Υπόθεση C-510/06 P
Archer Daniels Midland Co.
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά γλυκονικού νατρίου – Πρόστιμα – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων – Κοινοτική πολιτική ανταγωνισμού – Ίση μεταχείριση – Κύκλος εργασιών που μπορεί να ληφθεί υπόψη – Ελαφρυντικές περιστάσεις»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
2. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
3. Αναίρεση – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Έλεγχος της εκτίμησης από την Επιτροπή της σοβαρότητας της παράβασης για τον καθορισμό του ποσού προστίμου – Αποκλείεται
(Άρθρο 81 ΕΚ· κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15)
4. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παράβασης – Συνεκτίμηση των συνεπειών της παράβασης
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
5. Αναίρεση – Λόγοι – Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών – Απαράδεκτο – Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων – Αποκλείεται πλην των περιπτώσεων παραμόρφωσης του περιεχομένου τους
(Άρθρο 225 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1)
6. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Συμμετοχή επιχείρησης σε αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
7. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παράβασης – Ελαφρυντικές περιστάσεις
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ· κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 3)
1. Οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε διοικητική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το ενδεχόμενο να αποφασίσει η Επιτροπή, ανά πάσα στιγμή, να αυξήσει το ποσό των προστίμων σε σχέση με τα πρόστιμα που επέβαλλε στο παρελθόν. Τούτο ισχύει τόσον όταν η Επιτροπή αυξάνει το ύψος των προστίμων επιβάλλοντας πρόστιμα με ατομικές αποφάσεις όσο και όταν η αύξηση αυτή πραγματοποιείται με την εφαρμογή, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, κανόνων συμπεριφοράς που έχουν γενική ισχύ όπως οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού αριθ. 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές έχουν εφαρμογή σε παραβάσεις που διαπράχθηκαν πριν από τη θέσπισή τους, χωρίς αυτό να συνιστά παραβίαση της αρχής της μη αναδρομικότητας ή της αρχής της ασφάλειας δικαίου και χωρίς να απαιτείται από την Επιτροπή να παρέχει αποδείξεις βαίνουσες πέραν των επιταγών των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών. Στο πλαίσιο της εκτίμησης της σοβαρότητας της παράβασης, η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη τόσο τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, όσο και το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η παράβαση και να μεριμνά ώστε η δράση της να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα, συνεκτιμώντας, μεταξύ άλλων, τις σχετικές με την ανάγκη αύξησης του προστίμου εκτιμήσεις.
(βλ. σκέψεις 59, 62-63, 66)
2. Για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου λόγω παράβασης των κανόνων του ανταγωνισμού είναι δυνατό να λαμβάνεται υπόψη τόσο ο συνολικός κύκλος εργασιών της επιχείρησης, ο οποίος αποτελεί ένδειξη, έστω κατά προσέγγιση και ατελή, του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος της, όσο και το ποσοστό του κύκλου εργασιών που προέρχεται από τα εμπορεύματα που συνιστούν το αντικείμενο της παράβασης και που μπορεί, ως εκ τούτου, να είναι ενδεικτικό της έκτασής της. Δεν πρέπει να αποδίδεται ούτε στο ένα ούτε στο άλλο από τα στοιχεία αυτά δυσανάλογη σημασία σε σχέση με τα άλλα στοιχεία εκτίμησης και, κατά συνέπεια, ο ορθός καθορισμός του προστίμου δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα απλού υπολογισμού βάσει του κύκλου εργασιών που αποφέρει η πώληση του οικείου προϊόντος.
Το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει αρχή γενικής ισχύος σύμφωνα με την οποία η κύρωση πρέπει να είναι ανάλογη με τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιεί η επιχείρηση με την πώληση του προϊόντος το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της παράβασης.
Συνεπώς, ο κύκλος εργασιών που προκύπτει από την πώληση του οικείου προϊόντος δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη την αφετηρία υπολογισμού των προστίμων ούτε, a fortiori, το μοναδικό κριτήριο βάσει του οποίου η Επιτροπή πρέπει να εκτιμήσει τη σοβαρότητα της παράβασης.
Η επιβολή στην Επιτροπή της υποχρέωσης να λάβει υπόψη τον εν λόγω κύκλο εργασιών συνεπάγεται παράβαση των κανόνων των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
(βλ. σκέψεις 74-77)
3. Δεν απόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει κατ’ αναίρεση την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, καθόσον το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αξιολόγησε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τη σοβαρότητα των παράνομων μορφών συμπεριφοράς βάσει του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού.
(βλ. σκέψη 80)
4. Στο πλαίσιο του καθορισμού του προστίμου βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι συγκεκριμένες επιπτώσεις της σύμπραξης στη σχετική αγορά αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της σοβαρότητας της διαπραχθείσας παράβασης. Η διαπίστωση ότι μια επιχείρηση δεν απέδειξε ότι οι επιπτώσεις της επίμαχης σύμπραξης στην ευρύτερη αγορά που προτείνει ήταν αμελητέες ή ακόμη και ανύπαρκτες δεν αντιστρέφει το βάρος αποδείξεως όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς. Πράγματι, μπορεί να ζητηθεί από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση να προσκομίσει στοιχεία ικανά να αντικρούσουν την ανάλυση με την οποία η Επιτροπή συσχετίζει την εξέλιξη των τιμών στην αγορά του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της σύμπραξης με την έναρξη ισχύος της εν λόγω σύμπραξης.
(βλ. σκέψεις 95, 101-102)
5. Από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Όταν το Πρωτοδικείο έχει διαπιστώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 225 ΕΚ, έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που έχει συναγάγει το Πρωτοδικείο. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, καταρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Πρωτοδικείο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Συνεπώς, η ως άνω εκτίμηση δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ τούτου, στον έλεγχο του Δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχει παραμόρφωση του περιεχομένου των στοιχείων αυτών.
Παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού στοιχείου συντρέχει όταν το Πρωτοδικείο υποδεικνύει μια μετέχουσα σε παράνομη σύμπραξη επιχείρηση ως τον συντάκτη εγγράφου στο πλαίσιο σύσκεψης, ενώ το έγγραφο αυτό καταρτίστηκε μετά την εν λόγω σύσκεψη και απλώς υποβλήθηκε από την οικεία επιχείρηση. Πάντως, η παραμόρφωση αυτή δεν καθιστά άκυρη την απόφαση, όταν το Πρωτοδικείο έχει στηριχθεί σε περισσότερα του ενός αποδεικτικά στοιχεία.
(βλ. σκέψεις 105, 117, 132-138)
6. Για να στοιχειοθετηθεί επαρκώς η συμμετοχή επιχείρησης σε σύμπραξη, αρκεί να αποδειχθεί ότι η οικεία επιχείρηση μετέσχε σε συσκέψεις κατά τη διάρκεια των οποίων συνήφθησαν συμφωνίες με αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, χωρίς η επιχείρηση αυτή να εκδηλώσει σαφώς την αντίρρησή της. Άπαξ και αποδείχθηκε η συμμετοχή σε τέτοιες συσκέψεις, απόκειται στην ως άνω επιχείρηση να εξηγήσει με στοιχεία ότι το πνεύμα της συμμετοχής της στις εν λόγω συσκέψεις δεν στρεφόταν κατά του ανταγωνισμού, αποδεικνύοντας ότι είχε δηλώσει στους ανταγωνιστές της ότι μετείχε στις συσκέψεις αυτές υπό πρίσμα διαφορετικό απ’ ό,τι αυτοί.
Καθοριστικό στοιχείο για να εκτιμηθεί αν η οικεία επιχείρηση είχε πρόθεση να αποστασιοποιηθεί από την παράνομη συμφωνία είναι πράγματι η ερμηνεία των προθέσεών της από τους λοιπούς μετέχοντες στη σύμπραξη. Συνεπώς, το γεγονός και μόνον ότι η επιχείρηση αποχώρησε από μια σύσκεψη δεν μπορεί, αφ’ εαυτού, να θεωρηθεί ως δημοσίως γενομένη αποστασιοποίηση από την επίμαχη σύμπραξη και απόκειται στην εν λόγω επιχείρηση να αποδείξει ότι οι μετέχοντες στη σύμπραξη ερμήνευσαν τη στάση της ως παύση της συμμετοχής της.
(βλ. σκέψεις 119-120)
7. Η χορήγηση μείωσης του βασικού ποσού του προστίμου κατά το άρθρο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ αποτελεί ευεργέτημα συνδεόμενο κατ’ ανάγκη με τις περιστάσεις της προκείμενης υπόθεσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η παύση της σύμπραξης δεν συνεπάγεται αυτομάτως μείωση του βασικού ποσού του προστίμου.
Η αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης σε καταστάσεις στις οποίες μια επιχείρηση αποτελεί μέρος προδήλως παράνομης συμφωνίας, για την οποία γνώριζε ή δεν μπορούσε να μη γνωρίζει ότι συνιστούσε παράβαση, θα μπορούσε να παροτρύνει τις επιχειρήσεις να εμμείνουν σε μια μυστική συμφωνία κατά τον μέγιστο δυνατό χρόνο, ελπίζοντας ότι η συμπεριφορά τους ουδέποτε θα αποκαλυφθεί και γνωρίζοντας συγχρόνως ότι, αν αποκαλυφθεί, θα παύσουν την παράβαση προκειμένου να μειωθεί το πρόστιμό τους. Η αναγνώριση αυτή θα στερούσε από το επιβαλλόμενο πρόστιμο κάθε αποτρεπτικό αποτέλεσμα και θα προσέκρουε στην πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
Συνεπώς, μια επιχείρηση που μετέσχε σε μυστική σύμπραξη δεν μπορεί να απαιτήσει να της χορηγηθεί μείωση του βασικού ποσού του προστίμου που της επιβλήθηκε επικαλούμενη το ότι έπαυσε την παράνομη συμπεριφορά της από τις πρώτες ήδη επεμβάσεις των αρχών ανταγωνισμού τρίτης χώρας.
(βλ. σκέψεις 146-150)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 19ης Μαρτίου 2009 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά γλυκονικού νατρίου – Πρόστιμα – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων – Κοινοτική πολιτική ανταγωνισμού – Ίση μεταχείριση – Κύκλος εργασιών που μπορεί να ληφθεί υπόψη – Ελαφρυντικές περιστάσεις»
Στην υπόθεση C‑510/06 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2006,
Archer Daniels Midland Co., με έδρα το Decatur, Iλλινόις (ΗΠΑ), εκπροσωπούμενη από την M. Garcia, solicitor, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους A. Bouquet και X. Lewis, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano, A. Borg Barthet, E. Levits (εισηγητή) και J-J. Kasel, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαΐου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Archer Daniels Midland Co. (στο εξής: ADM) ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑329/01, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II‑3255, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή που σκοπούσε στη μερική ακύρωση της απόφασης C (2001) 2931 τελικό της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (Υπόθεση COMP/E‑1/36.756 – Γλυκονικό νάτριο) (στο εξής: επίδικη απόφαση), στο μέτρο που την αφορά.
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] ΕΚ (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), προβλέπει τα εξής:
«Η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει με απόφαση στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμο ύψους χιλίων μέχρις ενός εκατομμυρίου λογιστικών μονάδων, ή και ποσό μεγαλύτερο από αυτό μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό του κύκλου εργασιών που [πραγματοποιήθηκε] κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο από μία των επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν συνεργήσει στην παράβαση, όταν εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
α) διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου [81], παράγραφος 1, [EΚ], ή του άρθρου [82 ΕΚ], […]
[…]
Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως, και η διάρκειά της.»
3 Η ανακοίνωση της Επιτροπής που τιτλοφορείται «Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού αριθ. 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της συνθήκης ΕΚΑΧ» (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές), ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Σκοπός των αρχών που διέπουν τις […] κατευθυντήριες γραμμές είναι να καταστεί δυνατή η διασφάλιση της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας των αποφάσεων της Επιτροπής, τόσο έναντι των επιχειρήσεων, όσο και έναντι του Δικαστηρίου, και παράλληλα να κατοχυρωθεί η διακριτική ευχέρεια που ο νομοθέτης έχει παραχωρήσει στην Επιτροπή για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, με ανώτατο όριο το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας θα πρέπει, ωστόσο, να εντάσσεται σε μια συνεκτική και απαλλαγμένη από αυθαίρετες διακρίσεις πολιτική, η οποία να είναι κατάλληλα προσαρμοσμένη στους στόχους της καταστολής των παραβιάσεων των κανόνων ανταγωνισμού.
Η νέα μέθοδος, η οποία θα εφαρμόζεται για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, θα πρέπει στο εξής να [συμβαδίζει με το ακόλουθο] σύστημα, το οποίο στηρίζεται στον προσδιορισμό ενός βασικού ποσού επί του οποίου εφαρμόζονται προσαυξήσεις, εάν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, και μειώσεις, εάν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις.»
4 Κατά το σημείο 1, A, τέταρτο και έκτο εδάφιο, των κατευθυντηρίων γραμμών:
«Ακόμη, θα είναι αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική οικονομική δυνατότητα του αυτουργού της παράβασης να προξενήσει σημαντική ζημία σε άλλους οικονομικούς παράγοντες ιδίως στους καταναλωτές. Επίσης, το ύψος του προστίμου που επιβάλλεται κάθε φορά πρέπει να είναι τέτοιο, ώστε να έχει την ενδεδειγμένη αποτρεπτική χρησιμότητα.
[…]
Οσάκις πρόκειται για παραβάσεις στις οποίες εμπλέκονται περισσότερες επιχειρήσεις (π.χ. συνασπισμοί επιχειρήσεων), θα είναι ενδεχομένως σκόπιμο να γίνεται στάθμιση, σε ορισμένες περιπτώσεις, των ποσών που προκύπτουν για καθεμιά από τις τρεις κατηγορίες που προβλέπονται ανωτέρω, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το ειδικό βάρος κάθε επιχείρησης και, κατ’ επέκταση, ο πραγματικός αντίκτυπος της παράνομης συμπεριφοράς της για τον ανταγωνισμό, ιδιαίτερα αν υφίστανται σημαντικές διαφορές ως προς το μέγεθος μεταξύ επιχειρήσεων που διαπράττουν το ίδιο είδος παράβασης.»
5 Το σημείο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών που τιτλοφορείται «Ελαφρυντικές περιστάσεις» έχει ως εξής:
«Το βασικό ποσό ελαττώνεται εάν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις, παραδείγματος χάρη στις ακόλουθες περιπτώσεις:
[…]
– παύση των παραβάσεων ταυτόχρονα με τις πρώτες ενέργειες της Επιτροπής (π.χ. επιτόπιοι έλεγχοι),
[…]».
Η επίδικη απόφαση
Η σύμπραξη
6 Η Επιτροπή απηύθυνε την επίδικη απόφαση σε έξι επιχειρήσεις που παράγουν γλυκονικό νάτριο, ήτοι στην Akzo Nobel NV (στο εξής: Akzo), στην ADM, στην Coöperatieve Verkoop- en Productievereniging van Aardappelmeel en Derivaten Avebe BA (στο εξής: Avebe), στη Fujisawa Pharmaceutical Co. Ltd (στο εξής: Fujisawa), στη Jungbunzlauer AG (στο εξής: JBL) και στη Roquette Frères SA (στο εξής: Roquette).
7 Το γλυκονικό νάτριο περιλαμβάνεται μεταξύ των χηλικών ουσιών, οι οποίες είναι προϊόντα που αδρανοποιούν τα μεταλλικά ιόντα στις βιομηχανικές διαδικασίες. Οι εν λόγω διαδικασίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον βιομηχανικό καθαρισμό, την επεξεργασία διαφόρων επιφανειών και την επεξεργασία των υδάτων. Oι χηλικές ουσίες χρησιμοποιούνται, επομένως, στη βιομηχανία τροφίμων, τη βιομηχανία καλλυντικών, τη φαρμακοβιομηχανία, τη βιομηχανία χάρτου, τη βιομηχανία σκυροδέματος, καθώς και σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους.
8 Τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο του 1997, καθώς και τον Φεβρουάριο του 1998, η Επιτροπή πληροφορήθηκε, κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, ότι η Akzo, η Avebe, η Glucona vof (στο εξής: Glucona), μια επιχείρηση ελεγχόμενη μέχρι το 1995 από την Akzo Chemie BV, θυγατρική κατά 100 % της Akzo και της Avebe, η Fujisawa και η Roquette αναγνώρισαν τη συμμετοχή τους σε σύμπραξη η οποία συνίστατο στον καθορισμό των τιμών του γλυκονικού νατρίου και στην κατανομή του όγκου πωλήσεων του εν λόγω προϊόντος στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού. Στις εν λόγω εταιρίες καθώς και στην ADM επιβλήθηκε πρόστιμο κατόπιν συμφωνιών που συνήψαν με το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης.
9 Στις 18 Φεβρουαρίου 1998 η Επιτροπή απηύθυνε, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 17, αιτήσεις παροχής πληροφοριών στους κύριους παραγωγούς, εισαγωγείς, εξαγωγείς και αγοραστές γλυκονικού νατρίου στην Ευρώπη. Η ADM δεν ήταν αποδέκτης της εν λόγω αίτησης.
10 Προς απάντηση στις αιτήσεις αυτές, η Fujisawa επισήμανε ότι επιθυμούσε να συνεργαστεί με την Επιτροπή βάσει της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 1996, C 207, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση περί της συνεργασίας).
11 Στις 10 Νοεμβρίου 1998 η Επιτροπή απηύθυνε αίτηση παροχής πληροφοριών στην ADM η οποία της ανακοίνωσε ότι ήταν πρόθυμη να συνεργαστεί.
12 Λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που της παρασχέθηκαν καθώς και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είχαν μετάσχει σε σύμπραξη η οποία συνίστατο στην κατανομή ποσοστώσεων πώλησης, στον καθορισμό ελάχιστων τιμών αγοράς στην αγορά γλυκονικού νατρίου και στην καθιέρωση μηχανισμών εποπτείας, των οποίων οι λεπτομέρειες εφαρμογής καθορίζονταν κατά τις τακτικές πολυμερείς και διμερείς συσκέψεις των μετεχόντων στη σύμπραξη. Ως εκ τούτου, στις 17 Μαΐου 2000 η Επιτροπή απηύθυνε ανακοίνωση αιτιάσεων στην ADM και στις λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις λόγω παράβασης του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3). Καμία από τις επιχειρήσεις αυτές δεν ζήτησε ακρόαση ούτε αμφισβήτησε το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που περιγράφονταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων.
Η διάρκεια της σύμπραξης
13 Η Επιτροπή έκρινε ότι η σύμπραξη διήρκεσε, για το σύνολο των μετεχόντων, από τον Φεβρουάριο του 1987 έως τον Ιούνιο του 1995. Συναφώς, θεώρησε ως τελευταία προσπάθεια καταστολής της επικρινόμενης σύμπραξης τη σύσκεψη που διεξήχθη από τις 3 έως τις 5 Ιουνίου 1995 στο Anaheim (ΗΠΑ) (στο εξής: σύσκεψη του Ιουνίου του 1995). Ως εκ τούτου, δεν έλαβε υπόψη ότι η ADM έπαυσε τη συμμετοχή της στη σύμπραξη στις 4 Οκτωβρίου 1994, κατά τη σύσκεψη των μετεχόντων στη σύμπραξη που διεξήχθη στο Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο) (στο εξής: σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994).
Τα πρόστιμα
14 Για τον καθορισμό του ποσού των προστίμων, η Επιτροπή εφάρμοσε τη μέθοδο που περιγράφεται στις κατευθυντήριες γραμμές και στην ανακοίνωση περί της συνεργασίας.
15 Πρώτον, η Επιτροπή καθόρισε το βασικό ποσό του προστίμου σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.
16 Όσον αφορά, καταρχάς, τη σοβαρότητα της παράβασης, η Επιτροπή έκρινε, με την αιτιολογική σκέψη 371 της επίδικης απόφασης, ότι πρόκειται περί πολύ σοβαρής παράβασης, λαμβανομένων υπόψη της φύσης της, των πραγματικών επιπτώσεών της στην αγορά γλυκονικού νατρίου εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και της έκτασης της σχετικής γεωγραφικής αγοράς.
17 Ακολούθως, η Επιτροπή έκρινε, με τις αιτιολογικές σκέψεις 378 έως 385 της επίδικης απόφασης, ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η πραγματική ικανότητα, από οικονομικής άποψης, πρόκλησης ζημίας στον ανταγωνισμό και να καθορισθεί πρόστιμο το οποίο θα έχει επαρκή αποτρεπτικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, στηριζόμενη στα αριθμητικά στοιχεία του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησαν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στις διεθνείς αγορές με την πώληση γλυκονικού νατρίου το 1995, τελευταίο έτος της περιόδου που αφορά η παράβαση, τα οποία είχαν διαβιβάσει οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις στην Επιτροπή κατόπιν των αιτήσεών της παροχής πληροφοριών και βάσει των οποίων η Επιτροπή υπολόγισε τα αντίστοιχα μερίδια αγοράς των επιχειρήσεων αυτών, κατέταξε τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία κατέταξε τις επιχειρήσεις οι οποίες, σύμφωνα με τα στοιχεία που διέθετε, κατείχαν μερίδια της παγκόσμιας αγοράς γλυκονικού νατρίου μεγαλύτερα από 20 %, δηλαδή τη Fujisawa (35,54 %), την JBL (24,75 %) και τη Roquette (20,96 %). Για τις εν λόγω επιχειρήσεις η Επιτροπή καθόρισε ένα αρχικό ποσό προστίμου 10 εκατομμυρίων ευρώ. Στη δεύτερη κατηγορία κατέταξε τις επιχειρήσεις οι οποίες, σύμφωνα με τα στοιχεία που διέθετε, κατείχαν μερίδια της παγκόσμιας αγοράς γλυκονικού νατρίου μικρότερα από 10 %, ήτοι την Glucona (περίπου 9,5 %) και την ADM (9,35 %). Για τις ως άνω επιχειρήσεις, η Επιτροπή καθόρισε ένα αρχικό ποσό προστίμου 5 εκατομμυρίων ευρώ, ήτοι 2,5 εκατομμυρίων ευρώ για εκάστη των επιχειρήσεων Akzo και Avebe που κατείχαν από κοινού την Glucona.
18 Επιπλέον, προκειμένου, αφενός, το πρόστιμο να έχει επαρκώς αποτρεπτικό χαρακτήρα και, αφετέρου, να ληφθεί υπόψη το ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν τέτοιες νομικοοικονομικές γνώσεις και δομές ώστε είναι σε θέση να εκτιμούν καλύτερα τον παραβατικό χαρακτήρα των ενεργειών τους και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτές από πλευράς δικαίου του ανταγωνισμού, η Επιτροπή προέβη, με την αιτιολογική σκέψη 388 της επίδικης απόφασης, σε αναπροσαρμογή των εν λόγω αρχικών ποσών. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και τους συνολικούς πόρους των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, η Επιτροπή πολλαπλασίασε με συντελεστή 2,5 τα ποσά που είχαν καθοριστεί αρχικώς για την ADM και την Akzo, αυξάνοντας, κατά συνέπεια, το ποσό αυτό στα 12,5 εκατομμύρια ευρώ για την ADM και στα 6,25 εκατομμύρια ευρώ για την Akzo.
19 Με τις αιτιολογικές σκέψεις 389 έως 392 της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή επισήμανε ότι, για να ληφθεί υπόψη η διάρκεια της διαπραχθείσας από κάθε επιχείρηση παράβασης, έπρεπε να αυξηθεί το αρχικό ποσό του προστίμου κατά 10 % ετησίως, ήτοι κατά 80 % συνολικώς για την Akzo, την Avebe, τη Fujisawa και τη Roquette, κατά 70 % για την JBL και κατά 35 % για την ADM.
20 Πράγματι, με την αιτιολογική σκέψη 396 της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή καθόρισε το βασικό ποσό των προστίμων σε 11,25 εκατομμύρια ευρώ όσον αφορά την Akzo, σε 16,88 εκατομμύρια ευρώ όσον αφορά την ADM, σε 4,5 εκατομμύρια ευρώ όσον αφορά την Avebe, σε 18 εκατομμύρια ευρώ όσον αφορά τη Fujisawa και τη Roquette και σε 17 εκατομμύρια ευρώ όσον αφορά την JBL.
21 Δεύτερον, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 403 της επίδικης απόφασης, το βασικό ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην JBL αυξήθηκε κατά 50 %, λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω επιχείρηση είχε ρόλο πρωτεργάτη στη σύμπραξη.
22 Τρίτον, η Επιτροπή εξέτασε και απέρριψε τα επιχειρήματα ορισμένων επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων της ADM, που υποστήριξαν ότι έπρεπε να αναγνωριστούν ελαφρυντικές περιστάσεις στις εν λόγω επιχειρήσεις.
23 Τέταρτον, κατ’ εφαρμογήν του τίτλου B της ανακοίνωσης περί της συνεργασίας, η Επιτροπή δέχθηκε υπέρ της Fujisawa μια «πολύ σημαντική μείωση», της τάξης του 80 %, του ποσού του προστίμου που θα της επιβαλλόταν σε περίπτωση μη συνεργασίας της, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 418 της επίδικης απόφασης. Επιπλέον, η Επιτροπή έκρινε, με την αιτιολογική σκέψη 423 της απόφασης αυτής, ότι η ADM δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο τίτλος C της εν λόγω ανακοίνωσης για τη «σημαντική μείωση» του ποσού του προστίμου. Τέλος, κατ’ εφαρμογήν του τίτλου Δ της ανακοίνωσης αυτής, η Επιτροπή προέβη σε «σημαντική μείωση» προστίμου κατά 40 % για την ADM και τη Roquette και κατά 20 % για την Akzo, την Avebe και τη JBL.
Το διατακτικό της επίδικης απόφασης
24 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της επίδικης απόφασης, οι έξι επιχειρήσεις στις οποίες απευθύνεται «παρέβησαν το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ […] μετέχοντας σε διαρκή συμφωνία ή/και εναρμονισμένη πρακτική στον τομέα του γλυκονικού νατρίου».
25 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της απόφασης αυτής ορίζει ότι η παράβαση διήρκεσε από τον Φεβρουάριο του 1987 έως τον Ιούνιο του 1995 στην περίπτωση της Akzo, της Avebe, της Fujisawa και της Roquette, από τον Μάιο του 1988 έως τον Ιούνιο του 1995 στην περίπτωση της JBL και από τον Ιούνιο του 1991 έως τον Ιούνιο του 1995 στην περίπτωση της ADM.
26 Το άρθρο 3 του διατακτικού της επίδικης απόφασης έχει ως εξής:
«Επιβάλλονται τα ακόλουθα πρόστιμα για την παράβαση περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 1:
α) [Akzo] 9 εκατομμύρια ευρώ
β) [ADM] 10,13 εκατομμύρια ευρώ
γ) [Avebe] 3,6 εκατομμύρια ευρώ
δ) [Fujisawa] 3,6 εκατομμύρια ευρώ
ε) [JBL] 20,4 εκατομμύρια ευρώ
στ) [Roquette] 10,8 εκατομμύρια ευρώ.»
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
27 Στις 21 Δεκεμβρίου 2001 η ADM άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή κατά της επίδικης απόφασης.
28 Με την προσφυγή της, η ADM ζήτησε την ακύρωση του άρθρου 1 της επίδικης απόφασης στο μέτρο που την αφορά ή, τουλάχιστον, στο μέτρο που διαπιστώνει τη συμμετοχή της σε παράβαση μετά τις 4 Οκτωβρίου 1994, του άρθρου 3 της απόφασης αυτής στο μέτρο που την αφορά και, επικουρικώς, την ακύρωση ή τη σημαντική μείωση του προστίμου που της επιβλήθηκε.
29 Προς στήριξη της προσφυγής της, η ADM προέβαλε τέσσερις λόγους ακύρωσης στηριχθέντες σε διάφορα επιχειρήματα.
30 Πρώτον, η ADM επικαλέστηκε εσφαλμένη εν προκειμένω εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών. Ειδικότερα, επισήμανε ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε καμία εκτίμηση περί κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού η οποία δικαιολογεί τη σημαντική αύξηση του ποσού του προστίμου μέσω της εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών.
31 Το Πρωτοδικείο απέρριψε αυτόν τον λόγο ακύρωσης κρίνοντας, αφενός, με τη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν είναι δυνατόν να αφαιρεθεί από την Επιτροπή η εξουσία αύξησης των προστίμων προς εξασφάλιση της εφαρμογής της κοινοτικής πολιτικής του ανταγωνισμού και, αφετέρου, με τις σκέψεις 47 και 48 της απόφασης αυτής, ότι η αύξηση των προστίμων εκ μέρους της Επιτροπής δεν ήταν προδήλως δυσανάλογη προς τον στόχο περί εξασφάλισης της εφαρμογής της πολιτικής αυτής και ότι η ADM έπρεπε ευλόγως να αναμένει ότι η Επιτροπή μπορεί να επανεκτιμήσει ανά πάσα στιγμή το γενικό επίπεδο των προστίμων στο πλαίσιο της εφαρμογής άλλης πολιτικής ανταγωνισμού.
32 Δεύτερον, η ADM αμφισβήτησε την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης και υποστήριξε, ειδικότερα, ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τον περιορισμένο κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε με την πώληση γλυκονικού νατρίου.
33 Το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε, με τις σκέψεις 76 και 77 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο κύκλος εργασιών αποτελεί ένα από τα στοιχεία εκτίμησης που καθιστούν δυνατό τον καθορισμό του προστίμου, διαπίστωσε, με τη σκέψη 86 της απόφασης αυτής, ότι η Επιτροπή, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησαν τα μέρη της σύμπραξης με την πώληση γλυκονικού νατρίου, διαφοροποίησε τη στάση της προς τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.
34 Τρίτον, η ADM υποστήριξε, στο πλαίσιο του ίδιου αυτού λόγου ακύρωσης που αφορά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης, ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθόσον, στην υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 2003/437/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (Υπόθεση COMP/E-1/37.027 – Φωσφορικός ψευδάργυρος) (ΕΕ 2003, L 153, σ. 1, στο εξής: απόφαση για τον φωσφορικό ψευδάργυρο), επέβαλε πολύ χαμηλότερο πρόστιμο υπό περιστάσεις παρεμφερείς προς αυτές της υπό κρίση υπόθεσης.
35 Συναφώς, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, με τις σκέψεις 107 έως 111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η πρακτική λήψης αποφάσεων της Επιτροπής δεν χρησίμευε ως νομικό πλαίσιο για την επιβολή προστίμων στον τομέα του ανταγωνισμού και, συνεπώς, το επιχείρημα αυτό της προσφεύγουσας ήταν αλυσιτελές. Κατά τα λοιπά, το Πρωτοδικείο προσέθεσε, με τη σκέψη 113 της απόφασης αυτής, ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η επίδικη απόφαση και της υπόθεσης για τον φωσφορικό ψευδάργυρο διέφεραν εκ πρώτης όψεως, καταλήγοντας ότι, εν πάση περιπτώσει και στο πλαίσιο της πλήρους δικαιοδοσίας του, έπρεπε να εμμείνει στο βασικό ποσό που καθόρισε η Επιτροπή για την παράβαση της ADM.
36 Τέταρτον, πάντα στο πλαίσιο του λόγου ακύρωσης που αφορά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης, η ADM υποστήριξε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποκλείοντας από τη σχετική αγορά τα υποκατάστατα του γλυκονικού νατρίου.
37 Το Πρωτοδικείο, διαπιστώνοντας, με τη σκέψη 237 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η ADM δεν απέδειξε ότι ο αντίκτυπος της σχετικής με το γλυκονικό νάτριο σύμπραξης στην ευρύτερη αγορά των χηλικών ουσιών ήταν ανύπαρκτος ή τουλάχιστον αμελητέος, απέρριψε το εν λόγω επιχείρημα.
38 Πέμπτον, στο πλαίσιο του λόγου ακύρωσης που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την εκτίμηση της διάρκειας της παράβασης, η ADM αμφισβήτησε την εκ μέρους της Επιτροπής ανάλυση της συμπεριφοράς της κατά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994.
39 Με τη σκέψη 247 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η ADM δεν αποστασιοποιήθηκε δημοσίως από τη σύμπραξη κατά την εν λόγω σύσκεψη και επιβεβαίωσε την εκτίμηση της Επιτροπής ότι η συμπεριφορά της ADM μπορούσε να χαρακτηρισθεί στρατηγική. Με τις σκέψεις 248 έως 250 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι οι καταθέσεις άλλων μετεχόντων στη σύμπραξη συνηγορούσαν υπέρ της διαπίστωσης αυτής.
40 Έκτον, όσον αφορά τον ίδιο λόγο ακύρωσης που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τη διάρκεια της παράβασης, η ADM επέκρινε την εκτίμησή της Επιτροπής ότι η σύσκεψη του Ιουνίου του 1995 αποδεικνύει ότι η σύμπραξη υφίστατο κατά την ημερομηνία εκείνη.
41 Το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα αυτό στηριζόμενο σε πέντε στοιχεία και τονίζοντας, μεταξύ άλλων με τη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ένα σημείωμα που υπέβαλε η Roquette κατά την εν λόγω σύσκεψη συνηγορούσε υπέρ της άποψης της Επιτροπής.
42 Έβδομον, στο πλαίσιο του λόγου ακύρωσης που αντλείται από την πλάνη περί το δίκαιο κατά την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων εκ μέρους της Επιτροπής, η ADM υποστήριξε ότι η Επιτροπή κακώς δεν της μείωσε το πρόστιμο, στο μέτρο που είχε παύσει την παραβατική συμπεριφορά της κατόπιν της πρώτης κιόλας επέμβασης των αμερικανικών αρχών ανταγωνισμού.
43 Το Πρωτοδικείο, αφού ερμήνευσε, με τις σκέψεις 277 έως 280 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το σημείο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών, κατέληξε, με τη σκέψη 283 της απόφασης αυτής, ότι η συμπεριφορά της ADM δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων και, ως εκ τούτου, απέρριψε τον λόγο ακύρωσης καθώς και την προσφυγή στο σύνολό της.
I – Αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
44 Η ADM ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου στον βαθμό που απέρριψε την προσφυγή κατά της επίδικης απόφασης·
– να ακυρώσει το άρθρο 3 της επίδικης απόφασης στο μέτρο που την αφορά·
– επικουρικώς, να μεταρρυθμίσει το εν λόγω άρθρο 3 ούτως ώστε να μειωθεί ή να ακυρωθεί το πρόστιμο που της επιβλήθηκε·
– επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να εκδώσει απόφαση βάσει των νομικών εκτιμήσεων της απόφασης του Δικαστηρίου, και,
– σε κάθε περίπτωση, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά της έξοδα και στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η ADM τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου.
45 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
– να καταδικάσει την ADM στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
46 Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η ADM προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τέσσερις λόγους αντλούμενους, αντιστοίχως, από:
– πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή των σχετικών με τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου αρχών, στο μέτρο που το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένη αρχή για τον καθορισμό του ποσού αυτού·
– πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων της σύμπραξης στη σχετική αγορά·
– πλάνη περί το δίκαιο κατά τον καθορισμό του χρονικού σημείου τερματισμού της σύμπραξης, και,
– επικουρικώς, πλάνη περί το δίκαιο κατά τη συνεκτίμηση ελαφρυντικών περιστάσεων.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή των σχετικών με τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου αρχών
Επιχειρήματα των διαδίκων
47 Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η ADM περιλαμβάνει τέσσερα σκέλη.
– Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από ελλιπή αιτιολογία
48 Κατά την ADM, το Πρωτοδικείο δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους αυξήθηκε τόσο πολύ το ποσό του επιβληθέντος προστίμου, το οποίο, κατά την προγενέστερη πρακτική της Επιτροπής, θα ήταν πολύ μικρότερο από το ποσό που καθορίστηκε βάσει της αναδρομικής εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών. Ενώ αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια για τον καθορισμό των προστίμων που επιβάλλει, η ADM τονίζει, εντούτοις, ότι η Επιτροπή υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας, καθόσον δεν αποδεικνύει, με τις εκτιμήσεις της περί της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού, την ανάγκη αύξησης του προστίμου. Ούτε η Επιτροπή πάντως ούτε το Πρωτοδικείο προέβησαν σε τέτοιου είδους αιτιολόγηση, μολονότι επιβάλλεται τόσο από πάγια νομολογία (αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψεις 108 και 109, καθώς και της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 227), όσο και από την προβλεπόμενη στο πρώτο εδάφιο των κατευθυντηρίων γραμμών επιταγή τα πρόστιμα να εντάσσονται στο πλαίσιο συνεκτικής και απαλλαγμένης από αυθαίρετες διακρίσεις πολιτικής.
49 Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το Πρωτοδικείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απάντησε στα επιχειρήματα της ADM περί της εφαρμογής, εν προκειμένω, των κατευθυντηρίων γραμμών για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου και, επομένως, δικαιολόγησε τη συνακόλουθη αύξηση του προστίμου. Όπως επισημαίνει, κάθε άλλη πρόσθετη αιτιολογία είναι περιττή, στο μέτρο που οι κατευθυντήριες γραμμές έχουν ως σκοπό να καταστήσουν διαφανή τη μέθοδο καθορισμού των προστίμων.
– Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από τη μη συνεκτίμηση των κριτηρίων που τέθηκαν με την προαναφερθείσα απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής
50 Κατά την ΑDM, το Πρωτοδικείο, διαπιστώνοντας, μεταξύ άλλων με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή τήρησε τα κριτήρια που τέθηκαν με την προαναφερθείσα απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής και δικαιολόγησε, με τον τρόπο αυτόν, τη διακριτική της ευχέρεια όσον αφορά την αύξηση του προστίμου, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Συγκεκριμένα, ούτε η Επιτροπή ούτε το Πρωτοδικείο προέβαλαν εκτιμήσεις οι οποίες δικαιολογούν την αύξηση του προστίμου πέραν του ποσού που προκύπτει από την εφαρμογή της ανακοίνωσης της Επιτροπής «Κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, σημείο α΄, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003» (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2).
51 Η Επιτροπή θεωρεί, κυρίως, ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, στο μέτρο που περιορίζεται σε μια γενική και αόριστη αμφισβήτηση του ποσού του προστίμου που δέχθηκε το Πρωτοδικείο και, συνεπώς, σε αίτημα επανεξέτασης. Πρόκειται τουλάχιστον για επανάληψη του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Επικουρικώς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, κυρωθείσα για τελευταία φορά με την απόφαση της 18ης Μαΐου 2006, C‑397/03 P, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑4429, σκέψεις 20 και 21), έχει τη δυνατότητα να προσαρμόζει ανά πάσα στιγμή το ποσό των προστίμων στις ανάγκες της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού.
– Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παραβίαση των νομικών αρχών που έχουν εφαρμογή στον υπολογισμό των προστίμων
52 Η ADM υποστηρίζει ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο παρέσχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να μη χρησιμοποιήσει ως βάση υπολογισμού για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε με τις πωλήσεις του οικείου προϊόντος. Πράγματι, με τις σκέψεις 84 έως 87 της απόφασης αυτής, ο εν λόγω κύκλος εργασιών χρησιμοποιήθηκε μόνο ως στοιχείο διαφοροποίησης κατά τη στάθμιση των παραγόντων υπολογισμού του προστίμου. Η αναφερθείσα στη σκέψη 50 της παρούσας απόφασης ανακοίνωση της Επιτροπής τονίζει, αντιθέτως προς τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου, ότι ο κύκλος εργασιών αποτελεί αφετηρία για τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου. Στη βάση αυτή, το ποσό του προστίμου υπολείπεται σαφώς του ποσού που προκύπτει από την εσφαλμένη μέθοδο υπολογισμού που εφάρμοσε η Επιτροπή και επιβεβαίωσε το Πρωτοδικείο.
53 Η Επιτροπή, στηριζόμενη στην απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑113/04 P, Technische Unie κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑8831, σκέψη 196), τονίζει ότι το Πρωτοδικείο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εκτιμά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τη σοβαρότητα των παράνομων συμπεριφορών. Συναφώς, θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη όλα τα κρίσιμα, εν προκειμένω, στοιχεία και απάντησε σε όλα τα επιχειρήματα της ADM. Eπιπλέον, από την επίδικη απόφαση καθώς και από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιήθηκε με τις πωλήσεις γλυκονικού νατρίου χρησίμευσε ως βάση για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης
54 Κατά την ΑDM, η σύμπραξη στην οποία μετέσχε έπρεπε να τύχει της ίδιας μεταχείρισης με τη σύμπραξη που αποτέλεσε αντικείμενο της απόφασης για τον φωσφορικό ψευδάργυρο. Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου, μεταξύ της υπόθεσης εκείνης και της υπόθεσης στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η επίδικη απόφαση δεν υφίστανται κρίσιμες αντικειμενικές διαφορές δικαιολογούσες την επιβολή διαφορετικού ποσού προστίμου. Αφενός, οι αποφάσεις που παραθέτει συναφώς το Πρωτοδικείο δεν ασκούν επιρροή, καθότι εκδόθηκαν πριν από τη δημοσίευση των κατευθυντηρίων γραμμών. Αφετέρου, τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται το Πρωτοδικείο για να κυρώσει, βάσει της πλήρους δικαιοδοσίας του, το ποσό του επιβληθέντος προστίμου ταυτίζονται με τα κρίσιμα στην υπόθεση για τον φωσφορικό ψευδάργυρο στοιχεία.
55 Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο τόνισε αντικειμενικά στοιχεία που διακρίνουν την υπό κρίση υπόθεση από την υπόθεση για τον φωσφορικό ψευδάργυρο. Δεύτερον, η ADM δεν αμφισβήτησε τη νομολογία κατά την οποία η προγενέστερη πρακτική λήψης αποφάσεων της Επιτροπής δεν χρησιμεύει ως νομικό πλαίσιο για την επιβολή προστίμων στον τομέα του ανταγωνισμού. Τρίτον, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η ADM δεν απέδειξε την ύπαρξη δυσμενούς διάκρισης κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου. Συνεπώς, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να υποκαταστήσει το Πρωτοδικείο στην εκτίμησή του όσον αφορά το ποσό του προστίμου, όπως προκύπτει από την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2007, C‑407/04 P, Dalmine κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑829, σκέψη 152).
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
56 Με τα δύο πρώτα σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, η ADM προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν απάντησε στο επιχείρημά της ότι η Επιτροπή δεν δικαιολόγησε ή απέδειξε, ούτε με την επίδικη απόφαση ούτε με τα υπομνήματα που υπέβαλε πρωτοδίκως, ότι η εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής του ανταγωνισμού απαιτούσε, βάσει της αναδρομικής εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών, την επιβολή ποσού προστίμου ανώτερου από τα ποσά που προέκυψαν κατά την εξέταση της προγενέστερης πρακτικής της Επιτροπής. Με τον τρόπο αυτόν, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στο μέτρο που δεν απαίτησε τέτοια δικαιολόγηση η οποία ήταν, εντούτοις, αναγκαία βάσει της προαναφερθείσας απόφασης Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής.
57 Τονίζεται, καταρχάς, ότι, με τις σκέψεις 43 έως 49 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Πρωτοδικείο απάντησε στον λόγο αναιρέσεως που αντλείται από παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας στο μέτρο που το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην ADM κατ’ εφαρμογήν των κατευθυντηρίων γραμμών υπερβαίνει τα πρόστιμα που έχει επιβάλει στο παρελθόν η Επιτροπή.
58 Το Πρωτοδικείο απέρριψε αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, τονίζοντας, με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η ADM έπρεπε λογικά να προβλέψει το ενδεχόμενο αύξησης των προστίμων, αν αποδειχθεί, την εποχή κατά την οποία διαπράχθηκαν οι οικείες παραβάσεις.
59 Πράγματι, από τη νομολογία που υπενθύμισε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε διοικητική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το ενδεχόμενο να αποφασίσει η Επιτροπή, ανά πάσα στιγμή, να αυξήσει το ποσό των προστίμων σε σχέση με τα πρόστιμα που επέβαλλε στο παρελθόν. Τούτο ισχύει τόσον όταν η Επιτροπή αυξάνει το ύψος των προστίμων επιβάλλοντας πρόστιμα με ατομικές αποφάσεις όσο και όταν η αύξηση αυτή πραγματοποιείται με την εφαρμογή, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, κανόνων συμπεριφοράς που έχουν γενική ισχύ όπως οι κατευθυντήριες γραμμές (προαναφερθείσα απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 229 και 230).
60 Εν προκειμένω, η Επιτροπή εφάρμοσε τις κατευθυντήριες γραμμές προκειμένου να καθορίσει το ποσό του επιβληθέντος στην ADM προστίμου. Αφενός, οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν έναν κανόνα συμπεριφοράς από τον οποίο δεν μπορεί να παρεκκλίνει η Επιτροπή, διότι ενδεχόμενη παράβασή του ισοδυναμεί με παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου, όπως των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Αφετέρου, εξασφαλίζουν την ασφάλεια δικαίου των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων καθορίζοντας τη μεθοδολογία την οποία εφαρμόζει η Επιτροπή κατά τον καθορισμό του ποσού των προστίμων που επιβάλλει βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 22ας Μαΐου 2008, C‑266/06 P, Evonik Degussa κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, σκέψη 53).
61 Όπως υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η κύρια καινοτομία των κατευθυντηρίων γραμμών συνίσταται στο να λαμβάνεται ως αφετηρία για τον υπολογισμό του προστίμου ένα βασικό ποσό καθοριζόμενο με βάση τα ανώτατα και τα κατώτατα όρια τα οποία προβλέπονται συναφώς στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και αντανακλούν τους διαφορετικούς βαθμούς σοβαρότητας των παραβάσεων, αλλά δεν συνδέονται, αυτά καθαυτά, με τον σχετικό κύκλο εργασιών. Συνεπώς, η μέθοδος αυτή στηρίζεται κατ’ ουσία σε μια τιμολόγηση, μάλλον σχετική και εύκαμπτη, των προστίμων (προαναφερθείσα απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 225).
62 Στο πλαίσιο της εκτίμησης της σοβαρότητας της παράβασης, στην Επιτροπή απόκειται να λάβει υπόψη διάφορα στοιχεία που καθιστούν δυνατό τον καθορισμό του προστίμου και ιδίως εκτιμήσεις όσον αφορά την ανάγκη αύξησης του ποσού του.
63 Αυτή η διαπίστωση απορρέει από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, το οποίο δέχεται ως μοναδικά κριτήρια υπολογισμού του προστίμου τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, καθώς και, κατ’ ουσίαν, από την προαναφερθείσα απόφαση Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα και με την οποία το Δικαστήριο επισήμανε, με τη σκέψη 106, ότι, κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας μιας παράβασης για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, η Επιτροπή δεν οφείλει να λαμβάνει υπόψη μόνον τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, αλλά και το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η παράβαση και να μεριμνά ώστε η δράση της να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα.
64 Eν προκειμένω, με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία το Πρωτοδικείο απάντησε στο επιχείρημα της αναιρεσείουσας περί του δυσανάλογου χαρακτήρα της προβαλλόμενης αύξησης των προστίμων εκ μέρους της Επιτροπής σε σχέση με τον στόχο περί εξασφάλισης της εφαρμογής της πολιτικής του ανταγωνισμού, το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα, με την επιφύλαξη, ωστόσο, της εκ μέρους του εκτίμησης της σοβαρότητας της παράβασης, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 99 επ. της απόφασης αυτής.
65 Πράγματι, με τη σκέψη 103, μεταξύ άλλων, της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Πρωτοδικείο, αναλύοντας τη σοβαρότητα της παράβασης που δέχθηκε η Επιτροπή, υπενθύμισε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή είχε επιβάλει το εν λόγω ποσό προστίμου στην αναιρεσείουσα, παραπέμποντας, επί του σημείου αυτού, στην έκτη, στην όγδοη και στην ένατη αιτιολογική σκέψη της επίδικης απόφασης.
66 Με τον τρόπο αυτόν, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε τη λύση που δέχθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, επαναλαμβάνοντας, όσον αφορά ειδικότερα την εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών, την προαναφερθείσα απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η τελευταία αυτή απόφαση, το Δικαστήριο, χωρίς να απαιτεί από την Επιτροπή ειδική αιτιολογία πέραν του απαιτούμενου από τις κατευθυντήριες γραμμές ορίου, έκρινε, με το σημείο 232 των κατευθυντηρίων γραμμών, ότι η εφαρμογή τους σε παραβάσεις που διαπράχθηκαν πριν από τη θέσπισή τους δεν συνιστούσε παραβίαση ούτε της αρχής της μη αναδρομικότητας ούτε της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
67 Συνεπώς, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ούτε ελλιπής αιτιολογία ούτε εσφαλμένη εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου.
68 Ως εκ τούτου, τα δύο πρώτα σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.
69 Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η ADM προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Πρωτοδικείο ότι δεν θεώρησε ως προσήκουσα βάση για τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου εκ μέρους της Επιτροπής τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε με τις πωλήσεις γλυκονικού νατρίου.
70 Πρώτον, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο επισήμανε, με τη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιήθηκε με τις πωλήσεις του επίμαχου προϊόντος «μπορεί» να συνιστά προσήκουσα βάση για την εκτίμηση των προσβολών του ανταγωνισμού στην αγορά του επίμαχου προϊόντος εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να του προσάψει αντίφαση όταν δεν δέχεται το κριτήριο αυτό ως προσήκουσα βάση.
71 Δεύτερον, υπενθυμίζεται καταρχάς ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, για τον καθορισμό των προστίμων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των παραβάσεων, καθώς και όλα τα στοιχεία που επηρεάζουν τη σοβαρότητα των παραβάσεων αυτών (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 129, καθώς και Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 240).
72 Συναφώς, η σοβαρότητα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου πρέπει να αποδεικνύεται βάσει μεγάλου αριθμού στοιχείων όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, τούτο δε χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη (προαναφερθείσα απόφαση Dalmine κατά Επιτροπής, σκέψη 129, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
73 Μεταξύ των στοιχείων που μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση της σοβαρότητας των παραβάσεων συγκαταλέγονται η συμπεριφορά εκάστης των επιχειρήσεων, ο ρόλος που διαδραμάτισαν στη δημιουργία της σύμπραξης, το κέρδος που αποκόμισαν από την πρακτική αυτή, το μέγεθός τους και η αξία των οικείων εμπορευμάτων, καθώς και ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν παραβάσεις της μορφής αυτής για τους στόχους της Κοινότητας (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσες αποφάσεις Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 129, και Dalmine κατά Επιτροπής, σκέψη 130).
74 Στο πλαίσιο αυτό, είναι δυνατό να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του προστίμου τόσο ο συνολικός κύκλος εργασιών της επιχείρησης, που αποτελεί ένδειξη, έστω κατά προσέγγιση και ατελή, του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος της, όσο και το ποσοστό του κύκλου εργασιών που προέρχεται από τα εμπορεύματα που συνιστούν το αντικείμενο της παράβασης και που μπορεί, ως εκ τούτου, να είναι ενδεικτικό της έκτασής της. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να αποδίδεται ούτε στο ένα ούτε στο άλλο από τα ποσά αυτά δυσανάλογη σημασία σε σχέση με τα άλλα στοιχεία εκτίμησης και, κατά συνέπεια, ο ορθός καθορισμός του προστίμου δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα απλού υπολογισμού βάσει του κύκλου εργασιών που αποφέρει η πώληση του οικείου προϊόντος (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, σκέψη 100).
75 Eπιπλέον, το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει αρχή γενικής ισχύος σύμφωνα με την οποία η κύρωση πρέπει να είναι ανάλογη με τον κύκλο εργασιών τον οποίο πραγματοποιεί η επιχείρηση με την πώληση του προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο της παράβασης (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, σκέψη 101).
76 Συνεπώς, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της ADM, το Πρωτοδικείο ορθώς επισήμανε, με τη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο κύκλος εργασιών που προκύπτει από τις πωλήσεις γλυκονικού νατρίου δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο βάσει του οποίου η Επιτροπή έπρεπε να εκτιμήσει τη σοβαρότητα της παράβασης. Εν πάση περιπτώσει, δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη την αφετηρία υπολογισμού των προστίμων.
77 Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται επίσης από τις κατευθυντήριες γραμμές, όπως υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 61 της παρούσας απόφασης. Συνεπώς, η αποδοχή της άποψης της αναιρεσείουσας θα συνεπαγόταν οπωσδήποτε παράβαση των κανόνων των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, οι οποίες, όπως ορθώς δέχθηκε το Πρωτοδικείο, έχουν εφαρμογή στη διαπραχθείσα από την αναιρεσείουσα παράβαση.
78 Συνεπώς, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να προσάψει στο Πρωτοδικείο παραβίαση των νομικών αρχών που διέπουν τον υπολογισμό των προστίμων με την αιτιολογία ότι δεν δέχθηκε ως αφετηρία για τον καθορισμό του προστίμου που της επιβλήθηκε τον κύκλο εργασιών που απέφερε η πώληση του επίμαχου προϊόντος.
79 Τρίτον, παραπέμποντας ειδικότερα στις αιτιολογικές σκέψεις 378 έως 382 της επίδικης απόφασης, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, ιδίως με τις σκέψεις 86 και 87 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή έλαβε υπόψη τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε με την πώληση του γλυκονικού νατρίου για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου. Στο πλαίσιο αυτό, έκρινε ότι η Επιτροπή δεν υπερέβη το ευρύ περιθώριο εκτίμησης, διαπιστώνοντας, με τη σκέψη 114 της απόφασης αυτής, ότι «το βασικό ποσό που καθόρισε η Επιτροπή για την παράβαση που διέπραξε η ADM στη συγκεκριμένη περίπτωση [ήταν] κατάλληλο, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του συνόλου των στοιχείων που προέβαλε η Επιτροπή με την [ίδια απόφαση] και, αφετέρου, της διατυπωθείσας στην παρούσα απόφαση εκτιμήσεως ορισμένων από τα στοιχεία αυτά».
80 Κατά πάγια νομολογία, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει κατ’ αναίρεση την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, καθόσον το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αξιολόγησε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τη σοβαρότητα των παράνομων μορφών συμπεριφοράς (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Technische Unie κατά Επιτροπής, σκέψη 196).
81 Επομένως, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί επίσης να ευδοκιμήσει.
82 Όσον αφορά το τέταρτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, με τις σκέψεις 108 έως 110 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την πάγια νομολογία κατά την οποία η πρακτική λήψης αποφάσεων της Επιτροπής δεν χρησιμεύει ως νομικό πλαίσιο για τον καθορισμό των προστίμων στον τομέα του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι η Επιτροπή διαθέτει στον τομέα αυτό ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν δεσμεύεται από τις προγενέστερες εκτιμήσεις της (προαναφερθείσα απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 209 έως 213).
83 Επομένως, το Πρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε, με τη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η απλή επίκληση εκ μέρους της ADM της απόφασης για τον φωσφορικό ψευδάργυρο είναι, αυτή καθαυτή, αλυσιτελής, στον βαθμό που η Επιτροπή δεν όφειλε να εκτιμήσει κατά τον ίδιο τρόπο την υπό κρίση υπόθεση.
84 Διαπιστώνεται ότι, με την αίτησή της αναιρέσεως, η ADM δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα προς αμφισβήτηση του καθοριστικού αυτού στοιχείου της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
85 Συγκεκριμένα, η ADM περιορίζεται στην αμφισβήτηση των στοιχείων που διαφοροποιούν την υπό κρίση υπόθεση από την υπόθεση για τον φωσφορικό ψευδάργυρο και αναφέρονται από το Πρωτοδικείο στη σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να επισημαίνει τους λόγους για τους οποίους, στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει εφαρμογή η πάγια νομολογία την οποία υπενθυμίζει το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 108 και 109 της οικείας απόφασης.
86 Συνεπώς, το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και, κατά συνέπεια, το σύνολο του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως εν μέρει αβάσιμα και ως εν μέρει απαράδεκτα.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων της σύμπραξης στη σχετική αγορά
Επιχειρήματα των διαδίκων
87 Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει τρία σκέλη.
– Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής κατά την οποία η Επιτροπή οφείλει να τηρεί τους κανόνες που επιβάλλει
88 Η ADM υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε το επιχείρημά της που αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε τη σχετική αγορά προκειμένου να αξιολογήσει τις επιπτώσεις της σύμπραξης, μολονότι ο προσδιορισμός της αγοράς αυτής αποτελεί, κατά τις κατευθυντήριες γραμμές, απαραίτητη προϋπόθεση. Αν η Επιτροπή είχε προσδιορίσει ορθώς την αγορά αυτή, ήτοι λαμβάνοντας υπόψη τα υποκατάστατα που κυκλοφορούν στην αγορά των χηλικών προϊόντων, θα είχε ενδεχομένως διαπιστώσει ότι η σύμπραξη δεν είχε επιπτώσεις στις εφαρμοσθείσες τιμές.
89 Κατά την Επιτροπή, η άποψη της ADM στηρίζεται σε εσφαλμένη αντίληψη του σκοπού που επιδιώκει ο προσδιορισμός της σχετικής αγοράς. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, με τη σκέψη 226 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή είχε προσδιορίσει τη σχετική αγορά πριν εκτιμήσει τη σοβαρότητα της παράβασης της ADM. Επομένως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να τοποθετηθεί, κατ’ αναίρεση, επί πραγματικών περιστατικών τα οποία δεν απέδειξε πρωτοδίκως.
– Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
90 Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας χωρίς καμία αιτιολογία τον ισχυρισμό της ότι υφίστανται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η σύμπραξη δεν είχε επιπτώσεις στη σχετική αγορά, παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως. Συναφώς, τα στοιχεία που προσκόμισε η ADM πρωτοδίκως αποδεικνύουν απεριφράστως ότι οι διακυμάνσεις στην τιμή του γλυκονικού νατρίου κατόπιν της σύμπραξης οφείλονται σε άλλους παράγοντες.
91 Κατά την Επιτροπή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ιδίως από τις σκέψεις της 232 έως 236 προκύπτει σαφώς ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε όλα τα στοιχεία που προσκόμισε η ADM πριν διαπιστώσει ότι ο σχετικός ισχυρισμός της δεν αποδεικνύεται.
92 Επικουρικώς, η Επιτροπή προσθέτει ότι ο ισχυρισμός της ADM ισοδυναμεί με αίτημα προς το Δικαστήριο να ελέγξει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν πρωτοδίκως, πράγμα που δεν εμπίπτει στην αναιρετική αρμοδιότητά του.
– Επί του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από το ότι το Πρωτοδικείο αντέστρεψε παρανόμως το βάρος αποδείξεως
93 Η ADM επικρίνει, κατ’ ουσίαν, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι αναθέτει σε εκείνη το καθήκον να αποδείξει ότι, ακόμη και ελλείψει της σύμπραξης, οι προταθείσες από την Επιτροπή τιμές δεν θα διαφοροποιούνταν. Αφενός, από τις κατευθυντήριες γραμμές προκύπτει ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι οι τιμές θα ήταν χαμηλότερες ελλείψει της σύμπραξης. Αφετέρου, το Πρωτοδικείο καθαυτό αναγνώρισε, με τις σκέψεις 177 και 184 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν ήταν δυνατό να καθορισθεί η ακριβής τιμή στην οποία θα διετίθετο το οικείο προϊόν ελλείψει της σύμπραξης.
94 Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο έκρινε επαρκείς τις αποδείξεις της όσον αφορά τις επιπτώσεις της παράβασης στην αγορά γλυκονικού νατρίου. Τούτο συνεπάγεται, κατά την εκτίμησή της, ότι η ADM δεν απέδειξε ότι διαφορετικός ορισμός της σχετικής αγοράς θα οδηγούσε σε διαφορετικό συμπέρασμα όσον αφορά τις επιπτώσεις της σύμπραξης. Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το τελευταίο αυτό σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ισοδυναμεί, στην πραγματικότητα, με αίτημα προς το Δικαστήριο να εκτιμήσει εκ νέου τα πραγματικά περιστατικά κατ’ αναίρεση, οπότε είναι απαράδεκτο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
95 Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, του οποίου τα τρία σκέλη πρέπει να εξεταστούν από κοινού, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, στο πλαίσιο του καθορισμού του προστίμου βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών, οι συγκεκριμένες επιπτώσεις της σύμπραξης στη σχετική αγορά αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της σοβαρότητας της διαπραχθείσας παράβασης.
96 Πρώτον, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 226 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 34 έως 41 της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή όρισε ως αγορά του επίμαχου προϊόντος την αγορά του γλυκονικού νατρίου υπό στερεά και υγρή μορφή και του βασικού προϊόντος του, του γλυκονικού οξέος. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο επισήμανε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν είχε δεχθεί ως σχετική αγορά την ευρύτερη αγορά που πρότεινε η ADM.
97 Δεύτερον, το Πρωτοδικείο ορθώς τόνισε, με τις σκέψεις 229 έως 231 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο απλός ισχυρισμός της ADM ότι η Επιτροπή δέχθηκε εσφαλμένο ορισμό της σχετικής αγοράς δεν αποδεικνύει, αφ’ εαυτού, ότι, με τον ορισμό της αγοράς που προτείνει η αναιρεσείουσα, η επίμαχη παράβαση δεν θα είχε επιπτώσεις στην εν λόγω αγορά.
98 Tρίτον, το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε, με τη σκέψη 232 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τη μέθοδο που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για να αποδείξει τις επιπτώσεις της επίμαχης παράβασης στην αγορά που είχε ορίσει, έκρινε, με τις σκέψεις 233 έως 237 της απόφασης αυτής, ότι η αναιρεσείουσα περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε σφάλματα κατά τον ορισμό της σχετικής αγοράς, χωρίς ωστόσο να εξηγήσει σε ποιο βαθμό ο ορισμός της αγοράς που δέχεται η ίδια αποκλείει οποιαδήποτε πραγματική επίπτωση της επίμαχης παράβασης.
99 Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η ADM δεν μπορεί να προσάψει στο Πρωτοδικείο ότι επέτρεψε στην Επιτροπή να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της επίμαχης παράβασης χωρίς προηγουμένως να ορίσει τη σχετική αγορά. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 226 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή όντως όρισε την εν λόγω αγορά.
100 Κατά τα λοιπά, το Πρωτοδικείο έκρινε, στο πλαίσιο της ελεύθερης εκ μέρους εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, ότι η ανάλυση των επιπτώσεων της επίμαχης παράβασης στη σχετική αγορά ήταν πειστική βάσει των στοιχείων που προέβαλε επ’ αυτού η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 354 της επίδικης απόφασης, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι, προς στήριξη της ανάλυσής της, η Επιτροπή, μεταξύ άλλων, συσχέτισε τις τιμές του γλυκονικού νατρίου με την έναρξη ισχύος της σύμπραξης, εκτίμησε το επίπεδο στο οποίο θα κυμαίνονταν οι τιμές του προϊόντος αυτού ελλείψει της επίμαχης σύμπραξης και άντλησε, εν τέλει, τις επιπτώσεις της διαπραχθείσας από την αναιρεσείουσα παράβασης στην αγορά του γλυκονικού νατρίου.
101 Ομοίως, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ούτε ότι αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς, ούτε ότι δεν αιτιολόγησε την εκτίμησή του.
102 Συγκεκριμένα, πρώτον, με τη σκέψη 237 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Πρωτοδικείο περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι οι επιπτώσεις της επίμαχης σύμπραξης στην ευρύτερη αγορά που προτείνει ήταν αμελητέες ή ακόμη και ανύπαρκτες. Πράγματι, ορθώς απαίτησε από την αναιρεσείουσα να προσκομίσει στοιχεία ικανά να αντικρούσουν την αναφερθείσα στις σκέψεις 196 και 197 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ανάλυση της Επιτροπής που είχε ως σκοπό να αποδείξει ότι η εξέλιξη των τιμών στην αγορά του γλυκονικού νατρίου σχετίζεται με την έναρξη ισχύος της σύμπραξης.
103 Η απόδειξη αυτή κατέστη κατά μείζονα λόγο αναγκαία, δεδομένου ότι, αφενός, η ADM είχε επισημάνει πρωτοδίκως ότι οι τιμές των προϊόντων τα οποία, κατά την άποψή της, θα έπρεπε να είχαν συσχετισθεί με το γλυκονικό νάτριο στη σχετική αγορά γνώρισαν παρόμοια εξέλιξη με τις τιμές του γλυκονικού νατρίου και, αφετέρου, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με το σημείο 154 των προτάσεών της, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η σύμπραξη δεν είχε επιπτώσεις στη σχετική αγορά, ενώ μετείχε στην αγορά αυτή επί σειρά ετών.
104 Ακολούθως, δεύτερον, το Πρωτοδικείο, προς απάντηση στο επιχείρημα της ADM περί της προβαλλόμενης έλλειψης επιπτώσεων της σύμπραξης στην αγορά του γλυκονικού νατρίου, έκρινε ότι οι αποδείξεις που παρέσχε η αναιρεσείουσα δεν ήταν ικανές να αντικρούσουν την ανάλυση της Επιτροπής, εκπληρώνοντας με τον τρόπο αυτό την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει.
105 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Όταν το Πρωτοδικείο έχει διαπιστώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 225 ΕΚ, έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που έχει συναγάγει το Πρωτοδικείο. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, καταρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Πρωτοδικείο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Ως εκ τούτου, η ως άνω εκτίμηση δεν αποτελεί νομικό ζήτημα, υποκείμενο συνεπώς στον έλεγχο του Δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχει παραμόρφωση του περιεχομένου των στοιχείων αυτών (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, C‑413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 29).
106 Eν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, παραπέμποντας με την αίτησή της αναιρέσεως στα αποδεικτικά στοιχεία που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και κρίθηκαν ανεπαρκή από το Πρωτοδικείο, ζητεί στην πραγματικότητα από το Δικαστήριο να τα επανεξετάσει, χωρίς ωστόσο να επικαλείται παραμόρφωση του περιεχομένου τους εκ μέρους του Πρωτοδικείου, οπότε το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να προβεί στην εν λόγω επανεξέταση.
107 Επομένως, δεδομένου ότι διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων με τη σκέψη 102 της παρούσας απόφασης, ότι το Πρωτοδικείο δεν αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως και ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε παραμόρφωση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως εν μέρει αβάσιμος και ως εν μέρει απαράδεκτος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά τον καθορισμό της ημερομηνίας τερματισμού της σύμπραξης
Επιχειρήματα των διαδίκων
108 Ο λόγος αυτός περιλαμβάνει τέσσερα σκέλη.
– Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 81 EΚ λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των κανόνων περί τερματισμού της σύμπραξης
109 Η ADM αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, την ανάλυση που πραγματοποίησε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 247 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά τις προθέσεις της κατά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994. Συγκεκριμένα, αν υποτεθεί ότι με τη συμπεριφορά της κατά τη σύσκεψη αυτή η ADM δεν είχε πρόθεση να ανακοινώσει την αποχώρησή της από τη σύμπραξη, αλλά μάλλον να εφαρμόσει στρατηγική προκειμένου να επιβάλει τη βούλησή της εντός της σύμπραξης, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι η ADM επιθυμούσε να εμμείνει στον ρόλο της. Ωστόσο, δεν μπορεί να προσαφθεί στην ADM απλώς και μόνον πρόθεση να εμμείνει στη σύμπραξη, στο μέτρο που εξέφρασε δημοσίως την επιθυμία της να παύσει τη συμμετοχή της στη σύμπραξη και δεδομένου ότι το άρθρο 81 ΕΚ δεν προβλέπει δυνατότητα να στοιχειοθετηθεί παράβαση των διατάξεών του βάσει υποκειμενικών στοιχείων, αλλά περιορίζεται στην απαγόρευση πράξεων αποδεικνυόμενων αντικειμενικώς.
110 Κατά την Επιτροπή, το κρίσιμο κριτήριο της δημόσιας ανακοίνωσης της αποχώρησης από σύμπραξη θέτει το ζήτημα της ερμηνείας από τα μέρη της σύμπραξης της συμπεριφοράς της επιχείρησης που παύει να μετέχει στην εν λόγω συμφωνία. Συναφώς, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, στην οικεία επιχείρηση απόκειται να απαλλαγεί από το βάρος αποδείξεως της ερμηνείας αυτής. Ναι μεν η ADM απέδειξε ότι είχε αποχωρήσει από τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 πριν το τέλος της, πλην όμως δεν απέδειξε ότι οι λοιποί μετέχοντες ερμήνευσαν τη συμπεριφορά της αυτή ως αποχώρηση από τη σύμπραξη. Τούτο προκύπτει, εν πάση περιπτώσει, από τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 249 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
– Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παραμόρφωση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων
111 Κατά την ΑDM, κακώς το Πρωτοδικείο δεν έκρινε, με τις σκέψεις 248 έως 250 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και βάσει των καταθέσεων της JBL και της Roquette, ότι η συμμετοχή της στη σύμπραξη έπαυσε από τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 και εφεξής. Ως προς το σημείο αυτό, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων.
112 Κατά την Επιτροπή, από τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται η ADM προκύπτει ότι η Roquette αποχώρησε από τη σύμπραξη στις 4 Οκτωβρίου 1994. Τούτο δεν σημαίνει πάντως ούτε ότι η σύμπραξη τερματίστηκε κατά την ημερομηνία αυτή ούτε, κατά μείζονα λόγο, ότι έπαυσε η συμμετοχή της ADM στη σύμπραξη.
– Επί του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από το ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ κρίνοντας ότι η σύσκεψη του Ιουνίου του 1995 στοιχειοθετούσε αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά
113 Η ADM, εκκινώντας από την αρχή ότι έπαυσε να μετέχει στη σύμπραξη μετά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ κρίνοντας ότι η εν λόγω σύμπραξη εξακολουθούσε να υφίσταται και ότι η σύσκεψη του Ιουνίου του 1995 συνηγορούσε υπέρ της άποψης αυτής. Το Πρωτοδικείο πάντως δεν απαίτησε από την Επιτροπή να αποδείξει ότι οι συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη σύσκεψη αυτή είχαν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα.
114 Κατά την Επιτροπή, δεδομένου ότι η ADM δεν είχε παύσει να μετέχει στη σύμπραξη στις 4 Οκτωβρίου 1994, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η σύσκεψη του Ιουνίου του 1995 δεν σηματοδοτούσε την αρχή νέας σύμπραξης.
– Επί του τετάρτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού στοιχείου
115 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι το αποδιδόμενο στη Roquette σημείωμα στο οποίο στήριξε την εκτίμησή του περί εξακολούθησης της σύμπραξης, μεταξύ άλλων με τη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καταρτίστηκε από τη Roquette κατά τη σύσκεψη του Ιουνίου του 1995, παραμόρφωσε διττώς το περιεχόμενο του αποδεικτικού αυτού στοιχείου. Αφενός, κατά την αναιρεσείουσα, το σημείωμα αυτό καταρτίστηκε από τις αμερικανικές αρχές ανταγωνισμού και, αφετέρου, δεν καταρτίστηκε κατά τη σύσκεψη του Ιουνίου του 1995.
116 Η Επιτροπή τονίζει ότι από την αιτιολογική σκέψη 233 της επίδικης απόφασης προκύπτει ότι το σημείωμα στο οποίο αναφέρεται το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προσκομίσθηκε από τη Roquette. Eν πάση περιπτώσει, όπως υποστηρίζει, αυτό το αποδεικτικό στοιχείο δεν είναι, αφ’ εαυτού, καθοριστικής σημασίας για την εκτίμηση του Πρωτοδικείου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
117 Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι, η κατ’ αναίρεση εξέταση του Δικαστηρίου περιορίζεται στην πλάνη περί το δίκαιο καθώς και στην παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Πρωτοδικείου.
118 Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η ADM αμφισβητεί ότι το Πρωτοδικείο δεν ερμήνευσε την αποχώρησή της από τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 ως παύση της συμμετοχής της στην επίμαχη σύμπραξη. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο δεν εφάρμοσε ορθώς το κριτήριο της δημοσίως γενομένης αποστασιοποιήσεως, καθόσον έλαβε εσφαλμένα υπόψη ένα υποκειμενικό στοιχείο, ήτοι την πρόθεση της ADM.
119 Κατά πάγια νομολογία, για να στοιχειοθετηθεί επαρκώς η συμμετοχή επιχείρησης σε σύμπραξη, αρκεί να αποδειχθεί ότι η οικεία επιχείρηση μετέσχε σε συσκέψεις κατά τη διάρκεια των οποίων συνήφθησαν συμφωνίες με αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, χωρίς η επιχείρηση αυτή να εκδηλώσει σαφώς την αντίρρησή της. Άπαξ και αποδείχθηκε η συμμετοχή σε τέτοιες συσκέψεις, απόκειται στην ως άνω επιχείρηση να εξηγήσει με στοιχεία ότι το πνεύμα της συμμετοχής της στις εν λόγω συσκέψεις δεν στρεφόταν κατά του ανταγωνισμού, αποδεικνύοντας ότι είχε δηλώσει στους ανταγωνιστές της ότι μετείχε στις συσκέψεις αυτές υπό πρίσμα διαφορετικό απ’ ό,τι αυτοί (βλ. απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 81).
120 Συνεπώς, καθοριστικό στοιχείο για να εκτιμηθεί αν η οικεία επιχείρηση είχε πρόθεση να αποστασιοποιηθεί από την παράνομη συμφωνία είναι πράγματι η ερμηνεία των προθέσεών της από τους λοιπούς μετέχοντες στη σύμπραξη. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε, με τη σκέψη 247 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το γεγονός και μόνον ότι η αναιρεσείουσα αποχώρησε από τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 δεν μπορούσε, αφ’ εαυτού, να θεωρηθεί ως δημοσίως γενομένη αποστασιοποίηση από την επίμαχη σύμπραξη και ότι στην ADM απόκειται να αποδείξει ότι οι μετέχοντες στη σύμπραξη ερμήνευσαν τη στάση της ως παύση της συμμετοχής της.
121 Συναφώς, στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η ADM υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων κρίνοντας, με τη σκέψη 248 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι από κανένα από τα έγγραφα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα δεν προέκυπτε ότι τα λοιπά μέρη της επίμαχης σύμπραξης ερμήνευσαν τη συμπεριφορά της κατά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 ως δημοσίως γενομένη αποστασιοποίηση από το περιεχόμενο της εν λόγω σύμπραξης.
122 Για να αποδείξει ότι η συμμετοχή της στην επίδικη σύμπραξη έπαυσε μετά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994, η ADM στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε έγγραφα προερχόμενα από άλλους μετασχόντες στη σύσκεψη αυτή, ήτοι σε ένα έγγραφο που απηύθυνε στις 21 Μαΐου 1999 η JBL στην Επιτροπή, σε ένα έγγραφο που απηύθυνε στις 12 Μαΐου 1998 η Fujisawa στην Επιτροπή και σε ένα έγγραφο που απηύθυνε στις 30 Απριλίου 1999 η JBL στην Επιτροπή. Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών όπως διαπιστώθηκε από το Πρωτοδικείο, αλλά τον τρόπο με τον οποίο τα ερμήνευσε το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 249 έως 251 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
123 Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα έγγραφα της JBL της 30ής Απριλίου και της 21ης Μαΐου 1999, το Πρωτοδικείο επισήμανε, με τις σκέψεις 249 και 251 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι σε κανένα σημείο δεν περιέγραφαν τη συμπεριφορά της ADM κατά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994, αλλά απλώς ανέφεραν ότι η Roquette δεν τηρούσε πλέον τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συμφωνίες.
124 Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο προέβη σε μια καθόλα νόμιμη ερμηνεία των εγγράφων αυτών, κρίνοντας ότι δεν αποδείκνυαν ότι η ADM αποχώρησε από τη σύμπραξη μετά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994.
125 Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο στα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στις σκέψεις 250 και 251 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και δεν αμφισβητούνται από την ADM, ήτοι στο έγγραφο της Fujisawa της 12ης Μαΐου 1998 που αναφέρει ότι η σύμπραξη τερματίστηκε μόλις το 1995 καθώς και στο έγγραφο της JBL της 30ής Απριλίου 1999 που αναφέρει ότι η αναιρεσείουσα είχε ζητήσει κατά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994 την αναπροσαρμογή των ποσοστώσεων πωλήσεων, έκρινε ότι η ADM εξακολουθούσε να μην αποδεικνύει ότι η συμμετοχή της στη σύμπραξη έπαυσε κατά τη διάρκεια της εν λόγω σύσκεψης, χωρίς ωστόσο να έχει παραμορφώσει το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων που διέθετε.
126 Όσον αφορά το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, υπενθυμίζεται ότι το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε σε πέντε στοιχεία για να κρίνει ότι η επίμαχη σύμπραξη εξακολουθούσε να ισχύει μέχρι τη σύσκεψη του Ιουνίου του 1995.
127 Πράγματι, με τις σκέψεις 258 έως 262 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπενθύμισε, χωρίς να διαψευσθεί από την ADM, ότι κατά την εν λόγω σύσκεψη ήταν παρόντα όλα τα μέρη της σύμπραξης και ότι οι μετέχοντες συζήτησαν επί του όγκου των πωλήσεων γλυκονικού νατρίου που πραγματοποιήθηκαν το 1994, επιχειρώντας να καθιερώσουν ένα νέο σύστημα πληροφοριών όσον αφορά τις πωλήσεις αυτές προκειμένου να καθορίσουν το συνολικό μέγεθος της αγοράς γλυκονικού νατρίου.
128 Ακολούθως, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε, με τη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε ένα έγγραφο της Roquette το οποίο επιβεβαιώνει ότι κατά τη σύσκεψη του Ιουνίου του 1995 οι μετασχόντες στη σύμπραξη είχαν πρόθεση να εμμείνουν στην αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά τους.
129 Κατά τα λοιπά, με τη σκέψη 264 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η ADM και που, κατά την άποψή της, ήταν ικανά να αντικρούσουν την άποψη της Επιτροπής όσον αφορά τη φύση της σύσκεψης του Ιουνίου του 1995.
130 Τέλος, με τη σκέψη 266 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Πρωτοδικείο έκρινε αλυσιτελές το επιχείρημα που αντλείται από τη χρονική σύμπτωση της σύσκεψης αυτής με μια γενική βιομηχανική σύσκεψη.
131 Κατά συνέπεια και λαμβανομένου υπόψη ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι, όπως διαπίστωσε η Επιτροπή, η ADM δεν έπαυσε τη συμμετοχή της στη σύμπραξη κατά τη σύσκεψη της 4ης Οκτωβρίου 1994, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επιβεβαιώνοντας την άποψη της Επιτροπής ότι κατά τη σύσκεψη του Ιουνίου του 1995 η επίμαχη σύμπραξη εξακολουθούσε να υφίσταται.
132 Προς τούτο, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε σε πραγματικά περιστατικά και στοιχεία τα οποία δεν οφείλει να επανεξετάσει το Δικαστήριο κατ’ αναίρεση, πλην της περίπτωσης παραμόρφωσης του περιεχομένου τους.
133 Eν προκειμένω, στο πλαίσιο του τετάρτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η ADM υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε, με τη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο του σημειώματος που υπέβαλε στην Επιτροπή η Roquette, αποδίδοντας στην εταιρία αυτή την κατάρτισή του κατά τη σύσκεψη του Ιουνίου του 1995.
134 Ωστόσο, όπως τονίζει η αναιρεσείουσα και δέχεται επίσης η Επιτροπή, διαπιστώνεται ότι το έγγραφο αυτό, αφενός, δεν καταρτίστηκε από τη Roquette αλλά απλώς υποβλήθηκε από αυτή και, αφετέρου, καταρτίστηκε κατόπιν της εν λόγω σύσκεψης.
135 Επί του σημείου αυτού, το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου.
136 Ωστόσο, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 214 και 215 των προτάσεών της, η παραμόρφωση αυτή δεν καθιστά άκυρη την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
137 Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 126 έως 130 της παρούσας απόφασης, οι λόγοι που δέχθηκε το Πρωτοδικείο για να κρίνει ότι η σύσκεψη του Ιουνίου του 1995 αποτελούσε απόπειρα συνέχισης της επίδικης σύμπραξης στηρίζονται σε πέντε στοιχεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται το σημείωμα που αποδίδεται στη Roquette.
138 Επιπλέον, το Πρωτοδικείο σχετικοποίησε την αποδεικτική αξία του εν λόγω εγγράφου, κρίνοντας, με τη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι από το εν λόγω σημείωμα δεν προκύπτει το ακριβές περιεχόμενο των συζητήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη σύσκεψη του Ιουνίου του 1995 και ότι το σημείωμα αυτό απλώς επιβεβαιώνει την άποψη της Επιτροπής.
139 Ως εκ τούτου, το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως δεν ευσταθεί.
140 Όσον αφορά, τέλος, το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, υπενθυμίζεται, όπως έπραξε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 265 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ σε συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική, περιττεύει η συνεκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας, εφόσον αποδειχθεί ότι η συμφωνία αυτή έχει ως σκοπό τον περιορισμό, την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε, επομένως, σε πλάνη περί το δίκαιο επί του σημείου αυτού.
141 Κατά συνέπεια, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως εν μέρει αβάσιμος και ως εν μέρει απαράδεκτος.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, που προβλήθηκε επικουρικώς και αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τη συνεκτίμηση ελαφρυντικών περιστάσεων
Επιχειρήματα των διαδίκων
142 Κατά την ADM, το ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 287 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν δέχθηκε την υποχρέωση της Επιτροπής να αναγνωρίσει ελαφρυντικές περιστάσεις, βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών, σε περίπτωση τερματισμού της σύμπραξης ισοδυναμεί με εσφαλμένη ερμηνεία των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών. Κατά τα λοιπά, αντιθέτως προς την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, η αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων δεν μπορεί να επηρεαστεί από τη μυστικότητα της επίδικης σύμπραξης.
143 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορθώς το Πρωτοδικείο δεν έκρινε ότι η παύση της παράβασης συνεπάγεται αυτομάτως μείωση του προστίμου. Όπως επισημαίνει, διαθέτει στο πλαίσιο αυτό διακριτική ευχέρεια όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη συμπεριφορά της οικείας επιχείρησης. Εν προκειμένω, η ADM δεν συνέβαλε αποφασιστικά στη διοικητική διαδικασία, οπότε δεν ήταν δυνατό να τις αναγνωρισθούν ελαφρυντικές περιστάσεις.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
144 Υπενθυμίζεται ότι το σημείο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, ότι το βασικό ποσό του προστίμου που καθόρισε η Επιτροπή μειώνεται, μεταξύ άλλων, οσάκις η εμπλεκόμενη επιχείρηση παύει την παράβαση από τις πρώτες ήδη επεμβάσεις της Επιτροπής.
145 Συναφώς, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 280 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι έπρεπε να ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι μόνον οι ιδιαίτερες περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης, στις οποίες μπορεί να βρει έρεισμα η προϋπόθεση περί παύσης της παράβασης από τις πρώτες ήδη επεμβάσεις της Επιτροπής, μπορούν να δικαιολογήσουν την αναγνώριση της τελευταίας αυτής περίστασης ως ελαφρυντικής περίστασης.
146 Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο απέρριψε την άποψη της αναιρεσείουσας ότι ο τερματισμός της σύμπραξης έπρεπε να συνεπάγεται αυτομάτως μείωση του βασικού ποσού του προστίμου κατά το σημείο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών, τονίζοντας, με τη σκέψη 279 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι αυτή η ερμηνεία της εν λόγω διάταξης προσκρούει στην πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
147 Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
148 Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται ότι η χορήγηση μείωσης του βασικού ποσού του προστίμου αποτελεί ευεργέτημα συνδεόμενο κατ’ ανάγκη με τις περιστάσεις της προκείμενης υπόθεσης, το οποίο η Επιτροπή μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω περιστάσεις, να αρνηθεί να χορηγήσει σε μια μετέχουσα σε παράνομη συμφωνία επιχείρηση.
149 Πράγματι, η αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης σε καταστάσεις στις οποίες μια επιχείρηση αποτελεί μέρος προδήλως παράνομης συμφωνίας, για την οποία γνώριζε ή δεν μπορούσε να μη γνωρίζει ότι συνιστούσε παράβαση, θα παρότρυνε τις επιχειρήσεις να εμμείνουν σε μια μυστική συμφωνία κατά τον μέγιστο δυνατό χρόνο, ελπίζοντας ότι η συμπεριφορά τους ουδέποτε θα αποκαλυφθεί και γνωρίζοντας συγχρόνως ότι, αν αποκαλυφθεί, θα παύσουν την παράβαση προκειμένου να μειωθεί το πρόστιμό τους. Η αναγνώριση αυτή θα στερούσε από το επιβαλλόμενο πρόστιμο κάθε αποτρεπτικό αποτέλεσμα και θα προσέκρουε στην πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
150 Συνεπώς, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, δεδομένης της συμμετοχής της αναιρεσείουσας σε μυστική σύμπραξη, την οποία δεν αμφισβητεί, δεν μπορεί να απαιτεί να της χορηγηθεί μείωση του βασικού ποσού του προστίμου που της επιβλήθηκε επικαλούμενη την παύση της παράνομης συμπεριφοράς της από τις πρώτες ήδη επεμβάσεις των αμερικανικών αρχών ανταγωνισμού.
151 Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
152 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, στο μέτρο που οι λόγοι που προβλήθηκαν προς στήριξή της είναι εν μέρει απαράδεκτοι και εν μέρει αβάσιμοι.
Επί των δικαστικών εξόδων
153 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η ADM στα δικαστικά έξοδα και η ADM ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Archer Daniels Midland Co. στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy