Υπόθεση C‑412/06
Annelore Hamilton
κατά
Volksbank Filder eG
(αίτηση του Oberlandesgericht Stuttgart
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Προστασία των καταναλωτών – Διαπραγμάτευση συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος – Οδηγία 85/577/ΕΟΚ – Άρθρα 4, πρώτο εδάφιο, και 5, παράγραφος 1 – Σύμβαση πιστώσεως μακροχρόνιας διάρκειας – Δικαίωμα υπαναχωρήσεως»
Περίληψη της αποφάσεως
Προσέγγιση των νομοθεσιών – Προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος – Οδηγία 85/577
(Οδηγία 85/577 του Συμβουλίου, άρθρα 4 και 5 § 1)
Η οδηγία 85/577, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι ο εθνικός νομοθέτης δύναται να προβλέψει ότι το κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής δικαίωμα υπαναχωρήσεως μπορεί να ασκηθεί το αργότερο ένα μήνα μετά την πλήρη εκπλήρωση από τους συμβαλλομένους των υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση πιστώσεως μακροχρόνιας διάρκειας, όταν ο καταναλωτής έχει λάβει εσφαλμένες πληροφορίες για τον τρόπο άσκησης του εν λόγω δικαιώματος.
(βλ. σκέψη 49 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 10ης Απριλίου 2008(*)
«Προστασία των καταναλωτών – Διαπραγμάτευση συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος – Οδηγία 85/577/ΕΟΚ– Άρθρα 4, πρώτο εδάφιο, και 5, παράγραφος 1 – Σύμβαση πιστώσεως μακροχρόνιας διάρκειας – Δικαίωμα υπαναχωρήσεως»
Στην υπόθεση C‑412/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Oberlandesgericht Stuttgart (Γερμανία) με απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Οκτωβρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
Annelore Hamilton
κατά
Volksbank Filder eG,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano, A. Borg Barthet, M. Ilešič (εισηγητή) και E. Levits, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η A. Hamilton, εκπροσωπούμενη από τον K.-O. Knops, Rechtsanwalt,
– η Volksbank Filder eG, εκπροσωπούμενη από τους M. Siegmann και J. Höger, Rechtsanwälte,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και A. Günther,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την E. Ośniecka-Tamecka,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους A. Aresu και V. Kreuschitz,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος (ΕΕ L 372, σ. 31, στο εξής: οδηγία περί των κατ’ οίκον πωλήσεων).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της A. Hamilton και της Volksbank Filder eG (στο εξής: Volksbank) σχετικά με αίτημα περί ακυρώσεως συμβάσεως πιστώσεως και επιστροφής των καταβληθέντων τόκων.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων αναφέρει τα εξής:
«[…] το ειδικό χαρακτηριστικό των συμβάσεων που συνάπτονται εκτός εμπορικού καταστήματος είναι ότι, κατά κανόνα, οι διαπραγματεύσεις αρχίζουν με πρωτοβουλία του εμπόρου, ενώ ο καταναλωτής είναι τελείως απροετοίμαστος και καταλαμβάνεται εξ απίνης· […] συχνά ο καταναλωτής δεν είναι σε θέση να συγκρίνει την ποιότητα και την τιμή της προσφοράς με άλλες προσφορές· […] γενικά αυτό το στοιχείο αιφνιδιασμού δεν υπάρχει μόνο στις συμβάσεις που συνάπτονται στο κατ’ οίκον εμπόριο, αλλά και σε άλλες μορφές συμβάσεων, όταν τη σχετική πρωτοβουλία αναλαμβάνει ο έμπορος εκτός του εμπορικού του καταστήματος».
4 Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«[…] ο καταναλωτής πρέπει να έχει δικαίωμα υπαναχώρησης επί επτά τουλάχιστον μέρες, ώστε να μπορεί να εκτιμήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση».
5 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις παροχής αγαθών ή υπηρεσιών από έναν έμπορο προς έναν καταναλωτή, οι οποίες συνάπτονται:
[…]
– κατά τη διάρκεια επίσκεψης του εμπόρου:
i) στο σπίτι του […] καταναλωτή,
[…]
όταν η επίσκεψη δεν γίνεται μετά από ρητή αίτηση του καταναλωτή.»
6 Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Στην περίπτωση συναλλαγών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, οι έμποροι οφείλουν να πληροφορούν τους καταναλωτές σχετικά με το δικαίωμά τους να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση μέσα στο χρονικό διάστημα που ορίζει το άρθρο 5, και να τους γνωστοποιούν το όνομα και τη διεύθυνση του προσώπου έναντι του οποίου μπορεί να ασκηθεί αυτό το δικαίωμα.
Η υπόμνηση αυτή φέρει ημερομηνία και αναφέρει χαρακτηριστικά στοιχεία που επιτρέπουν να αναγνωρίζεται η συγκεκριμένη σύμβαση. Δίδεται στον καταναλωτή:
α) στην περίπτωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, κατά τη σύναψη της σύμβασης·
[…]
Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την πρόβλεψη κατάλληλων μέτρων προστασίας των καταναλωτών στην εθνική τους νομοθεσία, στην περίπτωση που δεν παρασχεθούν οι πληροφορίες που προβλέπει το παρόν άρθρο.»
7 Το άρθρο 5 της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη μονομερή ανάληψη υποχρεώσεώς του, αποστέλλοντας ειδοποίηση μέσα σε προθεσμία τουλάχιστον επτά ημερών από την παραλαβή εκ μέρους του της υπόμνησης που αναφέρει το άρθρο 4, και σύμφωνα με τη διαδικασία και τους όρους που ορίζει η εθνική νομοθεσία.
[…]
2. Η αποστολή της ειδοποίησης έχει ως συνέπεια την απαλλαγή του καταναλωτή από κάθε υποχρέωση που απορρέει από τη ματαιωθείσα σύμβαση.»
8 Το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«Σε περίπτωση ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως εκ μέρους του καταναλωτή, οι έννομες συνέπειες της υπαναχωρήσεως διέπονται από τα εθνικά δίκαια, ιδίως όσον αφορά την απόδοση πληρωμών για αγαθά ή υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί και την επιστροφή αγαθών που έχουν παραληφθεί.»
9 Το άρθρο 8 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για την προστασία των καταναλωτών στο επίπεδο που καλύπτει η παρούσα οδηγία.»
Η εθνική νομοθεσία
10 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, τέταρτη περίοδος, του νόμου περί υπαναχωρήσεως από συμβάσεις συναπτόμενες στο πλαίσιο κατ’ οίκον πωλήσεων και παρόμοιες συναλλαγές (Gesetz über den Widerruf von Haustürgeschäften und ähnlichen Geschäften), της 16ης Ιανουαρίου 1986 (BGBl. I 1986, σ. 122), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, προέβλεπε τα εξής:
«Αν το πληροφοριακό αυτό στοιχείο δεν ανακοινωθεί, το δικαίωμα υπαναχωρήσεως [(“Widerruf”)] του πελάτη δεν αποσβέννυται παρά μόνον ένα μήνα μετά την εκπλήρωση, εκ μέρους αμφοτέρων των συμβαλλομένων, του συνόλου των υποχρεώσεών τους.»
11 Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η ανακριβής πληροφόρηση ισοδυναμεί με έλλειψη πληροφορήσεως.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Στις 17 Νοεμβρίου 1992, η A. Hamilton υπέγραψε στην κατοικία της σύμβαση πιστώσεως με την τράπεζα στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε η Volksbank για να χρηματοδοτήσει την απόκτηση μεριδίων σε οργανισμό επενδύσεων σε ακίνητα (στο εξής: επίμαχη σύμβαση πιστώσεως).
13 Η σύμβαση αυτή περιείχε, βάσει του νόμου περί καταναλωτικής πίστεως (Verbraucherkreditgesetz) της 17ης Δεκεμβρίου 1990 (BGBl. I 1990, σ. 2840), τη σχετική με το δικαίωμα υπαναχωρήσεως πληροφορία ότι, «[ε]φόσον ο οφειλέτης έχει λάβει το δάνειο, η υπαναχώρηση λογίζεται ως μη γενομένη αν δεν εξοφλήσει το δάνειο εντός δύο εβδομάδων, είτε από της δηλώσεως υπαναχωρήσεως, είτε από της χορηγήσεως του δανείου».
14 Στις 16 Δεκεμβρίου 1992, οι υπάλληλοι της τράπεζας στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε η Volksbank υπέγραψαν την εν λόγω σύμβαση και η τράπεζα αυτή κατέβαλε το ποσό του δανείου στην A. Hamilton, η οποία εν συνεχεία άρχισε να καταβάλλει τους τόκους αυτού του δανείου.
15 Επειδή η διαχειρίστρια εταιρία του οργανισμού επενδύσεων σε ακίνητα, στον οποίο η A. Hamilton είχε αποκτήσει μερίδια, κήρυξε πτώχευση το 1997, τα μηνιαία εισοδήματα που απέδιδε ο οργανισμός αυτός, τα οποία κάλυπταν ουσιώδες τμήμα των οφειλόμενων δυνάμει της επίμαχης συμβάσεως πιστώσεως τόκων, υπέστησαν σημαντική μείωση. Η A. Hamilton αποφάσισε έτσι να αναδιαρθρώσει την οφειλή της συνάπτοντας συμβάσεις στεγαστικής αποταμίευσης και προσωρινού δανείου με αποτέλεσμα, κατά το τέλος Απριλίου 1998, να έχει πλήρως εξοφλήσει το δάνειο στην τράπεζα στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε η Volksbank, η οποία, ως εκ τούτου, επέστρεψε τις ασφάλειες του δανείου αυτού.
16 Στις 16 Μαΐου 2002, η A. Hamilton υπαναχώρησε από την επίμαχη σύμβαση πιστώσεως στηριχθείσα στην απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C‑481/99, Heininger (Συλλογή 2001, σ. I‑9945).
17 Στις 27 Δεκεμβρίου 2004, η A. Hamilton ενήγαγε τη Volksbank προκειμένου, αφενός, να της επιστρέψει τους τόκους που είχε καταβάλει δυνάμει της επίμαχης συμβάσεως πιστώσεως και το ποσό του δανείου που είχε χορηγηθεί δυνάμει της συμβάσεως αυτής και, αφετέρου, να την αποζημιώσει για τους τόκους που είχε καταβάλει στο ταμιευτήριο με το οποίο είχε υπογράψει τη σύμβαση στεγαστικής αποταμιεύσεως.
18 Σύμφωνα με το Oberlandesgericht Stuttgart, η επίμαχη σύμβαση πιστώσεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, στοιχείο i, της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων, διότι η A. Hamilton τη διαπραγματεύθηκε και την υπέγραψε στην κατοικία της.
19 Το Oberlandesgericht Stuttgart διερωτάται ωστόσο αν οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, τέταρτη περίοδος, του νόμου περί υπαναχωρήσεως από συμβάσεις συναπτόμενες στο πλαίσιο κατ’ οίκον πωλήσεων και παρόμοιες συναλλαγές μπορούν να θεωρηθούν ως «κατάλληλ[-α] μέτρ[-α] προστασίας των καταναλωτών», καθόσον προβλέπουν, σε περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, την απόσβεση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberlandgericht Stuttgart αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει τα άρθρα 4, πρώτο εδάφιο, και 5, παράγραφος 1, της [οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων] να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι ο εθνικός νομοθέτης δύναται να επιβάλει χρονικό περιορισμό στο δικαίωμα υπαναχωρήσεως του άρθρου 5 της οδηγίας αυτής, μολονότι ο καταναλωτής έχει λάβει εσφαλμένη πληροφόρηση, προβλέποντας την απόσβεση του δικαιώματος αυτού ένα μήνα μετά την πλήρη εκπλήρωση, εκ μέρους αμφοτέρων των συμβαλλομένων, των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση;
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει αρνητική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα:
2) Πρέπει η [οδηγία περί των κατ’ οίκον πωλήσεων] να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι το δικαίωμα υπαναχωρήσεως του καταναλωτή δεν αποσβέννυται, ιδίως μετά την εκτέλεση της συμβάσεως, εφόσον ο καταναλωτής δεν έχει λάβει την πληροφόρηση του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
21 H Volksbank αμφιβάλλει ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, διότι, κατ’ αυτήν, η επίμαχη σύμβαση πιστώσεως δεν συνήφθη υπό συνθήκες κατ’ οίκον πωλήσεως. Υποστηρίζει ότι, κατά συνέπεια, τα υποβληθέντα ερωτήματα παραμένουν υποθετικά.
22 Αντιθέτως, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκτιμά ότι με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο καλείται να διερευνήσει αν, μετά την υπαναχώρηση της A. Hamilton από την επίμαχη σύμβαση πιστώσεως διά της πρόωρης εξοφλήσεως του δανείου, είναι δυνατή η εκ νέου υπαναχώρηση από τη σύμβαση αυτή. Η Επιτροπή διευκρινίζει συναφώς, παραπέμποντας ιδίως στις σκέψεις 35 και 69 έως 70, αντιστοίχως, της προπαρατεθείσας αποφάσεως Heininger και της αποφάσεως της 25ης Οκτωβρίου 2005, C‑350/03, Schulte (Συλλογή 2005, σ. I‑9215), καθώς και στο σημείο 34 της αποφάσεως περί παραπομπής, ότι, αν και το ζήτημα της υπαναχωρήσεως από σύμβαση πιστώσεως εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων, ωστόσο οι συνέπειες της υπαναχωρήσεως αυτής εμπίπτουν στο εθνικό δίκαιο, το οποίο όμως πρέπει να ερμηνεύεται, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της εν λόγω οδηγίας. Κατά συνέπεια, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι, σύμφωνα με την Επιτροπή, παραδεκτή.
23 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έκρινε ότι αδυνατεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από εθνικό δικαστήριο όταν, ιδίως, προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Schulte, σκέψη 43 και την παρατιθέμενη νομολογία).
24 Δεδομένου ότι, αφενός, τα προδικαστικά ερωτήματα στην υπό κρίση υπόθεση αφορούν την ερμηνεία της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων και, αφετέρου, η επίμαχη σύμβαση πιστώσεως εμπίπτει, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, στοιχείο i, της εν λόγω οδηγίας, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα εν λόγω ερωτήματα είναι προδήλως υποθετικά ή δεν έχουν σχέση με το υποστατό και το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
25 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
26 Η A. Hamilton ισχυρίζεται ότι ο καταναλωτής που δεν ενημερώθηκε σωστά για το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως δεν λαμβάνει γνώση του δικαιώματος αυτού ούτε με την πλήρη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ούτε μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την εκπλήρωση αυτή. Έτσι, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία δεν συνιστά κατάλληλο μέτρο προστασίας του καταναλωτή. Προσθέτει ότι η οδηγία περί των κατ’ οίκον πωλήσεων προβλέπει ότι ο καταναλωτής πρέπει να πληροφορείται από τον έμπορο σχετικά με το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως και ότι η προθεσμία τουλάχιστον επτά ημερών την οποία προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας δεν αρχίζει να τρέχει παρά μόνον από τη στιγμή που ο καταναλωτής έχει λάβει από τον έμπορο τις σχετικές με το δικαίωμα αυτό πληροφορίες.
27 Η Volksbank υποστηρίζει ότι τα κατάλληλα μέτρα προστασίας των καταναλωτών είναι, βάσει του άρθρου 4, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων, όσα παρέχουν στον καταναλωτή τη δυνατότητα να αποφύγει τους εγγενείς κινδύνους της τοποθετήσεως χρημάτων, ανεξαρτήτως της υπαναχωρήσεως από τη συναφθείσα στο πλαίσιο κατ’ οίκον πωλήσεως σύμβαση.
28 Εν πάση περιπτώσει, η Volksbank προβάλλει, αφενός, ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Heininger αφορά τις πιστώσεις που εξασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτου και όχι τις συμβάσεις πιστώσεως όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη και, αφετέρου, ότι η προθεσμία ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως τρέχει, στην υπόθεση της κύριας δίκης, από την πλήρη εκτέλεση της επίμαχης συμβάσεως πιστώσεως και όχι από τη σύναψή της, όπως συνέβαινε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση.
29 Η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει, αφενός, ότι, δεδομένου ότι η επίδικη στην κύρια δίκη συμβατική σχέση, διάρκειας περίπου έξι ετών, εκτυλίχθηκε ορθά, ο έμπορος πρέπει να μπορεί να θεωρήσει, κατά το πέρας της εκτελέσεως της συμβάσεως και αφού εκπνεύσει η προθεσμία του ενός μήνα μετά την εκτέλεση αυτή, ότι η σχέση αυτή παύει να είναι δεκτική προσβολής. Αφετέρου, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία παρέχει στον καταναλωτή επαρκή χρόνο, ιδίως καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβάσεως και επί ένα μήνα μετά την πλήρη εκτέλεσή της, για να αποφασίσει για την υπαναχώρηση από τη συναφθείσα στο πλαίσιο κατ’ οίκον πωλήσεως σύμβαση. Επιπλέον, ο χρονικός περιορισμός αυτού του δικαιώματος υπαναχωρήσεως προβλέπεται και σε ορισμένες άλλες οδηγίες που αποβλέπουν στην προστασία του καταναλωτή.
30 Η Πολωνική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι ο χρονικός περιορισμός του δικαιώματος υπαναχωρήσεως στην περίπτωση των συμβάσεων που συνάπτονται εκτός εμπορικού καταστήματος, παρά την έλλειψη πληροφορήσεως ή την ελαττωματική πληροφόρηση όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, δεν αντιβαίνει, καταρχήν, στην οδηγία περί των κατ’ οίκον πωλήσεων. Ο περιορισμός αυτός πρέπει όμως να ρυθμιστεί έτσι ώστε να παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να λάβει γνώση των δικαιωμάτων του μέσω πληροφοριακών στοιχείων διαφορετικών από εκείνο που παρέσχε ο έμπορος. Σύμφωνα με την εν λόγω κυβέρνηση, ο εν λόγω περιορισμός, που συμπεριλαμβάνει τον καθορισμό της περιόδου κατά την οποία είναι δυνατή η άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, πρέπει να προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 4, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων, από την εθνική νομοθεσία κάθε κράτους μέλους.
31 Η Επιτροπή προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι ναι μεν δεν είναι θεμιτό, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση Heininger, να επιβάλλεται χρονικός περιορισμός στο δικαίωμα υπαναχωρήσεως με αφετηρία τη σύναψη της συμβάσεως, πλην όμως η επίδικη στην κύρια δίκη νομοθεσία αφορά χρονικό περιορισμό του δικαιώματος αυτού που έχει ως αφετηρία την πλήρη εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως.
Απάντηση του Δικαστηρίου
32 Πρέπει εξαρχής να επισημανθεί ότι η οδηγία περί των κατ’ οίκον πωλήσεων έχει ως κύριο αντικείμενο την προστασία του καταναλωτή από τον κίνδυνο που απορρέει από τις ιδιάζουσες περιστάσεις της συνάψεως συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Schulte, σκέψη 66).
33 Έτσι, η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων διευκρινίζει ότι ο καταναλωτής πρέπει να έχει δικαίωμα υπαναχωρήσεως επί επτά τουλάχιστον ημέρες, ώστε να μπορεί να εκτιμήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση. Το γεγονός ότι η κατώτατη προθεσμία των επτά ημερών πρέπει να υπολογίζεται από τη στιγμή που ο καταναλωτής έχει λάβει από τον έμπορο τις σχετικές με το δικαίωμα αυτό πληροφορίες εξηγείται από τον λόγο ότι, αν ο καταναλωτής δεν γνωρίζει την ύπαρξη του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, του είναι αδύνατον να το ασκήσει (προπαρατεθείσα απόφαση Heininger, σκέψη 45).
34 Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, η A. Hamilton έλαβε από τη Volksbank εσφαλμένες πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμά της υπαναχωρήσεως από την επίμαχη σύμβαση πιστώσεως, οπότε, σύμφωνα με τις γραπτές παρατηρήσεις της, στερήθηκε τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα αυτό, και, αφετέρου, ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης εκτέλεσαν πλήρως την εν λόγω σύμβαση.
35 Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 18 και 19 των προτάσεών του, η χορήγηση γραπτώς στον καταναλωτή εσφαλμένων πληροφοριών σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως πρέπει να εξομοιώνεται με έλλειψη κάθε σχετικής πληροφορίας, δεδομένου ότι στις δύο αυτές περιπτώσεις ο καταναλωτής παραπλανάται εξίσου ως προς το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως.
36 Για τέτοια ενδεχόμενα, η οδηγία περί των κατ’ οίκον πωλήσεων προβλέπει στο άρθρο της 4, τρίτο εδάφιο, ότι «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν για την πρόβλεψη κατάλληλων μέτρων προστασίας των καταναλωτών στην εθνική τους νομοθεσία».
37 Συνεπώς, στην υπόθεση της κύριας δίκης, τίθεται το ερώτημα αν ένα μέτρο βάσει του οποίου το κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας δικαίωμα υπαναχωρήσεως αποσβέννυται ένα μήνα μετά την πλήρη εκπλήρωση από τους συμβαλλομένους των υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση πιστώσεως μακροχρόνιας διάρκειας, όταν ο καταναλωτής έχει λάβει εσφαλμένες πληροφορίες σχετικά με την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, μπορεί πάντως να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 4, τρίτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας, ως κατάλληλο μέτρο προστασίας του καταναλωτή.
38 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι από την έννοια της φράσεως «κατάλληλ[-α] μέτρ[-α] προστασίας των καταναλωτών», στην οποία παραπέμπει το άρθρο 4, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων, προκύπτει ότι η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να προσδώσει στα μέτρα αυτά ενιαίο περιεχόμενο σε κοινοτικό επίπεδο.
39 Επιπλέον, από τον όρο «κατάλληλ[-α]», της εν λόγω διατάξεως, προκύπτει ότι τα εν λόγω μέτρα δεν αποσκοπούν στην απόλυτη προστασία των καταναλωτών. Ειδικότερα, η διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν τα κράτη μέλη πρέπει να ασκείται σύμφωνα τόσο με τον κύριο σκοπό της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων όσο και με τις λοιπές διατάξεις της.
40 Αν και, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως, η οδηγία περί των κατ’ οίκον πωλήσεων έχει ως κύριο σκοπό την προστασία του καταναλωτή, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τόσο από την όλη οικονομία όσο και από τη διατύπωση διαφόρων διατάξεων της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι η εν λόγω προστασία έχει κάποια όρια.
41 Έτσι, όσον αφορά ειδικότερα τον σκοπό της προθεσμίας υπαναχωρήσεως, η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας προβλέπει, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως, ότι η εν λόγω προθεσμία παρέχει στον καταναλωτή «[τη δυνατότητα] να εκτιμήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση» η οποία συνήφθη στο πλαίσιο κατ’ οίκον πωλήσεως. Ειδικότερα, από την αναφορά, στο πλαίσιο της εν λόγω αιτιολογικής σκέψεως, στην έννοια «υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση» προκύπτει ότι ο καταναλωτής μπορεί να υπαναχωρήσει από μια τέτοια σύμβαση όσο αυτή διαρκεί.
42 Ομοίως, η διάταξη η οποία ρυθμίζει την άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, ήτοι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «[ο] καταναλωτής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη μονομερή ανάληψη υποχρεώσεώς του». Ειδικότερα, από την ύπαρξη, στη διάταξη αυτή, του όρου «μονομερ[-ής] ανάληψη υποχρεώσ[‑εω]ς» προκύπτει, όπως προέβαλε η Volksbank κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως είναι δυνατή εκτός από την περίπτωση που για τον καταναλωτή δεν υφίσταται, κατά τον χρόνο της ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος, καμία δέσμευση που να απορρέει από τη σύμβαση από την οποία γίνεται η υπαναχώρηση. Η λογική αυτή ανάγεται σε μια από τις γενικές αρχές του αστικού δικαίου, ήτοι ότι η πλήρης εκτέλεση μιας συμβάσεως επέρχεται, κατά γενικό κανόνα, με την πραγματοποίηση των αμοιβαίων παροχών των συμβαλλομένων και τη λήξη της.
43 Άλλωστε, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, που ρυθμίζει τις συνέπειες της ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, η ειδοποίηση για την υπαναχώρηση έχει ως συνέπεια την απαλλαγή του καταναλωτή από «κάθε υποχρέωση που απορρέει από τη ματαιωθείσα σύμβαση». Από την παραπομπή από την εν λόγω διάταξη στην έννοια της «υποχρεώσεως» προκύπτει ότι η ύπαρξη των εν λόγω συνεπειών προϋποθέτει ότι ο καταναλωτής άσκησε το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως ως προς σύμβαση που ήταν υπό εκτέλεση, ενώ μετά την πλήρη εκτέλεση της συμβάσεως παύει να υφίσταται υποχρέωση.
44 Επιπλέον, σε σχέση με τις έννομες συνέπειες της υπαναχωρήσεως, ιδίως όσον αφορά την απόδοση των πληρωμών για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες και την επιστροφή των αγαθών, το άρθρο 7 της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων παραπέμπει στην εθνική νομοθεσία.
45 Επομένως, ένα μέτρο βάσει του οποίου η πλήρης εκπλήρωση από τους συμβαλλομένους των υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση πιστώσεως μακροχρόνιας διάρκειας συνεπάγεται την απόσβεση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως συνιστά «κατάλληλο μέτρο» κατά την έννοια του άρθρου 4, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων.
46 Η ερμηνεία αυτή δεν αναιρείται από τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Heininger και Schulte και την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2005, C‑229/04, Crailsheimer Volksbank (Συλλογή 2005, σ. I‑9273). Ειδικότερα, από τις σκέψεις 16 και 18 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Heininger, 26 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Schulte και 24 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Crailsheimer Volksbank προκύπτει ότι η ερμηνεία της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων που πραγματοποίησε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις αυτές αφορά τις συμβάσεις πιστώσεως που δεν έχουν πλήρως εκτελεστεί. Τούτο δεν συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης.
47 Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την προπαρατεθείσα απόφαση Heininger, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση αυτή, ότι η οδηγία περί των κατ’ οίκον πωλήσεων απαγορεύει στον εθνικό νομοθέτη να εφαρμόζει προθεσμία ενός έτους, από της συνάψεως της συμβάσεως, για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως που θεσπίζει το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, οσάκις στον καταναλωτή δεν παρασχέθηκαν οι πληροφορίες που προβλέπει το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας. Όπως προέβαλαν ορθώς η Volksbank, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, τούτο δεν συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης. Ειδικότερα, στην υπόθεση αυτή ο εθνικός νομοθέτης εφαρμόζει προθεσμία ενός μήνα από την πλήρη εκπλήρωση από τους συμβαλλομένους των υποχρεώσεων που απορρέουν από μια σύμβαση.
48 Σχετικά με την εν λόγω προθεσμία του ενός μήνα που προβλέπει η επίδικη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας περί των κατ’ οίκον πωλήσεων, η οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για την προστασία των καταναλωτών στον τομέα που καλύπτει.
49 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία περί των κατ’ οίκον πωλήσεων πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι ο εθνικός νομοθέτης δύναται να προβλέψει ότι το κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής δικαίωμα υπαναχωρήσεως μπορεί να ασκηθεί το αργότερο ένα μήνα μετά την πλήρη εκπλήρωση από τους συμβαλλομένους των υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση πιστώσεως μακροχρόνιας διάρκειας, όταν ο καταναλωτής έχει λάβει εσφαλμένες πληροφορίες για τον τρόπο άσκησης του εν λόγω δικαιώματος.
50 Δεδομένης της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η οδηγία 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι ο εθνικός νομοθέτης δύναται να προβλέψει ότι το κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής δικαίωμα υπαναχωρήσεως μπορεί να ασκηθεί το αργότερο ένα μήνα μετά την πλήρη εκπλήρωση από τους συμβαλλομένους των υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση πιστώσεως μακροχρόνιας διάρκειας, όταν ο καταναλωτής έχει λάβει εσφαλμένες πληροφορίες για τον τρόπο άσκησης του εν λόγω δικαιώματος.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy