Υπόθεση C-526/06
Staatssecretaris van Financiën
κατά
Road Air Logistics Customs BV
(αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας και κανονισμός εφαρμογής — Κοινοτική διαμετακόμιση — Παράβαση — Απόδειξη περί του νομοτύπου της πράξεως διαμετακομίσεως ή του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως — Παράλειψη χορηγήσεως της τρίμηνης προθεσμίας για την προσκόμιση της αποδείξεως αυτής — Επιστροφή τελωνειακών δασμών — Έννοια της φράσεως “οφειλόταν νομίμως”»
Απόφαση του Δικαστηρίου (έβδομο τμήμα) της 13ης Δεκεμβρίου 2007
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων — Κοινοτική διαμετακόμιση — Εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση — Επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών — Νομίμως οφειλόμενο ποσό
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 236 § 1, εδ 1· κανονισμός 2454/93 της Επιτροπής, άρθρο 379 § 2)
Το άρθρο 236, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, πρέπει να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι η παράλειψη των τελωνειακών αρχών να προσδιορίσουν, σύμφωνα με το άρθρο 379 του κανονισμού 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, τον τόπο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, δεν συνεπάγεται ότι οι τελωνειακοί δασμοί παύουν να οφείλονται νομίμως.
Εντούτοις, το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί να προβεί στην είσπραξη των εισαγωγικών δασμών μόνον αν έχει προηγουμένως ενημερώσει τον κύριο υπόχρεο, σύμφωνα με το άρθρο 379, παράγραφος 2, του κανονισμού 2454/93, ότι διαθέτει προθεσμία τριών μηνών για να προσκομίσει αποδείξεις σχετικά με τον τόπο όπου διεπράχθη η παράβαση ή η παρατυπία, και αν οι αποδείξεις αυτές δεν προσκομιστούν εντός της εν λόγω προθεσμίας.
Συγκεκριμένα, αφενός, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από διάταξη του τίτλου VII, κεφάλαιο 2, ή από την οικονομία του τελωνειακού κώδικα ότι η παράλειψη προσδιορισμού του τόπου γενέσεως της τελωνειακής οφειλής εμποδίζει τη γένεση της οφειλής αυτής. Πάντως, η φράση «οφειλόταν νομίμως» αφορά τους πλήττοντες ένα εμπόρευμα εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς, οι οποίοι καθορίζονται με βάση τα στοιχεία δασμολόγησης που αντιστοιχούν στο εν λόγω εμπόρευμα τη στιγμή κατά την οποία γεννάται η σχετική τελωνειακή οφειλή. Κατά συνέπεια, εφόσον συμβαίνει κάποιο γενεσιουργό της τελωνειακής οφειλής γεγονός, το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών καθορίζεται δια της εφαρμογής του κοινοτικού δασμολογίου.
Αφετέρου, πάντως, η ανακοίνωση στον κύριο υπόχρεο ότι διαθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 379, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, τρίμηνη προθεσμία για να προσκομίσει αποδείξεις σχετικά με τον τόπο όπου διεπράχθη η παράβαση ή η παρατυπία συνιστά προαπαιτούμενο της εισπράξεως της τελωνειακής οφειλής από τις τελωνειακές αρχές.
(βλ. σκέψεις 25, 27, 30, 35-36 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 13ης Δεκεμβρίου 2007 (*)
«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας και κανονισμός εφαρμογής – Κοινοτική διαμετακόμιση – Παράβαση – Απόδειξη περί του νομοτύπου της πράξεως διαμετακομίσεως ή του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως – Παράλειψη χορηγήσεως της τρίμηνης προθεσμίας για την προσκόμιση της αποδείξεως αυτής – Επιστροφή τελωνειακών δασμών – Έννοια της φράσεως “οφειλόταν νομίμως”»
Στην υπόθεση C‑526/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Δεκεμβρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
Staatssecretaris van Financiën
κατά
Road Air Logistics Customs BV,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους U. Lõhmus, πρόεδρο τμήματος (εισηγητή), J. Klučka και A. Ó Caoimh, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Road Air Logistics Customs BV, εκπροσωπούμενη από τους K. Winters, advocaat, και J. Hollebeek, adviseur,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις H. G. Sevenster και C. ten Dam,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη J. Hottiaux, επικουρούμενη από τον F. Tuytschaever, avocat,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 236, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
2 Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Staatssecretaris van Financiën (Υφυπουργού οικονομικών) και της εταιρίας Road Air Logistics Customs BV (στο εξής: Road Air) σχετικά με αίτηση επιστροφής τελωνειακών δασμών.
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα:
«Οι δασμοί που καθίστανται απαιτητοί σε περίπτωση γενέσεως τελωνειακής οφειλής βασίζονται στο δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
4 Οι σχετικές με τη γένεση της τελωνειακής οφειλής διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου VIΙ του τελωνειακού κώδικα. Οι διατάξεις αυτές περιγράφουν, μεταξύ άλλων, τα γενεσιουργά γεγονότα μιας τέτοιας οφειλής και προσδιορίζουν τον οφειλέτη, καθώς και τον χρόνο και τον τόπο γενέσεως της οφειλής.
5 Το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
– από την υπεξαίρεση υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση.
2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή κατά την οποία το εμπόρευμα διαφεύγει από την τελωνειακή επιτήρηση.
[…]»
6 Κατά το άρθρο 214, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα:
«Εκτός αντίθετων ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από τον παρόντα κώδικα και με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, το ποσό των εισαγωγικών δασμών που επιβάλλεται σε εμπόρευμα καθορίζεται με βάση τα στοιχεία δασμολόγησης που αντιστοιχούν στο εν λόγω εμπόρευμα τη στιγμή κατά την οποία γεννάται η σχετική τελωνειακή οφειλή.»
7 Το άρθρο 215 του τελωνειακού κώδικα, ως ίσχυε μέχρι τις 10 Μαΐου 1999, όριζε τα εξής:
«1. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται στον τόπο στον οποίο λαμβάνουν χώρα οι πράξεις που δημιουργούν την οφειλή αυτή.
2. Όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι γεννάται στον τόπο όπου οι τελωνειακές αρχές διαπιστώνουν ότι το εμπόρευμα βρίσκεται σε κατάσταση που γεννά τελωνειακή οφειλή.
3. Όταν ένα τελωνειακό καθεστώς δεν έχει εκκαθαριστεί όσον αφορά συγκεκριμένο εμπόρευμα, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι γεννήθηκε:
– στον τόπο όπου το εμπόρευμα υπήχθη υπό το εν λόγω καθεστώς
ή
– στον τόπο όπου το εμπόρευμα εισέρχεται στην Κοινότητα υπό το εν λόγω καθεστώς.
4. Όταν από τις πληροφορίες που έχουν οι τελωνειακές αρχές προκύπτει ότι η τελωνειακή οφειλή είχε ήδη γεννηθεί όταν το εμπόρευμα βρισκόταν προηγουμένως σε άλλο τόπο, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι γεννάται στον τόπο όπου είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι βρισκόταν το εμπόρευμα κατά το πλέον απομακρυσμένο χρονικό σημείο κατά το οποίο μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη της τελωνειακής οφειλής.»
8 Με τον κανονισμό (ΕΚ) 955/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 1999, για την τροποποίηση του κανονισμού 2913/92 σε ό,τι αφορά το καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 119, σ. 1), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 10 Μαΐου 1999, αντικαταστάθηκε το άρθρο 215 του τελωνειακού κώδικα, χωρίς ουσιαστικές τροποποιήσεις. Έτσι, οι παράγραφοι 1 έως 3, αφενός, και 4, αφετέρου, του άρθρου αυτού αντιστοιχούν στις παραγράφους 1 και 2 του νέου κειμένου του άρθρου 215. Προστέθηκε, πάντως, η παράγραφος 3, η οποία έχει ως εξής:
«Οι τελωνειακές αρχές που μνημονεύονται στο άρθρο 217, παράγραφος 1, είναι οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η τελωνειακή οφειλή γεννάται ή λογίζεται γεννηθείσα.»
9 Το άρθρο 236, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πραγματοποιείται εφόσον αποδεικνύεται ότι κατά τη στιγμή της πληρωμής τους το ποσό τους δεν οφειλόταν νομίμως ή ότι το ποσό βεβαιώθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2.»
10 Κατά το άρθρο 378, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, (ΕΕ L 253, σ. 1, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής):
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 215 του κώδικα, όταν η αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και ο τόπος όπου διεπράχθη η παράβαση ή παρατυπία δεν μπορεί να προσδιοριστεί, θεωρείται ότι η εν λόγω παράβαση ή η παρατυπία διεπράχθη:
– στο κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχώρησης
ή
– στο κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο διέλευσης κατά την είσοδο στην Κοινότητα και στο οποίο κατατέθηκε δελτίο διέλευσης,
εκτός αν, εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο άρθρο 379, παράγραφος 2, αποδειχθεί επαρκώς, κατά την κρίση των τελωνειακών αρχών, η κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης ή ο τόπος όπου πράγματι διεπράχθη η παράβαση ή η παρατυπία.»
11 Το άρθρο 379 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει:
«1. Όταν κάποια αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία, το τελωνείο αναχώρησης ενημερώνει σχετικά τον κύριο υπόχρεο το συντομότερο δυνατό και το αργότερο πριν από τη λήξη του ενδέκατου μηνός από την ημερομηνία καταχώρησης της δήλωσης κοινοτικής διαμετακόμισης.
2. Η ανακοίνωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να αναφέρει κυρίως την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να αποδεικνύεται, κατά τρόπο ικανοποιητικό, στο τελωνείο αναχώρησης η κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης ή ο τόπος όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία. Η προθεσμία αυτή ανέρχεται σε τρεις μήνες από την ημερομηνία της ανακοίνωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Εάν, εντός της προθεσμίας αυτής, δεν προσκομιστεί η εν λόγω απόδειξη, το αρμόδιο κράτος μέλος προβαίνει στην είσπραξη των σχετικών δασμών και άλλων επιβαρύνσεων. Στην περίπτωση που αυτό το κράτος μέλος δεν είναι το ίδιο με εκείνο στο οποίο βρίσκεται το τελωνείο αναχώρησης, αυτό το τελευταίο ειδοποιεί το συντομότερο το εν λόγω κράτος μέλος.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
12 Από τον Απρίλιο του 1998 έως και τον Οκτώβριο του 1999, η Road Air υπέβαλε, για διάφορους πελάτες της, 31 δηλώσεις εξωτερικής και εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης και κατάρτισε, προς τούτο, διασαφήσεις T1 και T2. Σε όλες τις διασαφήσεις αυτές, ως τελωνείο αναχωρήσεως αναφέρεται το τελωνείο του Roosendaal (Κάτω Χώρες).
13 Τρεις από τις αποστολές που δεν εκκαθαρίστηκαν αφορούσαν εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση με τελωνείο προορισμού σε άλλο κράτος μέλος, εκτός των Κάτω Χωρών. Το τελωνείο προορισμού διαπίστωσε παρατυπίες σε δύο από τις αποστολές αυτές. Στην τρίτη περίπτωση, το τελωνείο αναχωρήσεως δεν έλαβε το πέμπτο αντίτυπο της διασαφήσεως T1.
14 Από τις 24 Ιουνίου 1999 έως τις 18 Ιουλίου 2001, ο επιθεωρητής της φορολογικής και τελωνειακής υπηρεσίας του Roosendaal (στο εξής: επιθεωρητής) κοινοποίησε στη Road Air, σχετικά με τις τρεις αυτές αποστολές, πράξεις πληρωμής των τελωνειακών δασμών λόγω παραβάσεως των κανόνων του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης. Εντούτοις, κατά παράβαση του άρθρου 379 του κανονισμού εφαρμογής, οι ανακοινώσεις προς τη Road Air δεν ανέφεραν ότι η εταιρία είχε τη δυνατότητα να προσκομίσει αποδείξεις σχετικά με τον τόπο όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία.
15 Στις 16 Νοεμβρίου 2001, η Road Air υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα, αίτηση επιστροφής των ποσών των τελωνειακών δασμών που είχε καταβάλει, καθώς και των προστίμων που της είχαν επιβληθεί με τις ως άνω πράξεις πληρωμής. Οι αιτήσεις αυτές απορρίφθηκαν με απόφαση του επιθεωρητή. Κατόπιν διοικητικής ενστάσεως, η εν λόγω απορριπτική απόφαση επικυρώθηκε με απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2002.
16 Στις 10 Δεκεμβρίου 2002, η Road Air προσέφυγε κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ενώπιον του Gerechtshof te Amsterdam (εφετείο Άμστερνταμ). Με απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2004, το δικαστήριο αυτό έκρινε την προσφυγή εν μέρει βάσιμη.
17 Ο Staatssecretaris van Financiën άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Gerechtshof te Amsterdam ενώπιον του Hoge Raad der Nederlanden. Η Road Air άσκησε αντίθετη αναίρεση.
18 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το Gerechtshof te Amsterdam έκρινε ότι δεν χορηγήθηκε πραγματικά στη Road Air προθεσμία τριών μηνών για να προσκομίσει αποδείξεις σχετικά με τον τόπο όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία. Συνεπώς, ο επιθεωρητής δεν τήρησε την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 379 του κανονισμού εφαρμογής και, ως εκ τούτου, δεν είχε εξουσία να εισπράξει τους επίμαχους στην κύρια δίκη τελωνειακούς δασμούς. Το Gerechtshof te Amsterdam κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ποσά που αναγράφονται στις πράξεις πληρωμής που απευθύνονταν στην ενδιαφερόμενη δεν οφείλονταν νομίμως κατά την έννοια του άρθρου 236, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
19 Το Hoge Raad der Nederlanden κρίνει, εντούτοις, ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν συνάγεται με επαρκή βεβαιότητα αν η συλλογιστική του Gerechtshof te Amsterdam είναι βάσιμη. Θέτει, ιδίως, το ερώτημα αν η νομολογία από την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, C‑247/04, Transport Maatschappij Traffic (Συλλογή 2005, σ. I‑9089), έχει εν προκειμένω εφαρμογή.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hoge Raad der Nederlanden αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει η φράση “δεν οφειλόταν νομίμως” του άρθρου 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης την περίπτωση κατά την οποία ο τόπος γενέσεως της τελωνειακής οφειλής δεν προσδιορίζεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
21 Με το υποβληθέν ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 236, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι, εφόσον οι τελωνειακές αρχές δεν προσδιόρισαν, σύμφωνα με το άρθρο 379 του κανονισμού εφαρμογής, τον τόπο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, οι τελωνειακοί δασμοί παύουν να οφείλονται νομίμως.
22 Πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, με τη σκέψη 29 και στο διατακτικό της προπαρατεθείσας αποφάσεως Transport Maatchappij Traffic, ότι, βάσει του άρθρου 236, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα, οι εισαγωγικοί ή οι εξαγωγικοί δασμοί οφείλονται νομίμως εφόσον η τελωνειακή οφειλή έχει γεννηθεί, υπό τις προϋποθέσεις του κεφαλαίου 2 του τίτλου VII του κώδικα αυτού, και εφόσον έχει καταστεί δυνατό να καθοριστεί το ποσό των δασμών αυτών με την εφαρμογή του Κοινού Δασμολογίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου II του εν λόγω κώδικα.
23 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το Hoge Raad der Nederlanden έθεσε το ερώτημα έχοντας υπόψη του τη νομολογία αυτή. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το γεγονός ότι το άρθρο 215 του τελωνειακού κώδικα περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου VII του κώδικα αυτού συνεπάγεται ότι αν δεν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις προσδιορισμού του τόπου της παραβάσεως ή της παρατυπίας που προκαλούν τη γένεση τελωνειακής οφειλής, δεν πληρούται το παρατιθέμενο στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως νομολογιακό κριτήριο.
24 Κατά τη Road Air, από την οικονομία του τελωνειακού κώδικα προκύπτει αναμφισβήτητα ότι, για να διαπιστωθεί η γένεση τελωνειακής οφειλής, απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη όλες οι διατάξεις του κεφαλαίου 2 του τίτλου VII, μεταξύ των οποίων και οι σχετικές με τον προσδιορισμό του τόπου γενέσεως τέτοιας οφειλής.
25 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, στα άρθρα 201 έως 205 και 209 έως 211 του κεφαλαίου 2 του τελωνειακού κώδικα απαριθμούνται διάφορα γενεσιουργά της τελωνειακής οφειλής γεγονότα. Οι διατάξεις αυτές ορίζουν, για κάθε μία περίπτωση, τον χρόνο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής. Δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από διάταξη του κεφαλαίου αυτού ή από την οικονομία του τελωνειακού κώδικα ότι η παράλειψη προσδιορισμού του τόπου γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 215 του τελωνειακού κώδικα και στον κανονισμό εφαρμογής, εμποδίζει τη γένεση της οφειλής αυτής.
26 Συγκεκριμένα, από το γράμμα του άρθρου 215, των άρθρων 378 και 379 του κανονισμού εφαρμογής, καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο τόπος γενέσεως της τελωνειακής οφειλής προσδιορίζει το αρμόδιο για την είσπραξη των τελωνειακών δασμών κράτος μέλος (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C‑233/98, Lensing & Brockhausen, Συλλογή 1999, σ. I‑7349, σκέψη 30). Επομένως, το άρθρο 215 του τελωνειακού κώδικα, αν και περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου VII αυτού, δεν εισάγει προϋπόθεση γενέσεως τελωνειακής οφειλής. Σκοπός, δηλαδή, της διατάξεως αυτής είναι να προσδιοριστεί η κατά τόπον αρμοδιότητα για είσπραξη του ποσού της τελωνειακής οφειλής.
27 Πάντως, σχετικά με την έννοια της φράσεως «οφειλόταν νομίμως», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά τα άρθρα 20, παράγραφος 1, και 214, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, η φράση αυτή αφορά τους πλήττοντες ένα εμπόρευμα εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς, οι οποίοι καθορίζονται με βάση τα στοιχεία δασμολόγησης που αντιστοιχούν στο εν λόγω εμπόρευμα τη στιγμή κατά την οποία γεννάται η σχετική τελωνειακή οφειλή. Κατά συνέπεια, εφόσον συμβαίνει κάποιο γενεσιουργό της τελωνειακής οφειλής γεγονός, το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών καθορίζεται δια της εφαρμογής του κοινοτικού δασμολογίου.
28 Από τη δικογραφία και από τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι τα επίμαχα στην κύρια δίκη εμπορεύματα δεν έφτασαν στον προορισμό τους και ότι δεν αμφισβητείται το παράτυπο της πράξεως διαμετακομίσεως. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η παρατυπία που συνίσταται σε υπεξαίρεση από την τελωνειακή επιτήρηση συνεπάγεται πάντοτε, κατά το άρθρο 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, τη γένεση τελωνειακής οφειλής (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C‑371/99, Liberexim, Συλλογή 2002, σ. I‑6227, σκέψη 52).
29 Επομένως, υπό το φως της νομολογίας που διαμόρφωσε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Transport Maatschappij Traffic, σε περίπτωση κατά την οποία η τελωνειακή οφειλή γεννάται δυνάμει του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα και το ποσό των εισαγωγικών δασμών είναι δυνατό να προσδιοριστεί βάσει στοιχείων δασμολόγησης που αντιστοιχούν στο οικείο εμπόρευμα δια της εφαρμογής του κοινοτικού δασμολογίου, το εν λόγω ποσό οφείλεται νομίμως κατά την έννοια του άρθρου 236, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού, έστω και αν οι εθνικές τελωνειακές αρχές δεν προσδιόρισαν τον τόπο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 379 του κανονισμού εφαρμογής.
30 Ωστόσο, προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αν και η παράλειψη προσδιορισμού του τόπου γενέσεως της τελωνειακής οφειλής δεν εμποδίζει τη γένεσή της, εντούτοις η ανακοίνωση της τρίμηνης προθεσμίας στον κύριο υπόχρεο συνιστά προαπαιτούμενο της εισπράξεως της τελωνειακής οφειλής από τις τελωνειακές αρχές (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, C‑300/03, Honeywell Aerospace, Συλλογή 2005, σ. I‑689, σκέψη 23).
31 Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από το γράμμα των άρθρων 378, παράγραφος 1, και 379, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής προκύπτει ότι η εκ μέρους του τελωνείου αναχωρήσεως ανακοίνωση προς τον κύριο υπόχρεο της προθεσμίας εντός της οποίας μπορεί να προσκομίσει τα ζητηθέντα αποδεικτικά στοιχεία έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και πρέπει να προηγείται της εισπράξεως της τελωνειακής οφειλής (βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσες αποφάσεις Lensing & Brockhausen, σκέψη 29, και Honeywell Aerospace, σκέψη 24, καθώς και απόφαση της 8ης Μαρτίου 2007, C‑44/06, Gerlach, Συλλογή 2007, σ. Ι‑2071, σκέψη 33).
32 Το Δικαστήριο έχει επίσης υπογραμμίσει ότι οι διατάξεις αυτές σκοπούν την προστασία των συμφερόντων του κύριου υπόχρεου, παρέχοντάς του προθεσμία τριών μηνών να αποδείξει, ενδεχομένως, το νομότυπο της πράξεως διαμετακομίσεως ή τον τόπο όπου πράγματι διεπράχθη η παρατυπία ή η παράβαση (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 2002, C‑112/01, SPKR, Συλλογή 2002, σ. I‑10655, σκέψη 38, της 14ης Απριλίου 2005, C‑460/01, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2005, σ. I‑2613, σκέψη 62, και προπαρατεθείσα απόφαση Gerlach, σκέψη 34).
33 Επομένως, το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί να προβεί στην είσπραξη των εισαγωγικών δασμών μόνον αν έχει προηγουμένως ενημερώσει τον κύριο υπόχρεο ότι διαθέτει προθεσμία τριών μηνών για να προσκομίσει τις ζητηθείσες αποδείξεις και αν οι αποδείξεις αυτές δεν προσκομιστούν εντός της εν λόγω προθεσμίας (βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσες αποφάσεις Lensing & Brockhausen, σκέψη 31, και Gerlach, σκέψη 35).
34 Συναφώς, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορθώς επισημαίνει ότι η παράβαση του άρθρου 379 του κανονισμού εφαρμογής κωλύει την είσπραξη των τελωνειακών δασμών από τις τελωνειακές αρχές.
35 Κατόπιν όλων των προηγουμένων σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 236, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι η παράλειψη των τελωνειακών αρχών να προσδιορίσουν, σύμφωνα με το άρθρο 379 του κανονισμού εφαρμογής, τον τόπο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, δεν καθιστά το ποσό των τελωνειακών δασμών μη νομίμως οφειλόμενο.
36 Εντούτοις, το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί να προβεί στην είσπραξη των εισαγωγικών δασμών μόνον αν έχει προηγουμένως ενημερώσει τον κύριο υπόχρεο, σύμφωνα με το άρθρο 379, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, ότι διαθέτει προθεσμία τριών μηνών για να προσκομίσει αποδείξεις σχετικά με τον τόπο όπου διεπράχθη η παράβαση ή η παρατυπία, και αν οι αποδείξεις αυτές δεν προσκομιστούν εντός της εν λόγω προθεσμίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 236, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, πρέπει να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι η παράλειψη των τελωνειακών αρχών να προσδιορίσουν, σύμφωνα με το άρθρο 379 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, τον τόπο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, δεν καθιστά το ποσό των τελωνειακών δασμών μη νομίμως οφειλόμενο.
Ωστόσο, το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί να προβεί στην είσπραξη των εισαγωγικών δασμών μόνον αν έχει προηγουμένως ενημερώσει τον κύριο υπόχρεο, σύμφωνα με το άρθρο 379, παράγραφος 2, του κανονισμού 2454/93, ότι διαθέτει προθεσμία τριών μηνών για να προσκομίσει αποδείξεις σχετικά με τον τόπο όπου διεπράχθη η παράβαση ή η παρατυπία και αν οι αποδείξεις αυτές δεν προσκομιστούν εντός της εν λόγω προθεσμίας.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy