Υπόθεση T-187/06
Ralf Schräder
κατά
Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ)
«Κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών – Φυτική ποικιλία SUMCOL 01 - Απόρριψη της αιτήσεως παροχής κοινοτικού δικαιώματος – Έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα της ποικιλίας για την οποία υποβλήθηκε η αίτηση»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία – Ενιαίες νομοθεσίες – Κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών – Προϋποθέσεις χορηγήσεως του κοινοτικού δικαιώματος
(Κανονισμός 2100/94 του Συμβουλίου, άρθρο 7 §§ 1 και 2)
2. Γεωργία – Ενιαίες νομοθεσίες – Κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών – Προϋποθέσεις χορηγήσεως του κοινοτικού δικαιώματος
(Κανονισμός 2100/94 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 2)
3. Γεωργία – Ενιαίες νομοθεσίες – Κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών – Προϋποθέσεις χορηγήσεως ή αρνήσεως χορηγήσεως του κοινοτικού δικαιώματος
(Κανονισμός 2100/94 του Συμβουλίου, άρθρα 76 και 78)
1. Μολονότι ο κοινοτικός δικαστής αναγνωρίζει στη διοίκηση περιθώριο εκτιμήσεως σε οικονομικά και τεχνικά ζητήματα, τούτο δεν συνεπάγεται ότι δεν πρέπει να ελέγχει την ερμηνεία των στοιχείων τέτοιας φύσης από τη διοίκηση. Πράγματι, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει όχι μόνο να ελέγχει την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλ’ οφείλει επίσης να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των ληπτέων υπόψη συναφών στοιχείων για την εκτίμηση σύνθετης καταστάσεως και αν είναι ικανά να θεμελιώσουν τα εξ αυτών αρυόμενα συμπεράσματα. Πάντως, στο πλαίσιο του ανωτέρω ελέγχου, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να υποκαταστήσει την οικονομική ή τεχνική εκτίμηση της διοίκησης με τη δική του.
Η εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα φυτικής ποικιλίας, από απόψεως των τεθέντων με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών, κριτηρίων, είναι επιστημονικώς και τεχνικώς πολύπλοκη και δύναται να δικαιολογήσει περιορισμό του περιεχομένου του δικαστικού ελέγχου. Συγκεκριμένα, η εκτίμηση αυτή απαιτεί πείρα και ειδικές τεχνικές γνώσεις, μεταξύ άλλων στον τομέα της βοτανικής και της γενετικής. Αντιθέτως, η εκτίμηση της υπάρξεως άλλης κοινώς γνωστής ποικιλίας, από απόψεως των τεθέντων με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού κριτηρίων, δεν απαιτεί πείρα ή ειδικές τεχνικές γνώσεις και δεν παρουσιάζει καμία πολυπλοκότητα δυνάμενη να δικαιολογεί περιορισμό του περιεχομένου του δικαστικού ελέγχου.
(βλ. σκέψεις 61, 63-65)
2. Σύμφωνα με τις οδηγίες της διεθνούς συμβάσεως για την προστασία των φυτικών ποικιλιών (σύμβαση UPOV), η δημοσίευση λεπτομερούς περιγραφής μιας φυτικής ποικιλίας είναι ένα από τα στοιχεία που μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη στοιχειοθέτηση της φήμης της. Το στοιχείο αυτό μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών. Συγκεκριμένα, αφενός, η διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνει εξαντλητικό κατάλογο των στοιχείων που δύνανται να στοιχειοθετήσουν τη φήμη μιας ποικιλίας αναφοράς, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει η μη περιοριστική διατύπωση της διατάξεως αυτής. Αφετέρου, σύμφωνα με την προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2100/94, ο κανονισμός αυτός λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τη σύμβαση UPOV.
(βλ. σκέψεις 94, 97, 99)
3. Το άρθρο 76 του κανονισμού 2100/94, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών, χορηγεί στο τμήμα προσφυγών του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών την εξουσία να αποφασίζει αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας, κάνοντας, μεταξύ άλλων, χρήση των αποδεικτικών μέσων που απαριθμούνται στο άρθρο 78 του εν λόγω κανονισμού. Κατά συνέπεια, καθόσον η διεξαγωγή αποδείξεων μπορεί να αποφασιστεί αυτεπαγγέλτως, χωρίς το τμήμα προσφυγών να υποχρεούται να συζητήσει προηγουμένως με τους διαδίκους περί του ενδεχομένου ή της ανάγκης διεξαγωγής της, μπορεί επίσης να τη ματαιώσει αυτεπαγγέλτως, υπό τις ίδιες συνθήκες, αν κατά τη σύσκεψη καταλήξει σε διαφορετική εκτίμηση. Δεν πρόκειται για αποφάσεις που εκδίδονται αιφνιδίως, κατά παράβαση της προβαλλόμενης γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου, αλλά για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που χορηγεί στο τμήμα προσφυγών το άρθρο 76.
(βλ. σκέψη 121)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 19ης Νοεμβρίου 2008 (*)
«Κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών – Φυτική ποικιλία SUMCOL 01 – Απόρριψη της αιτήσεως παροχής κοινοτικού δικαιώματος – Έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα της ποικιλίας για την οποία υποβλήθηκε η αίτηση»
Στην υπόθεση T‑187/06,
Ralf Schräder, κάτοικος Lüdinghausen (Γερμανία), εκπροσωπούμενος αρχικώς από τους T. Leidereiter, W.-A. Schmidt και I. Memmler, στη συνέχεια από τους Τ. Leidereiter και W.-A. Schmidt, δικηγόρους,
προσφεύγων,
κατά
Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ), εκπροσωπούμενου από τους B. Kiewiet και M. Ekvad, επικουρούμενους από τον G. Schohe, δικηγόρο,
καθού,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το τμήμα προσφυγών του ΚΓΦΠ στις 2 Μαΐου 2006 (υπόθεση A 003/2004), σχετικά με αίτηση περί χορηγήσεως δικαιώματος επί της φυτικής ποικιλίας SUMCOL 01,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους N. J. Forwood (εισηγητή), πρόεδρο, E. Moavero Milanesi και L. Truchot, δικαστές,
γραμματέας: J. Plingers, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Ιουλίου 2006,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Οκτωβρίου 2006,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα απαντήσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Δεκεμβρίου 2006,
έχοντας υπόψη την απόφαση με την οποία δεν έγινε δεκτή η κατάθεση υπομνήματος ανταπαντήσεως,
κατόπιν της συνεδριάσεως της 14ης Μαΐου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
1 Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (ΕΕ L 227, σ. 1), το κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας παρέχεται στις ποικιλίες που είναι διακριτές, ομοιογενείς, σταθερές και νέες.
2 Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 2100/94:
«1. Μια ποικιλία θεωρείται ότι είναι διακριτή όταν μπορεί να διακρίνεται σαφώς, βάσει της εκδήλωσης των χαρακτηριστικών που προκύπτει από έναν ιδιαίτερο γονότυπο ή συνδυασμό γονοτύπων, από κάθε άλλη ποικιλία η ύπαρξη της οποίας είναι κοινώς γνωστή κατά την ημερομηνία της αιτήσεως που καθορίζεται δυνάμει του άρθρου 51.
2. Η ύπαρξη άλλης ποικιλίας θεωρείται ότι είναι κοινώς γνωστή, εάν, κατά την ημερομηνία της αιτήσεως που καθορίζεται δυνάμει του άρθρου 51:
α) είχε λάβει δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας ή είχε καταχωριστεί σε επίσημο μητρώο φυτικών ποικιλιών στην Κοινότητα ή σε οποιοδήποτε κράτος ή σε οποιοδήποτε διακυβερνητικό οργανισμό με σχετική αρμοδιότητα·
β) είχε υποβληθεί γι’ αυτήν αίτηση παροχής δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας ή αίτηση για καταχώρισή της σε επίσημο μητρώο ποικιλιών, εφόσον η αίτηση έχει εν τω μεταξύ καταλήξει στην παροχή δικαιώματος ή την καταχώριση.
Οι βάσει του άρθρου 114 εκτελεστικοί κανόνες είναι δυνατόν να προβλέπουν και άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες μια ποικιλία θεωρείται ως κοινώς γνωστή.»
3 Σύμφωνα με το άρθρο 55, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94, όπως έχει τροποποιηθεί, εάν, κατόπιν μιας πρώτης εξετάσεως, το Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών (στο εξής: ΚΓΦΠ) δεν διαπιστώσει προσκόμματα για την παραχώρηση κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, τότε λαμβάνει μέτρα ώστε η τεχνική εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 7, 8 και 9 να διενεργηθεί σε ένα τουλάχιστον κράτος μέλος από το αρμόδιο γραφείο ή τα αρμόδια γραφεία (γραφεία εξέτασης).
4 Σύμφωνα με το άρθρο 56, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94, τα γραφεία εξέτασης, για τους σκοπούς της τεχνικής εξέτασης και προκειμένου να διεξαχθεί η τεχνική εξέταση, καλλιεργούν την ποικιλία ή προβαίνουν σε κάθε άλλη αναγκαία έρευνα, εκτός αν έχει προβλεφθεί άλλος τρόπος τεχνικής εξέτασης για να εξακριβωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 7, 8 και 9.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 61, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2100/94, το ΚΓΦΠ απορρίπτει τις αιτήσεις για κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας εάν καταλήξει στο συμπέρασμα, βάσει των εκθέσεων εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 57, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 7, 8 και 9.
6 Σύμφωνα με το άρθρο 62 του κανονισμού 2100/94, εάν το ΚΓΦΠ είναι της γνώμης ότι τα αποτελέσματα της εξέτασης είναι επαρκή προκειμένου να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως και εάν δεν υπάρχουν προσκόμματα κατά την έννοια των άρθρων 59 και 61, χορηγεί κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας.
7 Σύμφωνα με το άρθρο 67 του κανονισμού 2100/94, προσφυγή μπορεί να ασκηθεί κατά των αποφάσεων του ΚΓΦΠ που έχουν ληφθεί, μεταξύ άλλων, δυνάμει των άρθρων 61 και 62.
8 Σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού 2100/94:
«1. Εάν το αρμόδιο για την έκδοση της απόφασης τμήμα του [ΚΓΦΠ] κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη, το [ΚΓΦΠ] διορθώνει την απόφαση. Αυτό δεν ισχύει αν κατά του προσφεύγοντος έχει υποβληθεί ένσταση από άλλο μετέχον στη διαδικασία άσκησης προσφυγής μέρος.
2. Εάν η απόφαση δεν διορθωθεί εντός προθεσμίας ενός μηνός από την κατάθεση του εγγράφου με το σκεπτικό της προσφυγής, το [ΚΓΦΠ] αμελλητί:
– αποφασίζει αν, θα ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 67, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος,
και
– παραπέμπει την προσφυγή στο τμήμα προσφυγών.»
9 Σύμφωνα με το άρθρο 76 του κανονισμού 2100/94:
«Στις ενώπιόν του διαδικασίες, το [ΚΓΦΠ] διερευνά τα πραγματικά περιστατικά αυτεπαγγέλτως, καθ’ όσον αυτά υπόκεινται σε εξέταση σύμφωνα με τα άρθρα 54 και 55. Δεν λαμβάνει υπόψη του γεγονότα ή αποδεικτικά στοιχεία που δεν υποβλήθηκαν εντός της προθεσμίας που έθεσε το [ΚΓΦΠ].»
Ιστορικό της διαφοράς
10 Στις 7 Ιουνίου 2001, ο προσφεύγων R. Schräder κατέθεσε αίτηση περί χορηγήσεως κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικών ποικιλιών στο ΚΓΦΠ, δυνάμει του κανονισμού 2100/94. Η αίτηση αυτή καταχωρίστηκε με αριθ. 2001/0905.
11 Η φυτική ποικιλία για την οποία υποβλήθηκε η αίτηση περί χορηγήσεως δικαιώματος είναι η φυτική ποικιλία SUMCOL 01 (στο εξής: ποικιλία SUMCOL 01 ή οικεία ποικιλία) και παρουσιάστηκε αρχικώς ως ανήκουσα στο είδος Coleus canina, Katzenschreck. Στη συνέχεια, οι διάδικοι συνομολόγησαν ότι η ποικιλία αυτή ανήκει μάλλον στο είδος Plectranthus ornatus.
12 Με την αίτησή της, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι η οικεία ποικιλία κυκλοφορεί ήδη στο εμπόριο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρχικώς τον Ιανουάριο του 2001, με την ονομασία «Verpiss dich» («Άει χάσου»), αλλά όχι εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προέρχεται από τη διασταύρωση φυτού του είδους Plectranthus ornatus με φυτό του είδους Plectranthus ssp. (φυτό που αποκαλείται στα γερμανικά Buntnessel της Νότιας Αμερικής).
13 Την 1η Ιουλίου 2001, το ΚΓΦΠ ανέθεσε στο Bundessortenamt (Ομοσπονδιακό γραφείο φυτικών ποικιλιών, Γερμανία) να προβεί σε τεχνική εξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 55, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94.
14 Από τον φάκελο της υποθέσεως και την έκθεση των πραγματικών περιστατικών στην προσβαλλομένη απόφαση, καθώς και από τους πραγματικούς ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής, τους οποίους δεν αμφισβήτησε το ΚΓΦΠ, προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της διαδικασίας εξετάσεως, οι ανταγωνιστές του προσφεύγοντος εναντιώθηκαν τη χορήγηση του ζητηθέντος δικαιώματος. Οι ανταγωνιστές αυτοί υποστήριξαν ότι η οικεία ποικιλία δεν ήταν νέα φυτική ποικιλία, αλλά άγρια ποικιλία προελεύσεως Νότιας Αφρικής που κυκλοφορεί στην αγορά από ετών στη χώρα αυτή, καθώς και στη Γερμανία.
15 Η οικεία ποικιλία συγκρίθηκε κατ’ αρχάς με ποικιλία αναφοράς που προσκόμισε η επιχείρηση Unger, ανταγωνίστρια του προσφεύγοντος, την οποία η επιχείρηση αυτή είχε ταξινομήσει ως ανήκουσα στο είδος Plectranthus comosus, «παρεμφερές με το ornatus». Πράγματι, προέκυψε ότι οι δύο αυτές ποικιλίες δεν διακρίνονταν σαφώς. Ωστόσο, η Unger δεν μπόρεσε να προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο ως προς το ότι η ποικιλία αναφοράς ήταν ήδη γνωστή. Κατά συνέπεια, με την προσωρινή του έκθεση, καταρτισθείσα σύμφωνα με τους κανόνες της σύμβασης UPOV (διεθνούς ένωσης για την προστασία νέων φυτικών ποικιλιών) της 28ης Νοεμβρίου 2002, το Bundessortenamt επισήμανε τα εξής:
«[…] το έτος αυτό, το SUMCOL 01 δεν διακρινόταν από τα φυτά που αποκαλούνται Plectranthus ornatus της εταιρίας Unger. Ωστόσο, ο Unger δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί του ότι η εμπορία των φυτών που άρχισε το 1998. Πρέπει να πραγματοποιηθεί νέος έλεγχος το 2003.»
16 Στις 20 Μαρτίου 2002, ο Δρ Menne, ενεργώντας επ’ ονόματι της Heine, εξετάστριας του Bundessortenamt επιφορτισμένης με την τεχνική εξέταση, ήρθε σε επαφή με τον E. van Jaarsveld, συνεργάτη του βοτανικού κήπου του Kirstenbosch (Νότια Αφρική), παρακαλώντας τον να του προμηθεύσει μοσχεύματα ή σπόρους των ειδών Plectranthus comosus ή Plectranthus ornatus, που επρόκειτο να χρησιμοποιήσει ως ποικιλίες αναφοράς. Τον ρώτησε επίσης αν ποικιλίες των ειδών αυτών κυκλοφορούν στην αγορά στη Νότιο Αφρική.
17 Με την από 25 Μαρτίου 2002 απάντησή του, ο Ε. van Jaarsveld ανέφερε:
«Η καλλιέργεια των ειδών Plectranthus comosus και P. ornatus είναι συνήθης στη χώρα μας. Το πρώτο είδος θεωρείται πλέον ως παρασιτικό χωροκατακτητικό φυτό και δεν μπορεί να πωλείται σε φυτώρια. Πολύχρωμες ποικιλίες διατίθενται και καλλιεργούνται συχνά και νομίζω ότι εξακολουθεί να είναι νόμιμος ο πολλαπλασιασμός τους. Το είδος P. ornatus εξακολουθεί να χρησιμοποιείται πολύ και να πωλείται από τους δενδροκόμους. Τώρα είναι φθινόπωρο και θα αναζητήσω σπόρους των δύο αυτών ειδών. Εφόσον δεν πρόκειται για αυτόχθονα είδη της περιοχής μας, δεν τα καλλιεργούμε εδώ στο Kirstenbosch και πρέπει να αναζητήσω σπόρους φυτών από κήπους ιδιωτών.»
18 Με το από 15 Μαΐου 2002 έγγραφο, η Miller, της Royal Horticultural Society Garden de Wisley (Ηνωμένο Βασίλειο) εξέθεσε τα εξής στην Heine:
«Δυστυχώς, δεν έχουμε σπόρους Plectranthus. Προτείνω να έρθετε σε επαφή είτε με την Botanical Society of South Africa στο Kirstenbosch […] είτε με τη Silverhill Seeds […], Κεηπτάουν, Νότιος Αφρική.
Όσον αφορά το C. Canina, είναι πρακτικώς βέβαιον ότι πρόκειται για το είδος Plectrantus ornatus, το οποίο ήταν στο παρελθόν γνωστό με την εσφαλμένη ονομασία P. comosus. Έφερα ορισμένα μοσχεύματα C. canina και προσομοιάζουν πολύ με τα μοσχεύματα του είδους P. ornatus που καλλιεργώ από ετών και με ένα φυτό που έλαβα πέρσι από φυτώριο της Μεγάλης Βρετανίας για να προσδιορισθεί η ταυτότητά του.»
19 Με την από 16 Οκτωβρίου 2002 επιστολή, ο Ε. van Jaarsveld έλαβε την εξής θέση, όσον αφορά φωτογραφία της οικείας ποικιλίας που του κοινοποίησε η Heine:
«Το εν λόγω φυτό σας είναι αναμφίβολα P. ornatus Codd. Γνωρίζω πολύ καλά το είδος αυτό. Το είδος P. comosus είναι μεγάλο θαμνοειδές με πολύ διαφορετικά τριχωτά φύλλα.»
20 Στις 12 Δεκεμβρίου 2002, το Bundessortenamt έλαβε τα μοσχεύματα που έστειλε ο Ε. van Jaarsveld, ο οποίος τα παρουσίασε ως συλλεγέντα από τον ιδιωτικό του κήπο. Επειδή ορισμένα από τα μοσχεύματα αυτά δεν επέζησαν της μεταφοράς, πιθανώς λόγω του ψύχους, το Bundessortenamt πολλαπλασίασε τα επιζήσαντα για να αποκτήσει πρόσθετα μοσχεύματα. Τα φυτά που προήλθαν από τα μοσχεύματα αυτά καλλιεργήθηκαν από κοινού με τα φυτά της οικείας ποικιλίας SUMCOL 01 κατά τη διάρκεια του έτους εξέτασης 2003. Μετά το τέλος της εξέτασης αυτής, προέκυψε ότι η οικεία ποικιλία διακρινόταν ελάχιστα από τα φυτά που προήλθαν από τα μοσχεύματα που έστειλε ο Ε. van Jaarsveld. Σύμφωνα με την από 19 Αυγούστου 2003 ηλεκτρονική επιστολή της Heine, οι διαφορές ήσαν μεν «ουσιώδεις», αλλά ελάχιστα ορατές.
21 Με το από 7 Αυγούστου 2003 έγγραφο, το ΚΓΦΠ πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι, σύμφωνα με το Bundessortenamt, «τα φυτά δεν ήσαν πλήρως διακριτά σε σχέση με τα φυτά που εξετάσθηκαν στον βοτανικό κήπο του Kirstenbosch». Οι διάδικοι συνομολογούν ότι τα φυτά αυτά προέρχονταν πράγματι από τον ιδιωτικό κήπο του Ε. van Jaarsveld. Στο έγγραφο αυτό αναφερόταν επίσης ότι, σύμφωνα με τη Heine, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ποικιλία του SUMCOL 01 όταν εξέτασε τον χώρο πειραμάτων του Bundessortenamt.
22 Τον Σεπτέμβριο του 2003, ο προσφεύγων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σε απάντηση των αποτελεσμάτων της τεχνικής εξέτασης. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2003, στηριζόμενος, αφενός, στα αποτελέσματα του ερευνητικού ταξιδιού του στη Νότιο Αφρική, που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 29ης Αυγούστου και 1ης Σεπτεμβρίου 2003, και, αφετέρου, στα αποτελέσματα της επίσκεψής του στον βοτανικό κήπο του Meise (Bέλγιο), δήλωσε πεπεισμένος ότι τα φυτά που προέρχονταν από τον κήπο του Ε. van Jaarsveld, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για σύγκριση, δεν ανήκαν στην ποικιλία αναφοράς, αλλά στην ποικιλία SUMCOL 01. Περαιτέρω, εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη φήμη της ποικιλίας αναφοράς.
23 Η τελική έκθεση του Bundessortenamt της 9ης Δεκεμβρίου 2003, καταρτισθείσα σύμφωνα με τους κανόνες της UPOV, κοινοποιήθηκε προς υποβολή παρατηρήσεων στον προσφεύγοντα με το από 15 Δεκεμβρίου 2003 έγγραφο του ΚΓΦΠ. Η έκθεση αυτή καταλήγει ότι η οικεία ποικιλία SUMCOL 01 δεν είναι διακριτή σε σχέση με την ποικιλία αναφοράς Plectranthus ornatus της Νότιας Αφρικής (van Jaarsveld).
24 Ο προσφεύγων υπέβαλε τις τελευταίες παρατηρήσεις του επί της εκθέσεως αυτής στις 3 Φεβρουαρίου 2004.
25 Με την απόφαση R 446 της 19ης Απριλίου 2004 (στο εξής: απορριπτική απόφαση), το ΚΓΦΠ απέρριψε την αίτηση περί χορηγήσεως κοινοτικού δικαιώματος λόγω του ότι η ποικιλία SUMCOL 01 δεν είναι διακριτή, υπό την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού 2100/94.
26 Όσον αφορά ειδικότερα την προϋπόθεση σχετικά με τη φήμη της ποικιλίας αναφοράς, το ΚΓΦΠ δήλωσε τα εξής με την απορριπτική απόφαση:
«Κατά την τεχνική εξέταση, η ποικιλία Sumcol 01 δεν ήταν σαφώς διακριτή, όσον αφορά τα εξετασθέντα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, από το υλικό αναφοράς της ποικιλίας Plectranthus ornatus της Νότιας Αφρικής, η οποία, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως (7 Ιουνίου 2001), ήταν κοινώς γνωστή.
[…]
Ο Ε. van Jaarsveld δήλωσε ότι ο βοτανικός κήπος του Kirstenbosch επικεντρωνόταν στα αυτόχθονα είδη. Το P. ornatus δεν είναι αυτόχθονο φυτό της Νότιας Αφρικής, γεγονός το οποίο εξηγεί τους λόγους για τους οποίους το είδος αυτό δεν καλλιεργείται στον βοτανικό κήπο. Η ποικιλία [αναφοράς] κυκλοφορεί ωστόσο στην αγορά και πωλείται σε καταστήματα κηπευτικών ειδών της Νότιας Αφρικής, οπότε μπορεί να ανευρεθεί σε ιδιωτικούς κήπους, όπως στον κήπο του Ε. van Jaarsveld. Εφόσον η ποικιλία αυτή διατίθεται στην αγορά και μπορεί να ανευρεθεί σε ιδιωτικούς κήπους, πρέπει να θεωρηθεί ως κοινώς γνωστή.
Το [ΚΓΦΠ ] δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλλει για την προέλευση του φυτικού υλικού που πρότεινε ο Ε. van Jaarsveld.»
27 Στις 11 Ιουνίου 2004, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ κατά της απορριπτικής αποφάσεως. Με την ευκαιρία αυτή, ζήτησε να του επιτραπεί η πρόσβαση στα διαδικαστικά έγγραφα. Το αίτημα αυτό έγινε πλήρως δεκτό στις 25 Αυγούστου 2004, ήτοι πέντε ημέρες προτού παρέλθει η τετράμηνη προθεσμία για την υποβολή του υπομνήματος με το σκεπτικό της προσφυγής του άρθρου 69 του κανονισμού 2100/94. Παρ’ όλ’ αυτά, ο προσφεύγων υπέβαλε το υπόμνημα αυτό στις 30 Αυγούστου 2004.
28 Η απορριπτική απόφαση δεν αποτέλεσε το αντικείμενο προδικαστικής αναθεωρήσεως του άρθρου 70 του κανονισμού 2100/94 εντός μηνός από την παραλαβή του δικογράφου της προσφυγής, που προβλέπεται στη διάταξη αυτή. Ωστόσο, με το από 30 Σεπτεμβρίου 2004 έγγραφο, το ΚΓΦΠ γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι αποφάσισε αυθημερόν να «αναβάλει την απόφασή του» επί του σημείου αυτού κατά δύο εβδομάδες, για τον λόγο ότι θεωρούσε χρήσιμη τη διεξαγωγή νέων ερευνών.
29 Στις 8 Οκτωβρίου 2004, ο Ε. van Jaarsveld προσκόμισε στο ΚΓΦΠ τις ακόλουθες διευκρινίσεις:
«Ο Δρ L. E. Codd περιέγραψε το φυτό Plectranthus ornatus στο “Plectranthus and allied genera in southern Africa” [Bothalia 11, 4: σ. 393-394 (1975)]. Με τη διάγνωσή του, ο Δρ Codd αναφέρει ότι “αναπτύσσεται σε βράχους σε ημισκιώδη μέρη, σε ύψος μεταξύ 1 000 και 1 500 μέτρων, από την Αιθιοπία μέχρι την Τανζανία. Καλλιεργείται και είναι ημιεγκλιματισμένο στη Νότιο Αφρική”. Επομένως, μπορώ να ισχυριστώ και να επιβεβαιώσω με τον Δρ Codd ότι το φυτό αυτό βρίσκεται στο εγχώριο εμπόριο των φυτωρίων μας πλέον των 30 ετών. Το 1975 χρησιμοποιούνταν ήδη ευρέως και κυκλοφορούσε στην αγορά, με το όνομα όμως P. neochilus. Σήμερα, η Plectranthus ornatus βρίσκεται στους κήπους παντού στη Νότιο Αφρική και είναι διαδεδομένη στο εμπόριο κηπευτικών ειδών.»
30 Στις 13 Οκτωβρίου 2004, το ΚΓΦΠ απηύθυνε νέες ερωτήσεις στον Ε. van Jaarsveld ως προς το μέρος και την ημερομηνία συλλογής των μοσχευμάτων, τα αποδεικτικά στοιχεία της αγοράς τους, τις εναλλακτικές πηγές κτήσης και την πιθανή προέλευση του ευρωπαϊκού φυτικού υλικού, καθώς και την παραπομπή στο έργο του Δρ Codd.
31 Στις 15 Οκτωβρίου 2004, ο Ε. van Jaarsveld απάντησε ως εξής:
«Τα εν λόγω φυτά δεν αγοράσθηκαν –είναι ένας συνηθισμένος κλώνος που οι άνθρωποι φυτεύουν παντού στο Κεηπτάουν και στη Δημοκρατία της Νότιας Αφρικής (ΔΝΑ). Τα φυτά που έστειλα προέρχονταν από τον ιδιωτικό κήπο μου (διαμένω και εργάζομαι στον βοτανικό κήπο του Kirstenbosch), έλαβα ένα μόσχευμα προ ετών από τον κήπο ενός φίλου στο Plumstead, που είχε διαδοθεί με το εμπόριο κηπευτικών ειδών. Εθιμικά καλλιεργούσαμε το φυτό αυτό στον βοτανικό κήπο μας με την ονομασία P. neochilus, από τότε όμως που ανακαλύψαμε ότι είναι ξενικό είδος το εκριζώσαμε από τον βοτανικό κήπο του Kirstenbosch, διότι καλλιεργούμε μόνο φυτά της ΔΝΑ. Ο κλώνος αυτός διατίθεται στα φυτώρια παντού στη ΔΝΑ και κυκλοφορεί στο εμπόριο κηπευτικών ειδών από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Εργάζομαι επί του Plectr. από πολλών ετών και είμαι πολύ εξοικειωμένος με τον κλώνο αυτό· δεν έχει παραχθεί από σπορά και επομένως δεν έχει την ίδια γενετική προέλευση, οπότε είναι ένας μοναδικός κλώνος.
Θα σας αποστείλω αντίγραφο των συναφών με το θέμα αυτό σελίδων του βιβλίου του Δρ Codd.»
32 Το ΚΓΦΠ επικοινώνησε επίσης με το νοτιοαφρικανικό Υπουργείο Γεωργίας, αναφέροντας τη γνωμοδότηση του Ε. van Jaarsveld και ζητώντας περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά τη διαθεσιμότητα του είδους Plectranthus ornatus.
33 Με την από 2 Νοεμβρίου 2004 απάντησή της, η J. Sadie, του υπουργείου αυτού προβάλλει τα εξής:
«Επικοινώνησα με έναν άλλο εμπειρογνώμονα περί του Plectranthus, τον Δρ Gert Brits, ο οποίος είναι επίσης κάτοχός του.
Κατ’ αρχάς, το Plectranthus είναι ένα από τα είδη που εμπίπτουν στον τομέα εργασίας του Ernst van Jaarsveld από πολλών ετών· αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Ernst van Jaarsveld είναι πράγματι εμπειρογνώμων όσον αφορά το είδος αυτό και οι πληροφορίες του είναι αξιόπιστες.
Δεύτερον, το Plectranthus ornatus είναι είδος που προέρχεται από την τροπική Αφρική (Τανζανία και Κένυα). Το είδος αυτό προσομοιάζει πολύ με το είδος της Νότιας Αφρικής, P. neochilus, οι δε διαφορές τους έγκεινται στο ότι το P. neochilus έχει μακρύτερη ταξιανθία και το P. ornatus φύλλα με στρογγυλεμένες άκρες. Οι δενδροκόμοι συγχέουν προφανώς τα δύο είδη. Καθώς οι περισσότεροι δενδροκόμοι δεν είναι ειδικευμένοι βοτανολόγοι, εμπιστεύονται άλλους για την αναγνώριση των φυτών και ελάχιστοι από αυτούς γνωρίζουν τις λεπτές διαφορές όπως, εν προκειμένω, μεταξύ των δύο ειδών.
Στο Pretoria Herbarium, βρίσκονται αποξηραμένα δείγματα P. ornatus, συλλεγέντα από κήπο το 1960. Τα είδη των αποξηραμένων δειγμάτων, που έχουν συλλεγεί από εγκλιματισμένα και κηπευτικά φυτά στη Νότιο Αφρική, επιβεβαιώνονται με την πρόσφατη δημοσίευση του Δρ H. F. Glen, “Cultivated Plants of southern Africa – names, common names, literature”, 2002, σ. 326.
Η δημοσίευση του L. E. Codd το 1975, “Plectranthus (Labiataea) and allied genera in southern Africa”, Bothalia 11(4): 371‑442, αναφέρει το P. ornatus ως φυτό που καλλιεργείται και είναι ημιεγκλιματισμένο στη Νότιο Αφρική. Τούτο επιβεβαιώνεται από τον Andrew Hankey με το άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο τεύχος υπ’ αριθ. 21 του Plantlife, τον Σεπτέμβριο του 1999, “The genus Plectranthus in South Africa: diagnostic characters and simple fields keys”, σ. 8‑15.
Είναι γεγονός ότι το είδος αυτό προέρχεται από την Αφρική και αν τα φυτά, ακόμη κι αν προέρχονται από ιδιωτικούς κήπους, δεν μπορούν να διακριθούν από ποικιλία ως προς την οποία ο κάτοχος ζητεί τη χορήγηση δικαιώματος, τούτο σημαίνει ότι η “ποικιλία” δεν είναι μοναδική.
[…] Μπορούμε να καθορίσουμε τις πηγές παραγωγής του P. ornatus, αλλά τούτο απαιτεί χρόνο. Ωστόσο, μπορώ να σας παραπέμψω στους δενδροκόμους του Rodene Wholesale Nursery στο Port Elizabeth, οι οποίοι κατήγγειλαν την καταχώριση ποικιλίας P. neochilus στις Ηνωμένες Πολιτείες διότι, βάσει εικόνων, δεν κατορθώνουν να τη διακρίνουν από το σύνηθες P. neochilus που καλλιεργούν περίπου από δεκαπενταετίας.»
34 Στις 10 Νοεμβρίου 2004, το ΚΓΦΠ αποφάσισε να μην τροποποιήσει την απορριπτική απόφαση βάσει της διαδικασίας προδικαστικής αναθεωρήσεως του άρθρου 70 του κανονισμού 2100/94 και παρέπεμψε την προσφυγή στο τμήμα προσφυγών. Το ΚΓΦΠ επισήμανε ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι αν το φυτικό υλικό της ποικιλίας αναφοράς που έστειλε στο Bundessortenamt ο Ε. van Jaarsveld ήταν, όπως ισχυρίζεται ο προσφεύγων, υλικό της ποικιλίας SUMCOL 01 το οποίο εξήχθη από τη Γερμανία στη Νότιο Αφρική. Το ΚΓΦΠ έδωσε αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό, στηριζόμενο στην τεχνική έκθεση του Bundessortenamt, από την οποία προέκυψε η ύπαρξη διαφορών μεταξύ της οικείας ποικιλίας και της ποικιλίας αναφοράς όσον αφορά το ύψος του φυτού, το μήκος του φύλλου και το μήκος του σωλήνα του κάλυκα του άνθους.
35 Με την από 8 Σεπτεμβρίου 2005 γραπτή απάντησή του σε ερώτημα του τμήματος προσφυγών, το ΚΓΦΠ αναγνώρισε ότι η αλλαγή κλίματος και τοποθεσίας μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις των φυτών και, όπως εξήγησε το Bundessortenamt, δεν μπορεί επομένως να αποκλεισθεί εντελώς ότι ποικιλίες που έχουν τόσο αμελητέες διαφορές όσο η οικεία ποικιλία και η ποικιλία αναφοράς εμπίπτουν στην ίδια ποικιλία.
36 Η ακρόαση των διαδίκων από το τμήμα προσφυγών έγινε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Σεπτεμβρίου 2005. Από τα πρακτικά της συνεδριάσεως αυτής προκύπτει ότι η Heine παρέστη ως εκπρόσωπος του ΚΓΦΠ. Μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι, από τα έξι μοσχεύματα που έστειλε ο Ε. van Jaarsveld, τέσσερα μόνον επέζησαν της μεταφοράς. Για να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ότι οι διαφορές της οικείας ποικιλίας και της ποικιλίας αναφοράς οφείλονται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, δημιουργήθηκαν νέα μοσχεύματα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως ποικιλία αναφοράς. Εφόσον τα μοσχεύματα αυτά είναι δεύτερης γενιάς, οι διαπιστωθείσες διαφορές πρέπει, κατά την άποψη της Heine, να καταλογισθούν σε γονοτυπικούς παράγοντες.
37 Από τα πρακτικά της συνεδριάσεως προκύπτει επίσης ότι, κατόπιν αυτής, το τμήμα προσφυγών δεν είχε απολύτως πεισθεί για τη φήμη της ποικιλίας αναφοράς. Χωρίς να αμφισβητήσει την αξιοπιστία και την τεχνική εμπειρογνωμοσύνη του Ε. van Jaarsveld, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι ορισμένοι συναφείς ισχυρισμοί του δεν ήσαν αρκούντως τεκμηριωμένοι, οπότε θεώρησε ότι είναι προφανώς απαραίτητο να προβεί σε αυτοψία στη Νότιο Αφρική, την οποία θα πραγματοποιούσε ένα από τα μέλη του βάσει των αποδεικτικών μέσων του άρθρου 78 του κανονισμού 2100/94.
38 Συναφώς, τα πρακτικά της συνεδριάσεως έχουν ως εξής:
«Ο πρόεδρος κηρύσσει περαιωμένη την προφορική διαδικασία.
Κατόπιν συσκέψεως, ο πρόεδρος ανακοίνωσε την ακόλουθη απόφαση:
[…]
[…] υποστηρίζεται να διευθετηθεί το ζήτημα αν η ποικιλία αναφοράς είναι κοινώς γνωστή με διεξαγωγή αυτοψίας στη Νότιο Αφρική και συλλογή πρόσφορων πληροφοριακών στοιχείων (άρθρο 78 του κανονισμού 2100/94 του Συμβουλίου) από τον C. J. Barendrecht, μέλος του τμήματος προσφυγών.
Σκεπτικό:
Μολονότι το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι οι κοινοποιήσεις με ηλεκτρονική επιστολή του Ε. van Jaarsveld δεν αφήνουν καμία αμφιβολία όσον αφορά τις τεχνικές γνώσεις και την αξιοπιστία του, το περιεχόμενο των ισχυρισμών του δημιουργεί ωστόσο την εντύπωση ότι ο Ε. van Jaarsveld, απαντώντας στα σαφή ερωτήματα που του έθεσε το ΚΓΦΠ, δεν επέδειξε αρκούντως την προσοχή που απαιτεί το ΚΓΦΠ από άλλους επίσημους οργανισμούς ή δικαστήρια. Για τον λόγο αυτό, το τμήμα προσφυγών δεν έχει πλήρως πεισθεί ότι τα προερχόμενα από τον κήπο του Ε. van Jaarsveld φυτά ήσαν πράγματι το ornatus που φύτρωνε άλλοτε στον βοτανικό κήπο. Οι συναφείς ισχυρισμοί δεν διευκρινίστηκαν αρκούντως. Έτσι, δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο ως προς τον τρόπο με τον οποίο το ornatus μπόρεσε να μεταφερθεί από τον βοτανικό κήπο στον κήπο ενός φίλου, ούτε όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τον ισχυρισμό ότι το είδος ornatus του βοτανικού κήπου είναι η ίδια ποικιλία με την ποικιλία του κήπου του Ε. van Jaarsveld.
Οι διάδικοι (sic) πληροφορήθηκαν εγκαίρως για τις λεπτομέρειες του ταξιδιού, για να τους δοθεί ο χρόνος να λάβουν μέρος. Η διεξαγωγή αποδείξεων εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο προσφεύγων καταβάλει εγγύηση επί των εξόδων [άρθρο 62 του κανονισμού (ΕΚ) 1239/95 της Επιτροπής]. Τέλος, ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα έξοδα.»
39 Στις 27 Δεκεμβρίου 2005, το τμήμα προσφυγών εξέδωσε διάταξη περί διεξαγωγής της εν λόγω αποδεικτικής διαδικασίας. Έθεσε ως προϋπόθεση συναφώς την κατάθεση εγγύησης από τον προσφεύγοντα ύψους 6 000 ευρώ, βάσει του άρθρου 62 του κανονισμού (ΕΚ) 1239/95 της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 1995, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες ενώπιον του γραφείου και τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (ΕΕ L 121, σ. 37).
40 Με το από 6 Ιανουαρίου 2006 υπόμνημα, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι δεν υποχρεούνταν να προσκομίσει αποδείξεις και δεν ζήτησε τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας. Τόνισε ότι απόκειται στο ΚΓΦΠ να καθορίσει τον διακριτικό χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού 2100/94. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, για τον λόγο αυτό ένα «αναγνωριστικό ταξίδι» στη Νότιο Αφρική μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76 του κανονισμού 2100/94. Βάσει αυτού, δεν υποχρεούνταν να καταθέσει εγγύηση επί των εξόδων.
41 Με την από 2 Μαΐου 2006 απόφαση (υπόθεση A 003/2004, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), το τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή που στρεφόταν κατά της απορριπτικής αποφάσεως. Κατ’ ουσίαν, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η ποικιλία SUMCOL 01 δεν μπορούσε να διακριθεί σαφώς από κοινώς γνωστή ποικιλία αναφοράς, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως.
42 Όσον αφορά τη μη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας που αποφασίστηκε με διάταξη, το τμήμα προσφυγών ανέφερε τα εξής στη σελίδα 20 της αποφάσεως αυτής:
«Το τμήμα δεν εξέδωσε τη διάταξη περί διεξαγωγής αποδείξεων όσον αφορά την ταυτότητα και τη φήμη της προερχόμενης από τον κήπο του Ε. van Jaarsveld ποικιλίας αναφοράς διότι, κατόπιν αμφιβολιών επί των προαναφερθέντων ζητημάτων, πείσθηκε τελικώς ότι η χρησιμοποιηθείσα για σύγκριση ποικιλία ήταν η ποικιλία αναφοράς και όχι το SUMCOL 01 και ότι η ποικιλία αναφοράς ήταν κοινώς γνωστή κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως.
Για τον λόγο αυτό, το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν κατέθεσε εγγύηση, σχετικά με τη διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας, δεν αποτελεί αιτιώδη σύνδεσμο στην απόφαση περί μη διεξαγωγής της αποδεικτικής διαδικασίας.»
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
43 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 18 Ιουλίου 2006 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
44 Στις 6 Ιουλίου 2007, ο προσφεύγων κατέθεσε νέο έγγραφο προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του περί του βάρους αποδείξεως. Το έγγραφο αυτό είναι μια επιστολή της 3ης Ιουλίου 2007, την οποία απηύθυνε στον δικηγόρο του προσφεύγοντος και στον Πρόεδρο του ΚΓΦΠ η διεθνής κοινότητα κατόχων διακοσμητικών και οπωροφόρων φυτών αγενούς πολλαπλασιασμού (Ciopora) εκφράζοντας την άποψή της επί του ζητήματος αυτού. Το εν λόγω έγγραφο προστέθηκε προσωρινώς στον φάκελο της υποθέσεως, η δε απόφαση περί του παραδεκτού του θα λαμβανόταν σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Κοινοποιήθηκε επίσης στο ΚΓΦΠ, το οποίο κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
45 Κατόπιν τροποποιήσεως της συνθέσεως των τμημάτων του Πρωτοδικείου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο έβδομο τμήμα, στο οποίο κατά συνέπεια ανατέθηκε η υπό κρίση υπόθεση.
46 Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (έβδομο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
47 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Μαΐου 2008, οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου. Μετά κοινή αίτηση των διαδίκων, επειδή ο δικηγόρος Schohe δεν ήταν διαθέσιμος λόγω ασθενείας, το ΚΓΦΠ επέτρεψε τη χρήση της αγγλικής ως γλώσσας της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Ο προσφεύγων παραιτήθηκε από τα δύο πρώτα αιτήματα που προέβαλε με το δικόγραφο προσφυγής, γεγονός το οποίο καταχωρίστηκε στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Το ΚΓΦΠ δήλωσε ότι δεν έχει καμία αντίρρηση να ληφθεί υπόψη η παρατεθείσα στη σκέψη 44 γνωμοδότηση της Ciopora, γεγονός το οποίο καταχωρίστηκε επίσης στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Το Πρωτοδικείο αποφάσισε να παραμείνει στον φάκελο της υποθέσεως το εν λόγω έγγραφο.
48 Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να καταδικάσει το ΚΓΦΠ στα δικαστικά έξοδα.
49 Το ΚΓΦΠ ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
– επικουρικώς, σε περίπτωση ήττας του ΚΓΦΠ, να υποχρεώσει το ΚΓΦΠ να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 136, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Σκεπτικό
50 Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων επικαλείται, κατ’ ουσίαν, οκτώ λόγους. Ο πρώτος λόγος, ο οποίος υποδιαιρείται σε τρία σκέλη, αντλείται από παράβαση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 62 και του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2100/94. Ο δεύτερος αντλείται από παράβαση του άρθρου 76 του κανονισμού 2100/94. Ο τρίτος αντλείται από παράβαση του άρθρου 75 του κανονισμού 2100/94 και «τη γενική απαγόρευση, σε ένα κράτος δικαίου, να λαμβάνονται αποφάσεις αιφνιδίως». Ο τέταρτος αντλείται από παράβαση του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94. Ο πέμπτος αντλείται από παράβαση του άρθρου 62, παράγραφος 1, του κανονισμού 1239/95. Ο έκτος αντλείται από παράβαση του άρθρου 88 του κανονισμού 2100/94. Ο έβδομος αντλείται από παράβαση του άρθρου 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94. Τέλος, ο όγδοος αντλείται από παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2100/94.
51 Το Πρωτοδικείο θα εξετάσει κατ’ αρχάς τον πρώτο λόγο, κατόπιν, από κοινού, τον τρίτο και τον πέμπτο λόγο και, στη συνέχεια, τον δεύτερο, τον τέταρτο, τον έκτο, τον έβδομο και τον όγδοο λόγο.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 62 και του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2100/94
Επιχειρήματα των διαδίκων
52 Ο προσφεύγων προβάλλει ότι, δυνάμει του άρθρου 62 του κανονισμού 2100/94, κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας χορηγείται όταν τα αποτελέσματα της εξέτασης είναι επαρκή, προκειμένου το ΚΓΦΠ να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως, και δεν υπάρχουν προσκόμματα κατά την έννοια των άρθρων 59 και 61 του ιδίου αυτού κανονισμού. Το ΚΓΦΠ δεν διαθέτει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως συναφώς, εφόσον το δικαίωμα πρέπει να χορηγηθεί όταν πληρούνται οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις.
53 Εν προκειμένω, το ΚΓΦΠ εφάρμοσε εσφαλμένως τη διάταξη αυτή κρίνοντας κακώς ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας. Κατ’ ουσίαν, ο προσφεύγων προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι στηρίχθηκε αποκλειστικώς στα στοιχεία που προσκόμισε ο Ε. van Jaarsveld, τα οποία κρίνει εν μέρει προδήλως εσφαλμένα και εν γένει αντιφατικά, όσον αφορά την προέλευση και τη φήμη των μοσχευμάτων που έστειλε ο Ε. van Jaarsveld, καθώς και τις γνώσεις του ως εμπειρογνώμονα περί του είδους Plectranthus.
54 Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του λόγου αυτού, ο προσφεύγων υποστηρίζει ειδικότερα ότι το ΚΓΦΠ παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94, κρίνοντας κακώς ότι η ποικιλία SUMCOL 01 δεν έχει διακριτικό χαρακτήρα υπό την έννοια της διατάξεως αυτής. Στο πλαίσιο αυτό, ο προσφεύγων επαναλαμβάνει την άποψη που υποστήριξε ενώπιον του ΚΓΦΠ και του τμήματος προσφυγών ότι, λαμβανομένου υπόψη των αμελητέων διαφορών που διαπιστώθηκαν μεταξύ της οικείας ποικιλίας και της ποικιλίας αναφοράς, οι ποικιλίες αυτές ταυτίζονται. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την άποψη του προσφεύγοντος, ο Ε. van Jaarsveld δεν διαβίβασε στο Bundessortenamt φυτικό υλικό της ποικιλίας αναφοράς αλλά την ποικιλία SUMCOL 01. Κατά συνέπεια, η οικεία ποικιλία δεν συγκρίθηκε με ποικιλία αναφοράς, υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94. Τουλάχιστον, το Bundessortenamt δεν είναι σε θέση να αποκλείσει το ενδεχόμενο αυτό, γεγονός που αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η παράβαση της εν λόγω διατάξεως.
55 Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, προβληθέντος επικουρικώς, σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι τα φυτά που έστειλε ο Ε. van Jaarsveld προέρχονταν σαφώς από ποικιλία αναφοράς, ο προσφεύγων υποστηρίζει ειδικότερα ότι το ΚΓΦΠ παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94, κρίνοντας κακώς ότι η προβαλλόμενη ποικιλία αναφοράς ήταν κοινώς γνωστή κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως. Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι ο Ε. van Jaarsveld ισχυρίζεται εσφαλμένως ότι τα εν λόγω φυτά αποτελούν μέρος ποικιλίας που διατίθεται «από πολλών ετών στα καταστήματα κηπευτικών ειδών της Νότιας Αφρικής». Το μόνο δεδομένο μέχρι τώρα είναι η ύπαρξη ενός μεμονωμένου φυτού που φυτρώνει στον ιδιωτικό κήπο του Ε. van Jaarsveld.
56 Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ειδικότερα ότι τα σφάλματα που ενέχουν οι ουσιαστικές εκτιμήσεις του τμήματος προσφυγών είχαν επίσης ως συνέπεια την παράβαση του άρθρου 62 του κανονισμού 2100/94. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, οι διαπιστώσεις του ΚΓΦΠ δεν δικαιολογούν την υπόθεση ότι τα φυτά της ποικιλίας SUMCOL 01 δεν διακρίνονται σαφώς από ποικιλία που ήταν κοινώς γνωστή κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως.
57 Συναφώς, ο προσφεύγων προσθέτει ότι δεν εναπόκειται σ’ αυτόν να αποδείξει τη μη ύπαρξη κοινώς γνωστής ποικιλίας αναφοράς και, σε περίπτωση αμφιβολιών επ’ αυτού, πρέπει να χορηγηθεί κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών. Έτσι, ακόμη κι αν δεν είναι δυνατό να διευκρινισθεί οριστικώς η προέλευση και η ταυτότητα των φυτών που έστειλε ο Ε. van Jaarsveld, τούτο δεν δύναται να αποτελέσει, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, τη βάση για την απόρριψη της αιτήσεως. Είναι θεμελιωδώς εσφαλμένη η άποψη του ΚΓΦΠ ότι δεν πρέπει να χορηγηθεί δικαίωμα επί της οικείας ποικιλίας όταν δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί με απόλυτη βεβαιότητα ότι η ποικιλία αυτή είναι σαφώς διακριτή από κάθε άλλη κοινώς γνωστή ποικιλία κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως.
58 ΤΟ ΚΓΦΠ υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι αβάσιμος ως προς τα τρία σκέλη του.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
– Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί του περιεχομένου του δικαστικού ελέγχου του Πρωτοδικείου
59 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, οσάκις μια κοινοτική αρχή καλείται, στο πλαίσιο της αποστολής της, να πραγματοποιήσει πολύπλοκες εκτιμήσεις, διαθέτει για τον λόγο αυτό ευρεία διακριτική ευχέρεια της οποίας η άσκηση υπόκειται σε περιορισμένο δικαστικό έλεγχο, ο οποίος δεν συνεπάγεται ότι ο κοινοτικός δικαστής υποκαθιστά την εν λόγω αρχή στην εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων. Έτσι, σε παρόμοια περίπτωση, ο κοινοτικός δικαστής περιορίζεται να εξετάσει το υποστατό των πραγματικών περιστατικών και τους νομικούς χαρακτηρισμούς που συνάγει απ’ αυτά η εν λόγω αρχή και, ειδικότερα, αν η ενέργεια της αρχής αυτής πάσχει πρόδηλο σφάλμα ή συνιστά κατάχρηση εξουσίας ή αν η αρχή αυτή υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1966, 56/64 και 58/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 363· της 22ας Ιανουαρίου 1976, 55/75, Balkan-Import-Export, Συλλογή τόμος 1976, σ. 3, σκέψη 8· της 14ης Ιουλίου 1983, 9/82, Øhrgaard και Delvaux κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2379, σκέψη 14· της 15ης Ιουνίου 1993, C‑225/91, Matra κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I‑3203, σκέψεις 24 και 25, και της 5ης Μαΐου 1998, C‑157/96, National Farmers’ Union κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. I‑2211, σκέψη 39).
60 Ομοίως, οσάκις μια διοικητική απόφαση είναι αποτέλεσμα πολύπλοκων τεχνικών εκτιμήσεων που εμπίπτουν στον ιατροφαρμακευτικό τομέα, οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν αντικείμενο περιορισμένου δικαστικού ελέγχου, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση της εν λόγω αρχής περί των πραγματικών περιστατικών με τη δική του (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2001, C‑474/00 P(R), Επιτροπή κατά Bruno Farmaceutici κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. I‑2909, σκέψη 90· βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, T‑201/04, Microsoft κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 88 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
61 Ωστόσο, μολονότι ο κοινοτικός δικαστής αναγνωρίζει στη διοίκηση περιθώριο εκτιμήσεως σε οικονομικά και τεχνικά ζητήματα, τούτο δεν συνεπάγεται ότι δεν πρέπει να ελέγχει την ερμηνεία των στοιχείων τέτοιας φύσης από τη διοίκηση. Πράγματι, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει όχι μόνο να ελέγχει την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλ’ οφείλει επίσης να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των ληπτέων υπόψη συναφών στοιχείων για την εκτίμηση σύνθετης καταστάσεως και αν είναι ικανά να θεμελιώσουν τα εξ αυτών αρυόμενα συμπεράσματα. Πάντως, στο πλαίσιο του ανωτέρω ελέγχου, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να υποκαταστήσει την οικονομική ή τεχνική εκτίμηση της διοίκησης με τη δική του (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2007, C‑525/04 P, Ισπανία κατά Lenzing, Συλλογή 2007, σ. Ι-9947, σκέψη 57, και προαναφερθείσα στη σκέψη 60 ανωτέρω απόφαση Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 89 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
62 Η νομολογία αυτή μπορεί να μεταφερθεί στις περιπτώσεις όπου η διοικητική απόφαση είναι το αποτέλεσμα πολύπλοκων εκτιμήσεων που εμπίπτουν σε άλλα επιστημονικά πεδία, όπως η βοτανική και η γενετική.
63 Eν προκειμένω, η εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα φυτικής ποικιλίας, από απόψεως των τεθέντων με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94 κριτηρίων, είναι επιστημονικώς και τεχνικώς πολύπλοκη και δύναται να δικαιολογήσει περιορισμό του περιεχομένου του δικαστικού ελέγχου.
64 Συγκεκριμένα, τα κριτήρια αυτά επιβάλλουν να επαληθεύεται αν η οικεία ποικιλία «θεωρείται ότι είναι διακριτή όταν μπορεί να διακρίνεται σαφώς, βάσει της εκδήλωσης των χαρακτηριστικών που προκύπτει από έναν ιδιαίτερο γονότυπο ή συνδυασμό γονοτύπων, από κάθε άλλη ποικιλία». Όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το έγγραφο TG/1/3 της UPOV, της 19ης Απριλίου 2002, με τίτλο «Γενική εισαγωγή στην εξέταση της διακρίσεως, της ομογένειας και της σταθερότητας και της εναρμονίσεως των περιγραφών των φυτικών ποικιλιών», η εκτίμηση αυτή απαιτεί πείρα και ειδικές τεχνικές γνώσεις, μεταξύ άλλων στον τομέα της βοτανικής και της γενετικής (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουλίου 2002, T‑179/00, A. Menarini κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑2879, σκέψεις 44 και 45).
65 Αντιθέτως, η εκτίμηση της υπάρξεως άλλης κοινώς γνωστής ποικιλίας, από απόψεως των τεθέντων με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94 κριτηρίων, δεν απαιτεί πείρα ή ειδικές τεχνικές γνώσεις και δεν παρουσιάζει καμία πολυπλοκότητα δυνάμενη να δικαιολογεί περιορισμό του περιεχομένου του δικαστικού ελέγχου.
66 Συγκεκριμένα, τα κριτήρια αυτά επιβάλλουν απλώς να εξακριβώνεται, παραδείγματος χάρη, αν, κατά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως περί χορηγήσεως δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, άλλη ποικιλία «είχε αποτελέσει αντικείμενο δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας ή είχε καταχωριστεί σε επίσημο μητρώο φυτικών ποικιλιών στην Κοινότητα ή σε οποιοδήποτε κράτος ή σε οποιοδήποτε διακυβερνητικό οργανισμό με σχετική αρμοδιότητα», ή ακόμη αν, κατά την ίδια αυτή ημερομηνία, «είχε υποβληθεί γι’ αυτήν αίτηση παροχής δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας ή αίτηση για καταχώρισή της σε επίσημο μητρώο ποικιλιών, εφόσον η αίτηση έχει εν τω μεταξύ καταλήξει στην παροχή δικαιώματος ή την καταχώριση».
67 Υπό το πρίσμα των προκαταρκτικών αυτών σκέψεων το Πρωτοδικείο θα εξετάσει τη νομιμότητα των ουσιαστικών εκτιμήσεων του τμήματος προσφυγών, βάσει του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 62 του κανονισμού 2100/94, με την προσβαλλομένη απόφαση.
– Εκτιμήσεις βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94
68 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, όπως το Bundessortenamt, το τμήμα προσφυγών αποφάνθηκε αποκλειστικώς σε σχέση με την ποικιλία van Jaarsveld. Υπό τις συνθήκες αυτές, και όπως ορθώς υποστηρίζει ο προσφεύγων, δεν χρειάζεται να ληφθούν υπόψη όσα ανέπτυξε το ΚΓΦΠ, με το υπόμνημα αντικρούσεως, περί της προβαλλομένης υπάρξεως δύο άλλων κοινώς γνωστών ποικιλιών που ούτε αυτές διακρίνονται σαφώς από την οικεία ποικιλία. Ειδικότερα, καθόσον το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη το παρατεθέν στη σκέψη 18 ανωτέρω έγγραφο της Royal Horticultural Society Garden του Wisley, το ΚΓΦΠ δεν μπορεί να το επικαλεσθεί, στο πλαίσιο της υπό κρίση διαδικασίας, για να δικαιολογήσει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
69 Σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, η οικεία ποικιλία SUMCOL 01 και η ποικιλία αναφοράς van Jaarsveld δεν ταυτίζονται και επομένως αποτελούν δύο σαφώς διαφορετικές ποικιλίες, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, αλλά δεν διακρίνονται σαφώς η μία από την άλλη, υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94.
70 Οι εκτιμήσεις αυτές στηρίζονται στα πορίσματα της τεχνικής εξέτασης, που έχουν καταχωριστεί στην τελική έκθεση του Bundessortenamt της 9ης Δεκεμβρίου 2003 (βλ. σκέψη 23 ανωτέρω), καθώς και στις διευκρινίσεις που προσκόμισε κατά την ενώπιον του τμήματος προσφυγών επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Heine, εξετάστρια του Bundessortenamt επιφορτισμένη με την τεχνική εξέταση (βλ. σκέψη 36 ανωτέρω).
71 Όσον αφορά το ζήτημα αν η ποικιλία αναφοράς van Jaarsveld είναι σαφώς διαφορετική της οικείας ποικιλίας SUMCOL 01, από την τελική έκθεση του Bundessortenamt προκύπτει ότι διαπιστώθηκαν διαφορές μεταξύ των δύο ποικιλιών, ως προς 3 από τα 26 κριτήρια σύγκρισης που χρησιμοποιήθηκαν κατά την τεχνική εξέταση, σύμφωνα με τους κανόνες της UPOV: πρόκειται για το ύψος των φυτών, το μήκος των φύλλων και το μήκος του σωλήνα του κάλυκα των ανθέων. Περαιτέρω, κατά την ενώπιον του τμήματος προσφυγών επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Heine απέκλεισε ότι οι εν λόγω διαφορές μπορεί να οφείλονται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες. Κατά την άποψή της, οι διαφορές αυτές οφείλονται σε γονοτυπικούς παράγοντες. Επομένως, σύμφωνα με την εκτίμηση αυτή, η οικεία ποικιλία και η ποικιλία αναφοράς οπωσδήποτε δεν ταυτίζονται.
72 Ο προσφεύγων δέχεται ότι υπάρχουν διαφορές, αλλά εξακολουθεί να τις αποδίδει στην επίδραση περιβαλλοντικών παραγόντων.
73 Λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει το ΚΓΦΠ όσον αφορά πολύπλοκες εκτιμήσεις βοτανικής, τα στοιχεία που επικαλείται ο προσφεύγων προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του δεν αρκούν πάντως για τη στοιχειοθέτηση του ότι το Bundessortenamt και, στη συνέχεια, το ΚΓΦΠ καθώς και το τμήμα προσφυγών υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως δυνάμενη να συνεπάγεται την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
74 Πρώτον, οι διευκρινίσεις, οι μαρτυρίες και οι πραγματογνωμοσύνες αναφέρονται γενικώς στην επίδραση που μπορούν να έχουν οι περιβαλλοντικοί παράγοντες σε χαρακτηριστικά όπως αυτά που προσδιόρισε ως διαφορετικά το Bundessortenamt. Πάντως, το ΚΓΦΠ δεν αμφισβήτησε την επίδραση αυτή. Αντιθέτως, το Bundessortenamt κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, οι διαπιστωθείσες διαφορές δεν πρέπει να αποδοθούν σε τέτοιους παράγοντες, αλλά σε γονοτυπικούς παράγοντες. Τα γενικής φύσης στοιχεία που επικαλείται ο προσφεύγων δεν αρκούν για να αντικρούσουν το επιστημονικό αυτό πόρισμα.
75 Δεύτερον, ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι δεν ελήφθη αρκούντως υπόψη το γεγονός ότι τα φυτά του προσφεύγοντος και τα φυτά που έστειλε ο Ε. van Jaarsveld εκτέθηκαν επί σειρά ετών σε διαφορετικές κλιματικές συνθήκες αποκλίνει προφανώς ελάχιστα από την εκτίμηση του ΚΓΦΠ. Ο ισχυρισμός αυτός δεν στοιχειοθετεί ότι η εκτίμηση αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη.
76 Τρίτον, ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι το Bundessortenamt δεν ήταν σε θέση να αποκλείσει ότι όλα τα φυτά που καλλιεργήθηκαν το 2003 ανήκαν στην ποικιλία SUMCOL 01 είναι προφανώς εσφαλμένος.
77 Είναι αληθές ότι, με την από 20 Ιουνίου 2005 ηλεκτρονική επιστολή προς το ΚΓΦΠ, η Heine εξέθεσε τα εξής:
«Δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε τα φυτά που αποτελούν το αντικείμενο της αιτήσεως από τα φυτά της Νότιας Αφρικής και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορεί φυσικά να υποστηριχθεί ότι όλα τα φυτά προέρχονται από αυτά που αποτελούν το αντικείμενο της αιτήσεως.»
78 Με βάση την απάντηση αυτή, το ΚΓΦΠ δέχθηκε, με την από 8 Σεπτεμβρίου 2005 γραπτή απάντησή του σε ερώτημα του τμήματος προσφυγών, ότι η αλλαγή κλίματος και τοποθεσίας μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις των φυτών και, όπως εξήγησε το Bundessortenamt, δεν μπορεί επομένως να αποκλεισθεί ότι ποικιλίες με τόσο αμελητέες διαφορές, όπως οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ της οικείας ποικιλίας και της ποικιλίας αναφοράς, προέρχονται από την ίδια ποικιλία (βλ. σκέψη 35 ανωτέρω).
79 Εκτιμώντας συνολικώς τα αποδεικτικά στοιχεία, δεν μπορεί πάντως να προσδοθεί ιδιαίτερο βάρος στην επίμαχη δήλωση της Heine ούτε, κατά συνέπεια, στη μεταγενέστερη γραπτή απάντηση του ΚΓΦΠ προς το τμήμα προσφυγών. Συγκεκριμένα, αφενός, η δήλωση αυτή, που περιλαμβάνεται σε ηλεκτρονική επιστολή, συνταχθείσα εν τάχει, δύο έτη σχεδόν μετά την τεχνική εξέταση και ενώ η ενδιαφερόμενη δεν θυμόταν προφανώς πλέον όλα τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, αντιφάσκει με την τελική έκθεση της 12ης Δεκεμβρίου 2003, η οποία καταλήγει στην ύπαρξη στοιχείων που διακρίνουν τις δύο ποικιλίες. Αφετέρου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, ουδόλως προκύπτει από τα πρακτικά της ενώπιον του τμήματος προσφυγών επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ότι η Heine ενέμεινε στη δήλωση αυτή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Αντιθέτως, από τις πιο εμπεριστατωμένες διευκρινίσεις της Heine κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι, κατά την άποψή της, οι δύο επίμαχες ποικιλίες διαφέρουν γενετικώς (βλ. σκέψη 71 ανωτέρω).
80 Τέταρτον, το επιχείρημα που αντλεί ο προσφεύγων από το ότι μπόρεσε να διακρίνει σαφώς την ποικιλία SUMCOL 01 και την ποικιλία van Jaarsveld από το δείγμα του είδους Plectranthus ornatus που καλλιεργείται στον βοτανικό κήπο του Meise είναι αλυσιτελές εφόσον, όπως επισήμανε το τμήμα προσφυγών χωρίς να αντικρουστεί από τον προσφεύγοντα, το Plectranthus ornatus είναι είδος με πολλές ποικιλίες, ορισμένες από τις οποίες διακρίνονται σαφώς από την ποικιλία SUMCOL 01, και άλλες όχι.
81 Πέμπτον, τα στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων για να αντικρούσει την άποψη του τμήματος προσφυγών, ότι η πείρα «αποκλείει προφανώς» ότι τα φυτά της ποικιλίας SUMCOL 01 κατέληξαν στον ιδιωτικό κήπο του Ε. van Jaarsveld, δεν πείθουν.
82 Σύμφωνα με τη δήλωση του προσφεύγοντος στην αίτηση περί χορηγήσεως κοινοτικού δικαιώματος, η εμπορία της ποικιλίας SUMCOL 01 ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2001 εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά όχι εκτός αυτής (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω). Κατά τα λοιπά, δεν υφίσταται κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την εμπορία της ποικιλίας SUMCOL 01 στη Μεσημβρινή Αφρική κατά τον χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών. Ο προσφεύγων απέδειξε απλώς ότι επιχείρηση της Κένυας, η Florensis, κατείχε περιορισμένο αριθμό δειγμάτων, στο τέλος του 2001, για δοκιμές παραγωγικότητας, και μια επιχείρηση της Νότιας Αφρικής, η Alba‑Atlantis, είχε εκδηλώσει παροδικό ενδιαφέρον, στις αρχές του 2002, για να λάβει άδεια αποκλειστικής διανομής της ποικιλίας αυτής στη Νότιο Αφρική.
83 Περαιτέρω, το ΚΓΦΠ ήρθε στις 20 Μαρτίου 2002 για πρώτη φορά σε επαφή με τον Ε. van Jaarsveld, ο οποίος, από τις 25 Μαρτίου 2002, επισήμανε ότι η καλλιέργεια του Plectranthus ornatus είναι συνήθης και διατίθεται στα καταστήματα κηπευτικών ειδών της Νότιας Αφρικής (βλ. σκέψη 17 ανωτέρω). Στις 16 Οκτωβρίου 2002, ο Ε. van Jaarsveld αναγνώρισε σε φωτογραφία την ποικιλία SUMCOL 01 ως ποικιλία Plectranthus ornatus Codd (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω). Ο Ε. van Jaarsveld απέστειλε τα μοσχεύματα της ποικιλίας van Jaarsveld στο Bundessortenamt αρχές Δεκεμβρίου του 2002 (βλ. σκέψη 20 ανωτέρω). Τον Οκτώβριο του 2004, ο Ε. van Jaarsveld εξέθεσε στο ΚΓΦΠ ότι προέρχονταν από μόσχευμα που είχε λάβει «πριν από μερικά έτη από τον κήπο ενός φίλου» και προέρχονταν από εμπόριο οπωροκηπευτικών (βλ. σκέψη 31 ανωτέρω).
84 Έτσι, η άποψη του προσφεύγοντος δεν προϋποθέτει μόνον ότι ο Ε. van Jaarsveld κατόρθωσε να προμηθευτεί σπόρους ή μοσχεύματα της ποικιλίας SUMCOL 01, όταν η ποικιλία αυτή δεν κυκλοφορούσε στο εμπόριο στη Μεσημβρινή Αφρική, και άρχισε αμέσως να τα καλλιεργεί στον ιδιωτικό του κήπο, αλλά ότι ο Ε. van Jaarsveld προέβη σε ψευδείς δηλώσεις στο ΚΓΦΠ όσον αφορά την προέλευση των μοσχευμάτων που έστειλε τον Δεκέμβριο του 2002, όλες δε αυτές οι ενέργειες είχαν μοναδικό σκοπό να εμποδίσουν τη χορήγηση κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικών ποικιλιών που ζήτησε ο προσφεύγων. Ακόμη κι αν δεν μπορεί να αντικρουσθεί κατηγορηματικώς, το σενάριο αυτό στερείται προφανώς κάθε αληθοφάνειας, οπότε πρέπει να απορριφθεί ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων προς στήριξή του.
85 Συναφώς, πρέπει να προστεθεί ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο, βάσει του οποίου μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρώς η αξιοπιστία των ισχυρισμών του Ε. van Jaarsveld, εφόσον η αξιοπιστία του επιβεβαιώθηκε από το νοτιοαφρικανικό Υπουργείο Γεωργίας (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω). Ο προσφεύγων γνωστοποίησε απλώς επαφές που είχε ο Ε. van Jaarsveld με «πολλούς» ανταγωνιστές, χωρίς ωστόσο να «θελήσει να τον κατηγορήσει». Πάντως, τέτοιες υπόνοιες δεν αρκούν για να τεθεί εν αμφιβόλω η αξιοπιστία μάρτυρα, του οποίου η τεχνική πείρα αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες νοτιοαφρικανικές αρχές και από κανένα στοιχείο του φακέλου της υποθέσεως δεν μπορεί να υποτεθεί ότι ο Ε. van Jaarsveld έχει οποιοδήποτε συμφέρον στη λύση της υπό κρίση διαφοράς.
86 Έκτον, τέλος, η σκοπούσα την απόρριψη της απόψεως επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος, που έγινε δεκτή από το τμήμα προσφυγών, ότι η πείρα «αποκλείει προφανώς» ότι τα φυτά της ποικιλίας SUMCOL 01 κατέληξαν στον ιδιωτικό κήπο του Ε. van Jaarsveld είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής.
87 Συγκεκριμένα, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί κατηγορηματικώς το ενδεχόμενο αυτό, δεν αρκεί για να τεθεί εν αμφιβόλω η εκτίμηση του ΚΓΦΠ, η οποία στηρίζεται στα αποτελέσματα της τεχνικής εξέτασης, σύμφωνα με την οποία η ποικιλία SUMCOL 01 και η ποικιλία van Jaarsveld είναι δύο διαφορετικές ποικιλίες. Η εκτίμηση αυτή αρκεί για να δικαιολογήσει την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον το ενδεχόμενο σφάλμα του τμήματος προσφυγών περί αποκλεισμού της δυνατότητας αυτής δεν ασκεί επιρροή επί της νομιμότητας της εν λόγω αποφάσεως.
88 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
– Εκτιμήσεις βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94
89 Το ζήτημα που έκρινε το τμήμα προσφυγών ως κρίσιμο έγκειται στο αν η ποικιλία van Jaarsveld μπορεί να θεωρηθεί ως κοινώς γνωστή, υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94, βάσει των στοιχείων του φακέλου της υποθέσεως.
90 Σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση:
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το P. ornatus είναι μη αυτόχθονο (“εξωτικό”) φυτό της Νότιας Αφρικής. Για τον λόγο αυτό, οι ποικιλίες του εν λόγω φυτού δεν εκτίθενται στους βοτανικούς κήπους. Ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι δεν διατίθενται στη Νότιο Αφρική ποικιλίες του είδους αυτού. Τα “εξωτικά” φυτά, δηλαδή τα μη αυτόχθονα φυτά, που μπορούν ευκόλως να πολλαπλασιάζονται και προσαρμόζονται σε αλλοδαπά κλίματα, είναι επίσης πολύ δημοφιλή λόγω της εξωτικής φύσης τους. Ο προσφεύγων είχε δει το P. neochilus παντού στη Νότιο Αφρική, το οποίο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, είναι είδος που “προσομοιάζει πολύ” με το SUMCOL 01. Όπως τόνισε, μεταξύ άλλων, η Sadie του νοτιοαφρικανικού Υπουργείου Γεωργίας –καθώς και ο Ε. van Jaarsveld με την από 8 Οκτωβρίου 2004 κοινοποίησή του–, τα δύο είδη P. ornatus και P. neochilus συγχέονται συχνά λόγω της μεγάλης ομοιότητάς τους, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα ότι το P. ornatus πωλείται επίσης από μη ειδικευμένους υπαλλήλους καταστημάτων κηπευτικών ειδών με την ονομασία P. neochilus. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι ο προσφεύγων συνάντησε το P. ornatus, αλλά με την ονομασία P. neochilus. Τούτο συνάδει προς τις μαρτυρίες του Ε. van Jaarsveld και της Sadie και τις παραπομπές τους (μεταξύ άλλων στους Codd, Brits, Glen), σύμφωνα με τις οποίες το P. ornatus υφίσταται στη Νότιο Αφρική από πολλών ετών.
Η Sadie παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στο Pretoria Herbarium, το οποίο διατηρεί P. ornatus και από το 1960 λαμβάνει τα φυτά από έναν κήπο. Περαιτέρω, παραπέμπει σε εμπειρογνώμονες όπως ο Δρ L. E. Codd και ο Andrew Hankey, οι οποίοι επισήμαναν αμφότεροι, σε δημοσιεύσεις του 1975 και του 1999, αντιστοίχως, ότι το P. ornatus –το οποίο προέρχεται από την Αιθιοπία και την Τανζανία– καλλιεργείται και είναι ημιεγκλιματισμένο στη Νότιο Αφρική.
Ο Ε. van Jaarsveld αναφέρει πολυετείς έρευνες τις οποίες πραγματοποίησε και μια περιγραφή του Δρ L. E. Codd, σύμφωνα με την οποία το P. ornatus διατίθεται στο κοινό στη Νότιο Αφρική από δεκαετιών. Από το γεγονός ότι, με την από 15 Οκτωβρίου 200[4] ηλεκτρονική επιστολή του, ο Ε. van Jaarsveld δηλώνει ότι τα μοσχεύματα του κήπου του, τα οποία απέστειλε, προέρχονταν από κήπο ενός φίλου του στο Plumstead και τα φυτά αυτά καλλιεργούνταν άλλοτε με την ονομασία P. neochilus σε βοτανικούς κήπους, προκύπτει ότι τα μοσχεύματα που εστάλησαν ήσαν του είδους P. ornatus, όπως το είδος αυτό καλλιεργείται στη Νότιο Αφρική.»
91 Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι ο προσφεύγων δεν προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα ή ειδικά αποδεικτικά στοιχεία, προς στήριξη του δεύτερου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, για να αμφισβητήσει την ούτως διενεργηθείσα από το τμήμα προσφυγών εξομοίωση της ποικιλίας αναφοράς που προερχόταν από τον κήπο του Ε. van Jaarsveld με τη νοτιοαφρικανική ποικιλία του είδους Plectranthus ornatus, που περιγράφεται στις επίμαχες επιστημονικές δημοσιεύσεις και την οποία αφορούν οι δηλώσεις του Ε. van Jaarsveld και της Sadie. Πράγματι, ελλείψει αντίθετων αποδεικτικών στοιχείων, το τμήμα προσφυγών προέβη βασίμως στην εξομοίωση αυτή βάσει διαφόρων δηλώσεων του Ε. van Jaarsveld, όπως έπραξε στη σελίδα 19 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά τα λοιπά, η εξομοίωση αυτή προκύπτει από την τελική έκθεση του Bundessortenamt της 9ης Δεκεμβρίου 2003, με την οποία η ποικιλία van Jaarsveld καθορίζεται ως «η ποικιλία αναφοράς Plectranthus ornatus της Νότιας Αφρικής (van Jaarsveld)».
92 Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς το τμήμα προσφυγών στηρίχθηκε στα στοιχεία της σκέψης 90 ανωτέρω για να κρίνει ότι η ποικιλία αναφοράς ήταν κοινώς γνωστή.
93 Όσον αφορά τις δηλώσεις του van Jaarsveld, επισημαίνεται ότι, από την ηλεκτρονική επιστολή του της 25ης Μαρτίου 2002, ήτοι σε μη ύποπτη κατ’ αρχήν περίοδο, εφόσον δεν είχε ακόμα καμία επαφή με τον προσφεύγοντα, ο Ε. van Jaarsveld είχε επισημάνει στο Bundessortenamt ότι το Plectranthus ornatus «εξακολουθεί να χρησιμοποιείται πολύ και να πωλείται από τους δενδροκόμους» (βλ. σκέψη 17 ανωτέρω). Ο Ε. van Jaarsveld επιβεβαίωσε μεταγενέστερα τον ισχυρισμό αυτό και τον διευκρίνισε πλειστάκις (βλ. σκέψεις 19, 29 και 31 ανωτέρω).
94 Κατά τα λοιπά, το τμήμα προσφυγών δεν στηρίχθηκε μόνο στους ισχυρισμούς του Ε. van Jaarsveld, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων. Στηρίχθηκε επίσης στις πληροφορίες που κοινοποίησε το νοτιοαφρικανικό Υπουργείο Γεωργίας και στην επιστημονική θεωρία, που επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις του Ε. van Jaarsveld (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω).
95 Ειδικότερα, η Sadie, υπάλληλος του νοτιοαφρικανικού Υπουργείου Γεωργίας, επιβεβαίωσε ότι ο Ε. van Jaarsveld ήταν πράγματι εμπειρογνώμονας περί του Plectranthus ornatus και οι πληροφορίες που προσκόμισε μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστες. Από την ηλεκτρονική επιστολή του προκύπτει επίσης ότι οι δενδροκόμοι διαθέτουν στο εμπόριο τόσο το Plectranthus ornatus (ποικιλία της Τανζανίας και της Κένυας) όσο και το Plectranthus neochilus (νοτιοαφρικανική ποικιλία), αν και συχνά τις συγχέουν λόγω της ομοιότητάς τους. Επιπλέον, η Sadie επισήμανε ότι στο αρχείο φυτών της Πρετόρια υπάρχουν δείγματα Plectranthus ornatus «τα οποία συνελέγησαν από κήπο το 1960».
96 Επιπλέον, η επιστημονική θεωρία επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του Ε. van Jaarsveld. Εν προκειμένω, από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει, και δεν αμφισβητήθηκε από τον προσφεύγοντα, ότι το Plectranthus ornatus αποτέλεσε το αντικείμενο λεπτομερούς περιγραφής στα έργα του L. E. Codd (1975), του A. Hankey (1999) και του H. F. Glen (2002) (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω). Ωστόσο, οι συγγραφείς αυτοί αναφέρουν ότι το εν λόγω είδος «καλλιεργείται και είναι ημιεγκλιματισμένο στη Νότιο Αφρική».
97 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τις οδηγίες της UPOV και αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, η δημοσίευση λεπτομερούς περιγραφής μιας φυτικής ποικιλίας είναι ένα από τα στοιχεία που μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη στοιχειοθέτηση της φήμης της.
98 Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σημείο 5.2.2.1, «Φήμη», του εγγράφου TG/1/3 της UPOV, της 19ης Απριλίου 2002, προαναφερθέντος στη σκέψη 64 ανωτέρω, η δημοσίευση λεπτομερούς περιγραφής περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη στοιχειοθέτηση της φήμης.
99 Το στοιχείο αυτό μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94. Συγκεκριμένα, αφενός, η διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνει εξαντλητικό κατάλογο των στοιχείων που δύνανται να στοιχειοθετήσουν τη φήμη μιας ποικιλίας αναφοράς, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει η μη περιοριστική διατύπωση της διατάξεως αυτής. Αφετέρου, σύμφωνα με την προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2100/94, ο κανονισμός αυτός λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τη σύμβαση UPOV.
100 Επομένως, εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών δικαίως έλαβε υπόψη τις λεπτομερείς περιγραφές που περιλαμβάνονται στα έργα των Codd, Hankey και Glen για να στοιχειοθετήσει τη φήμη της ποικιλίας αναφοράς.
101 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των συγκλινόντων αυτών στοιχείων, ορισμένες ανακρίβειες ή αντιφάσεις των διαδοχικών δηλώσεων του Ε. van Jaarsveld που επισήμανε ο προσφεύγων, μεταξύ άλλων ως προς την ακριβή προέλευση των μοσχευμάτων που απέστειλε στο Bundessortenamt, είναι προφανώς αμελητέες. Ασφαλώς, οι αντιφάσεις αυτές κλονίζουν, σε κάποιο βαθμό, τη μαρτυρία του Ε. van Jaarsveld και γίνεται αντιληπτό ότι το τμήμα προσφυγών αποφάσισε, αρχικώς, να διεξαγάγει αποδείξεις για να διαλύσει τις αμφιβολίες του. Ωστόσο, για το κρίσιμο ζήτημα της φήμης της ποικιλίας αναφοράς, οι ισχυρισμοί του Ε. van Jaarsveld ενισχύονται από τις νοτιοαφρικανικές αρχές και από πολλές επιστημονικές δημοσιεύσεις.
102 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
– Εκτιμήσεις βάσει του άρθρου 62 του κανονισμού 2100/94
103 Το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 62 του κανονισμού 2100/94, στηρίζεται στην υπόθεση ότι το τμήμα προσφυγών δεν νομιμοποιούνταν βασίμως να κρίνει, βάσει των στοιχείων εκτιμήσεως που διέθετε, την ύπαρξη κοινώς γνωστής ποικιλίας αναφοράς, από την οποία δεν διακρινόταν σαφώς η οικεία ποικιλία. Αντιθέτως, ο προσφεύγων φρονεί ότι, αν το ΚΓΦΠ είχε ορθώς λάβει υπόψη του την πραγματική κατάσταση και, μεταξύ άλλων, τις αντιφάσεις του Ε. van Jaarsveld, που επισημάνθηκαν στο πλαίσιο των δύο πρώτων σκελών του λόγου ακυρώσεως, έπρεπε να διαπιστώσει ότι η ποικιλία SUMCOL 01 ήταν σαφώς διακριτή.
104 Εκ προοιμίου, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι η ούτως αναπτυχθείσα άποψη του προσφεύγοντος, ότι η ποικιλία SUMCOL 01 πρέπει να αναγνωρισθεί ως σαφώς διακριτή, βρίσκεται σε εμφανή αντίφαση με την άποψη που ανέπτυξε στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, ότι η οικεία ποικιλία SUMCOL 01 και η ποικιλία van Jaarsveld ταυτίζονται.
105 Εν πάση περιπτώσει, από την εξέταση των δύο πρώτων σκελών του λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι είναι εσφαλμένη η υπόθεση στην οποία στηρίζεται η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.
106 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι γενικής φύσεως θεωρήσεις του προσφεύγοντος περί του βάρους αποδείξεως και του καθήκοντος του ΚΓΦΠ να προβεί αυτεπαγγέλτως στη διεξαγωγή αποδείξεων ως προς τα πραγματικά περιστατικά είναι ανίσχυρες ή αλυσιτελείς.
107 Το αυτό ισχύει για τις θεωρήσεις που ανέπτυξε η Ciopora με την από 3 Ιουλίου 2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, παρατεθείσα στη σκέψη 44 ανωτέρω.
108 Επομένως, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και, συνακολούθως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.
Επί του τρίτου και πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 75 του κανονισμού 2100/94 και τη «γενική απαγόρευση, σε ένα κράτος δικαίου, να λαμβάνονται αποφάσεις αιφνιδίως» και παράβαση του άρθρου 62, παράγραφος 1, του κανονισμού 1239/95, αντιστοίχως
Επιχειρήματα των διαδίκων
109 Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 75 του κανονισμού 2100/94 και τη «γενική απαγόρευση, σε ένα κράτος δικαίου, να λαμβάνονται αποφάσεις αιφνιδίως», ο προσφεύγων προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε αιφνιδίως και στηρίζεται σε στοιχεία για τα οποία δεν είχε ακούσει να γίνεται λόγος στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, αφενός, ο προσφεύγων φρονεί ότι βάσει κανενός στοιχείου δεν ανέμενε τέτοια απόφαση, ενόψει της διεξαγωγής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2005 ενώπιον του τμήματος προσφυγών και της κοινοποιήσεως της διατάξεως περί διεξαγωγής αποδείξεων της 27ης Δεκεμβρίου 2005. Αφετέρου, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι δεν είχε την ευκαιρία να λάβει θέση επί στοιχείων της αποφάσεως αυτής, τα οποία, κατά την άποψή του, μπορούν να δικαιολογήσουν μια εντελώς νέα εκτίμηση της πραγματικής καταστάσεως.
110 Με το υπόμνημα απαντήσεως, ο προσφεύγων διευκρινίζει ότι το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να τροποποιήσει την «προσωρινή γνωμοδότησή» του στο πλαίσιο της συσκέψεως, μετά την έκδοση της διατάξεως περί διεξαγωγής αποδείξεων, ούτε να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να προβεί σε προηγούμενη ακρόασή του συναφώς. Συγκεκριμένα, κατά τον χρόνο εκείνο, το τμήμα προσφυγών ήταν προφανώς σύμφωνο με τον προσφεύγοντα περί του ότι τα μέχρι τότε προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αρκούσαν προς στοιχειοθέτηση της φήμης της ποικιλίας αναφοράς. Επομένως, το τμήμα προσφυγών έπρεπε, σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, να του εξηγήσει τις περιστάσεις που το οδήγησαν να αλλάξει γνώμη και να του δώσει την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
111 Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, κατά παράβαση του άρθρου 62, παράγραφος 1, του κανονισμού 1239/95, το τμήμα προσφυγών έθεσε ως προϋπόθεση της διεξαγωγής της αποδεικτικής διαδικασίας την κατάθεση εγγύησης για τα έξοδα, ενώ ο προσφεύγων δεν είχε προτείνει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και δεν είχε ζητήσει τη διεξαγωγή.
112 Το ΚΓΦΠ υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών δεν παρέβη καμία από τις διατάξεις που επικαλείται ο προσφεύγων.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
– Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως
113 Σύμφωνα με το άρθρο 62, παράγραφος 1, του κανονισμού 1239/95, με τίτλο «Δαπάνες της αποδεικτικής διαδικασίας»:
«Για την πραγματοποίηση της αποδεικτικής διαδικασίας, δυνατόν να τεθεί ως προϋπόθεση η εκ μέρους του αιτούντος διαδίκου κατάθεση εγγύησης, το ύψος της οποίας καθορίζεται από το [ΚΓΦΠ] σε συνάρτηση με τη συνολική εκτιμούμενη δαπάνη.»
114 Εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν ζήτησε τη διεξαγωγή της επίμαχης αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά αυτή αποφασίστηκε αυτεπαγγέλτως από το τμήμα προσφυγών.
115 Επομένως, το τμήμα προσφυγών δεν δικαιούνταν να βασιστεί στο άρθρο 62 του κανονισμού 1239/95 για να θέσει ως προϋπόθεση για τη διεξαγωγή της αποδεικτικής αυτής διαδικασίας την κατάθεση εγγυήσεως από τον προσφεύγοντα.
116 Έτσι, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως είναι προφανώς βάσιμος καθόσον σκοπεί στη διαπίστωση ότι η από 27 Δεκεμβρίου 2005 διάταξη περί διεξαγωγής αποδεικτικής διαδικασίας δεν είναι σύννομη.
117 Πάντως, ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως μη ασκών επιρροή στο πλαίσιο της αιτήσεως ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον η απόφαση αυτή εκδόθηκε χωρίς να έχει διεξαχθεί η επίμαχη αποδεικτική διαδικασία και χωρίς το τμήμα προσφυγών να έχει αντλήσει εξ αυτού καμία δυσμενή νομική συνέπεια για τον προσφεύγοντα.
– Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
118 Σύμφωνα με το άρθρο 75 του κανονισμού 2100/94:
«Οι αποφάσεις του [ΚΓΦΠ] συνοδεύονται από το σκεπτικό στο οποίο στηρίζονται. Το σκεπτικό στηρίζεται μόνο σε λόγους και αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους προφορικώς ή γραπτώς.»
119 Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε τέτοιους λόγους και αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι, κατ’ ουσίαν, στις γραπτές δηλώσεις του Ε. van Jaarsveld και της Sadie και τα αποσπάσματα των έργων των Codd, Hankey και Glen, τα οποία περιλαμβάνονται στον φάκελο της διοικητικής διαδικασίας, στον οποίο είχε πρόσβαση ο προσφεύγων και επί των οποίων είχε τη δυνατότητα να λάβει θέση προφορικώς και γραπτώς.
120 Ως προς το γεγονός ότι το τμήμα προσφυγών άλλαξε γνώμη, όσον αφορά την ανάγκη διεξαγωγής της αποδεικτικής διαδικασίας που αποφασίστηκε με την από 27 Δεκεμβρίου 2005 διάταξη, ο προσφεύγων δεν υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών δεν δικαιούνταν να παραιτηθεί της εν λόγω αποδεικτικής διαδικασίας, αν κατά τη σύσκεψη έκρινε ότι δεν ήταν πλέον αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς. Η άποψη του προσφεύγοντος, όπως τη διευκρινίζει με το υπόμνημα απαντήσεως, είναι ότι το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να μεταβάλει την εκτίμησή του συναφώς χωρίς να του εκθέσει τους λόγους για τους οποίους άλλαξε γνώμη και του δώσει την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
121 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, εφόσον, γενικώς, το τμήμα προσφυγών μπορεί να αποφασίσει αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να υποχρεούται να συζητήσει προηγουμένως με τους διαδίκους περί του ενδεχομένου ή της ανάγκης διεξαγωγής της, μπορεί επίσης να τη ματαιώσει αυτεπαγγέλτως, υπό τις ίδιες συνθήκες, αν κατά τη σύσκεψη καταλήξει σε διαφορετική εκτίμηση. Δεν πρόκειται για αποφάσεις που εκδίδονται αιφνιδίως, κατά παράβαση της προβαλλόμενης γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου, αλλά για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που χορηγεί στο τμήμα προσφυγών το άρθρο 76 του κανονισμού 2100/94 να διερευνά τα πραγματικά περιστατικά αυτεπαγγέλτως κάνοντας, μεταξύ άλλων, χρήση των αποδεικτικών μέσων που απαριθμούνται στο άρθρο 78 του εν λόγω κανονισμού.
122 Eν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών επισήμανε, με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ήρε τις αρχικές αμφιβολίες του και πείσθηκε για τη φήμη της ποικιλίας αναφοράς, χωρίς να χρειαστεί η διεξαγωγή της αρχικώς προβλεφθείσας και διαταχθείσας αποδεικτικής διαδικασίας. Εξάλλου, με την απόφαση αυτή, το τμήμα προσφυγών ανέφερε τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την πεποίθηση αυτή.
123 Τελικώς, το μοναδικό σημαντικό ζήτημα, για τον δικαστικό έλεγχο στο πλαίσιο του παρόντος λόγου ακυρώσεως, είναι το αν οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση επί των λόγων και αποδεικτικών αυτών στοιχείων.
124 Εφόσον τούτο συντρέχει εν προκειμένω, όπως εκτέθηκε με τη σκέψη 119 ανωτέρω, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 76 του κανονισμού 2100/94
125 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι υπήρξε εν προκειμένω ανάγκη συμπληρωματικών διευκρινίσεων, με σκοπό την άρση των αμφιβολιών που προκάλεσαν οι αντιφάσεις των δηλώσεων του Ε. van Jaarsveld, το ΚΓΦΠ, σύμφωνα με το άρθρο 76 του κανονισμού 2100/94, όφειλε να διατάξει αυτεπαγγέλτως νέα τεχνική εξέταση υπό την έννοια του άρθρου 55 του εν λόγω κανονισμού.
126 Το ΚΓΦΠ απαντά, κατ’ ουσίαν, ότι η προϋπόθεση επί της οποίας στηρίζεται ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι εσφαλμένη.
127 Συναφώς, όπως προκύπτει από την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το τμήμα προσφυγών μπόρεσε εγκύρως να συναγάγει από τα στοιχεία που διέθετε ότι η ποικιλία SUMCOL 01 δεν μπορούσε να διακριθεί σαφώς από κοινώς γνωστή ποικιλία αναφοράς κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως. Επομένως, ουδόλως υποχρεούνταν να προβεί σε νέα τεχνική εξέταση.
128 Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 1239/95
129 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, κατά παράβαση του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 1239/95, η Heine, η οποία ήταν η αρμόδια εξετάστρια του Bundessortenamt, έλαβε μέρος στην προφορική διαδικασία με το ΚΓΦΠ, χωρίς να έχει κληθεί στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση και χωρίς να έχει ληφθεί απόφαση περί διεξαγωγής αποδεικτικής διαδικασίας. Οι δηλώσεις της περιελήφθησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως δηλώσεις μάρτυρα ή εμπειρογνώμονα, και μάλιστα ελλιπώς.
130 Συναφώς, ορθώς το ΚΓΦΠ υποστηρίζει ότι η εμφάνιση της Heine στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν απαιτούσε απόφαση περί λήψεως αποδεικτικού μέτρου υπό την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 1239/95. Συγκεκριμένα, από τα πρακτικά της συνεδριάσεως προκύπτει ότι η Heine εμφανίστηκε ως εκπρόσωπος του ΚΓΦΠ, και όχι ως μάρτυρας ή εμπειρογνώμονας (βλ. σκέψη 36 ανωτέρω). Οι δηλώσεις της καταχωρίστηκαν στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ως δηλώσεις του ΚΓΦΠ, και όχι ως κατάθεση μάρτυρα ή εμπειρογνώμονα. Στο πλαίσιο αυτό, ορθώς επίσης το ΚΓΦΠ αναφέρει ότι, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 1239/95, οι διενεργηθείσες από τη Heine πράξεις, σύμφωνα με τη συναφθείσα μεταξύ ΚΓΦΠ και Bundessortenamt συμφωνία σχετικά με την τεχνική εξέταση, είναι πράξεις του ΚΓΦΠ αντιτάξιμες προς τρίτους.
131 Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού του ότι οι δηλώσεις της Heine καταχωρίστηκαν ελλιπώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.
132 Επομένως, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 88 του κανονισμού 2100/94
133 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το ΚΓΦΠ, κατά τη διάρκεια ανεπιτρέπτως μεγάλου χρονικού διαστήματος, εμπόδισε την πρόσβασή του στα διαδικαστικά έγγραφα, καθιστώντας έτσι σημαντικά δυσχερέστερη την άσκηση των δικαιωμάτων του άμυνας.
134 Συναφώς, από τον φάκελο της υποθέσεως σχετικά με τη διοικητική διαδικασία, που διαβίβασε το ΚΓΦΠ στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, προκύπτει ότι το σύνολο του φακέλου κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να προβάλει επωφελώς την άποψή του.
135 Ειδικότερα:
– με την από 11 Ιουνίου 2004 προσφυγή του, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94 και του άρθρου 84, παράγραφος 3, του κανονισμού 1239/95, με σκοπό να λάβει αντίγραφο των εγγράφων σχετικά με την αίτηση να χορηγηθεί κοινοτικό δικαίωμα επί της φυτικής ποικιλίας SUMCOL 01·
– η αίτηση αυτή επαναλήφθηκε με το από 30 Ιουλίου 2004 έγγραφο·
– με το από 10 Αυγούστου 2004 έγγραφο, το ΚΓΦΠ διαβίβασε στον προσφεύγοντα το σύνολο των εγγράφων που είχε στην κατοχή του·
– με το από 17 Αυγούστου 2004 τηλετύπημα, ο προσφεύγων ζήτησε την προσκόμιση προσθέτων εγγράφων όσον αφορά την αλληλογραφία Bundessortenamt και Ε. van Jaarsveld·
– στις 17 Αυγούστου 2004, το ΚΓΦΠ ζήτησε από το Bundessortenamt να του κοινοποιήσει τα εν λόγω έγγραφα, γεγονός που έλαβε χώρα στις 18 Αυγούστου 2004·
– με την από 18 Αυγούστου 2004 ηλεκτρονική επιστολή, το ΚΓΦΠ διαβίβασε τα έγγραφα αυτά στον προσφεύγοντα·
– με το από 18 Αυγούστου 2004 τηλετύπημα, ο προσφεύγων ζήτησε παράταση ενός μήνα για την κατάθεση υπομνήματος με τους λόγους της προσφυγής· ζήτησε επίσης να του κοινοποιηθεί αντίγραφο του συνόλου του φακέλου του Bundessortenamt·
– με το από 19 Αυγούστου 2004 τηλετύπημα, ο γραμματέας του τμήματος προσφυγών επισήμανε στον προσφεύγοντα ότι η προθεσμία για την κατάθεση του υπομνήματος με τους λόγους της προσφυγής παρατάθηκε μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου 2004·
– με το από 24 Αυγούστου 2004 επείγον έγγραφο, που παραλήφθηκε στις 25 Αυγούστου 2004, το ΚΓΦΠ κοινοποίησε στον προσφεύγοντα αντίγραφο του συνόλου του φακέλου του Bundessortenamt, υπενθυμίζοντάς του τη λήξη της προθεσμίας στις 6 Σεπτεμβρίου 2004·
– ο προσφεύγων κατέθεσε το υπόμνημά του με τους λόγους της προσφυγής στις 30 Αυγούστου 2004.
136 Όπως ορθώς προβάλλει το ΚΓΦΠ, εφόσον ο προσφεύγων δεν επωφελήθηκε του πρόσθετου χρόνου που του χορηγήθηκε για την κατάθεση του υπομνήματός του, δεν αποδεικνύει ότι η καθυστερημένη κοινοποίηση του φακέλου έθιξε την άσκηση των δικαιωμάτων του άμυνας κατά το στάδιο αυτό.
137 Επιπλέον, ο προσφεύγων μπόρεσε να προβάλει την άποψή του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Σεπτεμβρίου 2005 ενώπιον του τμήματος προσφυγών και με το από 14 Οκτωβρίου 2005 υπόμνημά του.
138 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94
139 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, κατά παράβαση του άρθρου 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94, το ΚΓΦΠ ανέμεινε δύο μήνες προτού τροποποιήσει την απορριπτική απόφαση. Με το υπόμνημά του απαντήσεως, ο προσφεύγων προσθέτει ότι η παράβαση αυτή θίγει σοβαρώς τα δικαιώματά του. Συγκεκριμένα, ακόμη κι αν διατηρείται η προτεραιότητα του δικαιώματος επί της οικείας ποικιλίας, βάσει του άρθρου 95 του κανονισμού 2100/94, η προστασία αυτή είναι πολύ μικρότερη. Έτσι, ο δικαιούχος αιτήσεως περί χορηγήσεως δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας δεν διαθέτει παρεμφερές δικαίωμα με το δικαίωμα του άρθρου 94 του κανονισμού 2100/94 να επιβάλει παύση της παραβιάσεως. Επομένως, ο προσφεύγων δεν μπορεί να εμποδίσει την αναπαραγωγή της ποικιλίας του από τρίτους.
140 Συναφώς, είναι αληθές ότι, δυνάμει του άρθρου 70 του κανονισμού 2100/94, με τίτλο «Προδικαστική αναθεώρηση», σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής, το αρμόδιο για την απόφαση τμήμα του ΚΓΦΠ διαθέτει προθεσμία ενός μήνα μετά την παραλαβή του δικογράφου της προσφυγής για να τη διορθώσει, αν κρίνει ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή και βάσιμη. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ορίζει ότι, αν η απόφαση δεν διορθωθεί εντός της προθεσμίας αυτής, το ΚΓΦΠ «παραπέμπει αμελλητί την προσφυγή στο τμήμα προσφυγών».
141 Eν προκειμένω, το δικόγραφο της προσφυγής κοινοποιήθηκε στο ΚΓΦΠ στις 30 Αυγούστου 2004 (βλ. σκέψη 27 ανωτέρω). Το αρμόδιο για την απόφαση τμήμα του ΚΓΦΠ συνεδρίασε στις 24 και 29 Σεπτεμβρίου 2004, ενόψει ενδεχόμενης διορθώσεως της αποφάσεως αυτής σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού 2100/94. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2004, το τμήμα αυτό ανακοίνωσε στο τμήμα προσφυγών και στον προσφεύγοντα ότι αναβάλει την απόφασή του συναφώς για δύο εβδομάδες, προκειμένου να προβεί σε συμπληρωματική έρευνα (βλ. σκέψη 28 ανωτέρω). Η συμπληρωματική αυτή έρευνα έγκειται σε αίτημα παροχής διευκρινίσεων προς τον Ε. van Jaarsveld, ο οποίος τις προσκόμισε με τις από 8 και 15 Οκτωβρίου 2004 ηλεκτρονικές επιστολές, και υποβολή ερωτήματος στο νοτιοαφρικανικό Υπουργείο Γεωργίας, το οποίο απάντησε με το από 2 Νοεμβρίου 2004 έγγραφο (βλ. σκέψεις 29 έως 33 ανωτέρω). Στη συνέχεια, το αρμόδιο τμήμα του ΚΓΦΠ συνεδρίασε εκ νέου στις 10 Νοεμβρίου 2004 και αποφάσισε, βάσει των πορισμάτων της συμπληρωματικής έρευνας, να μη διορθώσει την απορριπτική απόφαση και να παραπέμψει αμελλητί την προσφυγή ενώπιον του τμήματος προσφυγών (βλ. σκέψη 34 ανωτέρω).
142 Μολονότι έγινε υπέρβαση της προθεσμίας του άρθρου 70 του κανονισμού 2100/94 κατά ένα μήνα και δέκα ημέρες, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η καθυστέρηση αυτή δικαιολογείται από τις ιδιαίτερες συνθήκες της προκειμένης υποθέσεως, ειδικότερα λόγω της ανάγκης να ερωτηθούν πρόσωπα ευρισκόμενα σε μακρινή χώρα.
143 Εν πάση περιπτώσει, η υπέρβαση της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά ενδεχομένως τη χορήγηση αποζημιώσεως αν προκύψει ότι ο προσφεύγων υπέστη λόγω αυτού κάποια ζημία.
144 Συναφώς, με το υπόμνημα απαντήσεως, ο προσφεύγων εμμένει επί της διαφοράς μεταξύ του δικαιώματος που χορηγείται στον κάτοχο με το άρθρο 95 του κανονισμού 2100/94, ως προς προγενέστερες της χορηγήσεως κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικών ποικιλιών πράξεις, και του δικαιώματος που χορηγείται στον κάτοχο αυτό με το άρθρο 94 του εν λόγω κανονισμού, ως προς πράξεις απομιμήσεως ποικιλίας επί της οποίας έχει παραχωρηθεί κοινοτικό δικαίωμα.
145 Πάντως, οι θεωρήσεις αυτές είναι, εν προκειμένω, αλυσιτελείς, εφόσον τελικώς δεν χορηγήθηκε κοινοτικό δικαίωμα επί της οικείας ποικιλίας.
146 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο έβδομος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του όγδοου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2100/94
147 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, κατά παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2100/94, η αίτησή του διαγράφηκε από τα αρχεία του ΚΓΦΠ αμέσως μετά την έκδοση της απορριπτικής αποφάσεως. Κατά συνέπεια, αποδυναμώθηκε σημαντικά η νομική του θέση, όπως ορίζεται στο άρθρο 95 του κανονισμού 2100/94.
148 Συναφώς, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η αίτηση περί χορηγήσεως δικαιώματος διαγράφηκε από τα αρχεία του ΚΓΦΠ αμέσως μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2100/94, σύμφωνα με το οποίο προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτή έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, η μη σύννομη αυτή ενέργεια δεν αφορά καθεαυτή την απορριπτική απόφαση και, επομένως, δεν θίγει το κύρος της και, κατά συνέπεια, δεν θίγει το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
149 Συνεπώς, ο όγδοος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
150 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
151 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, όπως έχει ζητήσει το ΚΓΦΠ.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (έβδομο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τον Ralf Schräder στα δικαστικά έξοδα
Forwood
Moavero Milanesi
Truchot
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Νοεμβρίου 2008.
(υπογραφές)
Πίνακας περιεχομένων
Το νομικό πλαίσιο
Ιστορικό της διαφοράς
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 62 και του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2100/94
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
– Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί του περιεχομένου του δικαστικού ελέγχου του Πρωτοδικείου
– Εκτιμήσεις βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94
– Εκτιμήσεις βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94
– Εκτιμήσεις βάσει του άρθρου 62 του κανονισμού 2100/94
Επί του τρίτου και πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 75 του κανονισμού 2100/94 και τη «γενική απαγόρευση, σε ένα κράτος δικαίου, να λαμβάνονται αποφάσεις αιφνιδίως» και παράβαση του άρθρου 62, παράγραφος 1, του κανονισμού 1239/95, αντιστοίχως
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
– Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως
– Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 76 του κανονισμού 2100/94
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 1239/95
Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 88 του κανονισμού 2100/94
Επί του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94
Επί του όγδοου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2100/94
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy