ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 25ης Νοεμβρίου 2014 ( *1 )
«Κοινοτικό σήμα — Διαδικασία ανακοπής — Αιτήσεις καταχωρίσεως των λεκτικών κοινοτικών σημάτων UNIWEB και UniCredit Wealth Management — Προγενέστερα λεκτικά εθνικά σήματα UNIFONDS και UNIRAK και προγενέστερο εθνικό εικονιστικό σήμα UNIZINS — Σχετικός λόγος απαραδέκτου — Κίνδυνος συγχύσεως — Σειρά ή οικογένεια σημάτων — Κίνδυνος συσχετίσεως — Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009] — Αιτήσεις ακυρώσεως και μεταρρυθμίσεως που υπέβαλε η παρεμβαίνουσα — Άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T‑303/06 RENV και T‑337/06 RENV,
UniCredit SpA, πρώην UniCredito Italiano SpA, με έδρα τη Γένοβα (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους G. Floridia, R. Floridia και G. Sironi, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τον P. Bullock,
καθού,
αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:
Union Investment Privatfonds GmbH, με έδρα τη Φρανκφούρτη επί του Μάιν (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον J. Zindel, δικηγόρο,
με αντικείμενο προσφυγές κατά των αποφάσεων του δευτέρου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 5ης Σεπτεμβρίου 2006 (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις R 196/2005-2 και R 211/2005-2) και της 25ης Σεπτεμβρίου 2006 (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις R 456/2005-2 και R 502/2005-2), σχετικά με διαδικασίες ανακοπής μεταξύ της Union Investment Privatfonds GmbH και της UniCredito Italiano SpA,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, I. Pelikánová και E. Buttigieg (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: J. Plingers, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Ιανουαρίου 2014,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 29 Μαΐου και στις 7 Αυγούστου 2001 η προσφεύγουσα, UniCredit SpA, πρώην UniCredito Italiano SpA, υπέβαλε στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) δύο αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικών σημάτων, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (EE 1994, L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε [αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (EE L 78, σ. 1)].
2
Τα σήματα των οποίων ζητήθηκε η καταχώριση είναι τα λεκτικά σήματα UNIWEB και UniCredit Wealth Management.
3
Οι υπηρεσίες για τις οποίες ζητήθηκε η καταχώριση υπάγονται, μεταξύ άλλων, στην κλάση 36 του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών εν όψει καταχωρίσεως των σημάτων της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή:
—
«Τραπεζικές εργασίες· χρηματο-οικονομικές υποθέσεις· νομισματικές υποθέσεις· ασφάλειες· κτηματομεσιτικές υποθέσεις· πληροφορίες και παροχή συμβουλών σε οικονομικά και ασφαλιστικά θέματα· υπηρεσίες πιστωτικών/χρεωστικών καρτών· τραπεζικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες μέσω Διαδικτύου», για το σήμα UNIWEB·
—
«Τραπεζικές εργασίες· χρηματο-οικονομικές υποθέσεις· νομισματικές υποθέσεις· ασφάλειες· κτηματομεσιτικές υποθέσεις· οικονομική πληροφόρηση», για το σήμα UniCredit Wealth Management.
4
Οι αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκαν στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων, αριθ. 108/2001, της 17ης Δεκεμβρίου 2001, και αριθ. 24/2002, της 25ης Μαρτίου 2002, αντιστοίχως.
5
Στις 6 Μαρτίου και στις 21 Ιουνίου 2002 η παρεμβαίνουσα, Union Investment Privatfonds GmbH, άσκησε ανακοπές, δυνάμει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009), κατά της καταχωρίσεως των εν λόγω σημάτων για τις υπηρεσίες που αναφέρονται στη σκέψη 3 ανωτέρω.
6
Οι δύο ανακοπές στηρίζονταν στα εξής προγενέστερα δικαιώματα:
—
στο λεκτικό γερμανικό σήμα UNIFONDS, το οποίο κατατέθηκε στις 2 Απριλίου 1979 και καταχωρίσθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1979, υπό τον αριθμό 991995, για τις υπηρεσίες της κλάσεως 36, που αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Επενδύσεις κεφαλαίων»·
—
στο λεκτικό γερμανικό σήμα UNIRAK, το οποίο κατατέθηκε στις 2 Απριλίου 1979 και καταχωρίσθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1979, υπό τον αριθμό 991997, για τις υπηρεσίες της κλάσεως 36, που αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Επενδύσεις κεφαλαίων»·
—
στο λεκτικό γερμανικό σήμα, το οποίο κατατέθηκε στις 6 Μαρτίου 1992 και καταχωρίσθηκε στις 10 Ιουλίου 1992, υπό τον αριθμό 2016954, για τις υπηρεσίες της κλάσεως 36, που αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Τοποθετήσεις κεφαλαίων», όπως αναπαρίσταται στο εξής:
7
Προς στήριξη των ανακοπών προβλήθηκαν οι λόγοι που διαλαμβάνονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94 [νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009].
8
Στις 10 Ιανουαρίου και στις 24 Απριλίου 2003 η προσφεύγουσα ζήτησε να προσκομίσει η παρεμβαίνουσα αποδεικτικά στοιχεία για την ουσιαστική χρήση των προγενέστερων σημάτων.
9
Με τις από 17 Δεκεμβρίου 2004 και 28 Φεβρουαρίου 2005 αποφάσεις, το τμήμα ανακοπών έκανε δεκτές τις ανακοπές κατά της καταχωρίσεως των σημάτων, για τις οικείες υπηρεσίες, εξαιρουμένων των «κτηματομεσιτικών υποθέσεων», για τις οποίες οι ανακοπές απορρίπτονται.
10
Για τις δύο αιτήσεις, το τμήμα ανακοπών έκρινε, καταρχάς, ότι η παρεμβαίνουσα απέδειξε την ουσιαστική χρήση των προγενέστερων σημάτων στη Γερμανία για τις υπηρεσίες για τις οποίες καταχωρίσθηκαν. Ακολούθως, έκρινε ότι οι υπηρεσίες που καλύπτονταν από το αιτούμενο σήμα ήσαν παρόμοιες με εκείνες που καλύπτονταν από τα προγενέστερα σήματα, εξαιρουμένων των «κτηματομεσιτικών υποθέσεων». Επιπλέον, κατά το τμήμα ανακοπών, η παρεμβαίνουσα απέδειξε επίσης ότι ήταν δικαιούχος σημάτων καθένα από τα οποία περιελάμβανε το πρόθεμα «uni» τα οποία αποτελούσαν σειρά ή οικογένεια σημάτων. Στη συνέχεια, έκρινε ότι η δομή των ζητουμένων σημάτων ήταν παρόμοια με εκείνη των προγενέστερων σημάτων, τα οποία συνδύαζαν το πρόθεμα «uni» και περιγραφικά ή ελάχιστα διακριτικά στοιχεία. Έκρινε ότι υπήρχε κίνδυνος οι Γερμανοί καταναλωτές να θεωρήσουν ότι τα αιτούμενα σήματα ανήκαν στην οικογένεια σημάτων της παρεμβαίνουσας που περιλαμβάνουν το πρόθεμα «uni», τα οποία κάλυπταν τις υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων». Ως εκ τούτου, το τμήμα ανακοπών έκρινε ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως, περιλαμβανομένου του κινδύνου συσχετίσεως, για τους καταναλωτές στη Γερμανία όσον αφορά τις υπηρεσίες που διαπιστώθηκε ότι είναι παρεμφερείς.
11
Στις 17 Φεβρουαρίου και 21 Απριλίου 2005 η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγές ενώπιον του ΓΕΕΑ, βάσει των άρθρων 57 έως 62 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009), κατά των αποφάσεων του τμήματος ανακοπών.
12
Στις 11 Φεβρουαρίου και 28 Απριλίου 2005 η παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον του ΓΕΕΑ προσφυγές, βάσει των άρθρων 57 έως 62 του κανονισμού 40/94, κατά των αποφάσεων του τμήματος ανακοπών.
13
Με αποφάσεις της 5ης και της 25ης Σεπτεμβρίου 2006 (στο εξής: προσβαλλόμενες αποφάσεις), το δεύτερο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ επιβεβαίωσε τις αποφάσεις του τμήματος ανακοπών και απέρριψε τις προσφυγές της προσφεύγουσας και της παρεμβαίνουσας.
14
Πρώτον, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το τμήμα ανακοπών ορθώς έκρινε ότι η παρεμβαίνουσα απέδειξε την ουσιαστική χρήση των προγενέστερων σημάτων στη Γερμανία για τις «επενδύσεις κεφαλαίων».
15
Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, δεδομένου ότι τα προγενέστερα σήματα είχαν καταχωρισθεί και χρησιμοποιηθεί στη Γερμανία για τις υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων», το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελούνταν από τους καταναλωτές του κράτους αυτού οι οποίοι επιδεικνύουν σχετικά υψηλό βαθμό προσοχής.
16
Τρίτον, το τμήμα προσφυγών επιβεβαίωσε την εκτίμηση του τμήματος ανακοπών κατά την οποία, εξαιρουμένων των υπηρεσιών των «κτηματομεσιτικών υποθέσεων», οι υπηρεσίες τις οποίες αφορούν τα αιτούμενα σήματα είναι παρεμφερείς με τις υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων», τις οποίες αφορούν τα προγενέστερα σήματα.
17
Τέταρτον, το τμήμα προσφυγών έκρινε, αφενός, ότι η παρεμβαίνουσα απέδειξε την ύπαρξη οικογένειας σημάτων που της ανήκουν και, αφετέρου, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό συσχετίζει το πρόθεμα «uni» με την παρεμβαίνουσα οσάκις χρησιμοποιείται σε σχέση με τις επενδύσεις κεφαλαίων. Το τμήμα προσφυγών έκρινε, επιπλέον, ότι τα αιτούμενα σήματα είχαν χαρακτηριστικά δυνάμενα, κατά την έννοια της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 2006, T-194/03, Il Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ - Marine Enterprise Projects (BAINBRIDGE) (Συλλογή 2006, σ. II-445), να τα συσχετίσουν με τη σειρά σημάτων που ανήκουν στην παρεμβαίνουσα, καθόσον τα αιτούμενα σήματα και τα προγενέστερα σήματα έχουν την ίδια δομή και το κοινό στοιχείο τους «uni» έχει διακριτικό χαρακτήρα σε σχέση με το γερμανικό κοινό και τις οικείες υπηρεσίες, λαμβανομένων υπόψη των εγγενών τους ιδιοτήτων, καθώς και της χρήσεώς τους. Όσον αφορά το αιτούμενο σήμα UniCredit Wealth Management, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι ο όρος «wealth» και «management» χρησιμοποιούνται ευρέως στη Γερμανία για υπηρεσίες στον χρηματοοικονομικό τομέα και επενδύσεις και, κατά συνέπεια, ο εν λόγω συνδυασμός των λέξεων στερείται διακριτικού χαρακτήρα ως προς τις αιτούμενες υπηρεσίες. Το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατά συνέπεια, ότι τα εμπλεκόμενα σήματα αποτελούνται από σημεία με φωνητικές, οπτικές και εννοιολογικές ομοιότητες, καθόσον είναι παρεμφερή ως προς το «κυρίαρχο στοιχείο» τους το οποίο προσδιορίζει την παρεμβαίνουσα στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού.
18
Βάσει των προεκτεθέντων, το τμήμα προσφυγών αποφάνθηκε ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των εμπλεκομένων σημάτων για το αιτούμενο σήμα UNIWEB, όσον αφορά τις υπηρεσίες τις οποίες αφορούσε αυτό, ήτοι τις «[τ]ραπεζικές εργασίες· χρηματο-οικονομικές υποθέσεις· νομισματικές υποθέσεις· ασφάλειες· κτηματομεσιτικές υποθέσεις· πληροφορίες και παροχή συμβουλών σε οικονομικά και ασφαλιστικά θέματα· υπηρεσίες πιστωτικών/χρεωστικών καρτών· τραπεζικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες μέσω Διαδικτύου», καθώς και για το αιτούμενο σήμα UniCredit Wealth Management, όσον αφορά τις υπηρεσίες τις οποίες αφορούσε αυτό, ήτοι τις «[τ]ραπεζικές εργασίες· χρηματο-οικονομικές υποθέσεις· νομισματικές υποθέσεις· ασφάλειες· κτηματομεσιτικές υποθέσεις· οικονομική πληροφόρηση», οι οποίες θεωρούνται παρόμοιες με τις «επενδύσεις κεφαλαίων» που καλύπτονται από προγενέστερα σήματα. Αντιθέτως, ένας τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει όσον αφορά τις υπηρεσίες των «κτηματομεσιτικών υποθέσεων», οι οποίες δεν είναι, κατά το τμήμα προσφυγών, παρόμοιες με εκείνες των «επενδύσεων κεφαλαίων».
Διαδικασίες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου
19
Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 και 28 Νοεμβρίου 2006, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγές με αίτημα την ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων. Διευκρίνισε, κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Σεπτεμβρίου 2009, ότι με τις προσφυγές της ζητούσε μόνον τη μερική ακύρωση αυτών, καθόσον με αυτές έγιναν δεκτές οι ανακοπές κατά της καταχωρίσεως των λεκτικών σημείων «UNIWEB» και «UniCredit Wealth Management» ως κοινοτικών σημάτων για τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στην κλάση 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, πλην των «κτηματομεσιτικών υποθέσεων».
20
Με απόφαση της 27ης Απριλίου 2010, T‑303/06 και T‑337/06, UniCredito Italiano κατά ΓΕΕΑ — Union Investment Privatfonds (UNIWEB και UniCredit Wealth Management) (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου), το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων T‑303/06 και T‑337/06 προς έκδοση κοινής αποφάσεως, κατά το άρθρο 50 του Κανονισμού του Διαδικασίας, και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις καθόσον με αυτές απορρίφθηκαν οι προσφυγές της προσφεύγουσας και έγινε δεκτή η ανακοπή στην καταχώριση των εν λόγω σημάτων, όσον αφορά τις αναφερόμενες υπηρεσίες της κλάσεως 36 πλην των «κτηματομεσιτικών υποθέσεων». Επιπλέον, απέρριψε τις αιτήσεις μερικής ακυρώσεως και μεταρρυθμίσεως της παρεμβαίνουσας, υποβληθείσες δυνάμει του άρθρου 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας και αποφάσισε ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
21
Στην απόφαση αυτή κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο, κάνοντας δεκτό τον μοναδικό λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα, ο οποίος αφορούσε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94. Παραπέμποντας, στην απόφασή του BAINBRIDGE, σκέψη 17 ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών δεν είχε προβεί σε διεξοδική εξέταση της προϋποθέσεως συσχετίσεως των σημάτων των οποίων ζητείται η καταχώριση με τη σειρά των προγενέστερων σημάτων. Έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι, το πρόθεμα «uni» δεν ήταν αυτό καθεαυτό ικανό να οδηγήσει σε συσχέτιση των σημάτων των οποίων ζητείται η καταχώριση με την προβαλλόμενη σειρά και από κανένα άλλο στοιχείο συγκρίσεως μεταξύ των εμπλεκομένων σημάτων δεν καθίσταται δυνατή η συναγωγή του συμπεράσματος ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως.
22
Με δικόγραφο το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Ιουλίου 2010, η παρεμβαίνουσα, δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου (σκέψη 20 ανωτέρω), με την οποία ζήτησε από το Δικαστήριο να αναιρέσει την εν λόγω απόφαση και να απορρίψει τις προσφυγές τις οποίες άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου η προσφεύγουσα. Επιπλέον, ζήτησε από το Δικαστήριο να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, καθόσον αυτές απέρριψαν τις ανακοπές της κατά της καταχωρίσεως των σημάτων UNIWEB και UniCredit Wealth Management για τις υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων», και να κάνει δεκτές τις εν λόγω ανακοπές.
23
Με απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, C-317/10 P, Union Investment Privatfonds κατά UniCredito Italiano (Συλλογή 2011, σ. I-5471, στο εξής: απόφαση επί της αναιρέσεως), το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (σκέψη 20 ανωτέρω).
24
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
25
Πρώτον, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Γενικό Δικαστήριο αλλοίωσε το περιεχόμενο των προσβαλλομένων αποφάσεων, καθόσον έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε τη συσχέτιση των σημάτων των οποίων ζητείται η καταχώριση με την προβαλλόμενη από την παρεμβαίνουσα σειρά κατά τρόπο σχεδόν αυτόματο και χωρίς διεξοδική εξέταση και δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του παραλείποντας να εξετάσει τις πτυχές ως προς τις οποίες είχε εκφέρει την κρίση του το τμήμα προσφυγών. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε κατά τρόπο εσφαλμένο το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94 καθόσον απέκλεισε την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως, χωρίς να λάβει υπόψη του όλους τους κρίσιμους παράγοντες, προκειμένου να εξακριβώσει συγκεκριμένα αν είναι δυνατό το οικείο κοινό να σχηματίσει την πεποίθηση ότι τα σήματα των οποίων ζητείται η καταχώριση αποτελούν μέρος της σειράς των σημάτων που προβάλλει η παρεμβαίνουσα και να παραπλανηθεί ως προς την προέλευση των σχετικών υπηρεσιών, θεωρώντας ότι προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις.
26
Το Δικαστήριο ανέπεμψε τις υποθέσεις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για να αποφανθεί εκ νέου επί των προσφυγών που ασκήθηκαν ενώπιον αυτού από την προσφεύγουσα καθώς και επί των αιτήσεων μερικής ακυρώσεως και μεταρρυθμίσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων, τις οποίες είχε υποβάλει η παρεμβαίνουσα.
27
Κατόπιν της αποφάσεως επί της αναιρέσεως (σκέψη 23 ανωτέρω), και κατά το άρθρο 118, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι υποθέσεις ανατέθηκαν στο πρώτο τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου.
28
Οι διάδικοι κλήθηκαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, κατά το άρθρο 119, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους εμπροθέσμως. Το ΓΕΕΑ γνωστοποίησε στο Γενικό Δικαστήριο την πρόθεσή του να μην καταθέσει παρατηρήσεις.
29
Με διάταξη του προέδρου του πρώτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Νοεμβρίου 2013, οι υπό κρίση υποθέσεις ενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 50 του Κανονισμού Διαδικασίας.
30
Με διάταξη της 12ης Ιουνίου 2014, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας και κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν σε ορισμένα ερωτήματα. Οι διάδικοι απάντησαν εμπροθέσμως στο αίτημα αυτό.
Τα αιτήματα που προέβαλαν οι διάδικοι κατόπιν της αναπομπής
31
Με τις παρατηρήσεις της, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να αποφανθεί εκ νέου επί των προσφυγών τις οποίες κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 και 28 Νοεμβρίου 2006 και να τις αιτιολογήσει σύμφωνα με τα παρασχεθέντα από το Δικαστήριο στοιχεία·
—
να καταδικάσει την παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα.
32
Με τις παρατηρήσεις της, η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει τις προσφυγές,
—
να δεχθεί τις ανακοπές που στρέφονται κατά της καταχωρίσεως των κοινοτικών σημάτων UNIWEB και UniCredit Wealth Management, και όσον αφορά τις υπηρεσίες των «κτηματομεσιτικών υποθέσεων».
Σκεπτικό
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
33
Η προσφεύγουσα επιβεβαίωσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Ιανουαρίου 2014, ότι, με τα αιτήματά της, τα οποία περιλαμβάνονται στις παρατηρήσεις της κατόπιν της αναπομπής, με σκοπό να αποφανθεί εκ νέου το Γενικό Δικαστήριο επί των προσφυγών και να τις κάνει δεκτές, αποσκοπεί στη μερική ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων καθόσον με αυτές έγιναν δεκτές οι ανακοπές που ασκήθηκαν κατά της καταχωρίσεως των σημάτων UNIWEB και UniCredit Wealth Management, όσον αφορά τις υπηρεσίες τις οποίες αφορούσαν οι αιτήσεις καταχωρίσεως των σημάτων πλην των «κτηματομεσιτικών υποθέσεων», όπως είχε ζητήσει στο πλαίσιο των προσφυγών της.
34
Περαιτέρω, η παρεμβαίνουσα επιβεβαίωσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Ιανουαρίου 2014, ότι, με τα αιτήματά της, τα οποία περιλαμβάνονται στις παρατηρήσεις της κατόπιν της αναπομπής, με σκοπό να γίνουν δεκτές οι ανακοπές κατά της καταχωρίσεως των κοινοτικών σημάτων UNIWEB και UniCredit Wealth Management, και όσον αφορά τις υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων», αποσκοπεί, αφενός, στη μερική ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων καθόσον αυτές απορρίπτουν τις ανακοπές κατά της καταχωρίσεως των σημάτων UNIWEB και UniCredit Wealth Management, όσον αφορά τις υπηρεσίες των «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» τις οποίες αφορούσαν οι αιτήσεις των σημάτων, καθώς και, αφετέρου, τη μεταρρύθμιση των αποφάσεων αυτών.
2. Επί του παραδεκτού ορισμένων παραρτημάτων των δικογράφων των προσφυγών
35
Τόσο το ΓΕΕΑ όσο και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν το παραδεκτό ορισμένων παραρτημάτων των δικογράφων των προσφυγών με την αιτιολογία ότι τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
36
Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, συναφώς, ότι τα εν λόγω παραρτήματα συνίστανται στην εκτύπωση των αποτελεσμάτων ερευνών που πραγματοποιήθηκαν στο γερμανικό μητρώο εταιριών, τα οποία αφορούν, κατ’ ουσίαν, εταιρίες οι οποίες ασκούν δραστηριότητες στον χρηματοοικονομικό τομέα, των οποίων οι επωνυμίες περιλαμβάνουν το στοιχείο «uni». Η προσφεύγουσα προσκόμισε τα έγγραφα αυτά για να αποδείξει ότι, λόγω της συχνής χρήσεώς του, το στοιχείο αυτό στερείται διακριτικού χαρακτήρα στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
37
Τα έγγραφα αυτά, τα οποία προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Συγκεκριμένα, η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ, κατά την έννοια του άρθρου 63 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 65 του κανονισμού 207/2009), και, επομένως, το δικαστήριο αυτό δεν είναι αρμόδιο να επανεξετάσει τα πραγματικά περιστατικά υπό το πρίσμα εγγράφων που προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιόν του. Συνεπώς, τα ανωτέρω έγγραφα δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, χωρίς να απαιτείται να εξετασθεί η αποδεικτική ισχύς τους [βλ., συναφώς, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Νοεμβρίου 2005, T-346/04, Sadas κατά ΓΕΕΑ - LTJ Diffusion (ARTHUR ET FELICIE), Συλλογή 2005, σ. II-4891, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
3. Επί της ουσίας
38
Προς στήριξη των αντίστοιχων αιτήσεών τους, η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα προβάλλουν εκάστη έναν μόνο λόγο αντλούμενο από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94.
Επί του λόγου που προβάλλει η προσφεύγουσα, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94
39
Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον αποφάνθηκε ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως ο οποίος προκύπτει από τη συσχέτιση των αιτούμενων σημάτων και των προγενεστέρων σημάτων τα οποία θεωρούνται ότι αποτελούν σειρά. Κατά την προσφεύγουσα, οι δεσμευτικώς ορισθείσες με τη νομολογία προϋποθέσεις για τη διασφάλιση διευρυμένης προστασίας των σημάτων σειράς δεν πληρούνται εν προκειμένω.
40
Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
41
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94, κατόπιν ανακοπής από δικαιούχο προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό προς καταχώριση όταν, λόγω του πανομοιότυπου ή της ομοιότητάς του με προγενέστερο σήμα και λόγω του πανομοιότυπου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζονται από τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος να περιέλθει σε σύγχυση το κοινό το ευρισκόμενο εντός των γεωγραφικών ορίων όπου τυγχάνει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος συγχύσεως περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχετίσεως με το προγενέστερο σήμα. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, σημείο ii, του κανονισμού 40/94 [νυν άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, σημείο ii, του κανονισμού 207/2009], ως προγενέστερα σήματα πρέπει να νοούνται τα σήματα που έχουν καταχωριστεί σε κράτος μέλος με ημερομηνία καταθέσεως προγενέστερη της ημερομηνίας της αιτήσεως για την καταχώριση κοινοτικού σήματος.
42
Κατά πάγια νομολογία, ο κίνδυνος συγχύσεως υφίσταται όταν το κοινό ενδέχεται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Κατά την ίδια νομολογία, ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, αναλόγως του τρόπου με τον οποίο το οικείο κοινό αντιλαμβάνεται τα σχετικά σήματα και τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες και λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών παραγόντων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως δε της αμφίδρομης σχέσεως μεταξύ της ομοιότητας των σημείων και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που αυτά προσδιορίζουν [βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 2003, T-162/01, Laboratorios RTB κατά ΓΕΕΑ - Giorgio Beverly Hills (GIORGIO BEVERLY HILLS), Συλλογή 2003, σ. II-2821, σκέψεις 30 έως 33, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
43
Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι, όταν η ανακοπή κατά αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος στηρίζεται σε πολλά προγενέστερα σήματα και τα εν λόγω σήματα έχουν χαρακτηριστικά βάσει των οποίων μπορεί να θεωρηθούν ότι ανήκουν στην ίδια σειρά ή οικογένεια, πράγμα το οποίο μπορεί να συμβαίνει, μεταξύ άλλων, είτε όταν αναπαράγουν πλήρως το ίδιο διακριτικό στοιχείο με την προσθήκη ενός γραφικού ή λεκτικού στοιχείου, που τα διαφοροποιεί, είτε όταν χαρακτηρίζονται από την επανάληψη του ιδίου προθέματος ή επιθέματος, που έχει αποσπασθεί εξ ενός των αρχικών σημάτων, το στοιχείο αυτό αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την εκτίμηση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως (απόφαση BAINBRIDGE, σκέψη 17 ανωτέρω, σκέψη 123).
44
Συγκεκριμένα, σε παρόμοιες υποθετικές περιπτώσεις, ο κίνδυνος συγχύσεως μπορεί να προκληθεί από τη δυνατότητα συσχετίσεως μεταξύ του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και των προγενεστέρων σημάτων που αποτελούν μέρος της σειράς, όταν το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση παρουσιάζει με τα τελευταία αυτά σήματα ομοιότητες που μπορεί να οδηγήσουν τον καταναλωτή να πιστέψει ότι το σήμα αποτελεί μέρος της ιδίας αυτής σειράς και, συνεπώς, τα προϊόντα που προσδιορίζει έχουν την ίδια εμπορική προέλευση με τα προϊόντα που καλύπτονται από τα προγενέστερα σήματα, ή έχουν συγγενική προέλευση. Ο εν λόγω κίνδυνος συσχετίσεως μεταξύ του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση και των προγενεστέρων σημάτων της ιδίας σειράς προϊόντων ο οποίος ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση ως προς την εμπορική προέλευση των προϊόντων που προσδιορίζονται με τα συγκρουόμενα σήματα, μπορεί να υπάρχει ακόμα και όταν, από τη σύγκριση μεταξύ του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση και των προγενεστέρων σημάτων, λαμβανομένων υπόψη μεμονωμένα, δεν μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη άμεσου κινδύνου συγχύσεως. Στην περίπτωση αυτή, ο κίνδυνος να παραπλανηθεί ο καταναλωτής ως προς την εμπορική προέλευση των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών δεν προκύπτει από τη δυνατότητα συγχύσεως του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση με το τάδε ή δείνα από τα προγενέστερα σήματα της ιδίας σειράς προϊόντων, αλλά από τη δυνατότητα να σχηματίσει τη γνώμη ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση αποτελεί μέρος της ιδίας αυτής σειράς (απόφαση BAINBRIDGE, σκέψη 17 ανωτέρω, σκέψη 124).
45
Περαιτέρω, κατά τη νομολογία, το απτόμενο της σειράς ή της οικογένειας των σημάτων στοιχείο είναι λυσιτελές για την εκτίμηση της υπάρξεως του κινδύνου συγχύσεως ο οποίος συνδέεται με τον κίνδυνο συσχετίσεως του αιτούμενου σήματος με τη σειρά αυτή μόνον αν το κοινό στοιχείο των εμπλεκομένων σημάτων έχει διακριτικό χαρακτήρα. Αν το στοιχείο αυτό είναι περιγραφικό, δεν μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο συγχύσεως [αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 6ης Ιουλίου 2004, T-117/02, Grupo El Prado Cervera κατά ΓΕΕΑ - Héritiers Debuschewitz (CHUFAFIT), Συλλογή 2004, σ. II-2073, σκέψη 59, και της 13ης Ιουλίου 2012, Caixa Geral de Depósitos κατά ΓΕΕΑ — Caixa d’Estalvis i Pensions de Barcelona (la Caixa), T‑255/09, σκέψη 81].
46
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, πρέπει να εξεταστεί η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών σχετικά με τον κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθεμένων σημάτων.
Επί του ενδιαφερομένου κοινού
47
Όπως γίνεται δεκτό κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο μέσος καταναλωτής της οικείας κατηγορίας προϊόντων, ο οποίος θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ότι ο βαθμός προσοχής του μέσου καταναλωτή ποικίλλει αναλόγως της κατηγορίας των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών [βλ., απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 2007, T-256/04, Mundipharma κατά ΓΕΕΑ - Altana Pharma (RESPICUR), Συλλογή 2007, σ. II-449, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
48
Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτή η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών, μη αμφισβητούμενη κατά τα λοιπά από τους διαδίκους, κατά την οποία το ενδιαφερόμενο κοινό σε σχέση με το οποίο πρέπει να εξετάζεται ο κίνδυνος συγχύσεως είναι ο Γερμανός καταναλωτής, τα δε προγενέστερα σήματα είναι σήματα καταχωρισθέντα και χρησιμοποιούμενα στη Γερμανία. Επιπλέον, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω καταναλωτής διαθέτει σχετικώς αυξημένη παρατηρητικότητα, καθόσον οι οικείες υπηρεσίες είναι οικονομικής φύσεως της κλάσεως 36 με συγκεκριμένη οικονομική σημασία γι’ αυτόν, διότι άπτονται των χρηματοοικονομικών περιουσιακών του στοιχείων (βλ., συναφώς, απόφαση la Caixa, σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Επί της συγκρίσεως των υπηρεσιών
49
Από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις προκύπτει ότι ούτε η προσφεύγουσα ούτε η παρεμβαίνουσα αμφισβήτησαν, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, το συμπέρασμα του τμήματος ανακοπών κατά το οποίο οι υπηρεσίες «[τ]ραπεζικές εργασίες· χρηματο-οικονομικές υποθέσεις· νομισματικές υποθέσεις· ασφάλειες· κτηματομεσιτικές υποθέσεις· πληροφορίες και παροχή συμβουλών σε οικονομικά και ασφαλιστικά θέματα· υπηρεσίες πιστωτικών/χρεωστικών καρτών· τραπεζικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες μέσω Διαδικτύου», τις οποίες αφορούσε από το αιτούμενο σήμα UNIWEB και οι υπηρεσίες «[τ]ραπεζικές εργασίες· χρηματο-οικονομικές υποθέσεις· νομισματικές υποθέσεις· ασφάλειες· κτηματομεσιτικές υποθέσεις· οικονομική πληροφόρηση», τις οποίες αφορούσε το αιτούμενο σήμα UniCredit Wealth Management είναι παρόμοιες με τις υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων» που καλύπτονται από τα προγενέστερα σήματα. Το τμήμα προσφυγών, δεχόμενο τις αποφάσεις του τμήματος ανακοπών στο σύνολό τους, επιβεβαίωσε την εκτίμηση αυτή, η οποία, καθόσον δεν αμφισβητείται κατά τα λοιπά από τους διαδίκους στο πλαίσιο της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας, πρέπει να γίνει δεκτή.
Επί της συγκρίσεως των σημείων
50
Η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει, όσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που δημιουργούν τα σημεία αυτά, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των προεχόντων και κυρίαρχων στοιχείων τους (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 2007, C-334/05 P, ΓΕΕΑ κατά Shaker, Συλλογή 2007, σ. I-4529, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
51
Το τμήμα προσφυγών, στις σκέψεις 36 και 40 των προσβαλλομένων αποφάσεων, αντιστοίχως, έκρινε ότι τα εμπλεκόμενα σήματα έχουν την ίδια δομή διότι αποτελούνται από συνδυασμό δύο λεκτικών στοιχείων, ήτοι του προθέματος «uni», ακολουθούμενου από διαφορετική λέξη κάθε φορά. Επιπλέον, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στις σκέψεις 43 και 48 των προσβαλλομένων αποφάσεων, αντιστοίχως, ότι τα εμπλεκόμενα σημεία έχουν οπτικές, φωνητικές και εννοιολογικές ομοιότητες καθόσον είναι παρόμοια ως προς το «κυρίαρχο στοιχείο» τους. Η εκτίμηση αυτή δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους και πρέπει να γίνει δεκτή.
52
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι μολονότι ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται συνήθως ένα σήμα ως μια ολότητα και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του (απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1999, C-342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer, Συλλογή 1999, σ. I-3819, σκέψη 25), εντούτοις, αντιλαμβανόμενος ένα λεκτικό σημείο, θα το αναλύσει σε δύο λεκτικά στοιχεία τα οποία, γι’ αυτόν, υποδηλώνουν μια συγκεκριμένη έννοια ή ομοιάζουν προς λέξεις τις οποίες γνωρίζει [βλ., συναφώς, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 2004, T-356/02, Vitakraft-Werke Wührmann κατά ΓΕΕΑ - Krafft (VITAKRAFT), Συλλογή 2004, σ. II-3445, σκέψη 51]. Η νομολογία αυτή εφαρμόζεται επίσης στην εκτίμηση της εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κοινού αντιλήψεως ενός εικονιστικού σημείου, όπως είναι εν προκειμένω το σημείο UNIZINS, το οποίο αποτελείται αποκλειστικά από ένα τυποποιημένο λεκτικό στοιχείο.
53
Τα εμπλεκόμενα σήματα αποτελούνται από ένα πρόθεμα «uni» με το οποίο ενώνονται περιγραφικά ή ελάχιστα διακριτικά στοιχεία των οικείων υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, απαντώντας σε ερώτημα του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα υποστήριξαν ότι το στοιχείο «rak» του προγενέστερου σήματος UNIRAK αποτελείται από αρχικά των γερμανικών όρων Renten, Aktien [«ομόλογα, μετοχές»], ή Renten, Aktien, Kapital [«ομόλογα, μετοχές, κεφάλαιο»], παραπέμποντας με τον τρόπο αυτό σε σκοπούς και πολιτικές επενδύσεως του προσδιοριζόμενου με το σήμα αυτό κεφαλαίου. Επιπλέον, όπως ισχυρίστηκε και η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, χωρίς η παρεμβαίνουσα να αμφισβητήσει τα επιχειρήματα αυτά, οι όροι «fonds» και «zins», που έχουν ενωθεί στο πρόθεμα «uni» στα προγενέστερα σήματα UNIFONDS και UNIZINS, σημαίνουν αντιστοίχως «κεφάλαιο» επενδύσεως και «τόκους». Όσον αφορά το σήμα UniCredit Wealth Management, αφενός, ο όρος που ενώνεται με το πρόθεμα «uni» αφορά συνήθη συναλλαγή στον χρηματοοικονομικό τομέα στο πλαίσιο της οποίας μια τράπεζα θέτει στη διάθεση του πελάτη της χρηματικό ποσό. Το γεγονός ότι οι όροι «credit» και «management» ανήκουν στην αγγλική γλώσσα δεν αποκλείει ότι το ενδιαφερόμενο κοινό τους προσδίδει σημασία συναρτώμενη με τις οικείες υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, αφενός, οι όροι «credit» και «management» είναι παρόμοιοι με τις γερμανικές λέξεις «Kredit» και «Management» οι οποίοι έχουν την ίδια σημασία. Ο όρος «fonds» ανήκει στη γερμανική και όχι στην αγγλική γλώσσα, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα. Αφετέρου, η αγγλική γλώσσα είναι ευρέως διαδεδομένη και κατανοητή στον οικείο τομέα, δηλαδή στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Επιπλέον, οι όροι «wealth» και «management», όπως ορθώς τόνισε το τμήμα προσφυγών στη σκέψη 40 της προσβαλλομένης αποφάσεως της 25ης Σεπτεμβρίου 2006, χρησιμοποιούνται γενικώς στον χρηματοπιστωτικό τομέα, και στη Γερμανία, για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες όπως η παροχή συμβουλών σε θέματα επενδύσεων ή οι υπηρεσίες λογιστικής. Τέλος, όσον αφορά τον όρο «web» του σήματος UNIWEB, το τμήμα ανακοπών επισήμανε, χωρίς να αντικρουστεί επ’ αυτού από την προσφεύγουσα, ότι αποτελεί συνήθη συντομογραφία της αγγλικής φράσεως «world wide web», η οποία αφορά το διεθνές δίκτυο πληροφορικής, το Διαδίκτυο. Αν και ανήκει στην αγγλική γλώσσα, ο όρος αυτός είναι παγκοίνως γνωστός στο διεθνές κοινό λόγω της παγκόσμιας χρήσεώς του στο Διαδίκτυο. Μολονότι ο όρος αυτός δεν παραπέμπει άμεσα σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, μπορεί εντούτοις να σχετίζεται με αυτές. Επομένως, παραδείγματος χάρη, μπορεί να παραπέμπει σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες παρεχόμενες μέσω του διαδικτύου ή σε υπηρεσίες επενδύσεως στον σχετιζόμενο με το Διαδίκτυο τομέα. Κατά συνέπεια, το ενδιαφερόμενο κοινό θα αναλύσει τα εμπλεκόμενα σήματα σε ένα στοιχείο «uni» το οποίο ακολουθείται από άλλους όρους.
54
Επομένως, τα εμπλεκόμενα σήματα παρουσιάζουν ορισμένο βαθμό ομοιότητας τόσο από οπτικής όσο και από φωνητικής απόψεως καθόσον αποτελούνται αμφότερα από το πρόθεμα «uni». Το γεγονός ότι τα στοιχεία που ενώνονται με το πρόθεμα αυτό στοιχεία είναι διαφορετικά και το σήμα UniCredit Wealth Management αποτελείται από τρία και όχι μόνον από ένα λεκτικό στοιχείο, δεν δύναται να εξαλείψει την ομοιότητα αυτή λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο καταναλωτής αποδίδει συνήθως μεγαλύτερη σημασία στην αρχή των λέξεων [απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της17ης Μαρτίου 2004, T-183/02 και T-184/02, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ - González Cabello και Iberia Líneas Aéreas de España (MUNDICOR), Συλλογή 2004, σ. II-965, σκέψη 81]. Επιπλέον, από φωνητικής απόψεως, τα εμπλεκόμενα σήματα, πλην του σήματος UniCredit Wealth Management του οποίου ζητείται η καταχώριση, αποτελούνται από τρεις συλλαβές. Όσον αφορά το σήμα UniCredit Wealth Management, βάσει του προθέματος «uni» που υπάρχει στο πρώτο λεκτικό στοιχείο του σήματος αυτού μπορεί να συναχθεί ότι έχει ορισμένο βαθμό ομοιότητας με τα προγενέστερα σήματα. Ομοίως, από εννοιολογικής απόψεως, τα εμπλεκόμενα σήματα έχουν ορισμένο βαθμό ομοιότητας καθόσον η δομή τους είναι πολύ παρεμφερής [βλ., συναφώς, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 2012, T‑301/09, IG Communications κατά ΓΕΕΑ — Citigroup και Citibank (CITIGATE), σκέψη 78].
55
Επισημαίνεται, πάντως, ότι το τμήμα προσφυγών εξέτασε, υπό τον τίτλο «Σύγκριση των σημείων», αν τα αιτούμενα σήματα έχουν χαρακτηριστικά παρέχοντα στο ενδιαφερόμενο κοινό τη δυνατότητα να τα συσχετίσει με την οικογένεια ή σειρά σημάτων που ανήκουν στην παρεμβαίνουσα. Ωστόσο, από τη νομολογία προκύπτει ότι η ύπαρξη οικογένειας ή σειράς σημάτων αποτελεί στοιχείο το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, αλλά το στοιχείο αυτό δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της υπάρξεως ομοιότητας μεταξύ των εμπλεκομένων σημάτων (απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 2011, C-552/09 P, Ferrero κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2011, σ. I-2063, σκέψεις 97 και 98).
56
Πρέπει επομένως να εξεταστεί η εκτίμηση αυτή του τμήματος προσφυγών στο πλαίσιο της εξετάσεως του κινδύνου συγχύσεως.
Επί του κινδύνου συγχύσεως
57
Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της ομοιότητας μεταξύ των εμπλεκομένων σημείων και μεταξύ των υπηρεσιών τις οποίες αφορούν τα εμπλεκόμενα σήματα, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως ο οποίος προκύπτει από τη συσχέτιση, στην αντίληψη του καταναλωτή, των σημάτων των οποίων ζητείται η καταχώριση με τα προγενέστερα σήματα τα οποία αποτελούν μέρος σειράς που ανήκει στην παρεμβαίνουσα.
58
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι ο κίνδυνος συσχετίσεως του αιτούμενου σήματος με τη σειρά των προγενέστερων σημάτων μπορεί να προβληθεί μόνον αν συντρέχουν σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, ο δικαιούχος σειράς προγενεστέρων καταχωρίσεων πρέπει να αποδείξει τη χρήση όλων των σημάτων που ανήκουν στη σειρά ή, τουλάχιστον, ορισμένων σημάτων που μπορεί να αποτελέσουν σειρά. Δεύτερον, το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δεν πρέπει μόνο να είναι παρόμοιο προς τα αποτελούντα μέρος της σειράς σήματα, αλλά να έχει και χαρακτηριστικά που μπορούν να το συσχετίσουν με τη σειρά (απόφαση BAINBRIDGE, σκέψη 17 ανωτέρω, σκέψεις 125 έως 127).
59
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι καμία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, καθόσον, αφενός, η παρεμβαίνουσα δεν απέδειξε την ουσιαστική χρήση όσον αφορά τα ανήκοντα στη σειρά σήματα και, αφετέρου, αποκλειόταν η δυνατότητα συσχετίσεως των σημάτων των οποίων ζητείται η καταχώριση με τη σειρά των προγενέστερων σημάτων.
– Επί της αποδείξεως της χρήσεως των προγενέστερων σημάτων που ανήκουν στη σειρά ή οικογένεια σημάτων
60
Υπενθυμίζεται ότι, για να υφίσταται κίνδυνος παραπλανήσεως του κοινού ως προς το αν το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση ανήκει σε σειρά, τα προγενέστερα σήματα που αποτελούν μέρος της σειράς αυτής πρέπει οπωσδήποτε να χρησιμοποιούνται στην αγορά. Εφόσον η συνεκτίμηση του γεγονότος ότι τα προγενέστερα σήματα ανήκουν στην ίδια σειρά συνεπάγεται τη διεύρυνση του πεδίου προστασίας των σημάτων τα οποία αποτελούν μέρος της σειράς μεμονωμένως λαμβανόμενα, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποκλείεται κάθε αφηρημένη εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, στηριζόμενη απλώς στην ύπαρξη πολλών καταχωρίσεων αφορωσών σήματα τα οποία αναπαράγουν το ίδιο διακριτικό στοιχείο, ελλείψει πραγματικής χρήσεως των σημάτων (απόφαση BAINBRIDGE, σκέψη 17 ανωτέρω, σκέψη 126). Συγκεκριμένα, προκειμένου για οικογένεια ή σειρά σημάτων, όταν ο κίνδυνος συγχύσεως απορρέει από το ενδεχόμενο να παραπλανηθεί ο καταναλωτής όσον αφορά την προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και από το ενδεχόμενο να θεωρήσει, εσφαλμένως, ότι το εν λόγω σήμα εμπίπτει στην οικεία οικογένεια ή σειρά σημάτων, η απόδειξη της χρήσεως ικανού αριθμού σημάτων για τη σύσταση οικογένειας ή σειράς έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δεν μπορεί να αναμένεται από τον καταναλωτή, ελλείψει τέτοιας χρήσεως, να εντοπίσει το κοινό στοιχείο στην εν λόγω οικογένεια ή σειρά σημάτων και/ή να συσχετίσει την εν λόγω οικογένεια ή σειρά με άλλο σήμα που περιέχει το ίδιο κοινό στοιχείο (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C-234/06 P, Il Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2007, σ. I-7333, σκέψεις 63 και 64). Συνεπώς, αν δεν γίνεται χρήση ικανού αριθμού σημάτων για τη σύσταση οικογένειας ή σειράς, ο κίνδυνος συγχύσεως τον οποίο ενδεχομένως συνεπάγεται η εμφάνιση στην αγορά του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση πρέπει να εκτιμηθεί συγκρινόμενου καθενός από τα προγενέστερα σήματα, μεμονωμένως λαμβανόμενα, με το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση (απόφαση BAINBRIDGE, σκέψη 17 ανωτέρω, σκέψη 126).
61
Το τμήμα προσφυγών, επιβεβαιώνοντας συναφώς τις αποφάσεις του τμήματος ανακοπών, έκρινε στις σκέψεις 20 και 24 των προσβαλλομένων αποφάσεων, αντιστοίχως, ότι τα προσκομισθέντα από την παρεμβαίνουσα έγγραφα αποδείκνυαν ότι τα προγενέστερα σήματα είχαν αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής χρήσεως στη Γερμανία για τις υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων».
62
Με τα υπομνήματά της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται συναφώς ότι η παρεμβαίνουσα δεν απέδειξε επαρκώς μέσω, μεταξύ άλλων, ερευνών τα αποτελέσματα «δημοσκοπήσεων» ή τις πληροφορίες σχετικά με τη δημοσιοποίηση των κεφαλαίων που αφορούν τα σήματα, προκειμένου να αποδείξει ότι τα προγενέστερα σήματα γίνονται αντιληπτά από το ενδιαφερόμενο κοινό ως σειρά σημάτων, ούτε ότι το κοινό αυτό ήταν σε θέση να συσχετίσει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση με τα προγενέστερα αυτά σήματα που θεωρούνται ότι αποτελούν σειρά. Συνεπώς, κατά την προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σοβαρή πλάνη κρίνοντας ως επαρκείς τις αποδείξεις για τη χρήση των προγενέστερων σημάτων βάσει του κριτηρίου της παραδοσιακής εφαρμογής του άρθρου 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009) χωρίς να απαιτήσει αποδείξεις «κατάλληλης χρήσεως» των προγενέστερων σημάτων ως αποτελούντων μέρος σειράς. Επιπλέον, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι δεν αιτιολόγησε την απόφασή του επαρκώς κατά νόμο, κατά παράβαση του άρθρου 73 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 75 του κανονισμού 207/2009), καθόσον δεν έλαβε υπόψη, κατά την εκτίμηση της αποδείξεως της χρήσεως των προγενέστερων σημάτων ως ανηκόντων στη σειρά ή οικογένεια σημάτων της παρεμβαίνουσας, το σχετικά υψηλό επίπεδο προσοχής του ενδιαφερόμενου κοινού. Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει με τα δικόγραφα προσφυγών ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία είναι, εν πάση περιπτώσει, ανεπαρκή προς απόδειξη της χρήσεως των προγενέστερων σημάτων, καθόσον, αφενός, οι προσκομισθείσες από την παρεμβαίνουσα εκθέσεις διαχειρίσεως αποτελούν έγγραφα εσωτερικής χρήσεως και δεν συνεπάγονται τη γνώση των προγενέστερων σημάτων στην αγορά και, αφετέρου, οι πληροφορίες του Τύπου σχετικά με τα επενδυτικά κεφάλαια παρέχουν στοιχεία για την εξέλιξη των τίτλων, αλλά δεν αποδεικνύουν την ουσιαστική χρήση των σημάτων στην αγορά.
63
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Ιανουαρίου 2014, η προσφεύγουσα δέχθηκε ότι δεν αμφισβητεί πλέον ότι η παρεμβαίνουσα απέδειξε την ουσιαστική χρήση των προγενέστερων σημάτων που προβάλλονται προς στήριξη των ανακοπών, αλλά ενέμεινε στο ότι η παρεμβαίνουσα δεν απέδειξε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβανόταν τα προγενέστερα σήματα ως σειρά ή οικογένεια σημάτων που της ανήκουν.
64
Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
65
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, από την υπομνησθείσα στη σκέψη 60 ανωτέρω νομολογία, προκύπτει ότι ο δικαιούχος σειράς προγενέστερων καταχωρίσεων πρέπει να αποδεικνύει την ουσιαστική χρήση στην οικεία αγορά των σημάτων που ανήκουν στη σειρά ή, τουλάχιστον, ορισμένων σημάτων που μπορούν να αποτελέσουν σειρά και όχι, όπως διατείνεται η προσφεύγουσα, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται τα σήματα αυτά ως αποτελούντα σειρά ή οικογένεια.
66
Επομένως, δεν μπορεί να απαιτείται από τον δικαιούχο των προγενέστερων σημάτων που ανήκουν σε σειρά να αποδεικνύει ότι τα σήματα αυτά, τα οποία πράγματι υπάρχουν στην αγορά, γίνονται επίσης αντιληπτά από το ενδιαφερόμενο κοινό ως αποτελούντα σειρά.
67
Αντιθέτως προς όσα προέβαλε η προσφεύγουσα, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Ιανουαρίου 2014, από τη σκέψη 124 της αποφάσεως BAINBRIDGE, σκέψη 17 ανωτέρω, δεν μπορεί να αντληθεί διαφορετικό συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, από τη σκέψη αυτή προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αντίληψη του καταναλωτή αποκλειστικώς για να αναγνωρίσει την ύπαρξη, υπό τις προϋποθέσεις που καθόρισε στη συνέχεια, του κινδύνου να συσχετίσει ο καταναλωτής το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση με τα προγενέστερα σήματα που αποτελούν σειρά, και, επομένως, να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το εν λόγω σήμα ανήκει στην ίδια σειρά. Αντιθέτως, ούτε από το απόσπασμα που προέβαλε η προσφεύγουσα ούτε από κανένα άλλο απόσπασμα της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο απαίτησε από τον δικαιούχο σειράς καταχωρίσεων να αποδείξει, πέραν του ότι πραγματικά χρησιμοποιούνται στην αγορά σήματα εντασσόμενα στη σειρά αυτή, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται με συγκεκριμένο τρόπο τα προγενέστερα σήματα ως περιλαμβανόμενα στη σειρά.
68
Κατά συνέπεια, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η παρεμβαίνουσα δεν απέδειξε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται τα προγενέστερα σήματα ως αποτελούντα σειρά είναι αλυσιτελές. Είναι, επίσης, αλυσιτελές το επιχείρημα της προσφεύγουσας που αντλείται από ελλιπή αιτιολογία προκύπτουσα από το γεγονός ότι το τμήμα προσφυγών, κατά την εκτίμηση της αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως των προγενέστερων σημάτων που περιλαμβάνονται στη σειρά, δεν έλαβε υπόψη του το σχετικά υψηλό επίπεδο προσοχής του ενδιαφερόμενου κοινού.
69
Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι τα προγενέστερα σήματα, τα οποία προσδιορίζουν τις ονομασίες των κεφαλαίων στα οποία έχει επενδύσει η παρεμβαίνουσα, δεν γίνονται αντιληπτά από το κοινό των επενδυτών ως δημιουργούντα σειρά σημάτων, διότι τα κεφάλαια αυτά αποτελούν ένα και μόνον προϊόν από εμπορικής απόψεως, η προσφεύγουσα διευκρίνισε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Ιανουαρίου 2014, ότι προβλήθηκε επικουρικώς, προκειμένου να υποστηριχθεί ότι είναι ευκολότερο να αποδειχθεί η ύπαρξη οικογένειας σημάτων αν τα σήματα αυτά προσδιορίζουν διαφορετικά προϊόντα, αλλά τούτο δεν αποτελεί, κατά την άποψή της, απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη οικογένειας σημάτων. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, ανεξαρτήτως του αν οι υπηρεσίες τις οποίες αφορούν τα προγενέστερα σήματα αποτελούν ένα μόνον προϊόν από εμπορικής απόψεως, όπως διατείνεται η προσφεύγουσα, ή διαφορετικά προϊόντα λαμβανομένων υπόψη των σαφώς διαφορετικών οικονομικών και τεχνικών χαρακτηριστικών τους, όπως ισχυρίζονται το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα, το ζήτημα αυτό δεν είναι λυσιτελές για να εξεταστεί η ύπαρξη οικογένειας σημάτων ανηκόντων στην παρεμβαίνουσα καθόσον, όπως δέχθηκε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ύπαρξη οικογένειας σημάτων δεν μπορεί να εξαρτάται από το γεγονός ότι τα σήματα, τα οποία έχουν χαρακτηριστικά βάσει των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως δημιουργούντα οικογένεια ή σειρά, προσδιορίζουν ένα μόνον προϊόν ή διαφορετικά προϊόντα. Επομένως, το επιχείρημα αυτό της προσφεύγουσας είναι αλυσιτελές.
70
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η πρώτη προϋπόθεση, κατά την έννοια της νομολογίας BAINBRIDGE, σκέψη 17 ανωτέρω, βάσει της οποίας διαπιστώνεται η ύπαρξη του κινδύνου συγχύσεως που προκύπτει από τη συσχέτιση των αιτούμενων σημάτων με τη σειρά των προγενέστερων σημάτων της παρεμβαίνουσας, ήτοι η απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως των σημάτων που αποτελούν σειρά, συντρέχει εν προκειμένω.
71
Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν τα αιτούμενα σήματα UNIWEB και UniCredit Wealth Management έχουν χαρακτηριστικά δυνάμενα να τα συσχετίσουν με την εν λόγω σειρά των προγενέστερων σημάτων που ανήκουν στην παρεμβαίνουσα και, επομένως, να δημιουργήσουν σύγχυση, στην αντίληψη του καταναλωτή, όσον αφορά την προέλευση των υπηρεσιών τις οποίες αφορούν.
– Επί της δυνατότητας των σημάτων των οποίων ζητείται η καταχώριση να συσχετισθούν με τη σειρά των προγενέστερων σημάτων
72
Από τη νομολογία προκύπτει ότι τα σήματα μπορούν να θεωρηθούν ότι ανήκουν στην ίδια σειρά ή οικογένεια, πράγμα το οποίο μπορεί να συμβαίνει, μεταξύ άλλων, είτε όταν αναπαράγουν πλήρως το ίδιο διακριτικό στοιχείο με την προσθήκη ενός γραφικού ή λεκτικού στοιχείου, που τα διαφοροποιεί, είτε όταν χαρακτηρίζονται από την επανάληψη του ιδίου προθέματος ή επιθέματος, το οποίο αποσπάσθηκε από αρχικό σήμα (απόφαση BAINBRIDGE, σκέψη 17 ανωτέρω, σκέψη 123).
73
Συναφώς, πρέπει να υπoμνησθεί ότι, εν προκειμένω, τα προγενέστερα σήματα χαρακτηρίζονται από συνδυασμό του προθέματος «uni» το οποίο έχει ορισμένο διακριτικό χαρακτήρα, όπως θα αποδειχθεί κατωτέρω, με ένα άλλο λεκτικό στοιχείο, αντιστοίχως «rak», «fonds» και «zins», τα οποία παραπέμπουν σε σκοπό ή πολιτική επενδύσεως κεφαλαίων που προσδιορίζουν. Επομένως, οι ενωμένοι με το πρόθεμα «uni» όροι στα προγενέστερα σήματα έχουν περιγραφικό ή ελάχιστα διακριτικό χαρακτήρα σε σχέση με τις υπηρεσίες επενδύσεων κεφαλαίων τις οποίες προσδιορίζουν τα σήματα αυτά (βλ. σκέψη 53 ανωτέρω).
74
Τα τρία αυτά προγενέστερα σήματα UNIRAK, UNIFONDS και UNIZINS, επί των οποίων η παρεμβαίνουσα στήριξε τις ανακοπές της είναι μεν αριθμητικώς περιορισμένα, αλλά αρκούν εν προκειμένω να αποτελέσουν σειρά ή οικογένεια σημάτων προς εξέταση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως προκύπτοντος από τον συσχετισμό των αιτούμενων σημάτων με τη σειρά αυτή. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί ο κίνδυνος συσχετίσεως στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού των αιτούμενων σημάτων με την οικογένεια που αποτελείται από τα εν λόγω τρία προγενέστερα σήματα, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί το επιχείρημα της παρεμβαίνουσας ότι η εξέταση αυτή πρέπει να γίνει σε σχέση με όλη τη σειρά των σημάτων των οποίων είναι δικαιούχος και όχι μόνον σε σχέση με τα τρία σήματα που προβάλλονται χάριν παραδείγματος προς στήριξη των ανακοπών.
75
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, για να μπορεί το αιτούμενο σήμα να προκαλέσει στην αντίληψη του καταναλωτή συσχέτιση με σειρά προγενέστερων σημάτων, δεν πρέπει μόνο να είναι παρόμοιο προς τα ανήκοντα στη σειρά σήματα, αλλά να έχει και χαρακτηριστικά δυνάμενα να το συσχετίσουν με τη σειρά. Τούτο δεν μπορεί να συμβαίνει, παραδείγματος χάρη, όταν το κοινό στοιχείο των προγενεστέρων σημάτων της ίδιας σειράς προϊόντων χρησιμοποιείται στο σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση σε διαφορετική θέση απ’ αυτήν στην οποία βρίσκεται συνήθως στα σήματα που ανήκουν στη σειρά ή έχουν διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενο (απόφαση BAINBRIDGE, σκέψη 17 ανωτέρω, σκέψη 127), ή όταν το κοινό στοιχείο δεν είναι διακριτικό (αποφάσεις CHUFAFIT, σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψη 59, και la Caixa, σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψη 81).
76
Αναγνωρίζοντας ότι τα εμπλεκόμενα σήματα έχουν την ίδια δομή (βλ. σκέψη 51 ανωτέρω), το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τούτο δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ότι τα αιτούμενα σήματα έχουν χαρακτηριστικά δυνάμενα να τα συσχετίσουν με τη σειρά των προγενέστερων σημάτων. Κατά το τμήμα προσφυγών, τούτο μπορεί να συμβαίνει μόνον αν το κοινό στοιχείο «uni» δεν είναι αποκλειστικώς περιγραφικό ή δεν στερείται διακριτικού χαρακτήρα. Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το πρόθεμα «uni» έχει διακριτικό χαρακτήρα σε σχέση με τις επίμαχες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, λαμβανομένων υπόψη των εγγενών τους ιδιοτήτων και της χρήσεώς τους.
77
Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι δεν υπάρχουν, εν προκειμένω, στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να αποδειχθεί «συσχέτιση» του αιτούμενου σήματος με τη σειρά των προγενέστερων σημάτων. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι, αντιθέτως προς όσα έκρινε το τμήμα προσφυγών, το κοινό στοιχείο «uni» στερείται εγγενούς με τον χρηματοοικονομικό τομέα διακριτικού χαρακτήρα. Προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού, η προσφεύγουσα, αφενός, επικαλείται πλείονες αποφάσεις του ΓΕΕΑ με τις οποίες δεν έγινε δεκτός ο επαρκώς διακριτικός χαρακτήρας του προθέματος «uni» και, αφετέρου, ισχυρίζεται ότι το πρόθεμα αυτό συνιστά συνήθη συντομογραφία των λέξεων «union», «universal», «unité» ή «unique», που χρησιμοποιούνται ευρέως στην καθομιλουμένη και μεταξύ άλλων στον χρηματοοικονομικό τομέα. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι πλείονες επωνυμίες εταιριών καταχωρισμένων στη Γερμανία, οι οποίες ασκούν δραστηριότητες στον τομέα αυτόν, αρχίζουν από το στοιχείο «uni» και από το γεγονός ότι το εν λόγω πρόθεμα «uni» αποτελεί μέρος των ονομασιών των κεφαλαίων τα οποία διαχειρίζονται άλλες εταιρίες στη Γερμανία, καθώς και σημάτων καταχωρισθέντων στη Γερμανία από τρίτους για τις υπηρεσίες της κλάσεως 36. Κατά συνέπεια, το κοινό πρόθεμα «uni» δεν μπορεί μόνο του να αποτελέσει στοιχείο βάσει του οποίου το ενδιαφερόμενο κοινό θα συσχετίσει τις προσδιοριζόμενες από τα προγενέστερα σήματα υπηρεσίες με τη δραστηριότητα της παρεμβαίνουσας.
78
Στο πλαίσιο των παρατηρήσεών της κατόπιν της αναπομπής, η προσφεύγουσα αντικρούει εξάλλου το επιχείρημα του ΓΕΕΑ και της παρεμβαίνουσας ότι οι αποφάσεις των γερμανικών δικαστηρίων και του Deutsches Patent- und Markenamt (Γερμανικού Γραφείου ευρεσιτεχνιών και σημάτων) πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα του προθέματος «uni», προβάλλοντας ότι τα συστήματα της Ένωσης και των κρατών μελών είναι ανεξάρτητα, ούτως ώστε οι αποφάσεις των εθνικών αρχών δεν έχουν δεσμευτικό αποτέλεσμα για τις αρχές της Ένωσης.
79
Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
80
Συναφώς, πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι η κοινή δομή των εμπλεκομένων σημάτων μπορεί να συσχετίσει τα αιτούμενα σήματα με τη σειρά των προγενέστερων σημάτων [βλ., συναφώς, απόφαση IG Communications κατά ΓΕΕΑ — Citigroup και Citibank (CITIGATE), σκέψη 54 ανωτέρω, σκέψη 89]. Συγκεκριμένα, ο καταναλωτής, ενώπιον των αιτούμενων σημάτων τα οποία αποτελούνται, όπως τα προγενέστερα σήματα, από ένα πρόθεμα «uni» με το οποίο ενώνονται όροι με περιγραφικό ή ελάχιστα διακριτικό χαρακτήρα χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 53 ανωτέρω, μπορεί να σχηματίσει την πεποίθηση ότι βρίσκεται ενώπιον νέου σήματος της οικογένειας των σημάτων της παρεμβαίνουσας, το οποίο προσδιορίζει άλλο κεφάλαιο που ακολουθεί επενδυτική πολιτική καθοριζόμενη από τον προσαπτόμενο στο πρόθεμα «uni» όρο.
81
Το γεγονός ότι το κοινό στοιχείο «uni» περιλαμβάνεται στην αρχική θέση όλων των εμπλεκόμενων σημάτων συνιστά επίσης χαρακτηριστικό το οποίο μπορεί να προκαλέσει συσχέτιση των αιτούμενων σημάτων με την οικογένεια των προγενέστερων σημάτων (απόφαση BAINBRIDGE, σκέψη 17 ανωτέρω, σκέψη 127).
82
Εντούτοις, από την υπομνησθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω νομολογία προκύπτει ότι το στοιχείο της σειράς ή της οικογένειας των σημάτων είναι λυσιτελές για να εκτιμηθεί η ύπαρξη του κινδύνου συγχύσεως που συναρτάται με τον κίνδυνο συσχετίσεως του αιτούμενου σήματος με την εν λόγω σειρά μόνον αν το κοινό στοιχείο των εμπλεκομένων σημάτων είναι διακριτικό.
83
Οι διάδικοι διαφωνούν, κατ’ ουσίαν, ως προς το αν το κοινό στοιχείο των εμπλεκομένων σημάτων, ήτοι το πρόθεμα «uni», έχει διακριτικό χαρακτήρα σε σχέση με τις οικείες υπηρεσίες.
84
Όσον αφορά, αφενός, τις εγγενείς διακριτικές ιδιότητες του στοιχείου «uni», το τμήμα προσφυγών αποφάνθηκε στις σκέψεις 37 και 41 των προσβαλλομένων αποφάσεων, αντιστοίχως, ότι είναι διακριτικό σε σχέση με τις οικείες υπηρεσίες διότι, σχετιζόμενο, για το ενδιαφερόμενο γερμανικό κοινό, με τη λέξη που σημαίνει «μονόχρωμο», ή, στην καθομιλουμένη, με τη λέξη που σημαίνει πανεπιστήμιο δεν έχει προφανώς σαφές και άμεσο νόημα σε σχέση με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Η εκτίμηση αυτή πρέπει να επιβεβαιωθεί.
85
Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, όπως διατείνεται η προσφεύγουσα, ότι το στοιχείο «uni», το οποίο προέρχεται από τη λατινική λέξη «unus» που σημαίνει «ένας, μόνος, ο χαρακτηριζόμενος από ένα στοιχείο», παραπέμπει επίσης, στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού, σε λέξεις όπως «μοναδικός», που σημαίνει «αυτός που διαθέτει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό», «ενότητα», που σημαίνει «με αδιαίρετο ή ενιαίο χαρακτήρα», «ένωση», που παραπέμπει επομένως σε συνοχή ή σε ένωση, ή «καθολικός», υπό την έννοια του «πλήρους» ή του «γενικώς ισχύοντος». Τούτο συμβαίνει ιδίως καθόσον, όπως παρατηρεί η παρεμβαίνουσα, ο όρος «uni» δεν υπάρχει στα προγενέστερα σήματα ως μεμονωμένη λέξη, πράγμα που μπορεί όντως να παραπέμπει, για το γερμανικό κοινό, σε πανεπιστήμιο ή μονοχρωμία, αλλά συνδέεται πάντοτε με άλλες λέξεις.
86
Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μεταξύ άλλων, λόγω της πληθώρας των εννοιών τις οποίες η προσφεύγουσα προσδίδει στο πρόθεμα «uni», το πρόθεμα αυτό δεν παραπέμπει σε καμία συγκεκριμένη αντίληψη όσον αφορά τις οικείες υπηρεσίες. Εξάλλου, όροι όπως «μοναδικός», «ενότητα», «ένωση» ή «καθολικός» είναι γενικοί όροι των οποίων η ιδιαιτερότητα σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές δεν αποδεικνύεται. Επομένως, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι το πρόθεμα «uni» μπορεί να παραπέμπει σε όρους όπως «μοναδικός», «ενότητα», «ένωση» ή «καθολικός», σε συνδυασμό με λέξεις αφορώσες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, δεν προσδιορίζει ούτε αντικειμενικώς ούτε ειδικώς το είδος, την ποσότητα, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία ή τα λοιπά χαρακτηριστικά των υπηρεσιών αυτών [βλ., συναφώς και κατ’ αναλογία, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 5ης Απριλίου 2001, T-87/00, Bank für Arbeit und Wirtschaft κατά ΓΕΕΑ (EASYBANK), Συλλογή 2001, σ. II-1259, σκέψεις 28 έως 32].
87
Τέλος, πρέπει να θεωρηθεί ότι το πρόθεμα «uni», μη έχοντας σαφή ή συνειρμική σημασία, δεν περιγράφει τις οικείες υπηρεσίες και έχει ορισμένο εγγενή διακριτικό χαρακτήρα σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές. Ο διακριτικός χαρακτήρας του εκδηλώνεται κατά μείζονα λόγο στην υπό κρίση υπόθεση λόγω του ότι, στα εμπλεκόμενα σήματα, του προθέματος «uni» έπονται περιγραφικοί ή ελάχιστα διακριτικοί των οικείων υπηρεσιών όροι [βλ., συναφώς και κατ’ αναλογία, απόφαση IG Communications κατά ΓΕΕΑ — Citigroup και Citibank (CITIGATE), σκέψη 54 ανωτέρω, σκέψη 75].
88
Αφετέρου, το τμήμα προσφυγών αποφάνθηκε για τον διακριτικό χαρακτήρα του προθέματος «uni» λαμβανομένης υπόψη της χρήσεώς του και, ειδικότερα, του γεγονότος ότι η παρεμβαίνουσα χρησιμοποιούσε τα τρία σήματα που περιλαμβάνουν το πρόθεμα «uni» για τις υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων» στη Γερμανία.
89
Συναφώς, παρατηρείται ότι, όπως αποφάσισε το τμήμα προσφυγών, η παρεμβαίνουσα απέδειξε την ουσιαστική χρήση των τριών σημάτων που περιλαμβάνουν το πρόθεμα «uni» για τις υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων» στη γερμανική αγορά (βλ. σκέψη 70 ανωτέρω).
90
Επιπλέον, παρατηρείται ότι από τη δικογραφία προκύπτει ότι το Deutsches Patent- und Markenamt και τα γερμανικά δικαστήρια αναγνώρισαν τον διακριτικό χαρακτήρα του όρου «uni» σε σχέση με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
91
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι οι αποφάσεις αυτές, τις οποίες προέβαλε η παρεμβαίνουσα στο πλαίσιο της ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασίας, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως με τα σήματα των οποίων ζητείται η καταχώριση στο επίπεδο της Ένωσης. Συγκεκριμένα, μολονότι, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, το καθεστώς των κοινοτικών σημάτων είναι ένα αυτοτελές σύστημα, το οποίο αποτελείται από σύνολο κανόνων και επιδιώκει σκοπούς που προσιδιάζουν σ’ αυτό, η δε εφαρμογή του είναι ανεξάρτητη κάθε εθνικού συστήματος [βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2011, T‑290/10, Sports Warehouse κατά ΓΕΕΑ (TENNIS WAREHOUSE), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία], προκύπτει επίσης από τη νομολογία ότι δεν μπορεί να απαγορευθεί ούτε στους διαδίκους ούτε στο Γενικό Δικαστήριο να λάβουν υπόψη, κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, στοιχεία αντλούμενα από την εθνική νομολογία [βλ., συναφώς, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 2006, T-277/04, Vitakraft-Werke Wührmann κατά ΓΕΕΑ - Johnson’s Veterinary Products (VITACOAT), Συλλογή 2006, σ. II-2211, σκέψη 71]. Κατά συνέπεια, μολονότι οι αποφάσεις των εθνικών αρχών δεν είναι δεσμευτικές για την εφαρμογή του δικαίου των κοινοτικών σημάτων, μπορούν να ληφθούν υπόψη [απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 2012, T‑552/10, riha κατά ΓΕΕΑ — Lidl Stiftung (VITAL&FIT), σκέψη 66] ιδίως, όπως εν προκειμένω, για να εξεταστεί η αντίληψη την οποία έχει το ενδιαφερόμενο κοινό για τα εμπλεκόμενα σήματα.
92
Κατά συνέπεια, πρέπει να επικυρωθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, καθόσον το τμήμα προσφυγών αναγνώρισε ότι το πρόθεμα «uni» το οποίο είναι κοινό στα εμπλεκόμενα σήματα έχει διακριτικό χαρακτήρα, τόσο εγγενή όσο και συνδεόμενο με τη χρήση του, σε σχέση με το ενδιαφερόμενο γερμανικό κοινό, για τις οικείες υπηρεσίες.
93
Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από τα λοιπά επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
94
Πρώτον, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε, στις σκέψεις 38 και 42 των προσβαλλομένων αποφάσεων, αντιστοίχως, ότι η προσφεύγουσα, προκειμένου να αποδείξει τον ελάχιστα διακριτικό χαρακτήρα του προθέματος «uni», δεν μπορεί να προβάλει την ύπαρξη κεφαλαίων ανηκόντων σε τρίτους τους οποίους προσδιορίζουν οι όροι που περιλαμβάνουν το λέξημα «uni», όπως «United Kingdom C», «United Kingdom D», «Unico Equity», «Unico Investment», «Universal-Effect» και «Universal-Value Test». Συγκεκριμένα, όπως κατ’ ουσίαν παρατήρησε το τμήμα προσφυγών, τρία γράμματα «u», «n» και «i» που απαντώνται στην αρχή των λέξεων «united» και «universal», καθώς και του όρου «unico», ο οποίος στερείται προφανώς κάθε ιδιαίτερης σημασίας για το γερμανικό κοινό, δεν μπορούν να διαχωρισθούν από τη συνέχεια των επίμαχων λέξεων, καθόσον οι τελευταίες αυτές λέξεις αποτελούν ομοιογενείς όρους.
95
Δεύτερον, η αναφορά άλλων καταχωρίσεων στη Γερμανία σημάτων που ανήκουν σε τρίτους και περιλαμβάνουν το πρόθεμα «uni» δεν μπορεί, όπως ορθώς έκρινε το τμήμα προσφυγών, να χρησιμεύσει ως απόδειξη του ελάχιστα διακριτικού χαρακτήρα του όρου «uni» λόγω της ειρηνικής συνυπάρξεως των σημάτων αυτών και των προγενέστερων σημάτων της παρεμβαίνουσας, καθόσον η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να διαπιστωθεί η ουσιαστική χρήση των εν λόγω σημάτων στη γερμανική αγορά. Ωστόσο, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, μολονότι δεν αποκλείεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η συνύπαρξη προγενέστερων σημάτων στην αγορά μπορεί ενδεχομένως να μετριάσει τον κίνδυνο συγχύσεως τον οποίο διαπίστωσαν τα όργανα του ΓΕΕΑ μεταξύ των δύο επίμαχων σημάτων, το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη παρά μόνον αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ως προς τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου ενώπιον του ΓΕΕΑ ο αιτών την καταχώριση κοινοτικού σήματος αποδεικνύει προσηκόντως τουλάχιστον ότι η συνύπαρξη αυτή οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει κανείς κίνδυνος να δημιουργηθεί στο σχετικό κοινό σύγχυση μεταξύ των προγενέστερων σημάτων, τα οποία επικαλείται ο αιτών, και των προγενέστερων σημάτων της παρεμβαίνουσας για τα οποία ασκείται η ανακοπή, με την επιφύλαξη ότι τα εν λόγω προγενέστερα σήματα και τα εμπλεκόμενα σήματα είναι πανομοιότυπα [αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 2005, T-31/03, Grupo Sada κατά ΓΕΕΑ - Sadia (GRUPO SADA), Συλλογή 2005, σ. II-1667, σκέψη 86· της 8ης Δεκεμβρίου 2005, T-29/04, Castellblanch κατά ΓΕΕΑ - Champagne Roederer (CRISTAL CASTELLBLANCH), Συλλογή 2005, σ. II-5309, σκέψη 72, και της 18ης Σεπτεμβρίου 2012, T‑460/11, Scandic Distilleries κατά ΓΕΕΑ — Bürgerbräu, Röhm & Söhne (BÜRGER), σκέψη 60]. Εν προκειμένω, εφόσον η προσφεύγουσα προσκόμισε μόνον καταχωρίσεις στη Γερμανία σημάτων που ανήκουν σε τρίτους και περιλαμβάνουν το πρόθεμα «uni», ουδόλως απέδειξε ότι η εν λόγω συνύπαρξη βασίζεται στην ανυπαρξία κινδύνου συγχύσεως. Επομένως, δεν απέδειξε ότι ο διακριτικός χαρακτήρας του στοιχείου «uni» είχε μειωθεί ή εξαλειφθεί.
96
Τρίτον, όσον αφορά την εκ μέρους της προσφεύγουσας μνεία ορισμένων επωνυμιών εταιριών καταχωρισθεισών στη Γερμανία, οι οποίες περιλαμβάνουν το στοιχείο «uni», διαπιστώνεται καταρχάς ότι οι προσκομισθείσες από την προσφεύγουσα αποδείξεις προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού κρίθηκαν απαράδεκτες διότι προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 37 ανωτέρω). Επιπλέον, σημειωτέον ότι οι εταιρίες επιλέγουν τις επωνυμίες τους ελευθέρως και χωρίς να εξαρτάται η επιλογή αυτή από περιορισμούς σχετικά με τον διακριτικό χαρακτήρα κατά την έννοια του δικαίου των σημάτων. Επομένως, το επιχείρημα αυτό της προσφεύγουσας είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελές.
97
Τέταρτον, ούτε η εκ μέρους της προσφεύγουσας επίκληση προγενέστερων αποφάσεων του ΓΕΕΑ, οι οποίες δεν δέχθηκαν τον διακριτικό χαρακτήρα του όρου «uni», μπορεί να στηρίξει την επιχειρηματολογία της. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, μολονότι το ΓΕΕΑ πρέπει, στο πλαίσιο της εξετάσεως αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, να λαμβάνει υπόψη τις προγενέστερες αποφάσεις επί παρεμφερών αιτήσεων και να εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή αν πρέπει ή όχι να αποφασίσει κατά τον ίδιο τρόπο, πρέπει εντούτοις να συμβιβάζει τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως με την αρχή της νομιμότητας (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 2011, C-51/10 P, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2011, σ. I-1541, σκέψεις 74 και 75). Πάντως, αφενός, διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται ομόφωνη πρακτική εντός των οργάνων του ΓΕΕΑ όσον αφορά την εξέταση του διακριτικού χαρακτήρα του στοιχείου «uni», όπερ δέχθηκε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Ιανουαρίου 2014. Συγκεκριμένα, απαντώντας στο επιχείρημα της προσφεύγουσας, το ΓΕΕΑ ανέφερε και προσκόμισε ως παράρτημα στο υπομνήματά του αντικρούσεως ορισμένες αποφάσεις μεταγενέστερες αυτών που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, οι οποίες αναγνώρισαν την ύπαρξη κινδύνου συσχετίσεως μεταξύ των σημάτων που περιλαμβάνουν το πρόθεμα «uni» της παρεμβαίνουσας και των σημάτων των οποίων ζητείται η καταχώριση της προσφεύγουσας που περιλαμβάνουν το ίδιο πρόθεμα «uni», υπό το πρίσμα των αποδείξεων που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα για την ύπαρξη οικογένειας σημάτων που της ανήκουν. Ωστόσο, το τμήμα προσφυγών, λαμβάνοντας ακριβώς υπόψη τις πρόσφατες αποφάσεις επί παρεμφερών με την προκειμένη υπόθεση περιστάσεων, έκρινε ότι το πρόθεμα «uni» έχει διακριτικό χαρακτήρα. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί βασίμως να προβάλει σιωπηρώς παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
98
Κατά συνέπεια, είναι πολύ πιθανό ότι το ενδιαφερόμενο κοινό, ενώπιον των αιτούμενων σημάτων UNIWEB ή UniCredit Wealth Managment, θα σκεφθεί ότι πρόκειται για νέο σήμα ανήκον στην οικογένεια σημάτων της παρεμβαίνουσας, αποτελούμενη από τα σήματα UNIFOND, UNIRAK και UNIZINS.
99
Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το επιχείρημα της προσφεύγουσας, το οποίο στηρίζεται σε αποσπάσματα του ειδικευμένου Τύπου και αντλείται από το γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο κοινό ευρίσκεται ενώπιον των οικείων σημάτων υπό περιστάσεις στις οποίες τα σήματα αυτά έπονται των επωνυμιών των εταιριών που διαχειρίζονται τα οικεία κεφάλαια, όπερ αποκλείει τον κίνδυνο συγχύσεως όσον αφορά την προέλευση των υπηρεσιών τις οποίες αφορούν τα εμπλεκόμενα σήματα.
100
Συναφώς, καταρχάς, διαπιστώνεται, όπως ισχυρίζεται και η παρεμβαίνουσα, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό μπορεί να βρεθεί ενώπιον σημάτων που προσδιορίζουν διαφορετικές επενδύσεις κεφαλαίων υπό διάφορες περιστάσεις συνδεόμενες με τη διαχείρισή τους, όπως οι προφορικές παρουσιάσεις ή συζητήσεις στους εξειδικευμένους κύκλους, όπου πριν ή μαζί με τα σήματα αυτά δεν υπάρχει η επωνυμία της διαχειρίστριας εταιρίας, βάσει της οποίας θα αποφευγόταν ο κίνδυνος συγχύσεως ως προς την προέλευσή τους.
101
Εντούτοις, μολονότι υπό ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις, όπως στις δημοσιεύσεις περί επενδύσεων κεφαλαίων στον εξειδικευμένο Τύπο, η ένδειξη της διαχειρίστριας εταιρίας προηγείται των σημάτων που τα προσδιορίζουν, δεν αποκλείεται το ενδιαφερόμενο κοινό να πιστέψει ότι οι επενδύσεις κεφαλαίων των οποίων οι ονομασίες αποτελούνται από το πρόθεμα «uni» με το οποίο ενώνονται περιγραφικοί ή μη διακριτικοί των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών όροι, όπως είναι τα αιτούμενα σήματα, προέρχονται από επιχειρήσεις που συνδέονται οικονομικώς με την παρεμβαίνουσα.
102
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως τον οποίο προέβαλε η προσφεύγουσα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του προβληθέντος από την παρεμβαίνουσα λόγου, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94
103
Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει εν μέρει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις καθόσον το τμήμα προσφυγών απέρριψε τις ανακοπές όσον αφορά τις υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων», τις οποίες αφορούν τα αιτούμενα σήματα, θεωρώντας ότι δεν είναι παρόμοιες με τις υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων», τις οποίες αφορούν τα προγενέστερα σήματα, και να τις μεταρρυθμίσει, κάνοντας δεκτές τις ανακοπές και όσον αφορά τις «κτηματομεσιτικές υποθέσεις».
104
Προβάλλοντας τα αιτήματα αυτά, η παρεμβαίνουσα κάνει χρήση της δυνατότητας που της παρέχει το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας να διατυπώσει, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, αιτήματα με σκοπό την ακύρωση ή τη μεταρρύθμιση της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά ζήτημα που δεν τέθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής [βλ., συναφώς, αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 2006, T‑214/04, Royal County of Berkshire Polo Club κατά ΓΕΕΑ — T-116/06, Polo/Lauren (ROYAL COUNTY OF BERKSHIRE POLO CLUB), Συλλογή 2006, σ. II-239, σκέψη 50, και της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, Oakley κατά ΓΕΕΑ — Venticinque (O STORE), Συλλογή 2008, σ. II‑2455, σκέψη 81]. Η προσφεύγουσα έλαβε θέση επί των αιτημάτων αυτών στις παρατηρήσεις της στο πλαίσιο της παρούσας μετά την αναπομπή διαδικασίας. Οι διάδικοι παρουσίασαν επίσης τις απόψεις τους, αντιστοίχως, επί των αιτημάτων αυτών στο πλαίσιο των απαντήσεων στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Ιανουαρίου 2014. Τόσο η προσφεύγουσα όσο και το ΓΕΕΑ κάλεσαν το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει τα αιτήματα της παρεμβαίνουσας ως αβάσιμα.
105
Κατά πάγια νομολογία, για την εκτίμηση της ομοιότητας των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι ασκούντες επιρροή παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη σχέση μεταξύ τους. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται, ειδικότερα, η φύση τους, ο προορισμός τους, η χρήση τους καθώς και ο ανταγωνιστικός ή συμπληρωματικός χαρακτήρας τους. Άλλοι παράγοντες μπορούν επίσης να ληφθούν υπόψη, όπως οι δίαυλοι διανομής των σχετικών προϊόντων [βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2007, T-443/05, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ - Bolaños Sabri (PiraÑAM diseño original Juan Bolaños), Συλλογή 2007, σ. II-2579, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
106
Το τμήμα προσφυγών, στις σκέψεις 28 και 32 των προσβαλλομένων αποφάσεων, αντιστοίχως, επιβεβαιώνοντας επί του σημείου αυτού τις αποφάσεις του τμήματος ανακοπών, έκρινε ότι οι υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» τις οποίες αφορούν τα αιτούμενα σήματα και οι υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων» τις οποίες αφορούν τα προγενέστερα σήματα δεν είναι παρεμφερείς καθόσον οι μεν πρώτες αποσκοπούν στην παροχή αρωγής κατά τη χρονική στιγμή της αγοράς, πωλήσεως ή μισθώσεως ακινήτων, μεταξύ άλλων, με σκοπό την άντληση οφέλους, ενώ οι δεύτερες συνίστανται σε συγκεντρώσεις κεφαλαίων προκειμένου να πραγματοποιηθούν πλέον ενδιαφέρουσες επενδύσεις από αυτές που θα πραγματοποιούνταν μεμονωμένα. Η διαφορά μεταξύ των οικείων υπηρεσιών έγκειται επίσης, κατά το τμήμα προσφυγών, στο γεγονός ότι οι «κτηματομεσιτικές υποθέσεις» είναι δραστηριότητες ασκούμενες γενικώς από μεσίτες ακινήτων ή αναδόχους ακινήτων, ενώ οι «επενδύσεις κεφαλαίων» είναι υπηρεσίες παρεχόμενες από τις τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
107
Προς στήριξη των αιτημάτων με σκοπό τη μερική ακύρωση και μεταρρύθμιση προσβαλλομένων αποφάσεων, καθόσον με τις αποφάσεις αυτές απορρίφθηκαν οι ανακοπές για τις υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων», η παρεμβαίνουσα διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι, αντιθέτως προς όσα δέχθηκε το τμήμα προσφυγών, μπορεί να υφίσταται συνάφεια μεταξύ των παρεχομένων στον χρηματοοικονομικό τομέα και των παρεχομένων στον τομέα των ακινήτων υπηρεσιών, διότι οι επενδύσεις κεφαλαίων σε ακίνητα δεν συνίστανται αποκλειστικώς στην έκδοση ή εξαγορά πιστοποιητικών συμμετοχής, αλλά και στην αγορά, διαχείριση και μεταπώληση ακινήτων, με τη διασφάλιση ότι υπάρχει ίδια προστιθέμενη αξία μέσω της αποκτήσεως της κυριότητας των ακινήτων ή της διαχειρίσεώς τους.
108
Το ΓΕΕΑ και η προσφεύγουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της παρεμβαίνουσας.
109
Πρώτον, όσον αφορά τη φύση, τον προορισμό και τη χρήση των οικείων υπηρεσιών, κρίθηκε ότι οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες δεν έχουν την ίδια φύση, τον ίδιο προορισμό ή την ίδια χρήση με τις κτηματομεσιτικές υπηρεσίες [βλ., συναφώς, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2013, T‑197/12, Metropolis Inmobiliarias y Restauraciones κατά ΓΕΕΑ — MIP Metro (METRO), σκέψη 42]. Η νομολογία αυτή ισχύει για τις υπηρεσίες τις οποίες αφορά η προκειμένη υπόθεση, καθόσον οι υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων» περιλαμβάνονται στη γενικότερη κατηγορία των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
110
Συγκεκριμένα, όπως ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών, οι υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» αφορούν, κατ’ ουσίαν, αρωγή και διαμεσολάβηση κατά τη χρονική στιγμή της αγοράς, πωλήσεως ή μισθώσεως ακινήτων. Μολονότι μπορεί να γίνει δεκτό, όπως κατ’ ουσίαν διατείνεται η παρεμβαίνουσα, ότι οι υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» είναι ευρύτερες της παροχής αρωγής στο πλαίσιο δικαιοπραξιών αγοράς ή μισθώσεως και καλύπτουν επίσης τη διαχείριση ή συντήρηση ενός ακινήτου, η φύση τους εντούτοις συνδέεται πάντοτε με το γεγονός ότι πρόκειται για υπηρεσία σχετική με ακίνητο. Αντιθέτως, οι υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων» έχουν χρηματοοικονομική φύση και συνίστανται σε παροχή συμβουλών ή μεσιτεία στο πλαίσιο επενδύσεως κεφαλαίου σε χρηματοπιστωτικό μέσο ή σε επενδυτική πράξη. Ανεξαρτήτως του είδους της επενδύσεως που επιλέγει τελικώς ο καταναλωτής για το κεφάλαιό του, όπως, μεταξύ άλλων, οι επενδύσεις κεφαλαίων σε ακίνητα, η παρεχόμενη υπηρεσία συναρτάται με υπηρεσία χρηματοοικονομικής φύσεως αφορώσα κινητή αξία. Το προβληθέν από την παρεμβαίνουσα γεγονός ότι η υπηρεσία «επενδύσεων κεφαλαίων» μπορεί να συνεπάγεται, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των υπηρεσιών που παρέχει η ίδια, τη μίσθωση, τη διοίκηση και τη συντήρηση των ακινήτων που αποτελούν την επένδυση κεφαλαίων, όπερ συμβάλλει στη διασφάλιση της αποδόσεώς τους, δεν μεταβάλλει τη χρηματοοικονομική φύση της σχετικής με επένδυση συμβουλής ή της πράξεως επενδύσεως.
111
Επομένως, οι υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» και «επενδύσεων κεφαλαίων» δεν είναι παρεμφερείς όσον αφορά τη φύση τους.
112
Ομοίως, όσον αφορά τον προορισμό και τη χρήση των οικείων υπηρεσιών, επισημαίνεται ότι ο κύριος σκοπός των υπηρεσιών «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» για τον καταναλωτή συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην απόκτηση, πώληση ή μίσθωση ακινήτου αναλόγως των αναγκών και απαιτήσεών του, μεταξύ άλλων, προκειμένου να αντλήσει όφελος. Αντιθέτως, ο σκοπός των υπηρεσιών «επενδύσεων κεφαλαίων» είναι η αύξηση της αποδόσεως του επενδυθέντος σε χρηματοοικονομικό μέσο κεφαλαίου. Επομένως, μολονότι αμφότερες οι υπηρεσίες μπορούν να αφορούν την επένδυση κεφαλαίου, μεταξύ άλλων, αν ο πελάτης εξετάζει την απόκτηση ακινήτου με σκοπό την άντληση οφέλους, ο προορισμός υπηρεσίας «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» σχετίζεται πάντοτε με μεταβίβαση της κυριότητας ή της κατοχής ενός ακινήτου, και όχι με την πρόθεση του αγοραστή να αποκτήσει υπεραξία επί αποκτηθέντος ακινήτου.
113
Περαιτέρω, ακόμα και αν, όπως πράττει η παρεμβαίνουσα, συγκριθούν οι υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» με τις υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων σε ακίνητα», διαπιστώνεται ότι ο ενδιάμεσος χρηματοπιστωτικός φορέας, ο οποίος πραγματοποιεί επενδύσεις κεφαλαίων, προσφέρει στον πελάτη του το επενδυτικό κεφάλαιο ως χρηματοπιστωτικό μέσο επενδύσεως και όχι το ακίνητο που συνιστά το εν λόγω κεφάλαιο, όπως ορθώς ισχυρίζεται η προσφεύγουσα. Επομένως, είτε ο καταναλωτής, ως λήπτης των υπηρεσιών «κτηματομεσιτικών υποθέσεων», καθίσταται κύριος ενός ακινήτου είτε, ως λήπτης των υπηρεσιών «επενδύσεων κεφαλαίων», επενδύει σε μέσο χρηματοπιστωτικής φύσεως το οποίο αποτελείται από κεφάλαιο, μεταξύ άλλων σε ακίνητα, με μοναδικό σκοπό να αντλήσει όφελος από την εκ μέρους τρίτων διαχείριση της περιουσίας του.
114
Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» και «επενδύσεων κεφαλαίων» διαφέρουν επίσης ως προς τον εκ μέρους του καταναλωτή σκοπό ή χρήση και, ως εκ τούτου, δεν είναι παρεμφερείς λόγω του προορισμού τους.
115
Δεύτερον, όσον αφορά τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα των οικείων υπηρεσιών, ως εκ της φύσεώς τους, καθώς και ως εκ του προορισμού τους, προκύπτει ότι το ενδιαφερόμενο κοινό των υπηρεσιών «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» δεν είναι το ίδιο με το κοινό των υπηρεσιών «επενδύσεων κεφαλαίων». Συνεπώς, οι επίμαχες υπηρεσίες δεν μπορούν να υποκατασταθούν ευθέως μεταξύ τους, ούτε να εναλλαχθούν, και δεν μπορούν να είναι ανταγωνιστικές [απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 22ας Ιανουαρίου 2009, T-316/07, Commercy κατά ΓΕΕΑ - easyGroup IP Licensing (easyHotel), Συλλογή 2009, σ. II-43, σκέψη 56].
116
Τρίτον, οι οικείες υπηρεσίες δεν είναι ούτε συμπληρωματικές. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» συνεπάγονται, κυρίως ή επικουρικώς, χρηματοπιστωτική πράξη, όπως τραπεζικό δάνειο ή καταβολή της τιμής πωλήσεως μέσω τραπεζικού εμβάσματος, οι συνδεόμενες με τις πράξεις αυτές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες δεν είναι απαραίτητες ή σημαντικές για τη χρήση των σχετικών με ακίνητα υπηρεσιών σε τέτοιο βαθμό που οι καταναλωτές να αποδίδουν την ευθύνη των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και των σχετικών με ακίνητα υπηρεσιών στην ίδια επιχείρηση (απόφαση METRO, σκέψη 109 ανωτέρω, σκέψη 50).
117
Τέταρτον, κατά το τμήμα προσφυγών, η ανομοιότητα μεταξύ των επίμαχων υπηρεσιών έγκειται επίσης στη διαφορά όσον αφορά τον παρέχοντα τις εν λόγω υπηρεσίες. Οι «κτηματομεσιτικές υποθέσεις» είναι δραστηριότητες γενικώς ασκούμενες από μεσίτες ή αναδόχους ακινήτων, ενώ οι «επενδύσεις κεφαλαίων» είναι υπηρεσίες παρεχόμενες από τις τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
118
Η εκτίμηση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή. Πάντως, στη σημερινή πραγματικότητα του τομέα των υπηρεσιών τις οποίες παρέχουν οργανισμοί όπως οι τράπεζες, παρατηρείται η τάση οι οργανισμοί αυτοί να διευρύνουν τις δραστηριότητές τους σε παρακείμενες αγορές. Επομένως, δεν αποκλείεται, όπως δέχθηκε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Ιανουαρίου 2014, το ίδιο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα διεθνούς κύρους, ή επιχειρήσεις που συνδέονται οικονομικώς μαζί του, να προτείνουν υπηρεσίες διαφορετικής φύσεως, αλλά εμπίπτουσες σε γειτονικές αγορές, μεταξύ άλλων, στην αγορά των κτηματομεσιτικών υπηρεσιών. Ομοίως, το ΓΕΕΑ δέχθηκε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, όπως σε περίοδο οικονομικής κρίσης, οι τράπεζες μπορεί να κληθούν να ασκήσουν ορισμένες δραστηριότητες στον τομέα των κτηματομεσιτικών υπηρεσιών. Πάντως, για να ληφθούν υπόψη τέτοιου είδους στοιχεία στο πλαίσιο της εξετάσεως της ομοιότητας των οικείων υπηρεσιών, πρέπει να αποδειχθεί ότι πρόκειται για γενικευμένη τάση στον τομέα των υπηρεσιών «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» και οι καταναλωτές θεωρούν σύνηθες το ότι οι υπηρεσίες αυτές προτείνονται επίσης από τα τραπεζικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα [βλ., συναφώς, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2007, T-150/04, Mülhens κατά ΓΕΕΑ - Minoronzoni (TOSCA BLU), Συλλογή 2007, σ. II-2353, σκέψη 37], όπερ η παρεμβαίνουσα ούτε διατείνεται ούτε αποδεικνύει.
119
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» και οι υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων» διαφέρουν ως εκ της φύσεώς τους, του προορισμού τους και της χρήσεώς τους. Περαιτέρω, δεν έχουν ευθέως ανταγωνιστικό ούτε συμπληρωματικό χαρακτήρα, και δεν διαθέτουν, κατ’ αρχήν, ίδιους διαύλους διανομής. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως έκρινε και το τμήμα προσφυγών, ότι οι υπηρεσίες «κτηματομεσιτικών υποθέσεων» και οι υπηρεσίες «επενδύσεων κεφαλαίων» δεν είναι παρεμφερείς.
120
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος τον οποίο προβάλλει η παρεμβαίνουσα προς στήριξη των αιτήσεων μερικής ακυρώσεως και μεταρρυθμίσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων.
121
Επομένως, τόσο οι προσφυγές όσο και οι αιτήσεις τις οποίες είχε υποβάλει η παρεμβαίνουσα δυνάμει του άρθρου 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας πρέπει επίσης να απορριφθούν στο σύνολό τους.
Επί των δικαστικών εξόδων
122
Με την αναιρετική απόφαση, σκέψη 23 ανωτέρω, το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα. Επομένως, εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί, με την παρούσα απόφαση, επί του συνόλου των εξόδων όλων των διαδικασιών, σύμφωνα με το άρθρο 121 του Κανονισμού Διαδικασίας.
123
Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Εντούτοις, κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
124
Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν προέβαλε αιτήματα επί των δικαστικών εξόδων στο πλαίσιο της προγενέστερης της αναιρέσεως διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Ζήτησε, κατά την αναιρετική διαδικασία και με τις παρατηρήσεις που είχε υποβάλει στο πλαίσιο της κατόπιν της αναπομπής διαδικασίας, να καταδικαστεί η παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα. Το ΓΕΕΑ αποφάνθηκε στα υπομνήματα αντικρούσεως στο πλαίσιο της προγενέστερης της αναιρέσεως διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και κατά την αναιρετική διαδικασία, να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα. Αντιθέτως, η παρεμβαίνουσα δεν προέβαλε αιτήματα επί των δικαστικών εξόδων.
125
Υπό τις περιστάσεις αυτές, και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα ηττήθηκαν ως προς ορισμένα αιτήματά τους, πρέπει η προσφεύγουσα να φέρει, εκτός από τα δικαστικά έξοδά της, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το ΓΕΕΑ, σύμφωνα με τα αιτήματά του. Η παρεμβαίνουσα φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει τις προσφυγές.
2)
Απορρίπτει τις αιτήσεις ακυρώσεως και μεταρρυθμίσεως τις οποίες υπέβαλε η Union Investment Privatfonds GmbH.
3)
Καταδικάζει την UniCredit SpA στα δικαστικά έξοδα, πλην των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Union Investment Privatfonds.
4)
Η Union Investment Privatfonds φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Kanninen
Pelikánová
Buttigieg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Νοεμβρίου 2014.
(υπογραφές)
Περιεχόμενα
Ιστορικό της διαφοράς
Διαδικασίες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου
Τα αιτήματα που προέβαλαν οι διάδικοι κατόπιν της αναπομπής
Σκεπτικό
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
2. Επί του παραδεκτού ορισμένων παραρτημάτων των δικογράφων των προσφυγών
3. Επί της ουσίας
Επί του λόγου που προβάλλει η προσφεύγουσα, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94
Επί του ενδιαφερομένου κοινού
Επί της συγκρίσεως των υπηρεσιών
Επί της συγκρίσεως των σημείων
Επί του κινδύνου συγχύσεως
– Επί της αποδείξεως της χρήσεως των προγενέστερων σημάτων που ανήκουν στη σειρά ή οικογένεια σημάτων
– Επί της δυνατότητας των σημάτων των οποίων ζητείται η καταχώριση να συσχετισθούν με τη σειρά των προγενέστερων σημάτων
Επί του προβληθέντος από την παρεμβαίνουσα λόγου, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94
Επί των δικαστικών εξόδων
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy