Υπόθεση C-449/06
Sophiane Gysen
κατά
Groupe S-Caisse d’Assurances sociales pour indépendants
(αίτηση του tribunal du travail de Bruxelles
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Υπάλληλοι – Αμοιβή – ΚΥΚ – Οικογενειακά επιδόματα – Καθορισμός του ποσού των εθνικών οικογενειακών επιδομάτων – Καθορισμός της τάξεως των τέκνων – Τέκνο για το οποίο χορηγούνται κοινοτικά οικογενειακά επιδόματα»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi της 8ης Νοεμβρίου 2007
Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 14ης Φεβρουαρίου 2008
Περίληψη της αποφάσεως
Υπάλληλοι – Αμοιβή – ΚΥΚ – Νομική φύση – Κανονισμός – Δυνατότητα απευθείας εφαρμογής – Υποχρεώσεις των κρατών μελών
(Άρθρο 249, εδ. 2, ΕΚ, κανονισμός 259/68 του Συμβουλίου)
Ο κανονισμός 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 2074/83, έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητας άμεσης εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού στην έννομη τάξη των κρατών μελών, το τέκνο για το οποίο χορηγούνται οικογενειακά επιδόματα δυνάμει του ΚΥΚ πρέπει να εξομοιωθεί με το τέκνο για το οποίο χορηγούνται οικογενειακά επιδόματα δυνάμει της εσωτερικής νομοθεσίας ή δυνάμει διεθνούς συμβάσεως κοινωνικής ασφαλίσεως που ισχύει στο οικείο κράτος μέλος.
(βλ. σκέψεις 24-25 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 14ης Φεβρουαρίου 2008 (*)
«Υπάλληλοι – Αμοιβή – ΚΥΚ – Οικογενειακά επιδόματα – Καθορισμός του ποσού των εθνικών οικογενειακών επιδομάτων – Καθορισμός της τάξεως των τέκνων – Τέκνο για το οποίο χορηγούνται κοινοτικά οικογενειακά επιδόματα»
Στην υπόθεση C‑449/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το tribunal du travail de Bruxelles (Βέλγιο) με απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Νοεμβρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
Sophiane Gysen
κατά
Groupe S-Caisse d’Assurances sociales pour indépendants,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τον K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, τον Γ. Αρέστη, τη R. Silva de Lapuerta, τον E. Juhász (εισηγητή) και τον J. Malenovský, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία:
– η Gysen, εκπροσωπούμενη από τον N. Sluse, avocate,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. Currall και D. Martin,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του tribunal du travail de Bruxelles, που αφορά τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ L 56, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 2074/83 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουλίου 1983 (ΕΕ L 203, σ. 1, στο εξής: ΚΥΚ), υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της S. Gysen και του Groupe S-Caisse d’Assurances sociales pour indépendants (στο εξής: Ταμείο) ως προς το θέμα του καθορισμού της τάξεως των τέκνων της S. Gysen για τον υπολογισμό του ποσού των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Σύμφωνα με το άρθρό του 11, δεύτερο εδάφιο, ο ΚΥΚ «είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος».
3 Σύμφωνα με το άρθρο 67, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, τα οικογενειακά επιδόματα περιλαμβάνουν το επίδομα στέγης, το επίδομα συντηρούμενων τέκνων και το σχολικό επίδομα.
4 Δυνάμει του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, οι υπάλληλοι που δικαιούνται τα οικογενειακά επιδόματα του ίδιου άρθρου υποχρεούνται να δηλώνουν τα επιδόματα της ιδίας φύσεως που καταβάλλονται από άλλη πηγή, προκειμένου αυτά να αφαιρεθούν από εκείνα που καταβάλλονται δυνάμει των άρθρων 1 έως 3 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, όταν η επιμέλεια του συντηρούμενου τέκνου ανατεθεί σε άλλο πρόσωπο δυνάμει νομοθετικών διατάξεων, δικαστικής απόφασης ή απόφασης της αρμόδιας διοικητικής αρχής, το επίδομα καταβάλλεται στο πρόσωπο αυτό, για λογαριασμό και εξ ονόματος του υπαλλήλου.
Η εθνική νομοθεσία
6 Δυνάμει του βασιλικού διατάγματος της 8ης Απριλίου 1976 περί θεσπίσεως συστήματος οικογενειακών παροχών υπέρ ελευθέρων επαγγελματιών (Moniteur belge της 6ης Μαΐου 1976), το ποσό του επιδόματος για κάθε τέκνο αυξάνεται αναλόγως του αριθμού των τέκνων.
7 Το άρθρο 16, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω βασιλικού διατάγματος, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, καθορίζει την τάξη των τέκνων, λαμβάνοντας υπόψη τη χρονολογία γεννήσεως των τέκνων που δικαιούνται επιδόματος, βάσει του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος, των κωδικοποιημένων νόμων για τα οικογενειακά επιδόματα των μισθωτών, του βασιλικού διατάγματος της 26ης Μαρτίου 1965 για τα οικογενειακά επιδόματα ορισμένων κατηγοριών προσωπικού αμειβομένου από το κράτος, του νόμου της 20ής Ιουλίου 1971, περί θεσπίσεως εγγυημένων οικογενειακών παροχών και των διεθνών συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως που ισχύουν στο Βέλγιο.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
8 Η S. Gysen, Βελγίδα υπήκοος, δραστηριοποιείται επαγγελματικώς στο Βέλγιο ως ελεύθερος επαγγελματίας. Σύναψε γάμο την 1η Φεβρουαρίου 1986. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε, στις 20 Οκτωβρίου 1989, ένα τέκνο. Ο γάμος λύθηκε με διαζύγιο τον Ιούνιο του 1993.
9 Η S. Gysen σύναψε δεύτερο γάμο τον Δεκέμβριο του 1993. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκαν δύο τέκνα, στις 5 Μαΐου 1994 και στις 17 Σεπτεμβρίου 1996. Ο γάμος λύθηκε με διαζύγιο το 2000.
10 Ο πρωτότοκος υιός της S. Gysen συζεί με τη μητέρα του από τις 17 Ιανουαρίου 2001. Όσον αφορά τα άλλα δύο τέκνα, δικαστική απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2001 ορίζει ότι η γονική μέριμνα και η διαχείριση της περιουσίας θα ασκούνται από κοινού από τους δύο γονείς και η S. Gysen θα λαμβάνει τα οικογενειακά επιδόματα.
11 Την 1η Δεκεμβρίου 2001, ο πατέρας του τέκνου που γεννήθηκε το 1989 προσλήφθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Από την ημερομηνία αυτή οι υπηρεσίες της Επιτροπής καταβάλλουν στη S. Gysen το σύνολο των οικογενειακών επιδομάτων για τον πρωτότοκο υιό της, στο όνομα και για λογαριασμό του πατέρα.
12 Η S. Gysen πληροφόρησε το Ταμείο για την κατάσταση αυτή με επιστολή της 22ας Φεβρουαρίου 2002, κατόπιν της οποίας το Ταμείο έπαυσε να καταβάλει οικογενειακά επιδόματα για τον πρωτότοκο υιό της S. Gysen, αλλά εξακολούθησε να καταβάλλει για τα υπόλοιπα δύο τέκνα.
13 Στη συνέχεια, θεωρώντας ότι τα επιδόματα είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως, το Ταμείο παρακράτησε από τα μηνιαία οικογενειακά επιδόματα, από τον Μάρτιο του 2003, το ποσό των 2 284,84 ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των επιδομάτων που καταβλήθηκαν για το δεύτερο και τρίτο τέκνο, ως τέκνα δεύτερης και τρίτης τάξεως και αυτών που, κατά το Ταμείο, θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί, ήτοι επιδόματα για δύο τέκνα πρώτης και δεύτερης τάξεως.
14 Η S. Gysen, εκτιμώντας ότι οι διοικητικές αποφάσεις του Ταμείου όσον αφορά την παρακράτηση ελήφθησαν βάσει μη νόμιμου καθορισμού της τάξεως των τριών τέκνων της και, πρέπει, επομένως, να ακυρωθούν, προσέφυγε στο αιτούν δικαστήριο.
15 Υπό τις συνθήκες αυτές το tribunal du travail de Bruxelles αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«[…] Ο [ΚΥΚ] και το παράρτημά του VII: Κανόνες σχετικοί με τις αποδοχές, […], τμήμα 1, [με τίτλο] “Οικογενειακά επιδόματα”, άρθρο 67, [παράγραφος] 1, στα οποία […] περιλαμβάνονται […] το επίδομα στέγης, […] το επίδομα συντηρουμένων τέκνων […] [και] το σχολικό επίδομα, μπορούν ή πρέπει, ή όχι, να θεωρηθούν ως “[…] διεθνής σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως ισχύουσα στο Βέλγιο” κατά την έννοια της επίμαχης εν προκειμένω εθνικής ρυθμίσεως;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
16 Προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, για να μπορέσει να επιλύσει την ενώπιόν του διαφορά, επιβάλλεται να τονιστεί η φύση και η νομική ισχύς του ΚΥΚ.
17 Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του συστήματος δικαστικής συνεργασίας που θεσπίζει το άρθρο 234 ΕΚ, η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου εναπόκειται στο Δικαστήριο. Όσον αφορά τις εθνικές διατάξεις, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος, η ερμηνεία τους εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια (βλ. απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1993, C‑37/92, Vanacker και Lesage, Συλλογή 1993, σ. I‑4947, σκέψη 7).
18 Όπως προκύπτει από το νομοθετικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, κατά τη βελγική νομοθεσία, το τέκνο ελεύθερου επαγγελματία, ο οποίος δικαιούται επιδόματος που καταβάλλεται σε αυτόν στο όνομα του συζύγου ή του πρώην συζύγου από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως άλλου κράτους μέλους κατ’ εφαρμογή διεθνούς σύμβασης, λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό της τάξεως των τέκνων του ελεύθερου αυτού επαγγελματία για τον υπολογισμό του ποσού των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων τα οποία αυτός δικαιούται για τα υπόλοιπα τέκνα του.
19 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι η διαφορά της κύριας δίκης ανέκυψε από την άρνηση του Ταμείου να λάβει υπόψη του το τέκνο για το οποίο χορηγείται επίδομα που καταβάλλεται στο σύνολό του βάσει του ΚΥΚ στο όνομα και για λογαριασμό του πατέρα του, κοινοτικού υπαλλήλου, κατά τον καθορισμό της τάξεως των τέκνων της μητέρας, ελεύθερης επαγγελματία, για τον υπολογισμό του ποσού των οικογενειακών επιδομάτων τα οποία δικαιούται για τα υπόλοιπα τέκνα της.
20 Από την εξέταση του φακέλου προκύπτει ότι η διαφορετική μεταχείριση την οποία επιφυλάσσει το Ταμείο στις δύο αυτές περιπτώσεις οφείλεται στην ιδιαιτερότητα της νομικής βάσης του κοινοτικού επιδόματος που καταβάλλεται για το τέκνο της S. Gysen που γεννήθηκε το 1989.
21 Το Ταμείο υποστηρίζει, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ότι ο ΚΥΚ παρέχει στους κοινοτικούς υπαλλήλους δικαιώματα τα οποία μπορούν να προβάλουν έναντι του εργοδότη τους καθώς και, ενδεχομένως, το δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον των κοινοτικών δικαστικών οργάνων, αλλά τα ίδια αυτά δικαιώματα δεν έχουν άμεση και ευθεία εφαρμογή στην εθνική έννομη τάξη.
22 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η άποψη αυτή είναι αντίθετη προς τη φύση και τη νομική ισχύ του ΚΥΚ.
23 Βεβαίως, ο κανονισμός 259/68, που θέσπισε τον ΚΥΚ, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με διεθνή σύμβαση, διότι δεν εκδόθηκε από τα κράτη μέλη κατά τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά από το Συμβούλιο ως θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ενεργώντας αυτοτελώς (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 18ης Φεβρουαρίου 1970, 38/69, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 247, σκέψη 11, και της 18ης Μαρτίου 1980, 91/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 1099, σκέψη 7), όπως επίσης δεν μπορεί να εξομοιωθεί με διεθνή σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως η Συνθήκη ΕΚ, στην οποία βασίζεται ο εν λόγω κανονισμός. Ωστόσο, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, ο κανονισμός αυτός έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος (βλ. αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 1981, 137/80, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1981, σ. 2393, σκέψη 7, και της 7ης Μαΐου 1987, 186/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1987, σ. 2029, σκέψη 21). Εξάλλου, όπως προβάλλει η S. Gysen, το άρθρο 11, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ προβλέπει, ρητώς, τον δεσμευτικό χαρακτήρα του ως προς όλα τα μέρη του και την άμεση εφαρμογή του σε κάθε κράτος μέλος.
24 Λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητας άμεσης εφαρμογής του κανονισμού 259/68 στην έννομη τάξη των κρατών μελών, ο κοινοτικός δικαστής είναι υποχρεωμένος να τον εφαρμόσει για να εξασφαλίσει την τήρηση της αρχής της αποφυγής διακρίσεων. Έτσι, σ’ αυτόν εναπόκειται να εξασφαλίσει την ίση μεταχείριση μεταξύ των προσώπων που δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων λόγω τέκνου δυνάμει του ΚΥΚ και των προσώπων που δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων λόγω τέκνου δυνάμει της εσωτερικής νομοθεσίας ή δυνάμει διεθνούς συμβάσεως κοινωνικής ασφαλίσεως που ισχύει στο οικείο κράτος μέλος.
25 Κατόπιν των προαναφερθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση, αφενός, ότι ο ΚΥΚ έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος και, αφετέρου, ότι, λαμβανομένης υπόψη της άμεσης εφαρμογής του κανονισμού 259/68 στην έννομη τάξη των κρατών μελών, το τέκνο για το οποίο χορηγούνται οικογενειακά επιδόματα δυνάμει του ΚΥΚ πρέπει να εξομοιωθεί με το τέκνο για το οποίο χορηγούνται οικογενειακά επιδόματα δυνάμει της εσωτερικής νομοθεσίας ή δυνάμει διεθνούς συμβάσεως κοινωνικής ασφαλίσεως που ισχύει στο οικείο κράτος μέλος.
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 2074/83 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουλίου 1983, έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Λαμβανομένης υπόψη της άμεσης εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού στην έννομη τάξη των κρατών μελών, το τέκνο για το οποίο χορηγούνται οικογενειακά επιδόματα δυνάμει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να εξομοιωθεί με το τέκνο για το οποίο χορηγούνται οικογενειακά επιδόματα δυνάμει της εσωτερικής νομοθεσίας ή δυνάμει διεθνούς συμβάσεως κοινωνικής ασφαλίσεως που ισχύει στο οικείο κράτος μέλος.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy