Υπόθεση T-25/06
Alliance One International, Inc.
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Ιταλική αγορά αποκτήσεως και πρώτης μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Καθορισμός των τιμών και κατανομή της αγοράς – Καταλογισμός της παραβατικής συμπεριφοράς – Πρόστιμα»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ανταγωνισμός – Κανόνες της Ένωσης – Παραβάσεις – Καταλογισμός – Μητρική εταιρία και θυγατρικές – Κριτήρια εκτιμήσεως
(Άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 2)
2. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας – Ανακοίνωση των αιτιάσεων – Υποχρεωτικό περιεχόμενο
(Άρθρα 81 ΕΚ, 82 ΕΚ και 85 ΕΚ· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 27 § 1)
3. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας – Προσβολή λόγω παρατυπίας εκ μέρους της Επιτροπής – Προϋποθέσεις
(Άρθρα 81 ΕΚ, 82 ΕΚ και 85 ΕΚ)
4. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Μέγιστο ύψος – Υπολογισμός – Κύκλος εργασιών που λαμβάνεται υπόψη
(Άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 2)
5. Ανταγωνισμός – Κανόνες της Ένωσης – Παραβάσεις – Καταλογισμός – Νομικό πρόσωπο που έχει την ευθύνη για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως κατά τον χρόνο της παραβάσεως – Εξαιρέσεις
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
6. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Αποτρεπτικός χαρακτήρας – Τήρηση της αρχής της αναλογικότητας
(Άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23)
7. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Αποτρεπτικός χαρακτήρας – Εφαρμογή πολλαπλασιαστικού συντελεστή
(Άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ· κανονισμοί του Συμβουλίου 17, άρθρο 15 § 2, και 1/2003, άρθρο 23· ανακοίνωση της Επιτροπής 98/C 9/03, σημείο 1 A, εδ. 4)
1. Σε υποθέσεις ανταγωνισμού, οσάκις το συνολικό κεφάλαιο μιας θυγατρικής κατέχεται από τη μητρική της εταιρία, η Επιτροπή μπορεί να συναγάγει ότι η μητρική εταιρία ασκεί αποφασιστική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής αυτής, χωρίς να υποχρεούται να προσκομίσει συμπληρωματικές αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι η μητρική εταιρία πράγματι άσκησε τέτοια επιρροή ή τελούσε εν γνώσει της παραβάσεως ή της εμπλοκής της εν λόγω θυγατρικής στην παράβαση αυτή. Πρόκειται περί μαχητού τεκμηρίου, το οποίο μπορεί να ανατραπεί με απόδειξη του αντιθέτου. Επομένως, εναπόκειται στη μητρική εταιρία, η οποία ευθύνεται, κατά την Επιτροπή, αλληλεγγύως για την καταβολή του επιβληθέντος στη θυγατρική της προστίμου, να ανατρέψει το τεκμήριο με στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η θυγατρική χαίρει αυτονομίας κατά τη χάραξη της πολιτικής της στην αγορά και ότι οι δύο αυτές εταιρίες δεν συνιστούν επομένως μία και μόνη οικονομική οντότητα. Σε αντίθετη περίπτωση, η άσκηση ελέγχου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το αντλούμενο από την κατοχή του συνολικού κεφαλαίου τεκμήριο δεν ανετράπη
Προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον μια θυγατρική καθορίζει τη συμπεριφορά της στην αγορά κατά τρόπο αυτόνομο, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία που αφορούν τις οργανωτικές, οικονομικές και νομικές σχέσεις μεταξύ της εν λόγω θυγατρικής και της μητρικής εταιρίας, τα οποία ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με την περίπτωση.
Το γεγονός, όμως, ότι μια θυγατρική έχει τη δική της τοπική διεύθυνση και ίδιους πόρους δεν αποδεικνύει, αυτό καθαυτό, ότι καθορίζει αυτόνομα τη συμπεριφορά της στην αγορά σε σχέση με τη μητρική της εταιρία. Η ανάθεση της διαχειρίσεως των τρεχουσών δραστηριοτήτων στην τοπική διεύθυνση μιας κατά 100 % ελεγχόμενης θυγατρικής πρόκειται, πράγματι, για συνήθη πρακτική και, ως εκ τούτου, δεν είναι ικανή να αποδείξει την πραγματική αυτονομία της θυγατρικής. Ομοίως, η κατανομή καθηκόντων μεταξύ των θυγατρικών και των μητρικών τους εταιρειών συνιστά συνήθη πρακτική στους κάθετα διαρθρωμένους ομίλους που δεν μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο κατά το οποίο οι μητρικές εταιρίες ασκούν όντως καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά των θυγατρικών.
(βλ. σκέψεις 125-126, 130-131)
2. Κατά τη διεξαγωγή διοικητικών διαδικασιών σχετικά με την πολιτική του ανταγωνισμού, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας επιτάσσει να παρέχεται, κατά τη διοικητική διαδικασία, στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση η δυνατότητα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της επί του υποστατού και του κρίσιμου χαρακτήρα των προβαλλόμενων πραγματικών περιστατικών, καθώς και επί των εγγράφων που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή για να στηρίξει τον ισχυρισμό της σχετικά με την ύπαρξη παραβάσεως της Συνθήκης. Το άρθρο 27, παράγραφος 1 του κανονισμού 1/2003 αντανακλά την αρχή αυτή στο μέτρο που προβλέπει ότι αποστέλλεται στα μέρη κοινοποίηση των αιτιάσεων, η οποία πρέπει να αναφέρει σαφώς όλα τα ουσιώδη στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η Επιτροπή σ’ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να είναι σε θέση να αντιληφθούν για ποιες ενέργειες τους επικρίνει η Επιτροπή και να αμυνθούν λυσιτελώς προτού αυτή εκδώσει οριστική απόφαση. Η ανωτέρω επιταγή πληρούται οσάκις η συγκεκριμένη απόφαση δεν προσάπτει στους ενδιαφερομένους παραβάσεις διαφορετικές από εκείνες που παρατίθενται στην κοινοποίηση αιτιάσεων και λαμβάνει υπόψη μόνον τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις.
Πάντως, μνεία των εν λόγω στοιχείων μπορεί να γίνει συνοπτικά, η δε απόφαση δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να είναι αντίγραφο της κοινοποιήσεως αιτιάσεων, καθόσον η ανακοίνωση αυτή συνιστά προκαταρκτικό έγγραφο, του οποίου οι πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις έχουν καθαρά προσωρινό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, είναι παραδεκτές προσθήκες στην κοινοποίηση αιτιάσεων οι οποίες πραγματοποιούνται υπό το πρίσμα του υπομνήματος απαντήσεως των διαδίκων, των οποίων τα επιχειρήματα αποδεικνύουν ότι όντως άσκησαν τα δικαιώματά τους άμυνας. Η Επιτροπή μπορεί επίσης, ενόψει της διοικητικής διαδικασίας, να αναθεωρήσει ή να προσθέσει πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα προς στήριξη των αιτιάσεων που διατύπωσε.
(βλ. σκέψεις 179-181)
3. Στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, η συνεκτίμηση ενός επιχειρήματος που προέβαλε επιχείρηση κατά τη διαδικασία, χωρίς να της δοθεί η δυνατότητα να εκφέρει σχετικώς την άποψή της πριν από τη λήψη της τελικής αποφάσεως, δεν μπορεί να συνιστά, καθαυτή, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς της.
Ως προς τούτο, προσβάλλονται τα δικαιώματα άμυνας οσάκις υφίσταται το ενδεχόμενο, λόγω παρατυπίας εκ μέρους της Επιτροπής, η κινηθείσα από αυτήν διοικητική διαδικασία να καταλήξει πιθανώς σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Μια επιχείρηση αποδεικνύει ότι έλαβε χώρα παρόμοια προσβολή εφόσον αποδείξει επαρκώς όχι ότι η απόφαση της Επιτροπής θα είχε διαφορετικό περιεχόμενο, αλλά ότι θα μπορούσε να υποστηρίξει καλύτερα την άμυνά της ελλείψει της παρατυπίας, παραδείγματος χάρη ως εκ του ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την άμυνά της έγγραφα στα οποία δεν της επετράπη η πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία.
(βλ. σκέψεις 182-183)
4. Το προβλεπόμενο από το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 ανώτατο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών πρέπει να υπολογίζεται επί του σωρευτικού κύκλου εργασιών όλων των εταιρειών που απαρτίζουν την ενιαία οικονομική οντότητα η οποία ενεργεί ως επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, διότι μόνον ο σωρευτικός κύκλος εργασιών των εταιρειών που απαρτίζουν τον όμιλο μπορεί να αποτελέσει ένδειξη περί του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος της εν λόγω επιχειρήσεως.
(βλ. σκέψεις 210-211)
5. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διηύθυνε την οικεία επιχείρηση κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως ευθύνεται κατ’ αρχήν γι’ αυτήν, ακόμη και αν, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση, την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχείρησης έφερε άλλο πρόσωπο.
6. Οσάκις επιχείρηση η οποία παρέβη τους κανόνες του ανταγωνισμού υφίσταται νομική ή οργανωτική μεταβολή, η μεταβολή αυτή δεν έχει κατ’ ανάγκην ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νέας επιχειρήσεως απαλλαγμένης της ευθύνης των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορών της προηγουμένης επιχειρήσεως εάν, από οικονομική άποψη, οι δύο επιχειρήσεις ταυτίζονται.
Συγκεκριμένα, μπορεί, για τους σκοπούς της αποτελεσματικής εφαρμογής των κανόνων περί ανταγωνισμού, να καταστεί αναγκαίο να καταλογισθεί κατ’ εξαίρεση παράβαση στον νέο φορέα της επιχειρήσεως που μετέχει στη σύμπραξη, εφόσον αυτός μπορεί, από οικονομική άποψη, να θεωρηθεί ως διάδοχος του αρχικού φορέα εκμεταλλεύσεως.
Το κριτήριο αυτό, που αποκαλείται «κριτήριο της οικονομικής συνέχειας», εφαρμόζεται υπό ειδικές περιστάσεις, όπως στην περίπτωση κατά την οποία το νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης έπαυσε να έχει νομική προσωπικότητα μετά τη διάπραξη της παραβάσεως.
Όταν επιχείρηση παύσει να υφίσταται λόγω του ότι απορροφήθηκε από έναν αγοραστή, ο τελευταίος αναλαμβάνει το ενεργητικό και το παθητικό της, συμπεριλαμβανομένων των ευθυνών της συνεπεία παραβάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού. Στην περίπτωση αυτή, η ευθύνη για την παράβαση που διέπραξε η απορροφηθείσα επιχείρηση μπορεί να καταλογισθεί στον αγοραστή.
Η αρχή της προσωπικής ευθύνης δεν εξουδετερώνεται από την αρχή της οικονομικής συνέχειας σε περίπτωση που μια εμπλεκόμενη σε σύμπραξη επιχείρηση μεταβιβάσθηκε σε ανεξάρτητο τρίτο και δεν υφίστανται διαρθρωτικοί δεσμοί μεταξύ παλαιού και νέου φορέα εκμεταλλεύσεως.
(βλ. σκέψεις 215-218, 220-221)
7. Οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003 έχουν ως σκοπό την καταστολή των παρανόμων πράξεων, καθώς και την πρόληψη της εκ νέου τελέσεώς τους. Επομένως, η αποτροπή αποτελεί σκοπό του προστίμου.
Η ανάγκη εξασφαλίσεως επαρκούς αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου επιβάλλει την κλιμάκωση του ποσού του προστίμου ούτως ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο επιδιωκόμενος αντίκτυπός του στην επιχείρηση στην οποία επιβάλλεται, και τούτο προκειμένου το πρόστιμο να μην είναι αμελητέο, ή αντιθέτως υπερβολικά υψηλό, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της οικονομικής δυνατότητας της συγκεκριμένης επιχειρήσεως, σύμφωνα με επιταγές, αφενός, της ανάγκης εξασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας του προστίμου και, αφετέρου, της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας.
(βλ. σκέψεις 234-235)
8. Η εφαρμογή πολλαπλασιαστικού συντελεστή προς σκοπό αποτροπής κατά τον υπολογισμό των κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003 προϋποθέτει τη συνεκτίμηση αντικειμενικών χαρακτηριστικών των εμπλεκόμενων στην παράβαση, όπως το μέγεθός τους και οι οικονομικοί τους πόροι. Ως προς τούτο, το ίδιο το γράμμα του σημείου 1 A, τέταρτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 επιρρωννύει την άποψη αυτή, καθότι η συνεκτίμηση στοιχείων που δικαιολογούν την εφαρμογή αποτρεπτικού συντελεστή πραγματοποιείται, ανεξαρτήτως της ίδιας της φύσεως της παραβάσεως, του συγκεκριμένου αντίκτυπού της στην αγορά, και της γεωγραφικής εκτάσεως αυτής.
9. Δεδομένου ότι μητρική και θυγατρική εταιρία συνιστούν μία και μόνη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τον συνολικό κύκλο εργασιών της μητρικής εταιρίας προκειμένου να υπολογίσει τον πολλαπλασιαστικό συντελεστή, και όχι μόνον εκείνον των οικείων θυγατρικών.
10. Οσάκις η οικονομική ενότητα διακόπηκε εν τω μεταξύ, κάθε αποδέκτης της αποφάσεως της Επιτροπής δικαιούται να τύχει του ανώτατου ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών που εφαρμόζεται μεμονωμένα σ’ αυτόν. Πρέπει να εκτιμώνται οι συνολικοί πόροι μιας επιχειρήσεως, ώστε να επιτυγχάνεται ορθώς το αποτρεπτικό αποτέλεσμα, τούτο δε τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, την ημέρα κατά την οποία επιβάλλεται το πρόστιμο.
(βλ. σκέψεις 243, 252, 255, 257)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 9ης Σεπτεμβρίου 2011 (*)
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Ιταλική αγορά αποκτήσεως και πρώτης μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Καθορισμός των τιμών και κατανομή της αγοράς – Καταλογισμός της παραβατικής συμπεριφοράς – Πρόστιμα»
Στην υπόθεση T‑25/06,
Alliance One International, Inc., με έδρα το Danville, Virginie (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους C. Osti και A. Prastaro, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενη, αρχικώς, από τους É. Gippini Fournier και F. Amato, στη συνέχεια, από τους Gippini Fournier και N. Khan,
καθής,
με αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής C(2005) 4012 τελικό, της 20ής Οκτωβρίου 2005, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, [ΕΚ] (Υπόθεση COMP/C-38.281/B.2 – Ακατέργαστος καπνός – Ιταλία), και, επικουρικώς, τη μείωση του προστίμου που επιβλήθηκε στην Alliance One International,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Azizi, πρόεδρο, E. Cremona (εισηγήτρια) και S. Frimodt Nielsen, δικαστές,
γραμματέας: C. Kristensen, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Σεπτεμβρίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Η προσφεύγουσα, Alliance One International, Inc. (στο εξής: Alliance One), είναι αμερικανική εταιρεία, εδρεύουσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, και επικεφαλής ενός ομίλου που δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση της Dimon Inc. (στο εξής: Dimon Inc.) και της Standard Commercial Corp. (στο εξής: SCC), η οποία έλαβε χώρα στις 13 Μαΐου 2005, κατόπιν της επίμαχης παραβάσεως.
2 Κατά τη διάρκεια της παραβάσεως, η Dimon Italia Srl και η Transcatab SpA, οι οποίες είναι δύο εκ των τεσσάρων κυρίων επιχειρήσεων πρώτης μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού με έδρα στην Ιταλία (στο εξής: επιχειρήσεις μεταποιήσεως), ήταν θυγατρικές εταιρείες ελεγχόμενες κατά 100 %, αντιστοίχως, από την Dimon Inc. και την SCC, των οποίων διάδοχος είναι η Alliance One.
Διοικητική διαδικασία
3 Στις 15 Ιανουαρίου 2002, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απηύθυνε, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), αιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με την ιταλική αγορά ακατέργαστου καπνού στις ιταλικές επαγγελματικές ενώσεις των μεταποιητών και των παραγωγών καπνού, ήτοι, αντιστοίχως, στην Associazione professionale trasformatori italiani (APTI, Επαγγελματική ένωση ιταλικών επιχειρήσεων μεταποιήσεως καπνού) και στην Unione italiana tabacco (Unitab, Ιταλική ένωση καπνού).
4 Στις 19 Φεβρουαρίου 2002, περιήλθε στην Επιτροπή αίτηση απαλλαγής από την επιβολή προστίμων εκ μέρους της Deltafina SpA, επιχειρήσεως μεταποιήσεως, μέλους της APTI, κατ’ εφαρμογή της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2002, C 45, σ. 3, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας). Στις 6 Μαρτίου 2002, η Επιτροπή της χορήγησε απαλλαγή υπό όρους κατ’ εφαρμογή του σημείου 15 της εν λόγω ανακοινώσεως.
5 Στις 4 Απριλίου 2002, περιήλθε στην Επιτροπή αίτηση απαλλαγής από την επιβολή προστίμων, βάσει του σημείου 8 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, και, επικουρικώς, αίτηση μειώσεως κάθε προστίμου, βάσει των σημείων 20 έως 27 της εν λόγω ανακοινώσεως, εκ μέρους της Dimon Italia, καθώς και αίτηση μειώσεως κάθε προστίμου, επίσης, εκ μέρους της Transcatab.
6 Στις 18 και 19 Απριλίου 2002, η Επιτροπή διενήργησε ελέγχους, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού 17, στις εγκαταστάσεις της Dimon Italia και της Transcatab, καθώς και στις εγκαταστάσεις της Trestina Azienda Tabacchi SpA και της Romana Tabacchi SpΑ.
7 Στις 8 Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή ενημέρωσε τις Dimon Italia και Transcatab ότι, δεδομένου ότι υπήρξαν η πρώτη και δεύτερη αντιστοίχως επιχείρηση που προσκόμισαν αποδεικτικά της παραβάσεως στοιχεία υπό την έννοια της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, προετίθετο να τους χορηγήσει, κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, μείωση του προστίμου το οποίο θα τους επιβαλλόταν για τις παραβάσεις που ενδεχομένως θα διαπιστώνονταν.
8 Στις 25 Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή εξέδωσε κοινοποίηση αιτιάσεων την οποία απηύθυνε σε δέκα επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως και οι μητρικές εταιρείες ορισμένων εξ αυτών. Στους παραλήπτες της κοινοποιήσεως αιτιάσεων παρασχέθηκε πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο, αντίγραφο του οποίου τους απέστειλε η Επιτροπή υπό τη μορφή CD-ROM, οι δε επιχειρήσεις και ενώσεις αυτές διαβίβασαν γραπτές παρατηρήσεις προς απάντηση επί των αιτιάσεων που διατύπωσε η Επιτροπή. Εν συνεχεία, διεξήχθη ακρόαση στις 22 Ιουνίου 2004.
9 Κατόπιν της εκδόσεως, στις 21 Δεκεμβρίου 2004, προσαρτήματος στην κοινοποίηση αιτιάσεων της 25ης Φεβρουαρίου 2004, διεξήχθη δεύτερη ακρόαση την 1η Μαρτίου 2005.
10 Κατόπιν διαβουλεύσεως με τη συμβουλευτική επιτροπή στον τομέα των συμπράξεων και των δεσποζουσών θέσεων, και έχοντας υπόψη την τελική έκθεση του συμβούλου ακροάσεων, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 20 Οκτωβρίου 2005, την απόφαση Ε(2005) 4012 τελικό, της 20ής Οκτωβρίου 2005, σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 81, παράγραφος 1, [ΕΚ] (Υπόθεση COMP/C.38.281/B.2 – Ακατέργαστος καπνός – Ιταλία) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Φεβρουαρίου 2006 (EE L 353, σ. 45).
Προσβαλλόμενη απόφαση
11 Η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά, καταρχάς, μία οριζόντια σύμπραξη που ετέθη σε εφαρμογή από τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως στην ιταλική αγορά ακατέργαστου καπνού (αιτιολογική σκέψη 1 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
12 Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, στο πλαίσιο της συμπράξεως αυτής, από το 1995 έως τις αρχές του 2002, οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως καθόρισαν τους όρους εμπορικών συναλλαγών για την αγορά ακατέργαστου καπνού στην Ιταλία, όσον αφορά τόσο τις αγορές απευθείας από τους παραγωγούς όσο και τις αγορές από «τρίτες εταιρείες συσκευασίας», κυρίως μέσω του καθορισμού των τιμών και του καταμερισμού της αγοράς (αιτιολογική σκέψη 1 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
13 Η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά, δεύτερον, δύο άλλες παραβάσεις που διακρίνονται από τη σύμπραξη που έθεσαν σε εφαρμογή οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως, οι οποίες σημειώθηκαν από τις αρχές του 1999 έως τα τέλη του 2001, και συνίσταντο, για την APTI, στον καθορισμό των συμβατικών τιμών τις οποίες θα διαπραγματευόταν, για λογαριασμό των μελών της, ενόψει της συνάψεως διεπαγγελματικών συμφωνιών με την Unitab, και, για την τελευταία, στον καθορισμό των τιμών τις οποίες θα διαπραγματευόταν με την APTI, για λογαριασμό των μελών της, ενόψει της συνάψεως των ίδιων συμφωνιών.
14 Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι οι πρακτικές των επιχειρήσεων μεταποιήσεως συνιστούσαν ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ (βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 264 έως 269 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
15 Στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή καταλόγισε την ευθύνη για τη σύμπραξη στις τέσσερις ιταλικές επιχειρήσεις μεταποιήσεως, στην Universal Corp., μητρική εταιρεία της Deltafina, καθώς και στην Αlliance One, ως εταιρεία που δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση των Dimon Inc. και SCC. Διαπίστωσε επίσης, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η APTI και η Unitab είχαν παραβεί το άρθρο 81, παράγραφος 1, EΚ, καθότι έλαβαν αποφάσεις για τον καθορισμό των τιμών τις οποίες θα διαπραγματευόταν, για λογαριασμό των μελών τους, ενόψει της συνάψεως διεπαγγελματικών συμφωνιών
16 Στο άρθρο 2 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμα στις μνημονευθείσες στην ανωτέρω σκέψη 15 επιχειρήσεις, καθώς και στις APTI και Unitab (βλ. σκέψη 54 κάτωθι).
1. Παραλήπτες της προσβαλλόμενης αποφάσεως
17 Το σημείο 2.4 της προσβαλλόμενης αποφάσεως αφορά τον καθορισμό των παραληπτών της.
18 Προκαταρκτικώς, η Επιτροπή παρέπεμψε στην πάγια νομολογία, κατά την οποία ο όρος «επιχείρηση», εντασσόμενος στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, πρέπει να νοηθεί ως οικονομική ενότητα από την άποψη του αντικειμένου της οικείας συμφωνίας, έστω και αν από νομική άποψη η οικονομική αυτή ενότητα αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (αιτιολογική σκέψη 325 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
19 Ακολούθως, η Επιτροπή εξέθεσε ότι είχε αποδειχθεί ότι η Deltafina, η Dimon Italia (που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Mindo), η Transcatab και η Romana Tabacchi, όπως επίσης η APTI και η Unitab, είχαν συμμετάσχει, κατά τη διάρκεια των αντιστοίχων παραβάσεων, άμεσα στις διαπιστωθείσες παραβάσεις και ότι, κατά συνέπεια, καθεμία εκ των επιχειρήσεων και ενώσεων αυτών ήταν παραλήπτης της προσβαλλόμενης αποφάσεως (αιτιολογική σκέψη 327 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
20 Η Επιτροπή συνέχισε την ανάλυσή της εξετάζοντας το ζήτημα της δυνατότητας καταλογισμού της παραβατικής συμπεριφοράς ορισμένων θυγατρικών εταιρειών (Deltafina, Dimon Italia και Transcatab) στις αντίστοιχες μητρικές τους εταιρείες. Ως προς τούτο, υπενθύμισε ότι, κατά τη διάρκεια των παραβάσεων, η Deltafina ήταν θυγατρική της Universal κατά 100 %, η Dimon Italia θυγατρική της Dimon Inc. κατά 100 % και η Transcatab θυγατρική της SCC κατά 100 % (αιτιολογική σκέψη 328 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
21 Η Επιτροπή υπογράμμισε, ιδίως, ότι, κατά τη νομολογία, μια μητρική εταιρεία μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για την παράνομη συμπεριφορά της θυγατρικής της, εφόσον η τελευταία δεν είναι σε θέση να προσδιορίζει κατά τρόπο αυτόνομο τη συμπεριφορά της στην αγορά. Ως προς τούτο, υπενθύμισε ότι, όταν μητρική εταιρεία κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου θυγατρικής, μπορεί να συναχθεί ότι ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της θυγατρικής, οσάκις αυτή διαπράττει παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, EΚ (αιτιολογικές σκέψεις 329 και 330 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
22 Στην αιτιολογική σκέψη 331 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τις Deltafina, Dimon Italia και Transcatab, μπορούσε θεμιτώς να συναχθεί ότι «στερούνταν αυτονομίας» καθότι τελούσαν, ή είχαν τελέσει στην περίπτωση της Dimon Italia, υπό τον πλήρη έλεγχο των αντιστοίχων μητρικών τους εταιρειών.
23 Μολονότι απέρριψε την άποψη που υποστήριξαν οι προαναφερθείσες εταιρείες στις απαντήσεις τους επί της κοινοποιήσεως αιτιάσεων, κατά την οποία απαιτούνται και άλλα στοιχεία, πέραν αυτού του ελέγχου κατά 100 %, προκειμένου να καταδειχθεί η άσκηση καθοριστικής επιρροής, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι κάθε τεκμήριο περί τέτοιας επιρροής στην περίπτωση μιας κατά 100 % ελεγχόμενης θυγατρικής ήταν μαχητό. Η απόδειξη περί του εναντίου βάρυνε το μέρος που προτίθεται να απορρίψει ένα τέτοιο τεκμήριο μέσω «αδιάσειστων αποδείξεων», οι δε αποδείξεις αυτές δεν είναι δυνατόν να συνιστούν απλώς γενικές πληροφορίες μη τεκμηριωμένες από πειστικά αποδεικτικά στοιχεία (αιτιολογική σκέψη 334 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
24 Ως προς τούτο, η Επιτροπή εξέτασε διαδοχικώς τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι μητρικές εταιρείες παραλήπτριες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
25 Η Επιτροπή απέρριψε, καταρχάς, το γενικό επιχείρημα που προέβαλαν οι ενδιαφερόμενες μητρικές εταιρείες αναφορικά με την πλήρη ευθύνη της τοπικής διευθύνσεως για τις δραστηριότητες των αντιστοίχων θυγατρικών τους. Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι η Dimon Inc. και η SCC διατήρησαν την υφιστάμενη διεύθυνση κατά την απόκτηση του 100 % των αντιστοίχων θυγατρικών τους δεν αποκλείει την εκ μέρους των εν λόγω μητρικών εταιρειών άσκηση καθοριστικής επιρροής στις αντίστοιχες ιταλικές θυγατρικές τους, διότι αποτελεί κοινή πρακτική να ανατίθεται στην τοπική διεύθυνση μιας θυγατρικής κατά 100 % η διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων (αιτιολογική σκέψη 338 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
26 Κατά την Επιτροπή, ουδεμία εκ των επιχειρήσεων αυτών απέδειξε, γενικώς, κάποια ιδιοτυπία του ομίλου της η οποία να έχει, σε ορισμένο μέτρο, καταστήσει τις δραστηριότητες της θυγατρικής της ανεξάρτητες από την επιρροή της (αιτιολογική σκέψη 339 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
27 Ως προς τούτο, η Επιτροπή ανέλυσε τη σταθερότητα των οικονομικών δεσμών που υφίστανται μεταξύ των Deltafina, Dimon Italia, Transcatab και των αντιστοίχων μητρικών τους εταιρειών, οι οποίες καταδεικνύουν ότι οι ιταλικές θυγατρικές συνιστούσαν οικονομική ενότητα με τον υπόλοιπο όμιλό τους. Η Επιτροπή επεσήμανε, συναφώς, ότι οι συγκεκριμένοι όμιλοι ήταν οι μεγαλύτεροι έμποροι φύλλων καπνού παγκοσμίως και ότι αποκτούσαν και εμπορεύονταν συχνά τον καπνό που είχε αγορασθεί από τις ιταλικές θυγατρικές τους (αιτιολογική σκέψη 340 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
28 Σε ό,τι αφορά την Dimon Inc. και την SCC, η Επιτροπή επεσήμανε ότι, προτού αποκτήσουν το σύνολο του κεφαλαίου της Dimon Italia και της Transcatab, οι δύο πρώτες αυτές επιχειρήσεις ήλεγχαν ήδη τις τελευταίες από κοινού με τους αντίστοιχους Ιταλούς τους εταίρους. Το γεγονός ότι δεν είχαν «αλλάξει τίποτα στις διευθύνσεις» των θυγατρικών κατόπιν της κτήσεως αυτής δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί ως απόδειξη του ότι δεν άσκησαν επιρροή στους διευθύνοντες αφότου κατέστησαν ιδιοκτήτες εξ ολοκλήρου. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, στην περίπτωση της Dimon Italia, το διοικητικό συμβούλιο απαρτιζόταν μόνον από εκπροσώπους του ομίλου Dimon και ότι ένας εξ αυτών είχε αναλάβει κατ’ αποκλειστικότητα την καθημερινή διαχείριση της επιχειρήσεως. Αναφορικά με τη μεταβίβαση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στον γενικό διευθυντή της Transcatab, η Επιτροπή δήλωσε ότι ουδεμία πληροφορία διέθετε, από την οποία να μπορεί να διαπιστώσει ότι δεν είχε διοριστεί από την SCC, όπως και τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου (αιτιολογικές σκέψεις 341 και 342 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
29 Η Επιτροπή απέρριψε, στη συνέχεια, το επιχείρημα των Dimon Inc. και SCC ότι ουδείς δίαυλος επικοινωνίας υπήρχε μεταξύ αυτών και των θυγατρικών τους (αιτιολογικές σκέψεις 343 έως 346 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
30 Πρώτον, η Επιτροπή εξέτασε την ύπαρξη ενδεχόμενων διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των Transcatab και SCC. Σημείωσε, ως προς τούτο, ότι οι δραστηριότητες της Transcatab είχαν θεωρηθεί ως δραστηριότητες της Standard Commercial Tobacco Co., Inc. (SCTC), συμμετοχικής εταιρείας εντός του ομίλου SCC, ανήκουσας κατά 100 % στην SCC, και ότι είχαν αναλυθεί στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των πωλήσεων του ομίλου SCC στους παρασκευαστές τσιγάρων. Συνήγαγε, ως εκ τούτου, ότι τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων της Transcatab είχαν μεταφερθεί στα ανώτερα όργανα του ομίλου και είχαν ακολούθως παγιωθεί (αιτιολογική σκέψη 344 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
31 Δεύτερον, η Επιτροπή εξέτασε την κατάσταση της Dimon Italia και της Dimon Inc. Σημείωσε ότι η θυγατρική κατήρτιζε περιοδικές εκθέσεις περιέχουσες εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με τη στρατηγική και τα αποτελέσματά της, οι οποίες απευθύνονταν στις εταιρείες του ομίλου που πραγματοποιούσαν αγορές από την Dimon Italia. Σημείωσε, επίσης, ότι και άλλα έγγραφα αποδείκνυαν άμεση επέμβαση της διευθύνσεως της Dimon International Inc. και άλλων εταιρειών του ομίλου Dimon στις δραστηριότητες της Dimon Italia. Προσέθεσε ότι η Dimon Inc. συχνά αναφερόταν με την ονομασία «Dimon International Inc.», γεγονός που υποδηλώνει ότι η τελευταία εδραστηριοποιείτο πράγματι στο υψηλότερο επίπεδο του ομίλου εν ονόματι της μητρικής εταιρείας. Η Επιτροπή συνήγαγε εξ αυτού ότι ουδεμία αμφιβολία υφίστατο ως προς την ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των Dimon Italia και Dimon Inc., έστω και αν η επικοινωνία αυτή γινόταν μέσω της Dimon International (αιτιολογική σκέψη 345 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
32 Η Επιτροπή απέρριψε το επιχείρημα κατά το οποίο η Dimon Inc. δεν ήταν άμεση μητρική εταιρεία της Dimon Italia, καθότι ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε ως προς τον ρόλο της Intabex Netherlands BV (στο εξής: Intabex), ούτε ως προς τυχόν διαύλους επικοινωνίας μεταξύ αυτής και της Dimon Italia, και μεταξύ αυτής και της Dimon Inc. Επιπλέον, η Intabex ενήργησε προφανώς μόνον υπό την ιδιότητα της ενδιαμέσου χρηματοπιστωτικής εταιρείας χαρτοφυλακίου χωρίς κανένα σύνδεσμο με λειτουργικές πτυχές των δραστηριοτήτων της Dimon Italia (αιτιολογική σκέψη 346 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
33 Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, δεδομένου ότι οι όμιλοι στους οποίους ανήκαν η Transcatab και η Dimon Italia κατά τη διάρκεια της παραβάσεως είχαν παύσει να υφίστανται κατόπιν της συγχωνεύσεώς στη νέα οντότητα Alliance One, η τελευταία, ως διάδοχος των δύο αυτών ομίλων, ήταν παραλήπτρια της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το ίδιο ίσχυε για την Dimon Italia, η οποία είχε πωληθεί από την Intabex σε ιδιώτες που την μετονόμασαν σε Mindo (αιτιολογικές σκέψεις 349 και 350 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
34 Λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά αυτά στοιχεία, η Επιτροπή συμπέρανε, στην αιτιολογική σκέψη 351 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η Deltafina, η Universal, η Mindo (τέως Dimon Italia), η Transcatab, η Alliance One, η Romana Tabacchi, η APTI και η Unitab έπρεπε να θεωρηθούν υπεύθυνες για τις παραβάσεις και να είναι παραλήπτες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
2. Καθορισμός του ποσού των προστίμων
35 Στις αιτιολογικές σκέψεις 356 έως 404 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή προέβη στον καθορισμό των προστίμων που έπρεπε να επιβληθούν στους παραλήπτες αυτής.
36 Πρώτον, η Επιτροπή εξέτασε τη σοβαρότητα της παραβάσεως. Αφού υπενθύμισε ότι, για την αξιολόγησή της, έπρεπε να λάβει υπόψη τη φύση της ίδιας της παραβάσεως, τον πραγματικό της αντίκτυπο στην αγορά, εφόσον αυτός είναι δυνατό να εκτιμηθεί, και την έκταση της οικείας γεωγραφικής αγοράς, κατέληξε στο συμπέρασμα, στην αιτιολογική σκέψη 369 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η παράβαση που διέπραξαν οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως έπρεπε να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα σοβαρή.
37 Δεύτερον, στις αιτιολογικές σκέψεις 370 έως 376 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα του «ειδικού βάρους» και της «αποτροπής». Ως προς τούτο, σημείωσε ότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη το «ειδικό βάρος κάθε επιχειρήσεως και οι πιθανές επιπτώσεις της παράνομής της συμπεριφοράς».
38 Καταρχάς, η Επιτροπή έκρινε ότι τα πρόστιμα έπρεπε να καθοριστούν σε συνάρτηση με τη θέση κάθε εμπλεκόμενου μέρους στην αγορά (αιτιολογική σκέψη 371 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
39 Συναφώς, η Επιτροπή έκρινε ότι, όσον αφορά την Deltafina, το ποσό εκκίνησης του προστίμου έπρεπε να είναι το πιο υψηλό, δεδομένου ότι είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής με μερίδιο αγοράς περίπου 25 % το 2001 (αιτιολογική σκέψη 372 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
40 Λαμβανομένων υπόψη των μικρότερων μεριδίων τους στην οικεία αγορά, μεταξύ 9 και 11 % το 2001, η Επιτροπή έκρινε ότι η Transcatab, η Dimon και η Romana Tabacchi «θα πρέπει να ενταχθούν στην ίδια κατηγορία» και ότι το ποσό εκκίνησης του προστίμου έπρεπε να μικρότερο ως προς αυτές (αιτιολογική σκέψη 373 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
41 Εντούτοις, η Επιτροπή έκρινε ότι ένα ποσό εκκίνησης που θα αντανακλούσε αποκλειστικώς και μόνον τη θέση στην αγορά δεν θα επιδρούσε αρκούντως αποτρεπτικά στην Deltafina, την Dimon Italia (Mindo) και την Transcatab διότι, παρά τον σχετικώς περιορισμένο κύκλο εργασιών τους, καθεμία ανήκει –ή, στην περίπτωση της Mindo, ανήκε στο παρελθόν– σε πολυεθνικούς ομίλους με σημαντική οικονομική και χρηματοπιστωτική ισχύ, οι οποίοι συγκαταλέγονταν μεταξύ των κυρίων εμπόρων καπνού παγκοσμίως και δραστηριοποιούνταν σε διάφορα επίπεδα της καπνοβιομηχανίας και σε διάφορες γεωγραφικές αγορές (αιτιολογική σκέψη 374 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
42 Κατά συνέπεια, προκειμένου να καταστούν αποτρεπτικά τα πρόστιμα, η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε να εφαρμόσει πολλαπλασιαστικό συντελεστή 1,5 –ήτοι προσαύξηση κατά 50 %– στο ποσό εκκίνησης που καθορίσθηκε για την Deltafina και πολλαπλασιαστικό συντελεστή 1,25 –ήτοι προσαύξηση κατά 25 %– στο ποσό εκκίνησης που καθορίσθηκε για την Dimon Italia (Mindo) και την Transcatab (αιτιολογική σκέψη 375 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
43 Επομένως, στην αιτιολογική σκέψη 376 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή καθόρισε το ποσό εκκίνησης των προστίμων ως εξής:
– Deltafina: 37,5 εκατομμύρια ευρώ·
– Transcatab: 12,5 εκατομμύρια ευρώ·
– Dimon Italia (Mindo): 12,5 εκατομμύρια ευρώ·
– Romana Tabacchi: 10 εκατομμύρια ευρώ.
44 Τρίτον, η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα της διάρκειας της παραβάσεως.
45 Από τις αιτιολογικές σκέψεις 377 έως 379 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ιδίως, ότι η Επιτροπή προσαύξησε τα αρχικά ποσά των προστίμων κατά 10 % ανά πλήρες έτος παραβάσεως και κατά 5 % για κάθε επιπλέον διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών. Ως εκ τούτου, το ποσό εκκίνησης του προστίμου αυξήθηκε κατά 60 %, για περίοδο παραβάσεως αντιστοίχως έξι ετών και τεσσάρων μηνών, για την Deltafina, την Dimon Italia (Mindo) και την Transcatab, και κατά 25 %, για περίοδο παραβάσεως αντιστοίχως δύο ετών και οκτώ μηνών, για την Romana Tabacchi.
46 Τα βασικά ποσά των προστίμων που επιβλήθηκαν στους παραλήπτες της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθορίσθηκαν, ως εκ τούτου, ως εξής:
– Deltafina: 60 εκατομμύρια ευρώ·
– Transcatab: 20 εκατομμύρια ευρώ·
– Dimon Italia (Mindo): 20 εκατομμύρια ευρώ·
– Romana Tabacchi: 12,5 εκατομμύρια ευρώ.
47 Τέταρτον, στις αιτιολογικές σκέψεις 380 έως 398 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον έπρεπε να ληφθούν υπόψη ελαφρυντικές περιστάσεις. Σε ό,τι αφορά, ιδίως, την κατάσταση της Dimon Italia και της Τranscatab, απέρριψε όλα τους τα επιχειρήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων.
48 Πέμπτον, η Επιτροπή καθόρισε το ποσό των προστίμων που προκύπτει από την εφαρμογή ελαφρυντικών περιστάσεων, μειώνοντας κατά 50 και 30 % αντιστοίχως τα βασικά ποσά των προστίμων που επιβλήθηκαν στην Deltafina και στη Romana Tabacchi, και εξέτασε κατά πόσον έπρεπε να προσαρμοστούν τα βασικά ποσά για τους διαφορετικούς παραλήπτες προκειμένου να μην υπερβούν το όριο του 10 % του κύκλου εργασιών, το οποίο προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (EΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [EΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1) (αιτιολογικές σκέψεις 399 έως 404 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
49 Ως προς τούτο, διευκρίνισε ότι, οσάκις οι οικείες επιχειρήσεις ανήκουν σε όμιλο, τεκμαίρεται ότι οι επιχειρήσεις αυτές τελούν υπό την καθοριστική επιρροή των μητρικών τους εταιρειών και, κατά συνέπεια, δεδομένου ότι οι μητρικές τους εταιρείες είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνες για το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη θυγατρική τους, πρέπει, για τον καθορισμό του προαναφερθέντος ανωτάτου ορίου του 10 %, να λαμβάνεται υπόψη ο παγκόσμιος κύκλος εργασιών του ομίλου (αιτιολογική σκέψη 401 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
50 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ανάφερε ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην Romana Tabacchi δεν έπρεπε να υπερβεί τα 2,05 εκατομμύρια ευρώ και ότι δεν χρειαζόταν να μειωθούν τα υπόλοιπα πρόστιμα βάσει της διατάξεως αυτής (αιτιολογικές σκέψεις 402 και 403 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
51 Η Επιτροπή ολοκλήρωσε την ανάλυσή της περί του ανωτάτου ορίου του προστίμου περιορίζοντας την από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη της Mindo στο 10 % του κύκλου εργασιών της κατά το πιο πρόσφατο οικονομικό έτος, ήτοι 3,99 εκατομμύρια ευρώ, δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ουδεμία σχέση διατηρούσε με τον πρώην όμιλο Dimon, και νυν Αlliance One (αιτιολογική σκέψη 404 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
52 Έκτον, η Επιτροπή απεφάνθη επί της εφαρμογής της ανακοινώσεως περί συνεργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 405 έως 500 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
53 Έχοντας διαπιστώσει ότι οι Dimon και Transcatab είχαν συμμορφωθεί προς τους όρους που τους επιβλήθηκαν κατ’ εφαρμογή της αιτήσεώς τους για μείωση του προστίμου, η Επιτροπή συνήγαγε από την αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων και από τη συνεργασία τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι εδικαιούντο το υψηλότερο ποσοστό μειώσεως το οποίο προβλέπεται εντός των κλιμάκων που τους ανακοινώθηκαν μετά την υποβολή των αιτήσεών τους για μείωση των προστίμων, ήτοι 50 και 30 % αντιστοίχως (αιτιολογικές σκέψεις 492 έως 499 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Αντιθέτως, ουδεμία απαλλαγή ή μείωση προστίμου χορηγήθηκε στην Deltafina.
54 Δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή καθόρισε, στο άρθρο 2 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το ποσό των προστίμων που έπρεπε να επιβληθούν στις επιχειρήσεις και στις ενώσεις επιχειρήσεων που ήταν παραλήπτες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως εξής:
– Deltafina και Universal, από κοινού και εις ολόκληρον: 30 εκατομμύρια ευρώ·
– Dimon Italia (Mindo) και Alliance One: 10 εκατομμύρια ευρώ· η Alliance One International είναι υπεύθυνη εις ολόκληρον, ενώ η Mindo είναι υπεύθυνη από κοινού και εις ολόκληρον μόνον για ποσό ύψους 3,99 εκατομμυρίων ευρώ·
– Transcatab και Alliance One, από κοινού και εις ολόκληρον: 14 εκατομμύρια ευρώ·
– Romana Tabacchi: 2,05 εκατομμύρια ευρώ·
– APTI: 1 000 ευρώ·
– Unitab: 1 000 ευρώ.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
55 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου (νυν Γενικού Δικαστηρίου) στις 24 Ιανουαρίου 2006, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
56 Στο δικόγραφο της προσφυγής, η Alliance One ζήτησε τη συνεκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως με εκείνες επί των προσφυγών που άσκησαν η Mindo και η Transcatab (βλ. σκέψεις 57 και 58 κατωτέρω).
57 Στις 20 Ιανουαρίου 2006, η Mindo άσκησε προσφυγή με αίτημα τη μερική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ή, επικουρικώς, τη μείωση του προστίμου που της επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση (υπόθεση T‑19/06).
58 Στις 3 Φεβρουαρίου 2006, η Transcatab άσκησε επίσης προσφυγή με αίτημα τη μερική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ή, επικουρικώς, τη μείωση του προστίμου που της επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση (υπόθεση T‑39/06) και ζήτησε τη συνεκδίκαση της υποθέσεως αυτής με την υπό κρίση υπόθεση.
59 Με χωριστό δικόγραφο το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου (νυν Γενικού Δικαστηρίου) στις 27 Ιουλίου 2006, η Mindo ζήτησε να συνεκδικασθεί η υπόθεση T-19/06 με την υπό κρίση υπόθεση. Στις 21 Αυγούστου 2006, η Alliance One υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως αυτής τασσόμενη υπέρ της συνεκδικάσεως.
60 Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 21 Αυγούστου 2006, η Επιτροπή δήλωσε ότι, κατά την άποψή της, η συνεκδίκαση των υποθέσεων αυτών δεν επέτρεπε να βελτιωθεί αισθητώς η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας και δήλωσε ότι επαφίετο στην κρίση του Πρωτοδικείου.
61 Το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα αυτό.
62 Στις 24 Νοεμβρίου 2009, το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας βάσει του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του, υπέβαλε γραπτή ερώτηση στην Alliance One, η οποία απάντησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Στις 2 Φεβρουαρίου 2010, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της απαντήσεως της Αlliance One.
63 Κατόπιν εκθέσεως της εισηγητού δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας τα οποία προβλέπει το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του, κάλεσε τους διαδίκους να καταθέσουν ορισμένα έγγραφα. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν εμπροθέσμως στο αίτημα αυτό.
64 Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Σεπτεμβρίου 2010.
65 Η Alliance One ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθόσον αφορά τις SCC, Dimon Inc. και Alliance One·
– να μειώσει συνεπώς το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Transcatab και στην Dimon Italia (Mindo), ώστε να μην υπερβαίνουν τα πρόστιμα το 10 % του κύκλου εργασιών τους κατά το τελευταίο οικονομικό έτος·
– επικουρικώς, να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην Transcatab και στην Dimon Italia (Mindo), δεδομένου ότι δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί πολλαπλασιαστικός συντελεστής·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
66 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την Alliance One στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
67 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Alliance One προβάλλει, ουσιαστικώς, τρεις λόγους, οι οποίοι υποδιαιρούνται σε περισσότερα σκέλη. Ο πρώτος λόγος, ο οποίος αντλείται από παράβαση των κανόνων που διέπουν τον καταλογισμό στη μητρική εταιρεία των παραβάσεων που διέπραξε η θυγατρική της, καθώς και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, καθότι το ποσό του επιβληθέντος προστίμου υπερβαίνει το 10 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησαν το 2005 η Transcatab και η Dimon Italia αντιστοίχως, καθώς και από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του τελικού ποσού του προστίμου. Επικουρικώς, η Alliance One προβάλλει επίσης έναν τρίτο λόγο αντλούμενο από πλάνη περί το δίκαιο και τα πράγματα, καθώς και από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και από έλλειψη αιτιολογίας κατά τον καθορισμό του πολλαπλασιαστικού συντελεστή.
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από παράβαση των κανόνων που διέπουν τον καταλογισμό στη μητρική εταιρεία των παραβάσεων που διέπραξε η θυγατρική της, καθώς και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
68 Ο λόγος αυτός μπορεί να υποδιαιρεθεί σε τέσσερα σκέλη. Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους, η Alliance διατείνεται ότι η Επιτροπή παρέβη τους κανόνες που διέπουν τον καταλογισμό στη μητρική εταιρεία των πρακτικών της θυγατρικής της. Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους, η Alliance One υποστηρίζει ότι η SCC και η Dimon Inc. προσκόμισαν στην Επιτροπή αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι δεν άσκησαν καθοριστική επιρροή στις θυγατρικές τους, τα οποία ουσιαστικώς παρέβλεψε η Επιτροπή. Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους, η Alliance One προσάπτει στην Επιτροπή ότι προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της SCC και της Dimon Inc. καθότι, για την αμφισβήτηση των αποδεικτικών στοιχείων που αυτές προσκόμισαν, χρησιμοποίησε έγγραφα μη μνημονευθέντα στην κοινοποίηση αιτιάσεων και έγγραφα που δεν ήταν προσβάσιμα. Στο πλαίσιο του τέταρτου σκέλους, η Alliance One ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρέβη τους κανόνες περί του βάρους αποδείξεως.
1. Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από παράβαση των κανόνων που διέπουν τον καταλογισμό στη μητρική εταιρεία των πρακτικών της θυγατρικής της
Επιχειρήματα των διαδίκων
69 Η Alliance One ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη καθότι έκρινε ότι η SCC και η Dimon Inc. ασκούσαν καθοριστική επιρροή στην Transcatab και την Dimon Italia αντιστοίχως, κατά την περίοδο της παραβάσεως, και καθότι τη θεώρησε, ως εκ τούτου, από κοινού και αλληλεγγύως υπεύθυνη για τη συμπεριφορά των τελευταίων.
70 Κατά την Alliance One, η προσβαλλόμενη απόφαση βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της σχετικής νομολογίας, καθόσον σε αυτήν διαπιστώνεται ότι μπορεί να συναχθεί ότι μητρική εταιρεία που κατέχει το σύνολο των μετοχών θυγατρικής ασκεί καθοριστική επιρροή στην εμπορική συμπεριφορά αυτής. Προς στήριξη της απόψεώς της, η Alliance One επικαλείται πληθώρα αποφάσεων του Δικαστηρίου, προτάσεις γενικών εισαγγελέων σε ορισμένες υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές, καθώς και ορισμένες αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου. Από την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑286/98 P, Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑9925), η οποία επιβεβαιώθηκε από άλλες αποφάσεις, προκύπτει, ιδίως, ότι είναι πάντα απαραίτητο να παρέχονται συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία πέραν της απλής κατοχής εκ μέρους της μητρικής εταιρείας του συνόλου των μετοχών μιας θυγατρικής, κατά τον χρόνο που αυτή διέπραξε παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, EΚ, ώστε να συναχθεί ότι η μητρική εταιρεία ασκούσε καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής και να θεωρηθεί, επομένως, αυτή αλληλεγγύως υπεύθυνη για την παράβαση που διέπραξε η θυγατρική.
71 Επιπλέον, στο πλαίσιο της πρακτικής λήψεως των αποφάσεών της, η Επιτροπή δήλωσε επανειλημμένως ότι το γεγονός και μόνον ότι επιχείρηση κατέχει το σύνολο των μετοχών θυγατρικής που εμπλέκεται άμεσα σε παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού δεν επαρκεί ώστε να θεμελιωθεί ευθύνη της και, συνεπώς, απαιτούνται συμπληρωματικά στοιχεία προκειμένου να θεμελιωθεί με βεβαιότητα η ευθύνη ενός ομίλου για τη συμπεριφορά μίας εκ των θυγατρικών του, οσάκις η μητρική εταιρεία δεν μετέσχε άμεσα στη σύμπραξη.
72 Η Alliance One παραπέμπει, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή δεν έκρινε τη μητρική εταιρεία υπεύθυνη για τη συμπεριφορά της θυγατρικής της, επικρίνοντας, ειδικότερα, την προσέγγιση που ακολούθησε η Επιτροπή στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2004 στην υπόθεση Ακατέργαστος καπνός – Ισπανία (COMP/38.238/B.2), έκρινε τη μητρική εταιρεία υπεύθυνη λόγω της άμεσης συμμετοχής της στη σύμπραξη, ή βασίσθηκε σε άλλα στοιχεία προκειμένου να θεμελιώσει την ευθύνη της μητρικής εταιρείας.
73 Από την εξέταση της πρακτικής της Επιτροπής για τη λήψη των αποφάσεών της προκύπτει, ιδίως, ότι η Επιτροπή απαιτεί και «άλλα» επίσης στοιχεία πέραν του απλού γεγονότος της εκ μέρους μίας εταιρείας κατοχής του συνόλου των μετοχών της θυγατρικής της, όπως:
– άμεση εμπλοκή της μητρικής εταιρείας στις παραβάσεις·
– ευθύνη της μητρικής εταιρείας για την πραγματοποίηση της παραβάσεως·
– συμμετοχή της μητρικής εταιρείας σε συνεδριάσεις κατά τη διάρκεια των οποίων συζητήθηκαν πρακτικές αντιβαίνουσες στον ανταγωνισμό·
– το γεγονός ότι η μητρική εταιρεία δεν επιβεβαίωσε ούτε ανέφερε την αυτονομία της θυγατρικής της·
– το γεγονός ότι η μητρική εταιρεία παρουσιάστηκε ως ο μοναδικός συνομιλητής κατά τη διαδικασία·
– στοιχεία που υποδηλώνουν ότι η μητρική εταιρεία ήταν «ενήμερη» των συμφωνιών ή του γεγονότος ότι δεν είχε ρητώς διαψεύσει ότι τελούσε εν γνώσει της παραβατικής συμπεριφοράς.
74 Τελικώς, από την ανάλυση της νομολογίας και της πρακτικής της Επιτροπής για τη λήψη αποφάσεων προκύπτει ότι:
– απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι η μητρική εταιρεία άσκησε καθοριστική επιρροή στη θυγατρική της·
– το βάρος της αποδείξεως αυτής δεν αντιστρέφεται, αλλά απλώς διευκολύνεται οσάκις η θυγατρική ελέγχεται κατά 100 %, εφόσον συντρέχουν και άλλα στοιχεία ή ενδείξεις ώστε να θεμελιώνεται το συμπέρασμα αυτό·
– μόνον στις περιπτώσεις που η μητρική εταιρεία κατέχει το 100 % της θυγατρικής ή υφίστανται άλλες ενδείξεις περί εμπλοκής της, μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη η μητρική εταιρεία και να της μετατεθεί το βάρος αποδείξεως περί της μη εμπλοκής της·
– το τεκμήριο αυτό μπορεί πάντα να ανατραπεί εφόσον η Alliance One είναι σε θέση να παράσχει επαρκή στοιχεία προκειμένου να αποδείξει ότι, παρότι μπορούσε να έχει ασκήσει καθοριστική επιρροή, δεν το έπραξε στην περίπτωση αυτή.
75 Η Alliance One αμφισβητεί επομένως την ερμηνεία της νομολογίας, στην οποία προέβη η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση και υπογραμμίζει ότι, κατά τη διαδικασία, η Επιτροπή ισχυρίστηκε μόνον ότι οι SCC και Dimon Inc. κατείχαν το σύνολο των μετοχών των ιταλικών θυγατρικών τους, θεωρώντας τούτο επαρκές ώστε να μεταθέσει το βάρος αποδείξεως στους διαδίκους.
76 Μεταθέτοντας αδικαιολογήτως το βάρος αποδείξεως στην SCC και στην Dimon Inc., η Επιτροπή μετέτρεψε επομένως ένα τεκμήριο «iuris tantum» σε τεκμήριο «iuris et de iure», ήτοι σε ένα τεκμήριο που δεν μπορεί να ανατραπεί με την προσκόμιση αντίθετων στοιχείων.
77 Επομένως, το βάρος αποδείξεως της εκ μέρους της μητρικής εταιρείας ασκήσεως καθοριστικής επιρροής στη θυγατρική της δεν αντιστρέφεται όταν η θυγατρική ελέγχεται κατά 100 %. Στην προκειμένη περίπτωση, το βάρος αυτό μπορούσε να έχει μετατεθεί στην Alliance One μόνον εφόσον η Επιτροπή είχε παράσχει πειστικές ενδείξεις, καταδεικνύουσες ότι η Transcatab και η Dimon Italia υφίσταντο, κατά τη διάρκεια της παραβάσεως, καθοριστική επιρροή εκ μέρους των αντιστοίχων μητρικών τους εταιρειών.
78 Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή υπέπεσε επομένως σε πλάνη περί το δίκαιο καθότι θεώρησε τις Dimon Inc. και SCC υπεύθυνες για τη συμπεριφορά των αντιστοίχων θυγατρικών τους.
79 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί το υπό κρίση σκέλος του πρώτου λόγου.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
80 Πρέπει να υπομνησθεί ότι το δίκαιο του ανταγωνισμού αφορά τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων (απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C‑213/00 P, C-217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-123, σκέψη 59) και ότι η έννοια της επιχειρήσεως καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος που τον διέπει και του τρόπου χρηματοδοτήσεώς του (βλ., αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 112, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑97/08 P, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I‑8237, σκέψη 54).
81 Από τη νομολογία προκύπτει ότι ο όρος επιχείρηση, εντασσόμενος στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει να νοείται ως οικονομική ενότητα, έστω και αν από νομική άποψη η οικονομική αυτή ενότητα αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C‑217/05, Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, Συλλογή 2006, σ. I‑11987, σκέψη 40, και Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψη 55, απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, T‑325/01, DaimlerChrysler κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑3319, σκέψη 85).
82 Οσάκις τέτοια οικονομική ενότητα παραβιάζει τους κανόνες του ανταγωνισμού, ευθύνεται, κατά την αρχή της προσωπικής ευθύνης, για την παράβαση αυτή (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, C‑49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, Συλλογή 1999, σ. I‑4125, σκέψη 145, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C‑280/06, ETI κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I‑10893, σκέψη 39 και Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψη 56).
83 Η παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού πρέπει να καταλογίζεται, κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, σε νομικό πρόσωπο στο οποίο ενδέχεται να επιβληθούν πρόστιμα. Για την εφαρμογή και την εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, είναι, πράγματι, απαραίτητος ο προσδιορισμός, ως παραλήπτριας, μιας οντότητας διαθέτουσας νομική προσωπικότητα (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Απριλίου 1999, T-305/94 έως T-307/94, T-313/94 έως T-316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94, T-329/94 και T-335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-931, σκέψη 978).
84 Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η συμπεριφορά μιας θυγατρικής εταιρείας μπορεί να καταλογισθεί στη μητρική εταιρεία, ιδίως, όταν η θυγατρική, μολονότι έχει χωριστή νομική προσωπικότητα, δεν καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά εφαρμόζει, κυρίως, τις οδηγίες της μητρικής εταιρείας, λαμβανομένων, ιδίως, υπόψη των υφισταμένων μεταξύ των δύο αυτών νομικών οντοτήτων οικονομικών, οργανωτικών και νομικών σχέσεων (βλ. απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψη 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
85 Πράγματι, δεδομένου ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η μητρική και η θυγατρική εταιρεία συναποτελούν τμήμα της ίδιας οικονομικής οντότητας και, επομένως, συνιστούν μία και μόνη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει μια απόφαση περί επιβολής προστίμου στη μητρική εταιρεία, χωρίς να απαιτείται να αποδείξει την εμπλοκή της εταιρείας αυτής στην παράβαση (βλ., συναφώς, απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψη 59).
86 Από τη νομολογία προκύπτει, επίσης, ότι, στην ειδική περίπτωση που μια μητρική εταιρεία κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της θυγατρικής της, η οποία διέπραξε παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, αφενός, η μητρική εταιρεία μπορεί να ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της θυγατρικής αυτής και, αφετέρου, υφίσταται μαχητό τεκμήριο ότι η εν λόγω μητρική εταιρεία ασκεί πράγματι τέτοια αποφασιστική επιρροή (βλ., απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
87 Υπό τις συνθήκες αυτές, αρκεί να αποδείξει η Επιτροπή ότι η μητρική εταιρεία κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου θυγατρικής προκειμένου να συναχθεί ότι η μητρική ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής. Στη συνέχεια, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να θεωρήσει τη μητρική εταιρεία συνυπεύθυνη για την καταβολή του επιβληθέντος στη θυγατρική προστίμου, εκτός αν η εν λόγω μητρική εταιρεία, στην οποία απόκειται να ανατρέψει αυτό το τεκμήριο, προσκομίσει επαρκή στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η θυγατρική της ενεργεί αυτοτελώς στην αγορά (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, σκέψη 70 ανωτέρω, σκέψη 29, και Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψη 61).
88 Καίτοι το Δικαστήριο, στις σκέψεις 28 και 29 της αποφάσεως Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, έκανε λόγο, πέραν της κατοχής του 100 % του κεφαλαίου της θυγατρικής, και για άλλες περιστάσεις, όπως είναι η μη αμφισβήτηση της επιρροής που ασκεί η μητρική εταιρεία επί της εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής της και η κοινή εκπροσώπηση των δύο εταιρειών κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, εντούτοις το Δικαστήριο παρέθεσε τις περιστάσεις αυτές μόνον προκειμένου να εκθέσει το σύνολο των στοιχείων επί των οποίων το Πρωτοδικείο στήριξε τη συλλογιστική του και όχι για να εξαρτήσει την εφαρμογή του τεκμηρίου, το οποίο μνημονεύθηκε στη σκέψη 86 ανωτέρω, από την παροχή πρόσθετων ενδείξεων όσον αφορά την εκ μέρους της μητρικής εταιρείας πραγματική άσκηση επιρροής (βλ. απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2008, T‑69/04, Schunk και Schunk Kohlenstoff-Technik κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II‑2567, σκέψη 57).
89 Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, προκειμένου να καταλογίσει στη μητρική εταιρεία την ευθύνη για την παράβαση που διέπραξε η θυγατρική της, η Επιτροπή στηρίχτηκε στην υπόθεση ότι ο καταλογισμός αυτός είναι δυνατός όταν η μητρική εταιρεία και η θυγατρική της αποτελούν τμήμα της ίδιας οικονομικής οντότητας και, ως εκ τούτου, συνιστούν μία και μόνη επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ (αιτιολογική σκέψη 325 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
90 Το κεντρικό στοιχείο στο οποίο βασίστηκε η Επιτροπή για να αποδείξει ότι ήταν δυνατόν να καταλογιστεί στη μητρική εταιρεία η παραβατική συμπεριφορά της θυγατρικής της είναι η έλλειψη αυτονομίας της τελευταίας όσον αφορά τη συμπεριφορά της στην αγορά. Πράγματι, η εν λόγω έλλειψη αυτονομίας απορρέει από την εκ μέρους της μητρικής εταιρείας άσκηση «καθοριστικής επιρροής» στη συμπεριφορά της θυγατρικής της, η δε πραγματική άσκηση τέτοιας επιρροής μπορεί να εικάζεται, κατά τη νομολογία, στην περίπτωση που η μητρική εταιρεία κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της θυγατρικής της (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 329 και 330 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
91 Στην αιτιολογική σκέψη 331 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε επομένως ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η Deltafina, η Dimon Italia και η Transcatab «στερούνταν αυτονομίας» δεδομένου ότι ελέγχονταν κατά 100 % από τις αντίστοιχες μητρικές τους εταιρείες.
92 Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Alliance One, ήτοι ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή μετέτρεψε ένα τεκμήριο «iuris tantum» σε τεκμήριο «iuris et de iure», το σκεπτικό αυτό δεν αποκλίνει από τη λογική ενός μαχητού τεκμηρίου. Επομένως, όπως στις περιπτώσεις άλλων μαχητών τεκμηρίων που γίνονται δεκτά στο δίκαιο του ανταγωνισμού, εάν ένα γεγονός εικάζεται ενδεχομένως νομίμως από την Επιτροπή, θεωρείται ως αποδειχθέν, εφόσον η οικεία επιχείρηση δεν αποκρούει το τεκμήριο προσκομίζοντας πειστικές ανταποδείξεις (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 82 ανωτέρω, σκέψεις 121 και 126, και της 8ης Ιουλίου 1999, Hüls κατά Επιτροπής, C‑199/92 P, Συλλογή 1999, σ. I‑4287, σκέψεις 162 και 167). Εξάλλου, δεδομένου του μαχητού του χαρακτήρα, το προαναφερθέν τεκμήριο, το οποίο μπορεί να ανατραπεί σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, δεν συνεπάγεται αυτόματο καταλογισμό ευθύνης στη μητρική εταιρία, η οποία κατέχει το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου της θυγατρικής της, διότι τούτο θα αντέβαινε στην αρχή της προσωπικής ευθύνης που αποτελεί τη βάση του δικαίου του ανταγωνισμού.
93 Επομένως, η Επιτροπή δεν παρέβη τους κανόνες που διέπουν τον καταλογισμό στη μητρική εταιρεία της συμπεριφοράς της θυγατρικής της, επειδή θεώρησε ουσιαστικώς την SCC και την Dimon Inc., διάδοχος των οποίων είναι η Αlliance One ως εταιρεία που δημιουργήθηκε από τη συγχώνευσή τους, υπεύθυνες για την παράβαση που διέπραξαν οι θυγατρικές τους Transcatab και Dimon Italia.
94 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση με τα επιχειρήματα που προβάλλει η Alliance One στην απάντησή της επί της γραπτής ερωτήσεως του Γενικού Δικαστηρίου αναφορικά με τις συνέπειες που θα έπρεπε να αντληθούν από την απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω. Κατά την Alliance One, πρώτον, στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της προγενέστερης νομολογίας, ιδίως της αποφάσεως Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, σκέψη 70 ανωτέρω, σε κάθε δε περίπτωση, η συναφής νομολογία δεν είναι ομοιόμορφη ως προς αυτό. Δεύτερον, το πραγματικό πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, διαφέρει από εκείνο της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένου ότι στη σύμπραξη είχαν εμπλακεί πολλές θυγατρικές και, συνεπώς, ήταν δυσκολότερο να αποδειχθεί ότι η μητρική εταιρεία δεν τελούσε εν γνώσει των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού δραστηριοτήτων. Σε ό,τι όμως αφορά το πρώτο επιχείρημα, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω (βλ. συναφώς, επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, Συλλογή 2009, σ. I‑8241, σκέψεις 60 και 61), το Δικαστήριο, όχι μόνον έλαβε υπόψη τη νομολογία στην οποία στηρίζει η Alliance One σημαντικό τμήμα της επιχειρηματολογίας της και, ιδίως, την απόφαση Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, σκέψη 70 ανωτέρω, αλλά επίσης ερμήνευσε ομοιόμορφα την προγενέστερη νομολογία (απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψεις 58 έως 62). Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, αρκεί η διαπίστωση ότι η υποτιθέμενη διαφορά μεταξύ της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, και της υπό κρίση υποθέσεως στερείται σημασίας, καθότι το κριτήριο για τον καταλογισμό της ευθύνης στην πρώτη υπόθεση ουδόλως ήταν η άμεση ή έμμεση γνώση, εκ μέρους της μητρικής εταιρείας, των δραστηριοτήτων στις οποίες προέβαιναν η θυγατρική ή οι θυγατρικές της. Σε κάθε περίπτωση, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, στην απόφαση αυτή, ουδόλως ελήφθη υπόψη τέτοιο στοιχείο.
95 Κατόπιν του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
2. Επί του δεύτερου σκέλους, που αντλείται από παράβλεψη των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν η SCC και η Dimon Inc. προκειμένου να ανατρέψουν το τεκμήριο
Επιχειρήματα των διαδίκων
96 Η Alliance One υποστηρίζει ότι, μολονότι δεν υπεχρεούντο, η SCC και η Dimon Inc. προσκόμισαν διάφορα και πλήρη αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύοντα ότι ούτε είχαν συμμετάσχει στη σύμπραξη ούτε είχαν επηρεάσει τη συμπεριφορά των θυγατρικών τους, και απέδειξαν σαφώς ότι ουδεμία εκ των καταστάσεων, επί των οποίων επιβλήθηκαν νομολογιακώς κυρώσεις, υφίστατο στην προκειμένη περίπτωση. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν, επομένως, ότι η SCC και η Dimon Inc. δεν άσκησαν καθοριστική επιρροή στις ιταλικές θυγατρικές τους, ούτε ήταν σε θέση να το πράξουν.
97 Επιπλέον, η Alliance One προσάπτει στην Επιτροπή ότι παρερμήνευσε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν η SCC και η Dimon Inc. Επικρίνει, επομένως, όχι μόνον τα διάφορα χωρία της προσβαλλόμενης αποφάσεως στα οποία η Επιτροπή εξετάζει και απορρίπτει τα στοιχεία αυτά, αλλά επίσης την εκ μέρους της Επιτροπής χρήση των υποστηρικτικών εγγράφων.
98 Κατά την άποψη της Alliance One, οι απαντήσεις της SCC και της Dimon Inc. επί της κοινοποιήσεως αιτιάσεων κατεδείκνυαν σαφώς ότι οι δύο όμιλοι παρουσίαζαν πολύ αποκεντρωμένη δομή, κυρίως λόγω των ιδιαιτεροτήτων που χαρακτηρίζουν την ιταλική αγορά ακατέργαστου καπνού. Επομένως, η εκ μέρους της μητρικής εταιρείας άσκηση καθοριστικής επιρροής δεν συμβιβάζεται προς τις ανάγκες της αγοράς. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι δύο αυτοί όμιλοι έχουν θυγατρικές στις εγχώριες αγορές καπνού πολλών κρατών, κάθε ένα εκ των οποίων έχει τις ιδιαιτερότητές του, καθιστά αδύνατη την εκ μέρους τους άσκηση εμπορικής επιρροής στις θυγατρικές τους, υπό οιαδήποτε μορφή.
99 Η Transcatab και η Dimon Italia διασαφήνισαν, από την πλευρά τους, ότι ήταν ανέκαθεν αυτόνομες εταιρείες στην οικεία αγορά και ότι καθόριζαν τις δικές τους εμπορικές πολιτικές στον τομέα αυτό. Σε ό,τι αφορά τις πωλήσεις μεταποιημένου καπνού, η Alliance One υπενθυμίζει ότι οι θυγατρικές δραστηριοποιούνται ως ανεξάρτητες εταιρείες έναντι των πελατών. Ως προς τούτο, παρατηρεί ότι οι πωλήσεις μεταποιημένου καπνού εντός του ομίλου, μεταξύ Σεπτεμβρίου 1995 και Ιουνίου 2001, αντιπροσώπευαν ένα ελάχιστο μόνον τμήμα των συνολικών πωλήσεων της Dimon Italia (μεταξύ 20 και 30 %), δεδομένου ότι το μεγαλύτερο τμήμα του καπνού της πωλήθηκε άμεσα σε άλλους πελάτες.
100 Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Alliance One υπογραμμίζει, επιπλέον, ότι ουδέν νομολογιακό προηγούμενο απαιτεί από τους συμμετέχοντες σε μία διαδικασία, σε αντίθεση προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, να προβάλουν μια ιδιαιτερότητα του ομίλου τους προς δικαιολόγηση της αυτονομίας μιας θυγατρικής. Εξάλλου, η SCC και η Dimon Inc. κατέδειξαν σαφώς ότι ουδέν εκ των απαιτούμενων από τη νομολογία στοιχείων επληρούτο στις περιπτώσεις τους.
101 Όσον ειδικότερα αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η SCC προκειμένου να αποδείξει την απουσία οιασδήποτε καθοριστικής επιρροής στην ιταλική θυγατρική της Transcatab, η Alliance One υπενθυμίζει ότι:
– το διοικητικό συμβούλιο της Transcatab απαρτιζόταν κυρίως από Ιταλούς λογιστές, ουδείς εκ των οποίων είχε στο παρελθόν ή αργότερα οιαδήποτε σχέση, αμέσως ή εμμέσως, με την SCC· εξάλλου, ο ρόλος της SCC κατά την επιλογή των μελών της περιοριζόταν στον επίσημο διορισμό των προσώπων που υπεδείκνυε ο γενικός διευθυντής της Transcatab, ο οποίος ήταν πλήρως ανεξάρτητος έναντι της SCC·
– κατά το άρθρο 19 του καταστατικού της Τranscatab, το διοικητικό συμβούλιο αυτής είχε τις κατά το δυνατόν ευρύτερες εξουσίες για τη διαχείριση της εταιρείας·
– από τις 4 Αυγούστου 1994, ήτοι προτού αποκτήσει η SCC τον πλήρη έλεγχο της Transcatab, η συμπεριφορά της Transcatab καθοριζόταν αποκλειστικώς από τον γενικό της διευθυντή, στον οποίο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της Transcatab της ίδιας μέρας, η τελευταία είχε αναθέσει το σύνολο των αρμοδιοτήτων που απαριθμούνται στο προαναφερθέν άρθρο 19 του καταστατικού, αναφορικά με τη διαχείριση των συνήθων και εξαιρετικών δραστηριοτήτων της εταιρείας· η κατάσταση αυτή ουδέποτε τροποποιήθηκε από την SCC, ο δε γενικός διευθυντής ήταν πάντα ο ίδιος·
– για την εμπορική πολιτική της Transcatab αποφάσιζε, επομένως, αποκλειστικώς ο γενικός της διευθυντής, όπως επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, κατά τη διάρκεια των οποίων αυτός, κατά γενικό κανόνα, περιορίζετο στην ενημέρωση των υπολοίπων μελών του συμβουλίου σχετικά με την εμπορική κατάσταση της εταιρείας, τα δε μέλη ενέκριναν τυπικώς και a posteriori τις πράξεις του διευθυντή.
102 Τα στοιχεία αυτά αρκούν για την ανατροπή του τεκμηρίου της Επιτροπής.
103 Η Alliance One αμφισβητεί, εν συνεχεία, την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, κατά την οποία η SCC δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι ο γενικός διευθυντής της Transcatab δεν προερχόταν από αυτήν την ίδια· σε κάθε περίπτωση, τα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Transcatab διέθεταν εκτελεστικές εξουσίες, η δε SCC δεν απέδειξε ότι τα μέλη αυτά επιλέγονταν από τον γενικό διευθυντή και δεν ορίζονταν από αυτήν την ίδια.
104 Όσον αφορά, πρώτον, την ανεξαρτησία του γενικού διευθυντή, η Alliance One επαναλαμβάνει ότι κατέδειξε ότι ουδεμία σχέση υφίστατο μεταξύ αυτού, ο οποίος ορίσθηκε πολύ πριν την απόκτηση της θυγατρικής από την SCC, και της τελευταίας. Σε κάθε περίπτωση, στην Επιτροπή απέκειτο να αποδείξει ότι η διεύθυνση της Transcatab είχε ορισθεί από την SCC προτού αυτή αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της Transcatab.
105 Σε ό,τι αφορά, δεύτερον, τις εκτελεστικές εξουσίες των υπολοίπων μελών του διοικητικού συμβουλίου, υπενθυμίζει, κατά πρώτο λόγο, ότι η μεταβίβαση στον γενικό διευθυντή των συνήθων και εξαιρετικών αρμοδιοτήτων διαχειρίσεως της εταιρείας δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή. Κατά δεύτερο λόγο, απορρίπτει τα υποτιθέμενα λεπτομερή αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι και άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, παραδείγματος χάρη ο S. M., κατείχαν εκτελεστικές θέσεις, τα οποία δεν θεωρεί σημαντικά, διότι, αφενός, δεν υποδηλώνουν ότι υφίστατο συντρέχουσα αρμοδιότητα διευθύνσεως των δραστηριοτήτων της Transcatab, και, αφετέρου, δεν φανερώνουν κάποια παρέμβαση των μελών του διοικητικού συμβουλίου στον καθορισμό της αγοραστικής πολιτικής της Transcatab. Σε κάθε περίπτωση, τα έγγραφα αυτά δεν μπορούν να προβληθούν λυσιτελώς από την Επιτροπή, δεδομένου ότι είναι προγενέστερα της ενάρξεως της επίμαχης συμπράξεως.
106 Εξάλλου, από ένα παράδειγμα πρακτικών των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο κατέθεσε στη δικογραφία η Alliance One, προκύπτει ότι ο γενικός διευθυντής ενημέρωνε τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου σχετικά με την εμπορική κατάσταση της εταιρείας, τα δε μέλη ενέκριναν αυτομάτως και a posteriori όλες τις πράξεις του. Αντιθέτως, ουδεμία απόδειξη υφίσταται περί οιασδήποτε παρεμβάσεως άλλων μελών του διοικητικού συμβουλίου στην εμπορική πολιτική της εταιρείας.
107 Τρίτον, η Alliance One υποστηρίζει ότι το ζήτημα κατά πόσον τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Transcatab ορίζονταν από την SCC στερείται σημασίας, διότι, ακόμα και εάν άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου είχαν ορισθεί από την SCC, ουδεμία αρμοδιότητα είχαν ως προς τη διεύθυνση των δραστηριοτήτων της Transcatab.
108 Από ορισμένα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, επιπλέον, ότι οι μέτοχοι περιορίζονταν στην έγκριση των ετήσιων εκθέσεων. Εξάλλου, ουδεμία απόδειξη υφίσταται περί του ότι ο γενικός διευθυντής συζητούσε με τα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, και ακόμα λιγότερο με τη μητρική εταιρεία, σχετικά με την αγοραστική πολιτική της Τranscatab. Η ύπαρξη ορισμένων απαραίτητων επαφών, αλλά εντελώς ξένων σε σχέση με τη διεύθυνση των τοπικών δραστηριοτήτων, δεν μπορεί να υποκαταστήσει ένα κριτήριο για την απόδειξη της επιρροής που ασκεί η μητρική εταιρεία στη θυγατρική της.
109 Αντιθέτως, σε ό,τι αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Dimon Inc. προκειμένου να αποδείξει την απουσία οιασδήποτε καθοριστικής επιρροής στη θυγατρική της Dimon Italia, η Alliance One υπενθυμίζει ότι:
– το διοικητικό συμβούλιο της Dimon Italia απαρτιζόταν από πραγματογνώμονες της ιταλικής αγοράς ακατέργαστου καπνού, η δε Dimon Inc. ουδέν εκ των μελών του συμβουλίου όρισε αφότου απέκτησε τον έλεγχο της Dimon Italia, εξαιρουμένων δύο προσώπων που ασκούσαν καθήκοντα συνδεόμενα με οικονομικές πτυχές και του V. R. (που ορίσθηκε το 1998), ο οποίος ασκούσε εκτελεστικά διευθυντικά καθήκοντα στην Reditab Srl, εταιρεία της οποίας η οικογένειά του κατείχε το 50 %, ενώ το υπόλοιπο 50 % κατείχε η Dibrell Brothers Inc., την οποία είχε αποκτήσει στα τέλη του 1995 η Dimon Inc.· η τελευταία μεταβίβασε επομένως τον έλεγχο της Dimon Italia σε άτομα με εξαιρετική εμπειρογνωσία στην εγχώρια αγορά·
– οι υπεύθυνοι για τις αγορές διευθυντές, ήτοι οι V. και F. R. (μέλη της οικογένειας R.) και B. (πρώην διευθυντής της Dibrell Italia), απήλαυαν, ακόμα και μετά την απόκτηση του ελέγχου από την Dimon Inc., πλήρους αυτονομίας κατά τον καθορισμό της αγοραστικής στρατηγικής της Dimon Italia·
– ουδεμία επικάλυψη υφίστατο μεταξύ, αφενός, των διευθυντών και της αρμόδιας επί των αγορών υπηρεσίας της Dimon Italia και, αφετέρου, των διευθυντών της Dimon Inc. ή οιασδήποτε άλλης εταιρείας του ομίλου Dimon, και ουδέν μέλος του διοικητικού συμβουλίου υπήρξε ποτέ μέλος του διοικητικού συμβουλίου μίας εκ των εταιρειών του ομίλου, ούτε είχε τη διεύθυνση ή διευθυντικά καθήκοντα στις εταιρείες αυτές.
110 Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Alliance One απορρίπτει ως αβάσιμο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν αμφισβητούσε το γεγονός ότι η Dimon Inc. όρισε τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Dimon Italia αφότου απέκτησε τον αποκλειστικό έλεγχο αυτής.
111 Ως προς τούτο, πρώτον, η Alliance One προσάπτει στην Επιτροπή ότι παρέλειψε να επισημάνει ότι, όταν η Dimon Inc. απέκτησε την Dimon Italia (την εποχή της Reditab), τα τρία μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Reditab διατηρήθηκαν στα καθήκοντά τους και ότι ουδέν νέο μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Dimon Italia ορίσθηκε πριν την 1η Ιανουαρίου 1996. Την ημερομηνία ακριβώς αυτή, κατά την οποία τα τρία μέλη του διοικητικού συμβουλίου έγιναν πέντε, η Dimon Inc. όρισε τον V. R., πρώην διευθύνοντα της Reditab και μέλος της ιδρύσασας την εταιρεία οικογένεια, και τον N., εμπειρογνώμονα στις αγορές ο οποίος ουδέποτε στο παρελθόν είχε επαφές με τον όμιλο Dimon.
112 Αφότου απέκτησε πλήρως την Dimon Italia, η Dimon Inc. διόρισε δύο μόνον πραγματογνώμονες σε χρηματοοικονομικά θέματα, τον W. M., που αντικαταστάθηκε από τον C., οι οποίοι δεν παρενέβαιναν στην αγοραστική πολιτική της θυγατρικής και δεν συμμετείχαν σε κανένα διοικητικό συμβούλιο άλλων εταιρειών του ομίλου Dimon, και, το 1998, τον F. R., ο οποίος είχε δεσμούς με την εταιρεία προτού αυτή αγορασθεί από την Dimon Inc.
113 Αντιθέτως, όμως, προς ό,τι αναφέρει η Επιτροπή, ο W. M. ήταν υπάλληλος της Dimon International Services Ltd, μiας ανήκουσας στον ίδιο όμιλο με την Dimon Italia εταιρείας, και ουδένα δεσμό είχε με την Dimon International, ούτε είχε ασκήσει διευθυντικά καθήκοντα εντός της Dimon Italia. Κατά συνέπεια, ο ορισμός του W. M. δεν είναι δυνατόν να αποδείξει ότι η Dimon Inc. «άσκησε» έλεγχο στην εμπορική πολιτική της Dimon Italia.
114 Δεύτερον, η Alliance One αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία αρκεί να καταδειχθεί ότι η μητρική εταιρεία όρισε ένα μόνον εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου ώστε να αποδειχθεί ότι αυτή άσκησε πραγματική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής της. Κατά τη νομολογία, τα μόνα κρίσιμα στοιχεία είναι να καθορισθεί κατά πόσον το διορισθέν πρόσωπο είχε την εξουσία να διευθύνει τις δραστηριότητες της θυγατρικής και κατά πόσον, ταυτοχρόνως, ήταν επίσης μέλος του διοικητικού συμβουλίου άλλων εταιρειών του ομίλου, κάτι που δεν συντρέχει στην περίπτωση των προσώπων που διόρισε η Dimon Inc.
115 Τρίτον, η Alliance One υπενθυμίζει τον ρόλο που διαδραμάτισε η οικογένεια R. Πράγματι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, ο V. R., ως μέλος της οικογένειας αυτής που στο παρελθόν κατείχε την Reditab, διαχειριζόταν τις δραστηριότητες της εν λόγω εταιρείας κατά τον χρόνο κτήσεώς της από την Dimon Inc. και εξακολούθησε να τις διαχειρίζεται στη συνέχεια, καταρχάς ως διευθυντής αγορών, έπειτα ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου.
116 Τέταρτον, η Alliance One υπενθυμίζει ότι ο B. ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου πριν την απόκτηση της εταιρείας από την Dimon Inc. και ουδεμία απόδειξη υφίσταται περί υπάρξεως άλλων δεσμών μεταξύ αυτού και της Dimon Inc. Το γεγονός ότι ο B., όπως διατείνεται η Επιτροπή, ενεπλάκη στη σύμπραξη ουδέν φανερώνει ως προς ενδεχόμενους δεσμούς με τη μητρική εταιρεία και δεν συνεπάγεται ότι η μητρική εταιρεία είχε εμπλακεί ή τελούσε εν γνώσει των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό δραστηριοτήτων αυτών.
117 Πέμπτον, προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη την απουσία επικαλύψεως μεταξύ της διευθύνσεως της Dimon Italia και της αρμόδιας επί των αγορών υπηρεσίας αυτής και της διευθύνσεως της Dimon Inc. ή οιασδήποτε άλλης εταιρείας του ομίλου Dimon.
118 Όσον αφορά, τέλος, τα έγγραφα που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και σχετίζονται με την υποτιθέμενη ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας μεταξύ της Dimon Italia και του υπολοίπου ομίλου Dimon, η Alliance One διατείνεται, καταρχάς, ότι τα έγγραφα αυτά δεν επαρκούν ώστε να καταλογιστεί στην Dimon Inc. η ευθύνη για τη συμπεριφορά της θυγατρική της, δεδομένου ότι δεν αφορούν την εμπορική πολιτική της Dimon Italia.
119 Ειδικότερα, η Alliance One διατείνεται ότι τα έγγραφα σχετικά με τη συνεδρίαση της APTI είναι πολύ γενικής φύσεως και δεν αντανακλούν την εμπορική πολιτική της Dimon Italia. Το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο C. στον S. στις 12 Φεβρουαρίου 2002 αναφέρει μόνον ότι η Dimon Italia ενήργησε ως αυτόνομη οντότητα στην αγορά ακατέργαστου καπνού. Όσον αφορά το ηλεκτρονικό μήνυμα του B. της 10ης Μαΐου 2001 προς τον S., η Alliance One αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο το ερμηνεύει η Επιτροπή στην άμυνά της, ήτοι ως απόδειξη του ότι η Dimon Inc. τελούσε εν γνώσει της συμπράξεως, καθότι πρόκειται για νέα και, επομένως, απαράδεκτη ένσταση. Επιπλέον, το έγγραφο αυτό δεν αποσαφηνίζει και ουδόλως αποδεικνύει τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι ο S. τελούσε εν γνώσει της συμπράξεως. Ο ισχυρισμός αυτός είναι, εξάλλου, εντελώς αβάσιμος, δεδομένου ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι αναφέρεται στις πωλήσεις μεταποιημένου καπνού, και όχι στις πωλήσεις ακατέργαστου καπνού, και ότι κύριος σκοπός της συνεδριάσεως, η οποία προτείνεται σε αυτό, ήταν να γίνουν συζητήσεις με ένα πελάτη παρασκευαστή καπνού. Όσον αφορά τα έγγραφα προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της Επιτροπή ότι η Dimon Italia κατήρτιζε περιοδικές εκθέσεις περί των εσοδειών για τις άλλες εταιρείες του ομίλου Dimon, η Alliance One αμφισβητεί το συμπέρασμα που αντλεί από αυτά η Επιτροπή, καθότι βασίζεται σε μια στερούμενη βάσεως υπόθεση. Επιπλέον, τα εν λόγω έγγραφα δεν μπορούν να υποστηρίξουν το συμπέρασμα ότι η Dimon Italia υπέκειτο στην επιρροή της Dimon Inc. κατά τον καθορισμό της αγοραστικής της πολιτικής, δεδομένου ότι αφορούν διαφορετική αγορά, αυτήν των πωλήσεων μεταποιημένου καπνού, και παρέχουν αποκλειστικώς πληροφορίες για τις πωλήσεις και τη γενικότερη οικονομική κατάσταση στην Ιταλία, χωρίς να κάνουν μνεία των προμηθευτών, των τιμών ή των συμφωνιών με τους ανταγωνιστές. Ειδικότερα, ουδέποτε μνημονεύεται σε αυτά η πολιτική της Dimon Italia στον τομέα των αγορών ακατέργαστου καπνού. Η Alliance One παρατηρεί ότι, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή παραθέτει τα έγγραφα 2892 έως 2893 ως συμπληρωματική απόδειξη των επικοινωνιών μεταξύ της μητρικής εταιρείας και της θυγατρικής της, στο υπόμνημα αντικρούσεώς της μνημονεύει επίσης, για πρώτη μάλιστα φορά τα έγγραφα 2894 έως 2902. Δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο ενδεχόμενης συγχωνεύσεως μεταξύ της Dimon Italia και της Transcatab, δεν μπορούν να αποδείξουν ότι η Dimon Inc. παρενέβαινε στη «διαχείριση» της Dimon Italia και ότι η εμπορική πολιτική αυτής καθορίζονταν σε επίπεδο ομίλου. Σε ό,τι αφορά το ηλεκτρονικό μήνυμα που περιέχει αξιολόγηση εκ μέρους της Dimon Inc. των δραστηριοτήτων της Dimon Italia και τη συνημμένη σε αυτό έκθεση που κατήρτισε ο N., πρόκειται, στην πραγματικότητα, μόνον για μια «διαθήκη» ενός προέδρου κατά τη λήξη της θητείας του, ο οποίος περιγράφει τη γενική κατάσταση της Dimon Italia. Όσον, τέλος, αφορά το ηλεκτρονικό μήνυμα του B. προς τον S., με αντικείμενο την ετήσια συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου, η Alliance One διατείνεται ότι παρουσιάζει μία σφαιρική εικόνα της καταστάσεως της εταιρείας, όπως αυτή διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια μιας ετήσιας συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου και ότι ουδόλως αποδεικνύει ότι η Dimon Inc. ελάμβανε συνήθως «λεπτομερείς πληροφορίες» εκ μέρους της Dimon Italia.
120 Η Alliance One αμφισβητεί, τέλος, το συμπέρασμα που αντλεί η Επιτροπή από δύο νέα έγγραφα που επισύναψε στο υπόμνημά της αντικρούσεως, ήτοι ότι ο S. ήταν «ανώτατος υπάλληλος, επικεφαλής στον όμιλο εταιρειών Dimon» και ότι η Alliance One προσπάθησε να ελαχιστοποιήσει τον ρόλο του. Κατά την Alliance One, τα έγγραφα αυτά επιβεβαιώνουν απλώς και μόνον ότι ο S. ήταν υπεύθυνος για τον συντονισμό των πωλήσεων μεταποιημένου καπνού στην Ευρώπη.
121 Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει, πάντως, ότι η Dimon Italia ήταν αυτόνομη σε σχέση με τον καθορισμό της εμπορικής της πολιτικής και ότι οι πληροφορίες που είχε ανταλλάξει με τον όμιλο ήταν γενικής μόνον φύσεως και αφορούσαν, το πολύ, ειδικά ζητήματα μη σχετιζόμενα με την εμπορική της πολιτική.
122 Η Alliance One εκτιμά, εν τέλει, ότι απέδειξε ότι τα έγγραφα στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να τεκμηριώσει την ευθύνη της SCC και της Dimon Inc. δεν καταδεικνύουν ότι οι δύο εταιρείες ήταν σε θέση να επηρεάσουν ή επηρέασαν τη συμπεριφορά της Transcatab και της Dimon Italia αντιστοίχως. Τα έγγραφα αυτά δεν επιρρωννύουν εξάλλου το συμπέρασμα ότι υφίσταντο δίαυλοι άμεσης επικοινωνίας μεταξύ των εν λόγω εταιρειών.
123 Κατά την Alliance One, τα έγγραφα στα οποία παραπέμπει η Επιτροπή είναι γενικής φύσεως έγγραφα που δεν αποδεικνύουν ότι οι μητρικές εταιρείες τελούσαν εν γνώσει της υπάρξεως της επίμαχης συμπράξεως. Πράγματι, η Επιτροπή δεν βρήκε κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι η SCC ή η Dimon Inc. έδωσαν οδηγίες στις ιταλικές θυγατρικές τους ή ζήτησαν, ή ακόμα έλαβαν, πληροφορίες σχετικά με τις αγοραστικές τους πολιτικές.
124 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί το υπό κρίση σκέλος του πρώτου λόγου.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
125 Προκαταρκτικώς, παρατηρείται ότι, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 86 και 87 ανωτέρω, οσάκις το συνολικό κεφάλαιο μιας θυγατρικής κατέχεται από τη μητρική της εταιρεία, η Επιτροπή μπορεί να συναγάγει ότι η μητρική εταιρεία ασκεί αποφασιστική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής αυτής, χωρίς να υποχρεούται να προσκομίσει συμπληρωματικές αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι η μητρική εταιρεία πράγματι άσκησε τέτοια επιρροή ή τελούσε εν γνώσει της παραβάσεως ή της εμπλοκής της εν λόγω θυγατρικής στην παράβαση αυτή. Πρόκειται περί μαχητού τεκμηρίου, το οποίο μπορεί να ανατραπεί με απόδειξη του αντιθέτου. Επομένως, εναπόκειται στη μητρική εταιρεία, η οποία ευθύνεται αλληλεγγύως για την καταβολή του επιβληθέντος στη θυγατρική της προστίμου, να ανατρέψει το τεκμήριο με στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η θυγατρική χαίρει αυτονομίας κατά τη χάραξη της πολιτικής της στην αγορά και ότι οι δύο αυτές εταιρείες δεν συνιστούν επομένως μία και μόνη οικονομική οντότητα. Σε αντίθετη περίπτωση, η άσκηση ελέγχου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το αντλούμενο από την κατοχή του συνολικού κεφαλαίου τεκμήριο δεν ανετράπη (βλ., συναφώς, απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψεις 60 έως 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑175/05, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 93).
126 Προκειμένου, όμως, να εκτιμηθεί κατά πόσον μια θυγατρική καθορίζει τη συμπεριφορά της στην αγορά κατά τρόπο αυτόνομο, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία που αφορούν τις οργανωτικές, οικονομικές και νομικές σχέσεις μεταξύ της εν λόγω θυγατρικής και της μητρικής εταιρείας, τα οποία ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με την περίπτωση (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψη 74, και της 1ης Ιουλίου 2010, C‑407/08 P, Knauf Gips κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 100).
127 Εν προκειμένω, πρέπει επομένως να εξετασθεί κατά πόσον η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως καθόσον έκρινε ότι τα επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία που προβλήθηκαν προκειμένου να συναχθεί η αυτονομία της Transcatab και της Dimon Italia κατά την εφαρμογή της εμπορικής τους πολιτικής δεν ήταν ικανά να αποδείξουν ότι οι εν λόγω θυγατρικέs ενεργούσαν αυτονόμως σε σχέση με τις μητρικές τους εταιρείες και ότι δεν συνιστούσαν μία και μόνη οικονομική οντότητα με αυτές.
128 Η Επιτροπή αφιερώνει τις αιτιολογικές σκέψεις 335 έως 346 της προσβαλλόμενης αποφάσεως στην εξέταση των επιχειρημάτων και των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία προέβαλαν στις απαντήσεις τους επί της κοινοποιήσεως αιτιάσεων οι SCC και Dimon Inc., προκειμένου να αποδείξουν ότι δεν άσκησαν καθοριστική επιρροή στην εμπορική πολιτική των θυγατρικών τους. Ειδικότερα, στις αιτιολογικές σκέψεις 335 έως 340, εξετάζει και απορρίπτει τα επιχειρήματα γενικού χαρακτήρα που αντλούν οι SCC και Dimon Inc. από το γεγονός ότι οι θυγατρικές τους είχαν μια εντελώς αυτόνομη τοπική διεύθυνση. Ακολούθως, στις αιτιολογικές σκέψεις 341 έως 346 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή εξετάζει και απορρίπτει τα ειδικότερα επιχειρήματα που προβάλλουν οι SCC και Dimon Inc. προς ανατροπή του προαναφερθέντος τεκμηρίου.
Επί των γενικού χαρακτήρα στοιχείων που προβάλλονται προς ανατροπή του τεκμηρίου
129 Καταρχάς, η Alliance One fait προβάλλει ότι οι όμιλοι SCC και Dimon Inc. έχουν πολύ αποκεντρωμένη δομή, καθότι διαθέτουν οικείες τοπικές διευθύνσεις, πλήρως ανεξάρτητες, στις οποίες είχαν μεταβιβασθεί όλα τα καθήκοντα, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των αγορών ακατέργαστου καπνού κάθε κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, οι παραγωγοί καπνού έπρεπε, μεταξύ άλλων, να αποκτήσουν προσωπική σχέση με τους πελάτες τους, ήτοι τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως, γεγονός που, de facto, καθιστούσε την άσκηση καθοριστικής επιρροής από τη μητρική εταιρεία μη συμβατή προς τις ανάγκες της αγοράς.
130 Όπως, όμως, ορθώς επεσήμανε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 338 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το γεγονός καθαυτό ότι μια θυγατρική έχει τη δική της τοπική διεύθυνση και ίδιους πόρους δεν αποδεικνύει ότι καθορίζει αυτόνομα τη συμπεριφορά της στην αγορά σε σχέση με τη μητρική της εταιρεία. Η ανάθεση της διαχειρίσεως των τρεχουσών δραστηριοτήτων στην τοπική διεύθυνση μιας κατά 100 % ελεγχόμενης θυγατρικής πρόκειται, πράγματι, για συνήθη πρακτική και, ως εκ τούτου, δεν είναι ικανή να αποδείξει την πραγματική αυτονομία της θυγατρικής. Το ίδιο ισχύει για το επιχείρημα ότι η SCC και η Dimon Inc. δραστηριοποιούνται σε δεκάδες κράτη.
131 Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ότι, όπως αναφέρει και η Επιτροπή, η SCC και η Dimon Inc. ήταν επικεφαλής κάθετα διαρθρωμένων ομίλων, δεδομένου ότι οι θυγατρικές επικεντρώνονταν στην αγορά ακατέργαστου καπνού και οι μητρικές εταιρείες ανελάμβαναν την εμπορία του μεταποιημένου καπνού, γεγονός που αποδεικνύει επιπλέον ότι η Dimon Italia και η Transcatab συνιστούσαν μία και μόνη οικονομική οντότητα με τις αντίστοιχές τους μητρικές εταιρείες (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογία, απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Μαρτίου 1992, T-11/89, Shell κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II‑757, σκέψη 312). Ως προς τούτο, ουδέν συμπέρασμα μπορεί να αντληθεί από το γεγονός ότι οι μητρικές εταιρείες δραστηριοποιούνταν σε χωριστές αγορές και δεν είχαν σχέσεις προμηθευτού προς πελάτη. Πράγματι, η κατανομή καθηκόντων μεταξύ των θυγατρικών και των μητρικών τους εταιρειών συνιστά συνήθη πρακτική στους κάθετα διαρθρωμένους ομίλους που δεν μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο κατά το οποίο η SCC και η Dimon Inc. ασκούσαν όντως καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της Transcatab και της Dimon Italia αντιστοίχως. Όσον αφορά, εξάλλου, το επιχείρημα ότι η Dimon Italia δεν πώλησε όλη της την παραγωγή σε άλλες εταιρείες του ομίλου Dimon, αρκεί να σημειωθεί ότι, στον βαθμό που ο περιεχόμενος στο υπόμνημα απαντήσεως πίνακας βεβαιώνει ότι, μεταξύ 1995 και 2000, οι πωλήσεις της στο εσωτερικό του ομίλου αντιπροσώπευαν μεταξύ 20 και 30 % των συνολικών της πωλήσεων, το στοιχείο αυτό δεν αντιβαίνει στη διαπίστωση στην οποία προέβη η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 340 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι ότι οι συγκεκριμένοι όμιλοι «αποκτούν και εμπορεύονται συχνά τον καπνό που αγοράζουν οι ιταλικές θυγατρικές τους».
132 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι δεν υπάρχουν προηγούμενα εκ των οποίων να προκύπτει ότι τα μέλη ενός ομίλου οφείλουν να προβάλουν μια ιδιαιτερότητα του ομίλου τους ως δικαιολογία της αυτονομίας μιας θυγατρικής, αρκεί η διαπίστωση, αφενός, ότι τα προηγούμενα που παραθέτει η Alliance One αφορούν όλα περιπτώσεις στις οποίες η μητρική εταιρεία κρίθηκε υπεύθυνη και ουδόλως σχετίζονται με την ανατροπή του τεκμηρίου. Αφετέρου, καίτοι η Επιτροπή ανέφερε, στην αιτιολογική σκέψη 339 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η SCC και η Dimon Inc. δεν είχαν καταδείξει κάποια ιδιαιτερότητα του ομίλου τους, εντούτοις, η Επιτροπή ουδόλως απαίτησε να προσκομισθεί τέτοια απόδειξη. Συγκεκριμένα, αφού εξέτασε τα γενικά επιχειρήματα που προέβαλαν η SCC και η Dimon Inc., η Επιτροπή περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι οι εταιρείες αυτές είχαν επικαλεστεί αποδεικτικά στοιχεία μη ικανά να τεκμηριώσουν την ύπαρξη ειδικής καταστάσεως των ομίλων τους, ήτοι μια βαίνουσα πέραν των συνηθισμένων ειδική κατάσταση –στο μέτρο που το τεκμήριο βασίζεται ακριβώς σε έναν επαγωγικό συλλογισμό που στηρίζεται σε προκύπτοντα εκ της πείρας κανόνα– που θα είχε ως αποτέλεσμα να θεωρηθούν οι δραστηριότητες των ιταλικών θυγατρικών ως τελούσες υπό την επιρροή των μητρικών τους εταιρειών. Από την άποψη αυτή, τα χαρακτηριστικά καθαυτά της ιταλικής αγοράς ακατέργαστου καπνού δεν επιτρέπουν να δικαιολογηθεί η ύπαρξη τέτοιας ιδιαιτερότητας.
Επί των ειδικών στοιχείων που προβάλλονται προς ανατροπή του τεκμηρίου
133 Η Alliance One προβάλλει επίσης ειδικά επιχειρήματα που αφορούν, αφενός, τη σχέση μεταξύ της SCC και της Transcatab, και, αφετέρου, τη σχέση μεταξύ της Dimon Inc. και της Dimon Italia, τα οποία, κατ’ αυτήν, αποδεικνύουν ότι ούτε η SCC ούτε η Dimon Inc. άσκησαν καθοριστική επιρροή στις ιταλικές τους θυγατρικές.
– Επί της σχέσεως μεταξύ SCC και Transcatab
134 Πρώτον, η Alliance One παρατηρεί ότι το διοικητικό συμβούλιο της Transcatab απαρτιζόταν κυρίως από Ιταλούς λογιστές, μη έχοντες οιαδήποτε άμεση ή έμμεση σχέση με την SCC, και ότι η SCC περιοριζόταν στον επίσημο διορισμό των προσώπων που υποδείκνυε ο γενικός διευθυντής της Transcatab, ο οποίος ήταν επίσης πλήρως ανεξάρτητος έναντι της SCC.
135 Δεύτερον, υπογραμμίζει ότι, από τις 4 Αυγούστου 1994, ήτοι προτού αποκτήσει η SCC πλήρη έλεγχο της Transcatab, για την εμπορική πολιτική και, γενικώς, για τη «συμπεριφορά» της Transcatab αποφάσιζε ο γενικός της διευθυντής (presidente del consiglio di amministrazione e amministratore delegato), στον οποίο το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας αυτής είχε αναθέσει το σύνολο των εξουσιών που του ανήκαν υπό την έννοια του άρθρου 19 του καταστατικού αυτής. Στην ουσία, κατά την Αlliance One, το γεγονός ότι ο κατά τον χρόνο της παραβάσεως γενικός διευθυντής ορίσθηκε πριν την απόκτηση της Transcatab από την SCC φανερώνει, λαμβανομένων υπόψη των ευρειών εξουσιών που διαθέτει, ότι η SCC ουδέποτε επηρέασε τη συμπεριφορά της ιταλικής θυγατρικής της.
136 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το επιχείρημα αυτό, το οποίο αντιστοιχεί σχεδόν κατά γράμμα σε ό,τι υποστήριξε η SCC στην απάντησή της στην κοινοποίηση αιτιάσεων, εξετάσθηκε από την Επιτροπή, ιδίως, στις αιτιολογικές σκέψεις 341 και 342 της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εκεί διευκρινίζεται, αφενός, ότι προτού αποκτήσει το συνολικό κεφάλαιο της Transcatab, η SCC ήλεγχε ήδη την εν λόγω εταιρεία με τον εταίρο της της Ιταλίας και ότι το γεγονός ότι η SCC ουδόλως μετέβαλε τον προσανατολισμό της Transcatab, κατόπιν της αναλήψεως του ελέγχου, δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί απόδειξη ότι δεν άσκησε επιρροή στη θυγατρική της αφότου κατέστη αποκλειστικός της ιδιοκτήτης. Αφετέρου, η Επιτροπή επεσήμανε ότι η μεταβίβαση εκτελεστικών εξουσιών στον γενικό διευθυντή της Transcatab, ο οποίος, ελλείψει αποδείξεων περί του αντιθέτου, ευλόγως μπορούσε να υποτεθεί ότι ορίσθηκε από την SCC, δεν παρεμπόδισε τα άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου να αναλάβουν εκτελεστικές θέσεις και να ασκήσουν εκτελεστικές αρμοδιότητες.
137 Επιβάλλεται όμως η παρατήρηση ότι, ελλείψει διευκρινίσεως εκ μέρους της SCC, ορθώς αποδίδει η Επιτροπή σημασία στο γεγονός ότι η SCC, η οποία συγκέντρωνε όλες τις εξουσίες όταν κατέστη μοναδικός μέτοχος ώστε να προβεί σε μερική ή πλήρη ανανέωση του διοικητικού συμβουλίου, ουδέν μέτρο έλαβε προς αυτήν την κατεύθυνση. Εξ αυτού προκύπτει ότι η διατήρηση των μελών του διοικητικού συμβουλίου και, κυρίως, του J. στα καθήκοντά τους δεν μπορεί παρά να αποδοθεί σε απόφαση της SCC, ως μοναδικού μετόχου της Transcatab. Εξάλλου, η υπηκοότητα ή η ταυτότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου ουδόλως ασκεί επιρροή ως προς την εκτίμηση της υπάρξεως ή όχι οικονομικής ενότητας μεταξύ της SCC και της Transcatab.
138 Επιπλέον, το γεγονός ότι ένα μόνον πρόσωπο, ήτοι ο γενικός διευθυντής, διαθέτει σημαντικές εξουσίες που του εκχωρήθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο θα μπορούσε, αντιθέτως, να καταδείξει τη βούληση της μητρικής εταιρείας να απλοποιήσει την εκ μέρους της άσκηση ελέγχου στη θυγατρική της, περιορίζοντας ακριβώς τον ρόλο του διοικητικού συμβουλίου σε δευτερεύουσες δραστηριότητες και συγκεντρώνοντας όλες τις εξουσίες στα χέρια ενός «ανθρώπου εμπιστοσύνης». Πράγματι, δεν είναι εύλογο, όπως στην περίπτωση της Transcatab, να εκχωρεί μια πολυεθνική εταιρεία όλες τις εξουσίες μιας θυγατρικής που δραστηριοποιείται στην εθνική αγορά –ή να αποδέχεται, όπως προφανώς υποστηρίζει η Alliance One, μια μεταβίβαση αρμοδιοτήτων που προϋπήρχε της κτήσεως πλήρους ελέγχου– σε ένα φυσικό πρόσωπο το οποίο, ενεργώντας με πλήρη αυτονομία και χωρίς να έχει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, ορισθεί από τον μοναδικό μέτοχο, επιλέγει, με τη σειρά του, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, αποκλείοντας την εκ μέρους οιουδήποτε άλλου προσώπου άσκηση κάθε επιρροής στη διαχείριση της εταιρείας, και το οποίο, εφόσον γίνει δεκτή η άποψη της Alliance One, δεν λογοδοτούσε, de facto, για τις πράξεις του σε οιονδήποτε.
139 Επομένως, λαμβανομένου επίσης υπόψη του γεγονότος ότι τέτοια μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον γενικό διευθυντή θυγατρικής ουδόλως είναι ασυνήθης, ένα τέτοιο επιχείρημα δεν μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο περί του ελέγχου που ασκούσε η μητρική εταιρεία στην Transcatab.
140 Εξάλλου, ορθώς η Επιτροπή, κατά την εκτίμηση ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων που προέβαλε η SCC στην απάντησή της στην κοινοποίηση αιτιάσεων, έλαβε υπόψη, προκειμένου να εξακριβώσει την αξιοπιστία των όσων αναφέρει η SCC, έγγραφα, όπως τα μνημονευθέντα στην αιτιολογική σκέψη 342 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αναφέρουν ότι, τουλάχιστον, ένα άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου, ο S. M., ήταν διευθύνων αντιπρόεδρος της εταιρείας, ενώ ο J. ήταν γενικός της διευθυντής, διοργάνωνε εβδομαδιαίες συνεδριάσεις με τους προϊσταμένους όλων των τμημάτων της εταιρείας για να συζητήσουν σχετικά με την πολιτική αυτής και έδινε οδηγίες επί μεγάλου αριθμού ζητημάτων. Ο ισχυρισμός της Alliance One ότι τα έγγραφα αυτά είναι προγενέστερα της περιόδου της παραβάσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Πράγματι, διαπιστώνεται ότι τα εν λόγω έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν από την Επιτροπή προκειμένου να εκτιμήσει την αξιοπιστία της απόψεως, την οποία υποστήριξε η SCC στην απάντησή της στην κοινοποίηση αιτιάσεως και επανέλαβε η Alliance One στα υπομνήματά της, ότι η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον γενικό διευθυντή είχε ως αποτέλεσμα να εμποδίσει κάθε άλλο πρόσωπο από το ασκήσει οιαδήποτε επιρροή στη διαχείριση της εταιρείας. Στο μέτρο που τα έγγραφα αυτά καταδεικνύουν ότι, σε χρονικό σημείο μετά την εκχώρηση εξουσιών στον J., ένα άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Transcatab, εν προκειμένω ο S. M., διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της εμπορικής πολιτικής αυτής, το γεγονός ότι αφορούν προγενέστερη της παραβάσεως περίοδο δεν ασκεί επιρροή.
– Επί της σχέσεως μεταξύ της Dimon Inc. και της Dimon Italia
141 Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της Dimon Inc. και της Dimon Italia, η Alliance One υποστηρίζει, αφενός, ότι, όταν η Dimon Inc. απέκτησε τον έλεγχο της ιταλικής θυγατρική της, δεν διόρισε κανένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της τελευταίας, εξαιρουμένων δύο προσώπων, τα οποία ασκούσαν καθήκοντα που συνδέονταν ουσιαστικώς με χρηματοπιστωτικές πτυχές και ουδεμία σχέση είχαν με την αγοραστική πολιτική της εταιρείας. Ισχυρίζεται, αφετέρου, ότι ουδεμία σχέση υπήρξε μεταξύ των δύο εταιρειών σε επίπεδο προσώπων, ειδικότερα μεταξύ των διευθυντών, της αρμόδιας επί των αγορών υπηρεσίας ή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Dimon Italia και των διευθυντών ή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Dimon Inc. ή οιασδήποτε άλλης εταιρείας του ομίλου Dimon. Υπογραμμίζει, τέλος, ότι ουδέν κεντρικό τμήμα της Dimon Inc. διηύθυνε την αγοραστική στρατηγική των θυγατρικών του. Όλα τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν ότι ουδεμία καθοριστική επιρροή άσκησε στην ιταλική θυγατρική της.
142 Ορθώς όμως αντέταξε επίσης η Επιτροπή στην Dimon Inc., στην αιτιολογική σκέψη 341 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η Dimon Inc. είχε τον έλεγχο της Dimon Italia ήδη πριν αποκτήσει το σύνολο του κεφαλαίου της. Το γεγονός ότι η Dimon Inc. δεν μετέβαλε τη διεύθυνση της Dimon Italia αφότου ανέλαβε τον έλεγχό αυτής δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ως απόδειξη του ότι η Dimon Inc. δεν άσκησε οιαδήποτε επιρροή στους διευθύνοντες της ιταλικής θυγατρικής της αφότου κατέστη αποκλειστική ιδιοκτήτριά της.
143 Στο τέλος της ίδιας αιτιολογικής σκέψεως 341 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει, επιπλέον, ότι, «από την απάντηση της [Dimon Inc.] στην κοινοποίηση αιτιάσεων, προκύπτει, επίσης, ότι μετά το 1995 το διοικητικό συμβούλιο απαρτιζόταν μόνον από εκπροσώπους του ομίλου Dimon και ότι ένας εξ αυτών [ο B.] είχε αναλάβει κατ’ αποκλειστικότητα τη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων της επιχειρήσεως». Από τη δικογραφία προκύπτει, εξάλλου, ότι, ακόμα και μετά τον διορισμό του F. R. στο διοικητικό συμβούλιο της Dimon Italia, ο B. συμμετείχε σε όλες τις πτυχές της διαχειρίσεως της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένης της εκτελέσεως συμβάσεων αγοράς ακατέργαστου καπνού.
144 Όπως όμως υπογραμμίζει η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως, η διαπίστωση αυτή αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί, ακόμα και χωρίς προσφυγή στο κρίσιμο τεκμήριο, ότι η Dimon Inc. άσκησε εξουσία ελέγχου στην Dimon Italia. Εξάλλου, η Alliance One δεν αμφισβητεί προφανώς, όπως και η Dimon Inc. στην απάντησή της στην κοινοποίηση αιτιάσεων, ότι μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Dimon Italia ορίσθηκαν από την Dimon Inc., αφότου αυτή απέκτησε τον αποκλειστικό έλεγχο της Dimon Italia.
145 Ως προς το επιχείρημα που βασίζεται στην προέλευση και στην εμπειρογνωσία στην τοπική αγορά των μελών του διοικητικού συμβουλίου, γίνεται παραπομπή στις σκέψεις που αναπτύχθηκαν στην αιτιολογική σκέψη 130 ανωτέρω. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός ότι «κάθε καθήκον και ευθύνη σε σχέση με την αγορά ακατέργαστου καπνού στην Ιταλία ανατίθενται στην τοπική διεύθυνση της Dimon Italia» στερείται κάθε σημασίας. Ακόμα και εάν υποτεθεί ότι ευσταθεί, το επιχείρημα που προβάλλει η Alliance One ουδόλως συνεπάγεται ότι η Dimon Inc. δεν ήταν σε θέση να ασκεί, ή δεν άσκησε πράγματι, καθοριστική επιρροή στην εμπορική συμπεριφορά της Dimon Italia, ιδίως όσον αφορά τις δραστηριότητες της τελευταίας πέραν των αγορών ακατέργαστου καπνού στην ιταλική αγορά. Το ίδιο ισχύει για το επιχείρημα κατά το οποίο ουδεμία αλληλεπικάλυψη υφίστατο μεταξύ των διευθυντών και του τμήματος αγορών της Dimon Italia και των διευθυντών της Dimon Inc. ή οιασδήποτε άλλης εταιρείας του ομίλου Dimon.
Επί των στοιχείων τα οποία φέρεται ότι χρησιμοποίησε η Επιτροπή προκειμένου να επιβεβαιώσει την έλλειψη αυτονομίας της Transcatab και της Dimon Italia
146 Η Alliance One επικρίνει τις αιτιολογικές σκέψεις 343 έως 346 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και διατείνεται ότι τα έγγραφα επί των οποίων στηρίχθηκε εν προκειμένω η Επιτροπή στερούνται σημασίας.
147 Καταλήγει στο συμπέρασμα, αφενός, ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν αποδεικνύουν ότι οι μητρικές εταιρείες ήταν σε θέση να επηρεάσουν ή επηρέασαν τη συμπεριφορά της Transcatab και της Dimon Italia και, αφετέρου, ότι επρόκειτο περί γενικής φύσεως εγγράφων που δεν αποδεικνύουν ότι οι μητρικές εταιρείες τελούσαν εν γνώσει της επίμαχης συμπράξεως.
148 Όπως, όμως, ήδη σημειώθηκε στη σκέψη 125 ανωτέρω, η Επιτροπή μπορεί να συναγάγει την πραγματική άσκηση αποφασιστικής επιρροής στη συμπεριφορά μιας ελεγχόμενης κατά 100 % θυγατρικής, χωρίς να υποχρεούται να προσκομίσει συμπληρωματικές αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι η μητρική εταιρεία πράγματι άσκησε τέτοια επιρροή ή τελούσε εν γνώσει της παραβάσεως ή της εμπλοκής της εν λόγω θυγατρικής στην παράβαση αυτή.
149 Αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Alliance One, σκοπός των εγγράφων που μνημονεύονται στις προαναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν ήταν ούτε να αποδείξουν ότι οι μητρικές εταιρείες ήταν σε θέση να επηρεάσουν ή, πράγματι, επηρέασαν τη συμπεριφορά των ιταλικών θυγατρικών τους, ούτε, ακόμα λιγότερο, να αποδείξουν ότι οι μητρικές εταιρείες τελούσαν εν γνώσει της επίμαχης συμπράξεως. Τουναντίον, η Επιτροπή περιορίστηκε στη χρήση ορισμένων εγγράφων που περιλαμβάνονταν στον διοικητικό φάκελο προκειμένου να διαπιστώσει τον βαθμό αξιοπιστίας των αποδεικτικών στοιχείων και των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι SCC και Dimon Inc. στις απαντήσεις τους στην κοινοποίηση αιτιάσεων προκειμένου να ανατρέψουν το τεκμήριο περί καθοριστικής επιρροής στις αντίστοιχες θυγατρικές τους.
150 Ως προς τούτο, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη επειδή παρέθεσε, στις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις, αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωση της υπάρξεως «διαύλων επικοινωνίας» μεταξύ μητρικών εταιρειών και θυγατρικών.
151 Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της υπάρξεως τέτοιων διαύλων επικοινωνίας.
152 Σε ό,τι αφορά, κατά πρώτο λόγο, την ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των Transcatab και SCC, ορθώς η Επιτροπή, στην αιτιολογική σκέψη 344 και στην υποσημείωση της σελίδας 281 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παραπέμπει σε έγγραφα που βρέθηκαν στο γραφείο του J., τα οποία ανέφεραν ότι οι δραστηριότητες της Transcatab θεωρούνταν ως δραστηριότητες της SCTC, καθότι η Transcatab ορίζετο είτε ως ανήκουσα στον όμιλο SCC είτε ως εταιρεία της SCTC, και ότι εξετάσθηκαν στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των πωλήσεων του ομίλου SCC στους παρασκευαστές τσιγάρων. Ως προς τούτο, το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά δεν μνημονεύθηκαν στην κοινοποίηση αιτιάσεων ουδεμία σημασία επέχει, δεδομένου ότι σκοπός τους ήταν μόνον να ανατρέψουν το επιχείρημα ότι δεν υφίσταντο δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ θυγατρικής και μητρικής εταιρείας. Ως προς το επιχείρημα της Alliance One ότι οι περιεχόμενες στα έγγραφα αυτά πληροφορίες έπρεπε να χρησιμοποιηθούν από την SCC με σκοπό να παγιωθούν τα αποτελέσματα της Transcatab, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως αναφέρει και η Επιτροπή, τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν είναι λογιστικά έγγραφα που προορίζονται για την κατάρτιση ετήσιων εκθέσεων του ομίλου, αλλά περί εγγράφων σχετικών με τις εμπορικές δραστηριότητες, σκοπός των οποίων δεν ήταν ασφαλώς να δοθεί στην SCC η δυνατότητα να παγιώσει τα αποτελέσματα της Transcatab.
153 Σε ό,τι αφορά, κατά δεύτερο λόγο, την ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των Dimon Italia και Dimon Inc., η Επιτροπή επίσης ορθώς παραπέμπει, στην αιτιολογική σκέψη 345 και στις υποσημειώσεις των σελίδων 282 και 283 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε περιοδικές εκθέσεις για τις εσοδείες που παρέχουν πληροφορίες για τα αποτελέσματα που είχε η Dimon Italia στην Ιταλία, και απευθύνονται στις εταιρείες του ομίλου Dimon που πραγματοποιούν αγορές από την Dimon Italia, καθώς και σε άλλα έγγραφα που κάνουν λόγο περί άμεσης επεμβάσεως της διευθύνσεως της Dimon International και άλλων εταιρειών του ομίλου Dimon στις δραστηριότητες της Dimon Italia.
154 Όσον αφορά, πρώτον, τις «εκθέσεις εσοδείας», αφενός, και το «προφίλ της Ιταλίας» που κατήρτισε η Dimon τον Ιανουάριο του 2000, αφετέρου (βλ. την υποσημείωση στη σελίδα 282 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), πρέπει να επισημανθεί ότι, δεδομένου ότι οι αγορές πραγματοποιήθηκαν κυρίως στο εσωτερικό του ομίλου (αιτιολογική σκέψη 340 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι τα έγγραφα αυτά καταρτίσθηκαν προς όφελος των εταιρειών του ομίλου Dimon που προέβαιναν στις αγορές αυτές. Ακόμα και αν ευσταθεί ο ισχυρισμός της ότι τα εν λόγω έγγραφα εστάλησαν σε πελάτες εκτός του ομίλου Dimon, η Alliance One δεν αναφέρει εντούτοις σε ποιον απεστάλησαν, κατά μείζονα δε λόγο δεδομένου ότι οι εκθέσεις αυτές περιείχαν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την αγορά ακατέργαστου καπνού, καθώς και εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με τη στρατηγική και τα αποτελέσματα της Dimon Italia.
155 Όσον αφορά, δεύτερον, το έγγραφο που κατήρτισε η Dimon International, στο οποίο συγκρίνονται οι εγκαταστάσεις της Dimon Italia και της Transcatab (βλ. την υποσημείωση στη σελίδα 283 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), πρέπει να επισημανθεί ότι, ανεξαρτήτως του περιεχομένου του, το σχέδιο κοινής επιχειρήσεως στην Ιταλία μεταξύ των Transcatab και Dimon, αναφέρει ότι στρατηγικά ζητήματα που είχαν αντίκτυπο στην εμπορική πολιτική της Dimon Italia εξετάζονταν σε επίπεδο ομίλου. Ως εκ τούτου, ορθώς ελήφθη υπόψη προκειμένου να αποδειχθεί, προς αντίκρουση του προσβληθέντος από την Dimon Inc. επιχειρήματος, η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας μεταξύ της Dimon Italia και της Dimon Inc., και όχι, όπως διατείνεται η Alliance One, προκειμένου να αποδειχθεί ότι η Dimon Inc. άσκησε καθοριστική επιρροή στην εμπορική πολιτική της Dimon Italia.
156 Όσον αφορά, τρίτον, την έκθεση με τίτλο «The Present and Future of Dimon Italia», του τέως προέδρου της εταιρείας, N., πρέπει να παρατηρηθεί ότι αφορά, ιδίως, το κόστος και την ποιότητα των αγορών που πραγματοποιήθηκαν από τους παραγωγούς, τα αδύναμα σημεία της εταιρείας, τις εγκαταστάσεις της, την ανάγκη να προσληφθεί νέος διευθυντής εργοστασίου και να εκπαιδευθεί στο «καλύτερο εργοστάσιο της Dimon στη Νότιο Αμερική ή στην Αφρική», τα επαγγελματικά προσόντα των μελών της αρμοδίας για τις αγορές υπηρεσίας της και τη διάρθρωση της διαχειρίσεώς της. Όπως αναφέρθηκε στην υποσημείωση στη σελίδα 283 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η εν λόγω έκθεση, η οποία απεστάλη στην Dimon International και αναπαράχθηκε για τους ανώτερους διευθυντές του ομίλου Dimon, καταδεικνύει ότι λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με την ιταλική θυγατρική καθώς και την εμπορική της πολιτική κυκλοφορούσαν σε επίπεδο ομίλου. Ως προς τούτο, διαπιστώνεται επίσης ότι, στη σελίδα 4 της εκθέσεως αυτής, ο N. διαμαρτύρεται για τις «νέες, κατά την άποψη [του] υπέρμετρες απαιτήσεις της Dimon International ως προς τις εκθέσεις σχετικά με όλες τις πτυχές των δραστηριοτήτων [της θυγατρικής]». Στην ίδια σελίδα, δηλώνει ότι, παρότι ο B. συγκαταλέγεται στους καλύτερους στην Ευρώπη ως προς τις σχέσεις με την πελατεία, το πλεονέκτημα αυτό της εταιρείας «έχασε ακόμα περισσότερο τη σημασία του, δεδομένου ότι ο οργανισμός Dimon Royaume-Uni ενισχύει τον έλεγχό του επί των πωλήσεων όλων των εταιρειών του ομίλου». Εξάλλου, στο ηλεκτρονικό μήνυμα που συνόδευε την έκθεση αναφέρεται ότι τα ζητήματα που τίθενται επί του παρόντος σε επίπεδο της Dimon Italia μπορούν να επιλυθούν από τη διεύθυνση αυτής «υπό την επίβλεψη της Dimon International» και προτείνεται «να εξουσιοδοτηθούν οι διευθύνοντες της Dimon Italia να συνεχίσουν τη διαδικασία αναδιοργανώσεως της εταιρείας». Το προβαλλόμενο από την Alliance One γεγονός ότι η έκθεση αυτή καταρτίσθηκε από τον πρόεδρο της Dimon Italia προκειμένου να εκθέσει σε αυτήν τον απολογισμό της θητείας του ουδόλως αναιρεί τη διαπίστωση ότι, ακόμα και βάσει του περιεχομένου της, συνομολογεί την ύπαρξη «διαύλων επικοινωνίας» μεταξύ της Dimon Italia και της μητρικής της εταιρείας.
157 Όσον αφορά, τέταρτον, τις ανταλλαγές μεταξύ της Dimon Italia και του S., πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως ορθώς διευκρινίζει η Επιτροπή στην υποσημείωση της σελίδας 283 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η επικοινωνία αυτή περιελάμβανε λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες της Dimon Italia και τις οδηγίες που αυτή έλαβε αναφορικά με ορισμένες εμπορικές δραστηριότητες.
158 Ως προς τούτο, διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι, όσον αφορά τον ρόλο του S. εντός του ομίλου Dimon, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπερβαίνει ό,τι παραδέχεται η ίδια η Alliance One, δηλώνοντας ότι ήταν υπεύθυνος για τον συντονισμό των πωλήσεων μεταποιημένου καπνού στην Ευρώπη. Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι ο ρόλος του S. εντός του ομίλου ήταν εκείνος του «περιφερειακού εκτελεστικού διευθυντή για την Ευρώπη» (βλ., παραδείγματος χάρη, το «προφίλ της Ιταλίας» που κατήρτισε η Dimon τον Ιανουάριο του 2000) και ότι, ως τέτοιος, συγκατελέγετο μεταξύ των κυρίων διευθυνόντων του ομίλου Dimon. Από ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που του απέστειλε ο B., πρόεδρος της Dimon Italia, προκύπτει επίσης ότι ο S. έπρεπε να συναντήσει τον πρόεδρο της Deltafina προκειμένου να συζητήσει μαζί του περί «μελλοντικών προοπτικών».
159 Βεβαίως, καίτοι ο S. δεν ήταν επισήμως παρά ένας υπάλληλος μιας εκ των εταιρειών του ομίλου Dimon, όπως προβάλλει η Alliance One, εντούτοις τα καθήκοντα που ασκούσε και οι ευθύνες που του είχαν ανατεθεί εντός του ομίλου Dimon ήταν πολύ υψηλού επιπέδου, ειδικότερα στο μέτρο που αφορούσαν έναν εκ των κυρίων τομέων δραστηριότητας του ομίλου αυτού και το σύνολο του ευρωπαϊκού χώρου.
160 Το γεγονός ότι, δεδομένου του ρόλου του στο εσωτερικό του ομίλου, ο S. ενημερωνόταν άμεσα και προσωπικά σχετικά με τις δραστηριότητες της Dimon Italia δεν μπορεί, ως εκ τούτου, παρά να επιβεβαιώσει ότι υφίσταντο σημαντικοί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ της τελευταίας και της μητρικής της εταιρείας.
161 Ως προς τούτο, όσον αφορά, κατά πρώτο λόγο, το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο B. στον S. σχετικά με μία ετήσια συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου, διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Alliance One, το έγγραφο αυτό δεν αφορά προδήλως την κατάρτιση ή την παγίωση των λογαριασμών της Dimon Italia, και περιέχει στρατηγικές πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες της τελευταίας και τη θέση της έναντι των ανταγωνιστών της.
162 Σε ό,τι αφορά, κατά δεύτερο λόγο, το περιέχον μία παρουσίαση μορφής «power point» έγγραφο ενόψει μιας συνεδριάσεως της APTI, το οποίο επίσης εστάλη από τον B. στον S., αρκεί η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Alliance One, από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι κατά τη συνεδρίαση αυτή πραγματοποιήθηκαν συζητήσεις σχετικά με τις τιμές (βλ., ως προς τούτο, την αιτιολογική σκέψη 213 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Εξάλλου, στο συνοδευτικό ηλεκτρονικό μήνυμα, ο B. ενημερώνει τον S. σχετικά με τον σκοπό της συνεδριάσεως αυτής και μνημονεύει επίσης μία σχετική συνάντηση μεταξύ του M. M., της Deltafina και του S.
163 Όσον αφορά, κατά τρίτο λόγο, το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο C. στους S. και B., διαπιστώνεται ότι αναφέρει τα ακόλουθα, δημιουργώντας επομένως έναν σύνδεσμο μεταξύ αγορών και πωλήσεων:
«Η νέα στρατηγική αγορών [της Dimon Italia] θα χρειασθεί τη στήριξη και τη συμμετοχή της ευρωπαϊκής εκτελεστικής διευθύνσεως της Dimon, διότι αυτό θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις πωλήσεις μας».
164 Σε ό,τι τέλος αφορά το ηλεκτρονικό μήνυμα που απεστάλη από τον B. στον S. στις 10 Μαΐου 2001 (βλ. επίσης την αιτιολογική σκέψη 209 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι καταδεικνύει ότι ο S. ελάμβανε λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με την εμπορική πολιτική της Dimon Italia, σε σχέση, μεταξύ άλλων, με τις δραστηριότητες αγοράς, συμπεριλαμβανομένων κρίσιμων για τους σκοπούς της συμπράξεως πτυχών.
Επί της ερμηνείας των αποδεικτικών στοιχείων που μπορούν να ανατρέψουν το τεκμήριο υπό το πρίσμα της νομολογίας
165 Κατά την Alliance One, η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, παρέσχε διευκρινίσεις ως προς «τη φύση των αποδεικτικών στοιχείων ή των επιχειρημάτων που πρέπει να προβάλει μία μητρική εταιρεία για την ανατροπή του τεκμηρίου». Ως προς τούτο, προσδιορίζει δύο ομάδες παραγόντων, εκ των οποίων ο πρώτος σχετίζεται με τη συμπεριφορά της θυγατρικής στην αγορά και ο δεύτερος με τις οργανωτικές, οικονομικές και νομικές σχέσεις μεταξύ της θυγατρικής και της μητρικής εταιρίας, και εκτιμά ότι, όσον αφορά τον πρώτο παράγοντα, δεν αμφισβητείται ότι οι SCC και Dimon Inc. κατέδειξαν ότι οι αντίστοιχες θυγατρικές τους είχαν ενεργήσει ανεξαρτήτως στην αγορά.
166 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι οι μόνοι κρίσιμοι παράγοντες που μνημονεύονται στην απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, είναι οι «οργανωτικές, οικονομικές και νομικές σχέσεις» που συνδέουν τη μητρική εταιρεία με τη θυγατρική της (βλ. σκέψη 126 ανωτέρω).
167 Η ερμηνεία των εγγενών στις σχέσεις αυτές παραγόντων, την οποία προτείνει η Αlliance One υπό το πρίσμα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T-339/94 έως T-342/94, Metsä-Serla κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-1727) και των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑196/99 P, Aristrain κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-11005), και Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί. Κατά την Αlliance One, από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι δεν αρκεί οποιαδήποτε οργανωτική, οικονομική ή νομική σχέση ώστε να συναχθεί ότι η μητρική εταιρία είναι υπεύθυνη για τη συμπεριφορά της θυγατρικής της, αλλά τούτο μπορεί να συναχθεί μόνον βάσει των σχέσεων αυτής της φύσεως που είναι ικανές να συνδέσουν τη συμπεριφορά της θυγατρικής με τις οδηγίες της μητρικής εταιρείας.
168 Σε ό,τι όμως αφορά, πρώτον, τα χωρία από την απόφαση Metsä-Serla κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 167 ανωτέρω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στην περίπτωση αυτή, επρόκειτο περί μίας ενώσεως, της Finnboard, η οποία, εξ ορισμού, δεν ήταν θυγατρική και δεν μπορούσε ούτε να αποτελεί τμήμα επιχειρήσεως, ούτε άλλωστε να έχει εμπορική πολιτική (βλ., αναφορικά με την ακριβή φύση της νομικής σχέσεως μεταξύ της προαναφερθείσας ενώσεως και των μελών της, απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T‑338/94, Finnboard κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-1617, σκέψεις 271 έως 281). Όσον αφορά, δεύτερον, τα χωρία των αποφάσεων Dansk Rørindustri κατά Επιτροπής, σκέψη 79 ανωτέρω, και Aristrain κατά Επιτροπής, σκέψη 167 ανωτέρω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν αφορούν το ζήτημα του καταλογισμού της ευθύνης σε μια μητρική εταιρεία. Πράγματι, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Dansk Rørindustri, σκέψη 80 ανωτέρω, αφορά την ευθύνη των εταιρειών Henss και Isoplus, οι οποίες δεν είχαν κοινή μητρική εταιρεία (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T‑9/99, HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑1487, σκέψεις 55 έως 61). Ομοίως, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Aristrain κατά Επιτροπής, σκέψη 167 ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε να καταλογισθεί η ευθύνη για τη συμπεριφορά θυγατρικής σε μια ανήκουσα στον ίδιο όμιλο εταιρεία η οποία δεν είχε προσδιορισθεί ως το επικεφαλής του ομίλου νομικό πρόσωπο (βλ., ως προς τούτο, μεταξύ άλλων, Aristrain κατά Επιτροπής, σκέψη 167 ανωτέρω, σκέψη 98).
169 Εν τέλει, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, οι υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι τρεις προβαλλόμενες από την Alliance One αποφάσεις ουδόλως αφορούν το ζήτημα του καταλογισμού της ευθύνης για την παραβατική συμπεριφορά θυγατρικής στην μητρική της εταιρεία. Οι τρεις αυτές αποφάσεις παρέχουν απλώς διασαφηνίσεις στο πλαίσιο άλλων καταστάσεων στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί αλληλέγγυος ευθύνη, ακόμα και ελλείψει σχέσεως ελέγχου μεταξύ των εταιρειών. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να προβληθούν λυσιτελώς από την Alliance One.
170 Λαμβανομένων υπόψη όλων των ως άνω σκέψεων, συνάγεται ότι το τεκμήριο κατά το οποίο η SCC και η Dimon Inc. ασκούσαν πράγματι καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά των θυγατρικών τους δεν ανετράπη βάσει επαρκών αποδεικτικών στοιχείων. Το δεύτερο σκέλος του υπό κρίση λόγου πρέπει συνεπώς να απορριφθεί.
3. Επί του τρίτου σκέλους, που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
171 Το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου διακρίνεται, ουσιαστικώς, σε δύο αιτιάσεις. Η πρώτη αιτίαση αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά την ευθύνη των μητρικών εταιρειών, σε έγγραφα που δεν είχε καν μνημονεύσει στην κοινοποίηση αιτιάσεων. Η δεύτερη αιτίαση αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή προσέβαλε επίσης τα δικαιώματα άμυνας της SCC και της Dimon Inc., καθότι χρησιμοποίησε έγγραφα, στα οποία δεν υπήρχε πρόσβαση, προκειμένου να αποδείξει την ευθύνη αυτών.
172 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Alliance One, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, δήλωσε, εντούτοις, ότι παραιτείται από τη δεύτερη αιτίαση, η δε παραίτηση αυτή καταχωρίστηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέτασή της.
Επιχειρήματα των διαδίκων
173 Η Alliance One αμφισβητεί τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση προς αντίκρουση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν οι SCC και Dimon Inc. Υποστηρίζει ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας των εν λόγω εταιρειών και, ως εκ τούτου, και της ίδιας της Alliance One. Προβάλλει, ειδικότερα, ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της σχετικά με την ευθύνη των μητρικών εταιρειών σε έγγραφα τα οποία ουδόλως είχαν μνημονευθεί στην κοινοποίηση αιτιάσεων.
174 Ως προς τούτο, υπενθυμίζει, πρώτον, ότι ούτε η SCC ούτε η Dimon Inc. είχαν τη δυνατότητα να εκφέρουν την άποψή τους επί των εν λόγω εγγράφων, καθότι η Επιτροπή ουδέποτε τις ενημέρωσε σχετικά με τη σημασία που μπορούσε να τους αποδώσει. Η SCC και η Dimon Inc. θεώρησαν επομένως ότι τα έγγραφα αυτά στερούνταν εν προκειμένω σημασίας και δεν τα σχολίασαν στις απαντήσεις τους στην κοινοποίηση αιτιάσεων. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τούτο συνεπάγεται ότι τέτοια έγγραφα δεν συνιστούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία εις βάρος της Alliance One, δεδομένου ότι δεν δόθηκε στην τελευταία η δυνατότητα να εκφέρει την άποψή της επ’ αυτών, το δε γεγονός ότι τα μέρη είχαν γνώση των εγγράφων αυτών δεν επαρκεί ώστε να θεωρηθεί ότι μπορούσαν να τα σχολιάσουν στις απαντήσεις τους στην κοινοποίηση αιτιάσεων.
175 Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Alliance One αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής ότι η φύση των αιτιάσεων παρέμεινε αμετάβλητη. Συγκρίνοντας την κοινοποίηση αιτιάσεων και την προσβαλλόμενη απόφαση, η Alliance One τονίζει ότι, ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 339 έως 343 αυτής, η Επιτροπή προσέθεσε διάφορα στοιχεία και παρέπεμψε σε επιβαρυντικά έγγραφα που δεν είχαν μνημονευθεί προηγουμένως. Η «φύση των αιτιάσεων» μεταβλήθηκε επομένως από ένα γενικό τεκμήριο περί καθοριστικής επιρροής στη διαπίστωση περί πραγματικής ασκήσεως τέτοιας επιρροής με βάση τα νέα αυτά έγγραφα. Κατά τη νομολογία, όμως, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεσθεί αποδεικτικά στοιχεία που δεν περιέχονται στην κοινοποίηση αιτιάσεων, χωρίς να δώσει στις οικείες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να σχολιάσουν τα νέα αυτά έγγραφα. Δεδομένου ότι τα εν λόγω έγγραφα συνιστούν, κατά την Alliance One, τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η Επιτροπή, δεν αποδείχθηκε η ευθύνη των μητρικών εταιρειών, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί ως προς το σημείο αυτό.
176 Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Alliance One υποστηρίζει, επιπλέον, αφενός, ότι τα έγγραφα 2894 έως 2902, τα οποία η Επιτροπή επικαλείται για πρώτη φορά στο υπόμνημα αντικρούσεως, είναι νέα και, επομένως, απαράδεκτα έγγραφα και, αφετέρου, ότι, επανερμηνεύοντας ελεύθερα, στο υπόμνημα αντικρούσεως, το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στις 10 Μαΐου 2001 ο B. στον S., και θεωρώντας ότι περιέχει την απόδειξη ότι η Dimon Inc. είχε πληροφορηθεί της δραστηριότητες της συμπράξεως, η Επιτροπή προβάλλει μία εντελώς νέα και, επομένως, απαράδεκτη αιτίαση.
177 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί το υπό κρίση σκέλος του πρώτου λόγου.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
178 Πρέπει να υπομνησθεί ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών που ανάγονται στην πολιτική του ανταγωνισμού συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον σεβασμό της οποίας διασφαλίζουν τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-534/07 P, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I-7415, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
179 Κατά πάγια νομολογία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας επιτάσσει να παρέχεται, κατά τη διοικητική διαδικασία, στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση η δυνατότητα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της επί του υποστατού και του κρίσιμου χαρακτήρα των προβαλλόμενων πραγματικών περιστατικών, καθώς και επί των εγγράφων που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή για να στηρίξει τον ισχυρισμό της σχετικά με την ύπαρξη παραβάσεως της Συνθήκης (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 10, και της 6ης Απριλίου 1995, C-310/93 P, BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. I-865, σκέψη 21).
180 Το άρθρο 27, παράγραφος 1 του κανονισμού 1/2003 αντανακλά την αρχή αυτή στο μέτρο που προβλέπει ότι αποστέλλεται στα μέρη κοινοποίηση των αιτιάσεων, η οποία πρέπει να αναφέρει σαφώς όλα τα ουσιώδη στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η Επιτροπή σ’ αυτό το στάδιο της διαδικασίας (βλ., συναφώς, απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψη 67), ώστε οι ενδιαφερόμενοι να είναι σε θέση να αντιληφθούν για ποιες ενέργειες τους επικρίνει η Επιτροπή και να αμυνθούν λυσιτελώς προτού αυτή εκδώσει οριστική απόφαση. Η ανωτέρω επιταγή πληρούται οσάκις η συγκεκριμένη απόφαση δεν προσάπτει στους ενδιαφερομένους παραβάσεις διαφορετικές από εκείνες που παρατίθενται στην κοινοποίηση αιτιάσεων και λαμβάνει υπόψη μόνον τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 19ης Μαρτίου 2003, T-213/00, CMA CGM κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑913, σκέψη 109 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
181 Πάντως, μνεία των εν λόγω στοιχείων μπορεί να γίνει συνοπτικά, η δε απόφαση δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να είναι αντίγραφο της κοινοποιήσεως αιτιάσεων (απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 179 ανωτέρω, σκέψη 14), καθόσον η ανακοίνωση αυτή συνιστά προκαταρκτικό έγγραφο, του οποίου οι πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις έχουν καθαρά προσωρινό χαρακτήρα (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 1987, 142/84 και 156/84, British American Tobacco και Reynolds Industries κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 4487, σκέψη 70). Ως εκ τούτου, είναι παραδεκτές προσθήκες στην κοινοποίηση αιτιάσεων οι οποίες πραγματοποιούνται υπό το πρίσμα του υπομνήματος απαντήσεως των διαδίκων, των οποίων τα επιχειρήματα αποδεικνύουν ότι όντως άσκησαν τα δικαιώματά τους άμυνας. Η Επιτροπή μπορεί επίσης, ενόψει της διοικητικής διαδικασίας, να αναθεωρήσει ή να προσθέσει πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα προς στήριξη των αιτιάσεων που διατύπωσε (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 28ης Φεβρουαρίου 2002, T-86/95, Compagnie générale maritime κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-1011, σκέψη 448, και της 22ας Οκτωβρίου 2002, Τ-310/01, Schneider Electric κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-4071, σκέψη 438).
182 Εξάλλου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η συνεκτίμηση ενός επιχειρήματος που προέβαλε επιχείρηση κατά τη διοικητική διαδικασία, χωρίς να της δοθεί η δυνατότητα να εκφέρει σχετικώς την άποψή της πριν από τη λήψη της τελικής αποφάσεως, δεν μπορεί να συνιστά, καθαυτή, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς της (διάταξη του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 2001, C-497/99 P, Irish Sugar κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I-5333, σκέψη 24).
183 Τέλος, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, προσβάλλονται τα δικαιώματα άμυνας οσάκις υφίσταται το ενδεχόμενο, λόγω παρατυπίας εκ μέρους της Επιτροπής, η κινηθείσα από αυτήν διοικητική διαδικασία να καταλήξει πιθανώς σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Η προσφεύγουσα επιχείρηση αποδεικνύει ότι έλαβε χώρα παρόμοια προσβολή εφόσον αποδείξει επαρκώς όχι ότι η απόφαση της Επιτροπής θα είχε διαφορετικό περιεχόμενο, αλλά ότι θα μπορούσε να υποστηρίξει καλύτερα την άμυνά της ελλείψει της παρατυπίας, παραδείγματος χάρη ως εκ του ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την άμυνά της έγγραφα στα οποία δεν της επετράπη η πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-194/99 P, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-10821, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Knauf Gips κατά Επιτροπής, σκέψη 126 ανωτέρω, σκέψη 28).
184 Εν προκειμένω, η Alliance One προσάπτει στην Επιτροπή ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε έγγραφα τα οποία δεν είχαν μνημονευθεί στην κοινοποίηση αιτιάσεων. Στο υπόμνημα απαντήσεως προσθέτει ότι η Επιτροπή επικαλέσθηκε στο υπόμνημα αντικρούσεως νέα έγγραφα, τα οποία είναι επομένως απαράδεκτα και, επίσης, ότι η Επιτροπή προέβη σε ελεύθερη επανερμηνεία ενός εγγράφου, γεγονός που θεωρεί ως νέα και, επομένως, απαράδεκτη αιτίαση.
185 Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι, στην ανακοίνωση αιτιάσεων, η Επιτροπή, προκειμένου να δικαιολογήσει τον καταλογισμό στις SCC και Dimon Inc. της ευθύνης για παραβάσεις της νομοθεσίας περί συμπράξεων που διέπραξαν οι κατά 100 % ανήκουσες σε αυτές θυγατρικές τους, μπορούσε καταρχήν, υπό το πρίσμα των νομολογιακών αρχών που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 86 έως 88 ανωτέρω, να περιοριστεί στην απόδειξη της κατανομής του κεφαλαίου μεταξύ θυγατρικών και μητρικών εταιρειών (βλ. σκέψεις 336 έως 338 της κοινοποιήσεως αιτιάσεων). Κατ’ εφαρμογή των νομολογιακών αυτών αρχών η Επιτροπή όφειλε να λάβει θέση στην τελική της απόφαση επί των επιχειρημάτων που προέβαλαν τα μέρη απαντώντας στην εν λόγω κοινοποίηση (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 335 επ. της προσβαλλόμενης αποφάσεως), με σκοπό να ανατρέψουν το επίμαχο τεκμήριο.
186 Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Alliance One, η Επιτροπή ουδόλως μετέβαλε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε σε νομικό επίπεδο ούτε σε επίπεδο πραγματικών περιστατικών, τις αιτιάσεις, το κριτήριο καταλογισμού της ευθύνης στην SCC και στην Dimon Inc. ή τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται. Ως προς τούτο, από τον συνδυασμό των αιτιολογικών σκέψεων 328 έως 334 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή διατήρησε το συμπέρασμά της που εκτίθεται σαφώς στις σκέψεις 336 έως 338 της κοινοποιήσεως αιτιάσεων, κατά το οποίο η ευθύνη της SCC και της Dimon Inc. οφείλεται, κατ’ αρχήν, στο γεγονός ότι είχαν τον έλεγχο των θυγατρικών τους κατά 100 %, κάτι που εξάλλου δεν αμφισβητεί η Alliance One. Στις αιτιολογικές σκέψεις 335 έως 346 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή εξετάζει ορισμένες πτυχές και ειδικά έγγραφα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ, αντιστοίχως, των SCC και Transcatab, και των Dimon Inc. και Dimon Italia, αποκλειστικώς στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των επιχειρημάτων και των αποδεικτικών στοιχείων που προέβαλαν τα μέρη κατά τη διοικητική διαδικασία ασκώντας τα δικαιώματά τους άμυνας, και, κατά την εξέταση αυτή, παραπέμπει σε έγγραφα που περιέχονται στον διοικητικό φάκελο. Η εκτίμηση όμως των πτυχών και εγγράφων αυτών δεν μπορούσε, επομένως, να επηρεάσει την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας της SCC και της Dimon Inc., κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι είχαν πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα –την οποία είχαν ήδη σε κάθε περίπτωση– κατά τη διοικητική διαδικασία.
187 Κατά τα λοιπά, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η SCC και η Dimon Inc., των οποίων διάδοχος είναι η Alliance One, ήταν σε θέση να απαντήσουν στην αιτίαση που ρητώς προβλήθηκε στην κοινοποίηση αιτιάσεων που τους απευθύνθηκε και να εκθέσουν την άμυνά τους κατά την ακρόαση με τον σύμβουλο ακροάσεων. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας τηρήθηκε η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.
188 Σε κάθε περίπτωση, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, όπως επεσήμανε το Δικαστήριο, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση, όσον αφορά τον καταλογισμό της παραβάσεως, να προσκομίσει, κατά το στάδιο της κοινοποιήσεως αιτιάσεων, άλλα στοιχεία πλην των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η εκ μέρους της μητρικής εταιρείας κατοχή του κεφαλαίου των θυγατρικών της, το επιχείρημα περί προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας είναι απορριπτέο (βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, σκέψη 64).
189 Τέλος, το προβληθέν στο υπόμνημα απαντήσεως επιχείρημα που αντλείται από το απαράδεκτο ορισμένων εγγράφων που καταχώρισε η Επιτροπή στη δικογραφία, καθώς και από την εκ μέρους αυτής ελεύθερη επανερμηνεία ενός εκ των εγγράφων αυτών, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Συγκεκριμένα, στηρίζεται στη εσφαλμένη υπόθεση ότι η Επιτροπή θα χρησιμοποιούσε τα εν λόγω έγγραφα ως ένα άλλο μέσο προς τεκμηρίωση της διαπιστώσεώς της περί ευθύνης των μητρικών εταιρειών. Διαπιστώνεται, εξάλλου, ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Alliance One, τα έγγραφα που κατήρτισε η Dimon International και στα οποία συγκρίνονται οι εγκαταστάσεις της Dimon και της παρατέθηκαν στην υποσημείωση της σελίδας 283 της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
190 Συνεπώς, το τρίτο σκέλος του υπό κρίση λόγου πρέπει να απορριφθεί.
4. Επί του τέταρτου σκέλους, που αντλείται από παράβαση των κανόνων σχετικά με την κατανομή του βάρους αποδείξεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
191 Η Alliance One υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι, εφόσον η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει τη συμμετοχή των μητρικών εταιρειών στη σύμπραξη, φέρει το βάρος αποδείξεως.
192 Ακόμα και εάν γίνει δεκτή η δυνατότητα εφαρμογής του τεκμηρίου στην προκειμένη περίπτωση, εντούτοις, δεδομένων των στοιχείων που παρέσχαν οι SCC και Dimon Inc. στην απαντήσεις τους στην κοινοποίηση αιτιάσεων, απέκειτο πάντα στην Επιτροπή να αποδείξει την ευθύνη τους.
193 Πράγματι, τα στοιχεία αυτά ανέτρεψαν τις εικασίες της Επιτροπής. Αντιθέτως, η τελευταία, αντί να παράσχει επαρκείς αποδείξεις για την απόρριψη των ισχυρισμών των SCC και Dimon Inc. και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να θεμελιώσει την ευθύνη τους, προσέφυγε ουσιαστικώς σε άλλα τεκμήρια προκειμένου να ανατρέψει τα επιχειρήματα ή να απαξιώσει πλήρως τα στοιχεία που είχαν παράσχει οι ως άνω εταιρείες.
194 Απορρίπτοντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όλα τα επιχειρήματα της SCC και της Dimon Inc. αποκλειστικώς βάσει γενικόλογων δηλώσεων ως προς την έλλειψη πειθούς τους, η Επιτροπή παρέλειψε να αναπτύξει σχετικώς μία κατάλληλη αιτιολόγηση. Επομένως, δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί ποια στοιχεία, πέραν των ήδη προσκομισθέντων, πρέπει να υποβάλει μια επιχείρηση προκειμένου να πείσει την Επιτροπή ότι δεν άσκησε οιαδήποτε επιρροή σε θυγατρική της οποίας κατέχει το συνολικό κεφάλαιο.
195 Η Επιτροπή απαιτεί επομένως μία πραγματική probatio diabolica, ήτοι μία απόδειξη που στην πράξη είναι αδύνατον να παρασχεθεί στο μέτρο που πρέπει να είναι μια «αρνητική» απόδειξη περί του ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις δεν παρενέβησαν στις αποφάσεις των θυγατρικών τους.
196 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί το υπό κρίση σκέλος του πρώτου λόγου.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
197 Κατά την Alliance One, ουσιαστικώς, δεν είναι δυνατόν για μια μητρική εταιρεία να παράσχει άμεση, «θετική» και αδιάσειστη απόδειξη περί μη άσκησης οιασδήποτε επιρροής στη συμπεριφορά της θυγατρικής της στην αγορά, δεδομένου ότι απαιτείται μια probatio diabolica.
198 Ως προς τούτο, αρκεί η επισήμανση ότι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Αlliance One, δεν απαιτείται από τα συγκεκριμένα μέρη να παράσχουν άμεσες, θετικές και αδιάσειστες αποδείξεις περί της αυτονομίας της θυγατρική στην αγορά, αλλά αποκλειστικώς να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ικανά να καταδείξουν την αυτονομία αυτή (βλ. σκέψη 125 ανωτέρω).
199 Το γεγονός ότι, εν προκειμένω, προς ανατροπή του τεκμηρίου περί ευθύνης, η Alliance One δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι οι θυγατρικές των μητρικών εταιρειών, των οποίων είναι διάδοχος, καθόριζαν αυτοβούλως τη συμπεριφορά τους στην αγορά δεν σημαίνει ότι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Alliance One, το εν λόγω τεκμήριο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ανατραπεί.
200 Εξάλλου, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, δεδομένης της φύσεως του τεκμηρίου, το οποίο επιτρέπει τη συναγωγή από ένα γνωστό γεγονός της αποδείξεως ενός άγνωστου γεγονότος, είναι απολύτως λογικό το πρόσωπο εις βάρος του οποίου λειτουργεί το τεκμήριο να πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξασφαλίσει την ανταπόδειξη του τεκμαιρόμενου πραγματικού περιστατικού
201 Εξ αυτού συνάγεται ότι το επιχείρημα της Alliance One είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί.
202 Επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός, τον οποίο προέβαλε η Alliance One απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ότι, κατά το γράμμα της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 80 ανωτέρω, η μόνη συνέπεια που απορρέει από το εφαρμοστέο τεκμήριο είναι να αντιστραφεί το βάρος αποδείξεως, και όχι, όπως διατείνεται η Επιτροπή, να φέρει το άλλο μέρος μεγαλύτερο βάρος αποδείξεως από ό,τι η Επιτροπή.
203 Πράγματι, εν προκειμένω η Επιτροπή δεν προσδιόρισε ποιο ήταν το «επίπεδο» της απαιτούμενης αποδείξεως, αλλά περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι SCC και Dimon Inc. δεν ήταν ικανά να ανατρέψουν το τεκμήριο.
204 Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί επίσης το τέταρτο σκέλος του υπό κρίση λόγου.
205 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του δεύτερου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, καθώς και από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του τελικού ποσού του προστίμου
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
206 Κατά την Alliance One, το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε από κοινού και εις ολόκληρον στην Transcatab, στην Dimon Italia και στην ίδια, ως διάδοχο των SCC και Dimon Inc., αντιβαίνει στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, στο μέτρο που υπερβαίνει το όριο του 10 % του κύκλου εργασιών κάθε θυγατρικής. Λαμβανομένων υπόψη των αντιστοίχων κύκλων εργασιών τους, το ανώτατο ποσό προστίμου που μπορούσε να επιβάλει η Επιτροπή ανήρχετο σε 3,23 εκατομμύρια ευρώ, όσον αφορά την Transcatab, και σε 3,99 εκατομμύρια ευρώ, όσον αφορά την Dimon Italia, αντί σε 14 και 10 εκατομμύρια ευρώ αντιστοίχως.
207 Προβάλλει, επιπλέον, ότι επιβάλλοντάς της συνολικό πρόστιμο 24 εκατομμυρίων ευρώ, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, κατά τον καθορισμό του ποσού εκκίνησης, η Επιτροπή παρέβλεψε το γεγονός ότι η SCC και η Dimon Inc. είχαν ήδη συγχωνευθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ότι, ως εκ τούτου, μόνον η Transcatab ανήκε ακόμα στον νέο όμιλο ενώ η Dimon Italia (της οποίας το μερίδιο αγοράς ήταν 10 %) είχε ήδη πωληθεί σε τρίτους. Δεδομένου ότι δεν της απέμενε μερίδιο αγοράς ύψους μόνον 10 %, η Alliance One προσάπτει στην Επιτροπή ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθότι της επέβαλε πρόστιμο το ποσό εκκίνησης του οποίου ήταν παρόμοιο προς εκείνο που επιβλήθηκε στην Deltafina (Universal), παρά το γεγονός ότι το μερίδιο αγοράς της ήταν 25 %.
208 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του υπό κρίση λόγου.
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
209 Ο υπό κρίση λόγος υποδιαιρείται σε δύο σκέλη. Αφενός, η Alliance One προσάπτει στην Επιτροπή ότι υπερέβη το όριο του 10 % του κύκλου εργασιών της Transcatab και της Dimon Italia. Αφετέρου, της προσάπτει ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, στο μέτρο που το ποσό εκκίνησης του προστίμου που την αφορά προσεγγίζει εκείνο της Deltafina (Universal), και τούτο παρά τη σημαντική διαφορά που υφίσταται μεταξύ των δύο ομίλων ως προς τα μερίδια αγοράς.
210 Σε ό,τι αφορά το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου, παρατηρείται ότι συνδέεται στενά με τον πρώτο λόγο, στο μέτρο που η απόρριψη του τελευταίου θα έχει κατ’ ανάγκη επίπτωση στο βάσιμο του υπό κρίση σκέλους. Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων βάσει των οποίων απορρίφθηκε ο πρώτος λόγος, πρέπει να συναχθεί ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη επειδή έλαβε τους συνολικούς κύκλους εργασιών της Dimon Inc. (μητρικής εταιρείας της Dimon Italia κατά τη διάρκεια της παραβάσεως) και της SCC (μητρικής εταιρείας της Transcatab κατά τη διάρκεια της παραβάσεως), οι οποίες συγχωνεύθηκαν στις 13 Μαΐου 2005 στη νέα οντότητα Alliance One, ως αναφορές για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 (βλ., συναφώς, απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 125 ανωτέρω, σκέψη 114).
211 Πράγματι, το ανώτατο αυτό όριο του 10 % πρέπει να υπολογίζεται επί του σωρευτικού κύκλου εργασιών όλων των εταιρειών που απαρτίζουν την ενιαία οικονομική οντότητα η οποία ενεργεί ως επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, διότι μόνον ο σωρευτικός κύκλος εργασιών των εταιρειών που απαρτίζουν τον όμιλο μπορεί να αποτελέσει ένδειξη περί του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος της εν λόγω επιχειρήσεως (βλ., συναφώς, αποφάσεις HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψεις 528 και 529, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 125 ανωτέρω, σκέψη 114).
212 Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
213 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του υπό κρίση λόγου, που αντλείται από υποτιθέμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να επισημανθεί, ότι, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, με το πρόσχημα της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, η Alliance One εγείρει στην πραγματικότητα ζήτημα διαδοχής επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, αυτό που ουσιαστικώς προβάλλει η Alliance One είναι ότι έπρεπε να κριθεί υπεύθυνη μόνον για το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην Transcatab (SCC) και όχι για εκείνο που επιβλήθηκε στην Dimon Italia, διότι η τελευταία –η οποία κατείχε το 10 % των μεριδίων αγοράς κατά την περίοδο της παραβάσεως– δεν ανήκει στον νέο όμιλο, καθότι πωλήθηκε σε τρίτους πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
214 Ως προς τούτο, δεν αμφισβητείται ότι η Alliance One κρίθηκε υπεύθυνη για την παράβαση ως διάδοχος των μητρικών εταιρειών SCC και Dimon Inc. Εξάλλου, η διαπίστωση αυτή προκύπτει επίσης από την αιτιολογική σκέψη 349 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την οποία, εφόσον η Alliance One είναι η διάδοχος των ομίλων (SCC και Dimon Inc.) στις οποίες ανήκαν οι Transcatab και Dimon Italia κατά τη διάρκεια της παραβάσεως, θεωρείται για αυτόν τον λόγο αποδέκτης της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
215 Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διηύθυνε την οικεία επιχείρηση κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως ευθύνεται κατ’ αρχήν γι’ αυτήν, ακόμη και αν, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση, την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχείρησης έφερε άλλο πρόσωπο (απόφαση Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, σκέψη 70 ανωτέρω, σκέψη 37, αποφάσεις του Πρωτοδικείου HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 168 ανωτέρω, σκέψη 103, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, T-161/05, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II-3555, σκέψη 50).
216 Το Δικαστήριο έχει επίσης υπενθυμίσει ότι, οσάκις μια επιχείρηση η οποία παρέβη τους κανόνες του ανταγωνισμού υφίσταται νομική ή οργανωτική μεταβολή, η μεταβολή αυτή δεν έχει κατ’ ανάγκην ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νέας επιχειρήσεως απαλλαγμένης της ευθύνης των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορών της προηγουμένης επιχειρήσεως εάν, από οικονομική άποψη, οι δύο επιχειρήσεις ταυτίζονται (βλ. απόφαση ETI κ.λπ., σκέψη 82 ανωτέρω, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
217 Συγκεκριμένα, μπορεί, για τους σκοπούς της αποτελεσματικής εφαρμογής των κανόνων περί ανταγωνισμού, να καταστεί αναγκαίο να καταλογισθεί κατ’ εξαίρεση παράβαση στον νέο φορέα της επιχειρήσεως που μετέχει στη σύμπραξη, εφόσον αυτός μπορεί, από οικονομική άποψη, να θεωρηθεί ως διάδοχος του αρχικού φορέα εκμεταλλεύσεως (βλ., συναφώς, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην απόφαση ETI κ.λπ., σκέψη 82 ανωτέρω, σκέψεις 75 έως 78).
218 Το κριτήριο αυτό, που αποκαλείται «κριτήριο της οικονομικής συνέχειας», εφαρμόζεται υπό ειδικές περιστάσεις, όπως στην περίπτωση κατά την οποία το νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης έπαυσε να έχει νομική προσωπικότητα μετά τη διάπραξη της παραβάσεως (απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 82 ανωτέρω, σκέψη 145).
219 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη παράβαση διαπράχθηκε από οντότητες οι οποίες, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, διευθύνονταν από την SCC και την Dimon Inc. Οι δύο αυτές οντότητες έπαυσαν να έχουν νομική προσωπικότητα μετά τη διάπραξη της παραβάσεως, δεδομένου ότι, κατόπιν της συγχωνεύσεώς τους το 2005, δημιουργήθηκε εξ αυτών η νέα οντότητα Alliance One.
220 Όταν όμως η επίμαχη επιχείρηση παύσει να υφίσταται λόγω του ότι απορροφήθηκε από έναν αγοραστή, ο τελευταίος αναλαμβάνει το ενεργητικό και το παθητικό της, συμπεριλαμβανομένων των ευθυνών της συνεπεία παραβάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού. Στην περίπτωση αυτή, η ευθύνη για την παράβαση που διέπραξε η απορροφηθείσα επιχείρηση μπορεί να καταλογισθεί στον αγοραστή (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 2006, T‑259/02 έως T-264/02 και T271/02, Raiffeisen Zentralbank Österreich κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-5169, σκέψη 326 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
221 Βάσει των αρχών αυτών η Alliance One παραμένει υπεύθυνη για την παράβαση που διέπραξε η Dimon Italia, παρά το γεγονός ότι η τελευταία μεταβιβάσθηκε σε τρίτους. Η κατάσταση της Mindo διαφέρει ως προς τούτο, καθότι, όπως διευκρινίσθηκε νομολογιακώς, η αρχή της προσωπικής ευθύνης δεν εξουδετερώνεται από την αρχή της οικονομικής συνέχειας σε περιπτώσεις, όπως η προκείμενη, στις οποίες μια εμπλεκόμενη σε σύμπραξη επιχείρηση μεταβιβάσθηκε σε ανεξάρτητο τρίτο και δεν υφίστανται διαρθρωτικοί δεσμοί μεταξύ παλαιού και νέου φορέα εκμεταλλεύσεως (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογία, απόφαση Hoechst κατά Επιτροπής, σκέψη 215 ανωτέρω, σκέψη 61).
222 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή ορθώς καταλόγισε στην Alliance One την παράβαση που διέπραξαν, αντιστοίχως, η Transcatab (SCC) και η Dimon Italia (Dimon Inc).
223 Πρέπει εξάλλου να προστεθεί ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, στερείται κάθε σημασίας η παραπομπή, όπως διατείνεται η Alliance One, στο μερίδιο αγοράς αυτής κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι τα μερίδια αγοράς που χρησίμευσαν στον καθορισμό του ποσού εκκίνησης των προστίμων ήταν, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 372 και 373 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκείνα των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων κατά το τέλος της παραβάσεως, ήτοι το 2001.
224 Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί και το δεύτερο επίσης σκέλος του υπό κρίση λόγου.
225 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο και περί τα πράγματα, καθώς επίσης από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και από έλλειψη αιτιολογίας κατά τον καθορισμό του πολλαπλασιαστικού συντελεστή
226 Ο τρίτος λόγος υποδιαιρείται σε τρία σκέλη. Το πρώτο σκέλος βασίζεται, κατ’ ουσίαν, στο «επαρκές αποτρεπτικό αποτέλεσμα» του προστίμου, καθώς και στην πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής. Το δεύτερο σκέλος αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθώς και από έλλειψη αιτιολογίας καθότι ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής που εφαρμόσθηκε στην Alliance One είναι ανώτερος από εκείνον που εφαρμόσθηκε στην Deltafina. Το τρίτο σκέλος αντλείται από έλλειψη συνοχής της συλλογιστικής που ακολούθησε η Επιτροπή όσον αφορά την εφαρμογή του πολλαπλασιαστικού συντελεστή στη Mindo.
227 Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Alliance One, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, δήλωσε ότι παραιτείται από το αναγόμενο σε λάθος εκ παραδρομής δεύτερο σκέλος του υπό κρίση λόγου, η δε παραίτηση αυτή καταχωρίστηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζήτησης. Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέτασή του.
1. Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από το επαρκές αποτρεπτικό αποτέλεσμα και τη σχετική πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής
Επιχειρήματα των διαδίκων
228 Η Alliance One αμφισβητεί την εφαρμογή πολλαπλασιαστικού συντελεστή 1,25 επί του ποσού εκκίνησης των προστίμων που επιβλήθηκαν στις Transcatab και Dimon Italia το οποίο καθορίσθηκε στα 10 εκατομμύρια ευρώ.
229 Ειδικότερα, εκτιμά ότι ο κύκλος εργασιών των μητρικών εταιρειών τους δεν δικαιολογούσε την εφαρμογή πολλαπλασιαστικού συντελεστή και ότι, εν προκειμένω, το πρόστιμο των 10 εκατομμυρίων ευρώ ήταν αρκούντως αποτρεπτικό, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους αυτών και του γεγονότος ότι δεν τελούσαν εν γνώσει των πρακτικών των ιταλικών θυγατρικών τους στην αγορά ακατέργαστου καπνού. Επιπλέον, η Επιτροπή όφειλε επίσης να λάβει υπόψη τις περιορισμένες διαστάσεις της γεωγραφικής αγοράς την οποία αφορούσε η παράβαση.
230 Η Alliance One παραπέμπει, εν συνεχεία, στην πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής και προβαίνει σε σύγκριση των κύκλων εργασιών της SCC και της Dimon Inc. και του επιπέδου των προστίμων που επιβλήθηκαν στις θυγατρικές τους και εκείνων που επιβλήθηκαν στις επιχειρήσεις, στις οποίες η Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις στις μνημονευθείσες υποθέσεις, προκειμένου να καταδείξει ότι η εφαρμογή πολλαπλασιαστικού συντελεστή δεν εδικαιολογείτο εν προκειμένω για την επίτευξη επαρκούς αποτρεπτικού αποτελέσματος.
231 Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Alliance One προσθέτει ότι, εφαρμόζοντας μεμονωμένα πολλαπλασιαστικό συντελεστή στην Transcatab και στην Dimon Italia, η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας και παρέβλεψε επίσης τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, [ΑΧ] (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές), κατά τις οποίες προσαύξηση του βασικού ποσού ουδόλως μπορεί να εφαρμοσθεί αυτομάτως στους πολυεθνικούς ομίλους, αλλά πρέπει να επιβάλλεται μόνον οσάκις το επιτάσσει η ανάγκη διασφαλίσεως επαρκούς αποτρεπτικού αποτελέσματος.
232 Η Alliance One καταλήγει, επομένως, στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή πολλαπλασιαστικού συντελεστή 1,25 στην Transcatab και στη Dimon Italia δεν δικαιολογείται και ζητεί, συνεπώς, να μειωθεί το ποσό των προστίμων.
233 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Alliance One.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
234 Πρέπει να υπομνησθεί ότι οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003 έχουν ως σκοπό την καταστολή των παρανόμων πράξεων, καθώς και την πρόληψη της εκ νέου τελέσεώς τους. Επομένως, η αποτροπή αποτελεί σκοπό του προστίμου (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2006, T-15/02, BASF κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-497, σκέψεις 218 και 219 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 125 ανωτέρω, σκέψη 150).
235 Η ανάγκη εξασφαλίσεως επαρκούς αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου επιβάλλει την κλιμάκωση του ποσού του προστίμου ούτως ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο επιδιωκόμενος αντίκτυπός του στην επιχείρηση στην οποία επιβάλλεται, και τούτο προκειμένου το πρόστιμο να μην είναι αμελητέο, ή αντιθέτως υπερβολικά υψηλό, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της οικονομικής δυνατότητας της συγκεκριμένης επιχειρήσεως, σύμφωνα με επιταγές, αφενός, της ανάγκης εξασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας του προστίμου και, αφετέρου, της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 5ης Απριλίου 2006, T-279/02, Degussa κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-897, σκέψη 283, Hoechst κατά Επιτροπής, σκέψη 215 ανωτέρω, σκέψη 379, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 125 ανωτέρω, σκέψη 154).
236 Διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή, μολονότι δεν το ανέφερε ρητώς, εφάρμοσε τη μέθοδο που καθορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες μνημονεύουν τον αποτρεπτικό σκοπό στο σημείο τους 1 A που αφορά τη σοβαρότητα των παραβάσεων. Ειδικότερα, το τέταρτο εδάφιο του σημείου αυτού ορίζει ότι είναι ανάγκη «να καθορίζεται το ύψος του προστίμου σε επίπεδο που να του εξασφαλίζει επαρκώς αποτρεπτικό χαρακτήρα».
237 Ο σκοπός αυτός μνημονεύεται στον τίτλο της σκέψεως 2.6.3.2 της προσβαλλόμενης αποφάσεως («Ειδικό βάρος και αποτροπή») και, ιδίως, στις αιτιολογικές της σκέψεις 374 και 375. Πράγματι, η Επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει πολλαπλασιαστικό συντελεστή 1,5 (ήτοι προσαύξηση 50 %) στο ποσό εκκίνησης του προστίμου που καθορίσθηκε για την Deltafina (Universal) και 1,25 (ήτοι προσαύξηση 25 %) σε εκείνο που καθορίσθηκε για τις Dimon Italia (Dimon Inc.) και Transcatab (SCC) προκειμένου να διασφαλίσει επαρκώς αποτρεπτικό χαρακτήρα στο πρόστιμο, ο οποίος θα εξέλειπε εάν το πόσο αυτό εκκίνησης έπρεπε να περιορισθεί αποκλειστικώς στη θέση των εν λόγω επιχειρήσεων στην αγορά. Βασίσθηκε, ιδίως, στους παγκόσμιους κύκλους εργασιών τους, αντιστοίχως 3,276 δισεκατομμυρίων αμερικανικών δολαρίων (USD), 1,311 δισεκατομμυρίων USD και 0,896 δισεκατομμυρίων USD το 2005, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η «σημαντική οικονομική και χρηματοπιστωτική ισχύ» των ομίλων αυτών, δεδομένου ότι είναι επίσης οι κύριοι έμποροι καπνού παγκοσμίως, δραστηριοποιούμενοι σε διάφορα επίπεδα της καπνοβιομηχανίας και σε διάφορες γεωγραφικές αγορές.
238 Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα που αντλεί η Alliance One από τον ήδη επαρκώς αποτρεπτικό χαρακτήρα του ποσού εκκίνησης των 10 εκατομμυρίων ευρώ, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ουδόλως στηρίζει τον ισχυρισμό της ότι το ποσό του προστίμου, αν είχε καθορισθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη ο συντελεστής που αφορά το αποτρεπτικό αποτέλεσμα, θα αρκούσε για τη διασφάλιση τέτοιου αποτελέσματος στο πρόστιμο (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιουνίου 2010, Lafarge κατά Επιτροπής, C-413/08 P, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 107).
239 Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι το επιχείρημα αυτό βασίζεται σε εσφαλμένη παραδοχή, ήτοι στο ότι η προσαύξηση του επίμαχου προστίμου στηρίζεται στη διαπίστωση περί υπάρξεως αντιστοιχίας μεταξύ ενός συγκεκριμένου ποσού του προστίμου και του αποτρεπτικού σκοπού του προστίμου υπό το πρίσμα του μεγέθους και των συνολικών πόρων των επιχειρήσεων.
240 Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση δεν προκύπτει ότι η πράξη κατά την οποία λαμβάνονται υπόψη το μέγεθος και οι συνολικοί πόροι για τους σκοπούς αποτροπής εμπίπτει σε μια τέτοια εκτίμηση. Συγκεκριμένα, με την αύξηση των ποσών εκκίνησης που πραγματοποιήθηκε στην αιτιολογική σκέψη 376 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή, ανεξαρτήτως του επιπέδου των ως άνω ποσών, στην πραγματικότητα προέβη, προς εξασφάλιση του αποτρεπτικός σκοπού του προστίμου, απλώς σε διαφοροποίηση της μεταχειρίσεως που επιφυλάχθηκε στα μέλη της ίδιας συμπράξεως, προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο τρόπος που τα εν λόγω μέλη όντως επηρεάζονται από το πρόστιμο. Η διαφοροποίηση αυτή επιχειρείται μέσω πολλαπλασιαστών που καθορίζονται λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους και των συνολικών πόρων των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως του επιπέδου των ποσών στα οποία εφαρμόζονται οι εν λόγω πολλαπλασιαστές (βλ., συναφώς, απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 234 ανωτέρω, σκέψη 241).
241 Πρέπει, επομένως, να επισημανθεί ότι η Επιτροπή ορθώς εκτίμησε ότι, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους και των συνολικών πόρων των ομίλων SCC και Dimon Inc, που εκτιμήθηκαν βάσει του συνολικού κύκλου εργασιών για τη λήξασα στις 31 Μαρτίου 2005 περίοδο, έπρεπε, για λόγους αποτροπής, να εφαρμοστεί, έναντι της προσφεύγουσας, συντελεστής προσαυξήσεως του προστίμου, χωρίς, εξάλλου και αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Alliance One, να μπορεί να θεωρηθεί οιασδήποτε σημασίας το ζήτημα της γνώσεως των πρακτικών των ιταλικών θυγατρικών τους (βλ., ως προς τούτο, σκέψη 125 ανωτέρω).
242 Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα που αντλείται από το επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα υπό το πρίσμα της πρακτικής λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής σε σχέση με την επιβολή πολλαπλασιαστικών συντελεστών, αρκεί η επισήμανση ότι η προηγούμενη πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής δεν χρησιμεύει, αφ’ εαυτής, ως νομικό πλαίσιο για την επιβολή προστίμων στον τομέα του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι το πλαίσιο αυτό καθορίζεται αποκλειστικώς στον κανονισμό 1/2003, καθώς και στις κατευθυντήριες γραμμές (βλ., απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, C-125/07 P, C-133/07 P, C-135/07 P και C‑137/07 P, Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I‑8681, σκέψη 233 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T-203/01, Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-4071, σκέψη 292).
243 Αναφορικά, τρίτον, με το επιχείρημα που αντλείται από την πολύ περιορισμένη έκταση της γεωγραφικής αγοράς, κατά πρώτο λόγο, πρέπει να επισημανθεί ότι η επίμαχη σύμπραξη ήταν εθνική και δεν περιορίζετο, αντιθέτως προς ό,τι προφανώς διατείνεται η Alliance One, στις καπνοπαραγωγικές περιφέρειες. Η σύμπραξη που έθεσαν σε εφαρμογή οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως αφορούσε, πράγματι, την αγορά προμήθειας και όχι παραγωγής, που συγκεντρώνεται σε ορισμένες περιφέρειες της χερσονήσου (βλ. αιτιολογική σκέψη 83 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Κατά δεύτερο λόγο και σε κάθε περίπτωση, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το εν λόγω ζήτημα δεν σχετίζεται με την εφαρμογή του πολλαπλασιαστικού συντελεστή. Συγκεκριμένα, η έκταση της γεωγραφικής αγοράς αποτελεί στοιχείο το οποίο λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως (βλ., εν προκειμένω, τις αιτιολογικές σκέψεις 365 και 366 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Το στοιχείο αυτό αντιστοιχεί, ως εκ τούτου, σε ένα αντικειμενικό και εγγενές της παραβάσεως χαρακτηριστικό, ενώ η εφαρμογή πολλαπλασιαστικού συντελεστή για αποτρεπτικό σκοπό προϋποθέτει τη συνεκτίμηση αντικειμενικών χαρακτηριστικών των εμπλεκόμενων, όπως το μέγεθός τους και οι οικονομικοί τους πόροι. Εξάλλου, το ίδιο το γράμμα του σημείου 1 A, τέταρτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών επιρρωννύει την άποψη αυτή, καθότι η συνεκτίμηση στοιχείων που δικαιολογούν την εφαρμογή αποτρεπτικού συντελεστή πραγματοποιείται, ανεξαρτήτως της ίδιας της φύσεως της παραβάσεως, του συγκεκριμένου αντίκτυπού της στην αγορά, και της γεωγραφικής εκτάσεως αυτής (βλ., συναφώς, απόφαση Degussa κατά Επιτροπής, σκέψη 235 ανωτέρω, σκέψη 273). Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές.
244 Όσον αφορά, τέταρτον, το επιχείρημα που προβάλλεται στο υπόμνημα απαντήσεως, κατά το οποίο η Επιτροπή παρέβλεψε εν προκειμένω τις κατευθυντήριες γραμμές, στο μέτρο που αυτές απαγορεύουν την αυτόματη εφαρμογή στους πολυεθνικούς ομίλους προσαυξήσεως του βασικού ποσού του προστίμου, διαπιστώνεται ότι στερείται βάσεως. Συγκεκριμένα, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του καθορισμού του ποσού εκκίνησης, η Επιτροπή εκτίμησε, καταρχάς, το ειδικό βάρος κάθε επιχειρήσεως, σε συνάρτηση με το μερίδιο αγοράς της, και, εν συνεχεία, έλαβε υπόψη τη χρηματική και οικονομική δύναμη των πολυεθνικών ομίλων στους οποίους ανήκουν οι επιχειρήσεις που διέπραξαν την παράβαση, προκειμένου να διασφαλίσει ένα επαρκώς αποτελεσματικό αποτέλεσμα στο ποσό αυτό. Επομένως, η προσαύξηση του ποσού αυτού ουδόλως εφαρμόσθηκε αυτομάτως.
245 Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη επειδή αύξησε το ποσό εκκίνησης των προστίμων που επιβλήθηκαν στην SCC και στην Dimon Inc. προκειμένου να διασφαλίσει ένα επαρκώς αποτελεσματικό αποτέλεσμα σε αυτά.
2. Επί του τρίτου σκέλους, που αντλείται από έλλειψη συνοχής της συλλογιστικής που ακολούθησε η Επιτροπή όσον αφορά την εφαρμογή του πολλαπλασιαστικού συντελεστή στη Mindo
Επιχειρήματα των διαδίκων
246 Η Alliance One προσάπτει στην Επιτροπή ότι ακολούθησε μία στερούμενη λογικής συνοχής συλλογιστική κατά τη μη εφαρμογή πολλαπλασιαστικού συντελεστή στη Mindo, καθότι η τελευταία δεν συνδέετο πλέον με αυτήν και αποτελούσε, επομένως, χωριστή επιχείρηση. Δεδομένου ότι η Alliance One είναι υπεύθυνη για το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην Dimon Italia (Mindo), εάν ένας πολλαπλασιαστικός συντελεστής δεν είναι εφαρμοστέος στην τελευταία, τότε, δεν πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να εφαρμοσθεί ούτε στην Alliance One.
247 Εφαρμόζοντας πολλαπλασιαστικό συντελεστή χωριστά στην Dimon Italia και στην Transcatab με την αιτιολογία ότι ανήκαν σε δύο πολυεθνικούς ομίλους κατά τον χρόνο της παραβάσεως, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και έπρεπε να καταβληθεί το πρόστιμο, μόνον η Transcatab εξακολουθούσε να ανήκει σε πολυεθνικό όμιλο ενώ η Dimon Italia είχε εν τω μεταξύ πωληθεί σε τρίτους.
248 Εξάλλου, δεδομένου του αποτρεπτικού αποτελέσματος το οποίο επεδιώκετο με την εφαρμογή πολλαπλασιαστικού συντελεστή, η εφαρμογή τέτοιου συντελεστή εδικαιολογείτο μόνον ως προς την εταιρεία που διέπραξε την παράνομη πράξη και όχι ως προς μια εταιρεία η οποία ήταν παντελώς άσχετη με τη σύμπραξη και της οποίας ο μοναδικός δεσμός με την άμεσα εμπλεκόμενη εταιρεία είναι ότι κατείχε στο παρελθόν μετοχές αυτής.
249 Δεδομένου ότι η Mindo δεν έπαυσε να υφίσταται, έπρεπε να εφαρμοσθεί οιοσδήποτε πολλαπλασιαστικός συντελεστής σε αυτήν ως άμεσα εμπλεκόμενη στη σύμπραξη. Κατά την Alliance One, μια απαράδεκτη συνέπεια του κριτηρίου που χρησιμοποίησε η Επιτροπή είναι το γεγονός ότι επιβάλλονται λιγότερες κυρώσεις στην εταιρεία που διέπραξε άμεσα την παράβαση από ό,τι σε εκείνη που την έλεγχε προηγουμένως, η οποία όχι μόνον δεν είχε συμμετάσχει στη σύμπραξη και αγνοούσε ακόμα και την ύπαρξή της, αλλά δεν είχε πλέον ούτε καν σχέσεις με την διαπράξασα την παράβαση εταιρεία.
250 Τέλος, κατά την Alliance One, η Επιτροπή δεν μπορεί να κρίνει δύο εταιρείες από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνες για διαφορετικά και χωριστά ποσά του ίδιου προστίμου, όπως εν προκειμένω έπραξε.
251 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Alliance One.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
252 Σημειωτέον, καταρχάς, ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή ορθώς έλαβε υπόψη τον συνολικό κύκλο εργασιών των μητρικών εταιρειών, ήτοι των Dimon Inc. και SCC, για τον υπολογισμό του πολλαπλασιαστικού συντελεστή, και όχι μόνον εκείνον των οικείων θυγατρικών, δεδομένου ότι, όπως επισημάνθηκε στο πλαίσιο της αναλύσεως του πρώτου λόγου, μητρική και θυγατρική συνιστούν μία και μόνη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2007, T-101/05 και T-111/05, BASF και UCB κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II-4949, σκέψη 49, και της 18ης Ιουνίου 2008, T-410/03, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II‑881, σκέψη 379). Εξάλλου, η εφαρμογή του πολλαπλασιαστικού συντελεστή προς διασφάλιση αποτρεπτικού αποτελέσματος υπαγορεύθηκε, εν προκειμένω, ακριβώς από το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις που προέβησαν σε παραβατική συμπεριφορά ανήκαν σε πολυεθνικούς ομίλους (βλ. αιτιολογική σκέψη 374 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
253 Στην υποσημείωση της σελίδας 291, στην αιτιολογική σκέψη 374 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η εφαρμογή του πολλαπλασιαστικού συντελεστή ως προς το πρόστιμο που επεβλήθηκε στη Mindo (πρώην Dimon Italia) δικαιολογείται από την από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη της Alliance One, ενώ, όσον αφορά την ίδια ευθύνη της Mindo, η εφαρμογή τέτοιου συντελεστή δεν εδικαιολογείτο, δεδομένου ότι η τελευταία διέκοψε κάθε σχέση με τον μέτοχό της. Πάντως, δεδομένου του ότι η ευθύνη της Mindo πρέπει να ληφθεί υπόψη εντός των ορίων του 10 % του κύκλου εργασιών της, η Επιτροπή συμπέρανε ότι ήταν άσκοπο να υπολογίσει χωριστά ένα ποσό εκκίνησης για την εν λόγω επιχείρηση. Συνεπώς, το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την κατάσταση που υφίστατο κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς της είναι αβάσιμο.
254 Στις αιτιολογικές σκέψεις 403 και 404 της προσβαλλόμενης αποφάσεως (στη σκέψη 2.6.3.6 με τίτλο «Προκύπτοντα πρόστιμα και εφαρμογή του ανωτάτου ορίου του προστίμου»), η Επιτροπή διευκρινίζει την κατάσταση της Mindo. Ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 404 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρει:
255 «[…] η [από κοινού και εις ολόκληρον] ευθύνη της Mindo (η οποία δεν διατηρεί πλέον καμία σχέση με τον πρώην όμιλο Dimon) θα πρέπει να ληφθεί υπόψη εντός των ορίων του 10 % του κύκλου εργασιών της κατά το πιο πρόσφατο οικονομικό έτος (δηλαδή 3,99 εκατομμύρια ευρώ)».
256 Συγκεκριμένα, οσάκις η οικονομική ενότητα διακόπηκε εν τω μεταξύ, κάθε αποδέκτης της αποφάσεως δικαιούται να τύχει του ανώτατου ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών που εφαρμόζεται μεμονωμένα σ’ αυτόν (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2005, T-71/03, T-74/03, T-87/03 και T-91/03, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 390, και της 13ης Σεπτεμβρίου 2010, T-26/06, Trioplast Wittenheim κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 113).
257 Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, το ζήτημα της εφαρμογής πολλαπλασιαστικού συντελεστή προς αποτροπή της Mindo εστερείτο κάθε πρακτικής συνέπειας εξαιτίας του περιορισμού του επιβληθέντος σε αυτήν προστίμου 10 % του κύκλου εργασιών της. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα που προβάλλει η Alliance One είναι αλυσιτελές.
258 Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εκτιμώνται οι συνολικοί πόροι μιας επιχειρήσεως, ώστε να επιτυγχάνεται ορθώς το αποτρεπτικό αποτέλεσμα, τούτο δε τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, την ημέρα κατά την οποία επιβάλλεται το πρόστιμο, κάτι που, εξάλλου, δεν αμφισβητεί η Alliance One (βλ., συναφώς, απόφαση Degussa κατά Επιτροπής, σκέψη 235 ανωτέρω, σκέψη 285).
259 Δεν μπορεί επομένως να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι, κατά τον καθορισμό της προσαυξήσεως προς επίτευξη αποτρεπτικού αποτελέσματος, έλαβε υπόψη του κύκλους εργασιών που πραγματοποίησαν οι όμιλοι των οποίων η συγχώνευση έλαβε χώρα μετά την παύση της παραβάσεως και την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
260 Επίσης, ορθώς έκρινε η Επιτροπή την Mindo από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνη με την Alliance One για την καταβολή του προστίμου ύψους 3,99 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ η τελευταία παραμένει υπεύθυνη για την καταβολή του συνολικού ποσού του προστίμου, ήτοι 10 εκατομμυρίων ευρώ.
261 Από το σύνολο των σκέψεων αυτών προκύπτει ότι ο υπό κρίση λόγος πρέπει επίσης να απορριφθεί.
262 Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να χρειάζεται εν προκειμένω να εξετασθεί το παραδεκτό του δεύτερου και του τρίτου αιτήματος της Alliance One.
Επί των δικαστικών εξόδων
263 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντίδικου. Δεδομένου ότι η Alliance One ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Alliance One International, Inc. στα δικαστικά έξοδα.
Azizi
Cremona
Frimodt Nielsen
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.
(υπογραφές)
Περιεχόμενα
Ιστορικό της διαφοράς
Α – Διοικητική διαδικασία
Β – Προσβαλλόμενη απόφαση
1. Παραλήπτες της προσβαλλόμενης αποφάσεως
2. Καθορισμός του ποσού των προστίμων
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Α – Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από παράβαση των κανόνων που διέπουν τον καταλογισμό στη μητρική εταιρεία των παραβάσεων που διέπραξε η θυγατρική της, καθώς και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
1. Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από παράβαση των κανόνων που διέπουν τον καταλογισμό στη μητρική εταιρεία των πρακτικών της θυγατρικής της
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
2. Επί του δεύτερου σκέλους, που αντλείται από παράβλεψη των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν η SCC και η Dimon Inc. προκειμένου να ανατρέψουν το τεκμήριο
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί των γενικού χαρακτήρα στοιχείων που προβάλλονται προς ανατροπή του τεκμηρίου
Επί των ειδικών στοιχείων που προβάλλονται προς ανατροπή του τεκμηρίου
– Επί της σχέσεως μεταξύ SCC και Transcatab
– Επί της σχέσεως μεταξύ της Dimon Inc. και της Dimon Italia
Επί των στοιχείων τα οποία φέρεται ότι χρησιμοποίησε η Επιτροπή προκειμένου να επιβεβαιώσει την έλλειψη αυτονομίας της Transcatab και της Dimon Italia
Επί της ερμηνείας των αποδεικτικών στοιχείων που μπορούν να ανατρέψουν το τεκμήριο υπό το πρίσμα της νομολογίας
3. Επί του τρίτου σκέλους, που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
4. Επί του τέταρτου σκέλους, που αντλείται από παράβαση των κανόνων σχετικά με την κατανομή του βάρους αποδείξεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Β – Επί του δεύτερου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, καθώς και από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του τελικού ποσού του προστίμου
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Γ – Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο και περί τα πράγματα, καθώς επίσης από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και από έλλειψη αιτιολογίας κατά τον καθορισμό του πολλαπλασιαστικού συντελεστή
1. Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από το επαρκές αποτρεπτικό αποτέλεσμα και τη σχετική πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
2. Επί του τρίτου σκέλους, που αντλείται από έλλειψη συνοχής της συλλογιστικής που ακολούθησε η Επιτροπή όσον αφορά την εφαρμογή του πολλαπλασιαστικού συντελεστή στη Mindo
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy