Υπόθεση C-427/06
Birgit Bartsch
κατά
Bosch und Siemens Hausgeräte (BSH) Altersfürsorge GmbH
(αίτηση του Bundesarbeitsgericht για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ίση μεταχείριση στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας – Άρθρο 13 ΕΚ – Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα που αποκλείει από το δικαίωμα σύνταξης τον επιζώντα σύζυγο όταν αυτός είναι πλέον των δεκαπέντε ετών νεότερος από τον αποβιώσαντα πρώην εργαζόμενο – Διάκριση λόγω ηλικίας – Σχέση με το κοινοτικό δίκαιο»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Ίση μεταχείριση – Διάκριση λόγω ηλικίας
(Άρθρο 13 ΕΚ, οδηγία 2000/78 του Συμβουλίου)
Το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, της οποίας την εφαρμογή πρέπει να διασφαλίζουν τα δικαστήρια των κρατών μελών, στην περίπτωση που η δημιουργούσα ενδεχομένως διάκριση συμπεριφορά δεν έχει καμία σχέση με το κοινοτικό δίκαιο. Μια τέτοια σχέση δεν δημιουργείται από το άρθρο 13 ΕΚ ούτε, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, από την οδηγία 2000/78, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.
(βλ. σκέψη 25 και διατ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 (*)
«Ίση μεταχείριση στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας – Άρθρο 13 ΕΚ – Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα που αποκλείει από το δικαίωμα σύνταξης τον επιζώντα σύζυγο όταν αυτός είναι πλέον των δεκαπέντε ετών νεότερος από τον αποβιώσαντα πρώην εργαζόμενο – Διάκριση λόγω ηλικίας – Σχέση με το κοινοτικό δίκαιο»
Στην υπόθεση C‑427/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundesarbeitsgericht (Γερμανία) με απόφαση της 27ης Ιουνίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Οκτωβρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
Birgit Bartsch
κατά
Bosch und Siemens Hausgeräte (BSH) Altersfürsorge GmbH,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, C. W. A. Timmermans, A. Rosas, K. Lenaerts και L. Bay Larsen, προέδρους τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), R. Silva de Lapuerta, K. Schiemann, J. Makarczyk, P. Lindh, J.-C. Bonichot και T. von Danwitz, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Οκτωβρίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Bosch und Siemens Hausgeräte (BSH) Altersfürsorge GmbH, εκπροσωπούμενη από τον J. Masling, Rechtsanwalt,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Lumma και τη C. Schulze-Bahr,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη C. Wissels,
– η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την E. O’Neill, επικουρούμενη από τον A. Dashwood, barrister,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους V. Kreuschitz και J. Enegren,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 22ας Μαΐου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13 ΕΚ της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303, σ. 16), και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της B. Bartsch και της Bosch und Siemens Hausgeräte (BSH) Altersfürsorge GmbH (στο εξής: BSH Altersfürsorge), ταμείου πρόνοιας της επιχείρησης, ως προς το ζήτημα της άρνησης της δεύτερης να χορηγήσει στην B. Bartsch σύνταξη χηρείας.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη.»
4 Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«1. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.
Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:
α) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους,
β) τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση,
γ) τον καθορισμό ανώτατου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή την ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση.
2. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι δεν συνιστά διάκριση λόγω ηλικίας, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ο καθορισμός ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδότησης ή αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένου και του καθορισμού για τα καθεστώτα αυτά διαφορετικού ορίου ηλικίας για εργαζόμενους ή για ομάδες ή κατηγορίες εργαζομένων και της χρήσης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών κριτηρίων ηλικίας στους αναλογιστικούς υπολογισμούς, υπό τον όρο ότι αυτό δεν καταλήγει σε διακρίσεις λόγω φύλου.»
5 Σύμφωνα με το άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, η μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών έπρεπε να γίνει το αργότερο έως τις 2 Δεκεμβρίου 2003. Εντούτοις, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ιδίου άρθρου:
«Προκειμένου να ληφθούν υπόψη ειδικοί όροι και εφόσον είναι αναγκαίο, τα κράτη μέλη διαθέτουν τρία επί πλέον έτη αρχής γενομένης της 2ας Δεκεμβρίου 2003, ήτοι συνολικά 6 έτη, για να θέσουν σε εφαρμογή τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας τις σχετικές με τις διακρίσεις λόγω ηλικίας και ειδικών αναγκών. Στην περίπτωση αυτή ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή. […]»
6 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας, με αποτέλεσμα η μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας 2000/78 που αφορούν τις διακρίσεις λόγω ηλικίας και ειδικών αναγκών στο εν λόγω κράτος μέλος να καταστεί δυνατή το αργότερο έως τις 2 Δεκεμβρίου 2006.
Οι κατευθυντήριες γραμμές της BSH Altersfürsorge
7 Το άρθρο 6, παράγραφος 4, των κατευθυντήριων γραμμών της BSH Altersfürsorge, της 1ης Ιανουαρίου 1984, όπως ισχύουν από 1ης Απριλίου 1992 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές), προβλέπει τα εξής:
«Προϋπόθεση χορήγησης της σύνταξης
[…]
4. Η σύνταξη [του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο b] καταβάλλεται στη χήρα ή στον χήρο εργαζομένου ο οποίος αποβίωσε κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης […] και είχε συμπληρώσει τον χρόνο αναμονής (του άρθρου 2), όταν και εφόσον υπάρχει αξίωση για σύνταξη επιζώντων (σύνταξη χηρείας) βάσει της γερμανικής νομοθεσίας περί συντάξεων γήρατος . Το ίδιο ισχύει για την χήρα ή τον χήρο δικαιούχου σύνταξης.
Δεν καταβάλλονται παροχές στην περίπτωση που
a) η χήρα ή ο χήρος είναι πλέον των δεκαπέντε ετών νεότερος(-η) από τον πρώην εργαζόμενο και
[…]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8 Από την απόφαση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η B. Bartsch, η οποία γεννήθηκε το 1965, παντρεύτηκε το 1986 τον Bartsch, ο οποίος γεννήθηκε το 1944 και αποβίωσε στις 5 Μαΐου 2004. Στις 23 Φεβρουαρίου 1988, ο Bartsch συνήψε σύμβαση εργασίας με την εταιρία Bosch-Siemens Hausgeräte GmbH (στο εξής: BSH) για την οποία εργαζόταν ως πωλητής από 1ης Μαρτίου 1988 μέχρι τον θάνατό του.
9 Η BSH Altersfürsorge, η οποία συστάθηκε από την BSH, ανέλαβε έναντι της B. Bartsch τη δέσμευση να υπεισέλθει στις τυχόν υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η εταιρία αυτή για τη χορήγηση σύνταξης υπέρ του θανόντος Bartsch.
10 Εξάλλου, από την απόφαση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η σχέση εργασίας μεταξύ του Bartsch και της BSH διεπόταν από τις κατευθυντήριες γραμμές και, ειδικότερα, από το άρθρο 6 αυτών. Η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο a, των κατευθυντήριων γραμμών, στο μέτρο που η B. Bartsch ήταν πλέον των δεκαπέντε ετών νεότερη από τον θανόντα σύζυγό της.
11 Μετά τον θάνατο του συζύγου της, η B. Bartsch ζήτησε από την BSH Altersfürsorge τη χορήγηση σύνταξης χηρείας βάσει των κατευθυντήριων γραμμών.
12 Η BSH Altersfürsorge απέρριψε το αίτημα της B. Bartsch, η οποία προσέφυγε στο Arbeitsgericht προκειμένου αυτό να αποφανθεί ότι το εν λόγω ταμείο πρόνοιας ήταν υποχρεωμένο να της χορηγήσει σύνταξη κατ’ εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών. Αφού το Arbeitsgericht απέρριψε το αίτημά της, η ενδιαφερόμενη προσέφυγε στο Landesarbeitsgericht, το οποίο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
13 Η B. Bartsch άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Landesarbeitsgericht ενώπιον του Bundesarbeitsgericht, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) α) Περιλαμβάνει το πρωτογενές δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, της οποίας την εφαρμογή πρέπει να διασφαλίζουν τα δικαστήρια των κρατών μελών, ακόμη και στην περίπτωση που η δημιουργούσα ενδεχομένως διάκριση συμπεριφορά δεν έχει καμία σχέση με το κοινοτικό δίκαιο;
β) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα 1α:
Δημιουργείται αυτή η σχέση με το κοινοτικό δίκαιο μέσω του άρθρου 13 ΕΚ ή μέσω της οδηγίας 2000/78 […], και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο;
2) Ισχύει η βάσει του κοινοτικού δικαίου απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας που θα μπορούσε να συναχθεί από την απάντηση στο πρώτο ερώτημα και μεταξύ εργοδοτών στον ιδιωτικό τομέα, αφενός, και των εργαζομένων τους ή των συνταξιούχων και των επιζώντων τους, αφετέρου;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο δεύτερο ερώτημα:
α) Καταλαμβάνεται από αυτήν την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας η ρύθμιση ενός επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος, βάσει της οποίας δεν χορηγείται σύνταξη χηρείας στον επιζώντα σύζυγο εάν αυτός είναι πλέον των δεκαπέντε ετών νεότερος από τον αποβιώσαντα εργαζόμενο;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 3α:
Μπορεί να αποτελέσει δικαιολογητικό λόγο μιας τέτοιας ρύθμισης το γεγονός ότι είναι προς το συμφέρον του εργοδότη ο περιορισμός των κινδύνων που απορρέουν από τη χορήγηση συντάξεων;
γ) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα 3β:
Έχει απεριόριστη αναδρομική ισχύ η τυχόν απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας στο πλαίσιο της νομοθεσίας για τις συντάξεις που χορηγούν οι επιχειρήσεις ή περιορίζεται για τον παρελθόντα χρόνο και, αν ναι, με ποιον τρόπο;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
14 Με τα δύο σκέλη του πρώτου ερωτήματός του, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το κοινοτικό δίκαιο περιλαμβάνει την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, της οποίας την εφαρμογή πρέπει να διασφαλίζουν τα δικαστήρια των κρατών μελών, ακόμη και στην περίπτωση που η δημιουργούσα ενδεχομένως διάκριση συμπεριφορά δεν έχει καμία σχέση με το κοινοτικό δίκαιο. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, το δικαστήριο αυτό θα ήθελε να μάθει αν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, η σχέση αυτή με το κοινοτικό δίκαιο δημιουργείται μέσω του άρθρου 13 ΕΚ ή μέσω της οδηγίας 2000/78/EΚ, και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.
15 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, όταν μια εθνική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο προδικαστικώς, οφείλει να παρέχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας που είναι αναγκαία προκειμένου το εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν η ρύθμιση αυτή είναι συμβατή με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου (βλ., σχετικώς, μεταξύ άλλων την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04, Mangold, Συλλογή 2005, σ. I-9981, σκέψη 75).
16 Ωστόσο, ούτε η οδηγία 2000/78 ούτε το άρθρο 13 ΕΚ καθιστά δυνατή τη σύνδεση μιας κατάστασης, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, με το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
17 Αφενός, οι κατευθυντήριες γραμμές δεν συνιστούν μέτρο για την εφαρμογή της οδηγίας 2000/78 και, αφετέρου, ο θάνατος του Bartsch επήλθε προ της λήξης της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.
18 Το άρθρο 13 ΕΚ, το οποίο παρέχει στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη δυνατότητα να λαμβάνει, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που παρέχονται από τη Συνθήκη ΕΚ, τα αναγκαία μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, δεν εντάσσει αυτό καθαυτό στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου καταστάσεις, όπως αυτή στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο των μέτρων που λαμβάνονται βάσει του εν λόγω άρθρου και, ειδικότερα, της οδηγίας 2000/78 πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για τη μεταφορά της στην εθνική έννομη τάξη, με σκοπό την απαγόρευση κάθε διάκρισης λόγω ηλικίας.
19 Αντιθέτως προς την άποψη που υποστήριξε η Επιτροπή, η υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως της 2ας Οκτωβρίου 1997, C-122/96, Saldanha και MTS (Συλλογή 1997, σ. I-5325), δεν μπορεί να στηρίξει τον ισχυρισμό που αντιτάχθηκε στον ισχυρισμό που εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη.
20 Η απόφαση αυτή αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 6 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 12 ΕΚ), το οποίο παρέχει ευθέως, το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως ιθαγένειας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1993, C-92/92 και C-326/92, Phil Collins κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. I-5145, σκέψη 34) στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.
21 Συναφώς, με τη σκέψη 22 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Saldanha και MTS, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορούσε την προστασία των συμφερόντων που είχε επικαλεστεί ένας εταίρος, υπήκοος κράτους μέλους, έναντι εταιρίας που είχε την έδρα της σε άλλο κράτος μέλος. Με τη σκέψη 23 της ιδίας αποφάσεως, το Δικαστήριο επισήμανε ότι το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ΄, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 44, παράγραφος 2, στοιχείο ζ΄, ΕΚ) αναθέτει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή αρμοδιότητα, προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή η ελευθερία εγκατάστασης, να συντονίζουν, κατά το αναγκαίο μέτρο και με σκοπό να τις καταστήσουν ισοδύναμες, τις απαιτούμενες εγγυήσεις, εντός των κρατών μελών, εκ μέρους των εταιριών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 48, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), για την προστασία των συμφερόντων τόσο των εταίρων όσο και των τρίτων.
22 Το Δικαστήριο κατέληξε, με τη σκέψη 23, ότι οι κανόνες που, στον τομέα του εταιρικού δικαίου, αποβλέπουν στην προστασία των συμφερόντων των εταίρων εμπίπτουν στο «πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης» υπό την έννοια του άρθρου 6, πρώτο εδάφιο, αυτής και, επομένως, ισχύει για αυτούς η απαγόρευση κάθε διάκρισης λόγω ιθαγένειας.
23 Η δυνατότητα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στην υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως Saldanha και MTS δεν οφειλόταν, επομένως, μόνο στο γεγονός ότι επρόκειτο για διάκριση λόγω ιθαγένειας, αλλά εξαρτιόταν από τη διαπίστωση ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση εντασσόταν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.
24 Από αυτή την άποψη η υπό κρίση υπόθεση της κύριας δίκης διαφοροποιείται, εξάλλου, από την υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Mangold. Πράγματι, στην υπόθεση Mangold, η επίμαχη εθνική ρύθμιση συνιστούσε μέτρο για την εφαρμογή μιας κοινοτικής οδηγίας και, ειδικότερα, της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ L 175, σ. 43), μέσω της οποίας η εν λόγω ρύθμιση ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Mangold, σκέψη 75). Αντιθέτως, οι επίμαχες κατευθυντήριες γραμμές στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν συνιστούν μέτρα μεταφοράς κοινοτικών διατάξεων στην εθνική έννομη τάξη.
25 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, της οποίας την εφαρμογή πρέπει να διασφαλίζουν τα δικαστήρια των κρατών μελών, στην περίπτωση που η δημιουργούσα ενδεχομένως διάκριση συμπεριφορά δεν έχει καμία σχέση με το κοινοτικό δίκαιο. Μια τέτοια σχέση δεν δημιουργείται από το άρθρο 13 ΕΚ ούτε, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, από την οδηγία 2000/78, και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
26 Κατόπιν της απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
Το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, της οποίας την εφαρμογή πρέπει να διασφαλίζουν τα δικαστήρια των κρατών μελών, στην περίπτωση που η δημιουργούσα ενδεχομένως διάκριση συμπεριφορά δεν έχει καμία σχέση με το κοινοτικό δίκαιο. Μια τέτοια σχέση δεν δημιουργείται από το άρθρο 13 ΕΚ ούτε, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, από την οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy