Υπόθεση T‑42/06
Bruno Gollnisch
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
«Προνόμια και ασυλίες – Μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Απόφαση περί μη υπερασπίσεως των προνομίων και των ασυλιών – Προσφυγή ακυρώσεως – Έννομο συμφέρον εκλιπόν μετά την άσκηση της προσφυγής – Κατάργηση της δίκης – Αγωγή αποζημιώσεως – Συμπεριφορά προσαπτόμενη στο Κοινοβούλιο – Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου απονέμοντος δικαιώματα σε ιδιώτες – Αιτιώδης συνάφεια»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως – Έννομο συμφέρον – Γεγονός επελθόν μετά την άσκηση της προσφυγής, ικανό να εξαλείψει το έννομο συμφέρον
(Άρθρο 230 ΕΚ)
2. Προνόμια και ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Ασυλία για τις γνώμες και τις ψήφους που έχουν δώσει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους – Ασυλία κατά τη διάρκεια των συνόδων
(Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρα 9 και 10)
3. Εξωσυμβατική ευθύνη – Προϋποθέσεις – Έλλειψη νομιμότητας – Αίτηση υπερασπίσεως της ασυλίας μέλους του Κοινοβουλίου σκοπούσα στην υποβολή αιτήσεως για αναστολή της διώξεως που έχει ασκηθεί κατ’ αυτού
(Άρθρο 288, εδ. 2, ΕΚ· πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 10, εδ. 1, στοιχείο α΄)
1. Η έκδοση αποφάσεως επί προσφυγής ακυρώσεως παρέλκει στην περίπτωση κατά την οποία ο προσφεύγων έπαυσε να έχει συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως λόγω γεγονότος που επακολούθησε της ασκήσεως της προσφυγής και το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να στερείται πλέον εννόμων συνεπειών η ενδεχόμενη ακύρωση της πράξεως.
Εντούτοις, ο προσφεύγων δύναται να εξακολουθεί να δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την ακύρωση πράξεως θεσμικού οργάνου, αν υφίσταται το ενδεχόμενο επαναλήψεως της προβαλλόμενης παρανομίας ανεξαρτήτως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας ασκήθηκε η προσφυγή του.
(βλ. σκέψεις 61, 68)
2. Μολονότι τα προνόμια και οι ασυλίες που το προσαρτημένο στη Συνθήκη σχετικό Πρωτόκολλο αναγνωρίζει υπέρ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν απλώς λειτουργικό χαρακτήρα, καθόσον σκοπούν στην αποφυγή παρακωλύσεως της λειτουργίας και περιορισμού της ανεξαρτησίας των Κοινοτήτων, γεγονός παραμένει ότι αυτά αναγνωρίσθηκαν ρητώς υπέρ των μελών του Κοινοβουλίου καθώς και υπέρ των μονίμων και λοιπών υπαλλήλων των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας. Το γεγονός ότι τα προνόμια και οι ασυλίες προβλέπονται προς το δημόσιο κοινοτικό συμφέρον δικαιολογεί την παρεχόμενη στα θεσμικά όργανα εξουσία να αίρουν, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο, την ασυλία, πλην όμως δεν σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα προνόμια και οι ασυλίες παραχωρούνται αποκλειστικώς στην Κοινότητα και όχι στους μονίμους υπαλλήλους της, στο λοιπό προσωπικό και στα μέλη του Κοινοβουλίου. Επομένως, το Πρωτόκολλο απονέμει δικαίωμα στα διεπόμενα από αυτό πρόσωπα, ο σεβασμός του οποίου εξασφαλίζεται με τα μέσα παροχής εννόμου προστασίας που καθιερώνει η Συνθήκη.
Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το Κοινοβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τον προσανατολισμό που δύναται να δώσει σε απόφαση επί της υποβληθείσας σε αυτό αιτήσεως για υποβολή αιτήματος περί αναστολής της διώξεως, δυνάμει του άρθρου 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του εν λόγω Πρωτοκόλλου. Εντούτοις, το ζήτημα αν η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται επί τη βάσει του άρθρου 9 ή 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου, δεν εμπίπτει στη σφαίρα της εξουσίας εκτιμήσεως του Κοινοβουλίου.
(βλ. σκέψεις 94, 96, 101-102)
3. Εφόσον το άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο έχει ως σκοπό –σε συνδυασμό με τις εθνικού δικαίου διατάξεις στις οποίες παραπέμπει– τη ρύθμιση του καθεστώτος ασυλιών του οποίου απολαύουν τα μέλη του Κοινοβουλίου εντός της επικρατείας των χωρών τους κατά τις συνόδους του Κοινοβουλίου, γεννά δικαίωμα υπέρ των διεπόμενων από αυτό προσώπων και, αποτελεί, κατά συνέπεια, κανόνα δικαίου που έχει ως σκοπό την απονομή δικαιωμάτων στα μέλη του Κοινοβουλίου που απολαύουν του εν λόγω καθεστώτος, το Κοινοβούλιο, μη αποφαινόμενο επί τη βάσει της εν λόγω διατάξεως επί αιτήσεως σκοπούσας ρητώς στην υποβολή αιτήσεως για αναστολή της διώξεως δυνάμει της διατάξεως αυτής, υποπίπτει σε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου σκοπούντος στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες.
Εντούτοις, η απόφαση περί υποβολής αιτήματος για αναστολή της διώξεως δεν συνιστά την αναγκαία έκβαση αντίστοιχης αιτήσεως στο Κοινοβούλιο, δεδομένου του ευρέος περιθωρίου εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται συναφώς στο εν λόγω θεσμικό όργανο. Πράγματι, το Κοινοβούλιο μπορεί να λάβει είτε απόφαση να ζητήσει την αναστολή της διώξεως είτε απόφαση να μη ζητήσει την αναστολή. Συνεπώς, το γεγονός ότι η απορριπτική απόφαση του Κοινοβουλίου επί της υποβληθείσας σε αυτό αιτήσεως για υποβολή αιτήματος περί αναστολής της διώξεως ερείδεται σε εσφαλμένη νομική βάση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση και καθοριστική αιτία της προβαλλόμενης ζημίας, ακόμη και αν αυτή θεωρηθεί αποδεδειγμένη.
(βλ. σκέψεις 108, 115-117)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 19ης Μαρτίου 2010 (*)
«Προνόμια και ασυλίες – Μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Απόφαση περί μη υπερασπίσεως των προνομίων και των ασυλιών – Προσφυγή ακυρώσεως – Έννομο συμφέρον εκλιπόν μετά την άσκηση της προσφυγής – Κατάργηση της δίκης – Αγωγή αποζημιώσεως – Συμπεριφορά προσαπτόμενη στο Κοινοβούλιο – Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου απονέμοντος δικαιώματα σε ιδιώτες – Αιτιώδης συνάφεια»
Στην υπόθεση T‑42/06,
Bruno Gollnisch, κάτοικος Limonest (Γαλλία), εκπροσωπούμενος από τους W. de Saint Just και G. Dubois, δικηγόρους,
προσφεύγων-ενάγων,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου αρχικώς από τους H. Krück, Χ. Καραμάρκο και A. Padowska, εν συνεχεία, από τους Η. Krück, D. Moore και Α. Padowska,
καθού-εναγομένου,
που έχει ως αντικείμενο, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2005 περί μη υπερασπίσεως της ασυλίας και των προνομίων του B. Gollnisch και, αφετέρου, την αποκατάσταση της ζημίας που ο Β. Gollnisch ισχυρίζεται ότι υπέστη από την εν λόγω απόφαση,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Azizi, πρόεδρο, E. Cremona και S. Frimodt Nielsen (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: C. Kristensen, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Ιανουαρίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
1. Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών
1 Το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο αρχικώς προσαρτήθηκε στη Συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, εν συνεχεία, δυνάμει της Συνθήκης του Άμστερνταμ, στη Συνθήκη EΚ (στο εξής: Πρωτόκολλο), ορίζει:
«Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη για γνώμη ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»
2 Το άρθρο 10 του Πρωτοκόλλου ορίζει:
«Κατά τη διάρκεια των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα μέλη του απολαύουν:
α) εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους·
β) εντός της επικρατείας άλλων κρατών μελών, της εξαιρέσεως από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη.
Η ασυλία τούς καλύπτει επίσης όταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν.
Επίκληση της ασυλίας δεν δύναται να γίνει στην περίπτωση αυτοφώρου εγκλήματος ούτε δύναται να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να άρει την ασυλία ενός από τα μέλη του.»
2. Εσωτερικός κανονισμός του Κοινοβουλίου
3 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της 16ης εκδόσεως (Ιούλιος 2004) του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου (ΕΕ 2005, L 44, σ. 1) ορίζει ότι «[ο]ι βουλευτές απολαύουν των προνομίων και ασυλιών που προβλέπονται στο [Πρωτόκολλο]».
4 Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου ορίζει:
«1. Το Κοινοβούλιο, κατά την άσκηση των εξουσιών του σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες, επιδιώκει πρωτίστως να διατηρεί την ακεραιότητά του ως δημοκρατικής νομοθετικής συνέλευσης και να διασφαλίζει την ανεξαρτησία των βουλευτών του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
[…]
3. Κάθε αίτηση η οποία απευθύνεται στον Πρόεδρο από βουλευτή ή πρώην βουλευτή με σκοπό την υπεράσπιση της ασυλίας και των προνομίων ανακοινώνεται στην ολομέλεια και παραπέμπεται στην αρμόδια επιτροπή.»
5 Το άρθρο 7, παράγραφος 6, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου ορίζει:
«Σε περιπτώσεις σχετικά με την υπεράσπιση προνομίου ή ασυλίας, η επιτροπή αποφασίζει εάν οι περιστάσεις συνιστούν διοικητικό ή άλλο περιορισμό επιβαλλόμενο στην ελεύθερη διακίνηση των βουλευτών που ταξιδεύουν προς και από τον τόπο συνεδρίασης του Κοινοβουλίου ή στην έκφραση γνώμης ή ψήφου κατά την άσκηση της εντολής τους ή αν εμπίπτουν στις περιπτώσεις του άρθρου 10 του [Πρωτοκόλλου], που δεν αποτελούν θέμα εθνικής νομοθεσίας, και υποβάλλει πρόταση με την οποία καλεί την ενδιαφερόμενη αρχή να καταλήξει στα αναγκαία συμπεράσματα.»
3. Το άρθρο 26 του γαλλικού Συντάγματος
6 Το άρθρο 26 του γαλλικού Συντάγματος ορίζει:
«Κανένα μέλος του Κοινοβουλίου δεν δύναται να διωχθεί, να καταζητηθεί, να συλληφθεί, να κρατηθεί ή να δικασθεί για γνώμη που εξέφρασε ή ψήφο κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Σύλληψη ή άλλο στερητικό ή περιοριστικό της ελευθερίας μέτρο εις βάρος βουλευτή για κακούργημα ή πλημμέλημα επιτρέπεται μόνον κατόπιν αδείας του προεδρείου της Εθνοσυνελεύσεως της οποίας αυτός αποτελεί μέλος. Η άδεια δεν απαιτείται σε περίπτωση αυτόφωρου κακουργήματος ή πλημμελήματος ή τελεσίδικης καταδίκης.
Η κράτηση, τα μέτρα στερήσεως ή περιορισμού της ελευθερίας ή η δίωξη μέλους του Κοινοβουλίου αναστέλλονται κατά τη διάρκεια της συνόδου, εφόσον το ζητήσει η Εθνοσυνέλευση στην οποία ανήκει […]»
Ιστορικό της διαφοράς
7 Ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων), B. Gollnisch, είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και σύμβουλος της Περιφέρειας Ροδανού-Άλπεων (Rhône-Alpes) (Γαλλία).
8 Στις 11 Οκτωβρίου 2004, ο προσφεύγων παραχώρησε συνέντευξη Τύπου στο πολιτικό του γραφείο, στη Λυών (Γαλλία).
9 Στο πλαίσιο της εν λόγω συνεντεύξεως, ο προσφεύγων αναφέρθηκε διαδοχικώς στα ακόλουθα θέματα: στο ζήτημα της προσχωρήσεως της Τουρκικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στη διαδικασία κυρώσεως της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, στην υπόθεση των ομήρων στο Ιράκ, στην πολιτική και κοινωνική κατάσταση και, τέλος, στην έκθεση της Επιτροπής για τον ρατσισμό και την αμφισβήτηση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας (négationnisme) στο Πανεπιστήμιο Jean-Moulin Lyon-III, η οποία υποβλήθηκε στον Γάλλο Υπουργό Εθνικής Παιδείας (αποκαλούμενη «έκθεση Rousso») και η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, τις πολιτικές απόψεις ορισμένων πανεπιστημιακών επί της ιστορίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη.
10 Στις 15 Οκτωβρίου 2004, ο Γάλλος Υπουργός Δικαιοσύνης διέταξε τη διενέργεια αστυνομικής έρευνας ως προς ορισμένες δηλώσεις στις οποίες προέβη ο προσφεύγων κατά τη συνέντευξη Τύπου και οι οποίες θεωρήθηκαν ως αμφισβήτηση των διαπραχθέντων από το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.
11 Με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 2004, ο procureur général [Εισαγγελική Αρχή] του cour d’appel de Lyon [εφετείο Λυών] παρήγγειλε στον procureur de la République de Lyon [εισαγγελέας Λυών] την κίνηση ποινικής διώξεως κατά του προσφεύγοντος για αμφισβήτηση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Ο procureur de la République de Lyon κίνησε ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 24 bis του νόμου της 29ης Ιουλίου 1881 περί ελευθερίας του Τύπου (Bulletin des Lois, 1881, αριθ. 637, σ. 125). Το εν λόγω άρθρο, το οποίο απαγορεύει τις δημόσιες δηλώσεις αμφισβητήσεως της υπάρξεως εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, προβλέποντας συναφείς ποινικές κυρώσεις, εισήχθη με το άρθρο 9 του νόμου 90-615, της 13ης Ιουλίου 1990, ο οποίος σκοπεί στην καταστολή κάθε ρατσιστικής, αντισημιτικής ή ξενοφοβικής πράξεως (JORF [Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας] της 14ης Ιουλίου 1990, σ. 8333).
12 Στις 7 Απριλίου 2005, ο Luca Romagnoli, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απηύθυνε, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, επιστολή στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου με την οποία ζήτησε την υποβολή στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων αιτήσεως υπερασπίσεως της βουλευτικής ασυλίας του προσφεύγοντος, επισημαίνοντας συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
«Βρισκόμαστε […] ενώπιον κατάφωρης περιπτώσεως fumus persecutionis, στο πλαίσιο της οποίας βουλευτής της αντιπολιτεύσεως διώκεται κατόπιν εντολής μέλους της εκτελεστικής εξουσίας, του οποίου ο διωκόμενος βουλευτής αποτελεί, εξάλλου, πολιτικό αντίπαλο σε τοπικό επίπεδο.
Κατά το άρθρο 10[, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄,] του [Πρωτοκόλλου], η βουλευτική ασυλία της οποίας απολαύει ο κύριος Gollnisch είναι αυτή που προβλέπεται από το γαλλικό συνταγματικό δίκαιο. Το άρθρο 26 του γαλλικού Συντάγματος ορίζει ότι η Εθνοσυνέλευση της οποίας ο βουλευτής αποτελεί μέλος δύναται να ζητήσει την αναστολή της διώξεως.
Ενεργώντας δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3[, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου], λαμβάνω την τιμή να υποβάλω την παρούσα αίτηση υπερασπίσεως της ασυλίας του κυρίου Gollnisch, με τη συγκατάθεσή του.»
13 Κατά τη συνεδρίαση της ολομελείας του Κοινοβουλίου της 14ης Απριλίου 2005, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανακοίνωσε τη λήψη της εν λόγω επιστολής εκ μέρους του L. Romagnoli και διαβίβασε την αίτηση υπερασπίσεως της ασυλίας του προσφεύγοντος στην αρμόδια επί ζητημάτων ασυλίας Επιτροπή Νομικών Θεμάτων.
14 Κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων της 21ης Απριλίου 2005, η D. Wallis, μέλος του Κοινοβουλίου, ορίσθηκε εισηγήτρια επί της υποθέσεως.
15 Στις 25 Απριλίου 2005, και ενώ ο προσφεύγων είχε κληθεί να εμφανισθεί ενώπιον του tribunal correctionnel de Lyon [πλημμελειοδικείο Λυών] την 26η Απριλίου 2005, L. Romagnoli απηύθυνε νέα επιστολή στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου.
16 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του tribunal correctionnel de Lyon, η υπόθεση αναβλήθηκε, δεδομένου ότι η αίτηση υπερασπίσεως της ασυλίας του προσφεύγοντος δεν είχε ακόμη εξετασθεί από το Κοινοβούλιο.
17 Στις 9 Ιουνίου 2005, ο πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων του Κοινοβουλίου απηύθυνε επιστολή προς τον Γάλλο Υπουργό Δικαιοσύνης προκειμένου, αφενός, να τον ενημερώσει για την υποβληθείσα αίτηση υπερασπίσεως της ασυλίας του προσφεύγοντος και, αφετέρου, να του υποβάλει ορισμένες ερωτήσεις επί της κινηθείσας εναντίον του προσφεύγοντος ένδικης διαδικασίας.
18 Στις 13 Ιουλίου 2005, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου απηύθυνε επιστολή στον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να τον ενημερώσει για το στάδιο στο οποίο τελούσε η διαδικασία ενώπιον του Κοινοβουλίου και να του ζητήσει να διαβιβάσει στις δικαστικές αρχές αίτημα περί προσωρινής αναστολής της ποινικής διαδικασίας, ώστε να δοθεί στο Κοινοβούλιο ο αναγκαίος χρόνος για την εξέταση της υποθέσεως και τη λήψη αποφάσεως επί της αιτήσεως υπερασπίσεως της ασυλίας του προσφεύγοντος.
19 Κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουλίου 2005, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων του Κοινοβουλίου προέβη σε ενδεικτική ψηφοφορία, κατόπιν της οποίας ανατέθηκε στην D. Wallis η εκπόνηση σχεδίου εκθέσεως υπέρ της υπερασπίσεως της ασυλίας του προσφεύγοντος.
20 Με την από 18 Ιουλίου 2005 απάντησή του στην επιστολή του Προέδρου του Κοινοβουλίου, ο Γάλλος Υπουργός Δικαιοσύνης επισήμανε τα ακόλουθα:
«Απόκειται στο επιληφθέν κατόπιν δημόσιου διαλόγου και αντιπαραθέσεως δικαστήριο να αποφανθεί επί της υπάρξεως και της επάρκειας των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται προς στήριξη της κατηγορίας· μέχρι την απόφανση αυτή ο κατηγορούμενος δεν παύει να απολαύει του τεκμηρίου αθωότητας. Υπό την ιδιότητά μου ως σφραγιδοφύλαξ, δεν δύναμαι να διατυπώσω οιαδήποτε εκτίμηση επί του συγκεκριμένου ζητήματος.
Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, στο πλαίσιο της δικαστικής έρευνας, μολονότι ο κύριος Gollnisch δεν συμμορφώθηκε προς την κλήση που του απηύθυναν οι υπηρεσίες της Αστυνομίας, δεν κρατήθηκε ούτε επεβλήθησαν σε αυτόν άλλα περιοριστικά της ελευθερίας μέτρα, τα οποία αποτελούν και τη μόνη περίπτωση κατά την οποία απαιτείται, προκειμένου για τους Γάλλους βουλευτές, προηγούμενη άδεια του προεδρείου της Εθνοσυνελεύσεως στην οποία υπηρετούν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 26 του [γαλλικού] Συντάγματος.»
21 Κατόπιν επανειλημμένων συνεδριάσεων και αφού εξέτασε τρία σχέδια εκθέσεων, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων του Κοινοβουλίου υιοθέτησε, κατά τη συνεδρίαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, το τέταρτο σχέδιο εκθέσεως της D. Wallis, με το οποίο προτάθηκε η απόρριψη της αιτήσεως για την υπεράσπιση της ασυλίας του προσφεύγοντος.
22 Η αιτιολογία της εν λόγω εκθέσεως είναι η ακόλουθη:
«4. Από της πρώτης πενταετούς κοινοβουλευτικής περιόδου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει αποφανθεί επί διαφόρων αιτήσεων για άρση της βουλευτικής ασυλίας. Από τις συζητήσεις του Κοινοβουλίου επί αυτών των αιτήσεων έχουν [προ]κύψει μερικές γενικές αρχές οι οποίες έτυχαν τελικής αναγνωρίσεως στο ψήφισμα που ενέκρινε το Κοινοβούλιο κατά τη συνεδρίαση της ολομελείας της 10ης Μαρτίου 1987. Αυτές είχαν ως βάση την έκθεση Donnez σχετικά με το σχέδιο Πρωτοκόλλου για την αναθεώρηση του [Πρωτοκόλλου] όσον αφορά τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (A2-121/86). Είναι καλό να συνοψίσει κανείς μερικές από αυτές τις αρχές που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση:
α) Η κοινοβουλευτική ασυλία δεν αποτελεί προνόμιο που χορηγείται προς όφελος ενός εκάστου βουλευτού, αλλά εγγύηση της ανεξαρτησίας του Κοινοβουλίου και εκείνης των βουλευτών του έναντι άλλων θεσμικών οργάνων.
β) Το γεγονός ότι το άρθρο 10, πρώτη παράγραφος, εδάφιο [α΄], του [Πρωτοκόλλου] παραπέμπει στις ασυλίες που παρέχονται στα μέλη του Κοινοβουλίου του εκάστοτε κράτους μέλους δεν σημαίνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει εξουσία να θεσπίζει δικούς του κανόνες στο θέμα της άρσεως της κοινοβουλευτικής ασυλίας. Οι αποφάσεις του Κοινοβουλίου έχουν βαθμιαίως διαπλάσει μια [συνεκτική] έννοια της ευρωπαϊκής κοινοβουλευτικής ασυλίας, η οποία είναι κατ’ αρχήν ανεξάρτητη από τις διάφορες πρακτικές των κοινοβουλίων των κρατών μελών. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγονται διαφορές στη μεταχείριση μεταξύ μελών λόγω της υπηκοότητάς των. Κατά συνέπεια, ενώ λαμβάνεται υπόψη η ασυλία που υφίσταται βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εφαρμόζει τις δικές του σταθερές αρχές όταν αποφασίζει εάν θα άρει ή δεν θα άρει την ασυλία βουλευτού.
Η κοινοβουλευτική ασυλία υφίσταται προς προστασία της ελευθερίας των βουλευτών όσον αφορά την έκφραση και τον πολιτικό διάλογο. Η αρμόδια επιτροπή του Κοινοβουλίου πρεσβεύει πάντοτε με συνέπεια ότι αποτελεί θεμελιώδη αρχή το ότι σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι πράξεις του βουλευτού που κατηγορείται αποτελούν τμήμα της πολιτικής του δραστηριότητας ή σχετίζονται κατ’ άμεσον τρόπο με την εν λόγω δραστηριότητα η ασυλία δεν θα αίρεται.
Εδώ περιλαμβάνονται, επί παραδείγματι, εκφράσεις γνώμης που θεωρείται ότι καλύπτονται από την πολιτική δραστηριότητα ενός βουλευτού, οι οποίες διατυπώνονται σε διαδηλώσεις, σε δημόσιες συναντήσεις, σε δημοσιεύσεις πολιτικού χαρακτήρα, στον Τύπο, σε βιβλίο, στην τηλεόραση, στην υπογραφή πολιτικού φυλλαδίου και ακόμη ενώπιον δικαστηρίου.
γ) Η αρχή αυτή συνδυάζεται με άλλα επιχειρήματα υπέρ ή κατά της άρσεως της ασυλίας, συγκεκριμένα το “fumus persecutionis”, ήτοι την υπόθεση ότι η δικαστική δίωξη ασκείται με πρόθεση να παραβλαφθούν οι πολιτικές δραστηριότητες του βουλευτού. Όπως ορίζεται στην αιτιολογική έκθεση της εκθέσεως Donnez, η έννοια του “fumus persecutionis” σημαίνει κατ’ ουσίαν ότι η ασυλία δεν αίρεται οσάκις υφίσταται υποψία ότι η δικαστική δίωξη βασίζεται σε πρόθεση να παραβλαφθούν οι πολιτικές δραστηριότητες του βουλευτού.
Επί παραδείγματι, όταν η δικαστική διαδικασία κινείται από πολιτικό αντίπαλο, ελλείψει αποδείξεων περί του εναντίου, η ασυλία δεν θα αίρεται εάν η δικαστική διαδικασία πρέπει να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στο να βλάψει τον βουλευτή και όχι να επιτύχει την αποκατάσταση ζημίας. Ομοίως, οσάκις κινείται δικαστική διαδικασία υπό συνθήκες από τις οποίες μπορεί να συνάγεται ότι αποκλειστικός σκοπός είναι να παραβλαφθεί ο βουλευτής, η ασυλία δεν θα αίρεται.
III. Αιτιολόγηση της προτεινόμενης αποφάσεως
1. Η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων συζήτησε λεπτομερώς σχετικά με ποια άρθρα του [Πρωτοκόλλου] μπορεί να ισχύουν. Η επιτροπή αποφάσισε ότι η παρούσα υπόθεση πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του άρθρου 9 του [Πρωτοκόλλου], σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες αρχές.
Κατά το άρθρο 9, “τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη για γνώμη ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους”. Η πλήρης αυτή ασυλία ισχύει μόνον για γνώμες που εκφράζουν [οι βουλευτές] κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Το Κοινοβούλιο έχει θεωρήσει ανέκαθεν ως θεμελιώδη αρχή ότι η ασυλία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αρθεί όταν οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ένας βουλευτής έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση των πολιτικών καθηκόντων του/της [...] υπό την ιδιότητά του/της του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή συνδέονταν άμεσα με τα εν λόγω καθήκοντα. Οι ίδιες αρχές πρέπει να ισχύουν και σε περίπτωση αίτησης για υπεράσπιση της βουλευτικής ασυλίας.
α) Εφαρμόζοντας αυτές τις αρχές, η επιτροπή επισημαίνει ότι όταν ο B. Gollnisch εξέφρασε τις απόψεις του κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στις 11 Οκτωβρίου 2004, δεν ασκούσε την ελευθερία του λόγου του σε συνδυασμό με την “άσκηση των καθηκόντων” του ως βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρέσχε, ο B. Gollnisch εξέφρασε τη γνώμη του σχετικά με τη σφαγή στο Katyn απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με τις σοβαρές επικρίσεις που διατύπωσε σχετικά με την πολιτική παρέμβαση στην έκθεση Rousso περί των πολιτικών απόψεων των πανεπιστημιακών του Πανεπιστημίου Λυών III. Οι δηλώσεις συνδέονταν άμεσα με τις επαγγελματικές δραστηριότητες του B. Gollnisch ως καθηγητού στο Πανεπιστήμιο Λυών III και δεν είχαν τίποτε να κάνουν με τα καθήκοντά του ως βουλευτού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι ενήργησε με τον τρόπο αυτό ασκώντας τα καθήκοντά του ως μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
β) Το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 6, του [εσωτερικού] κανονισμού [του Κοινοβουλίου] τηρείται. Σύμφωνα με τις πληροφορίες από το γαλλικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, η εξέταση κατά του B. Gollnisch για ποινικό αδίκημα δεν θέτει εμπόδια στην εκτέλεση των καθηκόντων του, επί παραδείγματι παρεμποδίζοντάς τον να συμμετάσχει στις συνόδους του Κοινοβουλίου ή στις συνεδριάσεις των επιτροπών κ.λπ. Από αυτές τις πληροφορίες φαίνεται ότι ο B. Gollnisch δεν υποχρεούται να παρίσταται στην ακρόαση και ότι μπορεί να εκπροσωπείται από τον δικηγόρο του. Πέραν τούτων η ακρόαση μπορεί να αναβληθεί τη αιτήσει του B. Gollnisch.
2. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2 του [εσωτερικού] κανονισμού [του Κοινοβουλίου], η πρόταση απόφασης της επιτροπής πρέπει απλώς να συνιστά την έγκριση ή την απόρριψη της αίτησης για την υπεράσπιση της ασυλίας και των προνομίων.
IV. Συμπεράσματα
Βάσει των ανωτέρω συλλογισμών, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, έχοντας εξετάσει τους λόγους που συνηγορούν υπέρ και κατά της υπεράσπισης της ασυλίας, συνιστά την απόρριψη της αίτησης για την υπεράσπιση της ασυλίας του B. Gollnisch.»
23 Με την απόφαση 2005/2072 (IMM) της 13ης Δεκεμβρίου 2005 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το Κοινοβούλιο υιοθέτησε την ανωτέρω πρόταση, αποφασίζοντας, με απλή παραπομπή στην έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και άνευ πρόσθετης αιτιολογίας, «να μην υπερασπισθεί την ασυλία και τα προνόμια» του προσφεύγοντος.
24 Με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, το cour d’appel de Lyon επικύρωσε την απόφαση του tribunal correctionnel, με την οποία το εν λόγω δικαστήριο είχε καταδικάσει τον προσφεύγοντα σε φυλάκιση τριών μηνών με αναστολή και σε χρηματική ποινή ύψους 5 000 ευρώ και είχε επιδικάσει αποζημίωση στους πολιτικώς ενάγοντες.
25 Με απόφαση της 23ης Ιουνίου 2009, το Cour de cassation [Ακυρωτικό Δικαστήριο] (Γαλλία) αναίρεσε την απόφαση του cour d’appel de Lyon της 28ης Φεβρουαρίου 2008. Το Cour de cassation αποφάνθηκε, κατ’ ουσίαν, ότι οι πράξεις που προσήπτοντο στον προσφεύγοντα δεν μπορούσαν να διωχθούν ποινικώς και, για τον λόγο αυτόν, έθεσε οριστικώς τέρμα στην κινηθείσα εναντίον του ποινική διαδικασία.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
26 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 13 Φεβρουαρίου 2006, ο Β. Gollnisch άσκησε προσφυγή-αγωγή (στο εξής: προσφυγή), δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη.
27 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 13 Φεβρουαρίου 2006, ο προσφεύγων υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 242 ΕΚ, αίτηση με την οποία ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 12ης Μαΐου 2006.
28 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 21 Φεβρουαρίου 2006, ο L. Romagnoli ζήτησε να παρέμβει υπέρ του προσφεύγοντος. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος του Πρωτοδικείου της 14ης Φεβρουαρίου 2008.
29 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Απριλίου 2006, το Κοινοβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, σκοπούσα στην εν όλω απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης.
30 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 20 Ιουνίου 2004, ο προσφεύγων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της προβληθείσας από το Κοινοβούλιο ενστάσεως απαραδέκτου.
31 Με διάταξη της 22ας Ιανουαρίου 2008, το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα) αποφάσισε τη συνεξέταση της ενστάσεως απαραδέκτου και της ουσίας της υποθέσεως.
32 Στις 14 Μαρτίου 2008, το Κοινοβούλιο κατέθεσε το υπόμνημά του αντικρούσεως.
33 Με έγγραφο της Γραμματείας της 1ης Απριλίου 2008, ο προσφεύγων εκλήθη να καταθέσει το υπόμνημά του απαντήσεως.
34 Ο προσφεύγων δεν κατέθεσε το υπόμνημά του απαντήσεως εντός της ταχθείσας σε αυτόν προθεσμίας, εν συνεχεία, ωστόσο, επιβεβαίωσε ότι εξακολουθούσε να έχει συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς.
35 Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
36 Οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και απήντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Ιανουαρίου 2008.
37 Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Cour de cassation της 23ης Ιουνίου 2009, με διάταξη της 9ης Ιουλίου 2009 το Πρωτοδικείο αποφάσισε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, κάλεσε τους διαδίκους να προσκομίσουν έγγραφα και να απαντήσουν σε ερωτήσεις επί της εν λόγω αποφάσεως. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν στο αίτημα αυτό.
38 Η προφορική διαδικασία περατώθηκε με απόφαση του προέδρου του τρίτου τμήματος του Πρωτοδικείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2009.
39 Ο προσφεύγων-ενάγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση,
– να του επιδικάσει το ποσό των 8 000 ευρώ για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης,
– να του επιδικάσει το ποσό των 4 000 ευρώ για δαπάνες στις οποίες υπεβλήθη για τη νομική εκπροσώπησή του.
40 Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να διαπιστώσει ότι, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Cour de cassation της 23ης Ιουνίου 2009, η προσφυγή-αγωγή κατέστη άνευ αντικειμένου και η δίκη πρέπει να καταργηθεί,
– επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή ως απαράδεκτη ή αβάσιμη,
– να καταδικάσει τον προσφεύγοντα-ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
1. Επί της προσφυγής ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
41 Κληθείς από το Πρωτοδικείο να λάβει θέση επί των συνεπειών της αποφάσεως του Cour de cassation στην παρούσα διαδικασία, ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρώτον, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να αποτελέσει η εν λόγω απόφαση προηγούμενο, δεύτερον, διότι, έχει κινηθεί εναντίον του νέα διαδικασία για νέα πραγματικά περιστατικά και, συνεπώς, επιβάλλεται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί των νομικών ζητημάτων που θέτει η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να αποφευχθεί η εκ μέρους του Κοινοβουλίου λήψη ανάλογης αποφάσεως στο μέλλον, τρίτον, διότι η απόφαση του Cour de cassation δεν αποκατέστησε πλήρως την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η προσβαλλόμενη απόφαση και, τέταρτον, διότι υπέστη υλική ζημία λόγω των δαπανών στις οποίες υποχρεώθηκε να υποβληθεί προκειμένου να προσβάλει την απόφαση του Κοινοβουλίου.
42 Επιπροσθέτως, ο προσφεύγων υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η προσφυγή του είναι παραδεκτή.
43 Προς στήριξη της προσφυγής του ο προσφεύγων προβάλλει έξι λόγους ακυρώσεως. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο, πρώτον, ενήργησε κατά καταστρατήγηση της διαδικασίας, δεύτερον, παρέβη τα άρθρα 9 και 10 του Πρωτοκόλλου, τρίτον, ανέτρεψε την πάγια πρακτική της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων όσον αφορά, αφενός, την ελευθερία εκφράσεως και, αφετέρου, το fumus persecutionis, τέταρτον, παραβίασε τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πέμπτον, ενήργησε κατά τρόπο θίγοντα την ανεξαρτησία του βουλευτή, και, τέλος, έκτον, αγνόησε τις διατάξεις του εσωτερικού του κανονισμού περί της διαδικασίας εκπτώσεως από το βουλευτικό αξίωμα.
44 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο προσφεύγων δεν έχει πλέον συμφέρον να επιδιώκει την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεδομένου ότι η ποινική διαδικασία που είχε κινηθεί εναντίον του περατώθηκε κατά τρόπο αμετάκλητο κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Cour de cassation της 23ης Ιουνίου 2009 και, συνεπώς, δεν τίθεται πλέον το ζήτημα της ασυλίας του στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Κατά το Κοινοβούλιο, λόγω της ανωτέρω εξελίξεως, η ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν θα είχε καμία έννομη συνέπεια για τον προσφεύγοντα.
45 Το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι, με την προσφυγή του, ο προσφεύγων επιδιώκει στην πραγματικότητα να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο, κατόπιν επανεξετάσεως της υποθέσεώς του, να υπερασπισθεί την ασυλία του και να αποφασίσει την αναστολή της διώξεως, ενδεχόμενο το οποίο, εντούτοις, έχει αποκλεισθεί λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Cour de cassation.
46 Ως εκ τούτου, μολονότι υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσφυγή κρίνεται παραδεκτή, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως.
47 Επί του παραδεκτού, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτέλεσμα λόγω, αφενός, της φύσεώς της και, αφετέρου, του γενικού καθεστώτος των βουλευτικών ασυλιών και ότι, συνεπώς, δεν πρόκειται για πράξη δεκτική προσβολής.
48 Επί της ουσίας, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, πρώτον, ότι η προσφυγή βάλλει κατά της εκθέσεως της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και, ειδικότερα, κατά της αιτιολογίας αυτής· ωστόσο, πράξη του Κοινοβουλίου δύναται να θεωρηθεί μόνον η απόφαση που έλαβε η Ολομέλεια του Κοινοβουλίου και όχι η πρόταση αποφάσεως που περιλαμβάνεται στην έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων ή η αιτιολογία της εκθέσεως αυτής.
49 Δεύτερον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι οι σχετικές με την υπεράσπιση της ασυλίας πράξεις δεν δύνανται να βασίζονται απευθείας στο Πρωτόκολλο και ότι, συνεπώς, ως νομική βάση προκρίθηκε η διαλαμβανόμενη στον εσωτερικό του κανονισμό η οποία αφορά τη διαδικασία εκδόσεως πράξεων υπερασπίσεως της ασυλίας.
50 Τρίτον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, εντός του νομικού πλαισίου της υπερασπίσεως της ασυλίας, νομική βάση αποφάσεως του Κοινοβουλίου περί μη υπερασπίσεως της ασυλίας δύναται θεωρητικώς να αποτελεί τόσο το άρθρο 9 όσο και το άρθρο 10 του Πρωτοκόλλου.
51 Τέταρτον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος περί της υποχρεωτικής εφαρμογής του άρθρου 10 του Πρωτοκόλλου δεν άπτονται τόσο του ζητήματος της νομικής βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως όσο της επί της ουσίας εκτιμήσεώς της.
52 Πέμπτον, όσον αφορά τη δυνατότητα αναστολής της διώξεως, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής του, ο προσφεύγων δεν υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο όφειλε να εφαρμόσει το άρθρο 26, τρίτο εδάφιο, του γαλλικού Συντάγματος, αλλά ότι ενδεχόμενη απόφαση περί υπερασπίσεως της ασυλίας του θα έπρεπε να έχει το προβλεπόμενο από την εν λόγω συνταγματική διάταξη αποτέλεσμα, καθώς και ότι, κατά το ίδιο, το άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου δεν παραπέμπει στο άρθρο 26, τρίτο εδάφιο, του γαλλικού Συντάγματος.
53 Έκτον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, ακόμη και αν είχε εφαρμόσει την εν λόγω συνταγματική διάταξη επί του προσφεύγοντος, θα μπορούσε, δεδομένης της διακριτικής του ευχέρειας, να εκδώσει απόφαση όμοια με την προσβαλλόμενη.
54 Έβδομον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η εφαρμογή του άρθρου 26, τρίτο εδάφιο, του γαλλικού Συντάγματος, αφενός, θα ήγειρε ζήτημα περί της δυνατότητας ή μη δράσεως απευθείας βάσει της εν λόγω διατάξεως του εθνικού δικαίου και όχι κατ’ εφαρμογήν της προβλεπόμενης από τον εσωτερικό του κανονισμό διαδικασίας, δεδομένου ότι, για την τελεσφόρηση διαδικασίας υπερασπίσεως της ασυλίας, ο εν λόγω κανονισμός προϋποθέτει την ύπαρξη ασυλίας, ενώ, στο πλαίσιο του άρθρου 26, τρίτο εδάφιο, του γαλλικού Συντάγματος, δεν υφίσταται καμία ασυλία προ της αποφάσεως της Εθνοσυνελεύσεως. Εξάλλου, το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι, ακόμη και αν είχε ενεργήσει βάσει του άρθρου 26, τρίτο εδάφιο, του γαλλικού Συντάγματος, θα μπορούσε να έχει εκδώσει απορριπτική απόφαση και, συνεπώς, η νομική κατάσταση του προσφεύγοντος θα παρέμενε αμετάβλητη.
55 Αφετέρου, κατά το Κοινοβούλιο, η εφαρμογή της διαδικασίας αναστολής της διώξεως θα μπορούσε να εγείρει ζήτημα περί του εννοιολογικού περιεχομένου του όρου «σύνοδος», ο οποίος θα έπρεπε να νοηθεί με το περιεχόμενο του αντίστοιχου κοινοτικού όρου, στοιχείο που θα είχε ως αποτέλεσμα την παύση των αποτελεσμάτων της αποφάσεως αναστολής της διώξεως με τη λήξη της ετήσιας συνόδου 2005/2006, ήτοι τη δεύτερη Τρίτη του μηνός Μαρτίου 2006, εκτός και αν το Κοινοβούλιο παρέτεινε την ισχύ της αποφάσεώς περί υποβολής αιτήματος αναστολής της διώξεως.
56 Όγδοον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο προσφεύγων αλυσιτελώς προβάλλει ισχυρισμό περί παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς το Κοινοβούλιο δεν του παρέσχε σαφείς, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις δικαιολογούσες την πεποίθησή του ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο θα υπερασπιζόταν την ασυλία του, κατά μείζονα δε λόγο διότι το Κοινοβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στον συγκεκριμένο τομέα.
57 Ένατον, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θίγει την ανεξαρτησία του ως βουλευτή.
58 Τέλος, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος περί παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 3, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου είναι απολύτως αβάσιμοι, καθόσον η εν λόγω διάταξη ουδόλως συνδέεται με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
59 Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται να εξετασθεί αν ο προσφεύγων εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για την περάτωση της δίκης και, συνεπώς, αν επιβάλλεται η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής ακυρώσεως.
60 Κατά πάγια νομολογία, το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος σε σχέση με το αντικείμενο της προσφυγής πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο ασκήσεώς της, άλλως η προσφυγή κρίνεται απαράδεκτη. Επιπροσθέτως, το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος για ικανοποίησή του πρέπει να διατηρείται μέχρι την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, άλλως παρέλκει η έκδοση αποφάσεως (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1963, 14/63, Forges de Clabecq κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1015, και της 7ης Ιουνίου 2007, C‑362/05 P, Wunenburger κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑4333, σκέψη 42).
61 Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η έκδοση αποφάσεως επί προσφυγής ακυρώσεως παρέλκει στην περίπτωση κατά την οποία ο προσφεύγων έπαυσε να έχει συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως λόγω γεγονότος που επακολούθησε της ασκήσεως της προσφυγής (βλ., συναφώς, διάταξη του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 2005, T‑28/02, First Data κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑4119, σκέψεις 36 και 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να στερείται πλέον εννόμων συνεπειών η ενδεχόμενη ακύρωση της πράξεως (βλ., συναφώς, διάταξη του Πρωτοδικείου της 14ης Μαρτίου 1997, T‑25/96, Arbeitsgemeinschaft Deutscher Luftfahrt-Unternehmen και Hapag-Lloyd κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑363, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
62 Επιπροσθέτως, έχει κριθεί ότι, αν το συμφέρον που επικαλείται ο προσφεύγων αφορά μελλοντική έννομη κατάσταση, αυτός πρέπει να αποδείξει ότι είναι πλέον βέβαιο ότι θα θιγεί η εν λόγω κατάσταση (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Σεπτεμβρίου 1992, T‑138/89, NBV και NVB κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II‑2181, σκέψη 33, και της 14ης Απριλίου 2005, T‑141/03, Sniace κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑1197, σκέψη 26).
63 Κατά τη διάρκεια της ενώπιόν του δίκης, το Cour de cassation έκρινε ότι οι πράξεις που προσήπτοντο στον προσφεύγοντα δεν δικαιολογούσαν την κίνηση ποινικής διώξεως. Για τον λόγο αυτό ετέθη οριστικώς τέρμα στην κινηθείσα κατά του προσφεύγοντος ποινική διαδικασία, η οποία είχε αποτελέσει την αιτία της αιτήσεως που οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση.
64 Συνεπώς, η ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν δύναται πλέον, αυτή καθ’ εαυτήν, να έχει έννομες συνέπειες. Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Cour de cassation, το ενδεχόμενο λήψεως, εκ μέρους του Κοινοβουλίου, νέας αποφάσεως περί της ασυλίας του προσφεύγοντος επί των ιδίων πράξεων έχει πλέον αποκλεισθεί, καθώς το Cour de cassation έχει κρίνει ότι οι εν λόγω πράξεις δεν δύνανται να διωχθούν ποινικώς.
65 Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων δεν έχει πλέον συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και, κατά συνέπεια, η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής ακυρώσεως παρέλκει.
66 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα που ο προσφεύγων προβάλλει με την απάντησή του στη γραπτή ερώτηση του Πρωτοδικείου, με την οποία καλείται να διατυπώσει τη θέση του επί των αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Cour de cassation της 23ης Ιουνίου 2009.
67 Με την απάντησή του στην εν λόγω γραπτή ερώτηση του Πρωτοδικείου, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι οργανώσεις που αντιμάχονται την παράταξή του έχουν κινήσει εναντίον του νέα διαδικασία, με αφορμή ανακοινωθέν Τύπου που δημοσίευσε κοινοβουλευτική ομάδα της οποίας αποτελεί μέλος, και ότι, καθώς, στο πλαίσιο της εν λόγω διαμάχης, ο ίδιος αντέταξε την ασυλία του, η απόφανση του Γενικού Δικαστηρίου είναι εν προκειμένω λυσιτελής.
68 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο προσφεύγων δύναται να εξακολουθεί να δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την ακύρωση πράξεως θεσμικού οργάνου, αν υφίσταται το ενδεχόμενο επαναλήψεως της προβαλλόμενης παρανομίας ανεξαρτήτως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας ασκήθηκε η προσφυγή του (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα με τη σκέψη 60 απόφαση Wunenburge κατά Επιτροπής, σκέψεις 50 έως 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
69 Ακόμη, όμως, και αν υποτεθεί ότι, εν προκειμένω, ο προσφεύγων ενδέχεται, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, να διωχθεί εκ νέου για νέες πράξεις, δεν αποδεικνύεται ότι η προβαλλόμενη στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως παρανομία δύναται να επαναληφθεί και δη ανεξαρτήτως των ειδικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως. Ειδικότερα, ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν στην περίπτωσή του, αλλά υποστηρίζει ότι είναι παράνομος ο τρόπος κατά τον οποίο το Κοινοβούλιο τις εφάρμοσε στις ειδικές περιστάσεις της υποθέσεως που οδήγησε στην υπό κρίση διαφορά. Επομένως, η προμνησθείσα με τη σκέψη 68 νομολογία δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω και, συνεπώς, ο προσφεύγων αλυσιτελώς προβάλλει, προς δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντός του, τον ισχυρισμό ότι η παρανομία αυτή δύναται να επαναληφθεί ανεξαρτήτως των ειδικών περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως.
70 Εξάλλου, ο προσφεύγων επικαλείται συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκειμένου να αποδείξει ότι η αγωγή αποζημιώσεως με την οποία ζητεί την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της προσβολής της τιμής του, είναι βάσιμη.
71 Από τη νομολογία προκύπτει, πράγματι, ότι προσφυγή ακυρώσεως δεν κρίνεται απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος εκ μόνου του λόγου ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης πράξεως, το εκδόν την πράξη όργανο θα μπορούσε, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να περιέλθει σε αδυναμία εκπληρώσεως της υποχρεώσεως που υπέχει από τη Συνθήκη. Σε μια τέτοια περίπτωση, το έννομο συμφέρον διατηρείται, τουλάχιστον ως βάση ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1980, 76/79, Könecke Fleischwarenfabrik κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 349, σκέψη 9, και της 31ης Μαρτίου 1998, C‑68/94 και C‑30/95, Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑1375, σκέψη 74).
72 Εντούτοις, επιβάλλεται εν προκειμένω η επισήμανση ότι ο προσφεύγων άσκησε την αγωγή αποζημιώσεως ταυτοχρόνως με την προσφυγή ακυρώσεως και ότι, συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο δύναται αποφανθεί επί της υπάρξεως ή μη παραβάσεως εκ μέρους του Κοινοβουλίου, χωρίς κατ’ ανάγκην να αποφανθεί επί της προσφυγής ακυρώσεως. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων αλυσιτελώς επικαλείται την εν λόγω νομολογία προς δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντός του.
73 Τέλος, η απόδοση των δαπανών στις οποίες ο προσφεύγων υπεβλήθη λόγω της ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής ακυρώσεως άπτεται της εκτιμήσεως επί των δικαστικών εξόδων και δεν δύναται, ομοίως, να λειτουργήσει προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του για την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
74 Συνεπώς, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των προβαλλόμενων από το Κοινοβούλιο λόγων απαραδέκτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής ακυρώσεως.
2. Επί της αγωγής αποζημιώσεως
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
75 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής του (στο εξής: αγωγή), ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: ενάγων) δεν επικαλείται κανένα συγκεκριμένο στοιχείο το οποίο να αποδεικνύει ότι πληρούνται οι τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, ήτοι η παράνομη συμπεριφορά του κοινοτικού οργάνου, το υποστατό της ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της προβαλλόμενης ζημίας και ότι, ως εκ τούτου, η αγωγή αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη.
76 Ο ενάγων εκτιμά, κατ’ ουσίαν, πρώτον, ότι απέδειξε επαρκώς κατά νόμον τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του Κοινοβουλίου, ενώ υπενθυμίζει συναφώς τους ισχυρισμούς που προέβαλε προς στήριξη της προσφυγής του ακυρώσεως και, ιδίως, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερείδεται σε προδήλως ελλιπή νομική βάση. Δεύτερον, ο ενάγων υποστηρίζει ότι, λόγω της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπέστη ηθική βλάβη και «δικαστικό διωγμό», ζημία η οποία μεταφράζεται σε προσβολή της τιμής του, καθώς το σύνολο του γαλλικού και του διεθνούς Τύπου ερμήνευσε την απόφαση περί μη υπερασπίσεως της ασυλίας του ως αποκήρυξή του εκ μέρους του Κοινοβουλίου. Τρίτον, ο ενάγων εκτιμά ότι απέδειξε την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης πράξεως του Κοινοβουλίου και της ζημίας που αυτή του προκάλεσε.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
77 Κατά το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να εμφαίνει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Προκειμένου να πληροί τις προϋποθέσεις αυτές, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η αποκατάσταση της προκληθείσας από κοινοτικό όργανο ζημίας πρέπει να περιλαμβάνει στοιχεία που να επιτρέπουν τη διαπίστωση της συμπεριφοράς που ο ενάγων προσάπτει στο όργανο, να εκθέτει τους λόγους για τους οποίους ο ενάγων εκτιμά ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί, καθώς και να προσδιορίζει τη φύση και την έκταση της ζημίας αυτής (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 22ας Ιουλίου 2005, T‑376/04, Polyelectrolyte Producers Group κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑3007, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Τα στοιχεία αυτά πρέπει να προσδιορίζονται κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, ώστε να μπορεί ο εναγόμενος να προετοιμάσει την άμυνά του και το [Γενικό Δικαστήριο] να αποφανθεί επί της αγωγής, ενδεχομένως, άνευ χρείας πρόσθετων διευκρινιστικών στοιχείων. Βάσει της αρχής της ασφάλειας δικαίου και της επιταγής περί ορθής απονομής της δικαιοσύνης, προκειμένου να είναι παραδεκτή μια προσφυγή ή αγωγή, πρέπει τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων αυτή στηρίζεται να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό, από το ίδιο το δικόγραφο (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2007, T‑308/05, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II‑5089, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
78 Πρέπει, συνεπώς, να εξακριβωθεί αν τα στοιχεία του δικογράφου είναι αρκούντως σαφή και ακριβή ώστε να επιτρέπουν στο εναγόμενο να προετοιμάσει την άμυνά του και στο Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της αγωγής, άνευ χρείας πρόσθετων διευκρινιστικών στοιχείων.
79 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από την ανάγνωση του ιδιαιτέρως λεπτομερούς δικογράφου προκύπτει ότι η προσαπτόμενη στο Κοινοβούλιο συμπεριφορά προσδιορίζεται με σαφήνεια, ότι επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προκαλεί στον ενάγοντα ηθική βλάβη και τον υποβάλλει σε «δικαστικό διωγμό» και ότι περιλαμβάνεται αίτημα με το οποίο ζητείται να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8 000 ευρώ για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
80 Τα στοιχεία αυτά κρίνονται επαρκή ώστε να επιτρέπουν στο Κοινοβούλιο να προετοιμάσει την άμυνά του και στο Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της αγωγής αποζημιώσεως.
81 Συνεπώς, η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
82 Ο ενάγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η συμπεριφορά του Κοινοβουλίου είναι παράνομη και ότι του προκάλεσε ηθική βλάβη, η οποία, όπως διευκρινίζει, συνίσταται σε προσβολή της τιμής του. Ο ενάγων προσδιορίζει την εν λόγω ζημία σε 8 000 ευρώ. Αναγνωρίζει, εντούτοις, ότι η απόφαση του Cour de cassation αποκατέστησε μέρος της ζημίας αυτής.
83 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά τον ενάγοντα, το Κοινοβούλιο, πρώτον, ενήργησε κατά καταστρατήγηση της διαδικασίας, δεύτερον, παρέβη τα άρθρα 9 και 10 του Πρωτοκόλλου, τρίτον, ανέτρεψε την πάγια πρακτική της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων όσον αφορά, αφενός, την ελευθερία εκφράσεως και, αφετέρου, το fumus persecutionis, τέταρτον, παραβίασε τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πέμπτον, ενήργησε κατά τρόπο θίγοντα την ανεξαρτησία του βουλευτή, και, τέλος, έκτον, αγνόησε τις διατάξεις του εσωτερικού του κανονισμού περί της διαδικασίας εκπτώσεως από το βουλευτικό αξίωμα.
84 Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, ο ενάγων υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου, το οποίο αφορά γνώμες που εκφράζονται και ψήφους που δίδονται από τους βουλευτές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και επί του οποίου το Κοινοβούλιο στήριξε την απόφασή του περί μη υπερασπίσεως της ασυλίας του ενάγοντος, δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί εν προκειμένω, διότι η εν λόγω διάταξη αφορά αποκλειστικώς γνώμες και ψήφους στο πλαίσιο της ολομελείας του Κοινοβουλίου και των συνεδριάσεων των κοινοβουλευτικών οργάνων, όπως είναι οι επιτροπές ή οι πολιτικές ομάδες, και όχι γνώμες που εκφράζονται στο πλαίσιο συνεδρίων ή κατά τη διάρκεια προεκλογικής εκστρατείας.
85 O ενάγων υποστηρίζει ότι, αντιθέτως, στην περίπτωσή του ετύγχανε εφαρμογής το άρθρο 10 του Πρωτοκόλλου, καθώς η διάταξη αυτή αφορά, μεταξύ άλλων, τις πράξεις που δεν αποτελούν γνώμες ή ψήφους, ανεξαρτήτως αν αυτές λαμβάνουν ή όχι χώρα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όπως επισημαίνει, οι δηλώσεις για τις οποίες εδιώχθη πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια συνεντεύξεως Τύπου την οποία παρεχώρησε, στα γραφεία του πολιτικού κόμματος που εκπροσωπεί, με αφορμή την εκ νέου ανάληψη των πολιτικών του δραστηριοτήτων μετά τη θερινή παύση των εργασιών του Κοινοβουλίου.
86 Κατά τον ενάγοντα, το Κοινοβούλιο, εφαρμόζοντας αποκλειστικώς το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
87 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης της Κοινότητας δεν πληρούνται και ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
88 Επί της παράνομης συμπεριφοράς που του προσάπτεται, το Κοινοβούλιο υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως, πρώτον, ότι η προσφυγή βάλλει, στην πραγματικότητα, κατά της εκθέσεως της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων, ενώ πράξη του Κοινοβουλίου δύναται να θεωρηθεί μόνον η ληφθείσα από το ίδιο απόφαση και όχι η πρόταση αποφάσεως που περιλαμβάνεται στην έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων ή η αιτιολογία της εκθέσεως αυτής˙ δεύτερον, ότι, δεδομένου ότι οι σχετικές με την υπεράσπιση της ασυλίας πράξεις δεν μπορούν να βασίζονται απευθείας στο Πρωτόκολλο, ως νομική βάση προκρίθηκε η διαλαμβανόμενη στον εσωτερικό του κανονισμό η οποία αφορά τη διαδικασία εκδόσεως πράξεων υπερασπίσεως της ασυλίας· τρίτον, ότι νομική βάση αποφάσεως του Κοινοβουλίου περί μη υπερασπίσεως της ασυλίας δύναται θεωρητικώς να αποτελεί τόσο το άρθρο 9 όσο και το άρθρο 10 του Πρωτοκόλλου· τέταρτον, ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος περί της υποχρεωτικής εφαρμογής του άρθρου 10 του Πρωτοκόλλου δεν άπτονται τόσο του ζητήματος της νομικής βάσεως της πράξεως όσο της επί της ουσίας εκτιμήσεώς της· πέμπτον, ότι το άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου δεν παραπέμπει στο άρθρο 26, τρίτο εδάφιο, του γαλλικού Συντάγματος και ότι ο ενάγων δεν υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο όφειλε να εφαρμόσει το άρθρο 26, τρίτο εδάφιο, του γαλλικού Συντάγματος, αλλά ότι ενδεχόμενη απόφαση περί υπερασπίσεως της ασυλίας του θα έπρεπε να έχει το προβλεπόμενο από την εν λόγω συνταγματική διάταξη αποτέλεσμα· έκτον, ότι, ακόμη και αν το Κοινοβούλιο είχε εφαρμόσει την εν λόγω συνταγματική διάταξη επί του ενάγοντος, θα μπορούσε, δεδομένης της διακριτικής του ευχέρειας, να εκδώσει απόφαση όμοια με την προσβαλλόμενη· έβδομον, ότι η εφαρμογή του άρθρου 26, τρίτο εδάφιο, του γαλλικού Συντάγματος θα οδηγούσε, αφενός, στην εξέταση του ζητήματος περί της δυνατότητας ή μη δράσεως απευθείας βάσει της εν λόγω διατάξεως του εθνικού δικαίου και όχι κατ’ εφαρμογήν της προβλεπόμενης από τον εσωτερικό του κανονισμό διαδικασίας, και ότι, ακόμη και αν είχε ενεργήσει βάσει του άρθρου 26, τρίτο εδάφιο, του γαλλικού Συντάγματος, θα μπορούσε να έχει εκδώσει απορριπτική απόφαση και, συνεπώς, η νομική κατάσταση του ενάγοντος θα παρέμενε αμετάβλητη· εξάλλου, τα αποτελέσματα ενδεχόμενης αποφάσεως αναστολής της διώξεως θα μπορούσαν να παύσουν με τη λήξη της ετήσιας συνόδου 2005/2006, τη δεύτερη Τρίτη του μηνός Μαρτίου 2006, ήτοι πριν ο ενάγων δικασθεί από το tribunal correctionnel –εκτός και αν το Κοινοβούλιο παρέτεινε την ισχύ της αποφάσεως περί αναστολής της διώξεως· όγδοον, ότι ο ενάγων αλυσιτελώς προβάλλει ισχυρισμό περί παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης· ένατον, ότι ο ενάγων δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θίγει την ανεξαρτησία του ως βουλευτή· τέλος, δέκατον, ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος περί παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 3, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου είναι καθ’ όλα αβάσιμοι.
89 Όσον αφορά την αιτιώδη συνάφεια, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ουδόλως ευθύνεται για το γεγονός ότι τρίτοι παρερμήνευσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, αναγιγνώσκοντας σε αυτήν τεκμήριο ενοχής του ενάγοντος.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
90 Κατά πάγια νομολογία, εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας, κατά την έννοια του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, λόγω παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων της, μπορεί να θεμελιωθεί εφόσον συντρέχει σύνολο προϋποθέσεων, ήτοι ο παράνομος χαρακτήρας της προσαπτόμενης στα όργανα συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προσαπτόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1982, 26/81, Oleifici Mediterranei κατά ΕΟΚ, Συλλογή 1982, σ. 3057, σκέψη 16, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 1996, T‑175/94, International Procurement Services κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II‑729, σκέψη 44).
91 Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης της Κοινότητας είναι σωρευτικές (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑257/98 P, Lucaccioni κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑5251, σκέψη 14, και του Πρωτοδικείου της 6ης Δεκεμβρίου 2001, T‑43/98, Emesa Sugar κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. II‑3519, σκέψη 59). Συνεπώς, η απουσία μιας εξ αυτών αρκεί για την απόρριψη αγωγής αποζημιώσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 2003, T‑146/01, DLD Trading κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II‑6005, σκέψη 74).
92 Εν προκειμένω, επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η εξέταση των ισχυρισμών περί του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του Κοινοβουλίου.
– Επί της προσαπτόμενης στο Κοινοβούλιο συμπεριφοράς
93 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά την πρώτη εκ των τριών προϋποθέσεων θεμελιώσεως εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, για τις οποίες έγινε λόγος με τη σκέψη 90 της παρούσας αποφάσεως, η νομολογία απαιτεί να αποδεικνύεται κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου σκοπούντος στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες. Όσον αφορά την προϋπόθεση περί του κατάφωρου χαρακτήρα της εν λόγω παραβάσεως, καθοριστικό κριτήριο έλεγχου της συνδρομής της ή μη, ιδίως όταν το οικείο κοινοτικό όργανο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, είναι η πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση, εκ μέρους του οργάνου, των ορίων που επιβάλλονται στη διακριτική του ευχέρεια. Όταν το περιθώριο εκτιμήσεως του οργάνου αυτού είναι σημαντικά περιορισμένο ή και ανύπαρκτο, η απλή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου αρκεί προς απόδειξη της υπάρξεως κατάφωρης παραβάσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Ιουλίου 2000, C‑352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑5291, σκέψεις 43 και 44, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουλίου 2001, T‑198/95, T‑171/96, T‑230/97, T‑174/98 και T‑225/99, Comafrica και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑1975, σκέψη 134).
94 Εξάλλου, μολονότι τα προνόμια και οι ασυλίες που το Πρωτόκολλο αναγνωρίζει υπέρ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν απλώς λειτουργικό χαρακτήρα, καθόσον σκοπούν στην αποφυγή παρακωλύσεως της λειτουργίας και περιορισμού της ανεξαρτησίας των Κοινοτήτων (διατάξεις του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 1989, 1/88 SA, Générale de Banque κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 857, σκέψη 9, και της 13ης Ιουλίου 1990, C‑2/88 IMM, Zwartveld κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I‑3365, σκέψη 19), γεγονός παραμένει ότι αυτά αναγνωρίσθηκαν ρητώς υπέρ των μονίμων και λοιπών υπαλλήλων των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας, καθώς και υπέρ των μελών του Κοινοβουλίου. Το γεγονός ότι τα προνόμια και οι ασυλίες προβλέπονται προς το δημόσιο κοινοτικό συμφέρον δικαιολογεί την παρεχόμενη στα θεσμικά όργανα εξουσία να αίρουν, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο, την ασυλία, πλην όμως δεν σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα προνόμια και οι ασυλίες παραχωρούνται αποκλειστικώς στην Κοινότητα και όχι στους μονίμους υπαλλήλους της, στο λοιπό προσωπικό και στα μέλη του Κοινοβουλίου. Επομένως, το Πρωτόκολλο απονέμει δικαίωμα στα διεπόμενα από αυτό πρόσωπα, ο σεβασμός του οποίου εξασφαλίζεται με τα μέσα παροχής εννόμου προστασίας που καθιερώνει η Συνθήκη (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Οκτωβρίου 2008, T‑345/05, Mote κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2008, σ. II‑2849, σκέψη 28˙ βλ., επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1960, 6/60, Humblet κατά Βελγίου, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 543).
95 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με την επιστολή που απηύθυνε στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου την 7η Απριλίου 2005, προκειμένου αυτός να διαβιβάσει στην Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων αίτηση υπερασπίσεως της βουλευτικής ασυλίας του ενάγοντος, ο L. Romagnoli επισήμανε, αναφερόμενος στο άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου, ότι η βουλευτική ασυλία της οποίας απέλαυε ο Β. Gollnisch ήταν η προβλεπόμενη από το άρθρο 26 του γαλλικού Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι το προεδρείο της Εθνοσυνελεύσεως στην οποία υπηρετεί ο βουλευτής δύναται να ζητήσει την αναστολή της διώξεως. Συνεπώς, ο L. Romagnoli ενεργούσε, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, προς υπεράσπιση της ασυλίας του Β. Gollnisch, με τη συγκατάθεση αυτού.
96 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Κοινοβούλιο αναγνώρισε ότι, με την επιστολή του, ο L. Romagnoli απηύθυνε ρητώς προς το Κοινοβούλιο το αίτημα να ζητηθεί η αναστολή της διώξεως, δυνάμει του άρθρου 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου και του άρθρου 26 του γαλλικού Συντάγματος.
97 Επιβάλλεται η επισήμανση ότι, συντασσόμενο με την πρόταση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων περί άρσεως της ασυλίας του Β. Gollnisch και ενσωματώνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτιολογική έκθεση της εν λόγω προτάσεως, άνευ διατυπώσεως επιφυλάξεως επί του περιεχομένου αυτής, το Κοινοβούλιο υιοθέτησε πλήρως την αιτιολογία της εκθέσεως.
98 Εξ αυτού προκύπτει ότι η αιτίαση που διατυπώνεται κατά της αιτιολογίας της εκθέσεως της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων πρέπει να θεωρηθεί ως βάλλουσα κατά της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως αυτής καθ’ εαυτήν (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα με την σκέψη 94 απόφαση Mote κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 59).
99 Από τα διαδοχικά σχέδια εκθέσεως της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων προκύπτει ότι:
– με το πρώτο σχέδιο εκθέσεως προτάθηκε η υπεράσπιση της ασυλίας του ενάγοντος βάσει του άρθρου 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου,
– με το δεύτερο σχέδιο εκθέσεως προτάθηκε η μη υπεράσπιση της ασυλίας του ενάγοντος βάσει αιτιολογίας ερειδόμενης στο άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου,
– με το τρίτο σχέδιο εκθέσεως υπεβλήθη πρόταση περί μη υπερασπίσεως της ασυλίας του ενάγοντος βάσει ουδενός εκ των άρθρων 9 ή 10 του Πρωτοκόλλου,
– με την τελευταία εκδοχή του σχεδίου εκθέσεως, όπως αυτή υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και, εν συνεχεία, από το ίδιο το Κοινοβούλιο, προτείνεται η απόρριψη της αιτήσεως για υπεράσπιση της ασυλίας του ενάγοντος, ενώ στην παράγραφο 1 του τίτλου ΙΙΙ («Αιτιολόγηση της προτεινόμενης αποφάσεως») του εν λόγω σχεδίου διευκρινίζεται ότι η επιτροπή αποφάσισε ότι η υπόθεση πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 9 του Πρωτοκόλλου.
100 Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της υποβληθείσας στο Κοινοβούλιο αιτήσεως, η οποία είχε ως αντικείμενο την αναστολή της διώξεως δυνάμει του άρθρου 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου και του άρθρου 26 του γαλλικού Συντάγματος, η απόφαση του Κοινοβουλίου να εξετάσει την εν λόγω αίτηση υπό το πρίσμα του άρθρου 9 του Πρωτοκόλλου πρέπει να εκληφθεί ως άρνηση εξετάσεως της εν λόγω αιτήσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου.
101 Επιβάλλεται η επισήμανση ότι το Κοινοβούλιο διαθέτει πράγματι ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τον προσανατολισμό που δύναται να δώσει σε απόφαση επί αιτήσεως όπως η εν προκειμένω υποβληθείσα.
102 Εντούτοις, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Κοινοβούλιο είχε επιληφθεί αιτήσεως αναστολής διώξεως διατυπωθείσας με σαφήνεια βάσει του άρθρου 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄ του Πρωτοκόλλου, το ζήτημα αν η απόφαση έπρεπε να ληφθεί επί τη βάσει του άρθρου 9 ή 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου, δεν ενέπιπτε στη σφαίρα της εξουσίας εκτιμήσεως που αυτό διαθέτει.
103 Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Κοινοβούλιο δεν αποφάσισε να κάνει δεκτή ή να απορρίψει την υποβληθείσα σε αυτό αίτηση, οπότε και θα επρόκειτο για απόφαση εμπίπτουσα στη σφαίρα της εξουσίας εκτιμήσεως που αυτό διαθέτει.
104 Αντιθέτως, το Κοινοβούλιο έδωσε επί της υποβληθείσας σε αυτό αιτήσεως την απάντηση ότι δεν προτίθετο να υπερασπισθεί την ασυλία του ενάγοντος βάσει του άρθρου 9 του Πρωτοκόλλου.
105 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, παραλείποντας να αποφανθεί βάσει του άρθρου 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου, το Κοινοβούλιο δεν έλαβε απόφαση επί της ενδεχόμενης αναστολής της διώξεως, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 26, παράγραφος 3, του γαλλικού Συντάγματος.
106 Συγκεκριμένα, από τις διατάξεις του άρθρου 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου συνάγεται ότι η έκταση και το περιεχόμενο της ασυλίας της οποίας απολαύουν οι βουλευτές εντός της χώρας τους καθορίζονται από τα διάφορα εθνικά δίκαια στα οποία παραπέμπει η διάταξη αυτή.
107 Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο της Πράξεως περί εκλογής των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση καθολική ψηφοφορία (JO 1976, L 278, σ. 5), από την εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2004, η ιδιότητα του μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν είναι συμβατή με την ιδιότητα του μέλους εθνικού κοινοβουλίου, απόκειται στο Κοινοβούλιο να εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των ασυλιών που προβλέπει το άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄ του Πρωτοκόλλου, γεγονός που αναγνωρίσθηκε από το Κοινοβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
108 Εφόσον, για τους λόγους που επισημάνθηκαν με τη σκέψη 94 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄ του Πρωτοκόλλου, το οποίο έχει ως σκοπό –σε συνδυασμό με τις εθνικού δικαίου διατάξεις στις οποίες παραπέμπει– τη ρύθμιση του καθεστώτος ασυλιών του οποίου απολαύουν τα μέλη του Κοινοβουλίου εντός της επικρατείας των χωρών τους κατά τις συνόδους του Κοινοβουλίου, γεννά δικαίωμα υπέρ των διεπόμενων από αυτό προσώπων και, αποτελεί, κατά συνέπεια, κανόνα δικαίου που έχει ως σκοπό την απονομή δικαιωμάτων στα μέλη του Κοινοβουλίου που απολαύουν του εν λόγω καθεστώτος, το Κοινοβούλιο, μη αποφαινόμενο επί τη βάσει του άρθρου 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου, υπέπεσε σε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου σκοπούντος στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες.
109 Επιβάλλεται, επομένως, να εξετασθεί αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, ήτοι η προϋπόθεση περί του υποστατού της ζημίας και περί της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας.
– Επί της αιτιώδους συνάφειας
110 Κατά πάγια νομολογία στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, η σχετική με την αιτιώδη συνάφεια προϋπόθεση πληρούται οσάκις υφίσταται σχέση αιτίου-αιτιατού μεταξύ της διαπραχθείσας από το οικείο θεσμικό όργανο παραβάσεως και της προβαλλόμενης ζημίας, το βάρος αποδείξεως της οποίας φέρει ο ενάγων. Η Κοινότητα ευθύνεται αποκλειστικώς για ζημία η οποία προκύπτει κατά τρόπο αρκούντως άμεσο από την παράτυπη συμπεριφορά του οικείου οργάνου (απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Ιανουαρίου 1992, C‑363/88 και C‑364/88, Finsider κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. I‑359, σκέψη 25, και διάταξη του Δικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 2007, C‑255/06 P, Yedaş Tarim ve Otomotiv Sanayi ve Ticaret κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 61), υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά του οργάνου αποτελεί την καθοριστική αιτία της ζημίας (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2000, T‑201/99, Royal Olympic Cruises κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑4005, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Αντιθέτως, η Κοινότητα δεν υποχρεούται να αποκαθιστά ζημία η οποία παρουσιάζει χαλαρό και μόνον αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά των οργάνων (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 1979, 64/76, 113/76, 167/78, 239/78, 27/79, 28/79 και 45/79, Dumortier frères κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 515, σκέψη 21).
111 Ο ενάγων υποστηρίζει ότι η προσβολή της τιμής την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη οφείλεται στις παράνομες πράξεις του Κοινοβουλίου, για τις οποίες έγινε λόγος με τη σκέψη 83 της αποφάσεως.
112 Επιβάλλεται, εντούτοις, η επισήμανση ότι, με την από 23 Ιουλίου 2009 απάντησή του στη γραπτή ερώτηση του Πρωτοδικείου, ο ενάγων διευκρίνισε ότι η απόφαση του Cour de cassation δεν ικανοποίησε πλήρως την προκληθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση ηθική βλάβη. Επομένως, ο ίδιος ο ενάγων αποδίδει την εν λόγω ζημία ή μέρος αυτής στη δίωξη που κίνησαν εναντίον του οι γαλλικές αρχές.
113 Συνεπώς, η παρατυπία που διέπραξε το Κοινοβούλιο, αρνούμενο να εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα του άρθρου 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου και, συνεπώς, αρνούμενο να παράσχει απάντηση επί τη βάσει της διατάξεως αυτής, δεν συνιστά την άμεση και καθοριστική αιτία της προσβολής της τιμής –ή, έστω, μέρους αυτής– την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη.
114 Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η επισήμανση ότι ο παράνομος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η άμεση και καθοριστική αιτία της προσβολής της τιμής την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη.
115 Πράγματι, όπως αναγνωρίζει ο ενάγων με την απάντησή του στη γραπτή ερώτηση του Πρωτοδικείου σχετικά με τις συνέπειες της αποφάσεως του Cour de cassation, εάν η απόφαση του Κοινοβουλίου είχε βασισθεί στο άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Πρωτοκόλλου θα ήταν σύννομη, ανεξαρτήτως της θέσεως, υπέρ ή κατά της αναστολής της διώξεως, με την οποία θα συντασσόταν το Κοινοβούλιο.
116 Η απόφαση περί υποβολής αιτήματος για αναστολή της διώξεως δεν συνιστά την αναγκαία έκβαση αντίστοιχης αιτήσεως στο Κοινοβούλιο, δεδομένου του ευρέος περιθωρίου εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται συναφώς στο εν λόγω θεσμικό όργανο.
117 Συνεπώς, το γεγονός ότι η απορριπτική απόφαση του Κοινοβουλίου επί της υποβληθείσας σε αυτό αιτήσεως για υποβολή αιτήματος περί αναστολής της διώξεως ερείδεται σε εσφαλμένη νομική βάση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση και καθοριστική αιτία της προβαλλόμενης ζημίας, ακόμη και αν αυτή θεωρηθεί αποδεδειγμένη.
118 Δεδομένου ότι η αιτιώδης συνάφεια δεν αποδεικνύεται, επιβάλλεται η απόρριψη της αγωγής αποζημιώσεως ως αβάσιμης, χωρίς να απαιτείται αναγκαία η εξέταση της τελευταίας προϋποθέσεως για τη θεμελίωση ευθύνης της Κοινότητας, ήτοι της ζημίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
119 Ο ενάγων ζητεί, κατ’ ουσίαν, να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να του καταβάλει το ποσό των 4 000 ευρώ για δαπάνες στις οποίες υπεβλήθη για τις ανάγκες της νομικής εκπροσωπήσεώς του. Ως προς το παραδεκτό του αιτήματός του ο ενάγων επαφίεται στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου.
120 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η δυνατότητα καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού, όπως αυτού που αξιώνει ο ενάγων, δεν προβλέπεται από τα άρθρα 87 επ. του Κανονισμού Διαδικασίας και ότι το αίτημα περί καταδίκης του Κοινοβουλίου στα δικαστικά έξοδα είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτο.
121 Κατά το άρθρο 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας, θεωρούνται ως έξοδα τα οποία μπορούν να αναζητηθούν τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης, και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή των εκπροσώπων, συμβούλων ή δικηγόρων.
122 Μολονότι ο ενάγων δεν δικαιούται κατ’ αποκοπήν ποσού δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αίτημά του σκοπεί στην καταδίκη του Κοινοβουλίου στα δικαστικά έξοδα. Συνεπώς, είναι παραδεκτό.
123 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.
124 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης, το Γενικό Δικαστήριο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του.
125 Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, το Κοινοβούλιο πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του, καθώς και τα δύο τρίτα των εξόδων στα οποία υπεβλήθη ο ενάγων, συμπεριλαμβανόμενων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Καταργεί τη δίκη επί της προσφυγής ακυρώσεως.
2) Απορρίπτει την αγωγή αποζημιώσεως.
3) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρει τα δικαστικά έξοδά του, καθώς και τα δύο τρίτα των εξόδων στα οποία υπεβλήθη ο Bruno Gollnisch, συμπεριλαμβανόμενων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
4) Ο Bruno Gollnisch φέρει το ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων του, συμπεριλαμβανόμενων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Azizi
Cremona
Frimodt Nielsen
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Μαρτίου 2010.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy