ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)
της 17ης Ιουλίου 2007
Υπόθεση F-141/06
Marc Hartwig
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Παρεμπίπτοντα διαδικαστικά ζητήματα – Ένσταση απαραδέκτου»
Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ, με την οποία ο M. Hartwig ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του Κοινοβουλίου, της 27ης Μαρτίου 2006, και της αποφάσεως της Επιτροπής, της 12ης Απριλίου 2006, καθόσον με αυτές κατετάγη στον βαθμό B*3.
Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατά του Κοινοβουλίου. Το Κοινοβούλιο φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα. Ο προσφεύγων και η Επιτροπή φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα όσον αφορά τη διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επιφυλάσσεται ως προς τα λοιπά δικαστικά έξοδα.
Περίληψη
Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Τυπικές προϋποθέσεις
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)
Δεδομένου ότι η διοικητική ένσταση εκ μέρους υπαλλήλου δεν πρέπει να περιβληθεί συγκεκριμένο τύπο, αποτελεί ένσταση υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων πράξη που υποβάλλεται ηλεκτρονικά και εκφράζει σαφώς και συγκεκριμένα τη βούληση του αποστολέα να προσβάλει τη ληφθείσα έναντι αυτού απόφαση.
Μια ένσταση θεωρείται υποβληθείσα όταν περιέρχεται στο κοινοτικό όργανο στο οποίο απευθύνεται. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο σε περίπτωση αποστολής της ενστάσεως σε ανύπαρκτη ηλεκτρονική διεύθυνση, ακόμα και αν μπορεί να φτάσει στον γενικό ηλεκτρονικό διακομιστή του οικείου κοινοτικού οργάνου, χωρίς ο αποστολέας να λάβει μήνυμα σφάλματος.
Πράγματι, ένας επιμελής υπάλληλος, που επιλέγει την ηλεκτρονική οδό για την υποβολή της ενστάσεώς του, πρέπει να εξακριβώνει αν η διεύθυνση του αποδέκτη είναι ορθή και αν ο τελευταίος όντως έλαβε το μήνυμα, για παράδειγμα τηλεφωνώντας στον εν λόγω αποδέκτη ή ζητώντας του ένα έγγραφο αποδεικνύον την παραλαβή του ηλεκτρονικού μηνύματος. Η εν λόγω στοιχειώδης προνοητικότητα επιβάλλεται καθόσον μάλιστα δεν αποδεικνύεται ότι οι τεχνικές επικοινωνιών, όπως χρησιμοποιούνται σήμερα στο πλαίσιο των κοινοτικών οργάνων, μπορούν να εξασφαλίσουν τη συστηματική περαιτέρω διαβίβαση του οικείου μηνύματος στον αποδέκτη του, ιδιαίτερα όταν οι λέξεις που προηγούνται του συμβόλου «@» είναι εσφαλμένες ή ανακριβείς, ή, τουλάχιστον, την αποστολή μηνύματος σφάλματος στον αρχικό αποστολέα με τη μορφή αυτόματης απαντήσεως («autoreply»).
(βλ. σκέψεις 26 έως 30 και 32)
Παραπομπή:
ΔΕΚ: 31 Μαΐου 1988, 167/86, Rousseau κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1988, σ. 2705, σκέψη 8· 14 Ιουλίου 1988, 23/87 και 24/87, Aldinger και Virgili κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 4395, σκέψη 13
ΠΕΚ: 25 Σεπτεμβρίου 1991, T‑54/90, Lacroix κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II‑749, σκέψεις 28 και 29· 16 Φεβρουαρίου 2005, T‑354/03, Reggimenti κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑33 και II‑147, σκέψη 43
ΔΔΔ: 15 Μαΐου 2006, F‑3/05, Schmit κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-1-9 και II-A-1-33, σκέψη 28
Full & Egal Universal Law Academy