ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 18ης Δεκεμβρίου 2007 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Δημόσιες συμβάσεις – Παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/36/ΕΚ – Γενικές αρχές της Συνθήκης – Αρχή της ίσης μεταχείρισης και υποχρέωση διαφάνειας –Εθνική νομοθεσία επιτρέπουσα την προσφυγή στη διαδικασία με διαπραγμάτευση για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών όσον αφορά ορισμένα υλικά ιατρικής χρήσης»
Στην υπόθεση C‑481/06,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παράβασης, ασκηθείσα στις 24 Νοεμβρίου 2006,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Πατακιά και τον X. Lewis, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τις Δ. Τσαγκαράκη και Σ. Χαλά, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους Γ. Αρέστη, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta και E. Juhász (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της απόφασης που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ το άρθρο 7, παράγραφος 2, του νόμου 2955/2001, «Προμήθειες Νοσοκομείων και λοιπών μονάδων υγείας των ΠεΣΥΠ και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 256/2.11.2001, στο εξής: νόμος 2955), και θεσπίζοντας τις εκτελεστικές διατάξεις των κοινών υπουργικών αποφάσεων (ΔΥ6α/οικ.38611 και ΔΥ6α/οικ.38609, της 12ης Απριλίου 2005, ΦΕΚ 518/19.4.2005), παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2001/78/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Σεπτεμβρίου 2001 (ΕΕ L 285, σ. 1, στο εξής: οδηγία 93/36), καθώς και την υποχρέωση εξασφάλισης πραγματικού και δίκαιου ανταγωνισμού, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 93/36, οι διατάξεις της που προβλέπουν μέτρα συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων δημόσιων προμηθειών εφαρμόζονται στις συμβάσεις των οποίων η αξία υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 5.
3 Το άρθρο 6 της οδηγίας 93/36 προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, οι αναθέτουσες αρχές εφαρμόζουν τις διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 1, στοιχεία δ΄, ε΄ και στ΄, στις ακόλουθες περιπτώσεις.
2. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν συμβάσεις προμηθειών προσφεύγοντας στη διαδικασία με διαπραγμάτευση σε περίπτωση υποβολής αντικανονικών προσφορών στα πλαίσια ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας ή σε περίπτωση προσφορών οι οποίες, βάσει εθνικών διατάξεων σύμφωνων προς τις διατάξεις του τίτλου IV, δεν είναι αποδεκτές, εφόσον οι αρχικοί όροι της σύμβασης δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αναθέτουσες αρχές δημοσιεύουν προκήρυξη, εκτός εάν στις εν λόγω διαδικασίες με διαπραγμάτευση περιλαμβάνονται όλες οι επιχειρήσεις οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στα άρθρα 20 έως 24 και οι οποίες, κατά την προηγηθείσα ανοικτή ή κλειστή διαδικασία, είχαν υποβάλει προσφορές σύμφωνα με τις τυπικές προϋποθέσεις της διαδικασίας του διαγωνισμού.
3. Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν επίσης να συνάπτουν τις συμβάσεις προμηθειών προσφεύγοντας στη διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν δεν έχει υποβληθεί καμία προσφορά ή καμία κατάλληλη προσφορά μετά από πρόσκληση σε ανοιχτή ή κλειστή διαδικασία, στο μέτρο που οι αρχικοί όροι της σύμβασης δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς και εφόσον διαβιβάζεται σχετική έκθεση στην Επιτροπή·
β) όταν τα σχετικά προϊόντα κατασκευάζονται αποκλειστικά για σκοπούς ερευνητικούς, πειραματικούς, μελετητικούς ή αναπτυξιακούς· η διάταξη αυτή δεν καλύπτει την παραγωγή ποσοτήτων ικανών να εξασφαλίσουν εμπορική βιωσιμότητα στο προϊόν ή την απόσβεση των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης·
γ) όταν, λόγω της τεχνικής ή καλλιτεχνικής ιδιαιτερότητάς τους ή για λόγους που αφορούν την προστασία δικαιωμάτων αποκλειστικότητας, τα προς προμήθεια προϊόντα μπορούν να κατασκευαστούν ή να παραδοθούν μόνο από ορισμένο προμηθευτή·
δ) στο βαθμό που είναι απόλυτα αναγκαίο όταν, λόγω του κατεπείγοντος χαρακτήρα της προμήθειας που προκύπτει από γεγονότα απρόβλεπτα για τις εν λόγω αναθέτουσες αρχές, η προθεσμία που απαιτείται για τις ανοικτές, κλειστές ή με διαπραγμάτευση διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί. Οι περιστάσεις που επικαλούνται οι αναθέτουσες αρχές για να δικαιολογήσουν τον επείγοντα αυτό χαρακτήρα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να απορρέουν από δική τους ευθύνη·
ε) για τις συμπληρωματικές παραδόσεις που πραγματοποιούνται από τον αρχικό προμηθευτή και προορίζονται είτε για τη μερική ανανέωση προμηθειών ή εγκαταστάσεων τρέχουσας χρήσης είτε για επέκταση υφιστάμενων προμηθειών ή εγκαταστάσεων, εφόσον η αλλαγή προμηθευτή θα υποχρέωνε ενδεχομένως την αναθέτουσα αρχή να προμηθευτεί υλικό με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά τα οποία είναι ασυμβίβαστα ή προκαλούν δυσανάλογες τεχνικές δυσχέρειες ως προς τη χρήση και συντήρηση. Η διάρκεια αυτών των συμβάσεων καθώς και των ανανεώσιμων συμβάσεων δεν επιτρέπεται, κατά κανόνα, να υπερβαίνει τα τρία έτη.
4. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, οι αναθέτουσες αρχές συνάπτουν τις συμβάσεις τους προσφεύγοντας είτε στην ανοικτή είτε στην κλειστή διαδικασία.»
Η εθνική νομοθεσία
4 Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου 2955/2001 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Διαγωνισμός με προσφορά τιμής ανά εξέταση ή πράξη.
1. Οι ανάγκες των Πε.ΣΥ. και των αποκεντρωμένων μονάδων τους, καθώς και οι ανάγκες των διασυνδεόμενων με τα Πε.ΣΥ. νοσοκομείων, μπορεί να καλύπτονται με τη διενέργεια διαγωνισμών για την αγορά ή τη μίσθωση ιατροτεχνολογικών μηχανημάτων και αναλωσίμων, με τη μέθοδο της προσφοράς από τους προμηθευτές τιμής ανά εργαστηριακή εξέταση ή διαγνωστική ή θεραπευτική πράξη ή καθορισμένα σύνολο εργαστηριακών εξετάσεων ή διαγνωστικών ή θεραπευτικών πράξεων. Η προσφερόμενη τιμή περιλαμβάνει την παραχώρηση των μηχανημάτων, των αντιδραστηρίων, του αναλώσιμου υλικού και της συντήρησης για όλο το χρονικό διάστημα της σύμβασης.
[…]
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Υγείας και Πρόνοιας μπορεί να καθορίζεται ανώτατη τιμή προμήθειας, χωρίς διαγωνισμό, συγκεκριμένων υλικών, που δεν είναι συγκρίσιμα, καθώς και υλικών των οποίων ο χαρακτηρισμός ως πλέον κατάλληλων προς χρήση εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου ασθενούς, όπως υλικών οστεοσύνθεσης, αρθροπλαστικής, ενδοφακών και βαλβίδων υδροκεφαλίας.»
5 Βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του νόμου 2955, εκδόθηκαν κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζουσες τις ανώτατες τιμές για τα υλικά ιατρικής χρήσης που απαριθμούνται σ’ αυτές. Ειδικότερα, με τις κοινές υπουργικές αποφάσεις ΔΥ6α/Γ.Π.73754, της 24ης Ιουλίου 2002 (ΦΕΚ 984/31.7.2002), και 8130, της 30ής Δεκεμβρίου 2003 (ΦΕΚ B΄ 1952/30.12.2003), που τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με τις υπουργικές αποφάσεις ΔΥ6α/οικ.38611 και ΔΥ6α/οικ.38609, της 12ης Απριλίου 2005, καθορίστηκε ανώτατη τιμή για τα υλικά οστεοσύνθεσης, γναθοπροσωπικής χειρουργικής, βηματοδοτών-απινιδωτών, ηλεκτροδίων και υλικών καρδιοχειρουργικής, καθώς και τα φίλτρα αιμοκάθαρσης τεχνητού νεφρού με τις απαραίτητες αρτηριοφλεβικές γραμμές.
Τα πραγματικά περιστατικά και η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία
6 Με την υποβολή καταγγελίας επιστήθηκε η προσοχή της Επιτροπής στις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 2, του νόμου 2955 καθώς και σε εκείνες της κοινής υπουργικής απόφασης ΔΥ6α/Γ.Π.73754, της 24ης Ιουλίου 2002, που εκδόθηκε δυνάμει του νόμου αυτού.
7 Θεωρώντας ότι η ελληνική νομοθεσία δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/36, η Επιτροπή κίνησε κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας τη διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παράβασης, απευθύνοντάς της, στις 18 Οκτωβρίου 2004, προειδοποιητική επιστολή. Με την απάντησή τους, οι ελληνικές αρχές δεν αμφισβήτησαν τους ισχυρισμούς της Επιτροπής όσον αφορά το μη σύμφωνο του άρθρου 7, παράγραφος 2, του νόμου 2955 με την οδηγία 93/36 και δεσμεύθηκαν να καταργήσουν τη διάταξη αυτή.
8 Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα, η Επιτροπή, στις 19 Δεκεμβρίου 2005, της απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη και την κάλεσε να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός δύο μηνών από της παραλαβής της.
9 Με την από 9 Φεβρουαρίου 2006 απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, η Ελληνική Δημοκρατία επιβεβαίωσε ότι οι διαδικασίες για την τροποποίηση της επίδικης εθνικής νομοθεσίας θα ολοκληρώνονταν στα τέλη Μαΐου 2006 με την ψήφιση νέου νόμου από το Ελληνικό Κοινοβούλιο.
10 Ωστόσο, μη έχοντας λάβει καμία κοινοποίηση σχετικά με την ψήφιση του νέου νόμου, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
11 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αφενός, ότι η επίδικη εθνική νομοθεσία είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/36. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι η νομοθεσία αυτή παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης ΕΚ οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν ακόμα και όταν η προϋπολογιζόμενη αξία μιας σύμβασης είναι κατώτερη του ορίου εφαρμογής της οδηγίας 93/36, ειδικότερα δε την υποχρέωση εξασφάλισης πραγματικού και δίκαιου ανταγωνισμού.
12 Καταρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η επίδικη εθνική νομοθεσία επιτρέπει στις αναθέτουσες αρχές να προσφεύγουν απευθείας στη διαδικασία με διαπραγμάτευση για την προμήθεια ολόκληρων κατηγοριών προϊόντων ιατρικής χρήσης, χωρίς να εξασφαλίζεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/36. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι η ρύθμιση αυτή αποτελεί παρέκκλιση από την υποχρέωση οργάνωσης διαδικασίας διαγωνισμού στις μη προβλεπόμενες από την εν λόγω διάταξη περιπτώσεις.
13 Δεύτερον, από τη σιωπή της Ελληνικής Δημοκρατίας προκύπτει ότι η τελευταία δεν αμφισβητεί ότι η επίδικη εθνική νομοθεσία δεν είναι σύμφωνη με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τους θεμελιώδεις κανόνες και τις γενικές αρχές της Συνθήκης, ειδικότερα δε από την αρχή της ίσης μεταχείρισης και την υποχρέωση διαφάνειας.
14 Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί, ωστόσο, την απόρριψη της προσφυγής, υποστηρίζοντας ότι, στο πλαίσιο της νομοθετικής μεταρρύθμισης όσον αφορά τις προμήθειες στον τομέα της υγείας, πρόκειται να κατατεθεί νομοσχέδιο που θα περιλαμβάνει άρθρο σχετικό με την κατάργηση του άρθρου 7, παράγραφος 2, του νόμου 2955. Διευκρινίζει ότι η καθυστέρηση οφείλεται στις σημαντικές αλλαγές που επενέχθηκαν στο εν λόγω νομοσχέδιο, σκοπός του οποίου είναι η δημιουργία ενός νέου νομικού περιβάλλοντος στον πολύ ευαίσθητο τομέα της υγείας και το οποίο θα διασφαλίζει τόσο την απρόσκοπτη ολοκλήρωση των διαδικασιών ανάθεσης των συμβάσεων όσο και τον ομαλό εφοδιασμό των νοσοκομείων με το αναγκαίο ιατροτεχνολογικό υλικό.
15 Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παράβασης πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (αποφάσεις της 2ας Ιουνίου 2005, C‑266/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2005, σ. I‑4805, σκέψη 36, και της 26ης Οκτωβρίου 2006, C-102/06, Επιτροπή κατά Αυστρίας, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 8).
16 Δεδομένου ότι η επίδικη διάταξη εξακολουθούσε να ισχύει κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
17 Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ το άρθρο 7, παράγραφος 2, του νόμου 2955 καθώς και τις εκτελεστικές διατάξεις των κοινών υπουργικών αποφάσεων (ΔΥ6α/οικ38611 και ΔΥ6α/οικ.38609, της 12ης Απριλίου 2005), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/36 και παραβίασε τις γενικές αρχές της Συνθήκης, ειδικότερα δε την αρχή της ίσης μεταχείρισης και την υποχρέωση διαφάνειας.
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ το άρθρο 7, παράγραφος 2, του νόμου 2955/2001, «Προμήθειες Νοσοκομείων και λοιπών μονάδων υγείας των ΠεΣΥΠ και άλλες διατάξεις», καθώς και τις εκτελεστικές διατάξεις των κοινών υπουργικών αποφάσεων (ΔΥ6α/οικ.38611 και ΔΥ6α/οικ.38609, της 12ης Απριλίου 2005), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2001/78/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Σεπτεμβρίου 2001, και παραβίασε τις γενικές αρχές της Συνθήκης, ειδικότερα δε την αρχή της ίσης μεταχείρισης και την υποχρέωση διαφάνειας.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy