Υπόθεση C-464/06
Διαδικασία κινηθείσα από την
Avena Nordic Grain Oy
(αίτηση του Korkein hallinto-oikeus
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Γεωργία — Σύστημα επιστροφών κατά την εξαγωγή των γεωργικών προϊόντων — Κανονισμός (ΕΚ) 800/1999 — Άρθρο 5 — Υποβολή διασαφήσεως εξαγωγής — Διαβίβαση με τηλεομοιοτυπία»
Περίληψη της αποφάσεως
Γεωργία — Κοινή οργάνωση των αγορών — Επιστροφές κατά την εξαγωγή
(Κανονισμός 800/1999 της Επιτροπής, άρθρο 5)
Το άρθρο 5 του κανονισμού 800/1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 90/2001, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές να δέχονται διασάφηση εξαγωγής γεωργικών προϊόντων η οποία διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία πριν από τη φόρτωση για τη μεταφορά προς εξαγωγή, εφόσον η διασάφηση που διαβιβάσθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον φυσικό έλεγχο των εξαγομένων εμπορευμάτων και εφόσον η επίμαχη πράξη εξαγωγής ουδόλως ενέχει απάτη ή απόπειρα απάτης. Αυτό συμβαίνει οσάκις τα εμπορεύματα τα οποία αφορά η διασάφηση εξαγωγής που διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία έφθασαν στην τρίτη χώρα προορισμού και το πρωτότυπο της διασαφήσεως το οποίο υποβλήθηκε στη συνέχεια είναι πανομοιότυπο της διασαφήσεως που διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές στην υπόθεση της κύριας δίκης.
(βλ. σκέψη 26 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 18ης Οκτωβρίου 2007 (*)
«Γεωργία – Σύστημα επιστροφών κατά την εξαγωγή των γεωργικών προϊόντων – Κανονισμός (ΕΚ) 800/1999 – Άρθρο 5 – Υποβολή διασαφήσεως εξαγωγής – Διαβίβαση με τηλεομοιοτυπία»
Στην υπόθεση C‑464/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Korkein hallinto-oikeus (Φινλανδία), με απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Νοεμβρίου 2006, στο πλαίσιο της διαδικασίας που κίνησε η
Avena Nordic Grain Oy
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, J. Klučka, A. Ó Caoimh (εισηγητή), P. Lindh και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Avena Nordic Grain Oy, εκπροσωπούμενη από την K. Viljanen, ως διευθύντρια,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Heliskoski,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. Aalto και την F. Clotuche-Duvieusart,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 102, σ. 11), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 90/2001 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 2001 (ΕΕ L 14, σ. 22, στο εξής: κανονισμός 800/1999).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας την οποία κίνησε η Avena Nordic Grain Oy (στο εξής: ANG) στρεφόμενη κατά αποφάσεως του Maa‑ ja metsätalousministeriö (Υπουργείου Γεωργίας και Δασών, στο εξής: Υπουργείου), αρχής η οποία διαχειρίζεται στη Φινλανδία τις ενισχύσεις που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), σχετικά με την άρνηση καταβολής επιστροφής κατά την εξαγωγή.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
Ο έλεγχος κατά την εξαγωγή των γεωργικών προϊόντων
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 386/90 του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 1990, για τον έλεγχο κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφών ή άλλων ποσών (ΕΕ L 42, σ. 6), προβλέπει στο άρθρο 2, στοιχείο α΄, ότι τα κράτη μέλη προβαίνουν στον «υλικό έλεγχο των εμπορευμάτων […] κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής και πριν από τη χορήγηση της άδειας εξαγωγής των εμπορευμάτων, που εκδίδεται βάσει των παραστατικών που υποβάλλονται με τη διασάφηση εξαγωγής».
4 Ο κανονισμός (ΕΚ) 2090/2002 της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 2002, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 386/90 όσον αφορά τον φυσικό έλεγχο κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφής (ΕΕ L 322, σ. 4), ορίζει, στο άρθρο 5, παράγραφος 1, ότι ως «φυσικός έλεγχος» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 386/90 νοείται «η επαλήθευση της αντιστοιχίας μεταξύ διασάφησης εξαγωγής, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων τα οποία προσκομίζονται κατά την υποβολή της, και εμπορεύματος όσον αφορά την ποσότητα, τη φύση και τα χαρακτηριστικά του».
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή των γεωργικών προϊόντων
5 Στην τέταρτη, έκτη και εξηκοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 800/1999 επισημαίνονται τα εξής:
«(4) [εκτιμώντας] ότι η ημέρα εξαγωγής πρέπει να είναι εκείνη κατά τη διάρκεια της οποίας το τελωνείο αποδέχεται την πράξη με την οποία ο δηλών εκδηλώνει την επιθυμία του να προβεί στην εξαγωγή των προϊόντων για τα οποία έχει ζητήσει να του χορηγηθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή· ότι η πράξη αυτή αποσκοπεί στο να επιστήσει την προσοχή, ιδίως των τελωνειακών αρχών, επί του γεγονότος ότι η ενέργεια θεωρείται ότι πραγματοποιείται με την ενίσχυση των κοινοτικών ταμείων προκειμένου να προβούν στους δέοντες ελέγχους· ότι, κατά τη στιγμή της αποδοχής αυτής, τα προϊόντα τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρι την πραγματική εξαγωγή τους· ότι η ημερομηνία αυτή χρησιμεύει ως αναφορά για να καθοριστεί η ποσότητα, η φύση και τα χαρακτηριστικά του εξαγομένου προϊόντος·
[…]
(6) [εκτιμώντας] ότι προκειμένου να καταστεί δυνατή η ορθή εφαρμογή του κανονισμού [386/90], όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 163/94 [ΕΕ L 24, σ. 2] θα πρέπει να προβλεφθεί ότι η εξακρίβωση της αντιστοιχίας μεταξύ της διασαφήσεως εξαγωγής και των γεωργικών προϊόντων πραγματοποιείται κατά τη στιγμή της φορτώσεως στο εμπορευματοκιβώτιο, στο φορτηγό, στο πλοίο ή σε άλλα παρόμοια μέσα·
[…]
(63) [εκτιμώντας] ότι η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία προβλέπει τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή βάσει μόνον αντικειμενικών κριτηρίων, ιδίως όσον αφορά την ποσότητα, το είδος και τα χαρακτηριστικά του εξαγομένου προϊόντος, καθώς και το γεωγραφικό προορισμό του· ότι, βάσει της κτηθείσας εμπειρίας για την καταπολέμηση των παρατυπιών και ιδίως της απάτης εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, πρέπει να προβλεφθεί η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών καθώς και η επιβολή κυρώσεων εις τρόπον ώστε να παρακινούνται οι εξαγωγείς να τηρούν την κοινοτική νομοθεσία».
6 Το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Ως ημέρα της εξαγωγής νοείται η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή υπηρεσία της διασάφησης εξαγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι θα ζητηθεί επιστροφή.
2. Η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό:
α) του ύψους της ισχύουσας επιστροφής, εάν δεν έχει γίνει προκαθορισμός της επιστροφής·
β) των προσαρμογών που πρέπει, κατά περίπτωση, να γίνουν στο ύψος της επιστροφής, εάν υπήρξε προκαθορισμός της επιστροφής·
γ) της ποσότητας, της φύσης και των χαρακτηριστικών του εξαγόμενου προϊόντος.
3. Εξομοιώνεται με την αποδοχή της διασάφησης εξαγωγής οποιαδήποτε άλλη πράξη που έχει τα ίδια έννομα αποτελέσματα με την αποδοχή αυτή.
4. Το έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή προκειμένου να χορηγηθεί επιστροφή πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής, και ιδίως:
α) για τα προϊόντα:
– την περιγραφή των προϊόντων, ενδεχομένως απλοποιημένη, σύμφωνα με την ονοματολογία για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή και τον κωδικό της ονοματολογίας των επιστροφών, και, εφόσον είναι αναγκαίο για τον υπολογισμό της επιστροφής, τη σύνθεση των προϊόντων ή αναφορά στη σύνθεσή τους,
– την καθαρή μάζα αυτών των προϊόντων ή ενδεχομένως, την ποσότητα εκφρασμένη στη μονάδα μέτρησης που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της επιστροφής·
β) για τα εμπορεύματα ισχύουν οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 1222/94 [της Επιτροπής, της 30ής Μαΐου 1994, για τη θέσπιση κοινών λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους των, για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, εξαγόμενα υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγομένων στο παράρτημα ΙΙ της συνθήκης (ΕΕ L 136, σ. 5)].
5. Τη στιγμή της αποδοχής ή της ισοδύναμης πράξεως που αναφέρεται στη παράγραφο 3, τα προϊόντα τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο […] μέχρις ότου εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
[…]
7. Κάθε πρόσωπο που εξάγει τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η χορήγηση επιστροφής οφείλει:
α) να υποβάλει διασάφηση εξαγωγής στο αρμόδιο τελωνείο του τόπου όπου θα φορτωθούν τα προϊόντα για τη μεταφορά τους προς εξαγωγή·
β) να ενημερώνει το εν λόγω τελωνείο τουλάχιστον 24 ώρες πριν από την έναρξη των εργασιών φόρτωσης και να αναφέρει την εικαζόμενη διάρκεια των εργασιών φόρτωσης. […]
[...]
Το αρμόδιο τελωνείο μπορεί να επιτρέψει τις εργασίες φόρτωσης αφού δεχθεί τη διασάφηση εξαγωγής και πριν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο στοιχείο β΄.
Το αρμόδιο τελωνείο πρέπει να είναι σε θέση να διενεργήσει το φυσικό [υλικό] έλεγχο και να λάβει μέτρα ταυτοποίησης για τη μεταφορά προς το τελωνείο εξόδου από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
[…]»
Η εθνική νομοθεσία
7 Κατά το άρθρο 9 του νόμου περί επικοινωνίας με χρήση ηλεκτρονικών μέσων στον τομέα της δημόσιας διοικήσεως [Laki sähköisestä asioinnista viranomaistoiminnassa (13/2003)] και το άρθρο 18 του νόμου περί ηλεκτρονικής υπογραφής [Laki sähkösistä allekirjoituksista (14/2003)], οι διοικητικές διαδικασίες μπορούν να κινηθούν με ηλεκτρονικά μέσα.
8 Εντούτοις, η απόφαση του Υπουργείου περί εφαρμογής του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή, εγγυήσεων, πιστοποιητικών εξαγωγής, εισαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα [maataloustuotteiden vientituki- ja vakuus- sekä tuonti-, vienti- ja ennakkovahvistustodistusjärjestelmän täytäntöönpanosta annettu maa- ja metsätalousministeriön asetus (1363/2002)] προβλέπει, στο άρθρο 4, την υποχρέωση διαβιβάσεως του πρωτοτύπου της διασαφήσεως εξαγωγής στο αρμόδιο τελωνείο περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 5, παράγραφος 7, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 800/1999.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
9 Στις 14 Ιουνίου 2003, η ANG εξήγαγε, από το λιμάνι της Vaasa (Φινλανδία), δύο παρτίδες βρώμης με προορισμό τον Καναδά. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η σχετική με τις παρτίδες αυτές διασάφηση εξαγωγής διαβιβάσθηκε, πριν από τη φόρτωση, στο αρμόδιο τελωνείο μόνο με τηλεομοιοτυπία, το δε πρωτότυπο της διασαφήσεως αυτής υποβλήθηκε μετά τη φόρτωση. Κατά την ίδια απόφαση, δεν αμφισβητείται ότι το πρωτότυπο αυτό ήταν πανομοιότυπο του εγγράφου που είχε διαβιβασθεί με τηλεομοιοτυπία, ότι η χρήση αυτού του τρόπου διαβιβάσεως οφείλεται σε παρανόηση που ανέκυψε μεταξύ του εκτελωνιστή του μεταφορέα της ANG και των αρμοδίων τελωνειακών αρχών κατά τη διάρκεια επικοινωνίας σχετικής με τη φόρτωση, ότι οι αρχές αυτές είχαν κάθε δυνατότητα να προβούν στους απαιτούμενους ελέγχους, ότι οι επίμαχες παρτίδες έφθασαν στον λιμένα προορισμού τους και ότι δεν υφίσταται καμία ένδειξη περί του ότι η ANG επιχείρησε να καταστρατηγήσει τη διαδικασία περί επιστροφών ή να διαπράξει απάτη.
10 Κατόπιν ερωτήσεως του Υπουργείου σχετικά με την καταβολή επιστροφής υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επισήμανε, με έγγραφα της 23ης Μαΐου και της 30ής Ιουλίου 2004, ότι, κατά την άποψή της, η ANG δεν δικαιούται επιστροφής για την επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη.
11 Το υπουργείο, με απόφασή του της 2ας Σεπτεμβρίου 2004, απέρριψε ως εκ τούτου το αίτημα καταβολής της επιστροφής που ζήτησε η ANG για τις επίμαχες παρτίδες, για τον λόγο ότι το πρωτότυπο της διασαφήσεως εξαγωγής δεν είχε υποβληθεί στις τελωνειακές αρχές πριν από τον χρόνο του δυνάμενου να διενεργηθεί ελέγχου του φορτίου.
12 Η ANG προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Korkein hallinto‑oikeus (ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου). Κατά το αιτούν δικαστήριο, από τις αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 1998, C‑27/94, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑5581), και της 6ης Μαρτίου 2001, C‑278/98, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑1501), προκύπτει ότι η διασάφηση εξαγωγής πρέπει να υποβάλλεται εκ των προτέρων με το πρωτότυπο έγγραφο και ότι η διασάφηση που διαβιβάζεται με τηλεομοιοτυπία δεν μπορεί, κατά γενικό κανόνα, να θεωρηθεί ότι πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνονταν ανακρίβειες κατά τον τελωνειακό έλεγχο, η επιχείρηση θα μπορούσε να συντάξει νέα διασάφηση περιέχουσα τα ακριβή στοιχεία. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, πάντως, ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης η διασάφηση εξαγωγής που διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία πριν από τη φόρτωση ήταν πανομοιότυπη του πρωτοτύπου της διασαφήσεως εξαγωγής που υποβλήθηκε στη συνέχεια και ότι οι εθνικές αρχές δεν έχουν την παραμικρή υποψία σχετικά με την ύπαρξη συμπεριφοράς που ενέχει ενδεχομένως απάτη, δεδομένου ότι η διαβίβαση με τηλεομοιοτυπία οφειλόταν σε παρανόηση που ανέκυψε σχετικά με σύσταση των αρμοδίων τελωνειακών αρχών. Συνεπώς, αν η υπόθεση της κύριας δίκης κρινόταν βάσει του εθνικού δικαίου, πιθανότατα δεν θα απορριπτόταν το αίτημα της ANG για καταβολή της επιστροφής. Εξάλλου, οι αρχές της αναλογικότητας και της χρηστής διοικήσεως, οι οποίες αποτελούν γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην υπόθεση της κύριας δίκης.
13 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Korkein hallinto‑oikeus αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 5 του κανονισμού [800/1999], σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της χρηστής διοικήσεως, υπό την έννοια ότι αρμόδια εθνική αρχή μπορεί να δέχεται μια διασάφηση εξαγωγής που διαβιβάζεται με τηλεομοιοτυπία πριν από τη φόρτωση των οικείων εμπορευμάτων εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται η παραμικρή υποψία σχετικά με την ύπαρξη συμπεριφοράς ενέχουσας απάτη, εφόσον η διαπιστωθείσα παράλειψη ως προς τον τρόπο διαβιβάσεως της διασαφήσεως εξαγωγής οφείλεται σε παρανόηση σχετικά με σύσταση της αρχής αυτής και εφόσον η αρχή διαπίστωσε ότι το υπογεγραμμένο πρωτότυπο της διασαφήσεως εξαγωγής που κατατέθηκε αργότερα είναι πανομοιότυπο της διασαφήσεως εξαγωγής που διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
14 Με το προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 5 του κανονισμού 800/1999 απαγορεύει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές να δέχονται διασάφηση εξαγωγής γεωργικών προϊόντων η οποία διαβιβάσθηκε πριν από τη φόρτωση μόνο με τηλεομοιοτυπία, στην περίπτωση κατά την οποία η συμπεριφορά αυτή δεν οφείλεται σε πρόθεση εξαπατήσεως, καθόσον η διαβίβαση αποκλειστικά με τηλεομοιοτυπία οφείλεται σε παρανόηση σχετικά με σύσταση των αρχών αυτών, και το πρωτότυπο της διασαφήσεως που υποβάλλεται κατόπιν της φορτώσεως είναι πανομοιότυπο της διασαφήσεως που διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία.
15 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 7, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 800/1999, κάθε εξαγωγέας γεωργικών προϊόντων οφείλει να υποβάλει διασάφηση εξαγωγής αφορώσα τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η χορήγηση επιστροφής. Όπως προκύπτει από το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παραγράφου αυτής, οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές, αφού δεχθούν τη διασάφηση αυτή, μπορούν να επιτρέψουν τις εργασίες φορτώσεως, θα πρέπει δε να έχουν τη δυνατότητα, όπως επίσης προκύπτει από την τέταρτη και την έκτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, καθώς και τα άρθρα 2 του κανονισμού 386/90 και 5 του κανονισμού 2090/2002, να προβούν στον φυσικό έλεγχο των οικείων γεωργικών προϊόντων προς εξακρίβωση της αντιστοιχίας μεταξύ των προϊόντων αυτών και της εν λόγω διασαφήσεως κατά το χρονικό σημείο της φορτώσεως.
16 Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 800/1999, η διασάφηση εξαγωγής πρέπει να περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποδειχθεί η ύπαρξη δικαιώματος επιστροφής και να καθορισθεί το ύψος της (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 2005, C‑309/04, Fleisch-Winter, Συλλογή 2005, σ. I‑10349, σκέψη 31, και της 27ης Απριλίου 2006, C‑27/05, Elfering Export, Συλλογή 2006, σ. I‑3681, σκέψη 26).
17 Εξάλλου, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, από το χρονικό σημείο της αποδοχής της διασαφήσεως από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές τα προϊόντα τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρις ότου εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
18 Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, μολονότι οι διατάξεις δεν καθορίζουν ρητώς τον τύπο υποβολής της διασαφήσεως εξαγωγής, η διασάφηση αυτή, αφενός, πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως, προκειμένου, ιδίως, να είναι δυνατό να εξακριβωθεί κατά πόσον τα στοιχεία που προσκόμισε ο εισαγωγέας αντιστοιχούν στα εμπορεύματα που παρουσιάζονται προς εξαγωγή, και, αφετέρου, πρέπει να κατατίθεται προτού τα εμπορεύματα εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (βλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, C‑54/91, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I‑3399, σκέψη 22, και προπαρατεθείσα απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 25).
19 Η υποβολή της διασαφήσεως εξαγωγής, η οποία ενδέχεται να αποτελέσει τη νομική βάση της επιστροφής (προπαρατεθείσα απόφαση Fleisch-Winter, σκέψη 41), συνιστά επομένως ουσιώδη τύπο στο πλαίσιο της σχετικής συνεργασίας μεταξύ του εξαγωγέα και των αρμοδίων τελωνειακών αρχών, χάρη στην οποία οι αρχές αυτές διαθέτουν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την άσκηση των φυσικών ελέγχων στα οικεία εμπορεύματα πριν από τη φόρτωσή τους, προκειμένου να αποτραπεί, σύμφωνα με την εξηκοστή τρίτη σκέψη του κανονισμού 800/1999, οποιοσδήποτε κίνδυνος παρατυπιών και καταχρήσεων σχετικά με επιστροφές κατά την εξαγωγή [βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Elfering Export, σκέψη 31, και, προκειμένου περί του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C‑385/03, Käserei Champignon Hofmeister, Συλλογή 2005, σ. I‑2997, σκέψεις 27 και 28].
20 Όπως, όμως, υποστήριξαν κατ’ ουσίαν όλοι οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, η διαβίβαση διασαφήσεως με τηλεομοιοτυπία συνεπάγεται την κατάθεση ενός εγγράφου το οποίο, εφόσον διαβιβάσθηκε πριν από τη φόρτωση των οικείων εμπορευμάτων και περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον έλεγχό τους, ουδόλως παρακωλύει τη δυνατότητα των αρμοδίων τελωνειακών αρχών να διενεργήσουν τον έλεγχο αυτό.
21 Βεβαίως, ο εξαγωγέας δεν μπορεί να έχει τη δυνατότητα να τροποποιήσει την αίτησή του περί επιστροφής αναλόγως του αποτελέσματος ενδεχόμενου ελέγχου (προπαρατεθείσα απόφαση Käserei Champignon Hofmeister, σκέψη 28).
22 Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να δεχθούν αναδρομικά μια διασάφηση εξαγωγής η οποία προσκομίζεται μετά την εξαγωγή με σκοπό τη χορήγηση επιστροφής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2002, C‑101/99, British Sugar, Συλλογή 2002, σ. I‑205, σκέψεις 68 και 73). Επίσης, δεν μπορούν να διενεργούν έλεγχο βάσει στοιχείου που κοινοποιήθηκε με τηλεομοιοτυπία και όχι βάσει του πρωτοτύπου των δηλώσεων πληρωμής με σκοπό την προπληρωμή των επιστροφών, εφόσον αυτό δημιουργεί κίνδυνο να καταβληθούν αχρεωστήτως επιδοτήσεις, καθόσον η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα μπορούσε να υποβάλει, μετά τη διαπίστωση ανακρίβειας κατά τη διάρκεια τελωνειακού ελέγχου που διενεργήθηκε βάσει της τηλεομοιοτυπίας αυτής, νέα διασάφηση που θα περιέχει τα ακριβή στοιχεία (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 70).
23 Πάντως, τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται όταν η πράξη της εξαγωγής δεν ενέχει καμία απάτη ή απόπειρα απάτης εκ μέρους του εξαγωγέα, καθόσον τα εμπορεύματα τα οποία αφορά η διασάφηση εξαγωγής που διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία έφθασαν στην τρίτη χώρα προορισμού τους και το πρωτότυπο της διασαφήσεως, το οποίο απεστάλη μετά τη φόρτωση, είναι πανομοιότυπο της διασαφήσεως εξαγωγής που διαβιβάσθηκε προηγουμένως με τηλεομοιοτυπία.
24 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η διαβίβαση διασαφήσεως εξαγωγής με τηλεομοιοτυπία δεν έχει ουσιαστικές συνέπειες ως προς την ορθή λειτουργία του συστήματος των επιστροφών.
25 Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν στην υπόθεση της κύριας δίκης πληρούνται οι διαλαμβανόμενες στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως προϋποθέσεις, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί.
26 Συνεπώς, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 800/1999 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές να δέχονται διασάφηση εξαγωγής γεωργικών προϊόντων η οποία διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία πριν από τη φόρτωση για τη μεταφορά προς εξαγωγή, εφόσον η διασάφηση που διαβιβάσθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον φυσικό έλεγχο των εξαγομένων εμπορευμάτων και εφόσον η επίμαχη πράξη εξαγωγής ουδόλως ενέχει απάτη ή απόπειρα απάτης. Αυτό συμβαίνει οσάκις τα εμπορεύματα τα οποία αφορά η διασάφηση εξαγωγής που διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία έφθασαν στην τρίτη χώρα προορισμού και το πρωτότυπο της διασαφήσεως που υποβλήθηκε στη συνέχεια είναι πανομοιότυπο της διασαφήσεως που διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές στην υπόθεση της κύριας δίκης.
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 90/2001 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 2001, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές να δέχονται διασάφηση εξαγωγής γεωργικών προϊόντων η οποία διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία πριν από τη φόρτωση για τη μεταφορά προς εξαγωγή, εφόσον η διασάφηση που διαβιβάσθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον φυσικό έλεγχο των εξαγομένων εμπορευμάτων και εφόσον η επίμαχη πράξη εξαγωγής ουδόλως ενέχει απάτη ή απόπειρα απάτης. Αυτό συμβαίνει οσάκις τα εμπορεύματα τα οποία αφορά η διασάφηση εξαγωγής που διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία έφθασαν στην τρίτη χώρα προορισμού και το πρωτότυπο της διασαφήσεως το οποίο υποβλήθηκε στη συνέχεια είναι πανομοιότυπο της διασαφήσεως που διαβιβάσθηκε με τηλεομοιοτυπία. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές στην υπόθεση της κύριας δίκης.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy