ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 19ης Σεπτεμβρίου 2008
Υπόθεση T-253/06 P
Olivier Chassagne
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Επιστροφή εξόδων του ετήσιου ταξιδιού – Υπάλληλος που κατάγεται από τα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα (ΥΔ) – Άρθρο 8 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ – Βεβαιωτική πράξη – Εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών – Παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών – Νομικό σφάλμα»
Αντικείμενο: Αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τρίτο τμήμα) της 29ης Ιουνίου 2006, F-11/05, Chassagne κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-1-65 και II-A-1-241).
Απόφαση: Η διάταξη του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Ιουνίου 2006, F-11/05, Chassagne κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-1-65 και II-A-1-241) ακυρώνεται. Η υπόθεση παραπέμπεται ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Πρωτοδικείο επιφυλάσσεται επί των δικαστικών εξόδων.
Περίληψη
1. Διαδικασία – Απόφαση που λαμβάνεται με αιτιολογημένη διάταξη – Προϋποθέσεις – Σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως του προσφεύγοντος – Έκταση
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 111· απόφαση 2004/752 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 4)
2. Αναίρεση – Λόγοι – Απλή επανάληψη των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης – Απαράδεκτο – Αμφισβήτηση της ερμηνείας ή της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο – Παραδεκτό
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, παράρτημα I, άρθρο 11 § 1· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 138 § 1, στοιχείο γ΄)
3. Αναίρεση – Λόγοι – Λόγος που στρέφεται κατά σκέψεως της αποφάσεως που δεν είναι αναγκαία για να στηρίξει το διατακτικό της – Αλυσιτελής λόγος – Ανάγκη εξετάσεώς του λόγου μετά την ανάλυση των λόγων που στρέφονται κατά της αιτιολογίας που προβλήθηκε κυρίως
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, παράρτημα I, άρθρο 11 § 1)
4. Αναίρεση – Λόγοι – Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών – Απαράδεκτο – Έλεγχος από το Πρωτοδικείο της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων – Αποκλείεται, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση παραμορφώσεως
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, παράρτημα I, άρθρο 11 § 1)
5. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Προθεσμίες – Έναρξη
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
6. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Προθεσμίες – Ένσταση κατά αποφάσεως περί επιστροφής εξόδων ταξιδιού στηριζόμενη σε πανομοιότυπες ουσιαστικά αιτιάσεις με εκείνες προηγούμενης ενστάσεως κατά του καθορισμού οδοιπορικής άδειας – Απαγορευόμενη επανέναρξη των προθεσμιών –Αποκλείεται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
1. Το γεγονός και μόνον ότι το άρθρο 111 του κανονισμού διαδικασίας του Πρωτοδικείου, που εφαρμόζεται mutatis mutandis στις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (στο εξής: Δικαστήριο ΔΔ) μέχρι την έναρξη ισχύος του κανονισμού διαδικασίας του τελευταίου, επιτρέπει στον κοινοτικό δικαστή να αποφαίνεται χωρίς τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, δεν του επιτρέπει να στηρίζει την απόφασή του σε πραγματικά περιστατικά και έγγραφα, ως προς τα οποία ο προσφεύγων δεν είχε, τουλάχιστον, τη δυνατότητα να λάβει θέση. Ως προς τούτο, δεν αρκεί να είχε ο προσφεύγων τη δυνατότητα να λάβει γνώση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών και εγγράφων, διότι ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως συνεπάγεται ότι αυτός ήταν σε θέση να προβάλει λυσιτελώς τις παρατηρήσεις του
(βλ. σκέψεις 29 και 31)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 19 Ιανουαρίου 2006, C‑547/03 P, AIT κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑845, σκέψεις 18 και 36
2. Από το άρθρο 225 ΕΚ, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος I, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 138, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως, της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα προβαλλόμενα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν ειδικά την αίτηση αυτή. Δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή η αίτηση αναιρέσεως η οποία, χωρίς καν να περιέχει επιχειρηματολογία αποσκοπούσα ειδικώς στον εντοπισμό του νομικού σφάλματος που παρουσιάζει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απλώς αναπαράγει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ. Πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση προς απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ προσφυγής, πράγμα το οποίο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το Δικαστήριο ΔΔ, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως κατά την αναιρετική διαδικασία. Πράγματι, εάν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει την αναίρεσή του σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ, η αναιρετική διαδικασία θα έχανε εν μέρει τη σημασία της.
(βλ. σκέψεις 54 και 55)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 4 Ιουλίου 2000, C‑352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑5291, σκέψεις 34 και 35· ΔΕΚ, 11 Νοεμβρίου 2003, C‑488/01 P, Martinez κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I‑13355, σκέψη 39
3. Καίτοι είναι αληθές ότι, στο πλαίσιο αναιρέσεως, λόγος που βάλλει κατά διδόμενης εκ περισσού αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το διατακτικό της οποίας στηρίζεται επαρκώς κατά νόμο σε άλλες αιτιολογίες, πρέπει να απορρίπτεται ως αλυσιτελής, εντούτοις η απόρριψη αυτή δεν μπορεί να αποφασίζεται πάραυτα, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό εξαρτάται από το βάσιμο ή μη των λόγων αναιρέσεως που στρέφονται κατά της υπόλοιπης αιτιολογίας. Μία τέτοια αιτίαση πρέπει να εξετάζεται μόνον κατόπιν αναλύσεως της εγκυρότητας των λόγων που προβάλλονται κυρίως, επί των οποίων στηρίζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Σε περίπτωση που κανείς από τους λόγους αυτούς δεν επιτρέπει τη δικαιολόγηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει να εξετάσει τον λόγο που βάλλει κατά διδόμενης εκ περισσού αιτιολογίας.
(βλ. σκέψεις 95, 96 και 148)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 22 Δεκεμβρίου 1993, C‑244/91 P, Pincherle κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I‑6965, σκέψη 25· ΔΕΚ, 24 Ιανουαρίου 1994, C‑275/93 P, Boessen κατά CES, Συλλογή 1994, σ. I‑159, σκέψεις 25 και 26· ΔΕΚ, 29 Απριλίου 2004, C‑181/02 P, Επιτροπή κατά Kvaerner Warnow Werft, Συλλογή 2004, σ. I‑5703, σκέψη 49
4. Είναι παραδεκτές κατά την αναιρετική διαδικασία οι αιτιάσεις σχετικά με τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και την εκτίμησή τους στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εφόσον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο ΔΔ προέβη σε διαπιστώσεις, η ανακρίβεια του περιεχομένου των οποίων προκύπτει από τη δικογραφία, ή παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων που του υποβλήθηκαν. Τέτοια παραμόρφωση του περιεχομένου των αποδεικτικών μέσων υπάρχει όταν, χωρίς να διεξαχθούν νέες αποδείξεις, προκύπτει ότι η εκτίμηση των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων είναι προδήλως εσφαλμένη.
(βλ. σκέψεις 99 και 101)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 24 Οκτωβρίου 2002, C‑82/01 P, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑9297, σκέψη 56· ΔΕΚ, 18 Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I‑439, σκέψη 35, και παρατιθέμενη νομολογία
5. Η κοινοποίηση του μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος αποδοχών συνεπάγεται την έναρξη των προθεσμιών υποβολής ενστάσεως και ασκήσεως προσφυγής κατά διοικητικής πράξεως, εφόσον από το σημείωμα προκύπτει σαφώς η ύπαρξη και το περιεχόμενο της πράξεως αυτής. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι συνιστά απόρροια της αρχής που καθιερώνει το άρθρο 25 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), κατά την οποία κάθε ατομική απόφαση πρέπει να κοινοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο, η περίπτωση αυτή δεν πρέπει να τύχει διασταλτικής ερμηνείας, με αποτέλεσμα να πρέπει να εξακριβώνεται αυστηρώς η προϋπόθεση κατά την οποία από το μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα πρέπει να προκύπτει σαφώς η ύπαρξη και η έκταση της αποφάσεως.
(βλ. σκέψη 139)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 21 Φεβρουαρίου 1974, 15/73 έως 33/73, 52/73, 53/73, 57/73 έως 109/73, 116/73, 117/73, 123/73, 132/73 και 135/73 έως 137/73, Kortner κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., Συλλογή τόμος 1974, σ. 107, σκέψη 18· ΠΕΚ, 24 Μαρτίου 1998, T‑232/97, Becret-Daniau κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑157 και II‑495, σκέψεις 31 και 32· ΠΕΚ, 16 Φεβρουαρίου 2005, T‑354/03, Reggimenti κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑33 και II‑147, σκέψεις 38 και 39
6. Απόφαση σχετική με τα έξοδα ταξιδιού υπαλλήλου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, είναι βλαπτική γι’ αυτόν αυτοτελώς και χωριστά, σε σχέση με απόφαση περί καθορισμού της οδοιπορικής του άδειας, και δεν μπορεί να θεωρηθεί, επομένως, ως βεβαιώνουσα την τελευταία αυτή απόφαση. Το περιεχόμενο ενστάσεως κατά της αποφάσεως περί καθορισμού της οδοιπορικής άδειας δεν μπορεί, συνεπώς, να έχει από μόνο του οιαδήποτε επίπτωση επί του παραδεκτού μεταγενέστερης ενστάσεως κατά της σχετικής με τα έξοδα ταξιδιού αποφάσεως, δεδομένου ότι διαφέρουν τα αντικείμενά τους, το δε γεγονός ότι υπάλληλος προέβαλε σε ένσταση ορισμένες απλώς αιτιάσεις δεν μπορεί να καταστήσει απαράδεκτη την εκ μέρους του προβολή των ίδιων αιτιάσεων σε ένσταση κατά πράξεως που τον θίγει αυτοτελώς.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το Δικαστήριο ΔΔ υποπίπτει σε πλάνη περί το δίκαιο καθότι κρίνει ότι το να επιτρέπεται στον προσφεύγοντα, στο πλαίσιο ενστάσεως κατά αποφάσεως περί επιστροφής εξόδων ταξιδιού, να διατυπώνει αιτιάσεις ουσιαστικώς πανομοιότυπες με εκείνες που διατύπωσε προηγουμένως στο πλαίσιο ενστάσεως κατά αποφάσεως περί καθορισμού της οδοιπορικής του άδειας, συνιστά παράταση των προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής κατά της τελευταίας ως άνω αποφάσεως.
(βλ. σκέψεις 149 έως 151, 153 και 155)
Full & Egal Universal Law Academy