Υπόθεση T-277/06
Omnicare, Inc.
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση λεκτικού κοινοτικού σήματος OMNICARE – Προγενέστερο εικονικό εθνικό σήμα OMNICARE – Απόρριψη αιτήσεως περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum)»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινοτικό σήμα – Διαδικαστικές διατάξεις – Restitutio in integrum – Πεδίο εφαρμογής
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 78 § 5, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 422/2004)
Το άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 422/2004, προβλέπει ότι «οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2, καθώς και στο άρθρο 42, παράγραφοι 1 και 3, και στο άρθρο 78α».
Οι όροι «στις προθεσμίες που προβλέπονται […] στο άρθρο 78α», οι οποίοι απαντούν στο άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, όπως αυτός τροποποιήθηκε, δεν μπορούν, εντούτοις, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι προβλεπόμενες από τις παρατιθέμενες στο άρθρο 78α, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 διατάξεις προθεσμίες αποκλείονται επίσης από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 78 του ιδίου κανονισμού. Πράγματι, οι εν λόγω προθεσμίες δεν «προβλέπονται» στο άρθρο 78α του κανονισμού 40/94.
Επομένως, πάσχει πλάνη η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ότι η αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής και η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αντιμετωπίζονται ισότιμα και αμφότερες δεν περιλαμβάνουν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Πράγματι, η επιχειρηματολογία ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν, κατά το έτος 2004, να διευκρινίσει ότι η restitutio in integrum δεν εφαρμοζόταν στο άρθρο 59 του κανονισμού 40/94 διαψεύδεται, κατ’ αρχάς, από τη μη ρητή μνεία του άρθρου 59 στον κατάλογο των εξαιρέσεων. Αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να άρει τυχόν αβεβαιότητα επί του ζητήματος αυτού, θα ήταν ευλόγως πιθανό να αναμένεται ότι το πράττει ρητώς, τη στιγμή μάλιστα που τροποποίησε ακριβώς την παράγραφο 5 του άρθρου 78 του κανονισμού 40/94.
Ακολούθως, η συλλογιστική η οποία εδράζεται σε μηχανισμό κατ’ εξακολούθηση αποκλεισμού διαψεύδεται προφανώς από το γεγονός ότι το άρθρο 42 του κανονισμού 40/94 αναφέρεται και στο άρθρο 78α του ιδίου κανονισμού. Όλες οι παραπομπές του άρθρου 42, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 40/94 θα έπρεπε λογικά να έχουν αφαιρεθεί από το άρθρο 78, παράγραφος 5, του ιδίου κανονισμού αν ήταν ακριβής η συλλογιστική του τμήματος προσφυγών. Αυτό δεν συμβαίνει προδήλως στην προκειμένη περίπτωση, γεγονός που προσδίδει κύρος στην άποψη ότι οι κατά το άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 περιορισμοί δεν αφορούν το άρθρο 59 αυτού.
Τέλος, δεδομένου ότι η παράγραφος 5 του άρθρου 78 του κανονισμού 40/94 επιφέρει περιορισμό των δικονομικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζει το εν λόγω άρθρο στους διαδίκους, η σχετική διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικώς.
(βλ. σκέψεις 43, 45-49)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 7ης Μαΐου 2009 (*)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση λεκτικού κοινοτικού σήματος OMNICARE – Προγενέστερο εικονικό εθνικό σήμα OMNICARE – Απόρριψη αιτήσεως περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum)»
Στην υπόθεση T‑277/06,
Omnicare, Inc., με έδρα το Covington στο Kentucky (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον M. Edenborough, barrister, και την O. Patterson, solicitor, ακολούθως δε από τον M. Edenborough,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου αρχικώς από την S. Laitinen, ακολούθως δε από τον G. Schneider,
καθού,
αντίδικος κατά την ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ διαδικασία και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Πρωτοδικείου:
Astellas Pharma GmbH, με έδρα το Μόναχο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον A. Franke, δικηγόρο,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του δεύτερου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 24ης Ιουλίου 2006 (υπόθεση R 446/2006‑2), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ Yamanouchi Pharma GmbH και Omnicare, Inc., με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της δεύτερης περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Azizi, πρόεδρο, E. Cremona και S. Frimodt Nielsen (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: N. Rosner, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 9 Οκτωβρίου 2006,
έχοντας υπόψη το απαντητικό υπόμνημα του ΓΕΕΑ που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 30 Ιανουαρίου 2007,
έχοντας υπόψη το απαντητικό υπόμνημα της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Ιανουαρίου 2007,
έχοντας υπόψη τις επιστολές των διαδίκων της 19ης Απριλίου 2007, 5ης και 8ης Ιανουαρίου 2009 με τις οποίες διευκρινίζεται ότι δεν προτίθενται να συμμετάσχουν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 78, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει:
«1. Ο καταθέτης ή ο δικαιούχος κοινοτικού σήματος ή οποιοσδήποτε άλλος διάδικος σε διαδικασία ενώπιον του Γραφείου, ο οποίος, παρότι επέδειξε όλη την επιμέλεια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, δεν μπόρεσε να τηρήσει προθεσμία έναντι του Γραφείου, αποκαθίσταται, μετά από αίτησή του, στα δικαιώματά του αν το κώλυμα είχε ως άμεση συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, την απώλεια δικαιώματος ή ένδικου μέσου.
2. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εγγράφως εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παύση του κωλύματος. Η μη διενεργηθείσα πράξη πρέπει να διενεργηθεί εντός της προθεσμίας αυτής. Η αίτηση είναι παραδεκτή μόνον εντός προθεσμίας έτους από τη λήξη της μη τηρηθείσας προθεσμίας. Σε περίπτωση που δεν υποβλήθηκε η αίτηση ανανεώσεως της καταχωρίσεως ή δεν καταβλήθηκε το τέλος της ανανεώσεως, η πρόσθετη προθεσμία των έξι μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 47, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, αφαιρείται από την περίοδο του ενός έτους.
3. Η αίτηση πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους που προβάλλονται για την υποστήριξή της. Η αίτηση θεωρείται ότι έχει υποβληθεί μόνον αφού καταβληθεί το τέλος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
4. Το τμήμα που είναι αρμόδιο να αποφασίσει για τη μη διενεργηθείσα πράξη, αποφασίζει και για την αίτηση.
5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2, καθώς και στο άρθρο 42, παράγραφοι 1 και 3, και στο άρθρο 78α».
2 Κατά το άρθρο 78α του κανονισμού 40/94:
«1. Ο καταθέτης ή ο δικαιούχος κοινοτικού σήματος ή οποιοσδήποτε άλλος διάδικος σε διαδικασία ενώπιον του Γραφείου, ο οποίος παρέλειψε να τηρήσει προθεσμία έναντι του Γραφείου, μπορεί να εξασφαλίσει, μετά από αίτηση, τη συνέχιση της διαδικασίας, υπό τον όρο ότι, κατά την υποβολή της αιτήσεως, έχει διενεργηθεί η παραλειφθείσα πράξη. Η αίτηση συνεχίσεως της διαδικασίας είναι παραδεκτή μόνον εφόσον υποβάλλεται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που δεν τηρήθηκε. Η αίτηση θεωρείται υποβληθείσα μόνον αφού καταβληθεί το τέλος συνεχίσεως της διαδικασίας.
2. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 25, παράγραφος 3, στο άρθρο 27, στο άρθρο 29, παράγραφος 1, στο άρθρο 33, παράγραφος 1, στο άρθρο 36, παράγραφος 2, στα άρθρα 42 και 43, στο άρθρο 47, παράγραφος 3, στα άρθρα 59 και 60α, στο άρθρο 63, παράγραφος 5, στα άρθρα 78 και 108, καθώς και στις προθεσμίες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και στις προθεσμίες που προβλέπονται στον εκτελεστικό κανονισμό στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 157, παράγραφος 1, για τη διεκδίκηση, μετά την κατάθεση της αιτήσεως, προτεραιότητας εκθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 33, ή αρχαιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 34.
3. Το τμήμα που είναι αρμόδιο για τη μη διενεργηθείσα πράξη αποφασίζει και για την αίτηση.
4. Στην περίπτωση που το Γραφείο κάνει δεκτή την αίτηση, η μη τήρηση της προθεσμίας θεωρείται ότι δεν παρήγαγε συνέπειες.
5. Στην περίπτωση που το Γραφείο απορρίψει την αίτηση, το τέλος επιστρέφεται.»
Ιστορικό της διαφοράς
3 Η προσφεύγουσα Omnicare, Inc. υπέβαλε στις 26 Ιουνίου 1996 αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σήματος OMNICARE για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 16 και 42 του Διακανονισμού της Νίκαιας σχετικά με την κατάταξη των προϊόντων και των υπηρεσιών για την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως αυτός έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.
4 Η αίτηση για το κοινοτικό σήμα δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 90/1999 της 15ης Νοεμβρίου 1999.
5 Στις 3 Φεβρουαρίου 2000 η Yamanouchi Pharma GmbH –στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε η Astellas Pharma GmbH, παρεμβαίνουσα στην παρούσα δίκη– άσκησε ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του αιτηθέντος σήματος βάσει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94, για τον λόγο ότι στις 19 Ιουλίου 1995 καταχωρίστηκε στο γερμανικό μητρώο υπό τον αριθμό 39 401 348 το εικονιστικό σήμα που ακολουθεί για τις εμπίπτουσες στις κλάσεις 35, 41 και 42 του Διακανονισμού της Νίκαιας υπηρεσίες:
6 Η ανακοπή στηριζόταν επί όλων των υπηρεσιών που κάλυπτε η προγενέστερη καταχώριση και στρεφόταν κατά όλων των προϊόντων και υπηρεσιών που αποτέλεσαν αντικείμενο της αιτήσεως.
7 Η ανακοπή θεμελιωνόταν επί του κινδύνου συγχύσεως μεταξύ του αιτηθέντος σήματος και του προγενέστερου σήματος, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
8 Στις 30 Νοεμβρίου 2005, το τμήμα προσφυγών εξέδωσε απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως καταχωρίσεως στο σύνολό της και καταδίκασε την προσφεύγουσα στα έξοδα της διαδικασίας.
9 Η απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2005 κοινοποιήθηκε αυθημερόν στους διαδίκους.
10 Στις 23 Μαρτίου 2006, η προσφεύγουσα κατέθεσε υπόμνημα εκθέτοντας τους λόγους της προσφυγής που άσκησε ενώπιον του ΓΕΕΑ, δυνάμει των άρθρων 57 έως 62 του κανονισμού 40/94, κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών, αναφερόμενη στο δικόγραφο της προσφυγής που ισχυριζόταν ότι είχε καταθέσει κατά της ανωτέρω αποφάσεως στις 30 Ιανουαρίου 2006.
11 Στις 27 Μαρτίου 2006, η γραμματεία των τμημάτων προσφυγών πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι δεν είχε παραληφθεί το δικόγραφο της προσφυγής της.
12 Στις 30 Μαρτίου 2006, η προσφεύγουσα κατέθεσε το δικόγραφο της προσφυγής αλλά και για μια εισέτι φορά το υπόμνημα με το οποίο εξέθετε τους λόγους της προσφυγής της.
13 Στις 12 Μαΐου 2006, η γραμματεία των τμημάτων προσφυγών ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι η προσφυγή της ήταν πιθανόν να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθόσον το δικόγραφο της προσφυγής δεν είχε κατατεθεί εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών. Η προσφεύγουσα κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της καθώς και κάθε αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξή τους εντός προθεσμίας δύο μηνών.
14 Στις 30 Μαΐου 2006, η προσφεύγουσα κατέθεσε αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 78 του κανονισμού 40/94.
15 Προς στήριξη της αιτήσεώς της περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η προσφεύγουσα υπέβαλε αντίγραφα του δικογράφου της προσφυγής που είχε αποστείλει με τηλεομοιοτυπία στο ΓΕΕΑ στις 30 Ιανουαρίου 2006, κατά τα λεγόμενά της, και του κατατεθέντος στις 23 Μαρτίου 2006 υπομνήματος με το οποίο εξέθετε τους λόγους της προσφυγής της. Επίσης, υπενθύμισε ότι, από της κοινοποιήσεως της μη παραλαβής του δικογράφου της προσφυγής εκ μέρους του ΓΕΕΑ στις 27 Μαρτίου 2006, το δικόγραφο της προσφυγής και το υπόμνημα με το οποίο εκτίθενταν οι λόγοι της κατατέθηκαν εκ νέου στις 30 Μαρτίου 2006.
16 Εξάλλου, η προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι η μη τήρηση της προθεσμίας υποβολής του δικογράφου της προσφυγής ήταν αποτέλεσμα ανθρώπινου λάθους και/ή μηχανικής βλάβης κατά την αποστολή του εγγράφου διά τηλεομοιοτυπίας, ενώ, προς στήριξη των ισχυρισμών της, προσκόμισε δύο μαρτυρικές καταθέσεις.
17 Με απόφαση της 24ης Ιουλίου 2006 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το δεύτερο τμήμα προσφυγών απέρριψε την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
18 Το τμήμα προσφυγών έκρινε συναφώς ότι:
«20. Η αιτούσα αναγνωρίζει ότι ενημερώθηκε από το ΓΕΕΑ στις 27 Μαρτίου 2006 ότι δεν είχε παραληφθεί το δικόγραφο της προσφυγής το οποίο είχε διαβιβαστεί, όπως αυτή ισχυριζόταν, μέσω τηλεομοιοτυπίας στις 30 Ιανουαρίου 2006, ήτοι την τελευταία ημέρα της προθεσμίας καταθέσεως της προσφυγής. Το δικόγραφο της προσφυγής κατατέθηκε εκ νέου στις 30 Μαρτίου 2006 κατόπιν όλων των αναγκαίων επαληθεύσεων. Κατόπιν αυτού, η αιτούσα πρέπει να είχε λάβει γνώση του ότι δεν είχε παραληφθεί το δικόγραφο πριν από την ανωτέρω ημερομηνία.
21. Η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατατέθηκε στις 30 Μαΐου 2006, ήτοι εντός δύο μηνών μετά την παύση του κωλύματος (ήτοι της αγνοίας περί μη διαβιβάσεως μέσω τηλεομοιοτυπίας του δικογράφου της προσφυγής στις 30 Ιανουαρίου 2006). Κατόπιν αυτού, είναι παραδεκτή.
[…]
24. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, όπως αυτός τροποποιήθηκε, σε συνδυασμό με το άρθρο 78α του κανονισμού 40/94, το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 422/2004 του Συμβουλίου, ειδικότερα δε με την παράγραφο 2 αυτού, η restitutio in integrum δεν έχει εφαρμογή εφόσον η μη τηρηθείσα προθεσμία είναι η κατά το άρθρο 59 του κανονισμού 40/94 προθεσμία καταθέσεως προσφυγής. Δυνάμει των νέων αυτών διατάξεων, ο νομοθέτης είχε προφανώς την πρόθεση να πληρώσει κενό των διατάξεων του άρθρου 78, πριν από την τροποποίησή του, όπερ απέκλειε τη restitutio in integrum μόνον αν η μη τηρηθείσα προθεσμία ήταν η προθεσμία καταθέσεως ανακοπής κατά το άρθρο 42 του κανονισμού 40/94 (βλ., συναφώς, τις αποφάσεις της 22ας Μαΐου 2003 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις R‑388/2002‑2 και R‑393/2002‑2, CosmoOne Hellas MarketSite κατά Cosmopolitan Television κ.λπ.). Ενώ οι προθεσμίες για την άσκηση ανακοπής (δυνάμει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94) και για την άσκηση προσφυγής (δυνάμει του άρθρου 59 του κανονισμού 40/94) είναι αποκλειστικές και ορίζονται με τον κανονισμό 40/94, το προηγούμενο σύστημα, το οποίο απέκλειε τη restitutio in integrum στην πρώτη περίπτωση αλλά όχι και στη δεύτερη, στερούνταν προφανώς εσωτερικής συνοχής και είχε προκαλέσει τον σκεπτικισμό των τμημάτων (βλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 2003 στην υπόθεση R‑194/2003‑2, Met-L-Chek/Met-L-Check, καθώς και απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2003 στην υπόθεση R‑937/2002‑2, Paragon/Paragon). Η εν λόγω έλλειψη συνοχής διευθετήθηκε από τον νομοθέτη με τον κανονισμό 422/2004, ο οποίος καθιερώνει, είτε ευθέως με το άρθρο 78, παράγραφος 5, όπως αυτό τροποποιήθηκε, είτε εμμέσως με αναφορά στις διατάξεις του νέου άρθρου 78α του κανονισμού 40/94, τις οριζόμενες με τον κανονισμό 40/94 αποκλειστικές προθεσμίες στις οποίες δεν εφαρμόζεται η restitutio in integrum, καθιερώνοντας μια επί ίσοις όροις αποκλειστική προθεσμία τόσο για την άσκηση ανακοπής όσο και για την άσκηση προσφυγής.
25. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, όπως αυτές τροποποιήθηκαν ή θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 422/2004, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 25 Ιουλίου 2005, η restitutio in integrum αποκλείεται όταν η μη τηρηθείσα προθεσμία είναι η κατά το άρθρο 59 του κανονισμού 40/94 προθεσμία ασκήσεως προσφυγής.
26. Επομένως, η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι απορριπτέα όσον αφορά την εκπρόθεσμη κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής».
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
19 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της·
– να αναπέμψει την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση στο τμήμα προσφυγών
– να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
20 Επαφιέμενο στην κρίση του Πρωτοδικείου, το ΓΕΕΑ ζητεί:
– στην περίπτωση κατά την οποία το Πρωτοδικείο θα έκρινε ότι δεν πάσχει πλάνη η δοθείσα από το τμήμα προσφυγών ερμηνεία του άρθρου 78:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.·
– σε περίπτωση κατά την οποία θα έκρινε ότι πάσχει πλάνη η δοθείσα από το τμήμα προσφυγών ερμηνεία του άρθρου 78:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να καταδικάσει κάθε διάδικο στα δικαστικά έξοδά του.
21 Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
22 Ουδείς των διαδίκων παρέστη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Ιανουαρίου 2009, οπότε το Πρωτοδικείο, αφού κίνησε την προφορική διαδικασία, αποφάσισε ότι παρείλκε η διεξαγωγή των συζητήσεων δυνάμει του άρθρου 56 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και περάτωσε την προφορική διαδικασία.
Σκεπτικό
Επιχειρήματα των διαδίκων
23 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών παραβίασε το άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94.
24 Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι το άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 –το οποίο, μετά την τροποποίησή του, προβλέπει ότι «οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2, καθώς και στο άρθρο 42, παράγραφοι 1 και 3, και στο άρθρο 78α»– σημαίνει ότι δεν μπορεί να υποβληθεί αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση αν ανάγεται στη μη τήρηση μιας από τις προβλεπόμενες από εκάτερη των ανωτέρω διατάξεων προθεσμίες.
25 Αντιθέτως, κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 δεν προβλέπει ότι οι διατάξεις του ιδίου άρθρου δεν εφαρμόζονται στις προβλεπόμενες προθεσμίες στις οποίες αναφέρεται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 78α του ιδίου κανονισμού.
26 Η κρίση του τμήματος προσφυγών ήταν πεπλανημένη.
27 Κατά την προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών εκτιμά ότι παρέλκει η εφαρμογή του άρθρου 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 όχι μόνο όσον αφορά τις προβλεπόμενες ρητώς προθεσμίες στις οποίες αναφέρεται αλλά και σε σχέση με τις λοιπές προθεσμίες οι οποίες παρατίθενται εμμέσως με κάθε απαριθμούμενο από τις ανωτέρω τέσσερις διατάξεις άρθρο.
28 Κατά την προσφεύγουσα, σύμφωνα με το άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται αποκλειστικά στις «προβλεπόμενες» από τις τέσσερις διατάξεις προθεσμίες οι οποίες παρατίθενται εκεί και όχι στις προθεσμίες που παρατίθενται εμμέσως σε κάθε μία από τις ανωτέρω τέσσερις διατάξεις.
29 Έτσι, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής δεν μνημονεύεται στο άρθρο 78α του κανονισμού 40/94, αλλά αποκλειστικά στο άρθρο 59 του ιδίου κανονισμού. Επομένως, δεν αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της αιτήσεως περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
30 Το ΓΕΕΑ θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 στερείται βάσεως.
31 Το ΓΕΕΑ διευκρινίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 78 του κανονισμού 40/94 έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση δικαιωμάτων κατόπιν καταστάσεως δυνάμενης να εξομοιωθεί με περίπτωση ανωτέρας βίας, ενώ το άρθρο 78α του κανονισμού έχει ως αντικείμενο τη συνέχιση διαδικασίας.
32 Κατά το ΓΕΕΑ, είναι εύλογο να εκτιμάται ότι οι ανωτέρω καταστάσεις, μολονότι έχουν κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο.
33 Είναι μεν σαφές ότι το γεγονός ότι δεν ασκείται ανακοπή εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών δεν μπορεί να αποκατασταθεί, όπως προβλέπει ρητώς το άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, πάντως, είναι εξίσου πρόδηλο, κατά το ΓΕΕΑ, ότι το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την εκπρόθεσμη κατάθεση προσφυγής.
34 Το ΓΕΕΑ ισχυρίζεται ότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι, σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη, οι πλείονες διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 78α, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 αφορούν όλες την αδυναμία συνεχίσεως της διαδικασίας. Αντιθέτως, πόρρω απέχει του να είναι εξίσου πρόδηλο ότι τεκμαίρεται ότι καλύπτουν και τη restitutio in integrum. Συναφώς, το ΓΕΕΑ θεωρεί ότι, αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να αποκλείσει την τελευταία, είναι πιθανότερο ότι θα την είχε εκφράσει απερίφραστα, όπως το έπραξε για τις υποθέσεις ανακοπών, χωρίς να αφήνει έτσι περιθώριο για οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με την προς υιοθέτηση στάση επί των εξαγγελλομένων με την εν λόγω διάταξη καταστάσεων.
35 Εξάλλου, το ΓΕΕΑ προβάλλει τον ισχυρισμό ότι παρόμοια ερμηνεία βαίνει προφανώς προς την κατεύθυνση του ανακοινωθέντος 6/05 του προέδρου του ΓΕΕΑ, της 16ης Σεπτεμβρίου 2005, περί της αποκαταστάσεως των δικαιωμάτων σε περίπτωση μη τηρήσεως των προθεσμιών (η οποία δημοσιεύθηκε στην ΕΕ του ΓΕΕΑ 2005, σ. 1402), η οποία διευκρινίζει ότι:
«Παραπέμποντας στο άρθρο 78α, το άρθρο 78, παράγραφος 5, αποκλείει την προθεσμία υποβολής αιτήσεως προς συνέχιση της διαδικασίας και προς πληρωμή του αντίστοιχου τέλους. Με την ανωτέρω διάταξη σκοπείται αποκλειστικά να αποφεύγεται το διπλό ενδεχόμενο αποκαταστάσεως για την ίδια ημερομηνία, οπότε δεν νοείται ότι αποκλείονται οι προθεσμίες επί των οποίων εφαρμόζεται το άρθρο 78α.»
36 Κατόπιν αυτού, το ΓΕΕΑ αμφιβάλλει ως προς τη νομιμότητα της στάσεως που τήρησε το δεύτερο τμήμα προσφυγών.
37 Επιπλέον, το ΓΕΕΑ υπογραμμίζει ότι, στα πλαίσια της υποθέσεως R 628/2006‑2, Sidescan, έτερο τμήμα προσφυγών έκρινε, με απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, σχετικά με την εκπρόθεσμη κατάθεση προσφυγής, ότι η restitutio in integrum υποβλήθηκε παραδεκτώς.
38 Τέλος, το ΓΕΕΑ υπογραμμίζει ότι με πλείονες αποφάσεις, όπως η απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2003, T‑71/02, Classen Holding κατά ΓΕΕΑ – International Paper (BECKETT EXPRESSION) (Συλλογή 2003, σ. II‑3181), το Πρωτοδικείο εξέτασε, με βάση τους ισχύοντες προηγουμένως κανόνες, το ζήτημα των τυπικών προϋποθέσεων για την κατάθεση υπομνήματος εκθέτοντος τους λόγους της προσφυγής και την προθεσμία καταθέσεως αιτήσεως περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
39 Η παρεμβαίνουσα θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών απέρριψε την αίτηση restitutio in integrum και ότι παρέλκει η διάκριση, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, των προθεσμιών στις οποίες αναφέρεται ευθέως το άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 από εκείνες στις οποίες γίνεται έμμεση μνεία.
40 Κατόπιν αυτού, θεωρεί ότι το άρθρο 59 περιλαμβάνεται στο άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94.
41 Προσθέτει ότι η αίτηση restitutio in integrum δεν ήταν παραδεκτή διότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 78, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, το οποίο προβλέπει ότι η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εγγράφως εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παύση του κωλύματος.
42 Η παρεμβαίνουσα υπενθυμίζει ότι το ΓΕΕΑ ήλθε στις 27 Μαρτίου 2006 σε τηλεφωνική επαφή με την προσφεύγουσα προκειμένου να την ενημερώσει για το γεγονός ότι δεν είχε παραληφθεί το δικόγραφο της προσφυγής. Επομένως, η καταληκτική ημερομηνία για την κατάθεση αιτήσεως περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ήταν η 27ης Μαΐου 2006. Δεδομένου ότι η 27η Μαΐου 2006 συνέπιπτε με ημέρα Σάββατο, η δίμηνη προθεσμία έληξε στις 29 Μαΐου 2006. Η αίτηση κατατέθηκε στις 30 Μαΐου 2006, ήτοι εκτός της προβλεπόμενης προθεσμίας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
43 Το άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 422/2004 του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 2004 (ΕΕ L 70, σ. 1), προβλέπει ότι «οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2, καθώς και στο άρθρο 42, παράγραφοι 1 και 3, και στο άρθρο 78α».
44 Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι ούτε οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 422/2004, ούτε οι προπαρασκευαστικές εργασίες που προηγήθηκαν της θεσπίσεώς του φωτίζουν λυσιτελώς τις προθέσεις του νομοθέτη.
45 Οι όροι «στις προθεσμίες που προβλέπονται […] στο άρθρο 78α», οι οποίοι απαντούν στο άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, όπως αυτός τροποποιήθηκε, δεν μπορούν, εντούτοις, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι προβλεπόμενες από τις παρατιθέμενες στο άρθρο 78α, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 διατάξεις προθεσμίες αποκλείονται επίσης από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 78 του ιδίου κανονισμού. Πράγματι, οι εν λόγω προθεσμίες δεν «προβλέπονται» στο άρθρο 78α του κανονισμού 40/94.
46 Επομένως, πάσχει πλάνη η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ότι η αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής και η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αντιμετωπίζονται ισότιμα και αμφότερες δεν περιλαμβάνουν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
47 Πράγματι, η συλλογιστική του τμήματος προσφυγών ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν, κατά το έτος 2004, να διευκρινίσει ότι η restitutio in integrum δεν εφαρμοζόταν στο άρθρο 59 του κανονισμού 40/94 διαψεύδεται, κατ’ αρχάς, από τη μη ρητή μνεία του άρθρου 59 στον κατάλογο των εξαιρέσεων. Αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να άρει τυχόν αβεβαιότητα επί του ζητήματος αυτού, θα ήταν ευλόγως πιθανό να αναμένεται ότι το πράττει ρητώς, τη στιγμή μάλιστα που τροποποίησε ακριβώς την παράγραφο 5 του άρθρου 78 του κανονισμού 40/94.
48 Ακολούθως, η συλλογιστική του τμήματος προσφυγών η οποία εδράζεται σε μηχανισμό κατ’ εξακολούθηση αποκλεισμού διαψεύδεται προφανώς από το γεγονός ότι το άρθρο 42 του κανονισμού 40/94 αναφέρεται και στο άρθρο 78α του ιδίου κανονισμού. Όλες οι παραπομπές του άρθρου 42, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 40/94 θα έπρεπε λογικά να έχουν αφαιρεθεί από το άρθρο 78, παράγραφος 5, του ιδίου κανονισμού αν ήταν ακριβής η συλλογιστική του τμήματος προσφυγών. Αυτό δεν συμβαίνει προδήλως στην προκειμένη περίπτωση, γεγονός που προσδίδει κύρος στην άποψη ότι οι κατά το άρθρο 78, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 περιορισμοί δεν αφορούν το άρθρο 59 αυτού.
49 Τέλος, δεδομένου ότι η παράγραφος 5 του άρθρου 78 του κανονισμού 40/94 επιφέρει περιορισμό των δικονομικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζει το εν λόγω άρθρο στους διαδίκους, η σχετική διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικώς. Η δοθείσα από το τμήμα προσφυγών ερμηνεία, αντιθέτως, προσκρούει στην εν λόγω αρχή και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υιοθετηθεί.
50 Επομένως, επιβάλλεται η ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
51 Όσον αφορά την εκπρόθεσμη υποβολή της αιτήσεως restitutio in integrum, στην οποία αναφέρθηκε η παρεμβαίνουσα, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 134, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο παρεμβαίνων δύναται, με το απαντητικό υπόμνημά του, να αιτείται την ακύρωση ή τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών ως προς το θέμα στο οποίο δεν αναφέρεται η προσφυγή και να προβάλει ισχυρισμούς που δεν έχουν προβληθεί με την προσφυγή.
52 Πάντως, διαπιστώνεται ότι η παρεμβαίνουσα ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής και όχι τη μεταρρύθμιση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
53 Εξάλλου, υπογραμμίζεται ότι το ζήτημα αυτό του παραδεκτού της αιτήσεως restitutio in integrum δεν συζητήθηκε από τους διαδίκους με τα δικόγραφά τους και ότι, δεδομένου ότι η παρεμβαίνουσα και η προσφεύγουσα διευκρίνισαν ότι δεν επιθυμούν να παραστούν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Πρωτοδικείο δεν ήταν σε θέση να παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να συζητήσουν ενώπιόν του επί του προβλήματος αυτού.
54 Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προηγηθεισών σκέψεων, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η προσφυγή και να αναπέμψει την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση στο ΓΕΕΑ προκειμένου να αποφανθεί επ’ αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
55 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου.
56 Δεδομένου ότι το ΓΕΕΑ ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα, σύμφωνα με τα αιτήματά της.
57 Η παρεμβαίνουσα φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση του δεύτερου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) της 24ης Ιουλίου 2006 (υπόθεση R 446/2006-2).
2) Το ΓΕΕΑ καταδικάζεται, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Omnicare, Inc.
3) Η Astellas Pharma GmbH φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Azizi
Cremona
Frimodt Nielsen
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Μαΐου 2009.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy