Υπόθεση T-12/06
Deltafina SpA
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Ιταλική αγορά αποκτήσεως και πρώτης μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Καθορισμός των τιμών και κατανομή της αγοράς – Απαλλαγή από τα πρόστιμα – Συνεργασία – Πρόστιμα – Αναλογικότητα – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Ελαφρυντικές περιστάσεις»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Μείωση του ύψους του προστίμου ως ανταμοιβή για τη συνεργασία της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως – Χορήγηση απαλλαγής υπό όρους από τα πρόστιμα πριν την έκδοση της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής – Περιεχόμενο
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23· ανακοίνωση της Επιτροπής 2002/C 45/03, σημεία 8, στοιχεία α΄ και β΄, 11, στοιχεία α΄ έως γ΄, 15, 16, 18 και 19)
2. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Μείωση του ύψους του προστίμου ως ανταμοιβή για τη συνεργασία της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως – Πλήρης απαλλαγή – Προϋποθέσεις
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23· ανακοίνωση της Επιτροπής 2002/C 45/03, σημείο 11, στοιχείο a΄)
3. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας – Ανακοίνωση των αιτιάσεων – Προσωρινός χαρακτήρας
(Άρθρο 81 ΕΚ· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 27 § 1)
4. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Μείωση του ύψους του προστίμου ως ανταμοιβή για τη συνεργασία της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως – Χορήγηση απαλλαγής υπό όρους από τα πρόστιμα πριν την έκδοση της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής – Άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει οριστική απαλλαγή – Παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Δεν υφίσταται
(Άρθρο 81 ΕΚ· ανακοίνωση της Επιτροπής 2002/C 45/03, σημείο 11)
5. Πράξεις των οργάνων – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται σε περιπτώσεις παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού – Πράξη αποσκοπούσα στην παραγωγή εξωτερικών αποτελεσμάτων – Περιεχόμενο
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23· ανακοίνωση της Επιτροπής 98/C 9/03)
6. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Πράξεις που εκ της φύσεώς τους και μόνον χαρακτηρίζονται ως πολύ σοβαρές
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23· ανακοίνωση της Επιτροπής 98/C 9/03)
7. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Απόφαση περί επιβολής προστίμου – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Περιεχόμενο
(Άρθρο 253 ΕΚ· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23)
8. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Πρόσβαση στον φάκελο – Υποχρέωση της Επιτροπής να γνωστοποιεί εσωτερικά έγγραφα – Δεν υφίσταται
(Άρθρο 81 ΕΚ)
1. Μόλις λάβει αίτηση απαλλαγής από τα πρόστιμα βάσει της ανακοινώσεως σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων, η Επιτροπή αξιολογεί τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν από την οικεία επιχείρηση προς στήριξη της αιτήσεώς της προκειμένου να εξακριβώσει κατά πόσον η τελευταία πληροί τους όρους που περιέχονται, αναλόγως της περιπτώσεως, στο σημείο 8, στοιχείο α΄ ή β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας. Εάν η επιχείρηση αυτή είναι η πρώτη που πληροί τους όρους αυτούς, η Επιτροπή της χορηγεί εγγράφως υπό όρους απαλλαγή από τα πρόστιμα.
Η χορήγηση υπό όρους απαλλαγής συνεπάγεται, επομένως, τη δημιουργία ενός ειδικού διαδικαστικού καθεστώτος, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, υπέρ της επιχειρήσεως που πληροί τους όρους που περιέχονται στο σημείο 8 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, το οποίο παράγει ορισμένες έννομες συνέπειες. Εντούτοις, η υπό όρους αυτή απαλλαγή ουδόλως μπορεί να εξομοιωθεί προς την οριστική απαλλαγή από τα πρόστιμα η οποία χορηγείται μόνον κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας.
Ειδικότερα, η χορήγηση υπό όρους απαλλαγής, αφενός, πιστοποιεί ότι η οικεία επιχείρηση ήταν η πρώτη που πληρούσε τους όρους που περιέχονται στο σημείο 8, στοιχείο α΄ ή β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, με αποτέλεσμα να μην εξετάσει η Επιτροπή άλλες αιτήσεις για απαλλαγή από τα πρόστιμα πριν λάβει θέση επί της αιτήσεώς της, και, αφετέρου, παρέχει στην εν λόγω επιχείρηση τη διασφάλιση ότι η Επιτροπή θα της χορηγήσει απαλλαγή από τα πρόστιμα εφόσον, κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, συναγάγει ότι η επιχείρηση αυτή πληροί τους όρους του σημείου 11, στοιχεία α΄ έως γ΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας.
Μόνον κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, μέσω της τελικής αποφάσεως που εκδίδει, η Επιτροπή χορηγεί ή όχι την απαλλαγή από τα πρόστιμα στην επιχείρηση που χαίρει απαλλαγής υπό όρους. Σε εκείνο ακριβώς το χρονικό σημείο παύει να παράγει τα αποτελέσματά του το διαδικαστικό καθεστώς που απορρέει από την υπό όρους απαλλαγή. Σε κάθε περίπτωση, η οριστική απαλλαγή από τα πρόστιμα χορηγείται μόνον εφόσον η εν λόγω επιχείρηση πληροί, καθόλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και έως τον χρόνο της τελικής αποφάσεως, τις τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις που περιέχονται στο σημείο 11, στοιχεία α΄ έως γ΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας.
Επομένως, από το σύστημα που προβλέπεται στην ανακοίνωση περί συνεργασίας προκύπτει ότι, πριν την τελική απόφαση, στην αιτούσα την απαλλαγή επιχείρηση δεν χορηγείται όντως απαλλαγή από τα πρόστιμα, αλλά υπάγεται απλώς σε διαδικαστικό καθεστώς, το οποίο ενδέχεται να μετατραπεί σε απαλλαγή από τα πρόστιμα κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, εφόσον πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
(βλ. σκέψεις 113-115, 117-118)
2. Η χορήγηση πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα αποτελεί εξαίρεση από την αρχή της προσωπικής ευθύνης της επιχειρήσεως για παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, η οποία δικαιολογείται από τον σκοπό να διευκολυνθεί η αποκάλυψη, η έρευνα, η καταστολή, καθώς και η αποτροπή πρακτικών που συγκαταλέγονται στις σοβαρότερες παραβάσεις του ανταγωνισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι επομένως λογικό να απαιτείται από την αιτούσα την απαλλαγή επιχείρηση να προσφέρει στην έρευνα της Επιτροπής μια συνεργασία που πρέπει, κατά το γράμμα του σημείου 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων, να είναι «πλήρης, ενεργός και σε διαρκή βάση», με αντάλλαγμα τη χορήγηση πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα για την παραβατική συμπεριφορά της.
Από τον χαρακτηρισμό της συνεργασίας ως «πλήρους» προκύπτει ότι η συνδρομή που ο αιτών την απαλλαγή οφείλει να παράσχει στην Επιτροπή προκειμένου να τύχει απαλλαγής πρέπει να είναι πλήρης, απόλυτη και ανεπιφύλακτη. Ο χαρακτηρισμός «ενεργός» και «σε διαρκή βάση» συνεπάγεται ότι η συνεργασία αυτή πρέπει να καλύπτει όλη τη διοικητική περίοδο και να είναι, καταρχήν, άμεση.
Επιπλέον, μείωση του προστίμου βάσει της ανακοινώσεως σχετικά με τη συνεργασία μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον όταν τα προσκομισθέντα πληροφοριακά στοιχεία και, γενικότερα, η συμπεριφορά της οικείας επιχειρήσεως μπορούν συναφώς να θεωρηθούν ότι αποδεικνύουν μια πραγματική συνεργασία εκ μέρους της. Όπως προκύπτει από την ίδια την έννοια της συνεργασίας, όπως η έννοια αυτή διασαφηνίζεται στο κείμενο της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, μόνον όταν η συμπεριφορά της οικείας επιχειρήσεως μαρτυρεί πράγματι ένα τέτοιο πνεύμα συνεργασίας μπορεί να χορηγηθεί μείωση βάσει της εν λόγω ανακοινώσεως. Η σκέψη αυτή εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο στη συνεργασία που είναι απαραίτητη προκειμένου να δικαιολογηθεί η παροχή του ευεργετήματος της πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα, στο μέτρο που η απαλλαγή συνιστά ακόμα ευνοϊκότερη μεταχείριση από την απλή μείωση του προστίμου.
Ως εκ τούτου η έννοια της «πλήρους, ενεργού και σε διαρκή βάση» συνεργασίας που δικαιολογεί τη χορήγηση πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα προϋποθέτει μία πραγματική, πλήρη και χαρακτηριζόμενη από πραγματικό πνεύμα συνεργασίας.
Ως προς τούτο, επιχείρηση που επιθυμεί να τύχει πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα βάσει της συνεργασίας της στην έρευνα δεν μπορεί να παραλείπει να ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με πραγματικά στοιχεία που γνωρίζει και τα οποία είναι ικανά, δυνητικώς έστω, να επηρεάσουν την εξέλιξη της διοικητικής διαδικασίας και την αποτελεσματικότητα της έρευνας της Επιτροπής. Επομένως, μια πραγματική και πλήρης συνεργασία προϋποθέτει ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η οικεία επιχείρηση ενημερώνει εγκαίρως την Επιτροπή σχετικά με κάθε σχετικό γεγονός ικανό να επηρεάσει αρνητικά την ομαλή εξέλιξη της έρευνας, καθώς και την αποκάλυψη και την αποτελεσματική καταστολή της συγκεκριμένης συμπράξεως. Η υποχρέωση αυτή συνεργασίας είναι ακόμα σημαντικότερη οσάκις ένα τέτοιο γεγονός αφορά τις σχέσεις μεταξύ της επιχειρήσεως αυτής και των υπολοίπων μελών της συμπράξεως και, κατά μείζονα λόγο, αν η ενδεχόμενη επέλευση του εν λόγω γεγονότος υπήρξε αντικείμενο προηγούμενης επί τούτω συζητήσεως μεταξύ της Επιτροπής και της επιχειρήσεως αυτής στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.
Η εκτίμηση σχετικά με την ύπαρξη συμπεριφοράς αντανακλώσας πραγματικό πνεύμα συνεργασίας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον σε συνάρτηση με τις περιστάσεις που υφίστανται κατά τη χρονική στιγμή που λαμβάνει χώρα η συμπεριφορά αυτή. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του «διαρκούς» χαρακτήρα της απαιτούμενης συνεργασίας, που πρέπει να υφίσταται καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας, κάθε αντίθετη προς το πραγματικό πνεύμα συνεργασίας συμπεριφορά αρκεί από μόνη της για τη θεμελίωση παραβάσεως της υποχρεώσεως συνεργασίας. Επομένως, δεν μπορεί κάθε μεταγενέστερο της εν λόγω συμπεριφοράς γεγονός να δικαιολογήσει τέτοια παράβαση.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι δεν μπορεί να προβληθεί τυχόν εκ των υστέρων διαπίστωση ότι η παραβαίνουσα την υποχρέωση συνεργασίας συμπεριφορά δεν παρήγαγε αρνητικές συνέπειες, προκειμένου να δικαιολογηθεί η συμπεριφορά αυτή.
(βλ. σκέψεις 125-130, 132-134)
3. Σε υποθέσεις ανταγωνισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση σέβεται τα δικαιώματα άμυνας των μερών, καθόσον δεν αποδίδει στους ενδιαφερομένους παραβάσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και λαμβάνει υπόψη μόνον πραγματικά περιστατικά επί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις, η Επιτροπή μπορεί να επιφέρει, στην απόφαση που επιβάλλει πρόστιμα λόγω παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού, τροποποιήσεις επί των επιχειρημάτων που περιλαμβάνονται στην κοινοποίηση αιτιάσεων.
(βλ. σκέψη 176)
4. Το δικαίωμα για προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προϋποθέτει τη συνδρομή τριών προϋποθέσεων. Πρώτον, πρέπει να έχουν δοθεί από την διοίκηση στον ενδιαφερόμενο συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές. Δεύτερον, οι διαβεβαιώσεις αυτές πρέπει να μπορούν να δημιουργήσουν θεμιτή προσδοκία σ’ αυτόν προς τον οποίο απευθύνονται. Τρίτον, οι παρασχεθείσες διαβεβαιώσεις πρέπει να είναι σύμφωνες προς τους ισχύοντες κανόνες.
Στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας λόγω παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης, μια επιχείρηση που υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση απαλλαγής από τα πρόστιμα δεν μπορεί να προβάλει οιαδήποτε συγκεκριμένη, ανεπιφύλακτη και συγκλίνουσα διαβεβαίωση ότι θα λάβει οριστική απαλλαγή κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, κατά το σημείο 19 της ανακοινώσεως σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων, η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του σημείου 11 της εν λόγω ανακοινώσεως μόνον κατά τον χρόνο που λαμβάνει την τελική της απόφαση. Εξ αυτού συνάγεται ότι, κατά το στάδιο της διαδικασίας που προηγείται της λήψεως της τελικής αποφάσεως, η Επιτροπή ουδεμία συγκεκριμένη διαβεβαίωση μπορεί να παράσχει στην οικεία επιχείρηση ως προς τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής.
Επιπλέον, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να ενημερώνει τους αιτούντες απαλλαγή ότι οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ανακοίνωση περί συνεργασίας και, ιδίως, την υποχρέωση συνεργασίας, δεδομένου ότι η ίδια η ανακοίνωση επισημαίνει σαφώς τις συνέπειες μιας τέτοιας παραβάσεως.
(βλ. σκέψεις 190-193)
5. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ είναι ένα μέσο που αποβλέπει στο να διευκρινισθούν, τηρουμένου του δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος, τα κριτήρια που προτίθεται να εφαρμόσει η Επιτροπή στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό των προστίμων, την οποία της απονέμει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές δεν συνιστούν τη νομική βάση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου, καθόσον αυτή στηρίζεται στον κανονισμό 1/2003, καθορίζουν ωστόσο, κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, τη μεθοδολογία που η Επιτροπή δεσμεύτηκε να ακολουθεί για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων που επιβλήθηκαν με την απόφαση αυτή και κατοχυρώνουν κατά συνέπεια την ασφάλεια δικαίου των επιχειρήσεων.
Οι κατευθυντήριες γραμμές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως κανόνας δικαίου τον οποίο οφείλει να τηρεί σε κάθε περίπτωση η διοίκηση, πλην όμως περιέχουν κανόνα συμπεριφοράς που υποδεικνύει την ακολουθητέα τακτική, από την οποία η διοίκηση δεν μπορεί να παρεκκλίνει σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να προβάλλει δικαιολογητικούς λόγους.
Ο αυτοπεριορισμός της εξουσίας εκτιμήσεως της Επιτροπής που προκύπτει από την έκδοση των κατευθυντηρίων γραμμών δεν είναι, εντούτοις, ασυμβίβαστος με τη διατήρηση σημαντικού περιθωρίου εκτιμήσεως για το θεσμικό αυτό όργανο. Πράγματι, το γεγονός ότι η Επιτροπή διευκρίνισε, με τις κατευθυντήριες γραμμές, την προσέγγισή της ως προς την αξιολόγηση της σοβαρότητας μιας παραβάσεως δεν αντιτίθεται στο να εκτιμήσει η Επιτροπή την εν λόγω παράβαση σφαιρικά βάσει όλων των σχετικών περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που δεν μνημονεύονται ρητώς στις κατευθυντήριες γραμμές.
(βλ. σκέψεις 217-219)
6. Σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται από τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η ίδια η φύση της παραβάσεως, ο πραγματικός αντίκτυπός της στην αγορά, εφόσον αυτός μπορεί να εκτιμηθεί, και η έκταση της σχετικής γεωγραφικής αγοράς.
Πάντως, οι τρεις αυτές πτυχές της αξιολογήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως δεν έχουν το ίδιο βάρος στο πλαίσιο της σφαιρικής εξετάσεως. Η φύση της παραβάσεως διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο, ιδίως, για τον χαρακτηρισμό των παραβάσεων ως «πολύ σοβαρών». Αντιθέτως, ούτε ο πραγματικός αντίκτυπος στην αγορά ούτε η έκταση της γεωγραφικής αγοράς συνιστούν απαραίτητα στοιχεία για τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως ως πολύ σοβαρής στις περιπτώσεις οριζόντιων συμπράξεων που αποσκοπούν, ιδίως, στον καθορισμό των τιμών. Επομένως, οι οριζόντιες συμπράξεις που αποβλέπουν ιδίως, στον καθορισμό των τιμών μπορούν, εκ της φύσεώς τους και μόνον, να χαρακτηρίζονται ως «πολύ σοβαρές», χωρίς να υποχρεούται η Επιτροπή να αποδείξει συγκεκριμένο αντίκτυπο της παραβάσεως στην αγορά και χωρίς να απαγορεύει η περιορισμένη έκταση της σχετικής γεωγραφικής αγοράς έναν τέτοιο χαρακτηρισμό.
Για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, είναι κρίσιμο το ζήτημα κατά πόσον οι μετέχοντες στη σύμπραξη έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν προκειμένου να υλοποιηθούν οι προθέσεις τους. Αυτό που συνέβη κατόπιν, σε επίπεδο των τιμών της αγοράς που επιτεύχθηκαν στην πραγματικότητα, ενδέχεται να έχει επηρεαστεί από άλλους παράγοντες, εκτός του ελέγχου των μετεχόντων στη σύμπραξη, οι δε μετέχοντες στη σύμπραξη δεν μπορούν να επικαλούνται υπέρ αυτών εξωγενείς παράγοντες που παρεμπόδισαν τις προσπάθειές τους, ανάγοντας τους παράγοντες αυτούς σε στοιχεία δικαιολογούντα μείωση του προστίμου.
Δεν είναι δυνατό να απαιτείται από την Επιτροπή, όταν στοιχειοθετείται η υλοποίηση συμπράξεως, να αποδεικνύει συστηματικά ότι οι συμφωνίες όντως παρείχαν στις οικείες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να επιτύχουν υψηλότερο επίπεδο τιμών των συναλλαγών ή, στις περιπτώσεις συμπράξεων αγοράς, κατώτερο επίπεδο από εκείνο που θα επικρατούσε χωρίς τη σύμπραξη. Θα ήταν δυσανάλογο να απαιτείται παρόμοια απόδειξη η οποία θα απορροφούσε σημαντικούς πόρους, καθώς θα καθιστούσε αναγκαία την προσφυγή σε οικονομικούς υπολογισμούς, στηριζόμενους σε οικονομικά πρότυπα, η ακρίβεια των οποίων μπορεί να ελεγχθεί δυσχερώς από τον δικαστή και ως προς τα οποία ουδόλως αποδεικνύεται ότι είναι απαλλαγμένα ελαττωμάτων.
Επιπλέον, η έκταση της γεωγραφικής αγοράς δεν είναι αυτοτελές κριτήριο, υπό την έννοια ότι μόνον παραβάσεις που αφορούν την πλειονότητα των κρατών μελών θα μπορούσαν να λάβουν τον χαρακτηρισμό «πολύ σοβαρές». Ούτε η Συνθήκη, ούτε ο κανονισμός 1/2003, ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, παρέχουν τη δυνατότητα να γίνει δεκτό ότι μόνον πολύ εκτεταμένοι, από γεωγραφική άποψη, περιορισμοί μπορούν να λάβουν τέτοιο χαρακτηρισμό. Εξάλλου, οι συμφωνίες ή οι εναρμονισμένες πρακτικές που αποβλέπουν ιδίως, στον καθορισμό των τιμών αγοράς, καθώς και στην κατανομή των αγορασθεισών ποσοτήτων μπορούν, εκ της φύσεώς τους και μόνον, να χαρακτηρίζονται «πολύ σοβαρές», χωρίς να απαιτείται να χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση. Ως εκ τούτου, το μέγεθος της οικείας γεωγραφικής αγοράς, ακόμα και εάν είναι περιορισμένο, δεν αποκλείει, καταρχήν, τον χαρακτηρισμό της εν προκειμένω διαπιστωθείσας παραβάσεως ως «πολύ σοβαρής».
(βλ. σκέψεις 220, 222-224, 226, 248-250, 277, 279)
7. Στο πλαίσιο του καθορισμού προστίμων λόγω παραβιάσεως του δικαίου ανταγωνισμού, η υποχρέωση αιτιολογήσεως πληρούται εφόσον η Επιτροπή εκθέτει στην απόφασή της τα στοιχεία εκτιμήσεως τα οποία χρησιμοποίησε για να μετρήσει τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως. Όσον αφορά απόφαση επιβάλλουσα πρόστιμα σε πλείονες επιχειρήσεις, το εύρος της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται, μεταξύ άλλων, υπό το πρίσμα του στοιχείου ότι η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποτιμάται με γνώμονα μεγάλο αριθμό στοιχείων, όπως, μεταξύ άλλων, οι προσιδιάζουσες στην υπόθεση περιστάσεις, η συγκυρία και το ανασχετικό αποτέλεσμα των προστίμων, και τούτο χωρίς να έχει καταρτιστεί υποχρεωτικός ή εξαντλητικός πίνακας κριτηρίων τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατ’ ανάγκη.
Δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος αντίκτυπος στην αγορά δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως ως πολύ σοβαρής στις περιπτώσεις των οριζόντιων συμπράξεων που αποβλέπουν, ιδίως, στον καθορισμό των τιμών, η Επιτροπή δεν όφειλε να τον λάβει υπόψη κατά τον καθορισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε το ότι δεν ελήφθη υπόψη ένα κριτήριο το οποίο δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη και του οποίου τη συνεκτίμηση δεν θεώρησε εν προκειμένω αναγκαία δεν μπορεί να συνεπάγεται ελλιπή αιτιολογία όσον αφορά τον καθορισμό του προστίμου.
(βλ. σκέψεις 282, 284)
8. Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να παράσχει πρόσβαση, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας σε υποθέσεις ανταγωνισμού, σε εσωτερικά έγγραφα του οργάνου. Επιπλέον, κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής δεν φέρονται σε γνώση των προσφευγόντων, εκτός αν το απαιτούν έκτακτες περιστάσεις, βάσει σοβαρών στοιχείων που οι προσφεύγοντες πρέπει να προσκομίσουν. Ο περιορισμός αυτός της προσβάσεως στα εσωτερικά έγγραφα δικαιολογείται από την ανάγκη διασφαλίσεως της εύρυθμης λειτουργίας του οικείου οργάνου στον τομέα της πατάξεως των παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού.
(βλ. σκέψη 313)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 9ης Σεπτεμβρίου 2011(*)
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Ιταλική αγορά αποκτήσεως και πρώτης μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Καθορισμός των τιμών και κατανομή της αγοράς – Απαλλαγή από τα πρόστιμα – Συνεργασία – Πρόστιμα – Αναλογικότητα – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Ελαφρυντικές περιστάσεις»
Στην υπόθεση T‑12/06,
Deltafina SpA, με έδρα το Orvieto (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους R. Jacchia, A. Terranova, I. Van Bael, J.-F. Bellis και F. Di Gianni, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους A. Whelan και F. Amato, στη συνέχεια, από τους Whelan και V. Di Bucci, και, τελικώς, από τους É. Gippini Fournier και L. Malferrari,
καθής,
με αντικείμενο την ακύρωση ή, επικουρικώς, τη μείωση του προστίμου που επιβλήθηκε στην Deltafina με το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής C(2005) 4012 τελικό, της 20ής Οκτωβρίου 2005, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, [ΕΚ] (Υπόθεση COMP/C-38.281/B.2 – Ακατέργαστος καπνός – Ιταλία),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Azizi, πρόεδρο, E. Cremona (εισηγήτρια) και S. Frimodt Nielsen, δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio Gonzáles, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 29ης Σεπτεμβρίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Η προσφεύγουσα, Deltafina SpA, είναι ιταλική εταιρία η οποία δραστηριοποιείται κυρίως στην πρώτη μεταποίηση ακατέργαστου καπνού και στη διάθεση μεταποιημένου καπνού στο εμπόριο. Ανήκει κατά 100 % στην εταιρία Universal Corp., η οποία εδρεύει στο Richmond (ΗΠΑ).
I – Διοικητική διαδικασία
2 Στις 3, 4 και 5 Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διενήργησε ελέγχους στις έδρες της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας επιχειρήσεων μεταποιήσεως καπνού και του Επιμελητηρίου των σχετικών με τον καπνό επαγγελμάτων στις Βρυξέλλες (Βέλγιο), δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25). Την ίδια ημέρα, η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία επιχειρήσεων μεταποιήσεως καπνού ενημέρωσε, μέσω τηλεομοιοτυπίας, όλα τα μέλη της σχετικά με τους ελέγχους αυτούς, συμπεριλαμβανομένης της Associazione professionale trasformatori tabacchi italiani (APTI, Επαγγελματική ένωση ιταλικών επιχειρήσεων μεταποιήσεως καπνού), στα μέλη της οποίας περιλαμβάνονται οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις του τομέα.
3 Στις 3, 4 και 5 Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή διενήργησε επίσης ελέγχους στις έδρες τριών κυρίων ισπανικών επιχειρήσεων μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού, καθώς και δύο ισπανικών ενώσεων επιχειρήσεων μεταποιήσεως και παραγωγών καπνού. Στις 16 Ιανουαρίου 2002, οι τρεις ισπανικές επιχειρήσεις μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού, οι οποίες είχαν αποτελέσει αντικείμενο ελέγχων, καθώς και μία εταιρεία του ομίλου Universal υπέβαλαν στην Επιτροπή κοινή αίτηση απαλλαγής από τα πρόστιμα βάσει της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 1996, C 207, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας του 1996).
4 Στις 15 Ιανουαρίου 2002, η Επιτροπή απηύθυνε αίτηση παροχής πληροφοριών σε δύο ιταλικές επαγγελματικές ενώσεις, ήτοι στην APTI, η οποία εκπροσωπεί τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού, και στην Unione italiana tabacco (UNITAB, Ιταλική ένωση καπνού), η οποία εκπροσωπεί τους παραγωγούς ακατέργαστου καπνού. Στις 12 Φεβρουαρίου 2002, η APTI απάντησε στην αίτηση παροχής πληροφοριών. Την ίδια μέρα συνεδρίασε το προεδρείο της και, κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως αυτής, συζητήθηκε η αίτηση της Επιτροπής.
5 Στις 19 Φεβρουαρίου 2002, η Deltafina υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση απαλλαγής από τα πρόστιμα βάσει του τίτλου Α της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2002, C 45, σ. 3, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002) και, επικουρικώς, αίτηση μειώσεως του ποσού του προστίμου, βάσει του τίτλου Β της ως άνω ανακοινώσεως. Η αίτηση απαλλαγής από τα πρόστιμα αφορούσε μια πιθανολογούμενη σύμπραξη (καρτέλ) μεταξύ των επιχειρήσεων μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού στην ιταλική αγορά.
6 Στις 28 Φεβρουαρίου 2002, πραγματοποιήθηκε τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ ενός εκ των δικηγόρων της Universal και του επιφορτισμένου με τον φάκελο υπαλλήλου της Γενικής Διευθύνσεως «Ανταγωνισμός».
7 Στις 6 Μαρτίου 2002, η Επιτροπή ενημέρωσε την Deltafina ότι η αίτησή της πληρούσε τους όρους του σημείου 8, στοιχείο β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 και ότι, κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, θα της χορηγούσε απαλλαγή από τα πρόστιμα για κάθε παράβαση που διαπιστώθηκε κατόπιν του ελέγχου της Επιτροπής σε σχέση με τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, υπό τον όρο ότι η Deltafina πληροί όλους τους όρους του σημείου 11 της προαναφερθείσας ανακοινώσεως.
8 Στις 14 Μαρτίου 2002, πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των εκπροσώπων της Deltafina και της Universal προκειμένου να συζητηθούν οι λεπτομέρειες συνεργασίας της Deltafina με την Επιτροπή (στο εξής: συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002). Κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως αυτής, συζητήθηκε, μεταξύ άλλων, η εμπιστευτική μεταχείριση της αιτήσεως της Deltafina για απαλλαγή από τα πρόστιμα.
9 Στις 19, 21, 25 και 26 Μαρτίου 2002, η Deltafina προσκόμισε στην Επιτροπή συμπληρωματικές πληροφορίες.
10 Στις 22 Μαρτίου 2002, πραγματοποιήθηκε τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ των εκπροσώπων της Deltafina και του επιφορτισμένου με τον φάκελο υπαλλήλου της Επιτροπής με αντικείμενο διάφορα ζητήματα αναφορικά με τη συνεργασία της Deltafina με την Επιτροπή.
11 Στις 2 Απριλίου 2002, ο εξωτερικός νομικός σύμβουλος της Universal ενημέρωσε τους εξωτερικούς νομικούς συμβούλους της Standard Commercial Corp. (στο εξής: SCC) και της Dimon Inc., μητρικών εταιρειών της Transcatab SpA και της Dimon Italia Srl αντιστοίχως, δύο ιταλικών εταιρειών πρώτης μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού, ότι η Deltafina είχε υποβάλει στην Επιτροπή αίτηση απαλλαγής από τα πρόστιμα αναφορικά με τις συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων μεταποιήσεως στην αγορά καπνού στην Ιταλία.
12 Το πρωί της 4ης Απριλίου 2002 πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση του προεδρείου της APTI. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, ο πρόεδρος της Deltafina ενημέρωσε τους παρόντες ότι η τελευταία είχε αρχίσει να συνεργάζεται με την Επιτροπή υπό την έννοια της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, διαβιβάζοντάς της επιβαρυντικά για αυτήν έγγραφα.
13 Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ήτοι στις 4 Απριλίου 2002, η Dimon Italia και η Transcatab, οι εκπρόσωποι των οποίων είχαν παραστεί στη μνημονευθείσα στην προηγούμενη σκέψη συνεδρίαση της APTI, υπέβαλαν επίσης αίτηση ευνοϊκής μεταχειρίσεως βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 (αντιστοίχως στις 16:15 και στις 18:47).
14 Στις 18 και 19 Απριλίου 2002, η Επιτροπή διενήργησε ελέγχους, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού 17, στις εγκαταστάσεις της Dimon Italia και της Transcatab, καθώς και στις εγκαταστάσεις της Trestina Azienda Tabacchi SpA (στο εξής: Trestina) και της Romana Tabacchi SpΑ.
15 Στις 18 Απριλίου και στις 17 Μαΐου 2002, η Deltafina παρέσχε και άλλες συμπληρωματικές πληροφορίες στην Επιτροπή.
16 Στις 29 Μαΐου και στις 11 Ιουλίου 2002, πραγματοποιήθηκαν δύο ακόμα συνεδριάσεις μεταξύ των εκπροσώπων της Deltafina και των υπηρεσιών της Επιτροπής.
17 Στις 8 Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή ενημέρωσε τις Dimon Italia και Transcatab ότι, δεδομένου ότι υπήρξαν η πρώτη και δεύτερη αντιστοίχως επιχείρηση που προσκόμισαν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την παράβαση υπό την έννοια της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, προετίθετο να τους χορηγήσει, κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, μείωση, κατά 30-50 % και 20-30 % αντιστοίχως, του προστίμου το οποίο θα τους επιβαλλόταν για τις παραβάσεις που ενδεχομένως θα διαπιστώνονταν.
18 Στις 25 Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή απηύθυνε κοινοποίηση αιτιάσεων σε διάφορες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων οι Deltafina, Universal, Dimon Italia και Transcatab.
19 Στις 22 Ιουνίου 2004 πραγματοποιήθηκε ακρόαση, στην οποία συμμετέσχε η Deltafina. Κατά την ακρόαση αυτή, εκπρόσωπος της Dimon Italia επέστησε την προσοχή της Επιτροπής σε δύο έγγραφα του φακέλου –που είχαν φωτοτυπηθεί επί τη ευκαιρία των εκ μέρους της Επιτροπής διενεργηθέντων ελέγχων στις εγκαταστάσεις της Dimon Italia στις 18 Απριλίου 2002 και συνίσταντο σε χειρόγραφες σημειώσεις των εκπροσώπων της εν λόγω εταιρείας– τα οποία συνόψιζαν τις δηλώσεις του προέδρου της Deltafina κατά τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002.
20 Στις 21 Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή εξέδωσε προσάρτημα στην κοινοποίηση αιτιάσεων της 25ης Φεβρουαρίου 2004 (στο εξής: προσάρτημα), με το οποίο ενημέρωσε την Deltafina και τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις σχετικά με την πρόθεσή της να μην χορηγήσει στην Deltafina απαλλαγή από τα πρόστιμα εξαιτίας της εκ μέρους της εταιρείας αυτής παραβάσεως της υποχρεώσεως συνεργασίας που προβλέπεται στο σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
21 Την 1η Μαρτίου 2005, πραγματοποιήθηκε ακρόαση σχετικά με το προσάρτημα. Κατόπιν της ακροάσεως αυτής, η Επιτροπή έλαβε νέα σχόλια εκ μέρους των Universal, Deltafina, Dimon και SCC.
II – Προσβαλλόμενη απόφαση
22 Κατόπιν διαβουλεύσεως με τη συμβουλευτική επιτροπή στον τομέα των συμπράξεων και των δεσποζουσών θέσεων και έχοντας υπόψη την τελική έκθεση του συμβούλου ακροάσεων, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 20 Οκτωβρίου 2005, την απόφαση Ε(2005) 4012 τελικό, σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 81, παράγραφος 1, [ΕΚ] (Υπόθεση COMP/C.38.281/B.2 – Ακατέργαστος καπνός – Ιταλία) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Φεβρουαρίου 2006 (ΕΕ L 353, σ. 45).
23 Η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στην Deltafina στις 10 Νοεμβρίου 2005.
24 Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις:
«Άρθρο 1
1. Η Deltafina […], η Universal […] παρέβησαν το άρθρο 81, παράγραφος 1, [EΚ] κατά τις αναφερόμενες περιόδους, συμμετέχοντας σε συμφωνίες και/ή εναρμονισμένες πρακτικές στον τομέα του ακατέργαστου καπνού στην Ιταλία.
Η διάρκεια των παραβάσεων έχει ως ακολούθως:
α) για τις Deltafina, Universal […], από 29 Σεπτεμβρίου 1995 έως 19 Φεβρουαρίου 2002,
[…]
Άρθρο 2
Επιβάλλονται τα ακόλουθα πρόστιμα για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1:
α) Deltafina και Universal, από κοινού και εις ολόκληρον, 30 000 000 ευρώ,
[…]».
25 Η προσβαλλόμενη απόφαση βασίζεται στις κάτωθι εκτιμήσεις.
Α – Επί της παραβάσεως και του καταλογισμού της παραβατικής συμπεριφοράς
26 Στην προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την περιγραφή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και τη νομική τους αξιολόγηση, η Επιτροπή καταλήγει στη διαπίστωση ότι η Deltafina συμμετέσχε άμεσα, με διάφορες άλλες επιχειρήσεις, σε συμφωνίες και/ή σε εναρμονισμένες πρακτικές, οι οποίες απαγορεύονται από το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Η εκτίμηση αυτή δεν αμφισβητείται στην υπό κρίση υπόθεση.
27 Εν συνεχεία, η Επιτροπή εξετάζει το ζήτημα του καταλογισμού της παραβατικής συμπεριφοράς των επιχειρήσεων που μετέσχαν στην παράβαση και συμπεραίνει ότι τόσο η Deltafina όσο και η μητρική της εταιρεία Universal πρέπει να κριθούν υπεύθυνες για τις επίμαχες παραβάσεις και να καταστούν αποδέκτριες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Β – Επί του υπολογισμού του ποσού του προστίμου
1. Καθορισμός του βασικού ποσού του προστίμου
28 Σε ό,τι αφορά τον υπολογισμό του επιβλητέου στην Deltafina προστίμου, η Επιτροπή υπενθυμίζει, καταρχάς, στην αιτιολογική σκέψη 357 της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι, προκειμένου να καθορίσει το ποσό του προστίμου, πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις εν προκειμένω, ειδικότερα δε τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
29 Επομένως, η Επιτροπή εξετάζει, καταρχάς, τη σοβαρότητα της παραβάσεως. Υπενθυμίζει ότι, για την αξιολόγησή της, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της ίδιας της παραβάσεως, ο πραγματικός της αντίκτυπος στην αγορά, εφόσον αυτός είναι δυνατό να εκτιμηθεί, και η έκταση της οικείας γεωγραφικής αγοράς (αιτιολογική σκέψη 365 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
30 Εν συνεχεία, η Επιτροπή αναφέρει ότι η παραγωγή ακατέργαστου καπνού στην Ιταλία αντιστοιχεί στο 38 % της παραγωγής με ποσόστωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και ανήλθε σε 67 338 εκατομμύρια ευρώ το 2001, ήτοι κατά το τελευταίο πλήρες έτος που καλύπτει η παράβαση (αιτιολογική σκέψη 366 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
31 Όσον αφορά τη φύση της παραβάσεως, η Επιτροπή την εκτιμά ως πολύ σοβαρή καθόσον αφορά τον καθορισμό τιμών αγοράς για τις ποικιλίες ακατέργαστου καπνού στην Ιταλία, καθώς και την κατανομή των αγοραζόμενων ποσοτήτων (αιτιολογική σκέψη 367 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
32 Στην αιτιολογική σκέψη 368 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παραπέμποντας στο τμήμα της εν λόγω αποφάσεως που αφορά τον περιορισμό του ανταγωνισμού (αιτιολογική σκέψη 277 και επόμενα), η Επιτροπή δηλώνει ότι μια συνεννόηση στον αγοραστικό τομέα μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τη βούληση των παραγωγών να παράγουν προϊόν, όπως επίσης να περιορίσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεταποιητών στις αγορές επόμενων σταδίων, τούτο δε ισχύει κυρίως σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, όπου το προϊόν το οποίο αφορά η σύμπραξη (ακατέργαστος καπνός) αποτελεί ουσιώδη «συντελεστή» των δραστηριοτήτων που ασκούν οι συμμετέχοντες στα επόμενα στάδια (εν προκειμένω η πρώτη μεταποίηση καπνού και η πώληση μεταποιημένου καπνού).
33 Βάσει των εκτιμήσεων αυτών, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παράβαση που διέπραξε η Deltafina πρέπει να χαρακτηρισθεί ως πολύ σοβαρή (αιτιολογική σκέψη 369 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
34 Εν συνεχεία, η Επιτροπή δηλώνει ότι, κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, πρέπει να ληφθούν υπόψη το ειδικό βάρος κάθε επιχειρήσεως και οι πιθανές επιπτώσεις της παράνομης συμπεριφοράς της. Επομένως, η Επιτροπή εκτιμά ότι τα πρόστιμα πρέπει να καθοριστούν σε συνάρτηση με τη θέση κάθε εμπλεκόμενου μέρους στην αγορά. Ως προς τούτο, η Επιτροπή φρονεί ότι το ποσό εκκίνησης του προστίμου που θα επιβληθεί στην Deltafina πρέπει να είναι το πιο υψηλό, δεδομένου ότι είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής, με μερίδιο αγοράς που το 2001 ανήλθε περίπου στο 25 % (αιτιολογικές σκέψεις 370 έως 372 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
35 Εντούτοις, η Επιτροπή εκτιμά ότι ένα ποσό εκκίνησης που αντανακλά αποκλειστικώς τη θέση στην αγορά δεν θα επιδρούσε αρκούντως αποτρεπτικά στην Deltafina, διότι, παρά τον σχετικώς περιορισμένο κύκλο εργασιών της, ανήκει σε έναν πολυεθνικό όμιλο με σημαντική οικονομική και χρηματοπιστωτική ισχύ, ο οποίος συγκαταλέγεται στους κύριους εμπόρους καπνού παγκοσμίως, δραστηριοποιούμενος σε διάφορα επίπεδα της καπνοβιομηχανίας και σε διάφορες γεωγραφικές αγορές (αιτιολογική σκέψη 374 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
36 Ως εκ τούτου, προκειμένου να καταστεί το πρόστιμο αρκούντως αποτρεπτικό, η Επιτροπή εφαρμόζει στο ποσό εκκίνησης πολλαπλασιαστικό συντελεστή, με τον οποίο λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Για την Deltafina, ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής που εφάρμοσε η Επιτροπή είναι 1,5. Επομένως, στην αιτιολογική σκέψη 376 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή καθορίζει το ποσό εκκίνησης του προστίμου της Deltafina, κατόπιν πολλαπλασιασμού του με τον συντελεστή, στα 37,5 εκατομμύρια ευρώ.
37 Η Επιτροπή αυξάνει ακολούθως το ποσό αυτό κατά 60 % λόγω της διάρκειας της παραβάσεως (αιτιολογική σκέψη 377 της προσβαλλόμενης αποφάσεως7), με αποτέλεσμα να καθορισθεί το βασικό ποσό του προστίμου της Deltafina στα 60 εκατομμύρια ευρώ (αιτιολογική σκέψη 379 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
2. Ελαφρυντική περίσταση
38 Εν συνεχεία, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη, ως ελαφρυντική περίσταση υπέρ της Deltafina, την αποτελεσματική της συνεργασία στο πλαίσιο της διαδικασίας πέραν του πεδίου εφαρμογής της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002. Αρχικώς, υπενθυμίζει ότι, για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω στις σκέψεις 43 και επόμενα, η Deltafina δεν πληροί πλέον τους όρους ώστε να δικαιούται πλήρη απαλλαγή ή μείωση του προστίμου βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 (αιτιολογική σκέψη 385 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
39 Εν συνεχεία, η Επιτροπή αναφέρει ότι, στις περιπτώσεις όπου μπορεί να εφαρμοσθεί η ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002, η συνεργασία των επιχειρήσεων που συμμετέχουν στη διαδικασία πρέπει καταρχήν να εκτιμάται στο πλαίσιο της εν λόγω ανακοινώσεως. Προσθέτει ότι μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να θεωρηθεί η συνεργασία ενός μέρους, κατ’ εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, και του άρθρου 65, παράγραφος 5, [ΑΧ] (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές), ως ελαφρυντική περίσταση όσον αφορά το ύψος του επιβλητέου προστίμου, οσάκις εφαρμοζόταν καταρχήν η ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002 (αιτιολογικές σκέψεις 386 και 387 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
40 Η Επιτροπή φρονεί ότι τούτο όντως συμβαίνει εν προκειμένω όσον αφορά την Deltafina, για δύο λόγους. Πρώτον, η Deltafina υπήρξε η πρώτη επιχείρηση που υπέβαλε αίτηση εφαρμογής της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 (μόλις μερικές ημέρες μετά την έκδοσή της) και η πρώτη επιχείρηση στην οποία η Επιτροπή χορήγησε καθεστώς υπό όρους απαλλαγής από την επιβολή προστίμων. Πρόκειται επίσης για την πρώτη απόφαση σχετικά με τις συνέπειες της παραβάσεως των υποχρεώσεων περί συνεργασίας που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις που υπέβαλαν αίτηση απαλλαγής κατ’ εφαρμογή του σημείου 11 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002. Δεύτερον, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η Deltafina συνέβαλε εξ αρχής κατά ουσιαστικό τρόπο στην έρευνά της και εξακολούθησε να συμβάλει καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας, με εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την άρνηση χορηγήσεως οριστικής απαλλαγής (αιτιολογικές σκέψεις 388 έως 390 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
41 Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή επιδοκιμάζει τη συνεργασία της Deltafina κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Τέλος, η Επιτροπή προσθέτει ότι η Deltafina ουδέποτε αμφισβήτησε τα πραγματικά περιστατικά που απετέλεσαν αντικείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων αυτών και της γενικότερης συμπεριφοράς της Deltafina κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το πρόστιμο που θα της επιβληθεί πρέπει να μειωθεί κατά 50 % (αιτιολογικές σκέψεις 391 έως 398 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
42 Λαμβανομένης υπόψη της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, η Επιτροπή καθορίζει το ποσό του προστίμου που επιβάλλεται από κοινού και εις ολόκληρον στην Deltafina και στην Universal στα 30 εκατομμύρια ευρώ.
Γ – Επί της αιτήσεως της Deltafina για απαλλαγή από την επιβολή προστίμων
43 Η Επιτροπή εκθέτει ακολούθως τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Deltafina δεν εδικαιούτο απαλλαγή από τα πρόστιμα υπό την έννοια της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
44 Διευκρινίζει ότι, μετά την εξέταση της αιτήσεως για απαλλαγή από την επιβολή προστίμων που υπέβαλε η Deltafina, και δεδομένου ότι η τελευταία πληρούσε τις προϋποθέσεις του σημείου 8, στοιχείο β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, της χορήγησε απαλλαγή υπό τον όρο τηρήσεως των σωρευτικών προϋποθέσεων του σημείου 11 της εν λόγω ανακοινώσεως, στις οποίες συγκατελέγετο η τήρηση της υποχρεώσεως συνεργασίας (σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως αυτής) (αιτιολογικές σκέψεις 405 έως 409 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
45 Εντούτοις, στην αιτιολογική σκέψη 410 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι, κατά την ακρόαση της 22ας Ιουνίου 2004, κατέστη προφανές ότι η Deltafina είχε γνωστοποιήσει την αίτησή της απαλλαγής επ’ ευκαιρία της μνημονευθείσας ανωτέρω στη σκέψη 12 συνεδριάσεως της APTI, στην οποία συμμετέσχαν επίσης και εκπρόσωποι των Dimon Italia, Transcatab και Trestina, προτού δοθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να προβεί σε ελέγχους αναφορικά με την επίμαχη σύμπραξη. Η Επιτροπή σημειώνει, επίσης, ότι τα περιστατικά αυτά αποτέλεσαν το αντικείμενο αιτιάσεων που διατυπώθηκαν εις βάρος της Deltafina στο προσάρτημα (βλ. σκέψη 20 ανωτέρω).
46 Επομένως, η Επιτροπή, καταρχάς, εξέτασε λεπτομερώς τα πραγματικά στοιχεία, βάσει των οποίων κατέληξε, εν συνεχεία, στο συμπέρασμα ότι η Deltafina δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του σημείου 11 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
1. Πραγματικά στοιχεία
47 Η Επιτροπή τονίζει ότι, κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002, συζητήθηκε το ζήτημα του απορρήτου της αιτήσεως απαλλαγής της Deltafina. Κατά την άποψη της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση αυτή, οι υπηρεσίες της διευκρίνισαν σαφώς ότι σχεδίαζαν να διενεργήσουν αιφνίδιους ελέγχους σχετικά με την σύμπραξη που απεκάλυψε η Deltafina, ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν πριν την περίοδο μεταξύ 18 και 20 Απριλίου 2002 και ότι, επομένως, ήταν απαραίτητο να διαφυλαχθεί το απόρρητό τους μέχρι την ημερομηνία αυτή, προκειμένου να μην προειδοποιηθούν οι ανταγωνιστές και να μη διακυβευθεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων (αιτιολογική σκέψη 412 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
48 Η Επιτροπή τονίζει, επίσης, ότι, κατά τη συνεδρίαση αυτή, η Deltafina διευκρίνισε στις υπηρεσίες της Επιτροπής ότι θα της ήταν δύσκολο να μη γνωστοποιήσει την αίτησή της απαλλαγής μέχρι την προβλεπόμενη για τους ελέγχους ημερομηνία για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων, πρώτον, η πραγματοποίηση επικείμενων συνεδριάσεων με τους ανταγωνιστές της στην APTI, κατά τις οποίες θα ήταν δύσκολο να διαφυλάξει το απόρρητο, δεύτερον, η ανάγκη ενημερώσεως των μεσαίων στελεχών της Deltafina σχετικά με την αίτηση (δεκαπέντε περίπου άτομα) και, τρίτον, η ανάγκη γνωστοποιήσεως της αιτήσεως αυτής απαλλαγής στο πλαίσιο πράξεων χρηματοδοτήσεως, στις οποίες εμπλέκεται η Universal στις Ηνωμένες Πολιτείες (αιτιολογική σκέψη 412 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
49 Στις αιτιολογικές σκέψεις 413 έως 415 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή παραθέτει το περιεχόμενο εσωτερικών πρακτικών της συνεδριάσεως της 14ης Μαρτίου 2002 που συνέταξαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής, καθώς και σημειώσεις που κράτησε ένας εκ των εκπροσώπων της Universal κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως αυτής.
50 Επιπλέον, στην αιτιολογική σκέψη 416 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002, οι υπηρεσίες της είχαν ζητήσει από την Deltafina να τους παράσχει διάφορες πληροφορίες προκειμένου να είναι σε θέση να προβούν σε επιτόπιους ελέγχους. Στην αιτιολογική σκέψη 417 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γίνεται αναφορά στο κείμενο ενός εσωτερικού υπομνήματος των υπηρεσιών της Επιτροπής από 15 Μαρτίου 2002, το οποίο συνόψιζε την πρόοδο της υποθέσεως κατόπιν της συνεδριάσεως της προηγούμενης ημέρας. Η αιτιολογική σκέψη 418 της προσβαλλόμενης αποφάσεως επαναλαμβάνει το κείμενο των πρακτικών συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της Deltafina την 1η Μαρτίου 2002, στο οποίο το εν λόγω συμβούλιο επισημαίνει την ανάγκη να τερματισθούν άμεσα οι συνδεόμενες με τη σύμπραξη παράνομες εκδηλώσεις συμπεριφοράς και καλεί τους μετέχοντες να τηρήσουν την κατά το δυνατόν αυστηρότερη εμπιστευτικότητα όσον αφορά την αίτηση απαλλαγής.
51 Η Επιτροπή παραπέμπει, εν συνεχεία, στη δήλωση του προέδρου της Deltafina κατά τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002, στηριζόμενη, αφενός, στο περιεχόμενο των δύο εγγράφων που μνημόνευσαν οι δικηγόροι της Dimon Italia κατά την ακρόαση της 22ας Ιουνίου 2004 και, αφετέρου, σε αυτό ενός υπομνήματος υπογεγραμμένου από τον ίδιο τον πρόεδρο της Deltafina, το οποίο ανέφερε τους όρους με τους οποίους έγινε η γνωστοποίηση της αιτήσεως για την απαλλαγή από τα πρόστιμα κατά την εν λόγω συνεδρίαση (αιτιολογικές σκέψεις 421 έως 426 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
52 Η Επιτροπή σημειώνει ότι την ίδια ημέρα της γνωστοποιήσεως αυτής, οι Dimon Italia και Transcatab υπέβαλαν επίσης αίτηση εφαρμογής της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 και ότι οι δηλώσεις του προέδρου της Deltafina κατά την συνεδρίαση της APTI δεν μνημονεύονταν στις αιτήσεις αυτές (αιτιολογική σκέψη 427 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
53 Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τέλος, ότι στις 29 Μαΐου 2002 έλαβε χώρα μία άλλη συνεδρίαση μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και της Deltafina, στο πλαίσιο της οποίας ούτε η Επιτροπή ούτε η Deltafina έθεσαν το ζήτημα απορρήτου, η δε Deltafina δεν δήλωσε ότι είχε γνωστοποιήσει την αίτησή της απαλλαγής στην Dimon Italia και στην Transcatab κατά τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002 (αιτιολογική σκέψη 429 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
2. Μη τήρηση εκ μέρους της Deltafina της προϋποθέσεως του σημείου 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002
54 Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δηλώνει ότι η καθοριζόμενη στο σημείο 11, στοιχείο α΄ της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 υποχρέωση συνεργασίας συνιστά ουσιώδες στοιχείο της συμφωνίας που συνάπτεται μεταξύ αυτής και του αιτούντος οσάκις χορηγείται υπό όρους απαλλαγή. Κατά την Επιτροπή, η υποχρέωση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της λογικής στην οποία βασίζεται η πολιτική της στον τομέα της απαλλαγής από τα πρόστιμα, ήτοι την καθοριστική συμβολή του αιτούντος στην εκκίνηση μιας έρευνας ή στην αποκάλυψη παραβάσεων που διέπραξε μία σύμπραξη. Λαμβανομένης υπόψη της λογικής αυτής, η εν λόγω υποχρέωση, επομένως, δεν περιορίζεται, κατά την άποψη της Επιτροπής, στη διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την παράβαση, αλλά προϋποθέτει επίσης την αποχή από τη λήψη κάθε μέτρου, ικανού να διακυβεύσει την ικανότητά της να διερευνήσει και/ή να διαπιστώσει την παράβαση (αιτιολογικές σκέψεις 431 και 432 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
55 Στην αιτιολογική σκέψη 433 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται ότι οσάκις, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, η Επιτροπή δεν έχει ακόμα διενεργήσει ελέγχους και ο τομέας δεν τελεί εν γνώσει επικείμενων ελέγχων εκ μέρους της, κάθε γνωστοποίηση της ύπαρξης αιτήσεως απαλλαγής μπορεί να διακυβεύσει πλήρως και αμετακλήτως την ικανότητά της να προβεί σε αποτελεσματικούς ελέγχους και να αποδείξει την παράβαση. Η πρακτική αποτελεσματικότητα της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 απαιτεί, κατά την Επιτροπή, να μην επηρεάζονται οι έρευνες από τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων που ζητούν να τύχουν ευνοϊκής μεταχειρίσεως. Οι τελευταίες δεν μπορούν, επομένως, να προβάλουν εύλογη προσδοκία κατά την οποία, ελλείψει σχετικής ρητής διατάξεως, το απόρρητο δεν μπορεί να αποτελέσει τμήμα της προϋποθέσεως του σημείου 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002. Εξ αυτού προκύπτει, κατά την Επιτροπή, ότι η εκ μέρους ενός αιτούντος απαλλαγή εκούσια και σκόπιμη γνωστοποίηση της πληροφορίας αυτής στους ανταγωνιστές του πρέπει να εκληφθεί ως παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας που καθιερώνει το σημείο 11, στοιχείο β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
56 Η Επιτροπή προσθέτει ότι η «εγγενής σύγκρουση» μεταξύ της υποχρεώσεως αυτής και εκείνης του σημείου 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, βάσει της οποίας ο αιτών πρέπει να θέσει τέλος στην ανάμιξή του στην παράβαση το αργότερο κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του απαλλαγής, δεν επιτρέπει στον αιτούντα να ενημερώσει εκουσίως τα άλλα μέλη της συμπράξεως ότι υπέβαλε αίτηση απαλλαγής. Η κατάσταση αυτή διαφέρει από εκείνη στην οποία ο αιτών υποχρεούται να λάβει μέτρα, συνεπεία των οποίων οι λοιποί μετέχοντες στη σύμπραξη ενδέχεται να υποψιαστούν την εκ μέρους αυτού υποβολή τέτοιας αιτήσεως (αιτιολογική σκέψη 434 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
57 Η Επιτροπή εκτιμά, εξάλλου, ότι οι ειδικές περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως υποδηλώνουν σαφώς ότι η Deltafina είχε κατανοήσει ότι η τήρηση απορρήτου εμπεριέχετο στην υποχρέωσή της συνεργασίας. Κατά την Επιτροπή, τούτο προκύπτει σαφώς, μεταξύ άλλων, από την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Deltafina της 1ης Μαρτίου 2002, η οποία επιβάλλει σχετικώς «την πιο αυστηρή εμπιστευτικότητα» (βλ. αιτιολογική σκέψη 418 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και σκέψη 50 ανωτέρω), και από τα ίδια τα λόγια του προέδρου της Deltafina, κατά τον οποίο η απόφαση της Deltafina να συνεργαστεί με την Επιτροπή «μπορούσε να γνωστοποιηθεί στις υπόλοιπες επιχειρήσεις μόνον με την μέγιστη επιμέλεια και μόνον σε περίπτωση ανάγκης» (αιτιολογική σκέψη 440 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
58 Λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών στοιχείων που υπομνήσθηκαν ανωτέρω και του περιεχομένου της προϋποθέσεως του σημείου 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, η Επιτροπή συνάγει ότι η Deltafina δεν τήρησε τον όρο αυτό. Συγκεκριμένα, μολονότι γνώριζε ότι η Επιτροπή προετίθετο να προβεί σε επιτόπιους ελέγχους κατά την περίοδο μεταξύ 18 και 20 Απριλίου 2002, ο πρόεδρός της ενημέρωσε εκουσίως τους δύο κύριους ανταγωνιστές της σχετικά με την υποβολή της αιτήσεώς της απαλλαγής πριν την πραγματοποίηση των εν λόγω επιτόπιων ελέγχων (αιτιολογική σκέψη 441 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
59 Στην αιτιολογική σκέψη 442 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή επισημαίνει, επίσης, ότι η συμπεριφορά της Deltafina μπορούσε κάλλιστα να διακυβεύσει το αποτέλεσμα των ελέγχων αυτών, γεγονός που γνώριζε ή, τουλάχιστον, όφειλε να γνωρίζει η Deltafina, μεταξύ άλλων εφόσον ενημερώθηκε συγκεκριμένα από την Επιτροπή σχετικά με την προσεχή πραγματοποίηση των ελέγχων και εφόσον κλήθηκε να διαφυλάξει το απόρρητο της αιτήσεώς της απαλλαγής, ώστε να μη θέσει σε κίνδυνο το αποτέλεσμα των ελέγχων αυτών. Κατά την Επιτροπή, είναι αδύνατον να προσδιοριστεί κατά πόσον εθίγησαν πράγματι οι έλεγχοί της και, εξάλλου, η περίσταση αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τη θεμελίωση της ευθύνης της Deltafina (αιτιολογική σκέψη 443 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
60 Συναφώς, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι τόσο οι συζητήσεις κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002 όσο και η επακόλουθή της συμπεριφορά ουδεμία αμφιβολία αφήνουν ως προς το γεγονός ότι ουδέποτε παραδέχθηκε ότι η Deltafina έπρεπε αναπόφευκτα να γνωστοποιήσει την αίτησή της εφαρμογής της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 στους ανταγωνιστές της και ότι οι έλεγχοι δεν μπορούσαν επομένως να λάβουν πλέον χώρα. Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι διευκρίνισε σαφώς ότι ήταν απαραίτητο να διαφυλαχθεί το απόρρητο για έναν ακόμα μήνα προκειμένου να προετοιμασθούν οι εν λόγω έλεγχοι, για τους οποίους ζήτησε της απαραίτητες πληροφορίες και ξεκίνησε τις προετοιμασίες ήδη από την επομένη της συνεδριάσεως (αιτιολογικές σκέψεις 446 και 447 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
61 Η Επιτροπή δηλώνει ότι αναγνώρισε τόσο τις πρακτικές δυσκολίες της Deltafina να διαφυλάξει το απόρρητο της αιτήσεως απαλλαγής, όσο και το γεγονός ότι οι έλεγχοι θα είχαν καταστεί άκρως αβέβαιοι εάν η Deltafina είχε υποχρεωθεί να γνωστοποιήσει την αίτησή της απαλλαγής στους ανταγωνιστές της. Πάντως, η Επιτροπή φρονεί ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, η εκ μέρους της Deltafina γνωστοποίηση της αιτήσεώς της απαλλαγής κατά τη συνεδρίαση της APTI ήταν εκούσια και αυθόρμητη. Μια τέτοια συμπεριφορά ουδέποτε θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στο πλαίσιο μιας τέτοιας αιτήσεως απαλλαγής (αιτιολογικές σκέψεις 444, 448 και 450 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
62 Από την αιτιολογική σκέψη 449 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το γεγονός ότι η Deltafina ουδέποτε ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με τη γνωστοποίηση αυτή υποδηλώνει ότι δεν ανέμενε ότι η Επιτροπή θα ενέκρινε τη συμπεριφορά της.
63 Η Επιτροπή αναφέρει ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, η Deltafina προέβαλε ότι η γνωστοποίηση δεν ήταν εκούσια, αλλά οφείλετο κυρίως στις πιέσεις που δεχόταν εκ μέρους των ανταγωνιστών της. Εντούτοις, κατά την Επιτροπή, καίτοι η παύση της αναμίξεως σε μία παράβαση, η οποία απαιτείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως απαλλαγής, μπορεί να συνεπάγεται πρακτικές δυσκολίες, η Deltafina δεν κατέδειξε με ποιον τρόπο η παύση της αναμίξεώς της σε παράνομες πρακτικές και η άρνησή της να συναντήσει τους ανταγωνιστές της «μπορούσαν να υπονομεύσουν τη θεμιτή εμπορική της συμπεριφορά». Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, οι ασκηθείσες από τον περίγυρο πιέσεις, οι οποίες δεν συνιστούν σοβαρή και επικείμενη απειλή, δεν μπορούν να αποκλείσουν τον εκούσιο χαρακτήρα της επίμαχης γνωστοποιήσεως. Δεδομένου ότι ο πρόεδρος της Deltafina δεν έδρασε υπό την επιρροή οιασδήποτε επιτακτικής απειλής, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η γνωστοποίηση της αιτήσεως απαλλαγής κατά τη συνεδρίαση της APTI ήταν εκούσια (αιτιολογικές σκέψεις 451 έως 453 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
64 Τέλος, η Επιτροπή εκτιμά ότι το γεγονός ότι, κατόπιν ορισμένων πιέσεων που άσκησαν οι εξωτερικοί νομικοί σύμβουλοι των μητρικών εταιρειών Dimon Italia και Transcatab, ο εξωτερικός νομικός σύμβουλος της Universal επιβεβαίωσε, στις 2 Απριλίου 2002, ότι η Deltafina είχε υποβάλει στην Επιτροπή αίτηση απαλλαγής δεν μπορούσε να δικαιολογήσει από μόνο του την εκ μέρους της Deltafina παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας, ούτε να τη θεραπεύσει. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή φρονεί, πρώτον, ότι ουδεμία σχέση αποδείχθηκε μεταξύ της γνωστοποιήσεως στις Ηνωμένες Πολιτείες και της συμπεριφοράς του προέδρου της Deltafina, δεύτερον, ότι δεν μπορούσε να προβληθεί ενδεχόμενη παράβαση πέραν εκείνης της υποχρεώσεως συνεργασίας με την Επιτροπή προκειμένου να δικαιολογηθεί μεταγενέστερη παράβαση της ίδιας υποχρεώσεως (ex iniuria non oritur ius) και, τρίτον, ότι ουδεμία απόδειξη υφίστατο περί πιέσεων ασκηθεισών από τους εξωτερικούς νομικούς συμβούλους της SCC και της Dimon, πέραν ενός ηχητικού μηνύματος που είχε αφήσει ο εξωτερικός νομικός σύμβουλος της SCC στον αυτόματο τηλεφωνητή του νομικού συμβούλου της Universal (αιτιολογικές σκέψεις 454 έως 459 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
65 Η Επιτροπή σημειώνει, εν συνεχεία, ότι, σε κάθε περίπτωση, η Universal δεν ενημέρωσε εγκαίρως την Επιτροπή σχετικά με τη γνωστοποίηση στην οποία προέβη ο εξωτερικός της νομικός σύμβουλος (αιτιολογική σκέψη 459 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
66 Στην αιτιολογική σκέψη 460 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, η Deltafina παρέβη την υποχρέωση συνεργασίας που υπείχε δυνάμει του σημείου 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να της χορηγηθεί απαλλαγή με αποτέλεσμα να πρέπει να της επιβληθεί πρόστιμο για τις επίμαχες παραβάσεις.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
67 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 19 Ιανουαρίου 2006, η Deltafina άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
68 Με έγγραφο της 26ης Ιουνίου 2006, η Deltafina ζήτησε από το Πρωτοδικείο να διατάξει την Επιτροπή να προσκομίσει το πλήρες κείμενο ενός προσαρτημένου ως παράρτημα στο υπόμνημα αντικρούσεως εγγράφου. Με ανακοίνωση της 22ας Νοεμβρίου 2006, η Γραμματεία του Πρωτοδικείου ενημέρωσε την Deltafina σχετικά με την απόφαση του προέδρου του τρίτου τμήματος περί απορρίψεως της εν λόγω αιτήσεως.
69 Με έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 2010, η Deltafina ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι παραιτείτο από τον έκτο προβληθέντα λόγο.
70 Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
71 Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 29ης Σεπτεμβρίου 2009.
72 Η Deltafina ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει το πρόστιμο που της επιβλήθηκε με το άρθρο 2 της προσβαλλόμενης αποφάσεως,
– επικουρικώς, να μειώσει το ποσό του εν λόγω προστίμου,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
73 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή,
– να καταδικάσει την Deltafina στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
74 Προς στήριξη των αιτημάτων της, η Deltafina προβάλλει επτά λόγους.
75 Οι τέσσερις πρώτοι λόγοι προβάλλονται και αποβλέπουν στην ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθόσον καταδικάζει την Deltafina στην καταβολή προστίμου. Ο πρώτος λόγος αντλείται από πρόδηλη πλάνη καθότι η άρση της απαλλαγής από τα πρόστιμα βασίζεται σε εσφαλμένη βάση. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθότι η Επιτροπή έκρινε ότι η Deltafina παρέβη την υποχρέωση συνεργασίας του σημείου 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002. Ο τρίτος λόγος αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθότι η Επιτροπή ήρε την απαλλαγή διότι έκρινε ότι η εκ μέρους της Deltafina γνωστοποίηση της αιτήσεώς της απαλλαγής είχε παρακωλύσει την έρευνα. Ο τέταρτος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αρχής της χρηστής διοικήσεως και της αρχής της αναλογικότητας.
76 Οι τρεις τελευταίοι λόγοι προβάλλονται επικουρικώς και αποβλέπουν στη μείωση του προστίμου που επιβλήθηκε στην Deltafina. Ο πέμπτος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεδομένου του υπερβολικού χαρακτήρα του ποσού εκκίνησης του προστίμου. Ο έκτος λόγος αντλείται από πλάνη καθότι η Επιτροπή έκρινε ότι την Universal από κοινού υπεύθυνη για τη συμπεριφορά της Deltafina και, συνεπώς, επέβαλε στην τελευταία ένα υπερβολικό πρόστιμο. Ο έβδομος λόγος αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση των ελαφρυντικών περιστάσεων.
77 Δεδομένου ότι η Deltafina παραιτήθηκε από τον έκτο της λόγο με έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 2010, παρέλκει η εξέταση του.
I – Επί των προβαλλόμενων λόγων
78 Προκαταρκτικώς, πρέπει να επισημανθεί ότι οι τρεις πρώτοι λόγοι της Deltafina αντλούνται όλοι από πλάνη που φέρεται ότι καθιστά παράνομη την προσβαλλόμενη απόφαση, καθότι η Επιτροπή δεν της χορήγησε απαλλαγή από τα πρόστιμα εξαιτίας του γεγονότος ότι η Deltafina παρέβη την υποχρέωση συνεργασίας του σημείου 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
79 Δεδομένου ότι οι λόγοι αυτοί συνδέονται στενά μεταξύ τους, πρέπει να συνεξετασθούν.
A – Επί των τριών πρώτων λόγων, που αντλούνται από πρόδηλη πλάνη σε σχέση με τη μη χορήγηση οριστικής απαλλαγής στην Deltafina
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
80 Στο πλαίσιο του πρώτου της λόγου, η Deltafina υποστηρίζει ότι η εκ μέρους της Επιτροπής άρση της απαλλαγής στηρίζεται σε πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα, στο μέτρο που βασίζεται σε εσφαλμένη βάση, ότι, δηλαδή, οι ιταλικές επιχειρήσεις μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού δεν τελούσαν εν γνώσει της έρευνας της Επιτροπής.
81 Κατά την Deltafina, από την αιτιολογική σκέψη 433 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή έκρινε ότι η ανακοίνωση στην οποία προέβη ο πρόεδρος της Deltafina κατά τη συνεδρίαση της 4ης Απριλίου 2002 συνιστούσε παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας, διότι επηρέαζε την αποτελεσματικότητα της έρευνας. Στην αιτιολογική αυτή σκέψη, η Επιτροπή δήλωσε ότι κάθε διαρροή πληροφοριών σχετικά με την ύπαρξη αιτήσεως απαλλαγής μπορούσε να παρακινήσει τους υπόλοιπους μετέχοντες στη σύμπραξη να καταστρέψουν ή να αποκρύψουν αποδείξεις. Σε κάθε περίπτωση, ουσιαστική προϋπόθεση για να δικαιολογείται τέτοια θέση είναι να μην τελεί ο επίμαχος τομέας ήδη εν γνώσει της ύπαρξης της έρευνας και της πιθανότητας αιφνίδιων ελέγχων. Μόνον σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε η ανακοίνωση προς τρίτους της ύπαρξης αιτήσεως απαλλαγής να διακυβεύσει, θεωρητικώς, τη δυνατότητα της Επιτροπής διενεργήσει την έρευνά της κατά αποτελεσματικό τρόπο. Ως εκ τούτου, η Deltafina υποστηρίζει ότι ουσιαστική προϋπόθεση της άρσεως της απαλλαγής ήταν απαραιτήτως να μην τελεί ο οικείος τομέας εν γνώσει της έρευνας της Επιτροπής.
82 Κατά την Deltafina, όμως, οι ιταλικές επιχειρήσεις μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού τελούσαν εν γνώσει της έρευνας της Επιτροπής, λόγω των ελέγχων που πραγματοποίησε η Επιτροπή τον Οκτώβριο του 2001 στις Βρυξέλλες και την Ισπανία και των αιτήσεων παροχής πληροφοριών που απηύθυνε η Επιτροπή στις 15 Ιανουαρίου 2002 στην APTI και στην Unitab. Πλείστα ακόμα στοιχεία αποδεικνύουν ότι ο τομέας ήταν ενήμερος σχετικά με την έρευνα, όπως μία δήλωση της Dimon η οποία περιείχετο σε έντυπο που υποβλήθηκε στην αμερικανική αρχή ελέγχου των χρηματοπιστωτικών αγορών, το γεγονός ότι τόσο η Dimon Italia όσο και η Transcatab είχαν ήδη αρχίσει να προετοιμάζουν τις αιτήσεις τους ευνοϊκής μεταχειρίσεως πριν τη γνωστοποίηση της 4ης Απριλίου 2002, καθώς και η περίσταση ότι η έρευνα της Επιτροπής είχε συζητηθεί κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως της APTI.
83 Επιπλέον, η κατάθεση αιτήσεως απαλλαγής δεν συνεπάγεται αυτομάτως αιφνίδιους ελέγχους, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δεν είναι απαραίτητοι όταν ο αιτών προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία που επιτρέπουν στην Επιτροπή να διαπιστώσει παράβαση. Συγκεκριμένα, μόνον στην περίπτωση του σημείου 8, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 απαιτούνται αιφνίδιοι έλεγχοι προκειμένου να διαπιστωθεί παράβαση. Αντιθέτως, στις περιπτώσεις του σημείου 8, στοιχείο β΄, της ανακοινώσεως αυτής δεν απαιτούνται έλεγχοι, στο μέτρο που όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία έχουν ήδη προσκομισθεί στην Επιτροπή από την επιχείρηση που υπέβαλε αίτηση απαλλαγής. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση, δεδομένου ότι η αίτηση απαλλαγής της Deltafina πληρούσε, κατά την ίδια την Επιτροπή, τους όρους του σημείου 8, στοιχείο β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, επρόκειτο για περίπτωση στην οποία δεν ήταν απαραίτητο να διενεργήσει η Επιτροπή αιφνίδιους ελέγχους.
84 Κατά την Deltafina, υπό το πρίσμα όλων αυτών των περιστάσεων, η εκ μέρους της Επιτροπής άρση της απαλλαγής της Deltafina βασίζεται, επομένως, σε πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα.
85 Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου, που αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθότι η Επιτροπή έκρινε ότι η Deltafina είχε παραβεί την υποχρέωση συνεργασίας του σημείου 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, η Deltafina προβάλλει ουσιαστικώς τρεις βασικές αιτιάσεις.
86 Πρώτον, διατείνεται ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, τήρησε επιμελώς την υποχρέωσή της συνεργασίας, όπως αυτή προβλέπεται στο σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002. Υποστηρίζει ότι ενημέρωσε την Επιτροπή, κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002, σχετικά με το ότι αδυνατούσε να μην αποκαλύψει ότι είχε υποβάλει αίτηση απαλλαγής. Η εν λόγω αδυναμία διαφυλάξεως του απορρήτου οφείλετο στις ακόλουθες τέσσερις περιστάσεις: εν εξελίξει διαδικασία εκ των προτέρων ελέγχου (due diligence, «δέουσα επιμέλεια») για μια χρηματοπιστωτική πράξη που διενήργησε η Universal στην αμερικανική αγορά· συλλογική αγωγή λόγω συμπράξεως που ασκήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά των Universal, Dimon και SCC· ανάγκη ενημερώσεως των μεσαίων στελεχών της Deltafina σχετικά με την υποβολή της αιτήσεως ευνοϊκής μεταχειρίσεως προκειμένου να αποτραπεί η εξακολούθηση των δραστηριοτήτων της συμπράξεως· η επικείμενη συνεδρίαση της APTI, επί τη ευκαιρία της οποίας η Deltafina έπρεπε, για πρώτη φορά μετά την υποβολή της αιτήσεώς της ευνοϊκής μεταχειρίσεως, να συναντήσει τις υπόλοιπες επιχειρήσεις μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού.
87 Δεδομένου ότι η επίμαχη αγορά χαρακτηρίζεται από το πολύ περιορισμένο της μέγεθος, τη διαφάνειά της και την ευκολία αναπτύξεως προσωπικών επαφών μεταξύ των μελών της συμπράξεως, η άρνηση της Deltafina να συμμετάσχει στις συνήθεις συζητήσεις κατά τις εβδομάδες μετά την υποβολή της αιτήσεώς της απαλλαγής θα είχε μοιραία εγείρει υπόνοιες μεταξύ των υπολοίπων μελών της συμπράξεως. Ο κίνδυνος να συναχθεί ενδεχομένως από τη συμπεριφορά αυτή ότι είχε υποβάλει αίτηση απαλλαγής ήταν ακόμα μεγαλύτερος εάν ληφθεί υπόψη το πραγματικό πλαίσιο γύρω από την αίτησή της απαλλαγής και, ειδικότερα, οι έλεγχοι στην Ισπανία και στις Βρυξέλλες τον Οκτώβριο του 2001, η υποβολή συλλογικής αιτήσεως απαλλαγής εκ μέρους της Dimon, της Deltafina και της Transacatab αναφορικά με παράνομες συμπράξεις στην ισπανική αγορά, το γεγονός ότι η συμπεριφορά της Deltafina ήταν χαρακτηριστική εκ μέρους ενός υποβάλλοντος αίτηση απαλλαγής, οι πιέσεις που ασκούσαν οι ανταγωνιστές της, μεταξύ άλλων η Dimon και η SCC, προκειμένου να επιβεβαιώσουν ότι η Deltafina είχε υποβάλει αίτηση απαλλαγής. Η Deltafina προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως λαμβάνει υπόψη το πραγματικό αυτό πλαίσιο.
88 Επιπλέον, η Deltafina υποστηρίζει ότι η υποχρέωση να τερματίσει αμέσως την παράβαση θα την περιήγαγε σε μια αδιέξοδη κατάσταση. Συγκεκριμένα, εάν η Deltafina δεν είχε υποχρεωθεί να αποσυρθεί από τη σύμπραξη από τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς της απαλλαγής, δεν θα είχε αναγκασθεί να πραγματοποιήσει την ανακοίνωση αυτή κατά τη συνεδρίαση της APTI, προκειμένου να θέσει τέρμα σε μία κατάσταση που είχε καταστεί αφόρητη. Η γνωστοποίηση της αιτήσεως απαλλαγής αποτελεί, επομένως, άμεση συνέπεια, υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, της υποχρεώσεως περί παύσεως της παραβάσεως. Η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει ρητώς την ύπαρξη μιας «εγγενούς συγκρούσεως» μεταξύ των υποχρεώσεων που θέτει το σημείο 11, στοιχεία α΄ και β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 (αιτιολογική σκέψη 434 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), παραλείπει όμως να συναγάγει τις αναγκαστικές συνέπειες. Η Deltafina διερωτάται κατά πόσον το σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 επιβάλλει στον αιτούντα να ψεύδεται προκειμένου να μπορεί να διατηρεί την υπό όρους απαλλαγή.
89 Εξάλλου, τα προγράμματα επιείκειας στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε διάφορα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Γαλλία, δίνουν στις αρχές τη δυνατότητα να επιτρέπουν στους αιτούντες απαλλαγή να εξακολουθούν να συμμετέχουν στη σύμπραξη, ούτως ώστε να διατηρείται το χαρακτηριστικό αιφνιδιασμού των μεταγενέστερων ελέγχων. Η δυνατότητα αυτή καθιερώθηκε με τη νέα ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006 [ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2006, C 298, σ. 17, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006)]. Επιπλέον, μόλις στην ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006 περιελήφθη ρητώς υποχρέωση τηρήσεως του απορρήτου.
90 Δεύτερον, η Deltafina υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ήταν πλήρως ενήμερη του γεγονότος ότι, για πρακτικούς λόγους που αναφέρθηκαν κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002, η Deltafina αποκάλυψε ότι είχε υποβάλει αίτηση απαλλαγής προ της περιόδου μεταξύ 18 και 20 Απριλίου 2002, περίοδο από την οποία η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει ελέγχους. Η Deltafina αναφέρει ότι είχε γνωστοποιήσει στην Επιτροπή την ανησυχία της ως προς το ότι δεν ήταν σε θέση να αποκρύπτει για μεγάλο διάστημα την υποβολή της αιτήσεώς της απαλλαγής, τόσο στις 28 Φεβρουαρίου 2002, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ του δικηγόρου της Universal και του επιφορτισμένου με τον φάκελο υπαλλήλου της Επιτροπής, όσο και κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002. Επιπλέον, κατά την ακρόαση της 22ας Ιουνίου 2004, ο εν λόγω υπάλληλος επιβεβαίωσε ότι είχε «παραδεχθεί» ότι έπρεπε να γίνει η αποκάλυψη και ότι «δεν μπορούσε να επιτευχθεί απόλυτη συμφωνία για το απόρρητο».
91 Τα πρακτικά της συνεδριάσεως της 14ης Μαρτίου 2002 που συνέταξε η ίδια η Επιτροπή, καθώς και οι σημειώσεις του δικηγόρου της Universal και των δικηγόρων της Deltafina που παρίσταντο στη συνεδρίαση καταδεικνύουν ότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής τελούσαν εν γνώσει της αδυναμίας της Deltafina να αποφύγει τη γνωστοποίηση της αιτήσεώς της απαλλαγής κατά τη συνεδρίαση της APTI. Το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνομιλίας της 22ας Μαρτίου 2002 μεταξύ των δικηγόρων της Deltafina και του επιφορτισμένου με τον φάκελο υπαλλήλου επιβεβαιώνουν ότι η Επιτροπή ήταν πλήρως ενήμερη σχετικά με την εκ μέρους της Deltafina επικείμενη αποκάλυψη της συνεργασίας της.
92 Επιπλέον, από τα εκ μέρους της Επιτροπής συνταχθέντα πρακτικά της συνεδριάσεως της 14 Μαρτίου 2002 προκύπτει ότι ο επιφορτισμένος με τον φάκελο υπάλληλος της Επιτροπής δήλωσε ότι, σε περίπτωση γνωστοποιήσεως της αιτήσεως απαλλαγής, «η υποχρέωση της Deltafina να προσκομίσει το γρηγορότερο δυνατόν αποδεικτικά στοιχεία στην Επιτροπή [θα είναι] ακόμα πιο επιτακτική». Η Deltafina εκπλήρωσε όμως την υποχρέωση αυτή, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 389 έως 397 της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ως εκ τούτου, τήρησε την υποχρέωσή της συνεργασίας, καθόσον προσκόμισε συμπληρωματικές πληροφορίες, όπως είχαν ζητήσει οι υπηρεσίες της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002, αποδεχόμενη επομένως το μεγαλύτερο αυτό βάρος λόγω της αδυναμίας να κρατήσει μυστική τη συνεργασία της. Επιπλέον, οι διευθύνοντες της Deltafina είχαν μεγάλης διάρκειας ακροάσεις με την Επιτροπή στις 29 Μαΐου και στις 11 Ιουλίου 2002. Πράγματι, το μεγαλύτερο τμήμα των αποδείξεων που περιλήφθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση προέρχεται από την Deltafina. Επομένως, η Deltafina συμμορφώθηκε πλήρως προς τα αιτήματα της Επιτροπής στο πλαίσιο της «δεύτερης καλύτερης εναλλακτικής λύσης» που αυτή ανέφερε. Ζητώντας από την Deltafina να προσκομίσει συμπληρωματικές πληροφορίες, η Επιτροπή επέτρεψε να μην διακυβεύσει την έρευνα η γνωστοποίηση της αιτήσεως για μη επιβολή προστίμων.
93 Κατά την Deltafina, ο λόγος για τον οποίο δεν ενημέρωσε την Επιτροπή ότι είχε αποκαλύψει της αίτησή της απαλλαγής έγκειται στην περίσταση ότι, κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002, είχε πληροφορήσει την Επιτροπή σχετικά με την πρακτική της αδυναμία να μην αποκαλύψει την αίτηση αυτή επί τη ευκαιρία της επικείμενης συνεδριάσεως της APTI. Κατά την Deltafina, οι επιφορτισμένοι με την υπόθεση υπάλληλοι της Επιτροπής τελούσαν, επομένως, εν πλήρει γνώσει του ότι η Deltafina θα πραγματοποιούσε την ανακοίνωση αυτή επί τη ευκαιρία της εν λόγω συνεδριάσεως.
94 Επιπλέον, τα δύο έγγραφα που αφορούν τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002, βάσει των οποίων η Dimon Italia κατηγόρησε την Deltafina ότι παρέβη την υποχρέωσή της συνεργασίας, περιλαμβάνονταν προ πολλού στο φάκελο της Επιτροπής, τουτέστιν από την εποχή της γνωστοποιήσεως προς την Dimon Italia, στις 18 Απριλίου 2002, η δε Επιτροπή ουδέποτε είχε εντοπίσει κάτι αξιόμεμπτο σε αυτά.
95 Τρίτον, η Deltafina διατείνεται ότι η αρχική εσφαλμένη αντίληψη της Επιτροπής ως προς τη συμπεριφορά της επηρέασε τα συμπεράσματα που διατυπώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Υποστηρίζει ότι, στο προσάρτημα, η Επιτροπή βασίσθηκε στην υπόθεση ότι η Deltafina, η Dimon Italia και η Transcatab είχαν οργανώσει από κοινού τη συμπεριφορά τους για την υποβολή αιτήσεων απαλλαγής. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει από τα σημεία 57 και 60 του προσαρτήματος. Στο σημείο 60, ειδικότερα, η Επιτροπή χαρακτήρισε τη συμπεριφορά της Deltafina ως «προδήλως δόλια». Πάντως, από τον φάκελο καταδεικνύεται ότι η Deltafina, η Dimon Italia και η Transcatab προετοίμασαν τις αντίστοιχές τους αιτήσεις απαλλαγής αυτοτελώς και χωρίς ουδεμία συνεννόηση όσον αφορά τη σειρά με την οποία θα υποβάλλονταν οι αιτήσεις. Επομένως, η συμπεριφορά της Deltafina ήταν συμβατή προς την ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002.
96 Παρότι οι περιεχόμενες στο προσάρτημα κατηγορίες εις βάρος της Deltafina δεν επαναλήφθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, εντούτοις ίχνη τους εντοπίζονται στην τελευταία, μεταξύ άλλων, στην αιτιολογική σκέψη 441, όπου η Επιτροπή αναφέρει ότι η Deltafina είχε γνωστοποιήσει την κατάθεση της αιτήσεως «στους κύριους ανταγωνιστές της», καθώς και στον τίτλο που έπεται της αιτιολογικής σκέψεως 420 της προσβαλλόμενης αποφάσεως («Δηλώσεις που πραγματοποίησε η Deltafina προς της Dimon και την Transcatab στις 4 Απριλίου 2002»).
97 Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου, η Deltafina προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθότι η Επιτροπή έκρινε ότι η εκ μέρους της γνωστοποίηση της αιτήσεώς της απαλλαγής έθεσε σε κίνδυνο την έρευνα. Συγκεκριμένα, κατά την Deltafina, στο μέτρο που δεν μπορούσε να αποκαλύψει στα υπόλοιπα μέλη της συμπράξεως κάτι που αυτά δεν γνώριζαν ήδη, η γνωστοποίηση αυτή ουδόλως μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την έρευνα της Επιτροπής, σε αντίθεση προς ό,τι υποστηρίζει η τελευταία στην αιτιολογική σκέψη 433 της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
98 Σε ό,τι ειδικότερα αφορά την Dimon Italia και την Transcatab, το γεγονός ότι πληροφορήθηκαν από τον νομικό σύμβουλο της Universal την εκ μέρους της Deltafina υποβολή αιτήσεως απαλλαγής είχε ως μοναδική συνέπεια την επιτάχυνση της υποβολής των αιτήσεών τους ευνοϊκής μεταχειρίσεως, τις οποίες, σε κάθε περίπτωση, ήδη προετοίμαζαν. Η συνεργασία των δύο εταιρειών δεν έθεσε σε κίνδυνο την έρευνα. Τουναντίον, μείωσε τις ερευνητικές προσπάθειες της Επιτροπής. Επιπλέον, από την δικογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή συμφώνησε ως προς τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν με τις δύο αυτές επιχειρήσεις.
99 Στην αιτιολογική σκέψη 443 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η ίδια η Επιτροπή παραδέχεται ότι «είναι αδύνατον να προσδιορισθεί κατά πόσον επηρεάστηκαν πράγματι οι έλεγχοί [της]». Επιπλέον, η παρατιθέμενη στην ίδια αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως περίσταση ότι οι έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στις εγκαταστάσεις της Trestina δεν ήταν καρποφόρες δεν συνιστά συνέπεια της δηλώσεως του προέδρου της Deltafina, αλλά προκύπτει μάλλον από το γεγονός ότι η ίδια η Επιτροπή είχε, μέσω της συμπεριφοράς της, πληροφορήσει εκ των προτέρων το σύνολο του ιταλικού τομέα σχετικά με την έρευνα. Επιπλέον, στην περίπτωση της Romana Tabacchi, η Επιτροπή δεν διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι ο έλεγχος δεν καρποφόρησε.
100 Βάσει όλων των προεκτεθέντων, η Deltafina ζητεί επομένως από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον την καταδικάζει στην καταβολή προστίμου.
101 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθούν οι τρεις πρώτοι λόγοι της Deltafina.
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
102 Προτού εξετασθούν τα διάφορα επιχειρήματα που προβάλλει η Deltafina, πρέπει να υπομνησθεί το νομικό πλαίσιο στο οποίο αυτά εντάσσονται.
Επί του προγράμματος επιείκειας
103 Στο πλαίσιο της διώξεως παραβάσεων του άρθρου 81 EΚ, η Επιτροπή καθιέρωσε ένα πρόγραμμα επιείκειας που αποσκοπεί στην παροχή ευνοϊκής μεταχειρίσεως σε επιχειρήσεις οι οποίες συνεργάζονται με αυτήν στις έρευνες σχετικά με μυστικές συμπράξεις που επηρεάζουν την Ένωση.
104 Το πρόγραμμα αυτό επιείκειας, το οποίο καθιερώθηκε αρχικώς με την ανακοίνωση περί συνεργασίας του 1996, αναπτύχθηκε ακολούθως περαιτέρω στην ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002, η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, και, εν συνεχεία, στην ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006.
105 Από την ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002 προκύπτει ότι η δημιουργία ενός προγράμματος επιείκειας δικαιολογείται επειδή είναι προς το συμφέρον της Ένωσης να αντιμετωπίζει ευνοϊκά επιχειρήσεις που συνεργάζονται με την Επιτροπή στις έρευνες σε σχέση με μυστικές συμπράξεις αφορώσες πρακτικές οι οποίες συγκαταλέγονται στις σοβαρότερες παραβάσεις του άρθρου 81 ΕΚ, ήτοι συμπράξεις που στοχεύουν, μεταξύ άλλων, στον καθορισμό των τιμών, ποσοστώσεων παραγωγής ή πώλησης, στην κατανομή των αγορών ή, ακόμα, στον περιορισμό των εισαγωγών ή των εξαγωγών.
106 Πράγματι, η Επιτροπή φρονεί ότι το όφελος που προκύπτει για τους καταναλωτές και τους πολίτες από τον εντοπισμό και την τιμωρία αυτών των μυστικών συμπράξεων (καρτέλ) είναι σημαντικότερο από το ενδεχόμενο συμφέρον της επιβολής χρηματικών ποινών στις επιχειρήσεις εκείνες που τη βοηθούν να εντοπίσει και να απαγορεύσει πρακτικές της μορφής αυτής (βλ. σημείο 4 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, που επαναλαμβάνεται στο σημείο 3 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2006).
107 Το πρόγραμμα επιείκειας επιδιώκει, επομένως, σκοπό έρευνας, καταστολής και αποτροπής των πρακτικών που συγκαταλέγονται στις σοβαρότερες παραβάσεις του άρθρου 81 ΕΚ. Βασίζεται σε ένα είδος συμφωνίας συναπτόμενης μεταξύ της Επιτροπής και των επιχειρήσεων οι οποίες μετείχαν στις εν λόγω παράνομες συμπράξεις και αποφασίζουν να συνεργασθούν με την Επιτροπή.
108 Πράγματι, οι επιχειρήσεις αυτές προσφέρουν ενεργό και εκούσια συνεργασία στην έρευνα, διευκολύνοντας το έργο της Επιτροπής που συνίσταται στη διαπίστωση και τη δίωξη των παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2007, T‑101/05 και T‑111/05, BASF και UCB κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II‑4949, σκέψη 90 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ως αντάλλαγμα για τη συνεργασία αυτή, οι επιχειρήσεις μπορούν να τύχουν ευνοϊκής μεταχειρίσεως όσον αφορά τα πρόστιμα που θα τους είχαν επιβληθεί σε διαφορετική περίπτωση, υπό την επιφύλαξη της εκ μέρους τους τηρήσεως των όρων που αναφέρονται στην ανακοίνωση περί συνεργασίας.
109 Το πρόγραμμα επιείκειας, όπως προβλέπεται στην ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002, περιλαμβάνει τη δυνατότητα της Επιτροπής τόσο να χορηγήσει πλήρη απαλλαγή από τα πρόστιμα στην πρώτη επιχείρηση που συνεργάζεται στην έρευνα, όσο και να μειώσει τα πρόστιμα των επιχειρήσεων που συνεργάζονται εκ των υστέρων. Στην πρώτη περίπτωση, η οικεία επιχείρηση θα δικαιούται πλήρη απαλλαγή από την αρχή της προσωπικής ευθύνης, δυνάμει της οποίας οσάκις μια επιχείρηση παραβαίνει τους κανόνες του ανταγωνισμού, ευθύνεται για την παράβαση αυτή (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑125/07 P, C‑133/07 P, C‑135/07 P και C‑137/07 P, Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I‑8681, σκέψη 77). Στις λοιπές περιπτώσεις, ο βαθμός εφαρμογής της εξαιρέσεως αυτής ποικίλλει ανάλογα με τη χρονολογική σειρά υποβολής της αιτήσεως συνεργασίας και την ποιότητα της παρασχεθείσας συνεργασίας.
110 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι αποτελεί σύμφυτο χαρακτηριστικό της λογικής του προγράμματος επιείκειας ότι πλήρης απαλλαγή από τα πρόστιμα μπορεί να χορηγηθεί μόνον σε ένα από τα μέλη συμπράξεως, δεδομένου ότι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι να δημιουργηθεί κλίμα αβεβαιότητας στο εσωτερικό των συμπράξεων και να ενθαρρυνθεί η καταγγελία τους στην Επιτροπή. Η αβεβαιότητα αυτή απορρέει ακριβώς από το γεγονός ότι οι μετέχοντες στη σύμπραξη γνωρίζουν ότι μόνον σ’ έναν εξ αυτών μπορεί να χορηγηθεί πλήρης απαλλαγή από τα πρόστιμα, εφόσον καταγγείλει τους άλλους μετέχοντες στην παράβαση, εκθέτοντάς τους με τον τρόπο αυτόν στον κίνδυνο να τους επιβληθούν πρόστιμα.
111 Από την ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002 προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας που προβλέπεται στην ανακοίνωση αυτή και επαναλαμβάνεται ουσιαστικώς στην ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006, η διαδικασία χορηγήσεως πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα σε επιχείρηση περιλαμβάνει τρία διακριτά στάδια.
112 Στο πρώτο στάδιο, η επιχείρηση που προτίθεται να συνεργασθεί με την Επιτροπή πρέπει να την προσεγγίσει και να της παράσχει αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με πιθανολογούμενη σύμπραξη που επηρεάζει τον ανταγωνισμό στην Ένωση. Τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία πρέπει να επιτρέπουν στην Επιτροπή είτε να λάβει απόφαση για την έναρξη της διαδικασίας έρευνας, στην περίπτωση του σημείου 8, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, είτε να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, στην περίπτωση του σημείου 8, στοιχείο β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
113 Στο δεύτερο στάδιο, μόλις λάβει την αίτηση απαλλαγής, η Επιτροπή αξιολογεί τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν προς στήριξη της αιτήσεως αυτής προκειμένου να εξακριβώσει κατά πόσον η συγκεκριμένη επιχείρηση πληροί τους όρους που περιέχονται, αναλόγως της περιπτώσεως, στο σημείο 8, στοιχείο α΄ ή β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002. Εάν η επιχείρηση αυτή είναι η πρώτη που πληροί τους όρους αυτούς, η Επιτροπή της χορηγεί εγγράφως υπό όρους απαλλαγή από τα πρόστιμα (σημεία 15 και 16 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002).
114 Η χορήγηση υπό όρους απαλλαγής συνεπάγεται, επομένως, τη δημιουργία ενός ειδικού διαδικαστικού καθεστώτος, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, υπέρ της επιχειρήσεως που πληροί τους όρους που περιέχονται στο σημείο 8 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, το οποίο παράγει ορισμένες έννομες συνέπειες. Εντούτοις, η υπό όρους αυτή απαλλαγή ουδόλως μπορεί να εξομοιωθεί προς την οριστική απαλλαγή από τα πρόστιμα η οποία χορηγείται μόνον κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας.
115 Ειδικότερα, η χορήγηση υπό όρους απαλλαγής, αφενός, πιστοποιεί ότι η οικεία επιχείρηση ήταν η πρώτη που πληρούσε τους όρους που περιέχονται στο σημείο 8, στοιχείο α΄ ή β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, με αποτέλεσμα να μην εξετάσει η Επιτροπή άλλες αιτήσεις για απαλλαγή από τα πρόστιμα πριν λάβει θέση επί της αιτήσεώς της (σημείο 18 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002), και, αφετέρου, παρέχει στην εν λόγω επιχείρηση τη διασφάλιση ότι η Επιτροπή θα της χορηγήσει απαλλαγή από τα πρόστιμα εφόσον, κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, συναγάγει ότι η επιχείρηση αυτή πληροί τους όρους του σημείου 11, στοιχεία α΄ έως γ΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
116 Ως προς τούτο, σημειωτέον ότι, κατά το σημείο 11, στοιχεία α΄ έως γ΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002:
«Εκτός από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα σημεία 8, στοιχείο α΄, και 9 ή στα σημεία 8, στοιχείο β΄, και 10, πρέπει σε κάθε περίπτωση να πληρούνται, καταλλήλως, οι ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η απαλλαγή από ένα πρόστιμο:
α) η επιχείρηση συνεργάζεται πλήρως, ενεργώς και σε διαρκή βάση κατά τη διεξαγωγή των διοικητικών διαδικασιών της Επιτροπής με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή ή στη διάθεσή της σχετικά με την πιθανολογούμενη παράβαση. Ιδιαίτερα, παραμένει στη διάθεση της Επιτροπής για να απαντήσει άμεσα σε οποιοδήποτε αίτημα που μπορεί να συμβάλει στην απόδειξη των σχετικών πραγματικών περιστατικών·
β) η επιχείρηση τερματίζει, όπως ενδείκνυται, την ανάμειξή της στην πιθανολογούμενη παράβαση το αργότερο κατά τη χρονική στιγμή κατά την οποία υποβάλλει τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στα σημεία 8, στοιχείο α΄, ή 8, στοιχείο β΄
γ) επιχείρηση δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλία να εξαναγκάσει άλλες επιχειρήσεις να συμμετάσχουν στην παράβαση.»
117 Εν τέλει, μόνον στο τρίτο στάδιο, κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, μέσω της τελικής αποφάσεως που εκδίδει, η Επιτροπή χορηγεί ή όχι την απαλλαγή από τα πρόστιμα στην επιχείρηση που χαίρει απαλλαγής υπό όρους. Σε εκείνο ακριβώς το χρονικό σημείο παύει να παράγει τα αποτελέσματά του το διαδικαστικό καθεστώς που απορρέει από την υπό όρους απαλλαγή. Σε κάθε περίπτωση, η οριστική απαλλαγή από τα πρόστιμα χορηγείται μόνον εφόσον η εν λόγω επιχείρηση πληροί, καθόλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και έως τον χρόνο της τελικής αποφάσεως, τις τρεις σωρευτικές προυποθέσεις που περιέχονται στο σημείο 11, στοιχεία α΄ έως γ΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 (σημείο 19 της εν λόγω ανακοινώσεως).
118 Επομένως, από το σύστημα που προβλέπεται στην ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002 προκύπτει ότι, πριν την τελική απόφαση, στην αιτούσα την απαλλαγή επιχείρηση δεν χορηγείται όντως απαλλαγή από τα πρόστιμα, αλλά υπάγεται απλώς σε διαδικαστικό καθεστώς, το οποίο ενδέχεται να μετατραπεί σε απαλλαγή από τα πρόστιμα κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, εφόσον πληρούνται οι απαιτούμενες προυποθέσεις.
119 Κατά την έγγραφη όσο και κατά την προφορική διαδικασία, η Deltafina αναφέρθηκε επανειλημμένως σε μία υποτιθέμενη απόφαση της Επιτροπής περί «άρσεως» της υπό όρους απαλλαγής, η οποία της είχε χορηγηθεί βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
120 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, στις 19 Φεβρουαρίου 2002, η Deltafina υπέβαλε, την αίτησή της για απαλλαγή ή μείωση του προστίμου. Ακολούθως, στις 6 Μαρτίου 2002, εκτιμώντας ότι πληρούσε τις προβλεπόμενες στο σημείο 8, στοιχείο β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 προϋποθέσεις, η Επιτροπή της χορήγησε, μέσω επιστολής, το διαδικαστικό καθεστώς τής υπό όρους απαλλαγής. Τέλος, κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, κρίνοντας ότι η Deltafina δεν είχε τηρήσει την προβλεπόμενη στο σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 προϋπόθεση, η Επιτροπή αποφάσισε να μην της χορηγήσει οριστική απαλλαγή.
121 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως είχε ως αποτέλεσμα, όπως ισχυρίζεται η Deltafina, την «άρση» της υπό όρους απαλλαγής, δεδομένου ότι το σχετικό με αυτήν διαδικαστικό καθεστώς έπαυσε να παράγει τα αποτελέσματά του κατά τον χρόνο που η Επιτροπή έλαβε την τελική της απόφαση. Επομένως, στην απόφαση αυτή η Επιτροπή δεν «ήρε» την υπό όρους απαλλαγή, αλλά αποφάσισε να μην χορηγήσει οριστική απαλλαγή στην Deltafina.
122 Στο μέτρο κατά το οποίο δεν υπήρξε «άρση» της υπό όρους απαλλαγής, τα επιχειρήματα της Deltafina πρέπει να ερμηνευθούν ως αφορώντα την απόφαση της Επιτροπής να μην της χορηγήσει οριστική απαλλαγή.
Επί του περιεχομένου της υποχρεώσεως συνεργασίας
123 Δεδομένου ότι η Deltafina προβάλλει κυρίως τον παράνομο χαρακτήρα της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθότι η Επιτροπή αποφάσισε να μην της χορηγήσει οριστική απαλλαγή λόγω παραβάσεως της προβλεπόμενης στο σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 υποχρεώσεως συνεργασίας, πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της εν λόγω υποχρεώσεως.
124 Από το γράμμα του σημείου 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 (βλ. σκέψη 116 ανωτέρω), και ιδίως από τον χαρακτηρισμό της απαιτούμενης συνεργασίας ως «πλήρους, ενεργού και σε διαρκή βάση», προκύπτει ότι η υποχρέωση συνεργασίας της αιτούσας την απαλλαγή επιχειρήσεως συνιστά μια πολύ γενική υποχρέωση, με όχι επακριβώς καθορισμένο πλαίσιο, της οποίας το ακριβές περιεχόμενο μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνον εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, ήτοι εντός του πλαισίου του προγράμματος επιείκειας.
125 Από τα προεκτεθέντα στις ανωτέρω σκέψεις 103 επ. προκύπτει ότι η χορήγηση πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα αποτελεί εξαίρεση από την αρχή της προσωπικής ευθύνης της επιχειρήσεως για παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, η οποία δικαιολογείται από τον σκοπό να διευκολυνθεί η αποκάλυψη, η έρευνα, η καταστολή, καθώς και η αποτροπή πρακτικών που συγκαταλέγονται στις σοβαρότερες παραβάσεις του ανταγωνισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι επομένως λογικό να απαιτείται από την αιτούσα την απαλλαγή επιχείρηση να προσφέρει στην έρευνα της Επιτροπής μια συνεργασία που πρέπει, κατά το γράμμα της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, να είναι «πλήρης, ενεργός και σε διαρκή βάση», με αντάλλαγμα τη χορήγηση πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα για την παραβατική συμπεριφορά της.
126 Από τον χαρακτηρισμό της συνεργασίας ως «πλήρους» προκύπτει, όμως, ότι η συνδρομή που ο αιτών την απαλλαγή οφείλει να παράσχει στην Επιτροπή προκειμένου να τύχει απαλλαγής πρέπει να είναι πλήρης, απόλυτη και ανεπιφύλακτη. Ο χαρακτηρισμός «ενεργός» και «σε διαρκή βάση» συνεπάγεται ότι η συνεργασία αυτή πρέπει να καλύπτει όλη τη διοικητική περίοδο και να είναι, καταρχήν, άμεση.
127 Επιπλέον, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι μείωση του προστίμου βάσει της ανακοινώσεως σχετικά με τη συνεργασία μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον όταν τα προσκομισθέντα πληροφοριακά στοιχεία και, γενικότερα, η συμπεριφορά της οικείας επιχειρήσεως μπορούν συναφώς να θεωρηθούν ότι αποδεικνύουν μια πραγματική συνεργασία εκ μέρους της (βλ., αναφορικά με την ανακοίνωση περί συνεργασίας του 1996, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C/202/02 P, C-205/02 P έως C-208/02 P και C-213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-5425, σκέψη 395, της 29ης Ιουνίου 2006, C-301/04 P, Επιτροπή κατά SGL Carbon, Συλλογή 2006, σ. I-5915, σκέψη 68, και Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 109 ανωτέρω, σκέψη 281).
128 Όπως προκύπτει από την ίδια την έννοια της συνεργασίας, όπως η έννοια αυτή διασαφηνίζεται στο κείμενο της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, μόνον όταν η συμπεριφορά της οικείας επιχειρήσεως μαρτυρεί πράγματι ένα τέτοιο πνεύμα συνεργασίας μπορεί να χορηγηθεί μείωση βάσει της εν λόγω ανακοινώσεως (βλ., συναφώς, αναφορικά με την ανακοίνωση περί συνεργασίας του 1996, αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 127 ανωτέρω, σκέψη 396, και Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 109 ανωτέρω, σκέψη 282).
129 Η σκέψη αυτή εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο στη συνεργασία που είναι απαραίτητη προκειμένου να δικαιολογηθεί η παροχή του ευεργετήματος της πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα, στο μέτρο που η απαλλαγή συνιστά ακόμα ευνοϊκότερη μεταχείριση από την απλή μείωση του προστίμου.
130 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η έννοια της «πλήρους, ενεργού και σε διαρκή βάση» συνεργασίας που δικαιολογεί τη χορήγηση πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα προϋποθέτει μία πραγματική, πλήρη και χαρακτηριζόμενη από πραγματικό πνεύμα συνεργασίας.
131 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, οσάκις επιχείρηση παρέχει στην Επιτροπή ένα ατελές ή ανακριβές πλαίσιο πραγματικών περιστατικών, η συμπεριφορά της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντανακλώσα πραγματικό πνεύμα συνεργασίας υπό την έννοια της νομολογίας του (βλ., συναφώς, αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 127 ανωτέρω, σκέψη 397, Επιτροπή κατά SGL Carbon, σκέψη 127 ανωτέρω, σκέψη 69, και Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 109 ανωτέρω, σκέψη 283).
132 Ομοίως, επιχείρηση που επιθυμεί να τύχει πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα βάσει της συνεργασίας της στην έρευνα δεν μπορεί να παραλείπει να ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με πραγματικά στοιχεία που γνωρίζει και τα οποία είναι ικανά, δυνητικώς έστω, να επηρεάσουν την εξέλιξη της διοικητικής διαδικασίας και την αποτελεσματικότητα της έρευνας της Επιτροπής. Επομένως, μια πραγματική και πλήρης συνεργασία προϋποθέτει ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η οικεία επιχείρηση ενημερώνει εγκαίρως την Επιτροπή σχετικά με κάθε σχετικό γεγονός ικανό να επηρεάσει αρνητικά την ομαλή εξέλιξη της έρευνας, καθώς και την αποκάλυψη και την αποτελεσματική καταστολή της συγκεκριμένης συμπράξεως. Η υποχρέωση αυτή συνεργασίας είναι ακόμα σημαντικότερη οσάκις ένα τέτοιο γεγονός αφορά τις σχέσεις μεταξύ της επιχειρήσεως αυτής και των υπολοίπων μελών της συμπράξεως και, κατά μείζονα λόγο, αν η ενδεχόμενη επέλευση του εν λόγω γεγονότος υπήρξε αντικείμενο προηγούμενης επί τούτω συζητήσεως μεταξύ της Επιτροπής και της επιχειρήσεως αυτής στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.
133 Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η εκτίμηση σχετικά με την ύπαρξη συμπεριφοράς αντανακλώσας πραγματικό πνεύμα συνεργασίας σύμφωνο προς τις απαιτήσεις που αναφέρθηκαν στις σκέψεις 124 έως 133 ανωτέρω και, ιδίως, προς την παρατεθείσα στις ανωτέρω σκέψεις 127 και 128 νομολογία, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον σε συνάρτηση με τις περιστάσεις που υφίστανται κατά τη χρονική στιγμή που λαμβάνει χώρα η συμπεριφορά αυτή. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του «διαρκούς» χαρακτήρα της απαιτούμενης συνεργασίας, που πρέπει να υφίσταται καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, κάθε αντίθετη προς το πραγματικό πνεύμα συνεργασίας συμπεριφορά αρκεί από μόνη της για τη θεμελίωση παραβάσεως της υποχρεώσεως συνεργασίας. Επομένως, δεν μπορεί κάθε μεταγενέστερο της εν λόγω συμπεριφοράς γεγονός να δικαιολογήσει τέτοια παράβαση.
134 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι δεν μπορεί να προβληθεί τυχόν εκ των υστέρων διαπίστωση ότι η παραβαίνουσα την υποχρέωση συνεργασίας συμπεριφορά δεν παρήγαγε αρνητικές συνέπειες, προκειμένου να δικαιολογηθεί η συμπεριφορά αυτή.
135 Τα πραγματικά στοιχεία και τα επιχειρήματα που προβάλλει η Deltafina πρέπει να εκτιμηθούν υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών.
Επί της παραβάσεως εκ μέρους της Deltafina της υποχρεώσεως συνεργασίας
136 Στο πλαίσιο των τριών πρώτων λόγων της, η Deltafina προβάλλει, ουσιαστικώς, ότι η Επιτροπή υπέπεσε πολλαπλώς σε πλάνη, καθότι δεν της χορήγησε απαλλαγή από τα πρόστιμα κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας εξαιτίας της εκ μέρους της παραβάσεως της υποχρεώσεως συνεργασίας που προβλέπεται στο σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
137 Συναφώς, αποδεικνύεται, πρώτον, ότι στις 4 Απριλίου 2002, κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως της APTI, ο πρόεδρος της Deltafina προέβη σε μία αυθόρμητη δήλωση με την οποία ενημέρωσε τους παριστάμενους ότι η Deltafina είχε υποβάλει στην Επιτροπή αίτηση απαλλαγής στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας αναφορικά με τις υφιστάμενες συμπράξεις μεταξύ των επιχειρήσεων μεταποιήσεως στην αγορά καπνού στην Ιταλία και ότι η Deltafina είχε αρχίσει να συνεργάζεται με την Επιτροπή. Η ανακοίνωση αυτή περιγράφεται λεπτομερώς από τον ίδιο τον πρόεδρο της Deltafina σε γραπτή δήλωση που επαναλαμβάνεται κατά γράμμα στην αιτιολογική σκέψη 426 της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Από τη δήλωση αυτή προκύπτει ότι ο πρόεδρος της Deltafina επιβεβαίωσε ότι είχε ο ίδιος αποφασίσει να πραγματοποιήσει την προαναφερθείσα ανακοίνωση κατά τη συνεδρίαση της 4ης Απριλίου 2002.
138 Η Deltafina δεν αμφισβητεί τη μνημονευόμενη, μεταξύ άλλων, στην αιτιολογική σκέψη 449 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περίσταση ότι, παρά τις επανειλημμένες επαφές της με τις υπηρεσίες της Επιτροπής μετά την εν λόγω γνωστοποίηση, ουδέποτε τις ενημέρωσε σχετικά με τη δήλωση στην οποία προέβη ο πρόεδρός της κατά τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002. Στην δε προσφυγή της επιβεβαιώνει μάλιστα το γεγονός αυτό.
139 Αποδεικνύεται επίσης ότι η Επιτροπή αντιλήφθηκε την εκ μέρους του προέδρου της Deltafina γνωστοποίηση μόνον κατόπιν δηλώσεως της Dimon Italia κατά την ακρόαση της 22ας Ιουνίου 2004, ήτοι δύο και πλέον έτη μετά την εν λόγω γνωστοποίηση (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 410, 422, 423 και 449 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
140 Δεύτερον, αποδεικνύεται επίσης ότι, στις 2 Απριλίου 2002, ο εξωτερικός νομικός σύμβουλος της Universal, μητρικής εταιρείας της Deltafina, ενημέρωσε τους εξωτερικούς νομικούς συμβούλους της SCC και της Dimon, μητρικών εταιρειών αντιστοίχως της Transcatab και της Dimon Italia, ανταγωνιστών της Deltafina στην ιταλική αγορά, ότι η Deltafina είχε υποβάλει αίτηση απαλλαγής στην Επιτροπή σχετικά με τις συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων μεταποιήσεως στην αγορά καπνού στην Ιταλία. Η περίσταση αυτή, την οποία δεν αμφισβητεί η Deltafina, προκύπτει από την δήλωση στην οποία προέβη ο εξωτερικός νομικός σύμβουλος της Universal, που περιέχεται στην αιτιολογική σκέψη 455 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και, ιδίως, από το τελευταίο εδάφιο της δηλώσεως αυτής, οπού ρητώς αναφέρει ότι «πληροφόρησε σχετικώς τους νομικούς συμβούλους των άλλων μερών στις 2 Απριλίου 2002».
141 Η Deltafina δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι, καίτοι η ίδια και η Universal είχαν επανειλημμένες επαφές με τις υπηρεσίες της Επιτροπής μετά την ανακοίνωση αυτή, η τελευταία ενημερώθηκε από την ίδια και την Universal σχετικά με την ανακοίνωση στην οποία προέβη ο εξωτερικός νομικός σύμβουλος της Universal στις 2 Απριλίου 2002, μόλις τον Φεβρουάριο του 2005, κατόπιν της αποστολής του προσαρτήματος από την Επιτροπή (βλ. αιτιολογική σκέψη 454 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Στην προσφυγή της, η Deltafina επιβεβαιώνει μάλιστα ρητώς το γεγονός αυτό.
142 Η Επιτροπή έλαβε επομένως γνώση της ανακοινώσεως του εξωτερικού συμβούλου της Universal μόλις τρία έτη σχεδόν μετά την πραγματοποίηση της ανακοινώσεως αυτής. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε εγκαίρως για την ανακοίνωση αυτή μνημονεύεται ρητώς στο τέλος της αιτιολογικής σκέψεως 459 της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
143 Δεδομένου, όμως, ότι Deltafina υπέβαλε αίτηση απαλλαγής στις 19 Φεβρουαρίου 2002 και έλαβε, στις 6 Μαρτίου 2002, την εκ μέρους της Επιτροπής αναγνώριση του διαδικαστικού καθεστώτος της υπό όρους απαλλαγής, ήταν υποχρεωμένη, προκειμένου να μπορεί, κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, να τύχει οριστικής απαλλαγής, να τηρήσει πλήρως τις απορρέουσες από το σημείο 11 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 υποχρεώσεις και, ιδίως, την υποχρέωση πλήρους, ενεργού και σε διαρκή βάση συνεργασίας που προβλέπεται στο σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως αυτής.
144 Όπως υπομνήσθηκε στις ανωτέρω σκέψεις 127, 128 και 131, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι μόνον όταν η συμπεριφορά της επιχειρήσεως, η οποία ζήτησε να τύχει της προβλεπόμενης στην ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002 ευνοϊκής μεταχειρίσεως, επιδεικνύει πραγματικό πνεύμα συνεργασίας, μπορεί η επιχείρηση αυτή να τύχει τέτοιας ευνοϊκής μεταχειρίσεως. Επιπλέον, οσάκις επιχείρηση παρέχει στην Επιτροπή ένα ατελές ή ανακριβές πλαίσιο πραγματικών περιστατικών, η συμπεριφορά της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντανακλώσα πραγματικό πνεύμα συνεργασίας, υπό την έννοια της νομολογίας αυτής.
145 Στην προκειμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι η Deltafina παρέλειψε να ενημερώσει την Επιτροπή ως προς τις σχετικές για την έρευνα περιστάσεις, ήτοι ως προς το γεγονός ότι ο πρόεδρός της είχε αποκαλύψει, κατά τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002, ότι η Deltafina είχε υποβάλει αίτηση απαλλαγής και ότι ο εξωτερικός νομικός σύμβουλος της μητρικής εταιρείας Universal είχε πράξει το ίδιο αναφορικά με τις μητρικές εταιρείες ορισμένων εκ των ανταγωνιστών της στις 2 Απριλίου 2002. Αποδεικνύεται επίσης ότι η Επιτροπή δεν τελούσε εν γνώσει των σχετικών για την έρευνα αυτών περιστάσεων πλέον των δύο ετών.
146 Επιπλέον, από την προσβαλλόμενη απόφαση και από τη δικογραφία προκύπτει ότι το ζήτημα της απαιτήσεως να παραμείνει μυστική η υποβολή της αιτήσεως απαλλαγής προκειμένου να μην κινητοποιηθούν οι ανταγωνιστές και να μην διακυβευθεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων αποτέλεσε αντικείμενο ειδικών συζητήσεων μεταξύ των μερών κατά τη διάρκεια επαφών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας και, ιδίως, κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002 (βλ. σκέψεις 8 και 47 έως 49 ανωτέρω, καθώς και τα πρακτικά της συνεδριάσεως αυτής που μνημονεύονται στις αιτιολογικές σκέψεις 413 έως 415 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και κατατέθηκαν στη δικογραφία από την Deltafina). Ειδικότερα, από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει ρητώς από την Deltafina να κρατήσει μυστική την αίτηση απαλλαγής λόγω της προθέσεώς της να διενεργήσει ελέγχους. Επομένως, η Deltafina είχε αντιληφθεί το γεγονός ότι ενδεχόμενη γνωστοποίηση της αιτήσεως απαλλαγής εθεωρείτο ως περίσταση ικανή, έστω δυνητικώς, να ασκήσει επιρροή στην ομαλή εξέλιξη της έρευνας και στην ικανότητα της Επιτροπής να διαπιστώσει, να ελέγξει την επίμαχη σύμπραξη και να επιβάλει συναφώς αποτελεσματικές κυρώσεις.
147 Εξάλλου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, κατά το συγκεκριμένο χρόνο, τυχόν γνωστοποίηση της αιτήσεως απαλλαγής εκλαμβάνετο τόσο από την Deltafina όσο και από την Επιτροπή, ως περίσταση ικανή να επηρεάσει, έστω δυνητικώς, αρνητικώς την έρευνα. Τούτο επιβεβαιώνεται, αφενός, από το γεγονός ότι η ίδια η Deltafina έκρινε αναγκαία τη διαφύλαξη του πιο αυστηρού απορρήτου ως προς την αίτηση απαλλαγής (βλ. τέλος της σκέψεως 50 ανωτέρω), γεγονός που καταδεικνύει ότι είχε επίγνωση των ενδεχόμενων αρνητικών επιπτώσεων μιας αποκαλύψεως της πληροφορίας αυτής, και, αφετέρου, από το γεγονός ότι και η ίδια διατείνεται ότι επωμίσθηκε μεγαλύτερο βάρος εξαιτίας της αδυναμίας να κρατήσει μυστική τη συνεργασία της (βλ. σκέψεις 92 ανωτέρω και 163 κάτωθι), γεγονός που καταδεικνύει ότι συμφωνούσε ότι τυχόν αποκάλυψη της πληροφορίας αυτής συνιστούσε πρόβλημα που έχρηζε λύσεως προκειμένου να αντιμετωπισθεί. Επομένως, η Deltafina δεν μπορεί να προβάλει ότι δεν γνώριζε ότι η διαφύλαξη του απορρήτου ως προς την αίτηση απαλλαγής εθεωρείτο σημαντικό στοιχείο για την επιτυχία της έρευνας.
148 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι μία αντανακλώσα πραγματικό πνεύμα συνεργασίας συμπεριφορά θα επέτασσε να ενημερώσει η Deltafina εγκαίρως την Επιτροπή σχετικά με το γεγονός ότι η αίτησή της απαλλαγής είχε γνωστοποιηθεί.
149 Έχοντας, όμως, παραλείψει να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τις γνωστοποιήσεις της αιτήσεως απαλλαγής, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 2 και 4 Απριλίου 2002, καίτοι τα γεγονότα αυτά ενδέχετο, έστω δυνητικώς, να επηρεάσουν την ομαλή εξέλιξη της έρευνας, η Deltafina δεν μπορεί να προβάλει ότι η συμπεριφορά της συνιστούσε πραγματική συνεργασία εκ μέρους της υπό την έννοια της νομολογίας που αναφέρθηκε στις σκέψεις 127, 128 και 131 ανωτέρω και, επομένως, ότι δεν παρέβη την υποχρέωση συνεργασίας που απορρέει από το σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 στην οποία υπέκειτο ως αιτούσα την απαλλαγή.
150 Τα ειδικά επιχειρήματα που προβάλλει η Deltafina στο πλαίσιο των τριών πρώτων της λόγων δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα αυτό.
Επί των ειδικών επιχειρημάτων που προβάλλει η Deltafina και αντλούνται από πλάνη βαρύνουσα την προσβαλλόμενη απόφαση καθότι η Επιτροπή δεν της χορήγησε οριστική απαλλαγή
Επί του επιχειρήματος που αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί να γνωστοποιήσει η Deltafina την αίτησή της απαλλαγής επί τη ευκαιρία της συνεδριάσεως της APTI
151 Καταρχάς, πρέπει να εξετασθεί το προβληθέν στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου επιχείρημα της Deltafina, κατά το οποίο η Επιτροπή γνώριζε και είχε αποδεχτεί την εκ μέρους της Deltafina αποκάλυψη, επί τη ευκαιρία της επικείμενης συνεδριάσεως του APTI, του γεγονότος ότι είχε υποβάλει αίτηση απαλλαγής. Συγκεκριμένα, στην προσφυγή η Deltafina υποστηρίζει ότι δεν ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με αυτήν την αποκάλυψη διότι την είχε ήδη πληροφορήσει προηγουμένως, κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002, ότι αδυνατούσε να μην προβεί στην εν λόγω αποκάλυψη κατά τη συνεδρίαση της APTI. Επομένως, οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν ενημερωθεί ότι η Deltafina επρόκειτο να πραγματοποιήσει μια τέτοια αποκάλυψη κατά τη συνεδρίαση αυτή.
– Επί της υποτιθέμενης προηγούμενης ενημερώσεως της Επιτροπής
152 Διαπιστώνεται, συναφώς, ότι ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η Deltafina ενημέρωσε εκ των προτέρων την Επιτροπή κατά ρητό και σαφή τρόπο ότι, κατά την επικείμενη συνεδρίαση της APTI, ένας εκ των εκπροσώπων της θα προέβαινε σε αυθόρμητη γνωστοποίηση της αιτήσεώς της απαλλαγής, όπως αυτή που πραγματοποίησε ο πρόεδρος της Deltafina στις 4 Απριλίου 2002.
153 Επομένως, ούτε τα πρακτικά της συνεδριάσεως της 14ης Μαρτίου 2002 που συνέταξαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής ούτε οι σημειώσεις που κράτησε ένας εκ των εκπροσώπων της Universal κατά τη συνεδρίαση αυτή μνημονεύουν το γεγονός ότι, κατά τη διάρκειά της, η Deltafina ενημέρωσε ρητώς την Επιτροπή ότι θα προέβαινε στην εν λόγω γνωστοποίηση (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 413 έως 415 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
154 Ασφαλώς, κατά τη συνεδρίαση αυτή, η Deltafina προέβαλε τέσσερις λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι της ήταν αδύνατον να διαφυλάξει για ακόμα έναν μήνα το απόρρητο σχετικά με την αίτησή της απαλλαγής, ένας εκ των οποίων ήταν η επικείμενη συνάντηση της APTI. Εντούτοις, από τα πρακτικά της συνεδριάσεως αυτής που συνέταξε ο ίδιος ο εκπρόσωπος της Universal προκύπτει ότι η Deltafina περιορίστηκε στο να επισημάνει τη δυσκολία να κρατήσει μυστική την αίτησή της απαλλαγής, στο βαθμό που τυχόν διαφορετική εκ μέρους της συμπεριφορά, κατά την επικείμενη συνεδρίαση της APTI, σε σχέση με τη συμπεριφορά της κατά τις προηγούμενες συνεδριάσεις, θα ήταν ικανή να εγείρει υπόνοιες στους ανταγωνιστές της όσον αφορά την υποβολή αιτήσεως απαλλαγής (βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογική σκέψη 415 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Αντιθέτως, η Deltafina ουδόλως μνημόνευσε την πρόθεση να προβεί σε αυθόρμητη γνωστοποίηση της αιτήσεώς της απαλλαγής.
155 Εξάλλου, απαντώντας σε ερώτημα του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ίδια η Deltafina αναγνώρισε, ουσιαστικώς, ότι, κατά τη συνεδρίαση με τις υπηρεσίες της Επιτροπής της 14ης Μαρτίου 2002, δεν τις ενημέρωσε ρητώς ότι κατά την επικείμενη συνεδρίαση της APTI επρόκειτο να προβεί σε αυθόρμητη γνωστοποίηση της αιτήσεώς της απαλλαγής.
156 Επιπλέον, δεν προκύπτει από οιοδήποτε έγγραφο της δικογραφίας ότι, σε κάποια άλλη περίσταση, η Deltafina ενημέρωσε προηγουμένως και κατά σαφή τρόπο την Επιτροπή ότι θα προέβαινε σε τέτοια αυθόρμητη δήλωση.
157 Ειδικότερα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Deltafina ότι ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με το γεγονός ότι επρόκειτο να προβεί σε γνωστοποίηση της αιτήσεώς της απαλλαγής κατά την τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του επιφορτισμένου με τον φάκελο υπαλλήλου και των εκπροσώπων της Deltafina στις 22 Μαρτίου 2002, ήτοι δέκα περίπου ημέρες πριν την γνωστοποίηση της 4ης Απριλίου 2002 (βλ. σκέψεις 10 και 91 ανωτέρω).
158 Πράγματι, από τη σύνοψη του περιεχομένου της τηλεφωνικής αυτής συνομιλίας, που καταρτίσθηκε από έναν εκ των δικηγόρων της Deltafina για εσωτερική χρήση, προκύπτει ότι, κατά τη διάρκειά της, οι εκπρόσωποι της «αναφέρθηκαν» στο γεγονός ότι η συνεδρίαση της APTI θα ελάμβανε χώρα προσεχώς και ότι, επομένως, η αντοχή του απορρήτου άγγιζε τα όριά της («tenuta confidenzialità era conseguentemente alla fine»). Διαπιστώνεται, όμως, ότι τέτοια «αναφορά» δεν συνιστά προηγούμενη, ρητή και σαφή πληροφορία σχετικά με το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Deltafina θα προβεί, κατά την επικείμενη συνεδρίαση της APTI, σε αυθόρμητη γνωστοποίηση της αιτήσεως απαλλαγής. Επομένως, από το γεγονός ότι ο επιφορτισμένος με τον φάκελο υπάλληλος απάντησε στην «αναφορά» αυτή ότι «το ζήτημα συζητήθηκε επαρκώς στις Βρυξέλλες και ήταν σαφές» η Deltafina δεν μπορεί να συνάγει εγκύρως ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί το ότι η Deltafina θα γνωστοποιούσε αυθορμήτως την αίτηση απαλλαγής. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από μία σύνοψη του περιεχομένου της ίδιας τηλεφωνικής συνομιλίας, που καταρτίσθηκε από την Επιτροπή για εσωτερική χρήση, από την οποία προκύπτει αποκλειστικώς ότι, κατά τη συνομιλία αυτή, η συζήτηση σχετικά με τη δυνατότητα να κρατηθεί μυστική η αίτηση απαλλαγής αφορούσε, ακριβώς όπως και κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002, τον κίνδυνο να αντιληφθούν τα υπόλοιπα μέλη της συμπράξεως κατά την επικείμενη συνεδρίαση της APTI ότι η Deltafina συνεργαζόταν με την Επιτροπή.
159 Επιπροσθέτως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο επιφορτισμένος με τον φάκελο υπάλληλος που είχε συμμετάσχει τόσο στη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002 όσο και στην τηλεφωνική συνομιλία της 22ας Μαρτίου 2002 επιβεβαίωσε ότι ουδέποτε αντελήφθη ότι η Deltafina προετίθετο να προβεί σε αυθόρμητη δήλωση κατά την επικείμενη συνεδρίαση της APTI και ότι, εάν η Επιτροπή είχε αντιληφθεί ότι η πρόθεση της Deltafina ήταν τέτοια, δεν θα είχε δώσει τη συγκατάθεσή της, γεγονός που προκύπτει, εξάλλου, από την αιτιολογική σκέψη 449 της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Όσον αφορά τη μνημονευθείσα από την Deltafina δήλωση του ίδιου υπαλλήλου κατά την ακρόαση της 22ας Ιουνίου 2004 (βλ. σκέψη 90 ανωτέρω), ούτε αυτή μπορεί να τεκμηριώσει το επιχείρημά της. Πράγματι, ουδόλως προκύπτει από τη δήλωση αυτή, όπως υποστηρίζει η Deltafina, ότι ο εν λόγω υπάλληλος αποδέχθηκε ότι έπρεπε να είχε γίνει αυθόρμητη αποκάλυψη της αιτήσεως απαλλαγής.
160 Υπό το πρίσμα του συνόλου των σκέψεων αυτών, διαπιστώνεται ότι η Deltafina δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι ενημέρωσε εκ των προτέρων δεόντως την Επιτροπή σχετικά με το γεγονός ότι επρόκειτο να γνωστοποιήσει αυθορμήτως την αίτηση απαλλαγής κατά τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, δεδομένου ότι δεν γνώριζε ότι η Deltafina επρόκειτο να προβεί σε τέτοια αυθόρμητη γνωστοποίηση, η Επιτροπή δεν μπορούσε να την έχει αποδεχθεί ή εγκρίνει εκ των προτέρων. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα της Deltafina ότι η Επιτροπή γνώριζε ότι επρόκειτο να γνωστοποιήσει την αίτηση απαλλαγής κατά τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002 πρέπει να απορριφθεί.
161 Η Deltafina προβάλλει, εντούτοις, ότι τα δύο έγγραφα που αφορούν τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002, στα οποία παρέπεμψε η Dimon Italia κατά την ακρόαση της 22ας Ιουνίου 2004 προκειμένου να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με το γεγονός ότι η Deltafina είχε γνωστοποιήσει την αίτησή της απαλλαγής, περιέχονταν ήδη στο φάκελο από την ημερομηνία των ελέγχων που πραγματοποίησε η Επιτροπή στις εγκαταστάσεις της Dimon Italia.
162 Διαπιστώνεται, συναφώς, ότι τα δύο αυτά έγγραφα είναι απλές χειρόγραφες σημειώσεις, όχι ευχερώς κατανοητά, τα οποία περιέχουν μεν τις δηλώσεις που έγιναν κατά τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002, εξ αυτών όμως δεν προκύπτει ο συντάκτης. Επομένως, η Deltafina δεν μπορεί να προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν αντελήφθη βάσει των σημειώσεων αυτών το γεγονός ότι ο πρόεδρός της είχε αποκαλύψει την αίτησή της απαλλαγής κατά τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αντελήφθη την ύπαρξη εγγράφων που βεβαιώνουν τέτοια γνωστοποίηση ουδόλως μπορεί να καλύψει την έλλειψη ενημερώσεώς της και να δικαιολογήσει μια συμπεριφορά που συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας.
– Επί της υποτιθέμενης συμφωνίας αναφορικά με τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της γνωστοποιήσεως
163 Η Deltafina υποστηρίζει ότι, κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002, κατά τη διάρκεια της οποίας έπρεπε να καθορισθούν οι «κανόνες του παιχνιδιού», ήτοι οι λεπτομέρειες της συνεργασίας της, συνήψε ένα είδος συμφωνίας με την Επιτροπή. Κατά τους όρους της συμφωνίας αυτής, αφενός, η Επιτροπή αποδέχθηκε ότι, λαμβανομένων υπόψη των τεσσάρων περιστάσεων που μνημονεύονται στη σκέψη 86 ανωτέρω, θα ήταν αδύνατο για την Deltafina να διαφυλάξει το απόρρητο της αιτήσεώς της απαλλαγής και, επομένως, η αποκάλυψη της πληροφορίας αυτής ήταν αναπόφευκτη. Αφετέρου, σε αντάλλαγμα της αναγνωρίσεως του αναπόφευκτου χαρακτήρα της αποκαλύψεως αυτής, η Deltafina δέχθηκε να επωμιστεί μεγαλύτερο βάρος, δεσμευόμενη να παράσχει αποδείξεις το συντομότερο δυνατόν. Ως εκ τούτου, η Deltafina τήρησε την υποχρέωσή της συνεργασίας, στον βαθμό που παρέσχε τις συμπληρωματικές πληροφορίες που ζήτησε η Επιτροπή.
164 Σημειωτέον, συναφώς, ότι, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι η άποψη της Deltafina ευσταθεί, δεν είναι ικανή να αναιρέσει το συμπέρασμα ότι, παραλείποντας να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τις γνωστοποιήσεις της αιτήσεως απαλλαγής, η Deltafina παρέβη την υποχρέωσή της συνεργασίας και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να μην της χορηγήσει οριστική απαλλαγή (βλ. σκέψη 149 ανωτέρω).
165 Συγκεκριμένα, ακόμα και εάν υποτεθεί ότι, κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2002, η Επιτροπή δέχθηκε ότι, λόγω των μνημονευθεισών στην ανωτέρω σκέψη 86 περιστάσεων, ήταν αδύνατον για την Deltafina να διαφυλάξει το απόρρητο της αιτήσεώς της απαλλαγής, κάτι που εξάλλου δεν αμφισβητεί η Επιτροπή, η περίσταση αυτή δεν ασκεί επιρροή στη διαπίστωση ότι, στο πλαίσιο μιας συμπεριφοράς διεπόμενης από πραγματικό πνεύμα συνεργασίας, απέκειτο στην Deltafina να ενημερώσει εγκαίρως την Επιτροπή σχετικά με το γεγονός ότι είχαν πραγματοποιηθεί γνωστοποιήσεις της αιτήσεως απαλλαγής (βλ. σκέψεις 145 έως 149 ανωτέρω).
166 Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση που η Deltafina είχε πράγματι υποχρεωθεί να γνωστοποιήσει την αίτησή της απαλλαγής για έναν εκ των λόγων που προέβαλε κατά τη διοικητική διαδικασία και, ιδίως, στην περίπτωση που είχε πράγματι βρεθεί, όπως υποστηρίζει, σε μία τόσο «πιεστική» κατάσταση, ώστε να έχει καταστεί απαραίτητο να γνωστοποιήσει την περίστασή αυτή, στο πλαίσιο της μέριμνάς της να μην παραβεί την προβλεπόμενη στο σημείο 11, στοιχείο β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 υποχρέωσή της να τερματίσει την παράβαση. Πράγματι, ως αιτούσα απαλλαγή, η Deltafina εξακολουθεί σε κάθε περίπτωση να υπόκειται στην υποχρέωση συνεργασίας, όπως αυτή μνημονεύθηκε στις σκέψεις 123 έως 134 ανωτέρω, η οποία της επέβαλλε να ενημερώνει εγκαίρως την Επιτροπή σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες γνωστοποιήσεις.
167 Ομοίως, ακόμα και αν υποτεθεί ότι ευσταθεί η προβαλλόμενη από την Deltafina περίσταση, ότι συμμορφώθηκε προς τη «δεύτερη καλύτερη εναλλακτική λύση» που υποτίθεται ότι συμφωνήθηκε με την Επιτροπή, στην προσπάθεια να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες της γνωστοποιήσεως χορηγώντας τις πληροφορίες που ζήτησε η Επιτροπή, ούτε η περίσταση αυτή είναι ικανή να απαλλάξει την Deltafina από την υποχρέωσή της να ενημερώνει εγκαίρως την Επιτροπή σχετικά με τις γνωστοποιήσεις της αιτήσεώς της απαλλαγής.
168 Όσον αφορά την επίκληση των προγραμμάτων επιείκειας στο δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και άλλων κρατών της Ένωσης, αρκεί να επισημανθεί ότι δεν ασκεί επιρροή στο μέτρο που η θέση την οποία υιοθετούν τα δίκαια αυτά δεν μπορεί να καθορίζει εκείνη που γίνεται δεκτή στο δίκαιο της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T‑191/98, T‑212/98 έως T‑214/98, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑3275, σκέψη 1407). Σε ό,τι τέλος αφορά τα επιχειρήματα που αντλεί η Deltafina από τη νέα ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006, αρκεί η διαπίστωση ότι αυτή δεν είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση διαφοράς (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιουνίου 2010, C‑413/08 P, Lafarge κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 108).
Επί της γνώσεως της έρευνας και επί της απουσίας επιπτώσεων στην έρευνα
169 Στο πλαίσιο του πρώτου της λόγου, η Deltafina διατείνεται ότι η απόφαση να μην της χορηγηθεί απαλλαγή στηρίζεται σε πλάνη, καθότι βασίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι τα υπόλοιπα μέλη της συμπράξεως δεν τελούσαν εν γνώσει της έρευνας της Επιτροπής αναφορικά με την ιταλική αγορά ακατέργαστου καπνού. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί εξίσου να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση που περιέχεται στην σκέψη 149 ανωτέρω, κατά την οποία η Deltafina παρέβη την προβλεπόμενη στο σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 υποχρέωσή της συνεργασίας. Πράγματι, ακόμα και στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία αποδεικνυόταν ότι τα υπόλοιπα μέλη της συμπράξεως τελούσαν εν γνώσει της ύπαρξης της έρευνας της Επιτροπής, το γεγονός αυτό δεν θα απήλλασσε την Deltafina από την υποχρέωσή της συνεργασίας, η οποία θα της επέβαλλε να ενημερώσει εγκαίρως την Επιτροπή σχετικά με τις δύο γνωστοποιήσεις της αιτήσεως απαλλαγής που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 137 και 140 ανωτέρω. Πράγματι, η διαπίστωση της παραβάσεως της υποχρεώσεως συνεργασίας είναι ανεξάρτητη από την εκ μέρους των ανταγωνιστών της Deltafina γνώση ή μη της ύπαρξης έρευνας.
170 Στο πλαίσιο του τρίτου της λόγου, η Deltafina ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθότι η Επιτροπή έκρινε ότι οι γνωστοποιήσεις της αιτήσεως απαλλαγής έθεσαν σε κίνδυνο την έρευνα. Σε κάθε περίπτωση, ούτε αυτό το επιχείρημα μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση ότι η Deltafina παρέβη την υποχρέωσή της συνεργασίας. Πράγματι, ακόμα και εάν υποτεθεί ότι οι δύο προαναφερθείσες γνωστοποιήσεις δεν είχαν οιαδήποτε αρνητική επίπτωση στην έρευνα, κάτι που εξάλλου δεν αποδεικνύεται, η περίστασή αυτή δεν μπορεί να δικαιολογήσει a posteriori την παράλειψη της Deltafina να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τις γνωστοποιήσεις αυτές παρότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 146 και 147 ανωτέρω, γνώριζε, δεδομένου ότι είχε προβεί σε σχετική συζήτηση με την Επιτροπή, ότι ενδεχόμενη γνωστοποίηση της αιτήσεως απαλλαγής εθεωρείτο ως περίσταση ικανή να έχει αρνητική επίπτωση στην έρευνα (βλ. σκέψεις 133 και 134 ανωτέρω).
171 Τέλος, πρέπει επίσης να απορριφθεί το προβληθέν στο πλαίσιο του πρώτου λόγου επιχείρημα, το οποίο αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή εσφαλμένως παρέλειψε τη διάκριση μεταξύ του σημείου 8, στοιχεία α΄ και β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002. Πράγματι, πρώτον, ουδόλως προκύπτει από την προαναφερθείσα ανακοίνωση ότι, όπως υποστηρίζει η Deltafina, αιφνίδιοι έλεγχοι ήταν απαραίτητοι μόνον στην περίπτωση του σημείου 8, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 και ότι στην περίπτωση του ίδιου σημείου 8, στοιχείο β΄, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να διενεργήσει τέτοιους ελέγχους. Δεύτερον, από τη νομολογία προκύπτει ότι, ακόμα κι αν διαθέτει ήδη ενδείξεις ή και αποδεικτικά στοιχεία περί της υπάρξεως παραβάσεως, όπως στην περίπτωση αιτήσεως απαλλαγής του σημείου 8, στοιχείο β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, η Επιτροπή μπορεί θεμιτώς να θεωρήσει απαραίτητο να διατάξει συμπληρωματικούς ελέγχους που θα της δώσουν τη δυνατότητα να διαπιστώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια την έκταση της παραβάσεως, τη διάρκειά της ή τον κύκλο των εμπλεκομένων επιχειρήσεων (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 2002, Roquette frères, C‑94/00, Συλλογή 2002, σ. I-9011, σκέψη 78).
172 Τα επιχειρήματα που προβάλλονται στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου λόγου πρέπει, επομένως, να απορριφθούν.
173 Υπό το πρίσμα όλων των προεκτεθεισών σκέψεων, συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη καθότι δεν χορήγησε με την προσβαλλόμενη απόφαση στην Deltafina οριστική απαλλαγή βάσει της εκτιμήσεως ότι η τελευταία είχε παραβεί την προβλεπόμενη στο σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 υποχρέωσή της συνεργασίας.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από το ότι η Deltafina δεν υπέβαλε την αίτησή της ευνοϊκής μεταχειρίσεως σε συνεννόηση με τους κύριους ανταγωνιστές της
174 Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου της, η Deltafina προβάλλει εν τέλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη εκτιμήσεως, καθότι η φερόμενη ως εσφαλμένη αρχική κατανόηση εκ μέρους της Επιτροπής της συμπεριφοράς της, η οποία εκτίθεται στις σκέψεις 57 και 60 της κοινοποιήσεως αιτιάσεων, επηρέασε τα συμπεράσματα που διατυπώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
175 Ως προς τούτο, πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι δεν προκύπτει ούτε από τα όσα περιέχονται στα σημεία 57 και 60 του προσαρτήματος ούτε από άλλα σημεία αυτού ότι, στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι οι Deltafina, Dimon Italia και Transcatab είχαν οργανώσει από κοινού τη συμπεριφορά τους για την υποβολή αιτήσεων απαλλαγής. Ως προς την παρατιθέμενη από την Deltafina φράση, η οποία περιέχεται στο σημείο 57 του προσαρτήματος, διαπιστώνεται ότι έχει αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα. Σε ό,τι αφορά την περιεχόμενη στο σημείο 60 του προσαρτήματος φράση, στην οποία η Επιτροπή χαρακτήρισε «δόλια» τη συμπεριφορά της Deltafina, η φράση αυτή αναφέρεται όχι στο περιεχόμενο στο σημείο 57 του ίδιου εγγράφου σκεπτικό, αλλά μάλλον στην παραβίαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002. Το επιχείρημα της Deltafina βασίζεται, επομένως, σε λανθασμένη ανάγνωση του προσαρτήματος.
176 Σημειωτέον, δεύτερον, ότι, υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση σέβεται τα δικαιώματα άμυνας των μερών, καθόσον δεν αποδίδει στους ενδιαφερομένους παραβάσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και λαμβάνει υπόψη μόνον πραγματικά περιστατικά επί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις, η Επιτροπή μπορεί να επιφέρει στην απόφαση τροποποιήσεις επί των επιχειρημάτων που περιλαμβάνονται στην κοινοποίηση αιτιάσεων (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Ιανουαρίου 2007, T‑340/03, France Télécom κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. II-107, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
177 Επιβάλλεται, συναφώς, η διαπίστωση ότι, στο πλαίσιο αυτό, η Deltafina ουδόλως προέβαλε παράβαση των δικαιωμάτων της άμυνας και ότι, σε κάθε περίπτωση, όπως ή ίδια παραδέχεται στα υπομνήματά της, οι δηλώσεις τις οποίες αφορά το εν λόγω επιχείρημά της δεν επαναλήφθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
178 Εξάλλου, η Deltafina δεν διευκρινίζει επακριβώς κατά ποίον τρόπο πάσχει η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω των περιληφθεισών στο προσάρτημα δηλώσεων. Περιορίζεται στη δήλωση ότι ίχνη των δηλώσεων αυτών υπήρχαν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι, προφανώς, η εκ μέρους της Επιτροπής εσφαλμένη αρχική κατανόηση της συμπεριφοράς της επηρέασε τα συμπεράσματα που διατυπώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
179 Ως προς τούτο, αφενός, ουδόλως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η απόφαση της Επιτροπής να μην χορηγήσει απαλλαγή στην Deltafina βασίσθηκε στην υπόθεση ότι η συμπεριφορά της τελευταίας υπήρξε δόλια καθότι υπέβαλε την αίτησή της ευνοϊκής μεταχειρίσεως σε συνεννόηση με τους κύριους ανταγωνιστές της. Αντιθέτως, η απόφαση της Επιτροπής να μην χορηγήσει απαλλαγή στην Deltafina βασίσθηκε στη διαπίστωση ότι η Deltafina δεν είχε τηρήσει έναν εκ των προβλεπόμενων στο σημείο 11 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 όρων, δεδομένου ότι είχε παραβεί την υποχρέωσή της συνεργασίας υπό την έννοια της προαναφερθείσας ανακοινώσεως.
180 Αφετέρου, και γενικότερα, η απλή αναφορά σε επιχειρήματα και σε δηλώσεις που περιέχονται σε προσάρτημα κοινοποιήσεως αιτιάσεων και δεν συμπεριλήφθησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος αυτής, εφόσον δεν αποδεικνύεται σε ποιο βαθμό πάσχει η προσβαλλόμενη απόφαση συνεπεία του αρχικού εσφαλμένου σκεπτικού. Διαπιστώνεται, όμως, ότι γενικόλογοι ισχυρισμοί, όπως αυτοί τους οποίους προβάλλει η Deltafina, δεν είναι ικανοί να θέσουν υπό αμφισβήτηση το κύρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
181 Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων αυτών, πρέπει να απορριφθεί και η εν λόγω επίσης αιτίαση.
182 Λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτεθέντων, οι τρεις πρώτοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.
Β – Επί του τέταρτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αρχής της χρηστής διοικήσεως και της αρχής της αναλογικότητας.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
183 Στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου της, η Deltafina προβάλλει τρεις αιτιάσεις.
184 Πρώτον, ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους της Επιτροπής άρση της υπό όρους απαλλαγής, την οποία της είχε χορηγήσει, παραβιάζει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Παραπέμπει, σχετικώς, στο σημείο 29 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
185 Η Deltafina υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να άρει την απαλλαγή χωρίς να την ενημερώσει, εκ των προτέρων και σαφώς, ότι η γνωστοποίησή αιτήσεώς της απαλλαγής κατά τη συνεδρίαση της APTI θα εθεωρείτο παράβαση της υποχρεώσεώς της συνεργασίας. Ούτε η ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002 ούτε το έγγραφο της 6ης Μαρτίου 2002, με το οποίο η Επιτροπή χορήγησε στην Deltafina την υπό όρους απαλλαγή, μνημόνευαν υποχρέωση διαφυλάξεως του απορρήτου της αιτήσεως απαλλαγής. Στο πλαίσιο αυτό, η Deltafina δεν μπορούσε να προβλέψει ευλόγως ότι, εάν αποκάλυπτε ότι είχε υποβάλει αίτηση ευνοϊκής μεταχειρίσεως, θα εστερείτο την απαλλαγή. Εξάλλου, ο ίδιος ο επιφορτισμένος με τον φάκελο υπάλληλος παραδέχθηκε, κατά την ακρόαση της 22ας Ιουνίου 2004, ότι δεν γνώριζε κατά πόσον υφίστατο τέτοια υποχρέωση για την επιχείρηση που είχε ζητήσει απαλλαγή.
186 Εξάλλου, η Επιτροπή χορήγησε υπό όρους απαλλαγή στην Deltafina βάσει του σημείου 8, στοιχείο β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 και αναγνώρισε ότι οι αποδείξεις που παρέσχε η Deltafina ήταν τέτοιου επιπέδου ώστε να επιτρέπουν τη διαπίστωση ύπαρξης παραβάσεως χωρίς να χρειάζεται να διενεργηθούν έλεγχοι. Η Deltafina ισχυρίζεται, επομένως, ότι δεν μπόρεσε να προβλέψει ότι θα εστερείτο του δικαιώματος απαλλαγής επειδή είχε προσβάλει την ικανότητα της Επιτροπής να διενεργήσει ελέγχους.
187 Επιπλέον, η Deltafina προβάλλει επίσης ότι είχε ενημερώσει εγκαίρως την Επιτροπή σχετικά με τις δυσκολίες διαφυλάξεως του απορρήτου της αιτήσεώς της απαλλαγής και ότι συμμορφώθηκε προς την «ακόμα πιεστικότερη» (higher burden) υποχρέωση που της επέβαλε η Επιτροπή, προσκομίζοντάς της ουσιαστικές συμπληρωματικές αποδείξεις. Μόλις μετά τη δήλωση της Dimon Italia κατά την ακρόαση της 22ας Ιουνίου 2004, μετέβαλε η Επιτροπή αιφνιδίως τη θέση της και επέβαλε στην Deltafina το πιο υψηλό πρόστιμο.
188 Δεύτερον, η Deltafina ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους της Επιτροπής άρση της υπό όρους απαλλαγής, την οποία της είχε χορηγήσει, προσκρούει στην αρχή της χρηστής διοικήσεως, καθόσον η Επιτροπή, μολονότι είχε προηγουμένως ενημερωθεί από την Deltafina σχετικά με το ότι η τελευταία θα αποκάλυπτε την υποβολή της αιτήσεώς της απαλλαγής επί τη ευκαιρία της συνεδριάσεως της APTI, δεν την πληροφόρησε σαφώς ότι η γνωστοποίηση αυτή θα επέφερε απώλεια της απαλλαγής της.
189 Τρίτον, η Deltafina υποστηρίζει ότι η εκ μέρους της Επιτροπής άρση της απαλλαγής, την οποία της είχε χορηγήσει, αντιβαίνει επίσης στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών της υπό κρίση διαφοράς, το πρόστιμο που της επιβλήθηκε –το υψηλότερο από τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι 30 εκατομμύρια ευρώ– είναι άκρως δυσανάλογο.
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
190 Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση της Deltafina, πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης (απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 1981, 112/80, Dürbeck, Συλλογή 1981, σ. 1095, σκέψη 48). Κατά τη νομολογία, το δικαίωμα για προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προϋποθέτει τη συνδρομή τριών προϋποθέσεων. Πρώτον, πρέπει να έχουν δοθεί από την διοίκηση στον ενδιαφερόμενο συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές. Δεύτερον, οι διαβεβαιώσεις αυτές πρέπει να μπορούν να δημιουργήσουν θεμιτή προσδοκία σ’ αυτόν προς τον οποίο απευθύνονται. Τρίτον, οι παρασχεθείσες διαβεβαιώσεις πρέπει να είναι σύμφωνες προς τους ισχύοντες κανόνες (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 4ης Φεβρουαρίου 2009, T‑145/06, Omya κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II‑145, σκέψη 117 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Απριλίου 2009, T‑13/03, Nintendo και Nintendo of Europe κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II‑947, σκέψη 203 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
191 Στην υπό κρίση διαφορά, η πρώτη προϋπόθεση που θέτει η νομολογία δεν πληρούται προδήλως. Πράγματι, η Deltafina δεν μπορεί να προβάλει οιαδήποτε συγκεκριμένη, ανεπιφύλακτη και συγκλίνουσα διαβεβαίωση ότι θα ελάμβανε οριστική απαλλαγή κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας.
192 Συναφώς, πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι, κατά το σημείο 19 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 117 ανωτέρω, η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του σημείου 11 της εν λόγω ανακοινώσεως μόνον κατά τον χρόνο που λαμβάνει την τελική της απόφαση. Εξ αυτού συνάγεται ότι, κατά το στάδιο της διαδικασίας που προηγείται της λήψεως της τελικής αποφάσεως, η Επιτροπή ουδεμία συγκεκριμένη διαβεβαίωση μπορούσε να παράσχει στην Deltafina ως προς τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής (βλ., συναφώς, αναφορικά με την ανακοίνωση περί συνεργασίας του 1996, απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 2009, C‑511/06 P, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I-5843, σκέψη 118).
193 Εν συνεχεία, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να ενημερώνει τους αιτούντες απαλλαγή ότι οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002 και, ιδίως, την υποχρέωση συνεργασίας, δεδομένου ότι η ίδια η ανακοίνωση επισημαίνει σαφώς τις συνέπειες μιας τέτοιας παραβάσεως.
194 Πράγματι, από το σημείο 30 της προαναφερθείσας ανακοινώσεως προκύπτει ότι, εάν σε οιοδήποτε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, δεν πληρούται μία εκ των προϋποθέσεων που προβλέπονται στην ανακοίνωση, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ενδέχεται να μην δικαιούται πλέον την προβλεπόμενη ευνοϊκή μεταχείριση. Επομένως, η Επιτροπή ουδεμία υποχρέωση είχε να επισημάνει στην Deltafina ποιες συνέπειες θα είχε για αυτήν η παράβαση της προβλεπόμενης στο σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 υποχρεώσεως συνεργασίας. Συνεπώς, η Deltafina δεν μπορεί να προβάλει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σχετικώς σε πλάνη.
195 Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή ενημέρωσε ρητώς την Deltafina σχετικά με το γεγονός ότι η χορήγηση απαλλαγής εξηρτάτο από την τήρηση των σωρευτικών προϋποθέσεων που ορίζονται στο σημείο 11 της προαναφερθείσας ανακοινώσεως. Η ενημέρωση αυτή προκύπτει όχι μόνον από το προαναφερθέν σημείο 30 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, το οποίο όφειλε να γνωρίζει η Deltafina, ως αιτούσα απαλλαγή, αλλά επίσης, κατά σαφή τρόπο, από την απόφαση που απεστάλη στην Deltafina στις 6 Μαρτίου 2002, με την οποία η Επιτροπή της αναγνώρισε το καθεστώς απαλλαγής υπό όρους (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω). Πράγματι, στην αιτιολογική σκέψη 6 της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή ενημέρωσε ρητώς την Deltafina ότι η «μη τήρηση των όρων που μνημονεύονται [στο σημείο 11,] στοιχεία α΄ έως γ΄, σε οιοδήποτε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια κάθε ευνοϊκής μεταχειρίσεως».
196 Όπως, όμως, επισημάνθηκε στις σκέψεις 149 και 173 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη επειδή έκρινε ότι η συμπεριφορά της Deltafina δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως διεπόμενη από πραγματικό πνεύμα συνεργασίας και ότι, συνεπώς, η Deltafina είχε παραβεί την προβλεπόμενη στο σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 υποχρέωση συνεργασίας.
197 Επομένως, στην υπό κρίση διαφορά, μολονότι αρχικώς χορηγήθηκε απαλλαγή υπό όρους στην Deltafina, η τελευταία έπαψε ακολούθως να πληροί έναν εκ των προβλεπόμενων στην ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002 όρων για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής. Κατά συνέπεια, ενδέχετο να μην δικαιούται πλέον ευνοϊκή μεταχείριση υπό την έννοια του σημείου 30 της εν λόγω ανακοινώσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Deltafina δεν μπορεί να προβάλει ότι μπορούσε να αντλήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη από την ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002.
198 Επιπλέον, η Deltafina δεν μπορεί επίσης να προβάλει προσβολή της δικαιολογημένης της εμπιστοσύνης στηριζόμενη στην περίσταση ότι συμμορφώθηκε στην «δεύτερη καλύτερη εναλλακτική λύση» που συμφωνήθηκε με την Επιτροπή, προσκομίζοντάς της συμπληρωματικές αποδείξεις. Πράγματι, όπως σημειώθηκε στη σκέψη 167 ανωτέρω, ακόμα και εάν υποτεθεί ότι η περίσταση αυτή ευσταθεί, δεν είναι ικανή να απαλλάξει την Deltafina από την υποχρέωση που είχε να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με το γεγονός ότι η αίτησή της είχε γνωστοποιηθεί. Επομένως, μη έχοντας ενημερώσει εγκαίρως την Επιτροπή σχετικά με τις περιστάσεις αυτές, η Deltafina δεν πληρούσε, κατά το πέρας της διαδικασίας, μία εκ των προβλεπόμενων στην ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002 προϋποθέσεων για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής και, ως εκ τούτου η Επιτροπή μπορούσε, ή μάλλον είχε την υποχρέωση, να μην της χορηγήσει οριστική απαλλαγή.
199 Τέλος, από το σημείο 171 ανωτέρω προκύπτει ότι η Deltafina δεν μπορούσε να αντλήσει οιαδήποτε ειδική δικαιολογημένη εμπιστοσύνη από το γεγονός ότι το διαδικαστικό καθεστώς της υπό όρους απαλλαγής της είχε χορηγηθεί βάσει του σημείου 8, στοιχείο β΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, και όχι βάσει του σημείου 8, στοιχείο α΄, της εν λόγω ανακοινώσεως.
200 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η αντλούμενη από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
201 Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη αιτίαση αναφορικά με την υποτιθέμενη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθότι η Επιτροπή, παρότι πληροφορήθηκε εκ των προτέρων από την Deltafina ότι η τελευταία θα αποκάλυπτε την υποβολή της αιτήσεως της απαλλαγής επί τη ευκαιρία της συνεδριάσεως της APTI, δεν την ενημέρωσε σαφώς ότι η γνωστοποίηση αυτή θα επέφερε απώλεια της απαλλαγής της, πρέπει να επισημανθεί, χωρίς να χρειάζεται διόλου να κριθεί η λυσιτέλεια της αναφοράς στην αρχή της χρηστής διοικήσεως στο πλαίσιο αυτό, ότι η εν λόγω αιτίαση στηρίζεται επί εσφαλμένων παραδοχών. Πράγματι, αφενός, διαπιστώθηκε ότι, κατά τη διάρκεια των επαφών μεταξύ της Επιτροπής και της Deltafina πριν τη συνεδρίαση της APTI της 4ης Απριλίου 2002, η Deltafina ουδόλως ενημέρωσε την Επιτροπή ότι θα γνωστοποιούσε αυθορμήτως και εκουσίως την υποβολή της αιτήσεώς της απαλλαγής κατά τη συνεδρίαση αυτή (βλ. σκέψεις 152 έως 160 ανωτέρω). Αφετέρου, στις ανωτέρω σκέψεις 193 και 194 επισημάνθηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει την Deltafina σχετικά με τις συνέπειες ενδεχόμενης παραβάσεως της υποχρεώσεώς της συνεργασίας.
202 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η αντλούμενη από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
203 Σε ό,τι αφορά την τρίτη αιτίαση, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή αυτή απαιτεί να μην υπερβαίνουν οι πράξεις των θεσμικών οργάνων τα όρια του κατάλληλου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων του ενός κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι τα μειονεκτήματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 1998, C-180/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑2265, σκέψη 96, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, T‑30/05, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 223).
204 Η Deltafina ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση διαφοράς, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή αυτή καθότι δεν της χορήγησε απαλλαγή.
205 Σε κάθε περίπτωση, πρέπει συναφώς να επισημανθεί ότι, υπό το πρίσμα του προγράμματος επιείκειας, όπως αυτό εξετέθη στις σκέψεις 103 επ. ανωτέρω, η χορήγηση πλήρους απαλλαγής από τα πρόστιμα, η οποία συνιστά απόλυτη εξαίρεση από τη αρχή της προσωπικής ευθύνης της επιχειρήσεως για παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού, δικαιολογείται από τη συνεργασία της επιχειρήσεως που διευκολύνει το καθήκον της Επιτροπής, το οποίο συνίσταται στη διαπίστωση παραβάσεων και στην επιβολή κυρώσεων για παράβαση των εν λόγω κανόνων. Επομένως, η Επιτροπή χορηγεί πλήρη απαλλαγή από τα πρόστιμα μόνον ως αντάλλαγμα μιας πραγματικής συνεργασίας. Για αυτόν τον λόγο, η χορήγηση πλήρους απαλλαγής κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας εξαρτάται από την τήρηση της προβλεπόμενης στο σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 υποχρέωση συνεργασίας (βλ. σκέψεις 116 και 117 ανωτέρω).
206 Στο πλαίσιο αυτό, ουδόλως είναι δυσανάλογο να προβλέπεται, όπως στο σημείο 30 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, ότι εάν, σε οποιοδήποτε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, δεν πληρούται μία εκ των απαριθμούμενων στην κοινοποίηση αυτή προϋποθέσεων, η συγκεκριμένη επιχείρηση ενδέχεται να μην δικαιούται πλέον την προβλεπόμενη από την ανακοίνωση ευνοϊκή μεταχείριση. Πράγματι, εάν η επιχείρηση που ζητεί να τύχει ευνοϊκής μεταχειρίσεως είχε τη δυνατότητα να μην τηρεί τους προβλεπόμενους όρους και, ιδίως, την υποχρέωση συνεργασίας, χωρίς να κινδυνεύει να χάσει την ευνοϊκή αυτή μεταχείριση, θα ετίθεντο υπό αμφισβήτηση οι αρχές επί των οποίων στηρίζεται το πρόγραμμα επιείκειας και οι σκοποί που επιδιώκονται με αυτό.
207 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι κρίθηκε ότι, στην υπό κρίση διαφορά, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη επειδή διαπίστωσε ότι Deltafina παρέβη την υποχρέωση συνεργασίας, στην οποία υπέκειτο κατά το σημείο 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, η Deltafina δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας καθότι δεν της χορήγησε πλήρη απαλλαγή κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας.
208 Σε ό,τι αφορά την αναφορά στον δυσανάλογο χαρακτήρα του προστίμου λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση διαφοράς, η Deltafina προέβαλε την αιτίαση αυτή στο πλαίσιο του πέμπτου και του έβδομου λόγου. Επομένως, η εν λόγω αιτίαση πρέπει να αναλυθεί κατά την εξέταση των λόγων αυτών.
209 Βάσει των ανωτέρω, ο τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
II – Επί των λόγων που προβάλλονται επικουρικώς
Α – Επί του πέμπτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω του υπερβολικού χαρακτήρα του ποσού εκκίνησης του προστίμου καθώς και από έλλειψη αιτιολογήσεως
210 Με τον πέμπτο της λόγο, ο οποίος διαιρείται σε τρία σκέλη, η Deltafina προβάλλει διάφορες αιτιάσεις προκειμένου να υποστηρίξει ότι το βασικό ποσό των 25 εκατομμυρίων ευρώ που καθόρισε η Επιτροπή είναι προδήλως υπερβολικό και δυσανάλογο σε σχέση με τη σοβαρότητα της παραβάσεως. Η Deltafina ζητεί, επομένως, από το Γενικό Δικαστήριο να καθορίσει νέο πρόστιμο.
211 Καταρχάς, επισημαίνεται ότι η Deltafina αμφισβητεί τυπικά το «βασικό ποσό» προστίμου, το οποίο προκύπτει, σύμφωνα με το σημείο 1 B, τέταρτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών, από πρόσθεση των ποσών που έγιναν δεκτά βάσει της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως. Εντούτοις, από τα επιχειρήματά της προκύπτει ότι το αμφισβητούμενο ποσό προστίμου είναι εκείνο που καθορίστηκε βάσει της σοβαρότητας της παραβάσεως, οπότε κρίσιμο ποσό στο πλαίσιο αυτού του λόγου είναι το ποσό εκκίνησης του προστίμου (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, T‑161/05, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II‑3555, σκέψη 107).
1. Γενικές εκτιμήσεις
212 Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθούν οι γενικές αρχές που διέπουν τον καθορισμό του ύψους των προστίμων και, κυρίως, την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, καθώς και η αρχή της αναλογικότητας στον τομέα των προστίμων.
213 Το άρθρο 81, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, ΕΚ κηρύσσει ρητώς ως ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά τις εναρμονισμένες πρακτικές που συνίστανται στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, ή στον περιορισμό ή τον έλεγχο της παραγωγής ή των αγορών. Οι παραβάσεις αυτού του είδους, ιδίως εφόσον πρόκειται για οριζόντιες συμπράξεις, χαρακτηρίζονται από τη νομολογία ως ιδιαιτέρως σοβαρές στον βαθμό που συνεπάγονται ευθεία παρέμβαση στις ουσιώδεις παραμέτρους του ανταγωνισμού στην οικεία αγορά (απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999, T‑141/94, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-347, σκέψη 675) ή ως κατάφωρες παραβάσεις των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Απριλίου 1995, T‑148/89, Tréfilunion κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II‑1063, σκέψη 109, και της 14ης Μαΐου 1998, T-311/94, BPB de Eendracht κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-1129, σκέψη 303).
214 Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου για παραβάσεις του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως, και η διάρκειά της.
215 Κατά πάγια νομολογία, η σοβαρότητα των παραβιάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού πρέπει να αποδεικνύεται βάσει ικανού αριθμού στοιχείων όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, τούτο δε χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη (αποφάσεις του Δικαστηρίου Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 127 ανωτέρω, σκέψη 241, της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑534/07 P, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I‑7415, σκέψη 54, και Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 109 ανωτέρω, σκέψη 91).
216 Προκειμένου να διασφαλίσει τη διαφάνεια και τον αντικειμενικό χαρακτήρα των αποφάσεών της με τις οποίες καθορίζει πρόστιμα για παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού, η Επιτροπή δημοσίευσε κατευθυντήριες γραμμές (πρώτη παράγραφος των κατευθυντηρίων γραμμών).
217 Οι κατευθυντήριες γραμμές είναι ένα μέσο που αποβλέπει στο να διευκρινισθούν, τηρουμένου του δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος, τα κριτήρια που προτίθεται να εφαρμόσει η Επιτροπή στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό των προστίμων, την οποία της απονέμει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Οι κατευθυντήριες γραμμές δεν συνιστούν τη νομική βάση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου, καθόσον αυτή στηρίζεται στον κανονισμό 1/2003, καθορίζουν ωστόσο, κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, τη μεθοδολογία που η Επιτροπή δεσμεύτηκε να ακολουθεί για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων που επιβλήθηκαν με την απόφαση αυτή και κατοχυρώνουν κατά συνέπεια την ασφάλεια δικαίου των επιχειρήσεων (απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 127 ανωτέρω, σκέψεις 209 έως 213, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 2006, T‑259/02 έως T‑264/02 και T‑271/02, Raiffeisen Zentralbank Österreich κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑5169, σκέψεις 219 και 223).
218 Οι κατευθυντήριες γραμμές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως κανόνας δικαίου τον οποίο οφείλει να τηρεί σε κάθε περίπτωση η διοίκηση, πλην όμως περιέχουν κανόνα συμπεριφοράς που υποδεικνύει την ακολουθητέα τακτική, από την οποία η διοίκηση δεν μπορεί να παρεκκλίνει σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να προβάλλει δικαιολογητικούς λόγους (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 127 ανωτέρω, σκέψεις 209 και 210, και της 18ης Μαΐου 2006, C-397/03 P, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-4429, σκέψη 91).
219 Ο αυτοπεριορισμός της εξουσίας εκτιμήσεως της Επιτροπής που προκύπτει από την έκδοση των κατευθυντηρίων γραμμών δεν είναι, εντούτοις, ασυμβίβαστος με τη διατήρηση σημαντικού περιθωρίου εκτιμήσεως για το θεσμικό αυτό όργανο (απόφαση της 8ης Ιουλίου 2004, T‑44/00, Mannesmannröhren-Werke κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑2223, σκέψεις 246, 274 και 275). Πράγματι, το γεγονός ότι η Επιτροπή διευκρίνισε, με τις κατευθυντήριες γραμμές, την προσέγγισή της ως προς την αξιολόγηση της σοβαρότητας μιας παραβάσεως δεν αντιτίθεται στο να εκτιμήσει η Επιτροπή την εν λόγω παράβαση σφαιρικά βάσει όλων των σχετικών περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που δεν μνημονεύονται ρητώς στις κατευθυντήριες γραμμές (απόφαση Raiffeisen Zentralbank Österreich κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 217 ανωτέρω, σκέψη 237).
220 Σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τις κατευθυντήριες γραμμές μέθοδο, η Επιτροπή λαμβάνει ως βάση για τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων που προτίθεται να επιβάλει στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ένα ποσό καθοριζόμενο σε συνάρτηση με την «εγγενή» σοβαρότητα της παραβάσεως. Κατά την αξιολόγηση της εν λόγω σοβαρότητας της παραβάσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η ίδια η φύση της παραβάσεως, ο πραγματικός αντίκτυπός της στην αγορά, εφόσον αυτός μπορεί να εκτιμηθεί, και η έκταση της σχετικής γεωγραφικής αγοράς (σημείο 1 Α, πρώτο εδάφιο).
221 Στο πλαίσιο αυτό, οι παραβάσεις κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες, ήτοι στις «ελαφριές παραβάσεις», για τις οποίες το προβλεπόμενο ύψος των προστίμων κυμαίνεται από 1 000 έως 1 εκατομμύριο ευρώ, στις «σοβαρές παραβάσεις», για τις οποίες το προβλεπόμενο ύψος των προστίμων κυμαίνεται από 1 εκατομμύριο έως 20 εκατομμύρια ευρώ, και στις «πολύ σοβαρές παραβάσεις», για τις οποίες το προβλεπόμενο ύψος των προστίμων υπερβαίνει τα 20 εκατομμύρια ευρώ (σημείο 1 Α, δεύτερο εδάφιο). Όσον αφορά τις πολύ σοβαρές παραβάσεις, η Επιτροπή αποσαφηνίζει ότι πρόκειται κατά βάση για οριζόντιους περιορισμούς, π.χ. συνασπισμούς επιχειρήσεων με σκοπό τον έλεγχο των τιμών ή τον επιμερισμό των αγορών βάσει ποσοστώσεων, ή για άλλου είδους πρακτικές οι οποίες πλήττουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, όπως είναι εκείνες οι οποίες αποσκοπούν στη στεγανοποίηση των εθνικών αγορών, ή για καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσεως εκ μέρους επιχειρήσεων που αναπτύσσουν δραστηριότητα υπό καθεστώς οιονεί μονοπωλίου (σημείο 1 Α, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση).
222 Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι οι τρεις πτυχές της αξιολογήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως, οι οποίες μνημονεύθηκαν στη σκέψη 220 ανωτέρω, δεν έχουν το ίδιο βάρος στο πλαίσιο της σφαιρικής εξετάσεως. Η φύση της παραβάσεως διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο, ιδίως, για τον χαρακτηρισμό των παραβάσεων ως «πολύ σοβαρών» (απόφαση Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 109 ανωτέρω, σκέψη 101, και απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 2010, T‑456/05 και T‑457/05, Gütermann και Zwicky κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 137).
223 Αντιθέτως, ούτε ο πραγματικός αντίκτυπος στην αγορά ούτε η έκταση της γεωγραφικής αγοράς συνιστούν απαραίτητα στοιχεία για τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως ως πολύ σοβαρής στις περιπτώσεις οριζόντιων συμπράξεων που αποσκοπούν, ιδίως, όπως στην υπό κρίση διαφορά, στον καθορισμό των τιμών. Συγκεκριμένα, μολονότι τα δύο αυτά κριτήρια συνιστούν στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, συγκαταλέγονται μεταξύ των υπολοίπων κριτηρίων για τους σκοπούς της συνολικής εκτιμήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως (βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, σκέψη 215 ανωτέρω, σκέψεις 74 και 81, και αποφάσεις του Πρωτοδικείου Raiffeisen Zentralbank Österreich κατά Επιτροπής, σκέψη 217 ανωτέρω, σκέψεις 240 και 311, και της 8ης Οκτωβρίου 2008, T‑73/04, Carbone-Lorraine κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II‑2661, σκέψη 91).
224 Επομένως, κατά πάγια πλέον νομολογία, από τις κατευθυντήριες γραμμές προκύπτει ότι οι οριζόντιες συμπράξεις που αποβλέπουν ιδίως, όπως εν προκειμένω, στον καθορισμό των τιμών μπορούν, εκ της φύσεώς τους και μόνον, να χαρακτηρίζονται ως «πολύ σοβαρές», χωρίς να υποχρεούται η Επιτροπή να αποδείξει συγκεκριμένο αντίκτυπο της παραβάσεως στην αγορά (απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, σκέψη 215 ανωτέρω, σκέψη 75· βλ. επίσης, συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουλίου 2005, T‑49/02 έως T‑51/02, Brasserie nationale κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑3033, σκέψη 178, και της 25ης Οκτωβρίου 2005, T‑38/02, Groupe Danone κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑4407, σκέψη 150), και χωρίς να απαγορεύει η περιορισμένη έκταση της σχετικής γεωγραφικής αγοράς έναν τέτοιο χαρακτηρισμό (βλ., συναφώς, αποφάσεις Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 109 ανωτέρω, σκέψη 103, και Carbone-Lorraine κατά Επιτροπής, σκέψη 223 ανωτέρω, σκέψη 91).
225 Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, ενώ η περιγραφή των σοβαρών παραβάσεων μνημονεύει ρητώς τον αντίκτυπο στην αγορά και τα αποτελέσματα σε εκτεταμένες ζώνες της κοινής αγοράς, η περιγραφή των πολύ σοβαρών παραβάσεων, αντιθέτως, δεν απαιτεί να υπάρχει συγκεκριμένος αντίκτυπος στην αγορά ή συνέπειες σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή (αποφάσεις Gütermann και Zwicky κατά Επιτροπής, σκέψη 222 ανωτέρω, σκέψη 137· βλ. επίσης, υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις Brasserie nationale κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 224 ανωτέρω, σκέψη 178, Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκέψη 224 ανωτέρω, σκέψη 150).
226 Επιπλέον, υπάρχει μια αλληλεξάρτηση μεταξύ των τριών πτυχών της αξιολογήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως, υπό την έννοια ότι ένας υψηλός βαθμός σοβαρότητας με γνώμονα τη μία ή την άλλη πτυχή μπορεί να αντισταθμίσει την αμελητέα σοβαρότητα της παραβάσεως από άλλες απόψεις (απόφαση Raiffeisen Zentralbank Österreich κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 217 ανωτέρω, σκέψη 241).
227 Σε ό,τι ειδικότερα αφορά την υπό κρίση διαφορά, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή καθόρισε το ύψος του επιβληθέντος στους διαφόρους αποδέκτες προστίμου βάσει της γενικής μεθόδου με την οποία έχει αυτοδεσμευθεί με τις κατευθυντήριες γραμμές, τούτο δε έστω και αν δεν μνημονεύει ρητώς τις ως άνω κατευθυντήριες γραμμές στην εν λόγω απόφαση.
228 Στο μέτρο που η Deltafina προβάλλει, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 203 ανωτέρω, η αρχή αυτή απαιτεί να μην υπερβαίνουν οι πράξεις των θεσμικών οργάνων τα όρια του κατάλληλου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση.
229 Στο πλαίσιο των διαδικασιών που κινεί η Επιτροπή για την επιβολή κυρώσεων για τις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού, η εφαρμογή της αρχής αυτής συνεπάγεται ότι τα πρόστιμα δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς, ήτοι σε σχέση με την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού, και το ποσό του επιβαλλόμενου σε μία επιχείρηση προστίμου για παράβαση σε υπόθεση ανταγωνισμού πρέπει να είναι ανάλογο με την παράβαση, εκτιμώμενη στο σύνολό της, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη τη σοβαρότητα της παραβάσεως (βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, σκέψη 203 ανωτέρω, σκέψεις 223 και 224 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ειδικότερα, η αρχή της αναλογικότητας συνεπάγεται ότι η Επιτροπή οφείλει να καθορίζει το πρόστιμο κατ’ αναλογία προς τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί η σοβαρότητα της παραβάσεως και ότι οφείλει, επ’ αυτού, να εφαρμόζει τα εν λόγω στοιχεία κατά τρόπο συνεπή και αντικειμενικώς δικαιολογημένο (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑43/02, Jungbunzlauer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑3435, σκέψεις 226 έως 228, και της 28ης Απριλίου 2010, T‑446/05, Amann & Söhne και Cousin Filterie κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 171).
2. Επί του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λαμβανομένων υπόψη του περιορισμένου μεγέθους της αγοράς και του κύκλου εργασιών της Deltafina
Επιχειρήματα των διαδίκων
230 Η Deltafina προβάλλει ότι το ποσό εκκίνησης του προστίμου είναι δυσανάλογο, στο μέτρο που αντιστοιχεί στο 37,1 % της συνολικής αξίας αγορών στη σχετική αγορά, ήτοι 67,3 εκατομμύρια ευρώ, στο 52,2 % της αξίας των πωλήσεών της ιταλικού μεταποιημένου καπνού, ήτοι 47,9 εκατομμύρια ευρώ, και στο 82,5 % των αγορών της ακατέργαστου ή προμεταποιημένου καπνού, ήτοι 30,2 εκατομμύρια ευρώ. Το πρώτο και το τρίτο στοιχείο επέχουν ιδιάζουσα σημασία, δεδομένου ότι η παράβαση αφορά συντονισμένες αγοραστικές πρακτικές. Η Deltafina παρατηρεί, εξάλλου, ότι το ποσό εκκίνησης υπερβαίνει τα συνολικά κέρδη, μετά φόρων, που πραγματοποίησε κατά την περίοδο 1996‑2002, ήτοι 23,5 εκατομμύρια ευρώ. Η σύγκριση μεταξύ των αριθμών αυτών και εκείνων σε σχέση με άλλες συμπράξεις καταδεικνύει ότι το ποσό εκκίνησης που καθόρισε εν προκειμένω η Επιτροπή είναι υπέρμετρα υψηλό.
231 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Deltafina.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
232 Πρώτον, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του προστίμου σε σχέση με τη συνολική αξία των αγορών στη σχετική αγορά, δεν προκύπτει ούτε από τον κανονισμό 1/2003 ούτε από τις κατευθυντήριες γραμμές ότι το ύψος των προστίμων πρέπει να καθορίζεται σε ευθεία συνάρτηση με το μέγεθος της θιγόμενης αγοράς, δεδομένου ότι ο παράγων αυτός δεν αποτελεί υποχρεωτικό στοιχείο, αλλά ένα, μεταξύ άλλων, συναφές στοιχείο για την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 2007, C‑407/04 P, Dalmine κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-829, σκέψη 132, και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, σκέψη 215 ανωτέρω, σκέψη 55). Επομένως, οι διατάξεις αυτές δεν επιβάλλουν αυτές καθεαυτές ρητώς στην Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη το περιορισμένο μέγεθος της αγοράς των προϊόντων (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑322/01, Roquette Frères κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑3137, σκέψη 148).
233 Εντούτοις, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 215 ανωτέρω, κατά τη νομολογία, για να εκτιμήσει τη σοβαρότητα μιας παραβάσεως, η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη ένα μεγάλο αριθμό στοιχείων, ο χαρακτήρας και η σημασία των οποίων ποικίλλουν ανάλογα με τη μορφή της επίδικης παραβάσεως και των ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης παραβάσεως. Μεταξύ των εν λόγω αποδεικνυόντων τη σοβαρότητα της παραβάσεως στοιχείων, δεν μπορεί να αποκλείεται το να περιλαμβάνεται, ανάλογα με την περίπτωση, και το μέγεθος της αγοράς του επίμαχου προϊόντος (απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 120, και απόφαση Gütermann και Zwicky κατά Επιτροπής, σκέψη 222 ανωτέρω, σκέψη 267).
234 Επομένως, παρότι το μέγεθος της αγοράς μπορεί να αποτελεί στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να αποδεικνύεται η σοβαρότητα της παραβάσεως, η σημασία του ποικίλλει αναλόγως του τύπου της παραβάσεως και των ειδικών περιστάσεων της οικείας παραβάσεως.
235 Εν προκειμένω, όσον αφορά, πρώτον, το πρώτο είδος παραβάσεως, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη σύμπραξη είχε ως αντικείμενο, ιδίως, τον από κοινού καθορισμό των τιμών που κατέβαλλαν οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως για τον ακατέργαστο καπνό, καθώς και την κατανομή των προμηθευτών και των ποσοτήτων ακατέργαστου καπνού. Τέτοιες πρακτικές συνιστούν οριζόντιο περιορισμό του τύπου «καρτέλ τιμών» (συνασπισμός επιχειρήσεων με σκοπό τον έλεγχο των τιμών) κατά την έννοια των κατευθυντηρίων γραμμών και είναι, επομένως, εξ ορισμού, «πολύ σοβαρές» παραβάσεις. Για τέτοιου είδους συμπράξεις, που χαρακτηρίζονται από τη νομολογία ως κατάφωρες παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού ή ως ιδιαιτέρως σοβαρές παραβάσεις, στον βαθμό που συνεπάγονται ευθεία παρέμβαση στις ουσιώδεις παραμέτρους του ανταγωνισμού στην οικεία αγορά (βλ. σκέψη 213 ανωτέρω), οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν κύρωση της οποίας το ελάχιστο ποσό εκκίνησης υπερβαίνει τα 20 εκατομμύρια ευρώ.
236 Όσον αφορά, δεύτερον, τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης παραβάσεως, διαπιστώνεται ότι το μέγεθος της οικείας αγοράς ουδόλως είναι αμελητέο, δεδομένου ότι από την αιτιολογική σκέψη 366 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η παραγωγή ακατέργαστου καπνού στην Ιταλία αντιπροσωπεύει το 38 % της παραγωγής βάσει ποσοστώσεως στην Ένωση. Επιπλέον, από την υποσημείωση της σελίδας 290 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, δεδομένου ότι η σύμπραξη κάλυπτε επίσης τις αγορές από «τρίτους συσκευαστές» –ήτοι μεσάζοντες που αγοράζουν οι ίδιοι τον ακατέργαστο καπνό των παραγωγών και πραγματοποιούν μια αρχική επεξεργασία του καπνού– αφορούσε αγορές αξίας υπερβαίνουσας την απλή αξία των αγορών ακατέργαστου καπνού που παράγεται στην Ιταλία.
237 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Deltafina δεν μπορεί να προβάλει ότι το πρόστιμό της είναι δυσανάλογο σε σχέση με τη συνολική αξία αγορών στην οικεία αγορά.
238 Κατά δεύτερο λόγο, σε ό,τι αφορά την προβαλλόμενη από τη Deltafina αιτίαση που αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του προστίμου σε σχέση με την αξία των αγορών της στην οικεία αγορά, καθώς και σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της που απορρέει από τις οικείες δραστηριότητες των επομένων σταδίων, και με το συνολικό κέρδος που πραγματοποίησε κατά την περίοδο από το 1996 έως το 2002, πρέπει καταρχάς να υπογραμμισθεί ότι το εφαρμοστέο δίκαιο δεν περιλαμβάνει αρχή γενικής ισχύος, σύμφωνα με την οποία η κύρωση πρέπει να είναι ανάλογη με τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιεί η επιχείρηση στην οικεία αγορά (βλ. απόφαση Gütermann και Zwicky κατά Επιτροπής, σκέψη 222 ανωτέρω, σημείο 277 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), ούτε με τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιείται στην αγορά των επομένων σταδίων, ούτε με το κέρδος που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της συμπράξεως.
239 Ως προς τούτο, κατά πάγια νομολογία, είναι δυνατόν, προκειμένου να καθορισθεί το πρόστιμο, να λαμβάνεται υπόψη τόσο ο συνολικός κύκλος εργασιών της επιχειρήσεως, που αποτελεί ένδειξη, έστω κατά προσέγγιση και ατελή, του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος της όσο και το ποσοστό του κύκλου εργασιών που προέρχεται από τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο της παραβάσεως και που, συνεπώς, μπορούν να παράσχουν μια ένδειξη για την έκτασή της. Δεν πρέπει να προσδίδεται ούτε στο ένα ούτε στο άλλο από τα ποσά αυτά δυσανάλογη σημασία σε σχέση με τα λοιπά στοιχεία εκτιμήσεως και, κατά συνέπεια, ο καθορισμός του καταλλήλου προστίμου δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα ενός απλού υπολογισμού στηριζόμενου στον συνολικό κύκλο εργασιών. Τούτο συντρέχει, ιδίως, όταν τα οικεία εμπορεύματα δεν αντιπροσωπεύουν παρά ένα μικρό μόνον ποσοστό του κύκλου αυτού εργασιών (αποφάσεις του Δικαστηρίου Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 233, σκέψη 121· Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 127 ανωτέρω, σκέψη 243, και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P, Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I‑7191, σκέψη 114).
240 Διαπιστώνεται, όμως, ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 34 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή καθόρισε το πρόστιμο σε συνάρτηση με το μερίδιο αγοράς κάθε επιχειρήσεως με βάση τις αγορές του επίμαχου προϊόντος στην αγορά στην οποία πραγματοποιήθηκε η παράβαση. Επομένως, η αξία των αγορών στην οικεία αγορά υπήρξε κριτήριο το οποίο ελήφθη υπόψη κατά τον καθορισμό του προστίμου στην προκειμένη περίπτωση.
241 Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι το ανώτατο όριο του 10 % που προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, αφορά τον συνολικό κύκλο εργασιών της οικείας επιχειρήσεως και ότι το όριο αυτό πρέπει να τηρείται μόνον για το τελικό ποσό του προστίμου. Εν προκειμένω, από τις αιτιολογικές σκέψεις 374 και 401 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, έχοντας αποδείξει ότι η μητρική εταιρεία της Deltafina, δηλαδή η Universal, είχε ασκήσει καθοριστική επιρροή στην Deltafina, η Επιτροπή, προκειμένου να καθορίσει το ύψος του προστίμου σε ένα επίπεδο που να του εξασφαλίζει αρκούντως αποτρεπτικό χαρακτήρα, έλαβε υπόψη τον κύκλο εργασιών της Universal. Από τα στοιχεία όμως που περιέχονται στην αιτιολογική σκέψη 374 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία δεν αμφισβητεί η Deltafina, προκύπτει ότι το πρόστιμο που επεβλήθη στην Deltafina και στην Universal είναι κατώτερο του 2 % του συνολικού κύκλου εργασιών της Universal και, κατά συνέπεια, αισθητώς κατώτερο του ανωτάτου ορίου που προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Deltafina δεν μπορεί να προβάλει ότι το ποσό εκκίνησης που καθόρισε η Επιτροπή είναι δυσανάλογο σε σχέση με το μέγεθος της επιχειρήσεως (βλ., συναφώς, αποφάσεις Dalmine κατά Επιτροπής, σκέψη 232 ανωτέρω, σκέψη 146, και της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, σκέψη 203 ανωτέρω, σκέψη 229).
242 Εξάλλου, κατά τη νομολογία, το τελικό ποσό του προστίμου, στο μέτρο που δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών της οικείας επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους της παραβάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσανάλογο από το γεγονός και μόνον ότι υπερβαίνει τον πραγματοποιηθέντα στην οικεία αγορά κύκλο εργασιών (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2003, T-224/00, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Ingredients κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-2597, σκέψη 200). Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιείται στην αγορά των επομένων σταδίων. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το αρχικό ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Deltafina, του οποίου τον δυσανάλογο χαρακτήρα αυτή προβάλλει, δεν υπερβαίνει ούτε τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε στην οικεία αγορά ούτε τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε στην αγορά των επομένων σταδίων. Επιπλέον, ακόμα και το τελικό ποσό του προστίμου είναι κατώτερο από τους δύο αυτούς κύκλους εργασιών.
243 Εξάλλου, λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης σοβαρότητας της παραβάσεως, ούτε το γεγονός ότι το πρόστιμο αντιστοιχεί στο 52,2 % της αξίας των πωλήσεων μεταποιημένου ιταλικού καπνού της Deltafina και στο 82,5 % των αγορών της ακατέργαστου ή προμεταποιημένου καπνού ούτε το γεγονός ότι το πρόστιμο υπερβαίνει το συνολικό μετά φόρων κέρδος που πραγματοποίησε η Deltafina, ιταλική θυγατρική εταιρεία του ομίλου Universal, κατά την περίοδο 1996 έως 2002 είναι υπερβολικά με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσανάλογο ένα τέτοιο πρόστιμο.
244 Τέλος, όσον αφορά τις παραπομπές στις αποφάσεις που εξέδωσε προηγουμένως η Επιτροπή, πρέπει να υπομνησθεί ότι η πρακτική που ακολουθεί η Επιτροπή στον τομέα των αποφάσεων δεν αποτελεί, αυτή καθεαυτή, νομικό πλαίσιο για τα πρόστιμα στον τομέα του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι το πλαίσιο αυτό καθορίζεται αποκλειστικώς στον κανονισμό 1/2003, όπως αυτός εφαρμόζεται υπό το πρίσμα των κατευθυντήριων γραμμών, η δε Επιτροπή έχει, στον τομέα καθορισμού του ποσού των προστίμων, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, κατά την άσκηση της οποίας δεν δεσμεύεται από προηγούμενες εκτιμήσεις της (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Μαρτίου 2009, C-510/06 P, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I‑1843, σκέψη 82, και Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 109 ανωτέρω, σκέψη 123). Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί της Deltafina σχετικά με την προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής στον τομέα των αποφάσεων δεν μπορούν να τελεσφορήσουν.
245 Υπό το πρίσμα όλων των ως άνω σκέψεων, το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου πρέπει να απορριφθεί.
3. Επί του δεύτερου σκέλους του πέμπτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λαμβανομένης υπόψη της περιορισμένης εκτάσεως της γεωγραφικής αγοράς
Επιχειρήματα των διαδίκων
246 Η Deltafina υποστηρίζει επίσης ότι Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη τη μειωμένη γεωγραφική έκταση της αγοράς την οποία αφορά η παράβαση, η οποία περιορίζεται στην Ιταλία ή, πιο συγκεκριμένα, αφορά ουσιαστικώς τέσσερις μόνον ιταλικές περιφέρειες (όπου συγκεντρώνεται το 87,5 % της ιταλικής παραγωγής). Σε πολλές όμως προηγούμενες περιπτώσεις, η Επιτροπή έκρινε ότι, υπό το πρίσμα του γεγονότος ότι η παράβαση πραγματοποιήθηκε σε περιορισμένο τμήμα της ενιαίας αγοράς, έπρεπε να χαρακτηριστεί όχι ως «πολύ σοβαρή», αλλά ως «σοβαρή» παράβαση.
247 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Deltafina.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
248 Από τη νομολογία προκύπτει ότι η έκταση της γεωγραφικής αγοράς δεν είναι αυτοτελές κριτήριο, υπό την έννοια ότι μόνον παραβάσεις που αφορούν την πλειονότητα των κρατών μελών θα μπορούσαν να λάβουν τον χαρακτηρισμό «πολύ σοβαρές». Ούτε η Συνθήκη, ούτε ο κανονισμός 1/2003, ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές, ούτε η νομολογία παρέχουν τη δυνατότητα να γίνει δεκτό ότι μόνον πολύ εκτεταμένοι, από γεωγραφική άποψη, περιορισμοί μπορούν να λάβουν τέτοιο χαρακτηρισμό (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 18ης Ιουλίου 2005, Τ-241/01, Scandinavian Airlines System κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-2917, σκέψη 87, και Raiffeisen Zentralbank Österreich κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 217 ανωτέρω, σκέψη 311).
249 Εξάλλου, οι συμφωνίες ή οι εναρμονισμένες πρακτικές που αποβλέπουν ιδίως, όπως εν προκειμένω, στον καθορισμό των τιμών αγοράς, καθώς και στην κατανομή των αγορασθεισών ποσοτήτων μπορούν, εκ της φύσεώς τους και μόνον, να χαρακτηρίζονται «πολύ σοβαρές», χωρίς να απαιτείται να χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση (βλ., συναφώς, νομολογία παρατιθέμενη στις σκέψεις 222 έως 225 ανωτέρω).
250 Ως εκ τούτου, το μέγεθος της οικείας γεωγραφικής αγοράς, ακόμα και εάν είναι περιορισμένο, δεν αποκλείει, καταρχήν, τον χαρακτηρισμό της εν προκειμένω διαπιστωθείσας παραβάσεως ως «πολύ σοβαρής».
251 Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι, καίτοι, εν προκειμένω, η παραγωγή του ακατέργαστου καπνού ήταν συγκεντρωμένη σε ορισμένες περιφέρειες της Ιταλίας, εντούτοις, το πεδίο εφαρμογής της συμπράξεως δεν περιοριζόταν στις περιφέρειες αυτές, αλλά κάλυπτε την αγορά ακατέργαστου καπνού σε όλη την ιταλική επικράτεια. Κατά πάγια όμως νομολογία, όλη η επικράτεια ενός κράτους μέλους αποτελεί ουσιώδες τμήμα της κοινής αγοράς (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 28, και απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκέψη 224 ανωτέρω, σκέψη 150).
252 Συνάγεται, επομένως, ότι εν προκειμένω το ποσό εκκίνησης των 25 εκατομμυρίων ευρώ δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση με την έκταση της οικείας γεωγραφικής αγοράς.
253 Τέλος, σε ό,τι αφορά τις παραπομπές σε προηγούμενες αποφάσεις της Επιτροπής, από τη μνημονευθείσα στη σκέψη 244 ανωτέρω νομολογία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί της Deltafina σχετικά με την προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής στον τομέα των αποφάσεων δεν μπορούν να τελεσφορήσουν.
254 Βάσει των ανωτέρω, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου πρέπει να απορριφθεί.
4. Επί του τρίτου σκέλους του πέμπτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λαμβανομένων υπόψη της απουσίας αντίκτυπου της παραβάσεως στην αγορά και της ελλείψεως αιτιολογήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
255 Η Deltafina ισχυρίζεται ότι το ποσό του βασικού προστίμου είναι προδήλως δυσανάλογο δεδομένου ότι η παράβαση δεν είχε αντίκτυπο ή είχε περιορισμένο αντίκτυπο στην οικεία αγορά. Προσάπτει στην Επιτροπή ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι από τα στοιχεία που διέθετε προέκυπτε ότι οι συγκεκριμένες πρακτικές, οι οποίες αποσκοπούσαν στον καθορισμό των τιμών αγοράς του ακατέργαστου καπνού, δεν είχαν επιπτώσεις στην αγορά του ακατέργαστου καπνού. Πράγματι, η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι τιμές του ακατέργαστου καπνού, αντί να μειωθούν, αυξήθηκαν κατά 53,5 % στην Ιταλία κατά την περίοδο 1990-2000, ενώ οι τιμές άλλων γεωργικών προϊόντων αυξήθηκαν, κατά την ίδια περίοδο, μόνον κατά 15,9 %. Επιπλέον, κατά την περίοδο 1993-2000, οι τιμές των ποικιλιών καπνού που παράγονται στις πιο μεγάλες ποσότητες στην Ιταλία (ήτοι οι ποικιλίες Bright και Burley) σημείωσαν στην Ιταλία τη σημαντικότερη αύξηση μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών. Η Επιτροπή έπρεπε επομένως να συναγάγει ότι οι πρακτικές, για τις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις και οι οποίες αποσκοπούσαν στον περιορισμό ή την πρόληψη της αυξήσεως των τιμών του ακατέργαστου ιταλικού καπνού, υπήρξαν αναποτελεσματικές. Τα στοιχεία αυτά, τα οποία αναγνωρίζονται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως και να έχουν οδηγήσει την Επιτροπή στον καθορισμό χαμηλότερου ποσού εκκίνησης του προστίμου.
256 Αντιθέτως προς ό,τι δήλωσε η Επιτροπή για πρώτη φορά στο υπόμνημα αντικρούσεως, εν προκειμένω, ο αντίκτυπος της παραβάσεως στην αγορά ήταν προδήλως μετρήσιμος. Οι πληροφορίες οι οποίες, κατά την Επιτροπή, ήταν αναγκαίες προκειμένου να είναι δυνατή η επιμέτρηση του αντίκτυπου αυτού, δεν ήταν αδύνατον να βρεθούν και, εξάλλου, ο τύπος αυτός αναλύσεως απαντά συχνά στις αποφάσεις επί συμπράξεων. Επομένως, δυνάμει της νομολογίας, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να συγκρίνει την προκύπτουσα από την παράβαση αυτή κατάσταση με εκείνη που θα υπήρχε εάν δεν είχε διαπραχθεί η παράβαση. Επιπλέον, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύει τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή συνήγαγε ότι ο αντίκτυπος της παραβάσεως δεν ήταν μετρήσιμος, πάσχει επίσης συναφώς έλλειψη αιτιολογίας.
257 Η Deltafina υποστηρίζει ότι ακόμα και αν, εν προκειμένω, ο αντίκτυπος της παραβάσεως στην αγορά δεν ήταν πράγματι μετρήσιμος, πράγμα που δεν συμβαίνει, η Επιτροπή όφειλε σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του ποσού εκκίνησης του προστίμου, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παράβαση δεν είχε οιονδήποτε αντίκτυπο στην αγορά. Πράγματι, τυχόν αδυναμία επιμετρήσεως του αντίκτυπου δεν επιτρέπει να τεκμαρθεί η ύπαρξη τέτοιου αντίκτυπου.
258 Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Deltafina διευκρινίζει ότι ο λόγος της δεν αφορά τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως ως «πολύ σοβαρής», αλλά την αύξηση του ποσού εκκίνησης εξαιτίας του αντίκτυπου της παραβάσεως στην αγορά.
259 Η Deltafina ζητεί, επομένως, να μειωθεί το πρόστιμο κατά το ενδεδειγμένο μέτρο, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη, κατά τον καθορισμό του ποσού εκκίνησης του προστίμου, την απουσία αντίκτυπου ή, επικουρικώς, τον περιορισμένο αντίκτυπο της παραβάσεως στην αγορά.
260 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Deltafina.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
261 Καταρχάς πρέπει να υπομνησθεί ότι μεταξύ των τριών κριτηρίων που μνημονεύονται στις κατευθυντήριες αρχές για την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως (βλ. σκέψη 220 ανωτέρω), η φύση της παραβάσεως αποτελεί κύριο στοιχείο για τον χαρακτηρισμό των παραβάσεων ως πολύ σοβαρών. Επομένως, συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές που αποβλέπουν στον καθορισμό των τιμών ή στην κατανομή των αγορών μπορούν να χαρακτηρισθούν, βάσει της φύσεώς τους και μόνον, ως «πολύ σοβαρές», χωρίς να απαιτείται να έχουν αυτές οι εκδηλώσεις συμπεριφοράς κάποιον ιδιαίτερο αντίκτυπο στην οικεία αγορά (βλ., συναφώς, την προμνησθείσα στις σκέψεις 222 έως 225 νομολογία).
262 Εν προκειμένω, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 235 ανωτέρω, η επίμαχη σύμπραξη είχε ως αντικείμενο, ιδίως, τον από κοινού καθορισμό των τιμών που κατέβαλλαν οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως για τον ακατέργαστο καπνό, καθώς και την κατανομή των προμηθευτών και των ποσοτήτων ακατέργαστου καπνού. Τέτοιες πρακτικές συνιστούν οριζόντιο περιορισμό του τύπου «καρτέλ τιμών» (συνασπισμός επιχειρήσεων με σκοπό τον έλεγχο των τιμών) υπό την έννοια των κατευθυντηρίων γραμμών και είναι επομένως, εξ ορισμού, πολύ σοβαρές.
263 Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, η Επιτροπή μπορούσε να χαρακτηρίσει τη σύμπραξη ως πολύ σοβαρή παράβαση, χωρίς να υποχρεούται να αποδείξει τον συγκεκριμένο αντίκτυπο αυτής στην αγορά (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, σκέψη 215 ανωτέρω, σκέψη 76, και Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 109 ανωτέρω, σκέψη 103).
264 Εξάλλου, από το γράμμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, μολονότι στην αιτιολογική σκέψη 365 αυτής η Επιτροπή δήλωσε, χρησιμοποιώντας τους όρους των κατευθυντήριων γραμμών, ότι για την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως οφείλει να λάβει υπόψη τα τρία στοιχεία που μνημονεύονται στην πρώτη παράγραφο του σημείου 1 A των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών (βλ. σκέψη 220 ανωτέρω), δεν θεμελίωσε εν συνεχεία την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως στο συγκεκριμένο αντίκτυπο της παραβάσεως.
265 Πράγματι, στο τμήμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως (αιτιολογικές σκέψεις 365 έως 369), ουδεμία αιτιολογική σκέψη παραπέμπει στο στοιχείο αυτό. Ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 368 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παραπέμποντας στο τμήμα της αποφάσεως όπου αναλύεται το αντίστοιχο περιεχόμενο των συμφωνιών μεταξύ των μετατροπέων, η Επιτροπή, αφενός, προβαίνει σε γενικού χαρακτήρα σκέψεις σχετικά με τις συμπράξεις αγοράς και την ικανότητά τους, όπως ακριβώς στην χαρακτηριστική περίπτωση των «καρτέλ πώλησης», να αλλοιώσουν τον ανταγωνισμό, και, αφετέρου, δηλώνει ότι η ικανότητα αυτή είναι ακόμα πιο σημαντική στην περίπτωση προϊόντος όπως το επίμαχο στην υπό κρίση διαφορά. Οι σκέψεις όμως αυτές δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως ανάλυση του συγκεκριμένου αντίκτυπου στην αγορά, αλλά συνιστούν μάλλον εκτιμήσεις σχετικά με τη δυνατότητα της συμπράξεως αγοράς να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό στην προκειμένη περίπτωση.
266 Ως εκ τούτου, ο χαρακτηρισμός της παραβάσεως ως πολύ σοβαρής δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση λόγω των επιχειρημάτων που προβάλλει η Deltafina στο πλαίσιο του υπό κρίση σκέλους.
267 Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, στο υπόμνημα απαντήσεως, η Deltafina αποσαφήνισε το περιεχόμενο των επιχειρημάτων που προέβαλε στο πλαίσιο του σκέλους αυτού, διευκρινίζοντας ότι δεν αμφισβητεί τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως ως πολύ σοβαρής, αλλά προσάπτει στην Επιτροπή ότι καθόρισε ένα ποσό εκκίνησης προστίμου, το οποίο είναι δυσανάλογο λαμβανομένης υπόψη της απουσίας συγκεκριμένου αντίκτυπου στην αγορά.
268 Συναφώς, επιβάλλεται, πρώτον, η διαπίστωση ότι από το σύστημα κυρώσεων για παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, όπως έχει καθιερωθεί με τον κανονισμό 1/2003 και ερμηνευθεί από τη νομολογία, προκύπτει ότι οι συμπράξεις, λόγω της ίδιας τους της φύσεως, είναι ορθό να συνεπάγονται την επιβολή των αυστηρότερων προστίμων. Ο ενδεχόμενος συγκεκριμένος αντίκτυπός τους επί της αγοράς, ειδικότερα δε το ερώτημα σε ποιο μέτρο ο περιορισμός του ανταγωνισμού κατέληξε σε αγοραία τιμή υψηλότερη από εκείνη που θα είχε επικρατήσει σε περίπτωση που δεν υπήρχε η σύμπραξη, δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων (βλ. συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σκέψη 233 ανωτέρω, σκέψεις 120 και 129, της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑286/98 P, Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑9925, σκέψεις 68 έως 77· βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mischo στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑283/98 P, Mo och Domsjö κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑9858, σημεία 95 έως 101).
269 Κατά πάγια νομολογία, για την εκτίμηση του ποσού του προστίμου, στοιχεία αναγόμενα στις προθέσεις μπορεί να έχουν μεγαλύτερη σημασία από εκείνα που αφορούν τα αποτελέσματα μιας αντιβαίνουσας στον ανταγωνισμό πρακτικής, ιδίως όταν πρόκειται για εγγενώς σοβαρές παραβάσεις όπως οι αφορώσες τον καθορισμό των τιμών (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑194/99 P, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑10821, σκέψη 118· της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, σκέψη 215 ανωτέρω, σκέψη 96, και της 12ης Νοεμβρίου 2009, C‑554/08 P, Carbonne-Lorraine κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 44).
270 Εν προκειμένω, από την ανάλυση του αφορώντος τα προσαπτόμενα πραγματικά περιστατικά τμήματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως υιοθέτησαν συνειδητώς αντιβαίνουσα προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, για την οποία τους επιβλήθηκαν κυρώσεις (βλ., παραδείγματος χάρη, αιτιολογικές σκέψεις 111, 124, 125, 141 και 158 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Τούτο επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το γεγονός ότι ή σύμπραξη είχε απόρρητο χαρακτήρα, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 363 και 473 της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
271 Επιπλέον, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει επίσης ότι οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως επανειλημμένως συμφώνησαν επί μέτρων που απέβλεπαν στη διασφάλιση της πραγματικής λειτουργίας της συμπράξεως, όπως η αμοιβαία αποστολή των τιμολογίων των αντιστοίχων προμηθευτών τους (αιτιολογικές σκέψεις 122 και 129 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), η υποχρέωση διαβουλεύσεως σε περιπτώσεις αγορών εκτός των συμφωνιών (αιτιολογική σκέψη 139 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), οι υποχρεώσεις ελέγχου των υπαλλήλων προκειμένου να αποτραπεί η εκ μέρους τους ανάληψη πρωτοβουλιών χωρίς τον αναγκαίο συντονισμό (αιτιολογική σκέψη 140 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), η δημιουργία μιας δομής προκειμένου να διασφαλισθεί η επίτευξη των αντιθέτων στον ανταγωνισμό σκοπών (αιτιολογική σκέψη 187 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Συναφώς, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι από την αιτιολογική σκέψη 383 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι η σύμπραξη ετέθη σε εφαρμογή, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την Deltafina.
272 Διαπιστώνεται, δεύτερον, ότι, κατά τον καθορισμό του ποσού εκκίνησης του προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις της παράνομης συμπεριφοράς κάθε εμπλεκόμενης επιχειρήσεως. Πράγματι, από τις αιτιολογικές σκέψεις 370 και 371 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να καθορίσει τα πρόστιμα σε συνάρτηση με τη θέση κάθε εμπλεκόμενου μέρους στην αγορά προκειμένου να ληφθεί υπόψη, πέραν του ειδικού του βάρους, ενδεχόμενος αντίκτυπος της παράνομης συμπεριφοράς κάθε επιχειρήσεως.
273 Από τη νομολογία όμως προκύπτει ότιτο μερίδιο της αγοράς που κατέχει κάθε εμπλεκόμενη επιχείρηση στην αγορά, η οποία υπήρξε αντικείμενο περιοριστικής πρακτικής, συνιστά, ακόμα και όταν δεν αποδεικνύεται ότι η παράβαση έχει συγκεκριμένη επίδραση επί της αγοράς, αντικειμενικό στοιχείο που παρέχει το ορθό μέτρο της ευθύνης κάθε μιας επιχείρησης όσον αφορά τη δυνητική βλαπτικότητα της πρακτικής αυτής για την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Απριλίου 2004, T‑236/01, T-239/01, T-244/01 έως T-246/01, T-251/01 και T-252/01, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-1181, σκέψεις 196 έως 198, και ιδίως σκέψη 197). Επομένως, κατά τη νομολογία, προκειμένου να προσδιορισθεί το ύψος του προστίμου, τα μερίδια αγοράς που κατέχει μια επιχείρηση αποτελούν πρόσφορα κριτήρια για τον καθορισμό της επιρροής που αυτή μπορεί να έχει επί της αγοράς (απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-8417, σκέψη 139, και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, σκέψη 215 ανωτέρω, σκέψη 62).
274 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, καθορίζοντας το ποσό εκκίνησης του προστίμου σε συνάρτηση με το μερίδιο της αγοράς που κατέχει κάθε μέρος, η Επιτροπή χρησιμοποίησε ένα πρόσφορο κριτήριο για τον καθορισμό της επιρροής που μπορούσε να έχει επί της αγοράς η συμπεριφορά της Deltafina.
275 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένων μιας πολύ σοβαρής παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού και στοιχείων αναγόμενων στις προθέσεις, όπως τα μνημονευθέντα στις σκέψεις 270 και 271, ακόμα και εάν υποτεθεί ότι η συμφωνία δεν είχε επιπτώσεις στην αγορά, όπως υποστηρίζει η Deltafina, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν είναι απρόσφορος ο καθορισμός του ποσού εκκίνησης του προστίμου της Deltafina, η οποία υπήρξε φορέας με σημαντικά μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς έναντι των λοιπών μετεχόντων στη σύμπραξη στην οικεία αγορά, σε επίπεδο ανώτερο από το ελάχιστο ποσό των 20 εκατομμυρίων ευρώ που θέτουν οι κατευθυντήριες γραμμές και, συγκεκριμένα, στα 25 εκατομμύρια ευρώ.
276 Υπό το πρίμα των σκέψεων αυτών, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα της Deltafina, κατά το οποίο το ποσό εκκίνησης του προστίμου είναι προδήλως δυσανάλογο εξαιτίας του γεγονότος ότι η παράβαση δεν είχε οιαδήποτε επίπτωση στην αγορά.
277 Εξάλλου, σε ό,τι ειδικότερα αφορά τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν την απουσία επιπτώσεων της συμπράξεως στην αγορά (βλ. σκέψη 255 ανωτέρω), πρέπει να επισημανθεί ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι, για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, είναι κρίσιμο το ζήτημα κατά πόσον οι μετέχοντες στη σύμπραξη έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν προκειμένου να υλοποιηθούν οι προθέσεις τους. Αυτό που συνέβη κατόπιν, σε επίπεδο των τιμών της αγοράς που επιτεύχθηκαν στην πραγματικότητα, ενδέχεται να έχει επηρεαστεί από άλλους παράγοντες, εκτός του ελέγχου των μετεχόντων στη σύμπραξη, οι δε μετέχοντες στη σύμπραξη δεν μπορούν να επικαλούνται υπέρ αυτών εξωγενείς παράγοντες που παρεμπόδισαν τις προσπάθειές τους, ανάγοντας τους παράγοντες αυτούς σε στοιχεία δικαιολογούντα μείωση του προστίμου (βλ. αποφάσεις Raiffeisen Zentralbank Österreich κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 217 ανωτέρω, σκέψη 287· της 8ης Οκτωβρίου 2008, Carbone-Lorraine κατά Επιτροπής, σκέψη 223 ανωτέρω, σκέψη 86, και Gütermann και Zwicky κατά Επιτροπής, σκέψη 222 ανωτέρω, σκέψη 130 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
278 Επομένως σε ένα πλαίσιο όπως αυτό εν προκειμένω, στο οποίο, μεταξύ άλλων, τα μέλη της συμπράξεως έλαβαν μέτρα προκειμένου να υλοποιήσουν τους αντιβαίνοντες προς τον ανταγωνισμό στόχους τους (βλ. σκέψεις 270 και κυρίως 271 ανωτέρω), μια εξέλιξη των τιμών στην αγορά, όπως η μνημονευθείσα από την Deltafina αύξηση των τιμών του καπνού, δεν μπορεί να δικαιολογεί από μόνη της μείωση του προστίμου. Πράγματι, δεν αποκλείεται ότι, χωρίς τη σύμπραξη, η αύξηση των τιμών θα ήταν πιο σημαντική από την προαναφερθείσα αύξηση.
279 Επιπλέον, κατά τη νομολογία, δεν είναι δυνατό να απαιτείται από την Επιτροπή, όταν στοιχειοθετείται η υλοποίηση συμπράξεως, να αποδεικνύει συστηματικά ότι οι συμφωνίες όντως παρείχαν στις οικείες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να επιτύχουν υψηλότερο επίπεδο τιμών των συναλλαγών ή, όπως εν προκειμένω, στις περιπτώσεις συμπράξεων αγοράς, κατώτερο επίπεδο από εκείνο που θα επικρατούσε χωρίς τη σύμπραξη. Θα ήταν δυσανάλογο να απαιτείται παρόμοια απόδειξη η οποία θα απορροφούσε σημαντικούς πόρους, καθώς θα καθιστούσε αναγκαία την προσφυγή σε οικονομικούς υπολογισμούς, στηριζόμενους σε οικονομικά πρότυπα, η ακρίβεια των οποίων μπορεί να ελεγχθεί δυσχερώς από τον δικαστή και ως προς τα οποία ουδόλως αποδεικνύεται ότι είναι απαλλαγμένα ελαττωμάτων (βλ., συναφώς, αποφάσεις Raiffeisen Zentralbank Österreich κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 217 ανωτέρω, σκέψη 286, της 8ης Οκτωβρίου 2008, Carbone-Lorraine κατά Επιτροπής, σκέψη 223 ανωτέρω, σκέψη 85, και Gütermann και Zwicky κατά Επιτροπής, σκέψη 222 ανωτέρω, σκέψη 129 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
280 Επομένως, ακόμα και εάν διέθετε στοιχεία καταδεικνύοντα μια αύξηση των τιμών του καπνού ανώτερη έναντι της κατά μέσο όρο αυξήσεως των λοιπών γεωργικών προϊόντων, η περίσταση αυτή δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει ότι οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων μεταποιήσεως τους επέτρεψαν πράγματι να επιτύχουν επίπεδο τιμών χαμηλότερο από εκείνο που θα επικρατούσε χωρίς τη σύμπραξη.
281 Τέλος, η Deltafinaι διατείνεται, επίσης, ότι η προσβαλλομένη απόφαση πάσχει λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως καθότι η Επιτροπή δεν ανέφερε τους λόγους, από τους οποίους συνήγαγε το συμπέρασμα ότι ο αντίκτυπος της συμπράξεως δεν ήταν μετρήσιμος.
282 Σε ό,τι αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, καταρχάς, από τη νομολογία προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του καθορισμού προστίμων λόγω παραβιάσεως του δικαίου ανταγωνισμού, η εν λόγω υποχρέωση πληρούται εφόσον η Επιτροπή εκθέτει στην απόφασή της τα στοιχεία εκτιμήσεως τα οποία χρησιμοποίησε για να μετρήσει τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως. Όσον αφορά απόφαση επιβάλλουσα πρόστιμα σε πλείονες επιχειρήσεις, το εύρος της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται, μεταξύ άλλων, υπό το πρίσμα του στοιχείου ότι η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποτιμάται με γνώμονα μεγάλο αριθμό στοιχείων, όπως, μεταξύ άλλων, οι προσιδιάζουσες στην υπόθεση περιστάσεις, η συγκυρία και το ανασχετικό αποτέλεσμα των προστίμων, και τούτο χωρίς να έχει καταρτιστεί υποχρεωτικός ή εξαντλητικός πίνακας κριτηρίων τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατ’ ανάγκη (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 2002, C-238/99 P, C‑244/99 P, C-245/99 P, C‑247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I-8375, σκέψεις 463 και 465).
283 Εν προκειμένω, η Επιτροπή ανέφερε, στις αιτιολογικές σκέψεις 365 έως 376 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα στοιχεία που έλαβε υπόψη κατά τον καθορισμό των ποσών εκκίνησης των προστίμων που επιβλήθηκαν στις διάφορες εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Η Επιτροπή ανέφερε, ιδίως, τα κριτήρια βάσει των οποίων, αφενός, εκτίμησε, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, τη σοβαρότητα της παραβάσεως και, αφετέρου, καθόρισε εν συνεχεία το ποσό εκκίνησης κατατάσσοντας τις επιχειρήσεις σε συνάρτηση με τη σημασία τους στην αγορά, όπως καθορίζεται από το μερίδιό τους της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη το ειδικό βάρος κάθε επιχειρήσεως και τον ενδεχόμενο αντίκτυπο της παράνομης συμπεριφοράς. Επομένως, πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία αναφορικά με την υποχρέωση αιτιολογήσεως.
284 Σε ό,τι ειδικότερα αφορά την αιτίαση της Deltafina, πρέπει να επισημανθεί ότι, δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος αντίκτυπος στην αγορά δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως ως πολύ σοβαρής στις περιπτώσεις των οριζόντιων συμπράξεων που αποβλέπουν, ιδίως, όπως εν προκειμένω, στον καθορισμό των τιμών, η Επιτροπή δεν όφειλε να τον λάβει υπόψη κατά τον καθορισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως (βλ. σκέψεις 222 έως 224 και 261 έως 265 ανωτέρω). Εν προκειμένω, όπως σημειώθηκε στις σκέψεις 264 και 265 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν στήριξε την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως στο εν λόγω κριτήριο. Το γεγονός, όμως, ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε το ότι δεν ελήφθη υπόψη ένα κριτήριο το οποίο δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη και του οποίου τη συνεκτίμηση δεν θεώρησε εν προκειμένω αναγκαία δεν μπορεί να συνεπάγεται ελλιπή αιτιολογία όσον αφορά τον καθορισμό του προστίμου της Deltafina.
285 Εξάλλου, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, στο πλαίσιο των αναλύσεων αναφορικά με παραβάσεις του άρθρου 81 ΕΚ, το άρθρο 253 ΕΚ δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να εξηγεί στις αποφάσεις της τους λόγους για τους οποίους δεν δέχθηκε, όσον αφορά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, άλλες προσεγγίσεις σε σχέση με αυτή την οποία πράγματι επέλεξε στην προσβαλλομένη απόφαση (βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 2010, T‑18/05, IMI κ.λπ. κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 153 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
286 Συνεπώς, ουδεμία παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή.
287 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου πρέπει να απορριφθεί.
288 Υπό το πρίσμα όσων προεξετέθησαν, ο πέμπτος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Β – Επί του εβδόμου λόγου, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση των ελαφρυντικών περιστάσεων καθώς και από παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
289 Στο πλαίσιο του έβδομου λόγου της, η Deltafina προσάπτει, καταρχάς, στην Επιτροπή ότι, κατά την εκτίμηση της συμπεριφοράς της, δεν έλαβε υπόψη μια ελαφρυντική περίσταση βάσει της οποίας έπρεπε να έχει μειώσει το πρόστιμο. Η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τον απολύτως αβέβαιο χαρακτήρα, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, του ρυθμιστικού πλαισίου αναφοράς στον τομέα τον οποίο αφορά η σύμπραξη και επομένως τη μη βέβαιη εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ στις διεπαγγελματικές συμφωνίες. Πράγματι, ο νόμος που ρυθμίζει αυτού του είδους τις συμφωνίες, ήτοι ο «legge n° 88 sulle norme sugli accordi interprofessionali e sui contratti di coltivazione e vendita dei prodotti agricoli» (νόμος 88 περί ρυθμίσεως των διεπαγγελματικών συμφωνιών και των συμβάσεων καλλιέργειας και πωλήσεως γεωργικών προϊόντων), της 16ης Μαρτίου 1988 (GURI n° 69, της 23ης Μαρτίου 1988, στο εξής: νόμος 88/88) ενθάρρυνε την οριζόντια συνεννόηση μεταξύ επιχειρήσεων μεταποιήσεως. Από τις αιτιολογικές σκέψεις 315 και 359 έως 362 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή ήταν ενήμερη του πλαισίου αυτού, δεν συνήγαγε όμως εξ αυτού κάποια συνέπεια όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου.
290 Η Deltafina υποστηρίζει επίσης ότι στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση C(2004) 4030 τελικό της Επιτροπής, της 20ής Οκτωβρίου 2004, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, [ΕΚ] (υπόθεση COMP/C.38.238/B.2 − Ακατέργαστος καπνός – Ισπανία) (στο εξής: απόφαση ακατέργαστος καπνός – Ισπανία), στην οποία το ρυθμιστικό πλαίσιο ήταν ουσιαστικά ανάλογο προς αυτό εν προκειμένω, η Επιτροπή χορήγησε στους μετατροπείς μείωση των προστίμων κατά 40 %.
291 Εν συνεχεία, η Deltafina διατείνεται ότι το πρόστιμο που της επιβλήθηκε είναι δυσανάλογο λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων η Επιτροπή αποφάσισε να μην της χορηγήσει το ευεργέτημα της απαλλαγής. Τονίζει ότι η εκ μέρους της γνωστοποίηση της αιτήσεως απαλλαγής δεν έθιξε την έρευνα της Επιτροπής, ότι η καλή της πίστη κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας δεν μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση, ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η Deltafina είχε συμβάλει ουσιαστικά στην έρευνα και ότι η υπόθεση αυτή παρουσιάζει «εξαιρετικά χαρακτηριστικά», καθότι η Deltafina υπήρξε η πρώτη επιχείρηση που ζήτησε απαλλαγή βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 και καθότι επρόκειτο για την πρώτη περίπτωση άρσεως της υπό όρους απαλλαγής. Παρά ταύτα, η Επιτροπή επέβαλε ένα εξαιρετικά υψηλό πρόστιμο για μία συμπεριφορά, ως προς την οποία ακόμα και ο υπεύθυνος για την υπόθεση υπάλληλος δεν γνώριζε, 26 μήνες μετά τα πραγματικά περιστατικά, κατά πόσον συνιστούσε πράγματι παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας (βλ. σκέψη 185 ανωτέρω). Η Deltafina μνημονεύει επίσης την πρακτική της Επιτροπής που συνίσταται στην επιβολή συμβολικών προστίμων στις περιπτώσεις όπου υπάρχει εύλογη αμφιβολία ως προς την ύπαρξη παραβάσεως.
292 Τέλος, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Deltafina, παραπέμποντας στη σκέψη 169 της αποφάσεως Nintendo και Nintendo of Europe κατά Επιτροπής, σκέψη 190 ανωτέρω, προσήψε στην Επιτροπή ότι, για τη συνεργασία της, της χορήγησε την ίδια μείωση προστίμου με εκείνη που είχε χορηγήσει στην Dimon Italia, ήτοι 50 % του προστίμου, παρότι η Dimon Italia είχε αρχίσει να συνεργάζεται αργότερα από ό,τι αυτή και μολονότι η συνεργασία της ήταν ποιοτικώς σημαντικότερη από εκείνη της Dimon Italia.
293 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Deltafina.
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
294 Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από τη μη συνεκτίμηση ελαφρυντικής περιστάσεως, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά τη νομολογία, κατά τον προσδιορισμό του επιπέδου της κυρώσεως, η συμπεριφορά των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων μπορεί να εκτιμάται υπό το πρίσμα της ελαφρυντικής περιστάσεως που συνιστούσε το εθνικό νομικό πλαίσιο (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑198/01, CIF, Συλλογή 2003, σ. I‑8055, σκέψη 57, και Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 109 ανωτέρω, σκέψεις 228 επ.).
295 Επιπλέον, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το σημείο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών περιλαμβάνει, υπό τον τίτλο «ελαφρυντικές περιστάσεις», μη εξαντλητικό κατάλογο των περιστάσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση του ποσού του προστίμου, μία εκ των οποίων είναι η ύπαρξη δικαιολογημένης αμφιβολίας της επιχειρήσεως σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της ακολουθούμενης περιοριστικής πρακτικής.
296 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη το εθνικό νομικό πλαίσιο και, κυρίως, τον νόμο 88/88 που ανέφερε η Deltafina. Η Επιτροπή αναλύει, ιδίως, τον αντίκτυπο του νόμου αυτού στις αιτιολογικές σκέψεις 315 έως 324 και 358 έως 362 της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δηλώνει ότι το εθνικό νομικό πλαίσιο μπορούσε να δημιουργήσει αβεβαιότητα ως προς την νομιμότητα των πρακτικών της APTI και της Unitab. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η Επιτροπή επέβαλε συμβολικά πρόστιμα στις ενώσεις αυτές (βλ., ιδίως, αιτιολογική σκέψη 362 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
297 Εντούτοις, σε ό,τι αφορά την σύμπραξη των επιχειρήσεων μεταποιήσεως, στην οποία μετέσχε η Deltafina, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην αιτιολογική σκέψη 323 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι «εμπίπτει πλήρως στο άρθρο 81, παράγραφος 1, [ΕΚ,] καθότι βαίνει πέραν του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων του νόμου 88/88, στο μέτρο που απέβλεπε ουσιαστικά στον καθορισμό των ανώτατων ή μέσων τιμών παραδόσεως καθώς και στην κατανομή των ποσοτήτων και των προμηθευτών». Η Deltafina ουδόλως αμφισβητεί τη διαπίστωση αυτή. Περιορίζεται στη δήλωση, χωρίς να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της, ότι το εθνικό νομικό πλαίσιο ενθάρρυνε την οριζόντια συνεννόηση μεταξύ των επιχειρήσεων μεταποιήσεως.
298 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Deltafina δεν μπορεί να προβάλει ότι η Επιτροπή έπρεπε να έχει λάβει υπόψη το ρυθμιστικό πλαίσιο αναφοράς ως ελαφρυντική περίσταση.
299 Σε ό,τι αφορά την αιτίαση σχετικά με την απόφαση ακατέργαστος καπνός – Ισπανία, πρέπει να επισημανθεί ότι, παρότι η Deltafina δεν το δηλώνει ρητώς, προβάλλει στην ουσία παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως καθότι, σε μια περίπτωση παρεμφερή με την υπό κρίση, η Επιτροπή εφάρμοσε την συγκεκριμένη ελαφρυντική περίσταση ως προς τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως.
300 Ως προς το παραπάνω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως υπάρχει μόνον όταν παρόμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό ή διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονται καθ’ όμοιο τρόπο, εκτός εάν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 1984, 106/83, Sermide, Συλλογή 1984, σ. 4209, σκέψη 28, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, T‑161/05, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II‑3555, σκέψη 79).
301 Εν προκειμένω, η σύγκριση μεταξύ των δύο συγκεκριμένων αποφάσεων όσον αφορά την επίπτωση του εθνικού ρυθμιστικού πλαισίου επί των κρίσιμων πρακτικών καταδεικνύει ότι οι δύο καταστάσεις χαρακτηρίζονταν από σημαντικές διαφορές όσον αφορά τον αντίκτυπο του προαναφερθέντος ρυθμιστικού πλαισίου επί των παρανόμων εκδηλώσεων συμπεριφοράς. Ειδικότερα, από τις αιτιολογικές σκέψεις 52 επ., 349 επ., 426 έως 429, 437 και 438 της αποφάσεως ακατέργαστος καπνός – Ισπανία προκύπτει ότι, στην Ισπανία, οι δημόσιες αρχές διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις των συμφωνιών μεταξύ παραγωγών και μεταποιητών. Επρόκειτο για διαπραγματεύσεις που χαρακτηρίσθηκαν ως «δημόσιες». Στην Ισπανία, υπήρχε δε μια «πρακτική του υπουργείου [αποσκοπούσα στο] να επιτρέπει και να ενθαρρύνει τα μέρη να διαπραγματεύονται συλλογικώς τους όρους αγοράς και πώλησης του καπνού, συμπεριλαμβανομένων των τιμών» (αιτιολογική σκέψη 60 της αποφάσεως ακατέργαστος καπνός – Ισπανία). Η Επιτροπή συνήγαγε εξ αυτού ότι «οι δημόσιες διαπραγματεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων των παραγώγων και των επιχειρήσεων μεταποιήσεως [είχαν] προσδιορίσει, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, το ουσιαστικό πλαίσιο (ιδίως όσον αφορά τις ευκαιρίες συνεννόησης και υιοθέτησης κοινής θέσης) εντός του οποίου οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως ανέπτυξαν, πέρα από την κοινή θέση που επρόκειτο να υιοθετήσουν στο πλαίσιο των δημόσιων διαπραγματεύσεων, τη μυστική στρατηγική τους ως προς τις (μέγιστες) μέσες τιμές παράδοσης και τις ποσότητες» (αιτιολογική σκέψη 438 της αποφάσεως ακατέργαστος καπνός – Ισπανία). Για αυτόν ουσιαστικώς τον λόγο η Επιτροπή χορήγησε έκπτωση κατά 40 % του ποσού των προστίμων που επιβλήθηκαν στις ισπανικές επιχειρήσεις μεταποιήσεως.
302 Οι δημόσιες αρχές δεν διαδραμάτισαν όμως τέτοιον ρόλο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ επιχειρήσεων μεταποιήσεως και παραγώγων στην υπό κρίση υπόθεση. Επομένως, η Deltafina δεν μπορεί να προβάλει ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, επειδή δεν εφάρμοσε ως προς αυτήν την κρίσιμη ελαφρυντική περίσταση.
303 Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή έχει θεωρήσει, κατά την πρακτική που ακολουθούσε προηγουμένως για τη λήψη των αποφάσεών της, ότι ορισμένα στοιχεία συνιστούσαν ελαφρυντικές περιστάσεις για την επιμέτρηση του προστίμου δεν συνεπάγεται ότι είναι υποχρεωμένη να εκφέρει την ίδια κρίση και σε μεταγενέστερη απόφασή της (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T‑23/99, LR AF 1998 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑1705, σκέψη 337, και Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκέψη 224 ανωτέρω, σκέψη 395). Επομένως, η Deltafina δεν μπορεί να προβάλει την εφαρμογή ελαφρυντικής περιστάσεως σε άλλη υπόθεση προκειμένου να συναγάγει πλάνη εκ μέρους της Επιτροπής στην υπό κρίση υπόθεση.
304 Εν συνεχεία, πρέπει να εξετασθεί η αιτίαση που αντλείται από το ότι το πρόστιμο είναι δυσανάλογο λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων η Επιτροπή δεν χορήγησε οριστική απαλλαγή στην Deltafina.
305 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή, έχοντας διαπιστώσει στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη, παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας εκ μέρους της Deltafina, αποφάσισε να μην της χορηγήσει οριστική απαλλαγή κατά το πέρας της διαδικασίας. Επομένως, η Deltafina, μη έχοντας πλέον δικαίωμα ευνοϊκής μεταχειρίσεως, υπέστη κύρωση για τη συμμετοχή της σε παράνομη συμφωνία μεταξύ των επιχειρήσεων μεταποιήσεως, το βασικό ποσό της οποίας καθορίσθηκε στα 60 εκατομμύρια ευρώ (βλ. αιτιολογική σκέψη 379 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
306 Εντούτοις, παρότι η Deltafina παρέβη μια αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να τύχει απαλλαγής βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, η Επιτροπή αποφάσισε να της χορηγήσει μείωση προστίμου λόγω της ελαφρυντικής περιστάσεως που αντλείτο από την ουσιαστική συνεργασία που παρέσχε στο πλαίσιο της διαδικασίας. Έχοντας υπόψη τα όσα συνοψίσθηκαν στις σκέψεις 38 έως 42 ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε επομένως να χορηγήσει στην Deltafina μείωση του προστίμου κατά 50 %.
307 Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι, κατά την ποσοτικοποίηση της μειώσεως του προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη και αναγνώρισε τόσο τις εξαιρετικές περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, όσο και της σημασία της συνεργασίας που παρέσχε η Deltafina καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, την οποία αναφέρει η Deltafina προς στήριξη της αιτιάσεώς της. Βάσει των ανωτέρω και παρά την εκ μέρους της Deltafina παράβαση της υποχρεώσεώς της συνεργασίας, η Επιτροπή της χορήγησε σημαντικότατη έκπτωση επί του προστίμου το οποίο θα της είχε διαφορετικά επιβληθεί.
308 Υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένης της εκπτώσεως προστίμου που της χορηγήθηκε, η Deltafina δεν μπορεί να προβάλει ότι το πρόστιμο είναι δυσανάλογο, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων η Επιτροπή αποφάσισε να μην της χορηγεί πλέον απαλλαγή. Τα υπόλοιπα επιχειρήματα της Deltafina δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση αυτή.
309 Όσον αφορά το επιχείρημα περί μη παρεμποδίσεως της έρευνας, πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται, δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή τόσο για τη διαπίστωση παραβάσεως της υποχρεώσεως συνεργασίας (βλ. σκέψη 171 ανωτέρω) όσο και για την εκτίμηση της συνεργασίας. Επιπλέον, δεδομένης της αποδειχθείσας παραβάσεως της υποχρεώσεως συνεργασίας, η Deltafina δεν μπορεί να επικαλείται υποτιθέμενη καλή πίστη κατά την διοικητική διαδικασία προκειμένου να ζητήσει πρόσθετη μείωση του προστίμου. Όσον αφορά, τέλος, τη μνεία στην πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής που συνίσταται στην επιβολή συμβολικών προστίμων, ούτε αυτή μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το προαναφερθέν συμπέρασμα, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπενθυμίσθηκε στη σκέψη 244 ανωτέρω.
310 Τέλος, προβάλλοντας, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και για πρώτη φορά κατά τη διαδικασία, παραβίαση από την Επιτροπή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως λόγω της χορηγηθείσας στην Dimon Italia μειώσεως προστίμου, η Deltafina προέβαλε έναν νέο λόγο, χωρίς να τον στηρίξει σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διαδικασία. Κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, τέτοιος λόγος πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
311 Βάσει των ανωτέρω, ο έβδομος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
312 Κατά συνέπεια, το αίτημα περί μερικής ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Σε ό,τι αφορά, το επικουρικώς προβληθέν αίτημα περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι, δεδομένου ότι ουδέν στοιχείο δεν είναι εν προκειμένω ικανό να δικαιολογήσει μείωση του ποσού του προστίμου, το εν λόγω αίτημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
III – Επί του αιτήματος προσκομίσεως εγγράφου
313 Όσον αφορά το αίτημα της Deltafina να υποχρεωθεί η Επιτροπή να προσκομίσει το πλήρες κείμενο ενός προσαρτημένου ως παράρτημα στο υπόμνημα αντικρούσεως εγγράφου (βλ. σκέψη 68 ανωτέρω), καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να παράσχει πρόσβαση, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, σε εσωτερικά έγγραφα του οργάνου (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 1991, T‑7/89, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II‑1711, σκέψη 54, και της 15ης Μαρτίου 2000, T‑25/95, T‑26/95, T‑30/95 έως T‑32/95, T‑34/95 έως T‑39/95, T‑42/95 έως T‑46/95, T‑48/95, T‑50/95 έως T‑65/95, T‑68/95 έως T‑71/95, T‑87/95, T‑88/95, T‑103/95 και T‑104/95, Συλλογή 20002, σ. II-491, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 420). Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής δεν φέρονται σε γνώση των προσφευγόντων, εκτός αν το απαιτούν έκτακτες περιστάσεις, βάσει σοβαρών στοιχείων που οι προσφεύγοντες πρέπει να προσκομίσουν. Ο περιορισμός αυτός της προσβάσεως στα εσωτερικά έγγραφα δικαιολογείται από την ανάγκη διασφαλίσεως της εύρυθμης λειτουργίας του οικείου οργάνου στον τομέα της πατάξεως των παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T‑9/99, HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑1487, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
314 Διαπιστώνεται όμως ότι η Deltafina δεν απέδειξε, βάσει σοβαρών στοιχείων, ότι συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις που απαιτούν την προσκόμιση ολόκληρου του εγγράφου το οποίο αναφέρει στην αίτησή της, ούτε διευκρίνισε για ποιους λόγους ενδέχετο να έχει σημασία το έγγραφο αυτό όσον αφορά το σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνάς της. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αίτημα προσκομίσεως ολόκληρου του εγγράφου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Επί των δικαστικών εξόδων
315 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
316 Δεδομένου ότι η Deltafina ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τα σχετικά αιτήματα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Deltafina SpA στα δικαστικά έξοδα.
Azizi
Cremona
Frimodt Nielsen
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.
(υπογραφές)
Περιεχόμενα
Ιστορικό της διαφοράς
I – Διοικητική διαδικασία
II – Προσβαλλόμενη απόφαση
Α – Επί της παραβάσεως και του καταλογισμού της παραβατικής συμπεριφοράς
Β – Επί του υπολογισμού του ποσού του προστίμου
1. Καθορισμός του βασικού ποσού του προστίμου
2. Ελαφρυντική περίσταση
Γ – Επί της αιτήσεως της Deltafina για απαλλαγή από την επιβολή προστίμων
1. Πραγματικά στοιχεία
2. Μη τήρηση εκ μέρους της Deltafina της προϋποθέσεως του σημείου 11, στοιχείο α΄, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
I – Επί των προβαλλόμενων λόγων
A – Επί των τριών πρώτων λόγων, που αντλούνται από πρόδηλη πλάνη σε σχέση με τη μη χορήγηση οριστικής απαλλαγής στην Deltafina
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
α) Επί του προγράμματος επιείκειας
β) Επί του περιεχομένου της υποχρεώσεως συνεργασίας
γ) Επί της παραβάσεως εκ μέρους της Deltafina της υποχρεώσεως συνεργασίας
δ) Επί των ειδικών επιχειρημάτων που προβάλλει η Deltafina και αντλούνται από πλάνη της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθότι η Επιτροπή δεν της χορήγησε οριστική απαλλαγή
Επί του επιχειρήματος που αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε αποδεχθεί να γνωστοποιήσει η Deltafina την αίτησή της απαλλαγής επί τη ευκαιρία της συνεδριάσεως της APTI
– Επί της υποτιθέμενης προηγούμενης ενημερώσεως της Επιτροπής
– Επί της υποτιθέμενης συμφωνίας αναφορικά με τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της γνωστοποιήσεως
Επί της γνώσεως της έρευνας και επί της απουσίας επιπτώσεων στην έρευνα
ε) Επί της αιτιάσεως που αντλείται από το ότι η Deltafina δεν υπέβαλε την αίτησή της ευνοϊκής μεταχειρίσεως σε συνεννόηση με τους κύριους ανταγωνιστές της
Β – Επί του τέταρτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αρχής της χρηστής διοικήσεως και της αρχής της αναλογικότητας.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
II – Επί των λόγων που προβάλλονται επικουρικώς
Α – Επί του πέμπτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω του υπερβολικού χαρακτήρα του ποσού εκκίνησης του προστίμου καθώς και από έλλειψη αιτιολογήσεως
1. Γενικές εκτιμήσεις
2. Επί του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λαμβανομένων υπόψη του περιορισμένου μεγέθους της αγοράς και του κύκλου εργασιών της Deltafina
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
3. Επί του δεύτερου σκέλους του πέμπτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λαμβανομένης υπόψη της περιορισμένης εκτάσεως της γεωγραφικής αγοράς
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
4. Επί του τρίτου σκέλους του πέμπτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λαμβανομένων υπόψη της απουσίας αντίκτυπου της παραβάσεως στην αγορά και της ελλείψεως αιτιολογήσεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Β – Επί του εβδόμου λόγου, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση των ελαφρυντικών περιστάσεων καθώς και από παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
III – Επί του αιτήματος προσκομίσεως εγγράφου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy