, σ. 62). Το άρθρο 1 της κοινής θέσεως 2003/140 προβλέπει ότι, κατά την εφαρμογή των μέτρων που ορίζονται στο άρθρο 3 της κοινής θέσεως 2002/402, η Κοινότητα θα λάβει υπόψη της τις εξαιρέσεις που επιτρέπονται δυνάμει του εν λόγω ψηφίσματος.
18 Στις 27 Μαρτίου 2003, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 561/2003, για την τροποποίηση, σε ό,τι αφορά τις εξαιρέσεις από τη δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, του κανονισμού 881/2002 (ΕΕ L 82, σ. 1). Στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 561/2003, το Συμβούλιο τονίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη του ψηφίσματος 1452 (2002), είναι αναγκαίο να προσαρμοστούν τα μέτρα που επιβλήθηκαν από την Κοινότητα.
19 Στις 12 Νοεμβρίου 2003, η επιτροπή κυρώσεων ενέκρινε μια προσθήκη του ενοποιημένου καταλόγου προσώπων και οντοτήτων εις βάρος των οποίων πρέπει να επιβληθεί η δέσμευση κεφαλαίων δυνάμει των ψηφισμάτων 1267 (1999), 1333 (2000) και 1390 (2002). Η προσθήκη αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το όνομα του F. Hassan, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως πρόσωπο συνδεόμενο με την οργάνωση Αλ Κάιντα.
20 Στις 20 Νοεμβρίου 2003, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2049/2003, που τροποποιεί για εικοστή πέμπτη φορά τον κανονισμό 881/2002. Με τον κανονισμό 2049/2003, το όνομα του F. Hassan συμπεριελήφθη, μεταξύ άλλων ονομάτων, στον κατάλογο που αποτελεί το παράρτημα Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού.
21 Στις 30 Ιανουαρίου 2004, το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέδωσε το ψήφισμα 1526 (2004) το οποίο αποσκοπεί, αφενός, στη βελτίωση της εφαρμογής των μέτρων που προβλέπει η παράγραφος 4, στοιχείο b, του ψηφίσματος 1267 (1999), η παράγραφος 8, στοιχείο c, του ψηφίσματος 1333 (2000) καθώς και οι παράγραφοι 1 και 2 του ψηφίσματος 1390 (2002), αφετέρου, δε, στην ενίσχυση της αποστολής της επιτροπής κυρώσεων. Η παράγραφος 3 του ψηφίσματος 1526 (2004) προέβλεπε ότι τα μέτρα αυτά θα τύχαιναν περαιτέρω βελτιώσεως μετά από 18 μήνες ή νωρίτερα, εφόσον παρίστατο ανάγκη.
22 Στις 29 Ιουλίου 2005, το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέδωσε το ψήφισμα 1617 (2005). Το εν λόγω ψήφισμα προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη συνέχιση εφαρμογής των μέτρων που προβλέπει η παράγραφος 4, στοιχείο b, του ψηφίσματος 1267 (1999), η παράγραφος 8, στοιχείο c, του ψηφίσματος 1333 (2000) καθώς και οι παράγραφοι 1 και 2 του ψηφίσματος 1390 (2002). Κατά την παράγραφο 21 του ψηφίσματος 1617 (2005), τα μέτρα αυτά θα επανεξετάζονταν μετά από 17 μήνες ή νωρίτερα, εφόσον παρίστατο ανάγκη, προκειμένου να καταστούν ενδεχομένως αυστηρότερα.
23 Το όνομα του C. Ayadi εξακολούθησε να περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αποτελεί το παράρτημα Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού. Η καταχώριση που τον αφορά αντικαταστάθηκε μέσω του κανονισμού (ΕΚ) 1210/2006 της Επιτροπής, της 9ης Αυγούστου 2006, που τροποποιεί για εξηκοστή έβδομη φορά τον κανονισμό 881/2002 (ΕΕ L 219, σ. 14).
24 Ομοίως, μολονότι το όνομα του F. Hassan παρέμεινε επίσης στον κατάλογο αυτόν, η καταχώριση που τον αφορά αντικαταστάθηκε μέσω του κανονισμού (ΕΚ) 46/2008 της Επιτροπής, της 18ης Ιανουαρίου 2008, που τροποποιεί για ενενηκοστή φορά τον κανονισμό 881/2002 (ΕΕ L 16, σ. 11).
Οι προσφυγές ενώπιον του Πρωτοδικείου και οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις
25 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Φεβρουαρίου 2004, ο F. Hassan άσκησε προσφυγή κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής, με αντικείμενο την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού, ζητώντας από το Πρωτοδικείο:
– κυρίως, να ακυρώσει, εν όλω ή εν μέρει, τον προσβαλλόμενο κανονισμό, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2049/2003, ή μόνον τον τελευταίο αυτόν κανονισμό,
– επικουρικώς, να κρίνει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός και ο κανονισμός 2049/2003 δεν έχουν εφαρμογή στον προσφεύγοντα (νυν αναιρεσείοντα),
– να διατάξει τη λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου που το Πρωτοδικείο κρίνει πρόσφορο,
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα, και
– να υποχρεώσει το Συμβούλιο να καταβάλει στον προσφεύγοντα αποζημίωση.
26 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο F. Hassan διευκρίνισε ότι η προσφυγή του στρέφεται κατά του προσβαλλόμενου κανονισμού και του κανονισμού 2049/2003 μόνο στο μέτρο που τον αφορούν άμεσα και ατομικά.
27 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 26 Αυγούστου 2002, ο C. Ayadi άσκησε προσφυγή κατά του Συμβουλίου, με αντικείμενο την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού, ζητώντας από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει το άρθρο 2 και, καθόσον αφορά το άρθρο 2, το άρθρο 4 του προσβαλλόμενου κανονισμού,
– επικουρικώς, να ακυρώσει την καταχώριση που αφορά τον προσφεύγοντα (νυν αναιρεσείοντα) και που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αποτελεί το παράρτημα Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού, και
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
28 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο C. Ayadi διευκρίνισε ότι η προσφυγή του στρέφεται κατά του προσβαλλόμενου κανονισμού μόνο στο μέτρο που τον αφορά άμεσα και ατομικά.
29 Στην υπόθεση που αφορά τον C. Ayadi, επετράπη στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας καθώς και στην Επιτροπή να παρέμβουν ενώπιον του Πρωτοδικείου προς υποστήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου.
30 Προς στήριξη των αιτημάτων του, ο F. Hassan, αφενός, προέβαλε ένα μοναδικό λόγο ακυρώσεως αντλούμενο από προσβολή ορισμένων εκ των θεμελιωδών του δικαιωμάτων και από παραβίαση της γενικής αρχής της αναλογικότητας. Ειδικότερα, οι αιτιάσεις του αφορούσαν, αφενός, φερόμενη προσβολή του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας και του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και, αφετέρου, φερόμενη προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και του δικαιώματος σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο.
31 Ο C. Ayadi, αφετέρου, στήριξε τα αιτήματά του σε τρεις λόγους ακυρώσεως, από τους οποίους ο πρώτος αντλούταν από αναρμοδιότητα του Συμβουλίου να εκδώσει τα άρθρα 2 και 4 του προσβαλλόμενου κανονισμού καθώς και από κατάχρηση εξουσίας, ο δεύτερος από παραβίαση των θεμελιωδών αρχών της επικουρικότητας, της αναλογικότητας και του σεβασμού των θεμελιωδών του δικαιωμάτων, και ο τρίτος από παράβαση ουσιώδους τύπου.
32 Δεδομένου ότι, υπό την επιφύλαξη του αιτήματος αποζημιώσεως που περιέχει η αίτηση αναιρέσεως του F. Hassan, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως αφορούν μόνον το κεφάλαιο των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων που αφορά τους λόγους που αντλούνται από προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων των νυν αναιρεσειόντων, κατωτέρω εκτίθεται συνοπτικά μόνον το εν λόγω κεφάλαιο των αποφάσεων αυτών.
33 Όσον αφορά τους λόγους αυτούς, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Hassan και 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Ayadi, ότι, υπό την επιφύλαξη ενός μόνον ειδικού νομικού ζητήματος προς εξέταση σε καθεμία από τις δύο αυτές υποθέσεις, είχε ήδη επιλύσει όλα τα προβληθέντα από τους νυν αναιρεσείοντες νομικά ζητήματα με τις αποφάσεις του της 21ης Σεπτεμβρίου 2005, T‑306/01, Yusuf και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑3533, σκέψεις 226 έως 346, στο εξής: απόφαση Yusuf του Πρωτοδικείου), καθώς και T‑315/01, Kadi κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑3649, σκέψεις 176 έως 291, στο εξής: απόφαση Kadi του Πρωτοδικείου) (στο εξής, από κοινού: αποφάσεις Yusuf και Kadi του Πρωτοδικείου).
34 Με τις σκέψεις 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Hassan και 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Ayadi, που έχουν παρόμοια διατύπωση, επισημάνθηκε ότι, στο πλαίσιο των αποφάσεων Yusuf και Kadi του Πρωτοδικείου, το δικαστήριο αυτό είχε διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«[…]
– από απόψεως διεθνούς δικαίου, οι υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη Μέλη του [Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ)] δυνάμει του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών υπερισχύουν, αναμφισβητήτως, έναντι οιασδήποτε άλλης υποχρεώσεως του εσωτερικού δικαίου ή του συμβατικού διεθνούς δικαίου, περιλαμβανομένων, για τα κράτη που είναι επίσης μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, των υποχρεώσεων που υπέχουν δυνάμει της [Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, υπογραφείσας στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ)], για εκείνα δε που είναι, επίσης, μέλη της Κοινότητας, των υποχρεώσεων που υπέχουν από τη Συνθήκη ΕΚ (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 231, και Kadi, σκέψη 181)·
– της υπεροχής αυτής απολαύουν, επίσης, οι αποφάσεις που περιέχονται σε ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 25 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 234, και Kadi, σκέψη 184)·
– καίτοι δεν αποτελεί μέλος των Ηνωμένων Εθνών, η Κοινότητα πρέπει να θεωρηθεί ως δεσμευόμενη από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ακριβώς όπως δεσμεύονται τα κράτη μέλη της, δυνάμει και αυτής της ιδρυτικής της Συνθήκης (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 243, και Kadi, σκέψη 193)·
– αφενός, η Κοινότητα δεν μπορεί να αθετεί υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη της από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ούτε να παρακωλύει την εκπλήρωσή τους και, αφετέρου, υποχρεούται, δυνάμει της ίδιας της ιδρυτικής της Συνθήκης, να θεσπίζει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, όλες τις διατάξεις που απαιτούνται προκειμένου τα κράτη μέλη της να εκπληρώσουν αυτές τις υποχρεώσεις (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 254, και Kadi, σκέψη 204)·
– κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά [των προσβαλλόμενων κανονισμών] και τα οποία στηρίζονται, αφενός, στην αυτοτέλεια της κοινοτικής εννόμου τάξεως σε σχέση με την προκύπτουσα από τα Ηνωμένα Έθνη έννομη τάξη και, αφετέρου, στη ανάγκη μεταφοράς των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών, σύμφωνα με τις συνταγματικές διατάξεις και τις θεμελιώδεις αρχές αυτού του δικαίου, δεν ευσταθούν (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 258, και Kadi, σκέψη 208)·
– ο προσβαλλόμενος κανονισμός, εκδοθείς κατόπιν της κοινής θέσεως 2002/402, συνιστά εκπλήρωση σε κοινοτικό επίπεδο της υποχρεώσεως που υπέχουν τα κράτη μέλη της Κοινότητας, ως μέλη του ΟΗΕ, να εφαρμόσουν, ενδεχομένως μέσω κοινοτικής πράξεως, τις κυρώσεις εις βάρος του Οσάμα Μπιν Λάντεν, του δικτύου Αλ Κάιντα, των Ταλιμπάν, καθώς και άλλων προσώπων, ομάδων, επιχειρήσεων ή οντοτήτων σχετιζομένων προς αυτούς, οι οποίες αποφασίστηκαν, στη συνέχεια δε ενισχύθηκαν, με σειρά ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας εκδοθέντων στο πλαίσιο της εφαρμογής του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 264, και Kadi, σκέψη 213)·
– στο πλαίσιο αυτό, τα θεσμικά κοινοτικά όργανα άσκησαν δεσμία αρμοδιότητα, χωρίς να έχουν κανένα αυτοτελές περιθώριο εκτιμήσεως (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 265, και Kadi, σκέψη 214)·
– έχοντας υπόψη τις ανωτέρω σκέψεις, δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στο διεθνές δίκαιο ούτε στο κοινοτικό δίκαιο αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου να ελέγχει, παρεμπιπτόντως, τη νομιμότητα αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας ή της επιτροπής κυρώσεων με κριτήριο τα πρότυπα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που θέτει η κοινοτική έννομη τάξη (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 272, και Kadi, σκέψη 221)·
– τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας εκφεύγουν, καταρχήν, του δικαστικού ελέγχου του Πρωτοδικείου, το οποίο δεν έχει την αρμοδιότητα να αμφισβητεί, έστω παρεμπιπτόντως, τη νομιμότητά τους με κριτήριο το κοινοτικό δίκαιο· αντιθέτως, το Πρωτοδικείο υποχρεούται, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύει και να εφαρμόζει το δίκαιο αυτό κατά τρόπο σύμφωνο προς τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη Μέλη από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 276, και Kadi, σκέψη 225)·
– πάντως, το Πρωτοδικείο έχει την αρμοδιότητα να ελέγξει, παρεμπιπτόντως, τη νομιμότητα των εν λόγω ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας με κριτήριο το jus cogens, υπό την έννοια της διεθνούς δημόσιας τάξεως στην οποία υπόκεινται όλα τα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου, περιλαμβανομένων των οργάνων του ΟΗΕ, χωρίς δυνατότητα παρεκκλίσεως από τους κανόνες της (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 277, και Kadi, σκέψη 226)·
– η δέσμευση κεφαλαίων που προβλέπει ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν συνιστά προσβολή ούτε του θεμελιώδους δικαιώματος των ενδιαφερομένων να απολαύουν των περιουσιακών τους στοιχείων ούτε της γενικής αρχής της αναλογικότητας, λαμβανομένων υπόψη των κατά το jus cogens προτύπων οικουμενικής προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψεις 288 και 289, και Kadi, σκέψεις 237 και 238)·
– δεδομένου ότι τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν προβλέπουν δικαίωμα ακροάσεως των ενδιαφερομένων από την επιτροπή κυρώσεων, προ της αναγραφής του ονόματός τους στον επίμαχο πίνακα και δεδομένου ότι κανένας επιτακτικός κανόνας της διεθνούς δημοσίας τάξεως δεν απαιτεί μια τέτοια ακρόαση σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, τα επιχειρήματα τα αντλούμενα από την προβαλλόμενη προσβολή ενός τέτοιου δικαιώματος πρέπει να απορριφθούν (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψεις 306, 307 και 321, και Kadi, σκέψεις 261 και 268)·
– ειδικότερα, υπό περιστάσεις, στις οποίες τίθεται υπό αμφισβήτηση ασφαλιστικό μέτρο που περιορίζει τη δυνατότητα διαθέσεως των περιουσιακών στοιχείων των ενδιαφερομένων, ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να τους γνωστοποιούνται τα πραγματικά περιστατικά και τα εναντίον τους αποδεικτικά στοιχεία, όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας ή η επιτροπή κυρώσεων που αυτό συνέστησε φρονούν ότι αυτό επιβάλλουν λόγοι αναγόμενοι στην ασφάλεια της διεθνούς κοινότητας (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 320, και Kadi, σκέψη 274)·
– τα κοινοτικά όργανα δεν ήταν, επίσης, υποχρεωμένα να ακούσουν την άποψη των προσφευγόντων πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού (απόφαση [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 329) ή στο πλαίσιο της θεσπίσεως και εφαρμογής του (απόφαση Kadi [του Πρωτοδικείου], σκέψη 259)·
– στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως [όπως εν προκειμένω], το Πρωτοδικείο ασκεί συνολικό έλεγχο της νομιμότητας [των προσβαλλόμενων κανονισμών] με κριτήριο την τήρηση, εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων, των κανόνων αρμοδιότητας καθώς και των κανόνων εξωτερικής νομιμότητας και των ουσιωδών τύπων που διέπουν τη δράση τους· το Πρωτοδικείο ελέγχει, επίσης, τη νομιμότητα [των προσβαλλόμενων κανονισμών] λαμβάνοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των οποίων εφαρμογή [συνιστούν οι εν λόγω κανονισμοί], ιδίως υπό το πρίσμα του πρόσφορου χαρακτήρα, από τυπικής και ουσιαστικής απόψεως, της εσωτερικής συνοχής και της αναλογικότητας [των πρώτων] σε σχέση με τα δεύτερα· το Πρωτοδικείο ελέγχει, επίσης, τη νομιμότητα [των προσβαλλόμενων κανονισμών] και, παρεμπιπτόντως, τη νομιμότητα των σχετικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας, σε σχέση με υπέρτερους κανόνες του διεθνούς δικαίου συγκροτούντες το jus cogens, ιδίως τους επιτακτικούς κανόνες περί οικουμενικής προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψεις 334, 335 και 337, και Kadi, σκέψεις 279, 280 και 282)·
− αντιθέτως, δεν απόκειται στο Πρωτοδικείο να ελέγξει εμμέσως τη συμφωνία αυτών καθαυτών των σχετικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας με τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά προστατεύονται από την κοινοτική έννομη τάξη. Δεν απόκειται, επίσης, στο Πρωτοδικείο να ελέγξει την απουσία πλάνης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων επί των οποίων το Συμβούλιο Ασφαλείας στήριξε τα μέτρα που έλαβε ούτε, επίσης, υπό την επιφύλαξη του περιορισμένου πλαισίου που καθορίστηκε στην προηγούμενη παύλα, να ελέγξει εμμέσως τον πρόσφορο χαρακτήρα και την αναλογικότητα αυτών των μέτρων (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψεις 338 και 339, και Kadi, σκέψεις 283 και 284)·
– στο μέτρο αυτό, οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν καμία δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, δεδομένου ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν έκρινε επιβεβλημένο να συστήσει ανεξάρτητο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο αρμόδιο να αποφαίνεται, από νομικής και πραγματικής απόψεως, επί των προσφυγών των στρεφομένων κατά ατομικών αποφάσεων της επιτροπής κυρώσεων (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 340, και Kadi, σκέψη 285)·
– η επισημανθείσα στην προηγούμενη παύλα ελλιπής δικαστική προστασία των προσφευγόντων δεν αντιβαίνει, αυτή καθαυτή, προς το jus cogens, δεδομένου ότι: i) το δικαίωμα προσβάσεως στη δικαιοσύνη δεν είναι απόλυτο· ii) εν προκειμένω, ο περιορισμός του δικαιώματος προσβάσεως των ενδιαφερομένων στη δικαιοσύνη που προκύπτει από το απαραβίαστο του οποίου απολαύουν, καταρχήν, εντός της εννόμου τάξεως των κρατών μελών, τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας που εκδίδονται δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών πρέπει να θεωρηθεί ως αναπόσπαστα συνδεόμενος με το δικαίωμα αυτό· iii) ένας τέτοιος περιορισμός δικαιολογείται τόσο λόγω της φύσεως των αποφάσεων που λαμβάνει το Συμβούλιο Ασφαλείας δυνάμει των διατάξεων του κεφαλαίου VII όσο και από τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό· και iv) ελλείψει διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου αρμόδιου να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, η σύσταση οργάνου όπως η επιτροπή κυρώσεων και η προβλεπόμενη δυνατότητα προσφυγής σ’ αυτήν, ανά πάσα στιγμή, με αίτημα την επανεξέταση οποιασδήποτε ατομικής περιπτώσεως, μέσω ενός καθορισμένου μηχανισμού στον οποίο μετέχουν οι οικείες κυβερνήσεις, συνιστούν μια άλλη εύλογη δυνατότητα αποτελεσματικής προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων, όπως αυτά αναγνωρίζονται από το jus cogens (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψεις 341 έως 345, και Kadi, σκέψεις 286 έως 290)·
– τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά [των προσβαλλόμενων κανονισμών], τα αντλούμενα από την προσβολή του δικαιώματος σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθούν (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου] Yusuf, σκέψη 346, και Kadi, σκέψη 291).»
35 Με τις σκέψεις 95 έως 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Hassan, το Πρωτοδικείο παρέθεσε ορισμένες εκτιμήσεις προς απάντηση στα επιχειρήματα που ανέπτυξε λεπτομερέστερα ο F. Hassan κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και που αφορούν, αφενός, την φερόμενη ως υπερβολική αυστηρότητα του μέτρου της δεσμεύσεως του συνόλου των κεφαλαίων και χρηματοοικονομικών πόρων του, καθώς και, αφετέρου, την προβαλλόμενη έλλειψη ισχύος, εν προκειμένω, των κρίσεων στις οποίες κατέληξε το Πρωτοδικείο στις αποφάσεις Yusuf και Kadi, ως προς τη συμφωνία με το jus cogens της διαπιστωθείσας ελλιπούς δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων που το δικαστήριο αυτό επισήμανε με τις εν λόγω αποφάσεις.
36 Ομοίως, με τις σκέψεις 117 έως 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Ayadi, το Πρωτοδικείο προσέθεσε ορισμένες εκτιμήσεις σε αυτές που εκτίθενται στη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως προς απάντηση στα επιχειρήματα που ανέπτυξε λεπτομερέστερα ο C. Ayadi και που αφορούν, αφενός, την προβαλλόμενη αναποτελεσματικότητα των απαλλαγών και παρεκκλίσεων από τη δέσμευση κεφαλαίων που προβλέπει ο κανονισμός 561/2003, ιδίως όσον αφορά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, και, αφετέρου, την προβαλλόμενη έλλειψη ισχύος, εν προκειμένω, των κρίσεων στις οποίες κατέληξε το Πρωτοδικείο στις αποφάσεις Yusuf και Kadi, ως προς τη συμφωνία με το jus cogens της διαπιστωθείσας ελλιπούς δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων που το δικαστήριο αυτό επισήμανε με τις εν λόγω αποφάσεις.
37 Το Πρωτοδικείο εξέτασε τα επιχειρήματα αυτά και κατέληξε ότι δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις εκτιμήσεις επί των εν λόγω νομικών ζητημάτων στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο με τις αποφάσεις Yusuf και Kadi.
38 Με τις σκέψεις 126 έως 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Hassan, το Πρωτοδικείο εξέτασε επιπλέον τις αιτιάσεις του F. Hassan περί προσβολής, αφενός, του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής και, αφετέρου, της υπολήψεώς του και τις απέρριψε για τον ουσιώδη λόγο ότι, λαμβανομένου υπόψη του jus cogens, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι δεν διαπιστώθηκε αυθαίρετη παρέμβαση στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων του F. Hassan.
39 Ομοίως, το επιχείρημα ότι τα κράτη μέλη του ΟΗΕ δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν άνευ ετέρου τα μέτρα που το Συμβούλιο Ασφαλείας τα «καλεί» να λάβουν, επιχείρημα το οποίο δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο εξετάσεως με τις αποφάσεις Yusuf και Kadi, απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 156 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Ayadi.
40 Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές ακυρώσεως των προσφευγόντων ως αβάσιμες.
41 Τέλος, το Πρωτοδικείο έκρινε απαράδεκτη την αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε ο F. Hassan λόγω της ασάφειάς της, προσθέτοντας, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών στοιχείων που αυτός προσκόμισε, ότι, εν πάση περιπτώσει, η αγωγή είναι αβάσιμη.
42 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο απέρριψε αμφότερες τις προσφυγές στο σύνολό τους.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
43 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 5ης Νοεμβρίου 2008, επετράπη στη Γαλλική Δημοκρατία και στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβουν στην υπόθεση C‑399/06 Ρ προς υποστήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 30ής Μαρτίου 2009, επετράπη στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβει στην υπόθεση C‑403/06 Ρ προς υποστήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου.
44 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Ιανουαρίου 2009, ο C. Ayadi ζήτησε να του χορηγηθεί το ευεργέτημα της πενίας που προβλέπει το άρθρο 76 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
45 Με διάταξη της 2ας Σεπτεμβρίου 2009, το Δικαστήριο δέχτηκε το αίτημά του.
46 Αφού άκουσε τους διαδίκους και τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να ενώσει, λόγω συνάφειας, τις παρούσες υποθέσεις προς έκδοση κοινής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Αιτήματα των αναιρεσειόντων
47 Με την αίτησή του αναιρέσεως, ο F. Hassan ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Hassan,
– να ακυρώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό και/ή τον κανονισμό 2049/2003 στο σύνολό τους ή όσον αφορά τα μέτρα που έχουν ληφθεί εις βάρος του,
– επικουρικώς, να κρίνει ότι οι κανονισμοί αυτοί δεν έχουν εφαρμογή σ’ αυτόν,
– να διατάξει τη λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου που το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορο,
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα, και
– να υποχρεώσει το Συμβούλιο να του καταβάλει αποζημίωση.
48 Με την αίτησή του αναιρέσεως, ο C. Ayadi ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Ayadi στο σύνολό της,
– να κηρύξει άκυρα και άνευ εννόμου αποτελέσματος τα άρθρα 2 και 4 καθώς και το παράρτημα Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθόσον τον αφορούν ατομικά και άμεσα, και
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου.
49 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν, σε αμφότερες τις υποθέσεις, να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως, εξαιρουμένων των λόγων αναιρέσεως που είναι ανάλογοι με αυτούς που το Δικαστήριο έκρινε βάσιμους με την απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, C-402/05 P και C‑415/05 P, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I-6351, στο εξής: απόφαση Kadi του Δικαστηρίου) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα στο μέτρο που το Δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο.
Οι λόγοι αναιρέσεως
50 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο F. Hassan προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, κατά την εξέταση των ενώπιόν του προβληθέντων λόγων ακυρώσεως όσον αφορά την προσβολή ορισμένων από τα θεμελιώδη δικαιώματα του F. Hassan, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δεν εκτίμησε απευθείας κατά πόσον το Συμβούλιο Ασφαλείας παρέσχε προστασία ισοδύναμη με αυτήν που προβλέπει η ΕΣΔΑ, και ειδικότερα τα άρθρα 6, 8 και 13 αυτής, καθώς και το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ, αλλά εξέτασε τις ενέργειες του Συμβουλίου Ασφαλείας μόνον εμμέσως, ήτοι δυνάμει της αρχής του jus cogens.
51 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο F. Hassan προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι ο περιορισμός της χρήσεως ενός αγαθού δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την ίδια την ουσία του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
52 Από το υπόμνημα απαντήσεως που υπέβαλε στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως Kadi του Δικαστηρίου, ο C. Ayadi σκοπεύει να προβάλει εφεξής μόνο δύο λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αντλείται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον αποφάνθηκε ότι ο κοινοτικός δικαστής μπορεί να εκτιμήσει τη νομιμότητα μιας κοινοτικής πράξεως που υλοποιεί απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας μόνο δυνάμει του jus cogens, χωρίς να κρίνει ότι μπορεί να ακυρώσει την πράξη αυτή ώστε να εξασφαλίσει την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη των Ηνωμένων Εθνών και ο δεύτερος από το ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δεν έκρινε ότι τα τμήματα του προσβαλλόμενου κανονισμού που αφορούσε η προσφυγή θίγουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του C. Ayadi.
Επί των αιτήσεων αναιρέσεως
Επί της επιρροής που μπορεί να έχει ο κανονισμός 954/2009 στην ενδεχόμενη κατάργηση της δίκης
53 Διαπιστώνεται ότι, με τον κανονισμό (ΕΚ) 954/2009 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2009, για την 114η τροποποίηση του κανονισμού 881/2002 (ΕΕ L 269, σ. 20), οι αποφάσεις περί αναγραφής των ονομάτων των F. Hassan και C. Ayadi στον κατάλογο που αποτελεί το παράρτημα Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού αντικαταστάθηκαν από νέες αποφάσεις με τις οποίες επιβεβαιώθηκε και τροποποιήθηκε η αναγραφή αυτή.
54 Κατά το προοίμιο του κανονισμού 954/2009, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό αυτόν έχοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου και ειδικότερα την απόφαση Kadi του Δικαστηρίου, αφού γνωστοποίησε στους F. Hassan και C. Ayadi τους λόγους αναγραφής των ονομάτων τους στον εν λόγω κατάλογο, όπως οι λόγοι αυτοί διατυπώθηκαν από την επιτροπή κυρώσεων και κατόπιν εξετάσεως των παρατηρήσεων που υπέβαλαν οι ενδιαφερόμενοι επί των λόγων αυτών.
55 Στο προοίμιο του κανονισμού εκτίθεται επίσης ότι η Επιτροπή, αφού εξέτασε με προσοχή τις παρατηρήσεις αυτές, και λόγω του προληπτικού χαρακτήρα της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων, εκτιμά ότι η αναγραφή των ονομάτων των προσώπων αυτών στον εν λόγω κατάλογο αιτιολογείται λόγω της σύνδεσής τους με το δίκτυο της Αλ Κάιντα.
56 Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 954/2009, ο κανονισμός αυτός άρχισε να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι στις 15 Οκτωβρίου 2009, και εφαρμόζεται από τις 30 Μαΐου 2002 όσον αφορά τον C. Ayadi, και από τις 21 Νοεμβρίου 2003 όσον αφορά τον F. Hassan.
57 Ανακύπτει επομένως το ζήτημα αν εξακολουθεί να επιβάλλεται η έκδοση αποφάσεως επί των υπό κρίση υποθέσεων, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο κανονισμός 954/2009 κατάργησε και αντικατέστησε αναδρομικώς τον προσβαλλόμενο κανονισμό, όσον αφορά τους αναιρεσείοντες, παράγοντας αποτελέσματα που ανατρέχουν στις ανωτέρω ημερομηνίες.
58 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως την έλλειψη συμφέροντος εκ μέρους του διαδίκου για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ή τη συνέχιση της εκδικάσεώς της λόγω γεγονότος μεταγενεστέρου της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δυναμένου να άρει τον βλαπτικό για τον αναιρεσείοντα χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής και να κρίνει την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη ή άνευ αντικειμένου για τον λόγο αυτόν (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-535/06 P, Moser Baer India κατά Συμβουλίου, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
59 Εν προκειμένω, το άρθρο 2 του κανονισμού 954/2009 προβλέπει ότι ο κανονισμός αυτός αρχίζει να εφαρμόζεται από την ημερομηνία της αρχικής αναγραφής των ονομάτων των C. Ayadi και F. Hassan στον κατάλογο που αποτελεί το παράρτημα Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού, ήτοι, αντιστοίχως, από τις 30 Μαΐου 2002 και από τις 21 Νοεμβρίου 2003.
60 Οι C. Ayadi και F. Hassan περιλαμβάνονται στον εν λόγω κατάλογο τα τελευταία επτά και έξι χρόνια, αντιστοίχως, και, λόγω του γεγονότος αυτού, τους έχουν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα προβλεπόμενα από τον προσβαλλόμενο κανονισμό τα οποία, κατά το Δικαστήριο, έχουν σημαντικές επιπτώσεις επί των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των θιγομένων προσώπων (βλ. απόφαση Kadi του Δικαστηρίου, σκέψη 375), τούτο δε παρά το ότι τα πρόσωπα αυτά υποστήριξαν, καταρχάς, ενώπιον του Πρωτοδικείου και, εν συνεχεία, ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο διαδικασιών που καλύπτουν το σύνολο σχεδόν των περιόδων αυτών, ότι η αναγραφή των ονομάτων τους στον εν λόγω κατάλογο είναι παράνομη, καθόσον είχε πραγματοποιηθεί κατά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους, πράγμα που σήμερα δεν αμφισβητείται ούτε από το Συμβούλιο ούτε από την Επιτροπή, δεδομένης της αποφάσεως Kadi του Δικαστηρίου.
61 Με τον κανονισμό 954/2009, τα ονόματα των F. Hassan και C. Ayadi εξακολούθησαν αναδρομικώς να περιλαμβάνονται στον ίδιο κατάλογο, οπότε τα συνακόλουθα περιοριστικά μέτρα συνεχίζουν να εφαρμόζονται ως προς τα πρόσωπα αυτά για την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο προσβαλλόμενος κανονισμός, κατά του οποίου στρέφονται οι προσφυγές τους, είχε εφαρμογή, ενώ αντικείμενο των προσφυγών τους είναι να διαγραφούν τα ονόματα των προσώπων αυτών από τον επίμαχο κατάλογο.
62 Επομένως, η έκδοση του κανονισμού 954/2009 δεν μπορεί να θεωρείται ότι αποτελεί πραγματικό περιστατικό που επήλθε μετά την έκδοση των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, ικανό να καταστήσει τις αιτήσεις αναιρέσεως άνευ αντικειμένου.
63 Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι ο κανονισμός 954/2009 δεν έχει ακόμα καταστεί απρόσβλητος, καθόσον δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως ακυρώσεως. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, σε περίπτωση που η πράξη αυτή ακυρωθεί κατόπιν προσφυγής ακυρώσεως, θα επανέλθει σε ισχύ ο προσβαλλόμενος κανονισμός στο μέτρο που αφορά τους αναιρεσείοντες.
64 Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι δεν μπορεί να θεωρείται ότι η έκδοση του κανονισμού 954/2009 ισοδυναμεί με απλή ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού όσον αφορά τους αναιρεσείοντες, ακύρωση μέσω της οποίας αυτοί θα μπορούσαν να επιτύχουν το μοναδικό αποτέλεσμα που θα συνεπαγόταν η επιτυχής έκβαση των προσφυγών τους, με αποτέλεσμα να παρέλκει η απόφαση του Δικαστηρίου εν προκειμένω. Συναφώς, ο εν λόγω κανονισμός διαφέρει από την επίμαχη πράξη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 8ης Μαρτίου 1993, C-123/92, Lezzi Pietro κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-809).
65 Υπό τις ειδικές αυτές περιστάσεις, οι αιτήσεις αναιρέσεως δεν είναι άνευ αντικειμένου, οπότε το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί συναφώς.
Επί της ουσίας
66 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο F. Hassan παραιτήθηκε ρητώς από τον λόγο αναιρέσεως που αφορά το αίτημα περί αποζημιώσεως. Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέταση του λόγου αυτού στο πλαίσιο της υπό κρίσεως αιτήσεως αναιρέσεως.
67 Δεύτερον, επισημαίνεται ότι οι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι στρέφονται, όσον αφορά αντιστοίχως καθέναν από τους αναιρεσείοντες, κατά του προσβαλλόμενου κανονισμού, όπως αυτός τροποποιήθηκε, ως προς την προσφυγή του C. Ayadi, με τον κανονισμό 1210/2006 και, ως προς την προσφυγή του F. Hassan, με τον κανονισμό 46/2008.
Επί των λόγων αναιρέσεως που αφορούν προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων από τον προσβαλλόμενο κανονισμό
68 Πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες προς στήριξη των αιτήσεών τους αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι απέρριψε τους λόγους ακυρώσεως περί προσβολής των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων από τον προσβαλλόμενο κανονισμό.
69 Με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, που στηρίζονται στις αποφάσεις Yusuf και Kadi, το Πρωτοδικείο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι από τις αρχές που διέπουν τη διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ της διεθνούς έννομης τάξης που εγκαθιδρύουν τα Ηνωμένα Έθνη και της κοινοτικής έννομης τάξης προκύπτει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, εφόσον αποσκοπεί στην εφαρμογή ψηφίσματος εκδοθέντος από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, εφόσον δεν αφήνει σχετικώς κανένα περιθώριο, δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου όσον αφορά την εσωτερική νομιμότητά του, πλην των περιπτώσεων που αφορούν τη συμβατότητά του με τους κανόνες του jus cogens, μη δυνάμενος, ως εκ τούτου και υπό την επιφύλαξη αυτή, να προσβληθεί (αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις Hassan, σκέψη 92, και Ayadi, σκέψη 116).
70 Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο εκ νέου στις αποφάσεις του Yusuf και Kadi, έκρινε ότι η νομιμότητα του προσβαλλόμενου κανονισμού μπορεί να ελεγχθεί, ακόμα και όσον αφορά τους λόγους που αντλούν οι νυν αναιρεσείοντες από προσβολή των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων, με μοναδικό κριτήριο το jus cogens, υπό την έννοια της διεθνούς δημοσίας τάξεως στην οποία υπόκεινται όλα τα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου, περιλαμβανομένων των οργάνων του ΟΗΕ, χωρίς δυνατότητα παρεκκλίσεως από τους κανόνες της (αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις Hassan, σκέψη 92, και Aaydi, σκέψη 116).
71 Από τις σκέψεις 326 και 327 της αποφάσεως Kadi του Δικαστηρίου προκύπτει, όμως, ότι το συμπέρασμα αυτό του Πρωτοδικείου συνιστά πλάνη περί το δίκαιο. Συγκεκριμένα, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί από τη Συνθήκη, να διασφαλίζουν τον, καταρχήν πλήρη, έλεγχο της νομιμότητας όλων των κοινοτικών πράξεων με κριτήρια τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, περιλαμβανομένων των κοινοτικών πράξεων οι οποίες, όπως ο προσβαλλόμενος κανονισμός, αποσκοπούν στην εφαρμογή ψηφισμάτων εκδοθέντων από το Συμβούλιο Ασφαλείας δυνάμει του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
72 Το Δικαστήριο κατέληξε, με τη σκέψη 328 της αποφάσεως Kadi, ότι, καθόσον οι λόγοι αναιρέσεως των ενδιαφερομένων ήταν βάσιμοι ως προς το σημείο αυτό, οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις έπρεπε να αναιρεθούν ως προς το αντίστοιχο κεφάλαιο.
73 Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 330 της αποφάσεως Kadi, ότι, δεδομένου ότι στα επόμενα κεφάλαια των αποφάσεων Yusuf και Kadi του Πρωτοδικείου, τα σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα που προέβαλαν οι ενδιαφερόμενοι, το Πρωτοδικείο περιορίστηκε να εξετάσει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου κανονισμού σε σχέση μόνο με τους κανόνες του jus cogens, ενώ όφειλε να προβεί σε έλεγχο, καταρχήν πλήρη, με κριτήριο τα θεμελιώδη δικαιώματα που αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, έπρεπε, επίσης, να αναιρεθεί το κεφάλαιο αυτό των εν λόγω αποφάσεων Yusuf και Kadi.
74 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, δεδομένου ότι οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις στηρίζονται, όπως υπομνήσθηκε με τις σκέψεις 69 και 70 ανωτέρω, στις ίδιες νομικές βάσεις με αυτές στις οποίες στηρίζονται οι αποφάσεις Yusuf και Kadi του Πρωτοδικείου, ενέχουν την ίδια πλάνη περί το δίκαιο και ως εκ τούτου πρέπει, για τους ίδιους λόγους, να αναιρεθούν όλα τα κεφάλαιά τους που περιέχουν την απάντηση του Πρωτοδικείου στους λόγους ακυρώσεως που προέβαλαν οι νυν αναιρεσείοντες και που αντλούνται από προσβολή ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.
75 Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 95 έως 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Hassan και 117 έως 155 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως Ayadi, προσέθεσε ορισμένες εκτιμήσεις προς απάντηση στα επιχειρήματα που ανέπτυξαν λεπτομερέστερα οι νυν αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι οι εκτιμήσεις αυτές αποδεικνύουν την ορθότητα των νομικών βάσεων των αποφάσεών του Yusuf και Kadi και, κατ’ ακολουθία, των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων.
76 Τέλος, επισημαίνεται ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο F. Hassan παραδέχτηκε ότι ο προβληθείς ενώπιον του Πρωτοδικείου και απορριφθείς από το δικαστήριο αυτό λόγος ακυρώσεως περί φερόμενης παραβάσεως του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, που διασφαλίζεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, δεν περιελήφθη στην αίτησή του αναιρέσεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, παρέλκει η εξέτασή του.
77 Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες είναι βάσιμοι, οπότε πρέπει να αναιρεθούν οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις.
Επί των προσφυγών ενώπιον του Πρωτοδικείου
78 Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (Γενικού Δικαστηρίου), το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.
79 Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι προσφυγές ακυρώσεως που άσκησαν οι νυν αναιρεσείοντες κατά του προσβαλλόμενου κανονισμού είναι ώριμες προς εκδίκαση και ότι πρέπει να αποφανθεί οριστικώς επί των προσφυγών αυτών.
80 Πρώτον, πρέπει να εκτιμηθεί το βάσιμο των αιτιάσεων που προβάλλουν οι νυν αναιρεσείοντες περί προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, ιδιαιτέρως δε του δικαιώματος ακροάσεως, και του δικαιώματος σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, προσβολής που συνεπάγονται τα μέτρα δεσμεύσεως των κεφαλαίων όπως αυτά που τους επιβλήθηκαν με τον προσβαλλόμενο κανονισμό.
81 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι οι συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες περιελήφθησαν τα ονόματα των νυν αναιρεσειόντων στον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων που θίγονται από τα περιοριστικά μέτρα και ο οποίος περιέχεται στο παράρτημα Ι του προσβαλλόμενου κανονισμού είναι πανομοιότυπες με αυτές υπό τις οποίες αναγράφηκαν στον εν λόγω κατάλογο και τα ονόματα των ενδιαφερομένων στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση Kadi του Δικαστηρίου.
82 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 334 της ανωτέρω αποφάσεως, ότι προδήλως προσεβλήθησαν τα δικαιώματα άμυνας των αναιρεσειόντων, ιδίως το δικαίωμα ακροάσεως και το δικαίωμα για αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο.
83 Με τη σκέψη 348 της ίδιας αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, εφόσον το Συμβούλιο δεν γνωστοποίησε στους ενδιαφερόμενους τα εις βάρος τους στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκαν τα περιοριστικά μέτρα που τους επιβλήθηκαν ούτε τους παρέσχε το δικαίωμα να πληροφορηθούν τα στοιχεία αυτά εντός ευλόγου προθεσμίας μετά την επιβολή των συγκεκριμένων μέτρων, οι ενδιαφερόμενοι στερήθηκαν της δυνατότητας να διατυπώσουν λυσιτελώς την άποψή τους σχετικώς. Το Δικαστήριο κατέληξε, με τη σκέψη αυτή, ότι προσεβλήθησαν τα δικαιώματα άμυνας των ενδιαφερομένων, ιδίως το δικαίωμα ακροάσεως.
84 Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται και στις υπό κρίση υποθέσεις, και για τους ίδιους λόγους, οπότε πρέπει να διαπιστωθεί ότι προσεβλήθησαν τα δικαιώματα άμυνας των νυν αναιρεσειόντων.
85 Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 349 της αποφάσεως Kadi, ότι, εφόσον δεν ενημερώθηκαν σχετικά με τα εις βάρος τους στοιχεία και λαμβανομένων υπόψη των σχέσεων, που επισημάνθηκαν στις σκέψεις 336 και 337 εκείνης της αποφάσεως, μεταξύ των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, οι ενδιαφερόμενοι στερήθηκαν, επίσης, της δυνατότητας να προασπίσουν τα δικαιώματά τους έναντι αυτών των στοιχείων, υπό όρους ικανοποιητικούς, ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, οπότε έπρεπε επίσης να διαπιστωθεί προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
86 Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται και στις υπό κρίση υποθέσεις όσον αφορά το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των νυν αναιρεσειόντων, οπότε πρέπει να διαπιστωθεί ότι, εν προκειμένω, προσβλήθηκε το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα των F. Hassan και C. Ayadi.
87 Άλλωστε, πρέπει επίσης να διαπιστωθεί ότι η προσβολή αυτή δεν ήρθη στο πλαίσιο της εκδικάσεως των προσφυγών που ασκήθηκαν. Πράγματι, εφόσον, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με την άποψη του Συμβουλίου, κανένα τέτοιο στοιχείο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή, το Συμβούλιο δεν προσκόμισε κανένα σχετικό στοιχείο (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Kadi του Δικαστηρίου, σκέψη 350). Επιπλέον, μολονότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του τα συμπεράσματα που συνάγονται από την απόφαση Kadi του Δικαστηρίου, πρέπει να διαπιστωθεί ότι το θεσμικό αυτό όργανο δεν παρέσχε καμία πληροφορία ως προς τα εις βάρος των νυν αναιρεσειόντων στοιχεία που συνέλεξε.
88 Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από το να διαπιστώσει ότι δεν είναι σε θέση να προβεί στον έλεγχο της νομιμότητας του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθόσον αυτός αφορά τους νυν αναιρεσείοντες, και ότι, κατά συνέπεια, επίσης για τον λόγο αυτόν, το θεμελιώδες δικαίωμά τους για αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο δεν έγινε σεβαστό, εν προκειμένω (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Kadi του Δικαστηρίου, σκέψη 351).
89 Κατά συνέπεια, πρέπει να κριθεί ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, καθόσον αφορά τους νυν αναιρεσείοντες, εκδόθηκε χωρίς ουδόλως να διασφαλιστεί η γνωστοποίηση σ’ αυτούς των εις βάρος τους στοιχείων ή η ακρόασή τους επί των στοιχείων αυτών, ώστε να πρέπει να κριθεί ότι ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας κατά τη διενέργεια της οποίας δεν έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα άμυνας των νυν αναιρεσειόντων και ότι, κατ’ ακολουθία, δεν τηρήθηκε η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Kadi του Δικαστηρίου, σκέψη 352).
90 Εξ όλων των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι οι λόγοι που προέβαλαν οι F. Hassan και C. Ayadi προς στήριξη των προσφυγών τους ακυρώσεως κατά του προσβαλλόμενου κανονισμού, αντλούμενοι από προσβολή των δικαιωμάτων τους άμυνας, ιδίως του δικαιώματος ακροάσεως και της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, είναι βάσιμοι (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Kadi του Δικαστηρίου, σκέψη 353).
91 Δεύτερον, όσον αφορά τις αιτιάσεις που αφορούν την προσβολή του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας την οποία συνεπάγονται τα μέτρα δεσμεύσεως που επιβλήθηκαν με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 366 της αποφάσεως Kadi, ότι τα περιοριστικά μέτρα που επιβάλλει ο προσβαλλόμενος κανονισμός συνιστούν περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας ο οποίος, κατ’ αρχήν, δικαιολογείται.
92 Εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, καθόσον αφορά τους F. Hassan και C. Ayadi, εκδόθηκε χωρίς ουδόλως να παρασχεθεί σ’ αυτούς η δυνατότητα να διατυπώσουν την άποψή τους ενώπιον των αρμοδίων αρχών, υπό περιστάσεις στις οποίες ο περιορισμός του δικαιώματός τους ιδιοκτησίας πρέπει να χαρακτηριστεί ως σημαντικός, λόγω της γενικής ισχύος και της διάρκειας που έχει το μέτρο της δεσμεύσεως των κεφαλαίων που τους επιβλήθηκε (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Kadi του Δικαστηρίου, σκέψη 369).
93 Επομένως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις των υπό κρίση υποθέσεων, η επιβολή στους F. Hassan και C. Ayadi περιοριστικών μέτρων με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, κατόπιν της αναγραφής των ονομάτων τους στον περιεχόμενο στο παράρτημα I του προσβαλλόμενου κανονισμού κατάλογο, συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματός τους ιδιοκτησίας (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Kadi του Δικαστηρίου, σκέψη 370).
94 Ως εκ τούτου, είναι βάσιμες οι αιτιάσεις των νυν αναιρεσειόντων που αφορούν προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας.
95 Υπό τις περιστάσεις αυτές, παρέλκει η εξέταση των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε ο F. Hassan, οι οποίοι αφορούν τη φερόμενη προσβολή του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, που διασφαλίζεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.
96 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, καθόσον αφορά τους νυν αναιρεσείοντες, πρέπει να ακυρωθεί, λαμβανομένων υπόψη των διευκρινίσεων της σκέψεως 67 της παρούσας αποφάσεως ως προς το ισχύον κείμενο του κανονισμού για καθεμία από τις προσφυγές των νυν αναιρεσειόντων.
Επί των δικαστικών εξόδων
97 Δυνάμει του άρθρου 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων. Η παράγραφος 2 του άρθρου 69 του ίδιου κανονισμού, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω άρθρου 69 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
98 Επειδή οι αιτήσεις αναιρέσεως των F. Hassan και C. Ayadi πρέπει να γίνουν δεκτές και ο προσβαλλόμενος κανονισμός να ακυρωθεί καθόσον τους αφορά, τηρουμένων των περιορισμών που περιγράφονται στη σκέψη 67 της παρούσας απόφασης, πρέπει να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να φέρει, πέραν των δικαστικών του εξόδων, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι F. Hassan και C. Ayadi σε σχέση τόσο με την πρωτόδικη διαδικασία όσο και με τις παρούσες αναιρετικές διαδικασίες, κατά τα αιτήματα που διατύπωσαν σχετικώς οι αναιρεσείοντες.
99 Το Ηνωμένο Βασίλειο φέρει τα δικαστικά του έξοδα τα σχετικά τόσο με την πρωτόδικη όσο και με τις αναιρετικές διαδικασίες.
100 Η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα σχετικά με τις αναιρετικές διαδικασίες δικαστικά της έξοδα.
101 Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα τα σχετικά τόσο με την πρωτόδικη διαδικασία όσο και με την αναιρετική διαδικασία που αφορά τον F. Hassan. Επιπλέον, η Επιτροπή φέρει τα σχετικά με την υπόθεση που αφορά τον C. Ayadi δικαστικά της έξοδα, σε σχέση τόσο με την παρέμβασή της ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και με τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Αναιρεί τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 12ης Ιουλίου 2006, T‑49/04, Hassan κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, και T‑253/02, Ayadi κατά Συμβουλίου.
2) Ακυρώνει τον κανονισμό (ΕΚ) 881/2002 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001 του Συμβουλίου για την απαγόρευση της εξαγωγής ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών στο Αφγανιστάν, την ενίσχυση της απαγόρευσης πτήσεων και την παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων όσον αφορά τους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 46/2008 της Επιτροπής, της 18ης Ιανουαρίου 2008, καθόσον αφορά τον F. Hassan.
3) Ακυρώνει τον κανονισμό 881/2002, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1210/2006 της Επιτροπής, της 9ης Αυγούστου 2006, καθόσον αφορά τον C. Ayadi.
4) Καταδικάζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να φέρει, πέραν των δικαστικών του εξόδων, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι F. Hassan και C. Ayadi σε σχέση τόσο με την πρωτόδικη διαδικασία όσο και με τις παρούσες αναιρετικές διαδικασίες.
5) Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να φέρει τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε σε σχέση τόσο με την πρωτόδικη διαδικασία στην υπόθεση που αφορά τον C. Ayadi όσο και με τις παρούσες αναιρετικές διαδικασίες.
6) Η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
7) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα τα σχετικά τόσο με την πρωτόδικη διαδικασία όσο και με την αναιρετική διαδικασία που αφορά τον F. Hassan. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα σχετικά με την υπόθεση που αφορά τον C. Ayadi δικαστικά της έξοδα, σε σχέση τόσο με την παρέμβασή της ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσο και με τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy