Υπόθεση C-418/06 P
Βασίλειο του Βελγίου
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – ΕΓΤΠΕ – Αροτραίες καλλιέργειες – Εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ – Αξιόπιστο και λειτουργικό σύστημα ελέγχου – Δαπάνες αποκλειόμενες από την κοινοτική χρηματοδότηση – Κατ’ αποκοπή διόρθωση – Αναδρομική εφαρμογή της κανονιστικής ρυθμίσεως περί των ελέγχων – Σιωπηρές υποχρεώσεις – Αρχή της αναλογικότητας – Ασφάλεια δικαίου – Αρμοδιότητα κατά πλήρη δικαιοδοσία»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 729/70 και 3508/92· κανονισμοί της Επιτροπής 3887/92 και 2419/2001)
2. Γεωργία – ΕΓΤΠΕ – Εκκαθάριση των λογαριασμών
3. Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 729/70 και 1258/99)
4. Γεωργία – ΕΓΤΠΕ – Εκκαθάριση των λογαριασμών
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου)
5. Γεωργία – ΕΓΤΠΕ – Εκκαθάριση των λογαριασμών
(Άρθρο 229 ΕΚ)
1. Ακόμη και αν η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων και πριμοδοτήσεων δεν επιβάλλει ρητώς στα κράτη μέλη υποχρέωση θεσπίσεως μέτρων εποπτείας και ελέγχου, όπως τα επικαλούμενα από την Επιτροπή, στα πλαίσια της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, ούτε υποχρέωση μειώσεως της ληπτέας υπόψη επιφανείας κατά τον υπολογισμό των ενισχύσεων όταν η δηλωθείσα έκταση είναι μεγαλύτερη εκείνης που κωδικοποιήθηκε και αποθηκεύτηκε στο Ηλεκτρονικό Σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών (ΗΣΓΠ), γεγονός παραμένει ότι η σχετική υποχρέωση μπορεί να απορρέει, ενδεχομένως εμμέσως, από το γεγονός ότι, δυνάμει της εν λόγω νομοθεσίας, εναπόκειται στα κράτη μέλη να οργανώσουν αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου και εποπτείας.
Πράγματι, αφενός, ο διοικητικός έλεγχος, και η επιτόπια επιθεώρηση λογίζονται από τον κοινοτικό νομοθέτη ως δύο μέσα επαληθεύσεως, τα οποία, μολονότι διακριτά, αλληλοσυμπληρώνονται. Αφετέρου, ο εν λόγω διοικητικός έλεγχος, ο οποίος προηγείται των επιτόπιων επιθεωρήσεων, πρέπει να διενεργείται κατά τρόπον ώστε να παρέχεται στις εθνικές αρχές η ευχέρεια να συναγάγουν όλα τα πιθανά συμπεράσματα, ήτοι τις τυχόν βεβαιότητες ή αμφιβολίες, ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων. Ελλείψει επιτόπιου ελέγχου ή οποιασδήποτε άλλης συμπληρωματικής επαληθεύσεως, είναι αδύνατο να θεωρηθούν ως ακριβείς τόσο οι δηλωθείσες εκτάσεις όσο και οι προερχόμενες από το ΗΣΓΠ. Επομένως, η αντίφαση μεταξύ των ανωτέρω δύο πηγών πληροφοριών ενέχει τον κίνδυνο να συνιστά ανωμαλία ενδεικτική κινδύνου επελεύσεως ζημίας για το ΕΓΤΠΕ, ο οποίος υπαγορεύει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους θέσπιση μέτρων ελέγχου, αδιάφορο αν πρόκειται για επιτόπιους ελέγχους ή για οποιαδήποτε άλλη συμπληρωματική επαλήθευση.
(βλ. σκέψεις 68, 70, 72-73, 75)
2. Κατά τον σχεδιασμό των αφορωσών την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ αποφάσεων, κάθε περίπτωση πρέπει να εκτιμάται, κατ’ αρχήν, κεχωρισμένως προκειμένου να διαπιστωθεί αν το εν λόγω κράτος μέλος τήρησε ή όχι, κατά την πραγματοποίηση των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο επιταγές και, αν όχι, σε ποιο βαθμό δεν τις τήρησε. Ένα κράτος μέλος δικαιούται να επικαλεστεί την παραβίαση της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως μόνο στο μέτρο κατά το οποίο οι περιπτώσεις τις οποίες επικαλείται είναι τουλάχιστον συγκρίσιμες, υπό το φως του συνόλου των στοιχείων τα οποία τις χαρακτηρίζουν, μεταξύ των οποίων καταλέγονται ιδίως η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι δαπάνες, οι οικείοι τομείς και η φύση των προσαπτόμενων παρατυπιών. Συντρέχει ενδεχομένως απαγορευόμενη δυσμενής διάκριση οσάκις συγκρίσιμες καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό, εκτός και αν παρόμοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικά. Αφής στιγμής ένα κράτος μέλος διαθέτει, χάρη σε σύστημα το οποίο έθεσε σε λειτουργία αυτοβούλως, συναφείς πληροφορίες τις οποίες δεν διαθέτουν τα άλλα κράτη μέλη, δεν είναι συγκρίσιμη η κατάσταση του πρώτου με εκείνη των λοιπών κρατών μελών.
(βλ. σκέψεις 91-94)
3. Σε θέματα εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, το γεγονός ότι μια διαδικασία επιδέχεται βελτίωση δεν δικαιολογεί αφ’ εαυτού δημοσιονομική διόρθωση. Πρέπει να υφίσταται σημαντική παράλειψη κατά την εφαρμογή των ρητών κοινοτικών κανόνων και η παράλειψη αυτή πρέπει να εκθέτει το ΕΓΤΠΕ σε ενεστώτα κίνδυνο ζημίας ή παρατυπίας. Η δημοσιονομική διόρθωση μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και όταν οι παραλείψεις διαπιστώνονται κατά την εφαρμογή σιωπηρών κανόνων, στο μέτρο που η τήρηση των ως άνω σιωπηρών κανόνων καθίσταται αναγκαία προς διασφάλιση ρητού κανόνα.
(βλ. σκέψεις 124, 126)
4. Στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, ναι μεν έργο της Επιτροπής είναι να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων, πλην όμως, άπαξ αποδειχθεί η παράβαση αυτή, εναπόκειται στο κράτος μέλος να αποδείξει εν ανάγκη ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη όσον αφορά τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν εξ αυτού. Συναφώς, εφόσον η Επιτροπή, αντί να απορρίψει το σύνολο των δαπανών που αφορούν την παράβαση, κατέβαλε προσπάθεια να θεσπίσει κανόνες που διαφοροποιούν την αντιμετώπιση των περιπτώσεων παρατυπιών, ανάλογα με τον βαθμό ανεπαρκείας των ελέγχων και το μέγεθος του κινδύνου που διέτρεξε το ΕΓΤΠΕ, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει ότι τα εν λόγω κριτήρια είναι αυθαίρετα και ανεπιείκεια.
(βλ. σκέψεις 135, 138)
5. Σε θέματα του ΕΓΤΠΕ, ουδεμία διάταξη, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 229 ΕΚ, αναθέτει στα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα εξουσία πλήρους δικαιοδοσίας. Η αναγνώριση αρμοδιότητας των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων να δικάζουν κατά πλήρη δικαιοδοσία όταν πρόκειται για τα ποσά των θεσπιζόμενων με την Επιτροπή δημοσιονομικών διορθώσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, δεν ευρίσκει έρεισμα επί του φερόμενου χαρακτήρα της κυρώσεως που θα περιβάλλονταν οι εν λόγω διορθώσεις. Πράγματι, παρόμοιες δημοσιονομικές διορθώσεις σκοπούν στο να αποφεύγεται η επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με ποσά τα οποία δεν χρησίμευσαν στη χρηματοδότηση του επιδιωκόμενου με την επίμαχη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση σκοπού και ως εκ τούτου δεν συνιστούν κύρωση.
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 24ης Απριλίου 2008 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – ΕΓΤΠΕ – Αροτραίες καλλιέργειες – Εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ – Αξιόπιστο και λειτουργικό σύστημα ελέγχου – Δαπάνες αποκλειόμενες από την κοινοτική χρηματοδότηση – Κατ’ αποκοπή διόρθωση – Αναδρομική εφαρμογή της κανονιστικής ρυθμίσεως περί των ελέγχων – Σιωπηρές υποχρεώσεις – Αρχή της αναλογικότητας – Ασφάλεια δικαίου – Αρμοδιότητα κατά πλήρη δικαιοδοσία»
Στην υπόθεση C‑418/06 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ασκηθείσα στις 9 Οκτωβρίου 2006,
Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο αρχικώς από την A. Hubert, ακολούθως από την L. Van den Broeck, επικουρούμενες από τους H. Gilliams, P. de Bandt και L. Goossens, δικηγόρους,
αναιρεσείον,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. Nolin και L. Visaggio, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen, K. Schiemann, J. Makarczyk και C. Toader (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: M.-A. Gaudissart, προϊστάμενος διοικητικής μονάδας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Ιουνίου 2007,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Ιανουαρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την υπό κρίση αίτησή του αναιρέσεως, το Βασίλειο του Βελγίου ζητεί μεταξύ άλλων από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 25ης Ιουλίου 2006, T-221/04, Βασίλειο του Βελγίου κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑4515, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία απερρίφθη η προσφυγή του με αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 2004/136/ΕΚ της Επιτροπής, της 4ης Φεβρουαρίου 2004, σχετικά με τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, σχετικά με τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (EE L 40, σ. 31, στο εξής: επίδικη απόφαση), και, επικουρικώς, τη μείωση, όσον αφορά το οικείο κράτος μέλος, της δημοσιονομικής διορθώσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την επίδικη απόφαση και αφορά ποσόν ύψους 1 079 814 ευρώ·
– να κάνει δεκτά τα πρωτοδίκως διατυπωθέντα αιτήματά του και συνακόλουθα να ακυρώσει την επίδικη απόφαση·
– επικουρικώς, να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, αποφαινόμενο ως αρμόδιο κατά πλήρη δικαιοδοσία την οποία διαθέτει επί του θέματος, να μειώσει σε 1 491 085 ευρώ την επιβληθείσα από την Επιτροπή δημοσιονομική διόρθωση.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ χρηματοδότηση των δαπανών
2 Ο κανονισμός (EΟK) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 1995 (ΕΕ L 125, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 729/70), θέτει τους γενικούς κανόνες που διέπουν τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής. Ο κανονισμός (EK) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103), αντικατέστησε τον κανονισμό 729/70 όσον αφορά τις πραγματοποιούμενες από 1ης Ιανουαρίου 2000 δαπάνες.
3 Όπως προκύπτει από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, οι σκοπούσες στη ρύθμιση των γεωργικών αγορών παρεμβάσεις, οι οποίες επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων.
4 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70 προβλέπει ότι η Επιτροπή αποφασίζει την απόρριψη της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως, οσάκις διαπιστώνει ότι οι σχετικές δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
5 Το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1258/1999 είναι διατυπωμένο κατά τρόπο πανομοιότυπο με εκείνον του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70.
6 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
– εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτούμενων από το Ταμείο πράξεων,
– προλάβουν και διώξουν [παρατυπίες],
– ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας [παρατυπιών] ή αμελειών ποσά.
[…]»
7 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1258/1999 είναι διατυπωμένο κατά τρόπο πανομοιότυπο με εκείνον του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70.
Β – Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Επιτροπής
8 Η Επιτροπή υιοθέτησε στις 23 Δεκεμβρίου 1997 «κατευθυντήριες οδηγίες για τον υπολογισμό των οικονομικών συνεπειών κατά την κατάρτιση αποφάσεως σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων» (έγγραφο VI/5330/97 της Επιτροπής, στο εξής: κατευθυντήριες οδηγίες). Οι κατευθυντήριες οδηγίες προβλέπουν ότι επί των δηλωθεισών από κράτος μέλος δαπανών μπορεί να τύχει εφαρμογής κατ’ αποκοπή διόρθωση ύψους 2 %, 5 %, 10 % και 25 %, ενδεχομένως δε και μεγαλύτερη, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των διαπιστωθεισών κατά την εφαρμογή των ελέγχων παραβάσεων, εφόσον οι πληροφορίες που διαθέτει η Επιτροπή δεν επιτρέπουν την εκτίμηση των ζημιών που υπέστη η Ευρωπαϊκή Κοινότητα λόγω των ανωτέρω παραβάσεων.
Γ – Η κανονιστική ρύθμιση σε θέματα ελέγχου στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών
9 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (EE L 355, σ. 1), προβλέπει στα άρθρα 1 και 2 αυτού ότι κάθε κράτος μέλος δημιουργεί ένα τέτοιο ολοκληρωμένο σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μηχανογραφημένη βάση δεδομένων, αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων και ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου.
10 Το άρθρο 4 του κανονισμού 3508/92 διευκρινίζει, στην αρχική απόδοσή του, ότι το σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων δημιουργείται με βάση κτηματολογικά σχέδια και έγγραφα, άλλες χαρτογραφικές αναφορές ή με βάση αεροφωτογραφίες ή δορυφορικές εικόνες. Στην τροποποιημένη με τον κανονισμό (EK) 1593/2000 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000 (EE L 182, σ. 4), απόδοσή του, το ίδιο άρθρο προβλέπει ότι οι χρησιμοποιούμενες τεχνικές μέθοδοι στηρίζονται σε ηλεκτρονικό σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών (στο εξής: ΗΣΓΠ), το οποίο περιλαμβάνει κατά προτίμηση αεροπορική ή δορυφορική κάλυψη με ορθοεικόνιση.
11 Το άρθρο 8 του κανονισμού 3508/92 ορίζει:
«1. Το κράτος μέλος προβαίνει σε διοικητικό έλεγχο των αιτήσεων ενισχύσεως.
2. Οι διοικητικοί έλεγχοι συμπληρώνονται από επιτόπιους ελέγχους που διενεργούνται δειγματοληπτικά σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Για όλους αυτούς τους ελέγχους, το κράτος μέλος καταρτίζει σχέδιο δειγματοληψίας.
[…]
4. Οι εθνικές αρχές δύνανται, υπό όρους που θα καθοριστούν, να χρησιμοποιούν την τηλεανίχνευση για να προσδιορίζουν την έκταση και τη χρήση των αγροτεμαχίων και για να ελέγχουν την κατάστασή τους.
[…]»
12 Το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391, σ. 36), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 1678/98 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1998 (EE L 212, σ. 23, στο εξής: κανονισμός 3887/92), ορίζει:
«1. Οι διοικητικοί και οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τηρήσεως των όρων για την παροχή των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων.
2. Οι διοικητικοί έλεγχοι που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92 περιλαμβάνουν ιδίως:
α) διασταυρούμενους ελέγχους σχετικά με τα δηλωθέντα αγροτεμάχια και ζώα ώστε να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη διπλή χορήγηση ενισχύσεως εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους·
[…]
3. Οι επιτόπιοι έλεγχοι ασκούνται τουλάχιστον σε ευρύ δείγμα αιτήσεων. Το εν λόγω δείγμα πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον:
[…]
– 5 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων για “εκτάσεις” […]
Στην περίπτωση όπου, κατά τη διάρκεια των επιτόπιων επισκέψεων, εμφανιστούν σημαντικές παρατυπίες σε περιοχή ή σε τμήμα της, οι αρμόδιες αρχές πραγματοποιούν συμπληρωματικούς ελέγχους κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και αυξάνουν το ποσοστό των αιτήσεων της περιοχής αυτής ή του μέρους της, όπου θα πραγματοποιηθεί έλεγχος το επόμενο έτος.
4. Οι αιτήσεις που αποτελούν αντικείμενο επιτόπιων ελέγχων καθορίζονται από την αρμόδια αρχή, κυρίως βάσει αναλύσεως των κινδύνων καθώς επίσης και βάσει ενός στοιχείου αντιπροσωπευτικότητας των αιτήσεων που υποβλήθηκαν. Για την ανάλυση των κινδύνων λαμβάνονται υπόψη:
– το ποσό της ενισχύσεως,
– ο αριθμός των αγροτεμαχίων, της εκτάσεως ή του αριθμού ζώων για τα οποία έχει ζητηθεί η ενίσχυση,
– η εξέλιξη, σε σχέση με το προηγούμενο έτος,
– οι διαπιστώσεις των ελέγχων που διενεργήθηκαν τα προηγούμενα έτη,
– άλλες παράμετροι που θα ορίσουν τα κράτη μέλη,
– [παραβάσεις] του κανονισμού (EK) 820/97.
[…]
7. Ο καθορισμός της εκτάσεως των αγροτεμαχίων πραγματοποιείται με κάθε πρόσφορο μέσο που καθορίζει η αρμόδια αρχή και που εξασφαλίζει ακρίβεια μετρήσεως τουλάχιστον ανάλογη με εκείνη που απαιτείται για τις επίσημες μετρήσεις σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις. Η εν λόγω αρχή καθορίζει ένα περιθώριο ανοχής, λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τη χρησιμοποιούμενη τεχνική μετρήσεως, την ακρίβεια των διαθέσιμων επίσημων εγγράφων, την τοπική κατάσταση (όπως είναι η κλίση ή μορφή των αγροτεμαχίων) και τις διατάξεις του επόμενου εδαφίου.
[…]
8. Το κράτος μέλος εξακριβώνει με κάθε πρόσφορο τρόπο την επιλεξιμότητα των αγροτεμαχίων. Για τον σκοπό αυτό ζητεί, αν είναι ανάγκη, την προσκόμιση συμπληρωματικών αποδείξεων.
[…]»
13 Το άρθρο 9 του κανονισμού 3887/92 ορίζει:
«1. Όταν διαπιστωθεί ότι η πράγματι καθορισθείσα έκταση είναι μεγαλύτερη από τη δηλωθείσα στην αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως για εκτάσεις, για τον υπολογισμό του ύψους της ενισχύσεως λαμβάνεται υπόψη η δηλωθείσα έκταση.
2. Όταν διαπιστωθεί ότι η δηλωθείσα στην αίτηση ενισχύσεως έκταση υπερβαίνει την καθορισθείσα έκταση, το ποσό της ενισχύσεως υπολογίζεται βάσει της εκτάσεως που έχει πράγματι καθοριστεί κατά τη διάρκεια του ελέγχου. […]
[…]»
14 Το άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού (EK) 2419/2001 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου (EE L 327, σ. 11), ορίζει:
«[…] αν η δηλωθείσα σε αίτηση ενισχύσεως έκταση υπερβαίνει την καθορισθείσα για την εν λόγω ομάδα καλλιεργειών έκταση κατόπιν διοικητικών ή επιτόπιων ελέγχων, για τον υπολογισμό της ενισχύσεως χρησιμοποιείται η καθορισθείσα έκταση για την εν λόγω ομάδα καλλιεργειών.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς όπως προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
15 Από το έτος 1996, οι βελγικές αρχές υιοθέτησαν σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων βάσει αεροφωτογραφιών προερχομένων από το ΗΣΓΠ, όπως προβλέπει το άρθρο 4 του κανονισμού 3508/92. Στην επί των εν λόγω αεροφωτογραφιών αναγνώριση των αγροτεμαχίων προέβαιναν οι ίδιοι οι έχοντες τη γεωργική εκμετάλλευση με σήμανση διά χειρός, ακολούθως δε η διοίκηση προέβαινε σε κωδικοποίηση δια γραφήματος των ως άνω στοιχείων με την αποθήκευσή τους στο ΗΣΓΠ.
16 Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70 και το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999, οι επιφορτισμένες με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ υπηρεσίες της Επιτροπής προέβησαν σε ελέγχους εντός του Βελγίου στις 15 και 17 Μαΐου 2001 σχετικά με το τμήμα των αροτραίων καλλιεργειών ενόψει της εκκαθαρίσεως για τα οικονομικά έτη 1999, 2000 και 2001. Οι ως άνω υπηρεσίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υφίσταντο παρατυπίες σχετικά με τους διενεργηθέντες από τις βελγικές αρχές ελέγχους.
17 Κατόπιν ανταλλαγείσας αλληλογραφίας, της διμερούς συσκέψεως μεταξύ του οικείου κράτους μέλους και της Επιτροπής, όπως προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (EK) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 729/70 όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (EE L 158, σ. 6), και απόπειρας συνδιαλλαγής σύμφωνα με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (EE L 182, σ. 45), η Επιτροπή εξέδωσε στις 30 Σεπτεμβρίου 2003 συνοπτική έκθεση (στο εξής: συνοπτική έκθεση).
18 Όπως προκύπτει από την ανωτέρω συνοπτική έκθεση, η Επιτροπή θεώρησε, αφενός, ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν είχε τηρήσει ούτε το άρθρο 8 του κανονισμού 3508/92, ούτε τα άρθρα 6 και 9 του κανονισμού 3887/92, λόγω της καθυστερήσεως κωδικοποιήσεως των αγροτεμαχίων εντός του ΗΣΓΠ, παρεμποδίζοντας με τον τρόπο αυτόν ορισμένους φακέλους να ληφθούν υπόψη κατά την ανάλυση των κινδύνων. Αφετέρου, η Επιτροπή διαπίστωσε παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων λόγω του ότι δεν υπήρξε μείωση της εκτάσεως των δηλωθέντων με τις αιτήσεις ενισχύσεως αγροτεμαχίων (στο εξής: δηλωθείσα έκταση) και/ή μη διενεργείας επιτόπιων ελέγχων, καθόσον οι διενεργηθέντες διοικητικοί έλεγχοι ανέφεραν ότι η δηλωθείσα έκταση υπερέβαινε την έκταση των ως άνω αγροτεμαχίων τα οποία είχαν κωδικοποιηθεί και αποθηκευθεί στο ΗΣΓΠ (στο εξής: έκταση ΗΣΓΠ).
19 Συναφώς, στο σημείο B.7.1.1 της εν λόγω συνοπτικής εκθέσεως αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διενήργησαν έρευνες σχετικά με τις παρατυπίες που διαπιστώθηκαν μέσω του βελγικού συστήματος διοικητικού ελέγχου για τα έτη εσοδείας 1999 έως 2001. Προκύπτει ότι το βελγικό σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών (ΣΓΠ) συνιστούσε χρήσιμο εργαλείο για τον εντοπισμό των πιθανών ανωμαλιών ή παρατυπιών. Πάντως, αφής στιγμής επισημάνθηκαν διαφορές μεταξύ των στοιχείων που περιελάμβανε το ΣΓΠ και των εκτάσεων που δηλώσαν οι γεωργοί, δεν ελήφθησαν πάντοτε τα κατάλληλα μέτρα. Οι επιτόπιοι επανέλεγχοι διενεργήθηκαν απλώς σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων όπου η απόκλιση υπερέβαινε το 5 % όσον αφορά το επίπεδο της ομάδας καλλιεργείας. Ορισμένες αιτήσεις περί καταβολής ενισχύσεως, για τις οποίες οι πρόδηλες διαφορές υπερέβαιναν το 5 %, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο συμπληρωματικής έρευνας, οι δε ενισχύσεις καταβλήθηκαν με βάση τη δηλωθείσα έκταση. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαφορά ήταν μικρότερη του 5 %, οι αιτήσεις ουδόλως θεωρήθηκαν παράτυπες, οι δε ενισχύσεις καταβλήθηκαν χωρίς συμπληρωματική έρευνα με βάση τη δηλωθείσα έκταση.
Εξάλλου, σε όλες τις περιπτώσεις οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο επιτόπιου ελέγχου, η δηλωθείσα από τον γεωργό έκταση έγινε δεκτή από το σύστημα και μνεία της γινόταν στην προεκτυπωμένη αίτηση που είχε αποσταλεί στον γεωργό για το επόμενο έτος. […]
Οι βελγικές αρχές διευκρίνισαν ότι για τον (επαν)υπολογισμό του ύψους της ενισχύσεως μπορούσαν να ληφθούν υπόψη μόνον οι εκτάσεις που είχαν μετρηθεί όντως επιτόπου.
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν συμφωνούν με το επιχείρημα ότι η διαπιστωθείσες, στα πλαίσια διοικητικού ελέγχου και χάρη στο ΣΓΠ, διαφορές δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να δικαιολογηθεί εννόμως ως επιχείρημα μείωση του ποσού της ενισχύσεως· ως εκ τούτου, εκτιμούν ότι κατά την παρακολούθηση των επισημανθεισών παρατυπιών κατόπιν του διοικητικού ελέγχου δεν διασφαλίστηκε η δέουσα αυστηρότητα. Το ότι το Ταμείο υπέστη ζημία οφείλεται σαφώς στο γεγονός ότι οι βελγικές αρχές δεν μείωσαν το ύψος της ενισχύσεως και/ή δεν επέβαλαν κυρώσεις.»
20 Στο σημείο B.7.1.3 της συνοπτικής εκθέσεως, παρατίθενται τα ακόλουθα:
«Εν συμπεράσματι, το Βέλγιο δεν διενήργησε με τον προσήκοντα τρόπο ή σύμφωνα με την εφαρμοστέα κανονιστική διάταξη ορισμένους παρεπόμενους ελέγχους. Το Βέλγιο ευθύνεται για υπέρβαση των αναλαμβανομένων από το Ταμείο δαπανών καθόσον δεν μείωσε τις δηλωθείσες εκτάσεις και/ή δεν διενήργησε επιτόπιους ελέγχους στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες ο διοικητικός έλεγχος έκανε μνεία παρατυπιών που περιείχαν οι δηλώσεις.»
21 Η Επιτροπή εξέδωσε στις 4 Φεβρουαρίου 2004, την επίδικη απόφαση, προβλέποντας ότι, όσον αφορά τις αροτραίες καλλιέργειες, οι εγκριθείσες από το Βασίλειο του Βελγίου και δηλωθείσες στα πλαίσια του ΕΓΤΠΕ, τμήμα «Εγγυήσεων», για τα οικονομικά έτη 2000-2002, δαπάνες του ή των οργανισμών πληρωμής μειώνονταν κατ’ αποκοπή με την επιβολή διορθώσεως ύψους 2 %, αντιστοιχούσας σε ποσό ύψους 9 322 809 ευρώ, λόγω ελλείψεων στους δευτερεύοντες ελέγχους.
III – Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
22 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Απριλίου 2004, το Βασίλειο του Βελγίου άσκησε προσφυγή αιτούμενο την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Με διάταξη της 8ης Ιουνίου 2004, το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου όπου πρωτοκολλήθηκε υπό τον αριθμό T‑221/04.
23 Προς στήριξη της προσφυγής του, το Βασίλειο του Βελγίου επικαλέστηκε τρεις λόγους ακυρώσεως αρυόμενους, πρώτον, από τη μη παράβαση του άρθρου 8 του κανονισμού 3508/92 και των άρθρων 6 και 9 του κανονισμού 3887/92, δεύτερον, από τη μη τήρηση, εκ μέρους της Επιτροπής, των τεθεισών με τις κατευθυντήριες γραμμές προϋποθέσεων, όσον αφορά τις έννοιες της σημαντικής παραλείψεως κατά την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων και του πραγματικού κινδύνου επελεύσεως ζημίας στο ΕΓΤΠΕ, και, τέλος, τρίτον, από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό του ύψους της δημοσιονομικής διορθώσεως.
24 Ζήτησε από το Πρωτοδικείο να ακυρώσει εν μέρει την επίδικη απόφαση στον βαθμό που προέβλεπε, όσον αφορά το Βασίλειο του Βελγίου, κατ’ αποκοπή διόρθωση ύψους 2 % ή, επικουρικώς, βάσει της αρμοδιότητάς του να επιλαμβάνεται κατά πλήρη δικαιοδοσία, να μειώσει το ύψος της αποκλεισθείσας από τη χρηματοδότηση δαπάνης σε ποσό ύψους 1 079 814 ευρώ και, τέλος, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
25 Η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
26 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Πρωτοδικείο έκρινε κατ’ αρχάς απαράδεκτο το σκέλος του αιτήματος σχετικά με τη μείωση της δημοσιονομικής διορθώσεως, με το αιτιολογικό ότι, σε θέματα του ΕΓΤΠΕ, καμία διάταξη δεν ανέθετε στα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα την αρμοδιότητα να αποφαίνονται κατά πλήρη δικαιοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 229 ΕΚ.
27 Ακολούθως, αποφαινόμενο επί της ουσίας, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε τη σχετική με το ΕΓΤΠΕ νομολογία ως εξής:
«29 Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί μόνον τις πραγματοποιούμενες σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις παρεμβάσεις στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (βλ., απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Φεβρουαρίου 2005, C-300/02, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-1341, σκέψη 32 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30 Επιβάλλεται επίσης η υπόμνηση ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι συντρέχει παράβαση των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (βλ. προπαρατεθείσα στη σκέψη 29 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 33 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Πάντως, η Επιτροπή δεν οφείλει να αποδείξει εξαντλητικώς την ανεπάρκεια των διενεργηθέντων από τις εθνικές διοικήσεις ελέγχων ή την αντικανονικότητα των διαβιβασθέντων από αυτές αριθμητικών στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο περί της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας της έναντι των συγκεκριμένων ελέγχων ή αριθμητικών στοιχείων (βλ. προπαρατεθείσα στη σκέψη 29 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 34 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31 Εξάλλου, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν μπορεί να ανασκευάζει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, χωρίς να στηρίζει τους δικούς του ισχυρισμούς σε στοιχεία αποδεικνύοντα την ύπαρξη αξιόπιστου και λειτουργικού συστήματος ελέγχου. Εφόσον δεν αποδεικνύει επιτυχώς ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν ευσταθούν, αυτές συνιστούν στοιχεία ικανά να γεννήσουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη θέσπιση κατάλληλου και αποτελεσματικού συνόλου μέτρων εποπτείας και ελέγχου (βλ. προπαρατεθείσα στη σκέψη 29 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 35 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
32 Ο ανωτέρω μετριασμός της απαιτούμενης εκ μέρους της Επιτροπής αποδείξεως εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος μέλος είναι καλύτερα σε θέση να συλλέξει και να επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, οπότε σ’ αυτό εναπόκειται να προσκομίσει την πλέον εμπεριστατωμένη και πλήρη απόδειξη του αληθούς των ελέγχων ή των στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακριβείας των ισχυρισμών της Επιτροπής (βλ. προπαρατεθείσα στη σκέψη 29 απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 36 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33 Ο εν λόγω νομολογιακός ορισμός του βάρους της αποδείξεως δεν αναιρείται από την απαντώσα στις κατευθυντήριες γραμμές προϋπόθεση ότι τυχόν κατ’ αποκοπή δημοσιονομική διόρθωση προϋποθέτει την ύπαρξη “σοβαρής παραλείψεως” κατά την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων. Αφενός, η ανωτέρω προϋπόθεση πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως έτερης προϋποθέσεως της προηγούμενης παραγράφου των κατευθυντήριων γραμμών, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή οφείλει να επιβάλει κατ’ αποκοπήν διορθώσεις εφόσον διαπιστώσει ότι δεν εφαρμόστηκε δεόντως μέτρο ελέγχου απαιτούμενο ρητώς από κανονισμό ή “εμμέσως αναγκαίο για την τήρηση ρητού κανόνα”. Αφετέρου, το να απαιτείται από την Επιτροπή όχι μόνον να προσκομίζει αποδεικτικό στοιχείο περί σοβαρών και εύλογων αμφιβολιών που έχει η ίδια, αλλά και να καταδεικνύει την ύπαρξη σοβαρής παραλείψεως κατά την εφαρμογή ρητών κοινοτικών κανόνων αντίκειται προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το βάρος της αποδείξεως, νομολογία η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά την έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών (βλ., όσον αφορά παράλληλη εφαρμογή της ανωτέρω νομολογίας και των κατευθυντήριων γραμμών, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Ιανουαρίου 2003, C-157/00, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-153, σκέψεις 28, 29, 35 και 36, και της 24ης Φεβρουαρίου 2005, C‑318/02, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψεις 34 και 35).»
28 Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, έπρεπε να εξεταστεί η προβληθείσα από τη Βελγική Κυβέρνηση επιχειρηματολογία έναντι των λόγων στους οποίους η Επιτροπή είχε στηρίξει την επίδικη απόφαση.
29 Προβαίνοντας σε από κοινού εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως και του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε, στις σκέψεις 47 έως 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, υπό τον τίτλο «Επί της σημασίας των παρατυπιών που επισήμανε η Επιτροπή», ότι οι αποκλίσεις μεταξύ της δηλωθείσας εκτάσεως και της εκτάσεως ΗΣΓΠ, η οποία ήλθε στο φως κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου, συνιστούσαν ανωμαλίες ενδεικτικές εν δυνάμει παρατυπιών που περιείχαν οι αιτήσεις ενισχύσεως και συνεπάγονταν κίνδυνο ζημίας για το ΕΓΤΠΕ.
30 Στη σκέψη 49 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι οι διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών δεν υποχρέωναν τα κράτη μέλη να κάνουν χρήση του ΗΣΓΠ. Πάντως, εκτίμησε ότι, έχοντας εξοπλισθεί εκ των προτέρων με το ΗΣΓΠ, ήτοι προτού ακόμα τούτο καταστεί υποχρεωτικό ή περιπέσει σε αχρησία λόγω του γενικευμένου ελέγχου μέσω δορυφορικής τηλεανιχνεύσεως, οι βελγικές αρχές διέθεταν όργανο ελέγχου ικανό να παράσχει χρήσιμες ενδείξεις πέραν των ρητώς προβλεπομένων από το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 υποχρεώσεων. Κατά το Πρωτοδικείο, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αγνοήσει το ανωτέρω στοιχείο κατά τη διαμόρφωση της απόψεώς της ότι υφίσταται σοβαρή και εύλογη αμφιβολία, σαφώς ενδεικτική κινδύνου ζημίας για το ΕΓΤΠΕ, απλώς και μόνον με τη δικαιολογία ότι το σύστημα που εντόπισε τα στοιχεία αυτά δεν ήταν υποχρεωτικό ή δεν προοριζόταν για τον σκοπό αυτόν.
31 Ακολούθως, το Πρωτοδικείο έκανε δεκτό, στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η ισχύουσα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών κανονιστική ρύθμιση δεν επέβαλε ρητώς στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προστρέχουν στις λεπτομέρειες ελέγχου που απαιτούσε η Επιτροπή με τη συνοπτική έκθεσή της. Πάντως, κατά τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου, εδραζόμενη επί τούτου στην απορρέουσα από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 1990, C‑8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-2321, σκέψη 16), και της 14ης Απριλίου 2005, C-468/02, Ισπανία κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 35) νομολογία, οι συναφείς υποχρεώσεις, ήτοι να υπάρξει αντίδραση αναφορικά με τις εντοπισθείσες από το ΗΣΓΠ παρατυπίες, απέρρεαν, ενδεχομένως εμμέσως, από την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση, δυνάμει της οποίας εναπόκειται στα κράτη μέλη να οργανώσουν αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου και επιτηρήσεως.
32 Με τις σκέψεις 53 και 54 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι, όπως προέκυπτε από την ανωτέρω κανονιστική ρύθμιση, τα κράτη μέλη οφείλουν να οργανώσουν συνολικά διοικητικούς ελέγχους και επιτόπιους ελέγχους ικανούς να διασφαλίσουν ότι τηρούνται ορθώς οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις χορηγήσεως των ενισχύσεων. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι, όπως προέκυπτε επίσης από τη νομολογία, ο διοικητικός έλεγχος, ο οποίος προηγείται των επιτόπιων ελέγχων, πρέπει να διενεργείται κατά τρόπο επιτρέποντα στις εθνικές αρχές να συναγάγουν όλα τα πιθανά συμπεράσματα, ήτοι τις τυχόν βεβαιότητες ή αμφιβολίες, ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως των ενισχύσεων (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 1996, C-41/94, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-4733, σκέψη 17, και της 14ης Απριλίου 2005, προπαρατεθείσα, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 40).
33 Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, ενώπιον ενός κινδύνου επελεύσεως ζημίας για το ΕΓΤΠΕ, ο οποίος εντοπίστηκε σαφώς κατά τη διενέργεια του διοικητικού ελέγχου, η απραξία των βελγικών αρχών θα ισοδυναμούσε σαφώς με μη θέσπιση των εμμέσως αναγκαίων μέτρων ελέγχου προκειμένου να τηρηθεί ένας από τους ρητούς κανόνες που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
34 Εξ αυτού, το Πρωτοδικείο συνήγαγε, στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι βελγικές αρχές όφειλαν να αντιδράσουν στις εντοπισθείσες από το ΗΣΓΠ παρατυπίες.
35 Όσον αφορά τα θεσπισθέντα από το Βασίλειο του Βελγίου μέτρα, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις και ενόψει των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν κατά τις διενεργηθείσες τον μήνα Μάιο του έτους 2001 επαληθεύσεις, η Επιτροπή βασίμως διατηρούσε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την ακρίβεια των δηλωθεισών εκτάσεων και ως προς την αποτελεσματικότητα των διενεργηθέντων ελέγχων.
36 Ακολούθως, στις σκέψεις 65 έως 70 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκανε δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, λόγω όψιμης κωδικοποιήσεως των στοιχείων εντός του ΗΣΓΠ, ορισμένοι φάκελοι διέφυγαν ενός επιτόπιου ελέγχου. Το Πρωτοδικείο έκρινε μεταξύ άλλων ότι:
«69 Η Βελγική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε συναφή στοιχεία ικανά να ανατρέψουν τις διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τη μη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου λόγω όψιμης κωδικοποιήσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορισμένος αριθμός φακέλων διέφυγε παρόμοιο έλεγχο (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Νοεμβρίου 2005, C-307/03, Ιταλία κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψεις 33 έως 35).
70 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι κανένα αφορών το ΕΓΤΠΕ κείμενο δεν προέβλεπε κωδικοποίηση διά γραφήματος πριν από τις 31 Αυγούστου κάθε έτους. Πράγματι, η απουσία ρητώς επιβαλλόμενων υποχρεώσεων δεν δύναται να διαλύσει τις οφειλόμενες στην έλλειψη επιτόπιου ελέγχου αμφιβολίες. Εν πάση περιπτώσει, αφής στιγμής η σχετική καθυστέρηση συνεπάγεται έλλειψη ελέγχου, έρχεται σε αντίθεση με τη γενική υποχρέωση αναφορικά με τη δυνατότητα διενεργείας παρόμοιων ελέγχων. Ομοίως, το γεγονός ότι επιτόπιοι έλεγχοι διενεργήθηκαν μετά τις 31 Αυγούστου και είχαν ως αποτέλεσμα διορθώσεις δεν σημαίνει ότι πραγματοποιήθηκαν όλοι οι αναγκαίοι έλεγχοι και δεν καταδεικνύει ότι οι ως άνω επιτόπιοι έλεγχοι ήσαν προϊόν αποτελεσματικής αναλύσεως των κινδύνων η οποία έλαβε χώρα μετά τις 31 Αυγούστου.»
37 Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα, στις σκέψεις 71 και 72 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το προσφεύγον κράτος μέλος δεν είχε προσκομίσει επαρκή στοιχεία ικανά να αντικρούσουν τις σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες της Επιτροπής σχετικά με την αξιοπιστία των ελέγχων, αμφιβολίες που προέκυψαν από το ότι δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη παρατυπίες που εντοπίστηκαν με το ΗΣΓΠ και από την έλλειψη ελέγχων. Έκρινε ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή νομιμοποιούνταν να επιβάλει δημοσιονομική διόρθωση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, απερρίφθησαν ο πρώτος λόγος ακυρώσεως καθώς και το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως.
38 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, αντλούμενο από την απουσία ενεστώτος κινδύνου επελεύσεως ζημίας για το ΕΓΤΠΕ, και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, αντλούμενο από τον στερούμενο αναλογικότητας χαρακτήρα της κατ’ αποκοπή διορθώσεως σε σχέση με τη ζημία που θα υφίστατο στην πράξη το ΕΓΤΠΕ, σκέλος και λόγο που το Πρωτοδικείο εκτίμησε από κοινού, τούτο δεν προσέφυγε στη μέθοδο υπολογισμού που πρότεινε το Βασίλειο του Βελγίου προκειμένου να καταδείξει τη φερόμενη έλλειψη αναλογικότητας των δημοσιονομικών διορθώσεων που εφαρμόστηκαν. Στις σκέψεις 88 και 90 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, υπογραμμίστηκε μεταξύ άλλων ότι η υπεργενικευμένη εκτίμηση στην οποία προέβη η Βελγική Κυβέρνηση και υποτίθεται ότι καταδεικνύει την ανώτατη ζημία που υπέστη το ΕΓΤΠΕ δεν ελάμβανε υπόψη την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ενώ ήταν αδύνατο να συναχθεί αν περιελάμβανε ή όχι τους φακέλους που είχαν αποτελέσει αντικείμενο όψιμης κωδικοποιήσεως.
39 Δεδομένου ότι το οικείο κράτος μέλος δεν κατέστη εφικτό να καταδείξει την ανώτατη ζημία που υπέστη το ΕΓΤΠΕ, το Πρωτοδικείο συνήγαγε, στις σκέψεις 92 και 93 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ορθώς η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να επιβάλει κατ’ αποκοπή διόρθωση, η οποία δεν ήταν δυνατό, καθ’ υπόθεση, να έχει παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας, δοθέντος ότι ορίστηκε στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές, ήτοι το 2 %, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αμφισβητήθηκαν από το Βασίλειο του Βελγίου.
40 Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο απέρριψε το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως καθώς και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως.
41 Υπό τις περιστάσεις αυτές, απερρίφθη η προσφυγή και το Βασίλειο του Βελγίου καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα.
IV – Τα αιτήματα των διαδίκων
42 Με την παρούσα αίτησή του αναιρέσεως, το Βασίλειο του Βελγίου ζητεί από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και την επίδικη απόφαση της Επιτροπής,
– επικουρικώς, να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, βάσει της αρμοδιότητάς του να αποφαίνεται κατά πλήρη δικαιοδοσία, να μειώσει τη δημοσιονομική διόρθωση σε ποσό ύψους 1 491 085 ευρώ·
– έτι επικουρικότερον, να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου.
43 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του Βασιλείου του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
V – Οι λόγοι αναιρέσεως
44 Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, το Βασίλειο του Βελγίου προβάλλει, κατ’ ουσίαν, πέντε λόγους αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αντλούμενους αντιστοίχως από:
– παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών·
– παράβαση των άρθρων 8 του κανονισμού 3508/92 και 6 και 9 του κανονισμού 3887/92·
– αθετήσεις της υποχρεώσεως περί αιτιολογήσεως·
– παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, και
– πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την έλλειψη αρμοδιότητας των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων να αποφαίνονται κατά πλήρη δικαιοδοσία επί των ποσών των δημοσιονομικών διορθώσεων που θεσπίζει η Επιτροπή σε θέματα ΕΓΤΠΕ.
Α – Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
45 Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά διαπιστώνοντας, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, «οσάκις εμφαίνεται από το ΗΣΓΠ στα πλαίσια του διοικητικού ελέγχου, ότι η δηλωθείσα με αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως έκταση είναι ανώτερη της εκτάσεως ΗΣΓΠ, η σχετική απόκλιση συνιστά αντικανονικότητα ενδεικτική εν δυνάμει παρατυπίας της ανωτέρω αιτήσεως», καθόσον, «αν η έκταση ΗΣΓΠ αντιστοιχεί κατά το μάλλον και ήττον στην πραγματική έκταση σε σχέση με τη δηλωθείσα με την αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως, τότε η καταβολή της ενισχύσεως βάσει της εκτάσεως, με γνώμονα τη δηλωθείσα έκταση, συνεπάγεται αχρεώστητη καταβολή υπέρ του αιτούντος και ως εκ τούτου ζημία για το ΕΓΤΠΕ».
46 Παρόμοιος ισχυρισμός εκφράζει πεπλανημένη αντίληψη της λειτουργίας του ΗΣΓΠ που έθεσε σε εφαρμογή το Βασίλειο του Βελγίου. Κατ’ αυτό, συνιστά, παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών στον βαθμό που το Πρωτοδικείο λαμβάνει το ΗΣΓΠ ως εργαλείο μετρήσεως μεγαλύτερης ακριβείας ως προς τα πραγματικά δεδομένα της εκτάσεως έναντι των δηλωθέντων από τους έχοντες την εκμετάλλευση και ως εκ τούτου το σύστημα αυτό καθιστούσε εφικτή τη διαπίστωση των παρατυπιών και τον σαφή εντοπισμό των κινδύνων επελεύσεως ζημιών για το ΕΓΤΠΕ. Κατά το οικείο κράτος μέλος, το ΗΣΓΠ στόχευε στον εντοπισμό των αγροτεμαχίων και στην ανίχνευση των επικαλυπτόμενων αγροτεμαχίων, καθώς και των διπλών δηλώσεων, χωρίς να προσφέρεται για τον προσδιορισμό των πραγματικών εκτάσεων των αγροτεμαχίων, ιδίως λόγω της παλαιότητας ορισμένων φωτογραφιών των οποίων έγινε χρήση.
47 Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν εξέλαβε ότι το ΗΣΓΠ αποτελούσε όργανο μετρήσεως αλλ’ ότι η μη σύμπτωση της δηλωθείσας εκτάσεως με την έκταση ΗΣΓΠ έδιδε λαβή για σοβαρές αμφιβολίες ως προς το υποστατό της δηλωθείσας από τον γεωργό επιφανείας. Επιπλέον, ο στόχος που το Βασίλειο του Βελγίου αποδίδει στο ΗΣΓΠ είναι ανεπαρκής υπό το φως των επιταγών που θέτει το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3887/92, το οποίο προβλέπει ότι ο διοικητικός έλεγχος των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων περιλαμβάνει ιδίως διασταυρούμενους ελέγχους. Η χρήση του επιρρήματος «ιδίως» σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι ο διοικητικός έλεγχος εκτείνεται και σε άλλα μέτρα εκτός των διασταυρούμενων επαληθεύσεων.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
48 Διαπιστώνεται ότι το Πρωτοδικείο εκκινεί, με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, από τη διαπίστωση ότι, αν η δηλωθείσα με την αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως έκταση υπερέβαινε την έκταση ΗΣΓΠ, τούτο συνιστούσε ανωμαλία ενδεικτική πιθανής παρατυπίας της αιτήσεως. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή και αν υποτεθεί ότι η έκταση ΗΣΓΠ αντιστοιχεί ακριβέστερα προς την πραγματική έκταση έναντι της δηλωθείσας με την αίτηση ενισχύσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε απλώς ότι, υπό παρόμοιες περιστάσεις, η καταβολή της ενισχύσεως βάσει της επιφανείας, με γνώμονα τη δηλωθείσα έκταση, συνεπαγόταν ενδεχομένως πληρωμή αχρεωστήτως καταβληθείσα υπέρ του αιτούντος και ως εκ τούτου ζημία για το ΕΓΤΠΕ.
49 Πάντως, ουδόλως το Πρωτοδικείο διατύπωσε την άποψη ότι το ΗΣΓΠ συνιστούσε αξιόπιστο όργανο μετρήσεως, όπως τείνει να του προσάψει το Βασίλειο του Βελγίου. Απαντώντας στους ισχυρισμούς του οικείου κράτους μέλους σχετικά με την ανακρίβεια των δεδομένων ΗΣΓΠ, αντιθέτως, υπογράμμισε, στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η ανακρίβεια των στοιχείων αυτών δεν σήμαινε ότι στερούνταν παντελώς σημασίας, αλλά, αντιθέτως, ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί ο κίνδυνος επελεύσεως ζημίας στο ΕΓΤΠΕ. Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε την ανακρίβεια των στοιχείων ΗΣΓΠ. Πάντως, διαπιστώνοντας ότι η σχετική ανακρίβεια δεν επέτρεπε να συναχθεί αν επήλθε ή όχι ζημία, συνήγαγε εξ αυτού ότι από τις ούτως αποκαλυφθείσες ανωμαλίες συναγόταν κίνδυνος ζημίας για το ΕΓΤΠΕ.
50 Πράγματι, το Πρωτοδικείο κατέτεινε, ιδίως στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο να θεωρήσει το ΗΣΓΠ όχι ως όργανο μετρήσεως αλλ’ ως όργανο ελέγχου μέσω του οποίου μπορούσαν να εντοπιστούν οι δηλωθείσες εκτάσεις. Έτσι, πρόθεσή του δεν ήταν να προσδώσει μεγαλύτερη αξιοπιστία στα στοιχεία που αφορούσαν τις εκτάσεις ΗΣΓΠ από εκείνα που στηρίζονταν στις αιτήσεις ενισχύσεως.
51 Όσον αφορά την ικανότητα του ΗΣΓΠ να εντοπίσει ανωμαλίες, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τόσο οι δηλωθείσες εκτάσεις όσο και οι εκτάσεις ΗΣΓΠ προέρχονταν in fine από δηλώσεις των γεωργών, και συγκεκριμένα, οι μεν πρώτες αντιστοιχούσαν στις δηλωθείσες από αυτούς εκτάσεις με τα έντυπα της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεως, οι δε δεύτερες προέκυπταν από την εκ μέρους τους διά χειρός σήμανση επί των αεροφωτογραφιών.
52 Έτσι, ελλείψει επιτόπιου ελέγχου ή οποιασδήποτε άλλης συμπληρωματικής επαληθεύσεως, ήταν αδύνατη η επιβεβαίωσή τους ως ορθών τόσο των δηλωθεισών εκτάσεων όσο και εκείνων του ΗΣΓΠ. Επομένως, η αντίφαση μεταξύ των ανωτέρω δύο πληροφοριακών πηγών ενείχε τον κίνδυνο να συνιστά ανωμαλία (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-377/99, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I-7421, σκέψη 48, καθώς και της 12ης Ιανουαρίου 2006, C‑183/03, Γερμανία κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψεις 61 και 62).
53 Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, αν προέκυπτε από το ΗΣΓΠ, στα πλαίσια του διοικητικού ελέγχου, ότι η δηλωθείσα έκταση ήταν μεγαλύτερη της εκτάσεως του ΗΣΓΠ, η σχετική απόκλιση συνιστούσε ανωμαλία ενδεικτική εν δυνάμει παρατυπίας της αιτήσεως.
54 Επομένως, είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Β – Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παράβαση των άρθρων 8 του κανονισμού 3508/92 και 6 και 9 του κανονισμού 3887/92
55 Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, τέσσερα σκέλη τα οποία πρέπει να εξεταστούν κεχωρισμένως.
1. Επί του πρώτου σκέλους το οποίο αντλείται από παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 3887/92
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
56 Το Βασίλειο του Βελγίου θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 3887/92, κρίνοντας ότι, υιοθετώντας το ΗΣΓΠ, το οικείο κράτος μέλος διέθετε κατάλληλο μέσο μετρήσεως της επιφανείας των αγροτεμαχίων, ενώ, αφενός, η επιλογή των οργάνων μετρήσεως ανήκει αποκλειστικά στα κράτη μέλη και, αφετέρου, το οικείο κράτος μέλος είχε επιλέξει να προβεί σε επίσημη μέτρηση μέσω γεωμέτρη ή μέσω φωτοερμηνείας δορυφορικών εικόνων.
57 Έτσι, το Πρωτοδικείο αδυνατούσε να διαπιστώσει, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι βελγικές αρχές είχαν εξοπλιστεί, μέσω του ΗΣΓΠ τους, με όργανο ελέγχου δυνάμενο να παράσχει κατάλληλες ενδείξεις πέραν των ρητών υποχρεώσεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού.
58 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι βελγικές αρχές επέλεξαν αυτοβούλως να κάνουν χρήση των αεροφωτογραφιών προκειμένου να διενεργήσουν τους απαιτούμενους με τον κανονισμό 3508/92 διοικητικούς ελέγχους. Επομένως, όφειλαν να συναγάγουν εξ αυτού όλες τις συνέπειες σε περίπτωση διαφορών μεταξύ της δηλωθείσας εκτάσεως και της εκτάσεως ΗΣΓΠ, όπερ δεν έπραξαν. Πέραν τούτου, η αναφορά στο άρθρο 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 3887/92 είναι αλυσιτελής καθόσον η σχετική διάταξη ως προς τις μεθόδους μετρήσεως εφαρμόζεται επί του προσδιορισμού της επιφανείας των αγροτεμαχίων στο πλαίσιο του επιτόπιου ελέγχου.
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
59 Υπενθυμίζεται ότι, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν αναγνώρισε στο βελγικό ΗΣΓΠ την ιδιότητα του οργάνου μετρήσεως. Το γεγονός ότι έκρινε, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το ΗΣΓΠ ήταν όργανο ελέγχου ικανό να παράσχει κατάλληλες ενδείξεις πέραν των ρητών υποχρεώσεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, δεν αναιρεί την ως άνω διαπίστωση.
60 Επομένως, δεν μπορεί να προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι προσδιόρισε το ίδιο αντί του Βασιλείου του Βελγίου το όργανο μετρήσεως που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 7, του ιδίου κανονισμού για τους σκοπούς του προσδιορισμού της επιφανείας των αγροτεμαχίων.
61 Συνεπώς, είναι απορριπτέο το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
2. Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως σχετικά με τις σιωπηρές υποχρεώσεις
α) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
62 Το Βασίλειο του Βελγίου προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι επέβαλε αναδρομικώς στα κράτη μέλη τις λεπτομέρειες ελέγχου που είχε θεσπίσει η Επιτροπή με τη συνοπτική έκθεσή της και είχαν αποτελέσει βάση της επίδικης αποφάσεώς της, μολονότι η ισχύουσα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών κανονιστική ρύθμιση δεν επέβαλε την υποχρέωση προσφυγής στις εν λόγω λεπτομέρειες. Έτσι, τα κράτη μέλη όφειλαν, αν η δηλωθείσα έκταση ήταν μεγαλύτερη της εκτάσεως ΗΣΓΠ, είτε να προβούν σε επιτόπιο έλεγχο είτε να μειώσουν την προς επιδότηση έκταση.
63 Κατά το Βασίλειο του Βελγίου, τέτοιες υποχρεώσεις παραβιάζουν το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 3887/92, δυνάμει του οποίου ο επιτόπιος έλεγχος έπρεπε να διενεργηθεί απλώς επί σημαντικού δείγματος αντιπροσωπευτικού τουλάχιστον του 5 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων.
64 Εξάλλου, η ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση δεν προέβλεπε, στο πλαίσιο των διοικητικών ελέγχων, μείωση της προς επιδότηση επιφανείας αποκλειστικά και μόνο βάσει των δεδομένων ΗΣΓΠ. Παρόμοια μείωση προβλεπόταν, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, μόνον αν η δηλωθείσα έκταση ήταν μεγαλύτερη εκείνης που είχε όντως προσδιοριστεί. Παρόμοιος προσδιορισμός ήταν από απόψεως δικαίου εφικτός, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ratione temporis δίκαιο, μόνο στο πλαίσιο επιτόπιου ελέγχου κατά την απορρέουσα από την απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Νοεμβρίου 2002, C-417/00, Agrargenossenschaft Pretzsch (Συλλογή 2002, σ. I-11053, σκέψη 48) νομολογία. Ασφαλώς, η υποχρέωση μειώσεως κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου θεσπίστηκε με το άρθρο 31 του κανονισμού 2419/2001, ο οποίος, όμως, άρχισε να ισχύει από το έτος συγκομιδής 2002.
65 Περαιτέρω, η επιβολή τέτοιων σιωπηρών υποχρεώσεων δεν ήταν αναγκαία στο μέτρο που το κράτος μέλος είχε λάβει υπόψη τις προπαρατεθείσες ανωμαλίες στο πλαίσιο της αναλύσεως των κινδύνων.
66 Τέλος, οι ως άνω σιωπηρές υποχρεώσεις παραβιάζουν, αφενός, την αρχή της ασφαλείας δικαίου, καθόσον επιβάλλουν κύρωση στους έχοντες την εκμετάλλευση κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου, μολονότι παρόμοια κύρωση προβλεπόταν από την ισχύουσα ratione temporis κανονιστική ρύθμιση μόνο για τις διαπιστωθείσες στο πλαίσιο επιτόπιου ελέγχου παρατυπίες. Αφετέρου, οι σιωπηρές αυτές υποχρεώσεις παραβιάζουν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων καθόσον τιμωρούν το μόνο κράτος μέλος που έθεσε σε λειτουργία ακριβές και προωθημένο σύστημα βασιζόμενο σε αεροφωτογραφίες πέραν των υποχρεώσεων που υπείχε κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου.
67 Η Επιτροπή υπενθυμίζει, κατ’ αρχάς, ότι ο διοικητικός έλεγχος πρέπει να αφορά το σύνολο των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων. Επομένως, για να προσδώσει πρακτική αποτελεσματικότητα στον οικείο διοικητικό έλεγχο, το Βασίλειο του Βελγίου όφειλε να αντιδράσει ενώπιον του γεγονότος ότι εμφανίστηκαν αποκλίσεις μεταξύ της δηλωθείσας εκτάσεως και της εκτάσεως ΗΣΓΠ. Ως εκ τούτου, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αδράνεια των βελγικών αρχών ισοδυναμούσε με μη θέσπιση των μέτρων ελέγχου τα οποία ήσαν εμμέσως αναγκαία για την τήρηση των ρητών κανόνων που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Δεν πρόκειται για επινόηση σιωπηρών υποχρεώσεων, αλλά για τη διαπίστωση εγγενών με την τήρηση των ισχυόντων ρητών κανόνων υποχρεώσεων.
68 Όσον αφορά τη σιωπηρή υποχρέωση μειώσεως της ληπτέας υπόψη επιφανείας κατά τον υπολογισμό των ενισχύσεων όταν η δηλωθείσα έκταση είναι μεγαλύτερη της εκτάσεως ΗΣΓΠ, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η νομολογία του Δικαστηρίου προβλέπει την ανωτέρω υποχρέωση στα πλαίσια οποιασδήποτε μορφής ελέγχων και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι βελγικές αρχές μπορούσαν να προβούν σε επιτόπιο έλεγχο για τους σκοπούς της οικείας μειώσεως. Εξάλλου, το άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 2419/2001, το οποίο προβλέπει παρόμοια μείωση κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου, αποσαφηνίζει απλώς το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, το οποίο εφαρμοζόταν ratione temporis.
69 Κατά την Επιτροπή, ο ισχυρισμός σχετικά με την ασφάλεια δικαίου είναι ανερμάτιστος καθόσον, όπως υπενθύμισε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι βελγικές αρχές ήσαν σε θέση να προβούν σε επιτόπιο έλεγχο. Εξάλλου, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, την οποία επικαλέστηκε το Βασίλειο του Βελγίου, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογή σε καταστάσεις, στα πλαίσια των οποίων τα κράτη μέλη δύνανται, δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας, να επιλέξουν μεταξύ πλειόνων εναλλακτικών τεχνικών. Αφής στιγμής επέλεξε μέθοδο εντοπισμού, έστω και αν ήταν ακριβέστερη από την επιλεγείσα από τα άλλα κράτη μέλη, το Βασίλειο του Βελγίου όφειλε να κάνει χρήση των στοιχείων που προέκυπταν από το συγκεκριμένο μέσο προκειμένου να προβεί σε ελέγχους σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92.
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
70 Προκαταρκτικώς, διαπιστώνεται ότι, όπως υπενθύμισε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ακόμη και αν η σχετική κοινοτική νομοθεσία δεν επιβάλλει ρητώς στα κράτη μέλη υποχρέωση θεσπίσεως μέτρων εποπτείας και ελέγχου, όπως τα επικαλούμενα από την Επιτροπή, στα πλαίσια της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, γεγονός παραμένει ότι η σχετική υποχρέωση μπορεί να απορρέει, ενδεχομένως εμμέσως, από το γεγονός ότι, δυνάμει της εν λόγω νομοθεσίας, εναπόκειται στα κράτη μέλη να οργανώσουν αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου και εποπτείας (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1990, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 16, και της 14ης Απριλίου 2005, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 35).
71 Επομένως, τίθεται το ερώτημα αν οι υποχρεώσεις, στις οποίες αναφέρθηκε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απορρέουν ρητώς από την υποχρέωση των κρατών μελών να οργανώσουν αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου και εποπτείας, και αν, ενδεχομένως, παρόμοιες υποχρεώσεις παραβιάζουν ορισμένες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
i) Επί του περιεχομένου και της υπάρξεως των αμφισβητούμενων σιωπηρών υποχρεώσεων
72 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί, αφενός, ότι ο διοικητικός έλεγχος και η επιτόπια επιθεώρηση λογίζονται από τον κοινοτικό νομοθέτη ως δύο μέσα επαληθεύσεως, τα οποία, μολονότι διακριτά, αλληλοσυμπληρώνονται (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 1996, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 43, και της 14ης Απριλίου 2005, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 39). Αφετέρου, ο εν λόγω διοικητικός έλεγχος, ο οποίος προηγείται των επιτόπιων επιθεωρήσεων, πρέπει να διενεργείται κατά τρόπον ώστε να παρέχεται στις εθνικές αρχές η ευχέρεια να συναγάγουν όλα τα πιθανά συμπεράσματα, ήτοι τις τυχόν βεβαιότητες ή αμφιβολίες, ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 1996, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 17, και Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 40).
73 Όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 52 της παρούσας αποφάσεως, ελλείψει επιτόπιου ελέγχου ή οποιασδήποτε άλλης συμπληρωματικής επαληθεύσεως, ήταν αδύνατο να θεωρηθούν ως ακριβείς τόσο οι δηλωθείσες εκτάσεις όσο και οι προερχόμενες από το ΗΣΓΠ. Επομένως, η αντίφαση μεταξύ των ανωτέρω δύο πηγών πληροφοριών ενείχε τον κίνδυνο να συνιστά ανωμαλία ενδεικτική κινδύνου επελεύσεως ζημίας για το ΕΓΤΠΕ.
74 Ενόψει παρόμοιων ανωμαλιών, επομένως, οι εθνικές αρχές όφειλαν να συναγάγουν όλα τα πιθανά συμπεράσματα, ήτοι τις τυχόν βεβαιότητες ή αμφιβολίες, ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως των ενισχύσεων.
75 Εξ αυτού έπεται ότι παρόμοιες ανωμαλίες υπαγόρευαν την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους θέσπιση μέτρων ελέγχου, αδιάφορο αν πρόκειται για επιτόπιους ελέγχους ή για οποιαδήποτε άλλη συμπληρωματική επαλήθευση, και ότι παρίστατο ανεπαρκές, προκειμένου να αρθούν οι αμφιβολίες σχετικά με την ανακρίβεια των δηλωθεισών εκτάσεων, το ότι έγινε συνυπολογισμός κατά την ανάλυση των κινδύνων των εν λόγω ανωμαλιών.
76 Επομένως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η επιχειρηματολογία του Βασιλείου του Βελγίου, η οποία κατατείνει στο να αμφισβητήσει την ύπαρξη εν προκειμένω σιωπηρών υποχρεώσεων προς διενέργεια των επιτοπίων ελέγχων και άλλων διοικητικών ελέγχων.
77 Ομοίως, διαπιστώνεται ότι, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ορθώς συνήγαγε ότι οι αποκαλυφθείσες με το ΗΣΓΠ ανωμαλίες ελήφθησαν ανεπαρκώς υπόψη, και τούτο, μολονότι συνυπολογίστηκαν κατά την ανάλυση των κινδύνων των εν λόγω ανωμαλιών.
78 Όσον αφορά την απαντώσα στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως υποχρέωση να χωρήσει μείωση, ασφαλώς, το Πρωτοδικείο εκτίμησε, στη επόμενη σκέψη της αποφάσεώς του, ότι η σχετική υποχρέωση απέρρεε, ενδεχομένως σιωπηρώς, από την υποχρέωση των κρατών μελών να οργανώσουν αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου και επιτηρήσεως, πάντως, δεν διευκρίνισε ρητώς την έκταση της υποχρεώσεως αυτής. Επομένως, οι ελλείψεις των δευτερευόντων ελέγχων λόγω της απουσίας επιτόπιων ελέγχων και/ή μειώσεων των δηλωθεισών εκτάσεων, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου συζητήσεως, νοούνται μόνον υπό το φως της συνοπτικής εκθέσεως με την οποία διατυπώθηκαν και αναπτύχθηκαν αρχικώς οι συναφείς αιτιάσεις.
79 Όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 19 και 20 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή προσήψε κατ’ ουσία στο οικείο κράτος μέλος, στο σημείο B.7.1.1. της εκθέσεώς της, ότι δεν διασφάλισε με την αναγκαία αυστηρότητα την παρακολούθηση των ανωμαλιών που είχαν εντοπιστεί κατόπιν του διοικητικού ελέγχου, στο δε σημείο B.7.1.3., ότι δεν προέβη στη μείωση των δηλωθεισών εκτάσεων και/ή δεν προέβη σε επιτόπιους ελέγχους όταν ο διοικητικός έλεγχος έφερε στο φως ανωμαλίες. Ασφαλώς, η Επιτροπή διατύπωσε την άποψη ότι οι διαφορές μεταξύ των δηλωθεισών εκτάσεων και των εκτάσεων ΗΣΓΠ, οι οποίες διαπιστώθηκαν στο στάδιο του διοικητικού ελέγχου, μπορούσαν να δικαιολογήσουν, από απόψεως δικαίου, μείωση του ποσού της ενισχύσεως, πλην όμως δεν εξέφρασε άποψη επί των συγκεκριμένων λεπτομερειών που θα επέτρεπαν να χωρήσει παρόμοια μείωση.
80 Εξ αυτού έπεται ότι η Επιτροπή δεν απαίτησε από το Βασίλειο του Βελγίου να προβεί σε μείωση των προς επιδότηση εκτάσεων με βάση απλώς και μόνο τα στοιχεία ΗΣΓΠ, όπως υποστηρίζει το οικείο κράτος μέλος.
81 Περαιτέρω, το οικείο κράτος μέλος δεν μπορεί να προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι απαίτησε, με τις σκέψεις 51 και 52 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τη μείωση των δηλωθεισών εκτάσεων με βάση τα στοιχεία απλώς και μόνον των επιφανειών ΗΣΓΠ. Πράγματι, παρόμοια απαίτηση ουδόλως απαντά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
82 Επομένως, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες οι αφορώσες φερόμενη υποχρέωση μειώσεως των δηλωθεισών εκτάσεων με βάση τις εκτάσεις ΗΣΓΠ αιτιάσεις.
ii) Επί του ασυμβιβάστου των υποχρεώσεων σιωπηρών υποχρεώσεων με ορισμένες επιταγές απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο
83 Κατ’ αρχάς, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, του ισχύοντος ratione temporis κανονισμού 3887/92, οποιαδήποτε μείωση επιδοτήσεως μπορούσε να χωρήσει μόνο βάσει νομίμως διαπιστωθεισών εκτάσεων, εν προκειμένω κατόπιν επιτόπιου ελέγχου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν πάση περιπτώσει, το αναιρεσείον κράτος μέλος είχε τη δυνατότητα να προβεί σε παρόμοιο έλεγχο προκειμένου να μειώσει την προς επιδότηση έκταση.
84 Επομένως, δεν μπορεί να προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 και την προπαρατεθείσα, απορρέουσα από την απόφαση Agrargenossenschaft Pretschz, νομολογία επειδή έκρινε ότι οι βελγικές αρχές όφειλαν να αντιδράσουν με τον ενδεδειγμένο τρόπο έναντι των ανωμαλιών που έφερε στο φως το ΗΣΓΠ κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου.
85 Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η επισήμανση ότι οι στόχοι του κανονισμού 3887/92 έγκεινται, σύμφωνα με την έβδομη και ένατη αιτιολογική σκέψη αυτού, αντιστοίχως, στο να ελεγχθεί αποτελεσματικά η τήρηση των διατάξεων στον τομέα των κοινοτικών ενισχύσεων και να θεσπισθούν διατάξεις σκοπούσες στην πρόληψη και στην αποτελεσματική επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση τελέσεως μη συννόμων πράξεων και απάτης (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Agrargenossenschaft Pretzsch, σκέψη 33).
86 Έτσι, ενόψει ανωμαλιών αφορωσών την ακρίβεια των δηλωθεισών εκτάσεων, τυχόν υποχρέωση διενεργείας επιτόπιων ελέγχων και/ή μειώσεων των δηλωθεισών εκτάσεων κατόπιν προσδιορισμού αυτών, πόρρω απέχοντας του να αντίκειται προς την εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση, εξυπηρετεί στην πραγματικότητα τους στόχους της ανωτέρω κανονιστικής ρυθμίσεως, υπόμνηση των οποίων έγινε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
87 Ακολούθως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι σιωπηρές υποχρεώσεις στις οποίες αναφέρθηκε το Πρωτοδικείο ουδόλως παραβιάζουν τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 3887/92, δυνάμει των οποίων επιτόπιος έλεγχος έπρεπε να διενεργηθεί μόνον επί σημαντικού δείγματος αντιπροσωπευτικού τουλάχιστον του 5 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων.
88 Πράγματι, αφενός, η ανωτέρω διάταξη προβλέπει έλεγχο, εκ μέρους του κράτους μέλους, τουλάχιστον του 5 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων, γεγονός που δεν αποκλείει τη δυνατότητα διενεργείας των ελέγχων σε μεγαλύτερο ποσοστό των αιτήσεων, αφετέρου, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι φάκελοι που εμφάνισαν τις ανωμαλίες εκπροσωπούσαν μόλις το 2,1 % έως 4 % των υποβληθεισών αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων.
89 Όσον αφορά τη φερόμενη παραβίαση της αρχής περί ασφαλείας δικαίου, υπογραμμίζεται ότι, στα πλαίσια του διοικητικού ελέγχου, σε περίπτωση ανωμαλίας, αποκαλυπτικής πιθανής υπερεκτιμήσεως της δηλωθείσας εκτάσεως, το ύψος της ενισχύσεως μπορούσε να διορθωθεί βάσει της προσδιορισθείσας στην πραγματικότητα εκτάσεως στα πλαίσια επιτόπιου ελέγχου.
90 Κατόπιν αυτού, το Βασίλειο του Βελγίου δεν μπορεί να επικαλείται, υπέρ των εχόντων εκμετάλλευση, την αρχή περί ασφαλείας δικαίου υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε τυχόν μείωση της προς επιδότηση επιφανείας κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου.
91 Όσον αφορά τη φερόμενη παραβίαση της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως, υπογραμμίζεται, καταρχάς, ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εκτιμάται, κατ’ αρχήν, κεχωρισμένως προκειμένου να διαπιστωθεί αν το εν λόγω κράτος μέλος τήρησε ή όχι, κατά την πραγματοποίηση των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο επιταγές και, αν όχι, σε ποιο βαθμό δεν τις τήρησε (αποφάσεις της 18ης Μαΐου 2000, C-242/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-3421, σκέψη 129, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-263/98, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I-6063, σκέψη 132).
92 Τούτο δεν σημαίνει ότι ένα κράτος μέλος δεν δικαιούται να επικαλεστεί την παραβίαση της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως. Πάντως, μπορεί να το πράξει μόνο στο μέτρο κατά το οποίο οι περιπτώσεις τις οποίες επικαλείται είναι τουλάχιστον συγκρίσιμες, υπό το φως του συνόλου των στοιχείων τα οποία τις χαρακτηρίζουν, μεταξύ των οποίων καταλέγονται ιδίως η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι δαπάνες, οι οικείοι τομείς και η φύση των προσαπτόμενων παρατυπιών (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις της 18ης Μαΐου 2000, Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 130, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 133).
93 Ακολούθως, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, συντρέχει ενδεχομένως απαγορευόμενη δυσμενής διάκριση οσάκις συγκρίσιμες καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό, εκτός και αν παρόμοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικά (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 18ης Μαΐου 1994, C‑309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. I-1853, σκέψη 26, και της 13ης Σεπτεμβρίου 2001, C‑375/99, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑5983, σκέψη 28).
94 Αφής στιγμής το Βασίλειο του Βελγίου διέθετε, χάρη σε σύστημα το οποίο έθεσε σε λειτουργία αυτοβούλως, συναφείς πληροφορίες τις οποίες δεν διέθεταν τα άλλα κράτη μέλη, ενώπιον αδυναμίας χρησιμοποιήσεως ενός τέτοιου συστήματος μη υποχρεωτικού κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, δεν ήσαν συγκρίσιμες η κατάσταση του Βασιλείου του Βελγίου με εκείνη των λοιπών κρατών μελών (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψεις 135 και 136, καθώς και της 13ης Σεπτεμβρίου 2001, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 29)
95 Εξ αυτών έπεται ότι, δεδομένου ότι οι καταστάσεις δεν ήσαν συγκρίσιμες, δεν υπήρξε προσβολή της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως.
96 Επομένως, κρίνοντας, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να αγνοήσει τις επίδικες ανωμαλίες απλώς και μόνον επειδή το σύστημα βάσει του οποίου εντοπίστηκαν δεν ήταν υποχρεωτικό ή δεν προοριζόταν για τον σκοπό αυτό, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
97 Υπό το φως των προεκτεθέντων, είναι απορριπτέο το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
3. Επί του τρίτου σκέλους σχετικά με τη εφαρμογή ενός περιθωρίου ανοχής κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου
α) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
98 Με το σκέλος αυτό, το Βασίλειο του Βελγίου προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 του κανονισμού 3508/92 και 6 και 9 του κανονισμού 3887/92, καθόσον έκρινε εσφαλμένα ότι το βελγικό σύστημα ελέγχου δεν ήταν αποτελεσματικό λόγω της απουσίας παρακολουθήσεως των στοιχείων που προέρχονταν από το ΗΣΓΠ. Το Πρωτοδικείο δικαιολόγησε την απόρριψη της επιχειρηματολογίας της Βελγικής Κυβερνήσεως βάσει ενός και μόνο λόγου, πεπλανημένου περί το δίκαιο, ήτοι ότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στο στάδιο των διοικητικών ελέγχων κανένα περιθώριο ανοχής.
99 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το περιθώριο ανοχής που επικαλέστηκαν οι βελγικές αρχές δεν αφορά τους φυσικούς ελέγχους και τις συνδεόμενες με τους ανωτέρω τύπους ελέγχων αβεβαιότητες. Τούτο δεν δικαιολογεί περιθώριο ανοχής στα πλαίσια των διοικητικών ελέγχων, καθόσον η έκταση των αγροτεμαχίων αναφοράς πρέπει να προηγείται οποιασδήποτε αιτήσεως και οποιασδήποτε μορφής ελέγχων, περιλαμβανομένων των διοικητικών.
100 Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι γίνεται δεκτό ένα περιθώριο ανοχής κατά την αρχική δημιουργία των αγροτεμαχίων αναφοράς, η οποία πραγματοποιείται δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού 3508/92, πλην όμως παρόμοιο περιθώριο δεν μπορεί να χρησιμοποιείται, αφής στιγμής άρχισε να λειτουργεί το σύστημα, κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο και συνεχή όπως έπραξαν οι βελγικές αρχές.
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
101 Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι όντως το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου, ήταν απαράδεκτο οποιοδήποτε περιθώριο ανοχής. Πάντως, στη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι οι διενεργηθέντες από τις βελγικές αρχές έλεγχοι δεν ήσαν σε θέση να παρεμποδίσουν την καταβολή των ενισχύσεων χωρίς συμπληρωματικές έρευνες για ορισμένες περιπτώσεις που εμφάνιζαν ανωμαλία άνω του 5 % και για όλες τις περιπτώσεις που εμφάνιζαν ανωμαλία κατώτερη του 5 %.
102 Επομένως, ανεξάρτητα από το ζήτημα της εφαρμογής περιθωρίου ανοχής ύψους 5 % κατά το στάδιο του διοικητικού ελέγχου, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε εν πάση περιπτώσει ελλείψεις κατά τους διενεργηθέντες ελέγχους, όσον αφορά τους φακέλους που εμφάνιζαν απόκλιση άνω του 5 % μεταξύ της δηλωθείσας εκτάσεως και εκείνης που προέκυπτε από το ΗΣΓΠ.
103 Επομένως, δεν ασκεί επιρροή το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
4. Επί του τέταρτου σκέλους σχετικά με την όψιμη κωδικοποίηση των στοιχείων εντός του ΗΣΓΠ
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
104 Με το σκέλος αυτό, το Βασίλειο του Βελγίου επιδιώκει να καταδείξει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το άρθρο 8 του κανονισμού 3508/92, καθώς και τα άρθρα 6 και 9 του κανονισμού 3887/92, καθόσον έκρινε εσφαλμένα ότι το σύστημα ελέγχου που έθεσαν σε λειτουργία οι βελγικές αρχές δεν ήταν αποτελεσματικό λόγω όψιμης κωδικοποιήσεως των αφορώντων τα γραφήματα δεδομένων εντός του ΗΣΓΠ.
105 Το οικείο κράτος μέλος προσάπτει επίσης στο Πρωτοδικείο ότι αθέτησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως με τη συλλογιστική που ανέπτυξε στις σκέψεις 65 έως 70 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο δεν δικαιολόγησε, μεταξύ άλλων, το πώς η διά γραφήματος κωδικοποίηση και ανάλυση των κινδύνων μετά τις 31 Αυγούστου αποτελούσαν στοιχεία συστατικά καθυστερήσεως εφόσον δεν γινόταν αναφορά τέτοιας ημερομηνίας στην κανονιστική ρύθμιση. Ομοίως, δεν επανέλαβε την επιχειρηματολογία της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι οι διενεργηθέντες μετά τις 31 Αυγούστου επιτόπιοι έλεγχοι ήσαν εξίσου αποτελεσματικοί με τους διενεργηθέντες πριν από την ως άνω ημερομηνία, στο μέτρο κατά το οποίο, για ορισμένες καλλιέργειες, οι γαίες όπου έχει χωρήσει θερισμός δεν έχουν ακόμη οργωθεί κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, ενώ, για άλλους τύπους καλλιεργειών, οι συγκομιδές πραγματοποιούνται μόνον περί τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου, και μάλιστα αρχές του μηνός Νοεμβρίου.
106 Η Επιτροπή εκτιμά ότι η συζητηθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου αιτίαση αφορούσε όχι την όψιμη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων, όπως φαίνεται να εξυπονοεί το Βασίλειο του Βελγίου, αλλά την όψιμη εισαγωγή των αφορώντων τα γραφήματα στοιχείων εντός του ΗΣΓΠ. Η όψιμη αυτή κωδικοποίηση των στοιχείων εντός του ΗΣΓΠ δεν επέτρεψε την έγκαιρη διενέργεια των διοικητικών ελέγχων, παρεμποδίζοντας ή καθυστερώντας για τον λόγο αυτό την πραγματοποίηση των μεταγενέστερων επιτόπιων ελέγχων. Εξάλλου, οι βελγικές αρχές αναγνώρισαν ότι η όψιμη εισαγωγή των των αφορώντων τα γραφήματα στοιχείων εντός του ΗΣΓΠ είχε κάποιο αντίκτυπο στην επιλογή των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων στο πλαίσιο της αναλύσεως των κινδύνων.
β) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
107 Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται να τονιστεί, όπως υπενθύμισε η Επιτροπή, ότι, με τις σκέψεις 65 έως 70 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν ήλεγξε την αποτελεσματικότητα των διενεργηθέντων μετά τις 31 Αυγούστου επιτόπιων ελέγχων αλλά την καθυστερημένη κωδικοποίηση των δεδομένων σχετικά με τις εκτάσεις εντός του ΗΣΓΠ η οποία δεν επέτρεπε ως εκ τούτου την έγκαιρη διενέργεια των διοικητικών ελέγχων, παρεμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό τους επιτόπιους ελέγχους.
108 Όσον αφορά την έλλειψη αιτιολογήσεως, τα επιχειρήματα που ανέπτυξε συναφώς η Βελγική Κυβέρνηση είναι αβάσιμα. Πράγματι, στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξήγησε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι τυχόν καθυστερημένη κωδικοποίηση ήταν ενδεχομένως γενεσιουργός αμφιβολιών ως προς το αξιόπιστο των ελέγχων που επρόκειτο να ακολουθήσουν. Έκρινε επίσης ότι το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρούσε το γεγονός ότι καμία διάταξη αφορώσα του ΕΓΤΠΕ δεν προέβλεπε διά γραφήματος κωδικοποίηση πριν από τις 31 Αυγούστου κάθε έτους.
109 Ως προς την ορθότητα των σχετικών συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε το Πρωτοδικείο, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αναγνωρίσει ότι, σύμφωνα με τον στόχο και την οικονομία του κανονισμού 3887/92, το άρθρο 6, παράγραφος 3, αυτού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τόσο οι αρχικοί όσο και οι συμπληρωματικοί έλεγχοι πρέπει να διενεργούνται εφόσον εξακολουθούν να υφίστανται αποδεικτικά στοιχεία περί των αροτραίων καλλιεργειών ή περί της παύσεως καλλιεργείας γαιών στις εκτάσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο των πληρωμών και, εν πάση περιπτώσει, κατά το τρέχον έτος (βλ. απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2004, C-153/01, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-9009, σκέψη 152).
110 Το Δικαστήριο συνέχισε υπογραμμίζοντας ότι, χάριν αποτελεσματικότητας, οι έλεγχοι πρέπει να διενεργούνται στις εκτάσεις με αροτραίες καλλιέργειες πριν από τη συγκομιδή και στις εκτάσεις όπου ισχύει η παύση καλλιεργείας γαιών πριν λήξει η εν λόγω υποχρέωση, δηλαδή στις 31 Αυγούστου του τρέχοντος έτους. Εν πάση περιπτώσει, όσο περισσότερο εκπρόθεσμοι είναι οι έλεγχοι τόσον αυξάνουν οι πιθανότητες η Επιτροπή να είναι σε θέση ευλόγως να συναγάγει ότι οι εν λόγω έλεγχοι δεν παρέχουν το προσδοκώμενο επίπεδο διασφαλίσεως της κανονικότητας των αιτήσεων και ότι ο κίνδυνος ζημιών για το ΕΓΤΠΕ θα είναι σημαντικός (προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2004, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 153).
111 Υπό την έννοια αυτή, όπως προκύπτει σαφώς από τη νομολογία, το λυσιτελές για την εκτίμηση του όψιμου χαρακτήρα των ελέγχων που διενήργησε κράτος μέλος σχετικά με τις αροτραίες καλλιέργειες χρονικό στοιχείο στοιχεί στην περίοδο της συγκομιδής. Συναφώς, όπως αναγνώρισε και το Βασίλειο του Βελγίου, ιδίως στο σημείο 104 της αιτήσεώς του αναιρέσεως, η συγκομιδή ορισμένων καλλιεργειών έλαβε χώρα πριν από τις 31 Αυγούστου.
112 Η κωδικοποίηση των δεδομένων σχετικά με τις εκτάσεις εντός του ΗΣΓΠ αποτελούσε αναγκαίο προαπαιτούμενο για την επιλογή, ιδίως με βάση την ανάλυση των κινδύνων, των φακέλων αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεων που έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο επιτόπιου ελέγχου.
113 Έπεται εξ αυτού ότι η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να κάνει χρήση της ανωτέρω ημερομηνίας προκειμένου να αξιολογήσει, όπως εκτίθεται στη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το ποσοστό των κωδικοποιημένων στο ΗΣΓΠ δεδομένων κατά την ως άνω ημερομηνία και, συνακόλουθα, να εκτιμήσει το αξιόπιστο του συστήματος ελέγχου που έθεσε σε λειτουργία το οικείο κράτος μέλος.
114 Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τυχόν κωδικοποίηση των δεδομένων εντός του ΗΣΓΠ μετά τις 31 Αυγούστου σήμαινε ενδεχομένως κάποια καθυστέρηση. Ομοίως, ορθώς εκτίμησε ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, νομιμοποιούνταν να ισχυρίζεται ότι η σχετική κωδικοποίηση δεν είχε επιτρέψει να διενεργηθούν έγκαιρα οι διοικητικοί έλεγχοι, παρεμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό τους επιτόπιους ελέγχους, και, ότι, όπως κρίθηκε στη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ορισμένοι φάκελοι διέφυγαν εκ του λόγου αυτού τους επιτόπιους ελέγχους.
115 Κατόπιν αυτού, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
116 Επομένως, ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος δεδομένου ότι και τα τρία πρώτα σκέλη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως δεν έγιναν δεκτά.
Γ – Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
117 Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι η συλλογιστική των σκέψεων 29 έως 71 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι προδήλως ανεπαρκής και/ή αντιφατική.
118 Πρώτον, στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επικροτεί, χωρίς την παραμικρή ανάλυση των ισχυρισμών της Επιτροπής, το ότι η επιβαλλόμενη με τις κατευθυντήριες γραμμές προϋπόθεση –η οποία προβλέπει ότι τυχόν κατ’ αποκοπή δημοσιονομική διόρθωση προϋποθέτει την ύπαρξη σημαντικής παραλείψεως κατά την εφαρμογή των ρητών κοινοτικών κανόνων– έπρεπε να ερμηνευθεί υπό το φως της απαντώσας στην προηγούμενη παράγραφο των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών προϋπόθεση, ήτοι ότι κατ’ αποκοπήν διορθώσεις πρέπει να επιβάλλονται οσάκις η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ρητώς απαιτούμενο από κανονισμό ή εμμέσως αναγκαίο για την τήρηση ρητού κανόνα μέτρο ελέγχου δεν ελήφθη με τον προσήκοντα τρόπο. Παρόμοιος ισχυρισμός έρχεται σε αντίθεση με τους ίδιους τους όρους των κατευθυντήριων γραμμών όπου η ως άνω προϋπόθεση περί σημαντικής παραλείψεως κατά την εφαρμογή ρητών κοινοτικών κανόνων συνδέεται με τη φύση της διαδικασίας ελέγχου και με τον επιδεχόμενο ή όχι βελτίωση χαρακτήρα της.
119 Δεύτερον, το Πρωτοδικείο δεν απάντησε στο επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι οι μνημονευόμενες από την Επιτροπή με τη συνοπτική έκθεσή της υποχρεώσεις, ήτοι, σε περίπτωση ανωμαλιών, είτε η διενέργεια επιτόπιου ελέγχου είτε η μείωση της προς επιδότηση εκτάσεως ήσαν αντίθετες με την εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση και την απορρέουσα από την προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Agrargenossenschaft Pretzsch νομολογία.
120 Τρίτον, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ορθώς η Επιτροπή είχε θέσει τις προβλεπόμενες στη συνοπτική έκθεση λεπτομέρειες ελέγχου. Στην προηγούμενη σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε αδικαιολόγητα ότι η Επιτροπή απαίτησε από τις αρμόδιες αρχές είτε τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου, είτε τη μείωση της προς επιδότηση εκτάσεως είτε τη διενέργεια άλλων διοικητικών ελέγχων, τη στιγμή κατά την οποία η συνοπτική έκθεση ουδεμία έκανε αναφορά στους ανωτέρω λοιπούς διοικητικούς ελέγχους.
121 Τέταρτον, οι κρίσεις του Πρωτοδικείου, όπως αυτές απαντούν αντίστοιχα στις σκέψεις 60 και 70 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, κατά το Βασίλειο του Βελγίου, είτε η ανάλυση των κινδύνων είναι αποτελεσματική στο σύνολό της λόγω της εφαρμογής περιθωρίου ανοχής, είτε είναι αποτελεσματική αλλά αποκλειστικά για τις αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεων για τις οποίες έλαβε χώρα κωδικοποίηση πριν από τις 31 Αυγούστου.
122 Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο, υπενθυμίζοντας, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 52 και 57 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να οργανώσουν αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου και επιτηρήσεως και ότι οι βελγικές αρχές όφειλαν να αντιδράσουν στις αποκαλυφθείσες μέσω του ΗΣΓΠ ανωμαλίες, ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση αιτιολογήσεως.
123 Εξάλλου, η Επιτροπή εκτιμά ότι ουδεμία συνάγεται αντίφαση μεταξύ των σκέψεων 60 και 70 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο ανέλυσε στις αντίστοιχες δύο σκέψεις της αποφάσεώς του δύο διακριτές μορφές παρατυπιών.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
124 Κατ’ αρχάς, σχετικά με την υποτιθέμενη αντίφαση και/ή ανεπαρκή αιτιολόγηση που διακρίνει τη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το γεγονός ότι μια διαδικασία επιδέχεται βελτίωση δεν δικαιολογεί αφ’ εαυτού δημοσιονομική διόρθωση. Πρέπει να υφίσταται σημαντική παράλειψη κατά την εφαρμογή των ρητών κοινοτικών κανόνων και η παράλειψη αυτή πρέπει να εκθέτει το ΕΓΤΠΕ σε ενεστώτα κίνδυνο ζημίας ή παρατυπίας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2005, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 34, καθώς και απόφαση της 7ης Ιουλίου 2005, C-5/03, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-5925, σκέψη 51).
125 Κατά το Βασίλειο του Βελγίου, το Πρωτοδικείο δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους ο προπαρατεθείς κανόνας, τον οποίο επαναλαμβάνει η Επιτροπή με τις κατευθυντήριες γραμμές, έπρεπε να ερμηνευθεί υπό το φως άλλου ο οποίος περιλαμβάνεται στις ανωτέρω κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με τον οποίο οι δημοσιονομικές διορθώσεις πρέπει να επιβάλλονται οσάκις η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ρητώς απαιτούμενο από κανονισμό ή εμμέσως αναγκαίο για την τήρηση ρητού κανόνα μέτρο ελέγχου δεν ελήφθη κατά τον προσήκοντα τρόπο.
126 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι το Πρωτοδικείο δικαιολόγησε την από κοινού εξέταση των διατάξεων των κατευθυντήριων γραμμών στηριζόμενο μεταξύ άλλων στους αφορώντες το βάρος της αποδείξεως κανόνες στα πλαίσια διαφοράς σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Η σχετική αιτιολόγηση παρίσταται επαρκής. Πράγματι, παρά την prima facie έκταση εφαρμογής του κανόνα, όπως εκτίθεται στη σκέψη 124 της παρούσας αποφάσεως, η δημοσιονομική διόρθωση μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και όταν οι παραλείψεις διαπιστώνονται κατά την εφαρμογή σιωπηρών κανόνων, στο μέτρο που η τήρηση των ως άνω σιωπηρών κανόνων καθίσταται αναγκαία προς διασφάλιση ρητού κανόνα (βλ., όσον αφορά δημοσιονομική διόρθωση συνδεόμενη με αθέτηση σιωπηρών υποχρεώσεων, προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2003, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψεις 28 και 37).
127 Όσον αφορά τη φερόμενη ασυμφωνία των επίδικων σιωπηρών υποχρεώσεων με την κοινοτική νομολογία, λαμβάνοντας υπόψη τις επισημάνσεις που απαντούν στη σκέψη 84 της παρούσας αποφάσεως, προφανώς δεν συνέτρεχε λόγος το Πρωτοδικείο να προβεί σε ανάλυση της φερόμενης αντιφάσεως.
128 Όσον αφορά τη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, υπενθυμίζεται ότι επρόκειτο για περιγραφή των ισχυρισμών του Βασιλείου του Βελγίου, το οποίο υποστήριξε ότι η Επιτροπή του είχε επιβάλει, σε περίπτωση που υφίσταντο ανωμαλίες, την υποχρέωση είτε να διενεργήσει επιτόπιους ελέγχους είτε να προβεί σε μείωση της εκτάσεως είτε να διενεργήσει άλλους διοικητικούς ελέγχους.
129 Όσον αφορά τους «άλλους διοικητικούς ελέγχους», διαπιστώνεται ότι, στο σημείο B.7.1. της συνοπτικής εκθέσεως, η Επιτροπή προσήπτε ήδη στο οικείο κράτος μέλος το γεγονός ότι δεν είχε διενεργήσει συμπληρωματικές έρευνες, ήτοι, εν προκειμένω, την απουσία άλλων ελέγχων, περιλαμβανομένων των διοικητικών, σχετικά με τις αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεων για τις οποίες οι αποκλίσεις ως προς τις εκτάσεις υπερέβαινε το 5 %. Εξ αυτού προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν εξήλθε των ορίων των απαντωσών στην επίδικη απόφαση αιτιάσεων, οπότε δεν όφειλε να διατυπώσει συγκεκριμένη αιτιολόγηση συναφώς.
130 Τέλος όσον αφορά τις σκέψεις 60 και 70 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ουδαμώς αντιφάσκουν οι δύο διακριτές διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο.
131 Υπό το φως των προηγηθέντων, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Δ – Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
132 Με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, το Βασίλειο του Βελγίου αιτιάται το Πρωτοδικείο ότι χώρησε σε πεπλανημένη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας εκτιμώντας ότι η Επιτροπή νομιμοποιούνταν να του επιβάλει δημοσιονομική διόρθωση ύψους 9 322 809 ευρώ. Με βάση υπεργενικευμένη εκτίμηση στην οποία προέβη ενώπιον του Πρωτοδικείου το οικείο κράτος μέλος, η ζημία που όντως υπέστη το ΕΓΤΠΕ λόγω των φερόμενων παρατυπιών ανερχόταν σε ποσό ύψους 1 079 814 ευρώ ή, το πολύ, σε ποσό ύψους 1 491 085 ευρώ.
133 Περαιτέρω, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εκ μέρους της αποτίμησης της ζημίας που όντως υπέστη το ΕΓΤΠΕ απερρίφθη εσφαλμένα από το Πρωτοδικείο αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο ότι δεν λαμβάνονταν υπόψη ούτε η επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ούτε οι φάκελοι που είχαν αποτελέσει αντικείμενο καθυστερημένης κωδικοποιήσεως. Ακόμη και αν δεν λαμβάνονταν υπόψη τα εν λόγω δύο στοιχεία, το οικείο κράτος μέλος ισχυρίζεται ότι η υπεργενικευμένη εκτίμησή του επέτρεπε εν πάση περιπτώσει να καταδειχθεί ο δυσανάλογος χαρακτήρας της κατ’ αποκοπή δημοσιονομικής διορθώσεως που εφήρμοσε η Επιτροπή.
134 Η Επιτροπή εμμένει επί του ότι οι βελγικές αρχές όφειλαν, με την αρχική υπεργενικευμένη εκτίμησή τους, να λάβουν υπόψη την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων, όπερ δεν έπραξαν. Στην πραγματικότητα, αποπειράθηκαν να προβούν σε νέα υπεργενικευμένη εκτίμηση ισχυριζόμενες, κατά την αναίρεση, ότι υπήρξε κατ’ ανώτατο όριο εν δυνάμει ζημία για το ΕΓΤΠΕ ανερχόμενη πλέον σε 3 500 000 ευρώ.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
135 Κατά πάγια νομολογία, ναι μεν έργο της Επιτροπής είναι να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων, πλην όμως, άπαξ αποδειχθεί η παράβαση αυτή, εναπόκειται στο κράτος μέλος να αποδείξει εν ανάγκη ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη όσον αφορά τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν εξ αυτού (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Ιουλίου 2005, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 38 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
136 Όσον αφορά το είδος της εφαρμοσθείσας διορθώσεως, υπενθυμίζεται ότι, υπό το φως των κατευθυντήριων γραμμών, οσάκις η ακριβής αποτίμηση των ζημιών που υπέστη η Κοινότητα είναι ανέφικτη, η Επιτροπή διαθέτει τη δυνατότητα επιβολής κατ’ αποκοπήν διορθώσεως (βλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C-346/00, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑9293, σκέψη 53).
137 Εν προκειμένω, αυτό ακριβώς συνέβη και, όσον αφορά το ποσοστό διορθώσεως ύψους 2 % που εφήρμοσε η Επιτροπή με την επίδικη απόφασή της, πρόκειται για το χαμηλότερο από τα εφαρμοστέα ποσοστά (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψη 56).
138 Συναφώς, εφόσον η Επιτροπή, αντί να απορρίψει το σύνολο των δαπανών που αφορούν την παράβαση, κατέβαλε προσπάθεια να θεσπίσει κανόνες που διαφοροποιούν την αντιμετώπιση των περιπτώσεων παρατυπιών, ανάλογα με τον βαθμό ανεπαρκείας των ελέγχων και το μέγεθος του κινδύνου που διέτρεξε το ΕΓΤΠΕ, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει ότι τα εν λόγω κριτήρια είναι αυθαίρετα και ανεπιείκεια (βλ., συναφώς, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, C‑242/96, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-5863, σκέψη 75, και αποφάσεις της 22ας Απριλίου 1999, C-28/94, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-1973, σκέψη 56, καθώς και της 21ης Μαρτίου 2002, C-130/99, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑3005, σκέψη 44).
139 Όσον αφορά την κατ’ αποκοπή διόρθωση ύψους 2 %, η οποία εφαρμόστηκε με την επίδικη απόφαση, το Βασίλειο του Βελγίου προέβη σε υπεργενικευμένη εκτίμηση η οποία κατέτεινε στο να αποδείξει ότι η κατ’ ανώτατο όριο ζημία που υπέστη το ΕΓΤΠΕ ήταν κατώτερη του ποσού που απέρρεε από την κατ’ αποκοπή διόρθωση που εφήρμοσε η Επιτροπή.
140 Διαπιστώνεται ότι, σε περίπτωση ελλιπών ελέγχων, για την αποτίμηση της ζημίας την οποία υπέστη ενδεχομένως το ΕΓΤΠΕ λόγω των σχετικών ελλείψεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, η απόδοση των αχρεωστήτως εισπραχθεισών από τους γεωργούς ενισχύσεων βάσει της επιφανείας.
141 Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν είχε αποδείξει ότι η κατ’ ανώτατο όριο ζημία που υπέστη το ΕΓΤΠΕ δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 1 491 085 ευρώ. Συναφώς, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει το οικείο κράτος μέλος, εφόσον δεν ελήφθησαν υπόψη οι επιστροφές των αχρεωστήτως καταβληθέντων, η υπεργενικευμένη εκτίμηση στην οποία προέβη δεν μπορούσε να περιβληθεί αποδεικτική ισχύ για τους σκοπούς της αποδείξεως του δυσανάλογου χαρακτήρα της επίδικης δημοσιονομικής διορθώσεως.
142 Εξάλλου, επικαλούμενο, μεταξύ άλλων, κατά την αναίρεση, δεύτερη υπεργενικευμένη εκτίμηση της κατ’ ανώτατο όριο ζημίας στην οποία θα είχε εκτεθεί το ΕΓΤΠΕ λόγω των ελλείψεων των αρχών τους σε θέματα ελέγχων, το Βασίλειο του Βελγίου επιβεβαιώνει με τον τρόπο αυτόν την αποδεικτική ισχύ σχετικά με τις απορριφθείσες από το Πρωτοδικείο πρώτες του υπεργενικευμένες εκτιμήσεις.
143 Εξ αυτού έπεται ότι συναφώς δεν μπορεί να προσάπτεται στο Πρωτοδικείο προσβολή της αρχής της αναλογικότητας.
144 Στο σημείο 122 της αιτήσεώς του αναιρέσεως, το Βασίλειο του Βελγίου αναφέρεται ασφαλώς στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, εφόσον η κατ’ αποκοπή διόρθωση ορίστηκε στο κατώτερο δυνατό επίπεδο που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές, ήτοι στο 2 %, οι δε κατευθυντήριες γραμμές δεν αμφισβητήθηκαν, εξ υποθέσεως η ως άνω διόρθωση δεν μπορεί να συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Εντούτοις, το οικείο κράτος μέλος δεν μερίμνησε να αναπτύξει συναφώς ειδική επιχειρηματολογία με σκοπό να αμφισβητήσει τη σχετική διαπίστωση του Πρωτοδικείου.
145 Κατά πάγια νομολογία, όπως προκύπτει από τα άρθρα 225 ΕΚ, 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112 ΕΚ, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό (βλ., αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑131/03 P, Reynolds Tobacco κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-7795, σκέψη 49, καθώς και της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑227/04 P, Lindorfer κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I‑6767, σκέψη 45).
146 Υπό το φως των προεκτεθέντων, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Ε – Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο σχετικά με το ότι δεν συντρέχει αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου να εκδικάσει κατά πλήρη δικαιοδοσία την περίπτωση του ύψους των δημοσιονομικών διορθώσεων
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
147 Το Βασίλειο του Βελγίου θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας ως απαράδεκτο το αίτημά του να μειώσει, στηριζόμενο στην αρμοδιότητά του να δικάσει κατά πλήρη δικαιοδοσία, το ύψος της ορισθείσας από την Επιτροπή δημοσιονομικής διορθώσεως.
148 Συναφώς, το οικείο κράτος μέλος υποστηρίζει ότι το άρθρο 229 ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι οι εκδιδόμενοι από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και από το Συμβούλιο κανονισμοί, καθώς και οι εκδιδόμενοι από το Συμβούλιο, δύνανται να χορηγούν στο Δικαστήριο αρμοδιότητα να δικάζει κατά πλήρη δικαιοδοσία σχετικά με τις προβλεπόμενες με τους ως άνω κανονισμούς κυρώσεις δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής. Συγκεκριμένα, οι επίδικες οικονομικές κυρώσεις, προβλέπονται όχι σε κανονισμό, αλλά στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής.
149 Πάντως, στηριζόμενη στην απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2001, C‑449/99 P, ΕΤΕ κατά Hautem (Συλλογή 2001, σ. I-6733), η Βελγική Κυβέρνηση θεωρεί ότι δύναται να αναγνωριστεί ex nihilo αρμοδιότητα των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων να δικάζουν κατά πλήρη δικαιοδοσία.
150 Η Επιτροπή υπενθυμίζει την αρχή ότι το ΕΓΤΠΕ μπορεί να επιβαρύνεται μόνο με τις διενεργηθείσες σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες δαπάνες. Επομένως, υπέχει την υποχρέωση να αρνείται την χρηματοδότηση οποιασδήποτε αντικανονικής δαπάνης και, οσάκις είναι ανέφικτος ο προσδιορισμός του ακριβούς ποσού των δαπανών που φέρουν το στίγμα της παρατυπίας, θα μπορούσε να φθάσει μέχρι την άρνηση της χρηματοδοτήσεως του συνόλου των δαπανών.
151 Στην τελευταία αυτή περίπτωση και μεριμνώντας για την τήρηση της αναλογικότητας, το σύστημα των κατ’ αποκοπή διορθώσεων θα επέτρεπε τη διαφοροποίηση των καταστάσεων παρατυπίας μέσω της εφαρμογής δημοσιονομικών διορθώσεων προσδιοριζόμενων με γνώμονα τον κίνδυνο επελεύσεως ζημίας στον οποίο εξέθεσε τον προϋπολογισμό η μη τήρηση εκ μέρους του κράτους μέλους των κοινοτικών κανόνων. Επομένως, τούτο αποκλείει ότι συνιστά σύστημα επιβολής κυρώσεων για αντικανονικές πληρωμές.
152 Όσον αφορά την προπαρατεθείσα απόφαση ΕΤΕ κατά Hautem, η Επιτροπή φρονεί ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι είχε αρμοδιότητα να εκδικάσει κατά πλήρη δικαιοδοσία την ως άνω υπόθεση μόνο λόγω της ειδικής φύσεως της διαφοράς και την οποία ο δικαστής της συμβάσεως έχει κατά κανόνα αρμοδιότητα να δικάζει κατά πλήρη δικαιοδοσία. Η εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ δεν συνεπάγεται κυρώσεις, οπότε η σχετική διαφορά δεν εμφανίζει χαρακτηριστικά γνωρίσματα δικαιολογούντα παρόμοια αναγνώριση αρμοδιότητας.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
153 Διαπιστώνεται ότι, σε θέματα του ΕΓΤΠΕ, όπως υπενθύμισε ορθά το Πρωτοδικείο, ουδεμία διάταξη, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 229 ΕΚ, αναθέτει στα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα εξουσία πλήρους δικαιοδοσίας.
154 Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από τον φερόμενο πιθαναγκαστικό χαρακτήρα των δημοσιονομικών διορθώσεων που θεσπίζει η Επιτροπή σύμφωνα με τις εκδοθείσες επί του θέματος κατευθυντήριες γραμμές, υπενθυμίζεται ότι παρόμοια δημοσιονομική διόρθωση σκοπεί στο να αποφεύγεται η επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με ποσά τα οποία δεν χρησίμευσαν στη χρηματοδότηση του επιδιωκόμενου με την επίμαχη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση σκοπού και ως εκ τούτου δεν συνιστά κύρωση (βλ. αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-247/98, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I-1, σκέψεις 13 και 14, καθώς και της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, C-332/01, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-7699, σκέψη 63).
155 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η επιχειρηματολογία της Βελγικής Κυβερνήσεως, με την οποία σκοπείται η αναγνώριση αρμοδιότητας των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων να δικάζουν κατά πλήρη δικαιοδοσία όταν πρόκειται για τα ποσά των θεσπιζόμενων με την Επιτροπή δημοσιονομικών διορθώσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, δεν ευρίσκει έρεισμα επί του φερόμενου χαρακτήρα της κυρώσεως που θα περιβάλλονταν οι εν λόγω διορθώσεις.
156 Κατόπιν αυτού, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
157 Υπό το φως των προεκτεθέντων, απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
158 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται επί της αναιρετικής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 118 του κανονισμού, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Εν προκειμένω, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Το Βασίλειο του Βελγίου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy