ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 22ας Ιανουαρίου 2013 ( *1 )
«Κοινοτικό σήμα — Διαδικασία ανακοπής — Αιτήσεις καταχωρίσεως του λεκτικού και του εικονιστικού σήματος BUD ως κοινοτικών — Ονομασίες “bud” — Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου — Άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009]»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T-225/06 RENV, T-255/06 RENV, T-257/06 RENV και T-309/06 RENV,
Budějovický Budvar, národní podnik, με έδρα το České Budějovice (Τσεχική Δημοκρατία), εκπροσωπούμενη από τους F. Fajgenbaum, C. Petsch, S. Sculy-Logotheti και T. Lachacinski, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τον A. Folliard-Monguiral,
καθού,
παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πρώην Anheuser-Busch, Inc., και αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ
Anheuser-Busch LLC, με έδρα το Saint Louis, Missouri (ΗΠΑ), εκπροσωπούμενη από τους V. von Bomhard, B. Goebel και A. Renck, δικηγόρους,
με αντικείμενο προσφυγές που ασκήθηκαν κατά των αποφάσεων του δευτέρου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, της 14ης Ιουνίου (υπόθεση R 234/2005-2), της 28ης Ιουνίου (υποθέσεις R 241/2005-2 και R 802/2004-2) και της 1ης Σεπτεμβρίου 2006 (υπόθεση R 305/2005-2), επί των διαδικασιών ανακοπής μεταξύ των Budějovický Budvar, národní podnik και Anheuser-Busch, Inc.,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους N. J. Forwood, πρόεδρο, F. Dehousse (εισηγητή) και J. Schwarcz, δικαστές,
γραμματέας: C. Heeren, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 2012,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η παρεμβαίνουσα Anheuser-Busch LLC υπέβαλε στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), δυνάμει του κανονισμού 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1)], τέσσερις αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος με ημερομηνία 1η Απριλίου 1996, 28 Ιουλίου 1999, 11 Απριλίου και 4 Ιουλίου 2000 αντιστοίχως.
2
Τα σήματα των οποίων ζητήθηκε η καταχώριση, για ορισμένα προϊόντα και υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της μπύρας, των κλάσεων 16, 21, 25, 32, 33, 35, 38, 41 και 42 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, είναι το λεκτικό σημείο BUD και το ακόλουθο εικονιστικό σημείο:
3
Η προσφεύγουσα Budějovický Budvar, národní podnik άσκησε στις 5 Μαρτίου 1999, 1η Αυγούστου 2000, 22 Μαΐου και 5 Ιουνίου 2001 ανακοπές, βάσει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 41 του κανονισμού 207/2009), κατά της καταχωρίσεως των ως άνω σημάτων ως προς όλα τα παρατιθέμενα στις αιτήσεις καταχωρίσεως προϊόντα.
4
Προς στήριξη των ανακοπών, η Budvar επικαλέστηκε, καταρχάς, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009], το κατωτέρω διεθνές εικονιστικό σήμα υπ’ αριθ. 361 566, το οποίο έχει καταχωριστεί για «παντός είδους ξανθιά και σκούρα μπύρα» στην Αυστρία, στην Μπενελούξ και στην Ιταλία:
5
Δεύτερον, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009) την ονομασία «bud», η οποία προστατεύεται, αφενός, στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Πορτογαλία, δυνάμει του Διακανονισμού της Λισσαβώνας της 31ης Οκτωβρίου 1958, σχετικά με την προστασία των ονομασιών προελεύσεως και τη διεθνή καταχώρισή τους, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής: Διακανονισμός της Λισσαβώνας), και, αφετέρου, στην Αυστρία, δυνάμει Συμβάσεως για την προστασία των ενδείξεων καταγωγής, των ονομασιών προελεύσεως και των λοιπών προσδιορισμών της προελεύσεως γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων (στο εξής: διμερής σύμβαση), η οποία συνάφθηκε στις 11 Ιουνίου 1976 μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας, και βάσει διμερούς συμφωνίας για την εφαρμογή της εν λόγω συμβάσεως, η οποία συνάφθηκε στις 7 Ιουνίου 1979 (στο εξής: διμερής συμφωνία) (στο εξής, από κοινού: διμερείς συμβάσεις).
6
Με απόφαση της 16ης Ιουλίου 2004, το τμήμα ανακοπών του ΓΕΕΑ δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του σήματος όσον αφορά τις «Υπηρεσίες εστιατορίου, μπαρ και παμπ» (κλάση 42), οι οποίες περιλαμβάνονταν στην αίτηση καταχωρίσεως της 4ης Ιουλίου 2000, εκτιμώντας, μεταξύ άλλων, ότι η προσφεύγουσα απέδειξε ότι έχει δικαίωμα επί της ονομασίας προελεύσεως «bud» στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Πορτογαλία.
7
Με αποφάσεις της 23ης Δεκεμβρίου 2004 και της 26ης Ιανουαρίου 2005, το τμήμα ανακοπών απέρριψε τις ανακοπές κατά της καταχωρίσεως των σημάτων που αποτελούν αντικείμενο των τριών λοιπών αιτήσεων καταχωρίσεως, θεωρώντας, κατ’ ουσίαν, ότι, όσον αφορά τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αυστρία και την Πορτογαλία, δεν αποδείχθηκε ότι η ονομασία προελεύσεως «bud» χρησιμοποιούνταν στις συναλλαγές ως σημείο το οποίο δεν είχε τοπική μόνον ισχύ.
8
Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το τμήμα ανακοπών έκρινε ότι έπρεπε να εφαρμοστούν τα ίδια κριτήρια με αυτά του άρθρου 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009), ερμηνευομένου με γνώμονα τον κανόνα 22, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού 40/94 (ΕΕ L 303, σ. 1), καθόσον τα κριτήρια αυτά αφορούν την απόδειξη της «ουσιαστικής χρήσεως» των προγενέστερων σημάτων στα οποία στηρίζεται μια ανακοπή.
9
Στις 21 Φεβρουαρίου και στις 18 Μαρτίου 2005 η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του ΓΕΕΑ τρεις προσφυγές, βάσει των άρθρων 57 έως 62 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρα 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009), κατά των αποφάσεων του τμήματος ανακοπών της 23ης Δεκεμβρίου 2004 και της 26ης Ιανουαρίου 2005.
10
Στις 8 Σεπτεμβρίου 2004 η Anheuser-Busch άσκησε ενώπιον του ΓΕΕΑ προσφυγή, βάσει των άρθρων 57 έως 62 του κανονισμού 40/94, κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών της 16ης Ιουλίου 2004, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή που είχε ασκηθεί από την προσφεύγουσα. Η προσφεύγουσα ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών, κατά το μέρος που απορρίπτεται η ανακοπή της ως προς τις λοιπές υπηρεσίες των κλάσεων 35, 38, 41 και 42.
11
Με αποφάσεις της 14ης Ιουνίου, της 28ης Ιουνίου και της 1ης Σεπτεμβρίου 2006, το δεύτερο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε τις προσφυγές που είχε ασκήσει η προσφεύγουσα κατά των αποφάσεων του τμήματος ανακοπών του ΓΕΕΑ της 23ης Δεκεμβρίου 2004 και της 26ης Ιανουαρίου 2005, με απόφαση δε της 28ης Ιουνίου 2006 το εν λόγω τμήμα έκανε δεκτή την προσφυγή της Anheuser-Busch κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών της 16ης Ιουλίου 2004, απορρίπτοντας την ανακοπή της προσφεύγουσας στο σύνολό της (στο εξής: προσβαλλόμενες αποφάσεις).
12
Το τμήμα προσφυγών επισήμανε, καταρχάς, ότι η προσφεύγουσα δεν επικαλείται πλέον, προς στήριξη των ανακοπών της, το διεθνές εικονιστικό σήμα υπ’ αριθ. 361 566, αλλά μόνον την ονομασία προελεύσεως «bud».
13
Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι γίνεται δυσχερώς αντιληπτό πώς το σημείο BUD μπορεί να θεωρηθεί ως ονομασία προελεύσεως ή, έστω, ως έμμεση ένδειξη γεωγραφικής προελεύσεως. Το τμήμα προσφυγών συμπέρανε, ως εκ τούτου, ότι δεν είναι δυνατό να ευδοκιμήσει προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, στηριζόμενη σε δικαίωμα φερόμενο ως δικαίωμα επί ονομασίας προελεύσεως, χωρίς ουσιαστικά να πρόκειται για τέτοιο δικαίωμα.
14
Τρίτον, το τμήμα προσφυγών, εφαρμόζοντας κατ’ αναλογία τις διατάξεις του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 42, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009) και τον κανόνα 22 του κανονισμού 2868/95, θεώρησε ανεπαρκείς τις αποδείξεις που προσκόμισε η προσφεύγουσα όσον αφορά τη χρήση της ονομασίας προελεύσεως «bud» στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Αυστρία και στην Πορτογαλία.
15
Τέταρτον, το τμήμα προσφυγών έκρινε την ανακοπή απορριπτέα για τον πρόσθετο λόγο ότι η Budvar δεν απέδειξε ότι η επίμαχη ονομασία προελεύσεως της παρέχει δικαίωμα να απαγορεύει τη χρήση του όρου «bud» ως σήματος στην Αυστρία ή στη Γαλλία.
Διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου
16
Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 26 Αυγούστου (υπόθεση T-225/06), στις 15 Σεπτεμβρίου (υποθέσεις T-255/06 και T-257/06) και στις 14 Νοεμβρίου 2006 (υπόθεση T-309/06), η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγές με αίτημα την ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων.
17
Με διάταξη του προέδρου του πρώτου τμήματος του Πρωτοδικείου της 25ης Φεβρουαρίου 2008, οι υποθέσεις T-225/06, T-255/06, T-257/06 και T-309/06 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας, κατά το άρθρο 50 του Κανονισμού Διαδικασίας.
18
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 1ης Απριλίου 2008.
19
Με την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, T-225/06, T-255/06, T-257/06 και T-309/06, Budějovický Budvar κατά ΓΕΕΑ - Anheuser-Busch (BUD) (Συλλογή 2008, σ. II-3555, στο εξής: απόφαση του Πρωτοδικείου), το Πρωτοδικείο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων T-225/06, T-255/06, T-257/06 και T-309/06 προς έκδοση κοινής αποφάσεως, κατά το άρθρο 50 του Κανονισμού Διαδικασίας, και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Υποχρέωσε το ΓΕΕΑ να φέρει, επιπλέον των δικαστικών εξόδων του, τα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων της προσφεύγουσας. Υποχρέωσε, επίσης, την Anheuser-Busch να φέρει, επιπλέον των δικαστικών εξόδων της, το ένα τρίτο των εξόδων της προσφεύγουσας.
20
Πρώτον, το Πρωτοδικείο έκρινε, στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου που προέβαλε η προσφεύγουσα, ότι το τμήμα προσφυγών παρέβη το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, κρίνοντας, πρώτον, ότι το προβληθέν προγενέστερο δικαίωμα που είχε καταχωριστεί δυνάμει του Διακανονισμού της Λισσαβώνας δεν αποτελεί «ονομασία προελεύσεως», δεύτερον, ότι είναι «δευτερεύουσας σημασίας» το ζήτημα αν το σημείο BUD προστατεύεται, μεταξύ άλλων στη Γαλλία, δυνάμει του Διακανονισμού της Λισσαβώνας, ως ονομασία προελεύσεως και, τέλος, ότι δεν είναι δυνατό να ευδοκιμήσει ανακοπή ασκηθείσα επ’ αυτής της βάσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου, σκέψεις 92 και 97).
21
Δεύτερον, στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως του δεύτερου σκέλους του μοναδικού λόγου που προέβαλε η προσφεύγουσα, το Πρωτοδικείο αμφισβήτησε την εκ μέρους του τμήματος προσφυγών εφαρμογή της προϋποθέσεως σχετικά με τη χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94.
22
Το Πρωτοδικείο έκρινε, καταρχάς, ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διότι εφάρμοσε, κατ’ αναλογία, τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης περί «ουσιαστικής» χρήσεως του προγενέστερου σήματος, για να διαπιστώσει, χωριστά ως προς την Αυστρία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Πορτογαλία, αν τα επίμαχα σημεία χρησιμοποιούνταν «στις συναλλαγές». Κατά την κρίση του Πρωτοδικείου, το τμήμα προσφυγών έπρεπε να εξετάσει αν τα στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα κατά τη διοικητική διαδικασία αποδεικνύουν τη χρήση των επίδικων σημείων στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, επιδιώκουσας οικονομικό όφελος, και όχι σε ιδιωτικό πλαίσιο, ανεξαρτήτως του κράτους εντός του οποίου έγινε η χρήση του σημείου (απόφαση του Πρωτοδικείου, σκέψη 168). Εξάλλου, στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι από το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94 δεν προκύπτει ότι ο ανακόπτων υποχρεούται να αποδείξει ότι το επίμαχο σημείο χρησιμοποιούνταν προ της υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, να ζητηθεί να αποδειχθεί ότι το επίμαχο σημείο χρησιμοποιούνταν προ της δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων (απόφαση του Πρωτοδικείου, σκέψη 169). Εν τέλει, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι, λαμβανομένων υπόψη των εγγράφων που προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ, η προσφεύγουσα απέδειξε τη χρήση των επίμαχων σημείων στις συναλλαγές, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, αντιθέτως προς ό,τι διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών (απόφαση του Πρωτοδικείου, σκέψη 177).
23
Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε νομική πλάνη, διότι, όσον αφορά τη Γαλλία, συσχέτισε την απόδειξη της χρήσεως του επίμαχου σημείου με την προϋπόθεση να μην έχει το σχετικό δικαίωμα τοπική μόνον ισχύ. Κατά το Πρωτοδικείο, αρκεί, συναφώς, η διαπίστωση ότι τα προβληθέντα προγενέστερα δικαιώματα δεν έχουν τοπική μόνον ισχύ, διότι η προστασία τους εκτείνεται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, του Διακανονισμού της Λισσαβώνας και του άρθρου 1 της διμερούς συμβάσεως, πέραν της περιοχής προελεύσεώς τους (απόφαση του Πρωτοδικείου, σκέψη 181).
24
Τρίτον, στο πλαίσιο της δεύτερης αιτιάσεως του δεύτερου σκέλους του μοναδικού λόγου που προέβαλε η προσφεύγουσα το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη, διότι δεν έλαβε υπόψη του όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, προκειμένου να διαπιστώσει αν η προσφεύγουσα έχει, δυνάμει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, το δικαίωμα να απαγορεύει τη χρήση του πλέον πρόσφατου σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94 (απόφαση του Πρωτοδικείου, σκέψη 199).
25
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Μαρτίου 2009, η Anheuser-Busch άσκησε, δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, ζητώντας από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση αυτή, εξαιρουμένου του σημείου 1 του διατακτικού της, με το οποίο διατασσόταν η συνεκδίκαση των υποθέσεων προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
26
Με απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, C-96/09 P, Anheuser Busch κατά Budějovický Budvar (στο εξής: αναιρετική απόφαση), το Δικαστήριο έκρινε ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς δέχθηκε το πρώτο σκέλος και τη δεύτερη αιτίαση του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου που είχε προβάλει η προσφεύγουσα, πλην όμως, όσον αφορά την εφαρμογή της προϋποθέσεως σχετικά με τη χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94 (βλ. σκέψεις 21 έως 23 ανωτέρω), ζήτημα που αποτελούσε αντικείμενο της πρώτης αιτιάσεως του δεύτερου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο.
27
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου, «καθόσον το Πρωτοδικείο θεώρησε κακώς, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού [40/94], καταρχάς, ότι η ισχύς του επίμαχου σημείου, η οποία δεν μπορεί να είναι μόνο τοπική, πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικά σε συνάρτηση με την έκταση του εδάφους προστασίας του σημείου αυτού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η χρήση του εντός του εδάφους αυτού, εν συνεχεία, ότι το έδαφος που έχει σημασία για να εκτιμηθεί η χρήση του εν λόγω σημείου δεν είναι οπωσδήποτε το έδαφος προστασίας αυτού και, τέλος, ότι η χρήση του ίδιου αυτού σημείου δεν πρέπει οπωσδήποτε να έχει γίνει πριν από την ημερομηνία της καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος» (αναιρετική απόφαση, σημείο 1 του διατακτικού).
28
Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
29
Επιπλέον, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, «[για] να εκτιμηθεί ο λόγος ακυρώσεως τον οποίο η [προσφεύγουσα] αντλεί από την εκ μέρους του τμήματος προσφυγών εφαρμογή της προϋποθέσεως σχετικά με τη χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική, απαιτείται να εκτιμηθεί η αποδεικτική ισχύς των πραγματικών στοιχείων βάσει των οποίων μπορεί να αποδειχθεί ότι εν προκειμένω πληρούται η προϋπόθεση αυτή, με βάση τον ορισμό της που έγινε δεκτός στην παρούσα απόφαση, πραγματικών στοιχείων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, ειδικότερα, τα έγγραφα που προσκόμισε η [προσφεύγουσα] και τα οποία διαλαμβάνονται στις σκέψεις 171 και 172 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως» (αναιρετική απόφαση, σκέψη 219). Δεδομένου ότι η διαφορά δεν ήταν ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο ανέπεμψε τις υποθέσεις T-225/06, T-255/06, T-257/06 και T-309/06 στο Γενικό Δικαστήριο και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
30
Οι υποθέσεις αυτές ανατέθηκαν στο δεύτερο τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου.
31
Οι διάδικοι κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις παρατηρήσεις τους ως προς τη συνέχεια της διαδικασίας.
32
Στις 19 Οκτωβρίου 2011 η Anheuser-Busch κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου αντίγραφο της αποφάσεως του Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία) της 9ης Αυγούστου 2011). Οι λοιποί διάδικοι κατέθεσαν παρατηρήσεις επί του εγγράφου αυτού, το οποίο προστέθηκε στη δικογραφία.
33
Με διάταξη του προέδρου του δεύτερου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 2012, οι υποθέσεις T-225/06 RENV, T-255/06 RENV, T-257/06 RENV και T-309/06 RENV ενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και της αποφάσεως για την επίλυση της διαφοράς, κατά το άρθρο 50 του Κανονισμού Διαδικασίας.
34
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Σεπτεμβρίου 2012.
Αιτήματα των διαδίκων υποβληθέντα μετά την αναπομπή
35
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να επιβεβαιώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου:
—
να καταδικάσει το ΓΕΕΑ και την Anheuser-Busch στα δικαστικά έξοδα.
36
Το ΓΕΕΑ και η Anheuser-Busch ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει της προσφυγές·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
37
Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, με το αίτημά της να επιβεβαιωθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων, σύμφωνα με το αίτημα που είχε υποβάλει με τις προσφυγές της.
38
Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι, με το δικόγραφό της, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, έναν μόνο λόγο ακυρώσεως, αντλούμενο από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94. Ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως της προσφεύγουσας στηρίζεται σε δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη διαπίστωση του τμήματος προσφυγών ότι το σημείο bud δεν συνιστά ονομασία προελεύσεως. Με το δεύτερο σκέλος, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ότι, εν προκειμένω, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94.
39
Με την αναιρετική απόφασή του το Δικαστήριο επιβεβαίωσε πλείονες διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου, σχετικά με σφάλματα στα οποία υπέπεσε το τμήμα προσφυγών με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.
40
Ειδικότερα, από την αναιρετική απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως. Συγκεκριμένα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το Πρωτοδικείο, αφού διαπίστωσε ότι τα αποτελέσματα των προβληθέντων προγενέστερων δικαιωμάτων δεν είχαν ακυρωθεί οριστικώς στη Γαλλία και στην Αυστρία και ότι τα δικαιώματα αυτά εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά την έκδοση των επίδικων αποφάσεων, ορθώς κατέληξε, στις σκέψεις 90 και 98 της αποφάσεώς του ότι το τμήμα προσφυγών έπρεπε να συνεκτιμήσει τα προβληθέντα προγενέστερα δικαιώματα, χωρίς να μπορεί να αμφισβητήσει τον χαρακτηρισμό των δικαιωμάτων αυτών (αναιρετική απόφαση, σκέψεις 92 και 93).
41
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, το Δικαστήριο έκρινε ορθή τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η έκφραση «χρησιμοποιούμενο στις συναλλαγές» δεν αναφέρεται στην ουσιαστική χρήση, κατ’ αναλογία προς τα οριζόμενα από το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 όσον αφορά προγενέστερα σήματα που προβάλλονται προς στήριξη ανακοπής, όπως είχε δεχθεί το τμήμα προσφυγών με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις (αναιρετική απόφαση, σκέψεις 142 έως 146).
42
Εξάλλου, το Δικαστήριο, αφού υπέμνησε τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι το γεγονός ότι το σημείο bud χρησιμοποιείται «ως σήμα» δεν σημαίνει ότι το σημείο δεν χρησιμοποιείται στις συναλλαγές, όπως είχε δεχθεί το τμήμα προσφυγών με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, διευκρίνισε ότι το προβαλλόμενο προς στήριξη της ανακοπής σημείο πρέπει να χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο υπό την έννοια ότι πρέπει να χρησιμεύει για να προσδιορίζει μια οικονομική δραστηριότητα ασκούμενη από τον δικαιούχο του, πράγμα που, εν προκειμένω, δεν τίθεται υπό συζήτηση (αναιρετική απόφαση, σκέψεις 148 και 149).
43
Περαιτέρω, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 195 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά την προστασία στη Γαλλία της ονομασίας προελεύσεως «bud» που καταχωρίστηκε δυνάμει του Διακανονισμού της Λισσαβώνας, ότι το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να στηριχθεί στο γεγονός ότι από τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στο κράτος μέλος αυτό προέκυπτε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε, έως τότε, κατορθώσει να αποτρέψει την πώληση μπίρας με το σήμα BUD στη Γαλλία από τον διανομέα της Anheuser-Busch για να συναγάγει ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι πληρούνταν η προϋπόθεση σχετικά με το δικαίωμα απαγορεύσεως της χρήσεως του πλέον πρόσφατου σήματος βάσει του προβληθέντος σημείου (αναιρετική απόφαση, σκέψη 193).
44
Τέλος, δεδομένου ότι καμία από τις εκδοθείσες στη Γαλλία και στην Αυστρία δικαστικές αποφάσεις δεν είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε, με τη σκέψη 192, ότι το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στις αποφάσεις αυτές για να στηρίξει το συμπέρασμά του και όφειλε να λάβει επίσης υπόψη του τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που είχε επικαλεστεί η Budvar στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακοπής, προκειμένου να εξετάσει αν, δυνάμει των διατάξεων αυτών, η προσφεύγουσα διέθετε το δικαίωμα να απαγορεύσει ένα πλέον πρόσφατο σήμα βάσει του προβληθέντος σημείου (αναιρετική απόφαση, σκέψεις 195 έως 197).
45
Ωστόσο, μολονότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις περιέχουν πλείονα σφάλματα, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί και το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως και τις ακυρώσει. Συγκεκριμένα, το τμήμα προσφυγών είχε εκτιμήσει, με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ότι το σημείο που προβλήθηκε προς στήριξη της ανακοπής δεν πληρούσε την προϋπόθεση του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, σχετικά με τη χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική. Η διαπίστωση αυτή του τμήματος προσφυγών αρκούσε για να απορριφθούν οι ανακοπές που είχε ασκήσει η προσφεύγουσα κατά της καταχωρίσεως των κοινοτικών σημάτων. Το Δικαστήριο έκρινε, συναφώς, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη (βλ. σκέψη 27 ανωτέρω).
46
Είναι, συνεπώς, απαραίτητο να εκτιμηθεί η αποδεικτική ισχύς των προσκομισθέντων από την προσφεύγουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ πραγματικών στοιχείων βάσει των οποίων μπορεί να αποδειχθεί ότι εν προκειμένω πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, σχετικά με τη χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική, με βάση τον ορισμό της που έγινε δεκτός με την αναιρετική απόφασή του.
47
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο σκοπός της προϋποθέσεως του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, σχετικά με τη χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική, συνίσταται στον περιορισμό των συγκρούσεων μεταξύ των σημείων, εμποδίζοντας τη δυνατότητα ενός προγενέστερου δικαιώματος που δεν είναι επαρκώς χαρακτηριστικό, δηλαδή σπουδαίο και σημαντικό στις συναλλαγές, να κωλύει την καταχώριση ενός νέου κοινοτικού σήματος. Μια τέτοια δυνατότητα ανακοπής πρέπει να αναγνωρίζεται μόνο στα σημεία που έχουν αποτελεσματική και πραγματική παρουσία στην αντίστοιχη αγορά τους. Ως εκ τούτου, για να μπορεί να εμποδίσει την καταχώριση ενός νέου σημείου, το σημείο που προβάλλεται προς στήριξη της ανακοπής πρέπει να χρησιμοποιείται πράγματι κατά τρόπο επαρκώς σημαντικό στις συναλλαγές και να αφορά μια γεωγραφική έκταση η οποία δεν είναι μόνο τοπική, πράγμα που συνεπάγεται, όταν το έδαφος εντός του οποίου προστατεύεται το σημείο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είναι τοπικό, ότι η χρήση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται σε σημαντικό τμήμα του εδάφους αυτού. Για να καθοριστεί αν τούτο ισχύει, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια και η ένταση της χρήσεως του σημείου αυτού ως διακριτικού στοιχείου για τους αποδέκτες του, που είναι τόσο οι αγοραστές και οι καταναλωτές όσο και οι προμηθευτές και οι ανταγωνιστές. Συναφώς, σημασία έχουν, μεταξύ άλλων, οι χρήσεις του σημείου που έχουν πραγματοποιηθεί στη διαφήμιση και στην εμπορική αλληλογραφία. Περαιτέρω, η εκτίμηση της προϋποθέσεως σχετικά με τη χρήση στις συναλλαγές πρέπει να πραγματοποιείται χωριστά για έκαστο των εδαφών εντός των οποίων προστατεύεται το δικαίωμα που προβάλλεται προς στήριξη της ανακοπής. Τέλος, πρέπει να αποδεικνύεται χρήση του επίμαχου σημείου στις συναλλαγές πριν την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος (αναιρετική απόφαση, σκέψεις 156 έως 169).
48
Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών δέχθηκε, κατ’ ουσίαν, ότι, όσον αφορά τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αυστρία και την Πορτογαλία, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ δεν μπορούσε να συναχθεί χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική. Από τις παρατηρήσεις ως προς τη συνέχεια της διαδικασίας προκύπτει ότι η προσφεύγουσα αμφισβητεί τις προσβαλλόμενες αποφάσεις μόνον κατά το μέτρο που με αυτές απορρίπτονται ως ανεπαρκείς οι αποδείξεις της χρήσεως του επίμαχου σημείου στη Γαλλία και στην Αυστρία.
49
Στο πλαίσιο των παρατηρήσεων της ως προς τη συνέχεια της διαδικασίας, η προσφεύγουσα προβάλλει, καταρχάς, ότι η προϋπόθεση σχετικά με την ισχύ του προβαλλόμενου σημείου δεν μπορεί να εκτιμηθεί καθ’ όμοιο τρόπο προκειμένου περί δικαιωμάτων διαφορετικής φύσεως. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις ονομασίες προελεύσεως, η προστασία τους δεν σημαίνει ότι υπάρχει και προϋπόθεση σχετική με τη χρήση τους, έστω και αν το Δικαστήριο φαίνεται να δέχεται ότι ισχύει τέτοια προϋπόθεση. Οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία θα συνεπαγόταν ότι οι ονομασίες προελεύσεως αποτελούν δικαιώματα δυνάμενα να ανακληθούν, πράγμα αντίθετο στο πνεύμα του κανονισμού (ΕΚ) 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 93, σ. 12). Εφόσον η ονομασία προελεύσεως έχει καταχωριστεί, οι προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94 πληρούνται. Η απόδειξη της καταχωρίσεως αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η ισχύς του σημείου δεν είναι μόνον τοπική. Περαιτέρω, εν προκειμένω, η επίμαχη ονομασία προελεύσεως προστατεύεται σε εθνικό, διμερές και διεθνές επίπεδο. Επομένως, η ισχύς της δεν είναι τοπική. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα τονίζει ότι η παραγωγή προϊόντος συνδεόμενου με ονομασία προελεύσεως είναι περιορισμένη, όπως και οι εξαγωγές του. Στην πράξη, η παραγωγή προϊόντος καλυπτόμενου από ονομασία προελεύσεως διατίθεται ως επί το πλείστον στη χώρα προελεύσεως. Η προσφεύγουσα διευκρινίζει επίσης ότι η αγορά της μπύρας είναι μια αγορά ιδιαίτερη και υπενθυμίζει ότι το προϋφιστάμενο πολιτικό καθεστώς στην Τσεχία περιόριζε τις εξαγωγές. Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι προϋπόθεση περί χρήσεως του προβαλλόμενου σημείου στις συναλλαγές έχει ποιοτικό και όχι ποσοτικό χαρακτήρα. Το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του τα στοιχεία αυτά κατά την εκτίμηση των στοιχείων της υπό κρίση υποθέσεως.
50
Όσον αφορά τη χρήση που προβαλλόμενου σημείου στη Γαλλία, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε σχετικά με τη χρήση του εν λόγω σημείου είναι τα ίδια με αυτά που προσκόμισε στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουνίου 2007, T-60/04 έως T-64/04, Budějovický Budvar κατά ΓΕΕΑ – Anheuser-Busch (BUD) (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή). Πάντως, στις υποθέσεις αυτές, τόσο το τμήμα προσφυγών όσο και το ΓΕΕΑ ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δέχθηκαν ότι, όσον αφορά τη Γαλλία, η προσφεύγουσα απέδειξε τη χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική.
51
Όσον αφορά τη χρήση του προβαλλόμενου σημείου στην Αυστρία, η προσφεύγουσα τονίζει, πρώτον, ότι με την απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, C-478/07, Budějovický Budvar (Συλλογή 2009, σ. I-7721) το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «το άρθρο 30 ΕΚ […] δεν επιβάλλει καμία συγκεκριμένη προϋπόθεση ως προς την ποιότητα και τη διάρκεια της χρήσης μιας ονομασίας στο κράτος μέλος προέλευσης, προκειμένου η προστασία της να είναι δικαιολογημένη κατά το άρθρο αυτό.» Περαιτέρω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα στοιχεία που προσκόμισε ενώπιον του ΓΕΕΑ αποδεικνύουν ότι η χρήση του σημείου στην Αυστρία δεν ήταν μόνον τοπική.
52
Το ΓΕΕΑ και η Anheuser-Busch αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας. Εξάλλου, εφόσον γίνει δεκτό ότι τα προσκομισθέντα από την προσφεύγουσα στοιχεία αρκούν για να αποδειχθεί η ύπαρξη σημείου χρησιμοποιούμενου στις συναλλαγές, του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική, το ΓΕΕΑ και η Anheuser-Busch ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να λάβει υπόψη του και άλλα στοιχεία. Ειδικότερα, το ΓΕΕΑ και η Anheuser-Busch επικαλούνται την απόφαση Budějovický Budvar, σκέψη 51 ανωτέρω, και υποστηρίζουν ότι η μη καταχώριση του σημείου bud βάσει του κανονισμού 510/2006 συνεπάγεται ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων, το εν λόγω σημείο δεν προστατεύονταν στην Αυστρία και στη Γαλλία βάσει, αντιστοίχως, των διμερών συμβάσεων και του Διακανονισμού της Λισσαβώνας, όπως επιβεβαιώνεται από την απόφαση του Oberster Gerichtshof της 9ης Αυγούστου 2011 (σκέψη 32 ανωτέρω). Το Γενικό Δικαστήριο δεσμεύεται από το ισχύον δίκαιο της Ένωσης.
53
Πρώτον, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι, με τα επιχειρήματά της, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, σχετικά με τη χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική, πληρούται ως προς το γαλλικό έδαφος, στον βαθμό που το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούνταν στο πλαίσιο παλαιότερων υποθέσεων ενώπιον του ΓΕΕΑ με τους ίδιους αντιδίκους και με αντικείμενο πανομοιότυπο σημείο, τα επιχειρήματα αυτά είναι απορριπτέα. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι οι αποφάσεις που καλούνται να λάβουν τα τμήματα προσφυγών δυνάμει του κανονισμού 40/94, όσον αφορά την καταχώριση σημείου ως κοινοτικού σήματος, εμπίπτουν στη σφαίρα της ασκήσεως δέσμιας αρμοδιότητας και όχι της διακριτικής ευχέρειας. Επομένως, η νομιμότητα των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικά με βάση τον κανονισμό αυτό, όπως ερμηνεύεται από τον κοινοτικό δικαστή, και όχι με βάση την προγενέστερη σχετική με τη λήψη αποφάσεων πρακτική των τμημάτων αυτών [αποφάσεις του Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 2007, C-412/05 P, Alcon κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2007, σ. I-3569, σκέψη 65, και του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 2012, T-435/11, Universal Display κατά ΓΕΕΑ (UniversalPHOLED), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 37]. Εξάλλου, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι με τα επιχειρήματά της η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, υπενθυμίζεται ότι η τήρηση της αρχής αυτής πρέπει να συμβαδίζει με την τήρηση της αρχής της νομιμότητας (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 2011, C-51/10 P, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2011, σ. I-1541, σκέψη 75). Κατά τα λοιπά, για λόγους ασφαλείας δικαίου και χρηστής διοικήσεως, η εξέταση κάθε αιτήσεως καταχωρίσεως πρέπει να είναι αυστηρή, πλήρης και να διενεργείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση προκειμένου να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να καταχωρίζονται σήματα τα οποία δεν έπρεπε να καταχωριστούν (προπαρατεθείσα απόφαση Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 77). Αυτή η αυστηρή και πλήρης εξέταση πρέπει να αφορά και τα σημεία που προβάλλονται προς στήριξη ανακοπής. Ωστόσο, για τους λόγους που παρατίθενται κατωτέρω, δεν ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ότι το σημείο που προβλήθηκε εν προκειμένω δεν πληρούσε την προϋπόθεση του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, σχετικά με τη χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα κακώς επικαλείται προγενέστερες αποφάσεις του ΓΕΕΑ προς αμφισβήτηση της διαπιστώσεως στην οποία κατέληξε το τμήμα προσφυγών με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, σκέψεις 78 και 79, και UniversalPHOLED, σκέψη 39). Περαιτέρω, τονίζεται ότι, στο πλαίσιο των παλαιότερων υποθέσεων που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, οι αιτήσεις καταχωρίσεως αφορούσαν σήματα ή προϊόντα διαφορετικά από τα εξεταζόμενα εν προκειμένω, οπότε διέφεραν και οι διαδικασίες ανακοπής.
54
Δεύτερον, τονίζεται ότι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν πλέον ότι τα έγγραφα που προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ είναι ικανά να αποδείξουν τη χρήση του προβαλλόμενου σημείου στις συναλλαγές, δηλαδή στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, επιδιώκουσας οικονομικό όφελος, και όχι σε ιδιωτικό πλαίσιο.
55
Τρίτον, όσον αφορά ειδικά την αίτηση καταχωρίσεως του σήματος που αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής στο πλαίσιο της υποθέσεως
T-309/06 RENV, αρκεί η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε στο ΓΕΕΑ κανένα στοιχείο προγενέστερο της ημερομηνίας υποβολής της συγκεκριμένης αιτήσεως (1 Απριλίου 1996). Δεν πληρούται, συνεπώς, η προϋπόθεση του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, σχετικά με τη χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική. Επομένως, το τμήμα προσφυγών δεν υπέπεσε συναφώς σε πλάνη. Κατά το μέτρο που η διαπίστωση αυτή του τμήματος προσφυγών αρκούσε προς απόρριψη της αντίστοιχης ανακοπής (βλ. σκέψη 45 ανωτέρω), επιβάλλεται η απόρριψη της προσφυγής στο πλαίσιο της υποθέσεως T-309/06 RENV.
56
Τέταρτον, όσον αφορά τις ανακοπές στο πλαίσιο των οποίων η προσφεύγουσα επικαλέστηκε την προστασία του σημείου bud στη Γαλλία (υποθέσεις T-225/06 RENV, T-255/06 RENV και T-257/06 RENV), ενώπιον του ΓΕΕΑ προσκομίστηκαν τέσσερα χρονολογημένα τιμολόγια. Ωστόσο, ορισμένα από τα τιμολόγια αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, διότι είναι μεταγενέστερα της υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του συγκεκριμένου κοινοτικού σήματος. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για ένα τιμολόγιο (της 10ης Οκτωβρίου 2000) στο πλαίσιο των υποθέσεων T-225/06 RENV και T-257/06 RENV, οι οποίες αφορούν τις αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος που υποβλήθηκαν στις 11 Απριλίου και στις 4 Ιουλίου 2000. Το ίδιο ισχύει και για δύο τιμολόγια (της 3ης Μαρτίου και της 10ης Οκτωβρίου 2000) στο πλαίσιο της υποθέσεως T-255/06 RENV, η οποία αφορά αίτηση καταχωρίσεως σήματος υποβληθείσα στις 28 Ιουλίου 1999. Λαμβανομένων υπόψη των τιμολογίων που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο εκάστης υποθέσεως, διαπιστώνεται ότι αυτά αφορούσαν πολύ μικρές ποσότητες προϊόντων (το πολύ 0,87 εκατόλιτρα, ήτοι 87 λίτρα), κατανεμημένες σε τρία φορτία που παραδόθηκαν από τον Δεκέμβριο του 1997 έως τον Μάρτιο του 2000. Περαιτέρω, επρόκειτο για φορτία που παραδόθηκαν σε τρεις μόνο γαλλικές πόλεις, ήτοι στην Thiais, στη Lille και στο Στρασβούργο. Τέλος, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα άλλο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το προβαλλόμενο σημείο χρησιμοποιήθηκε σε διαφημίσεις εντός του συγκεκριμένου κράτους. Βάσει των στοιχείων αυτών πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όσον αφορά τη Γαλλία, δεν πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με τη χρήση στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική.
57
Κατά το μέτρο που, στο πλαίσιο της ανακοπής που αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως T-257/06 RENV, η προσφεύγουσα επικαλείται την προστασία του σημείου BUD μόνο στη Γαλλία, και όχι στην Αυστρία, η διαπίστωση του τμήματος προσφυγών ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση χρήσεως στις συναλλαγές σημείου του οποίου η ισχύς δεν είναι μόνον τοπική αρκεί για την απόρριψη της συγκεκριμένης ανακοπής (βλ. σκέψη 45 ανωτέρω). Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή στην υπόθεση T-257/06 RENV είναι απορριπτέα.
58
Πέμπτον, όσον αφορά τις ανακοπές στο πλαίσιο των οποίων η προσφεύγουσα επικαλείται προστασία του σήματος bud στην Αυστρία (υποθέσεις T-225/06 RENV και T-255/06 RENV), στο ΓΕΕΑ προσκομίστηκαν τα ακόλουθα έγγραφα:
—
ένορκη δήλωση εργαζομένου της προσφεύγουσας, του Ιουνίου του 2001, στην οποία είχαν επισυναφθεί εννέα αποκόμματα από τον αυστριακό Τύπο, με ημερομηνίες από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του 1997, τα οποία αφορούσαν το προϊόν «Bud Super Strong»,
—
ένορκη δήλωση του γενικού διευθυντή εταιρίας εισαγωγής μπύρας στην Αυστρία, της 9ης Αυγούστου 2001, στην οποία είχαν επισυναφθεί τέσσερα τιμολόγια της προσφεύγουσας (της 26ης Μαΐου 1997, της 22ας Ιουλίου 1997, της 21ης Νοεμβρίου 1997 και της 23ης Ιανουαρίου 1998), ένδεκα τιμολόγια πωλήσεως από την εταιρία εισαγωγής σε άλλες αυστριακές επιχειρήσεις, καθώς και τιμοκατάλογος που περιλαμβάνει το προϊόν «Bud Strong»,
—
ένορκη δήλωση του γενικού διευθυντή της ως άνω εταιρίας εισαγωγής μπύρας στην Αυστρία, της 7ης Δεκεμβρίου 2001, στην οποία είχαν επισυναφθεί οκτώ τιμολόγια της προσφεύγουσας (της 5ης Ιουνίου 1998, της 11ης Δεκεμβρίου 1998, της 1ης Μαρτίου 1999, της 18ης Μαΐου 1999, της 16ης Νοεμβρίου 1999, της 23ης Νοεμβρίου 1999, της 14ης Απριλίου 2000 και της 20ής Ιουνίου 2000) και οκτώ τιμολόγια πωλήσεως από την εταιρία εισαγωγής σε άλλες αυστριακές επιχειρήσεις,
—
ένορκη δήλωση εργαζομένου της προσφεύγουσας, της 15ης Απριλίου 2005, ο οποίος βεβαίωνε τα στοιχεία σχετικά με τον κύκλο εργασιών από την πώληση του προϊόντος «Bud Super Strong» στην Αυστρία από το 1997 έως το 2004, στην οποία είχαν επισυναφθεί πλείονα, ήδη προσκομισθέντα, τιμολόγια της προσφεύγουσας προς την προαναφερθείσα εταιρία εισαγωγής μπύρας στην Αυστρία, καθώς και νέο τιμολόγιο (της 21ης Οκτωβρίου 1999) και παραδείγματα από τις ετικέτες που είχαν τοποθετηθεί στη συσκευασία ενόψει της εξαγωγής της μπύρας προς την προαναφερθείσα εταιρία εισαγωγής μπύρας στην Αυστρία κατά τα έτη 1998, 1999, 2001 και 2002.
59
Επισημαίνεται, πρώτον, ότι, όπως προέβαλαν το ΓΕΕΑ και η Anheuser-Busch, από τα έγγραφα που προσκόμισε η προσφεύγουσα κατά τη διοικητική διαδικασία προκύπτει ότι οι πωλήσεις ήταν πολύ περιορισμένες, τόσο από πλευράς ποσότητας όσο και από πλευράς κύκλου εργασιών. Συγκεκριμένα, από τα τιμολόγια που περιλαμβάνονται στη δικογραφία προκύπτει η πώληση 22,96 εκατόλιτρων του οικείου προϊόντος κατά τα έτη 1997 και 1998. Όσον αφορά το 1999, από τα τιμολόγια προκύπτει η πώληση 15,5 εκατόλιτρων και 5,14 εκατόλιτρων για το διάστημα πριν τις 28 Ιουλίου 1999 (το κρίσιμο διάστημα στο πλαίσιο της υποθέσεως T-255/06 RENV). Επομένως, προκύπτει ότι ο μέσος όρος των συγκεκριμένων πωλήσεων ήταν 12,82 εκατόλιτρα κατ’ έτος. Ακόμη και αν λαμβάνονταν υπόψη οι πωλήσεις του 1999, όπως αυτές αναφέρονται σε ένορκη δήλωση εργαζομένου της προσφεύγουσας, ο όγκος των πωλήσεων κατά το έτος αυτός ανέρχεται σε 51,48 εκατόλιτρα, ήτοι 24,81 εκατόλιτρα ετησίως κατά μέσο όρο. Ο όγκος αυτός πωλήσεων πρέπει να συγκριθεί με τη μέση κατανάλωση μπύρας στην Αυστρία, η οποία κατά το αντίστοιχο διάστημα, σύμφωνα με στοιχεία που περιλαμβάνονται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, χωρίς η προσφεύγουσα να τα αμφισβητήσει, υπερέβαινε τα 9 εκατομμύρια εκατόλιτρα κατ’ έτος. Από πλευράς κύκλου εργασιών, σε ένορκη δήλωση εργαζομένου της προσφεύγουσας γίνεται λόγος για 44546,76 τσεχικές κορόνες (CZK) για το 1999, ήτοι περίπου 1200 ευρώ (στις 31 Δεκεμβρίου 1999). Το ποσό αυτό είναι ακόμη χαμηλότερο όσον αφορά τα έτη 1997 και 1998, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας.
60
Δεύτερον, όσον αφορά τα αποκόμματα Τύπου που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, τα αποκόμματα αυτά αφορούν πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα, από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του 1997. Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο με το οποίο να προσδιορίζεται επακριβώς ποιες είναι οι περιοχές ή ποιο είναι το κοινό που καλύπτεται από τα δημοσιεύματα αυτά.
61
Τρίτον, όσον αφορά τα τιμολόγια της εταιρίας εισαγωγής προς τις αυστριακές επιχειρήσεις, από αυτά προκύπτουν πωλήσεις σε οκτώ πόλεις της Αυστρίας (ή σε επτά πόλεις, αν ληφθούν υπόψη μόνον οι πωλήσεις πριν τις 28 Ιουλίου 1999 στο πλαίσιο της υποθέσεως T-255/06 RENV). Τονίζεται, συναφώς, ότι, μολονότι το συγκεκριμένο προϊόν πωλούνταν σε διάφορες πόλεις στην Αυστρία, οι πωλήσεις εκτός της Βιέννης, όπως προκύπτουν από τα τιμολόγια, είναι αμελητέες (24 φιάλες πωλήθηκαν σε έξι πόλεις και 240 φιάλες σε άλλη πόλη). Οι αμελητέες αυτές πωλήσεις πρέπει να συνδυαστούν με το αντίστοιχο διάστημα διαθέσεως των οικείων προϊόντων στην αγορά (το οποίο κυμαίνεται μεταξύ δύο και τριών ετών ανάλογα με την υπόθεση) και τη μέση κατανάλωση μπύρας στην Αυστρία (άνω των 9 εκατομμυρίων εκατόλιτρων ετησίως).
62
Τέταρτον, όσον αφορά το κόστος διαθέσεως στο εμπόριο, όπως αυτό προκύπτει από ένορκη δήλωση εργαζομένου της προσφεύγουσας, το κόστος αυτό αφορά το σύνολο των προϊόντων που πωλεί η προσφεύγουσα στην Αυστρία. Επομένως, όπως παραδέχθηκε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν είναι δυνατόν, βάσει των στοιχείων αυτών, να προσδιοριστούν τα ποσά που αντιστοιχούν στη διάθεση του συγκεκριμένου προϊόντος στο εμπόριο.
63
Πέμπτον, όσον αφορά τον τιμοκατάλογο ο οποίος είναι συνημμένος στην ένορκη δήλωση του γενικού διευθυντή εταιρίας εισαγωγών μπύρας στην Αυστρία και περιλαμβάνει το προϊόν «Bud Strong», εκτός του ότι ο κατάλογος περιλαμβάνει πολλές μάρκες μπύρας, δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο για τον προσδιορισμό της εκτάσεως ή της διάρκειας της διαθέσεως του συγκεκριμένου προϊόντος στο εμπόριο.
64
Βάσει όλων αυτών των στοιχείων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι εν προκειμένω η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι το προβαλλόμενο σημείο δεν είχε τοπική μόνον ισχύ, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, όσον αφορά την Αυστρία.
65
Τα λοιπά επιχειρήματα της προσφεύγουσας δεν αναιρούν τη διαπίστωση αυτή. Ειδικότερα, όσον αφορά το προβαλλόμενο από την προσφεύγουσα γεγονός ότι η παραγωγή ενός προϊόντος καλυπτόμενου από ονομασία προελεύσεως είναι περιορισμένη, οπότε αντίστοιχα περιορίζονται και οι εξαγωγές, τονίζεται ότι, όσον αφορά ειδικά την περίπτωση της προσφεύγουσας, αυτή παραδέχθηκε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η παραγωγή της υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο εκατόλιτρα ετησίως και το ήμισυ της παραγωγής αυτής εξάγεται. Επομένως, το επιχείρημα της προσφεύγουσας, περί ιδιαιτερότητας της υπό κρίση περιπτώσεως, δεν στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία.
66
Κατόπιν των προεκτεθέντων και χωρίς να απαιτείται εξέταση των λοιπών επιχειρημάτων που προέβαλαν το ΓΕΕΑ και η Anheuser-Busch με τα υπομνήματά τους, πρέπει να απορριφθούν και οι προσφυγές στις υποθέσεις T-225/06 RENV και T-255/06 RENV.
Επί των δικαστικών εξόδων
67
Με την αναιρετική απόφαση, το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα. Απόκειται, επομένως, στο Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί, με την παρούσα απόφαση, επί του συνόλου των δικαστικών εξόδων που αντιστοιχούν στις διάφορες διαδικασίες, κατά το άρθρο 121 του Κανονισμού Διαδικασίας.
68
Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
69
Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πλην όμως οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έπασχαν πολλά ελαττώματα. Λόγω των ελαττωμάτων αυτών, το Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την πρωτόδικη απόφαση, το πρώτο σκέλος και τη δεύτερη αιτίαση του δεύτερου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 20 έως 24 ανωτέρω). Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, με την αναιρετική απόφασή του, τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τα ελαττώματα αυτά (βλ. σκέψη 26 ανωτέρω). Βάσει των στοιχείων αυτών, κατ’ ορθή εκτίμηση των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως έκαστος διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει τις προσφυγές.
2)
Οι διάδικοι φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Forwood
Dehousse
Schwarcz
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Ιανουαρίου 2013 .
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy