Υπόθεση T-308/06
Buffalo Milke Automotive Polishing Products, Inc.
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού εικονιστικού σήματος BUFFALO MILKE Automotive Polishing Products – Προγενέστερο εθνικό εικονιστικό σήμα BÚFALO – Προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών – Εξουσία εκτιμήσεως δυνάμει του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 [νυν άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού (EΚ) 207/2009] – Ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος – Άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 42, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009)»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινοτικό σήμα – Δικονομικές διατάξεις – Διαδικασία ανακοπής – Πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία που δεν υποβλήθηκαν στην κρίση του τμήματος ανακοπών εντός της σχετικής προθεσμίας – Συνεκτίμησή τους – Διακριτική ευχέρεια του τμήματος προσφυγών – Απουσία αντίθετης διατάξεως
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 74 § 2· κανονισμός 2868/95 της Επιτροπής, άρθρο 1, κανόνας 22 § 2)
2. Κοινοτικό σήμα – Δικονομικές διατάξεις – Διαδικασία ανακοπής – Πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία που δεν υποβλήθηκαν στην κρίση του τμήματος ανακοπών εντός της σχετικής προθεσμίας – Συνεκτίμησή τους – Προϋποθέσεις – Νέο στοιχείο
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 74 § 2· κανονισμός 2868/95 της Επιτροπής, άρθρο 1, κανόνας 22 § 2)
3. Κοινοτικό σήμα – Παρατηρήσεις τρίτων και ανακοπή – Εξέταση της ανακοπής – Απόδειξη της χρήσεως του προγενέστερου σήματος – Ουσιαστική χρήση – Έννοια – Κριτήρια εκτιμήσεως
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 43 §§ 2 και 3)
1. Από το γράμμα του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, προκύπτει ότι οι διάδικοι εξακολουθούν κατά κανόνα και ελλείψει αντίθετης διατάξεως να έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν πραγματικά περιστατικά και να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ακόμη και μετά τη λήξη των προθεσμιών που τάσσουν προς τούτο οι διατάξεις του κανονισμού 40/94, και ότι ουδόλως απαγορεύεται στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία εκπροθέσμως υποβληθέντα.
Εντούτοις, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει εξίσου σαφώς ότι η εκπρόθεσμη επίκληση πραγματικών περιστατικών ή προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων δεν συνεπάγεται ότι ο διάδικος που προβαίνει σε αυτή μπορεί να αξιώσει από το ΓΕΕΑ να συνεκτιμήσει τα εν λόγω περιστατικά ή στοιχεία. Η εκ μέρους του ΓΕΕΑ συνεκτίμηση των εν λόγω στοιχείων, όταν αυτό καλείται να αποφανθεί στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής, μπορεί ειδικότερα να δικαιολογηθεί οσάκις, αφενός, τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν εκπροθέσμως μπορούν, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθούν ως πραγματικά κρίσιμα για την έκβαση της ασκηθείσας ενώπιόν του ανακοπής και, αφετέρου, το στάδιο της διαδικασίας στο οποίο προσκομίζονται τα στοιχεία αυτά και οι περιστάσεις υπό τις οποίες προσκομίζονται δεν αποκλείουν μια τέτοια συνεκτίμηση.
Η δυνατότητα των διαδίκων της ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασίας να επικαλεστούν πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία μετά την παρέλευση των ταχθεισών προς τούτο προθεσμιών δεν είναι απαλλαγμένη αιρέσεων, αλλά εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι δεν προβλέπεται αντίθετη διάταξη. Από τη συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής εξαρτάται η εκ μέρους του ΓΕΕΑ άσκηση της εξουσίας του να συνεκτιμήσει τα εκπροθέσμως υποβληθέντα πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία, την οποία του έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94.
Ωστόσο, χρησιμοποιώντας τη φράση «[ελλείψει] αντίθετης διατάξεως», όταν πρόκειται περί διατάξεων δυνάμενων να περιορίσουν την εξουσία εκτιμήσεως που απονέμει στο ΓΕΕΑ το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, το Δικαστήριο δεν προσδιόρισε σαφώς, με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, C‑29/05 P, ΓΕΕΑ κατά Kaul, τις διατάξεις του κανονισμού 40/94 περί των οποίων επρόκειτο. Το Δικαστήριο δεν διευκρίνισε ομοίως αν η φράση αυτή αφορούσε επίσης τον κανονισμό 2868/95 και, ειδικότερα, τον κανόνα 22, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95.
Επισημαίνεται ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός 2868/95 εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 140 του κανονισμού 40/94, οι διατάξεις του πρέπει να ερμηνευθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου αυτού κανονισμού.
Συνεπώς, το να γίνει δεκτό, βάσει του κανόνα 22, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95, ότι το τμήμα προσφυγών υποχρεούται να απορρίψει τα εκπροθέσμως προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, ισοδυναμεί με πρόταση ερμηνείας ενός κανόνα του εκτελεστικού κανονισμού κατά τρόπο αντίθετο προς το σαφές γράμμα του γενικού κανονισμού.
Επιπλέον, το να εξακολουθούν να μπορούν να γίνουν δεκτά συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία συνάδει με το πνεύμα της αποφάσεως ΓΕΕΑ κατά Kaul. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα να γίνουν δεκτά εκπροθέσμως προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δικαιολογείται βάσει των αρχών περί ασφάλειας δικαίου και ορθής απονομής της δικαιοσύνης, σύμφωνα με τις οποίες η επί της ουσίας εξέταση μιας ανακοπής πρέπει να είναι κατά τον μέγιστο δυνατό βαθμό πλήρης, προς αποφυγή του ενδεχομένου καταχωρίσεως σημάτων τα οποία είναι δυνατόν να κηρυχθούν άκυρα σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου, οι αρχές αυτές μπορούν να κατισχύουν της αρχής περί αποτελεσματικότητας της διαδικασίας που συνδέεται άμεσα με την ανάγκη τηρήσεως των προθεσμιών, εφόσον το δικαιολογούν οι περιστάσεις της υπό κρίση περιπτώσεως.
Συνεπώς, ο κανόνας 22, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «αντίθετη διάταξη» κατά την έννοια της αποφάσεως ΓΕΕΑ κατά Kaul.
(βλ. σκέψεις 22-24, 31-36)
2. Είναι βεβαίως γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, όπως εφαρμόστηκε με τον κανόνα 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95 περί της εφαρμογής του κανονισμού 40/94 ως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον κανονισμό 1041/2005, και νυν κανόνα 22, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, ορίζει ότι η μετά τη λήξη της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας προσκόμιση στοιχείων που αποδεικνύουν τη χρήση του προγενέστερου σήματος συνεπάγεται καταρχήν την απόρριψη της ανακοπής, χωρίς το ΓΕΕΑ να διαθέτει σχετικό περιθώριο εκτιμήσεως.
Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι ο κανόνας 22, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύεται η συνεκτίμηση συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων σχετικών με την ύπαρξη νέων στοιχείων, ακόμη και αν προσκομισθούν μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας.
Ως εκ τούτου, ακόμη και αν η αποδοχή εκπροθέσμως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων σχετικών με τη χρήση του σήματος εξαρτηθεί από την εμφάνιση «νέου στοιχείου», εν προκειμένω υφίστανται σαφώς βάσιμοι λόγοι υπέρ της αποδοχής των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, όταν το «νέο στοιχείο», όπως προβλέπεται στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2007, T-86/05, CORPO livre, συνίσταται στην απόφαση του τμήματος ανακοπών. Στις περιπτώσεις στις οποίες ο ανακόπτων προσκομίζει εξαρχής και εντός της ταχθείσας προθεσμίας ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία, κρίνοντας με καλή πίστη ότι αρκούν για την απόδειξη των ισχυρισμών της, και πληροφορείται για πρώτη φορά με την απόφαση του τμήματος ανακοπής ότι τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δεν κρίθηκαν επαρκή, δεν υφίσταται κανένας βάσιμος λόγος που να τον εμποδίζει να ενισχύσει ή να διευκρινίσει το περιεχόμενο των αρχικώς προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων διά της προσκομίσεως συμπληρωματικών στοιχείων, οσάκις ζητεί από το τμήμα προσφυγών νέα πλήρη εξέταση της υποθέσεως.
Το επιχείρημα ότι οι ανακόπτοντες, που φέρουν το βάρος αποδείξεως και πρέπει να αντεπεξέλθουν σε αυτό, έχουν κατά κανόνα τη δυνατότητα να υποβάλουν από της ενάρξεως της διαδικασίας πλήρεις αποδείξεις από κοινού με τις παρατηρήσεις τους δεν είναι πειστικό. Σε κάθε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής αποδεικτικών στοιχείων, συντρέχει επίσης, εξ ορισμού, μη τήρηση της αρχικώς ταχθείσας προθεσμίας. Αν το γεγονός και μόνον της μη τηρήσεως της προθεσμίας αρκούσε για να αποκλεισθεί η δυνατότητα προσκομίσεως συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων, το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 δεν θα είχε ποτέ εφαρμογή και, ως εκ τούτου, θα καθίστατο άνευ αντικειμένου.
(βλ. σκέψεις 37-41)
3. Συντρέχει ουσιαστική χρήση ενός σήματος όταν αυτό χρησιμοποιείται κατά τρόπο σύμφωνο με τη βασική του λειτουργία, που συνίσταται στην ταυτοποίηση της προελεύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, προς διευκόλυνση ή διατήρηση της εμπορευσιμότητας των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών και όχι όταν αυτό χρησιμοποιείται συμβολικά προς τον σκοπό και μόνον της διατηρήσεως των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα. Συναφώς, η προϋπόθεση περί ουσιαστικής χρήσεως του σήματος απαιτεί το σήμα αυτό, όπως προστατεύεται στο οικείο γεωγραφικό έδαφος, να χρησιμοποιείται δημόσια και έναντι των τρίτων.
Κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως του σήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστατικών εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι έχει πράγματι γίνει ουσιαστική εμπορική εκμετάλλευση, ιδίως δε η χρήση του σήματος που θεωρείται δικαιολογημένη, στον οικείο οικονομικό τομέα, για τη διατήρηση ή κτήση μεριδίων αγοράς υπέρ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προστατεύει το σήμα, η φύση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, τα χαρακτηριστικά της αγοράς, η έκταση και η συχνότητα χρήσεως του σήματος.
Όσον αφορά την έκταση της χρήσεως του προγενέστερου σήματος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, αφενός, η εμπορική αξία του συνόλου των δηλωτικών της χρήσεως πράξεων και, αφετέρου, η διάρκεια της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι δηλωτικές της χρήσεως πράξεις, καθώς και η συχνότητα των πράξεων αυτών.
Το αν μια χρήση είναι επαρκής ποσοτικώς προκειμένου να διατηρηθεί ή να αποκτηθεί μερίδιο αγοράς για τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και από την κατά περίπτωση εκτίμηση στην οποία πρέπει να προβαίνει κάθε φορά το αρμόδιο δικαστήριο. Τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, η συχνότητα ή η κανονικότητα της χρήσεως του σήματος, το γεγονός ότι το σήμα χρησιμοποιείται για τη διάθεση στο εμπόριο του συνόλου των πανομοιότυπων προϊόντων ή υπηρεσιών της δικαιούχου επιχειρήσεως ή απλώς μερικών από αυτά, ή ακόμη τα αποδεικτικά στοιχεία που ο δικαιούχος μπορεί να προσκομίσει σχετικά με τη χρήση του σήματος συγκαταλέγονται μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να ληφθούν υπόψη.
Κατά την εξέταση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως προγενέστερου σήματος απαιτείται η σφαιρική εκτίμηση όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στην υπό εξέταση περίπτωση. Η εκτίμηση αυτή γίνεται με δεδομένο ότι υφίσταται αμφίδρομη σχέση μεταξύ των συνεκτιμώμενων παραγόντων. Ειδικότερα, η μικρή ποσότητα προϊόντων που διατίθενται στην αγορά υπό το εν λόγω σήμα μπορεί να αντισταθμισθεί με τη μεγάλη συχνότητα ή τη μακροχρόνια συνεχή χρήση του σήματος αυτού και αντιστρόφως. Επιπλέον, ο πραγματοποιούμενος κύκλος εργασιών, καθώς και ο αριθμός των πωλήσεων των προϊόντων υπό το προγενέστερο σήμα, δεν πρέπει να εκτιμώνται ως απόλυτα μεγέθη, αλλά πρέπει να εξετάζονται σε σχέση με άλλους συναφείς παράγοντες, όπως ο όγκος της εμπορικής δραστηριότητας, οι δυνατότητες παραγωγής ή διαθέσεως στο εμπόριο ή ο βαθμός διαφοροποιήσεως των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως που εκμεταλλεύεται το σήμα, καθώς και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή υπηρεσιών στην οικεία αγορά. Για τον λόγο αυτόν, δεν είναι απαραίτητο η χρήση του προγενέστερου σήματος να είναι πάντα ποσοτικώς σημαντική προκειμένου να χαρακτηριστεί ουσιαστική.
Εξάλλου, η ουσιαστική χρήση ενός σήματος δεν αποδεικνύεται από πιθανότητες ή εικασίες, αλλά πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την αποτελεσματική και επαρκή χρήση του σήματος στην οικεία αγορά.
(βλ. σκέψεις 47-52)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 16ης Νοεμβρίου 2011 (*)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού εικονιστικού σήματος BUFFALO MILKE Automotive Polishing Products – Προγενέστερο εθνικό εικονιστικό σήμα BÚFALO – Προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών – Εξουσία εκτιμήσεως δυνάμει του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 [νυν άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού (EΚ) 207/2009] – Ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος – Άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 42, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009)»
Στην υπόθεση T‑308/06,
Buffalo Milke Automotive Polishing Products, Inc., με έδρα την Pleasanton, Καλιφόρνια (ΗΠΑ), εκπροσωπούμενη από τους F. de Visscher, E. Cornu και D. Moreau, avocats,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τον D. Botis,
καθού,
αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:
Werner & Mertz GmbH, με έδρα τη Mayence (Γερμανία), εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους M. Thewes και V. Wiot και ακολούθως από τους Μ. Thewes και P. Reuter, avocats,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του δευτέρου τμήματος του ΓΕΕΑ της 8ης Σεπτεμβρίου 2006 (υπόθεση R 1094/2005-2), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Werner & Mertz GmbH και της Buffalo Milke Automotive Polishing Products, Inc.,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους N. J. Forwood, πρόεδρο, J. Schwarcz και A. Popescu (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Νοεμβρίου 2006,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του ΓΕΕΑ που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 2007,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Μαρτίου 2007,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα απαντήσεως της προσφεύγουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Ιουλίου 2007,
κατόπιν της συνεδριάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2011, στην οποία δεν μετέσχε κανένας από τους διαδίκους,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Στις 20 Φεβρουαρίου 2001 η προσφεύγουσα Buffalo Milke Automotive Polishing Products, Inc. υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1)].
2 Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το ακόλουθο εικονιστικό σημείο:
3 Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος υπάγονται στις κλάσεις 3, 18 και 25 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:
– κλάση 3: «Κηροί, κρέμες στιλβώματος, παρασκευάσματα καθαρισμού, κρέμες για δερμάτινα είδη, προϊόντα περιποιήσεως του δέρματος, παρασκευάσματα για το πλύσιμο»·
– κλάση 18: «Τσάντες χειρός»·
– κλάση 25: «Ενδύματα, περιλαμβανομένων των τι-σερτ, πάνες».
4 Η αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 27/2002 της 8ης Απριλίου 2002.
5 Στις 25 Ιουνίου 2002 η παρεμβαίνουσα Werner & Mertz GmbH άσκησε ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος δυνάμει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009).
6 Η ανακοπή στηριζόταν στο ακόλουθο γερμανικό εικονιστικό σήμα:
7 Το σήμα αυτό καταχωρίστηκε στις 15 Ιουλίου 1994 με αριθμό 2 079 354 για προϊόντα που υπάγονται στην κλάση 3 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Παρασκευάσματα για πλύση και λεύκανση· παρασκευάσματα για καθαρισμό, στίλβωση, αφαίρεση λίπους και απόξεση· παρασκευάσματα για το πλύσιμο, τον καθαρισμό και την περιποίηση αντικειμένων από δέρμα, πλαστικό και ύφασμα, ιδίως υποδημάτων· στίλβωμα, παρασκευάσματα για τον καθαρισμό και την περιποίηση των δαπέδων· παρασκευάσματα για τον καθαρισμό και την περιποίηση των χαλιών· πυρίμαχα υλικά και υφάσματα· προϊόντα αφαιρέσεως κηλίδων, απολυμαντικά για είδη υγιεινής».
8 Η ανακοπή αφορούσε τα καλυπτόμενα από την αίτηση καταχωρίσεως προϊόντα που υπάγονται στην κλάση 3, τα οποία, αφού περιορίστηκαν κατά την ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασία, αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Κηροί, κρέμες για στίλβωμα, παρασκευάσματα για καθαρισμό, κρέμες για δέρματα, προϊόντα για την προστασία δερμάτων, παρασκευάσματα για την πλύση, όλα τα είδη για την περιποίηση αυτοκινήτων».
9 Προς στήριξη της ανακοπής προβλήθηκε ο λόγος που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 207/2009).
10 Στις 15 Ιουλίου 2005 το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της, με την αιτιολογία ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας, δυνάμει του άρθρου 43 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 42 του κανονισμού 207/2009), δεν αρκούσαν για να αποδειχθεί ότι είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου εθνικού σήματος στη Γερμανία κατά τα πέντε έτη που προηγήθηκαν της δημοσιεύσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος. Το τμήμα ανακοπών έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία είχαν αποτελέσει αντικείμενο εσωτερικής επεξεργασίας από την παρεμβαίνουσα, ότι δεν αποδείκνυαν την ύπαρξη πραγματικής και ουσιαστικής διαθέσεως των εν λόγω προϊόντων στη σχετική αγορά και ότι, ως εκ τούτου, δεν παρείχαν ενδείξεις ως προς τη σπουδαιότητα της χρήσεως του προγενέστερου σήματος.
11 Στις 9 Σεπτεμβρίου 2005 η παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον του τμήματος προσφυγών προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
12 Στις 14 Νοεμβρίου 2005 η παρεμβαίνουσα προσκόμισε, με το παράρτημα του δικογράφου που περιελάμβανε τους λόγους ακυρώσεως, συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με τα πρωτοδίκως προσκομισθέντα. Τα νέα αυτά αποδεικτικά στοιχεία περιελάμβαναν εννέα τιμολόγια της περιόδου μεταξύ 20 Απριλίου 2001 και 18 Μαρτίου 2002.
13 Με απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2006 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το δεύτερο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ανακοπών και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιόν του.
14 Όσον αφορά, πρώτον, το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων που η παρεμβαίνουσα προσκόμισε για πρώτη φορά κατά το στάδιο της προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών και με τα οποία σκόπευε να αποδείξει ότι είχε κάνει χρήση του προγενέστερου σήματός της στη Γερμανία κατά την περίοδο μεταξύ 8 Απριλίου 1997 και 7 Απριλίου 2002, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα εννέα τιμολόγια αποτελούσαν συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία προς επιβεβαίωση ή επαλήθευση των εμπροθέσμως υποβληθέντων ενώπιον του τμήματος ανακοπών δικαιολογητικών και ότι υποβλήθηκαν παραδεκτώς.
15 Το τμήμα προσφυγών στήριξε την εκτίμησή του στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009), που αναγνωρίζει στο ΓΕΕΑ διακριτική ευχέρεια στο ζήτημα της συνεκτιμήσεως των εκπροθέσμως προβληθέντων πραγματικών περιστατικών και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, εξετάζοντας όλες τις κρίσιμες περιστάσεις της υποθέσεως.
16 Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα αν τα συμπληρωματικά αυτά στοιχεία ήταν ικανά να αποδείξουν ότι είχε γίνει χρήση του προγενέστερου σήματος κατά την έννοια του άρθρου 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009), το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα προσκομισθέντα στοιχεία αποδείκνυαν επαρκώς κατά νόμο τη χρήση του προγενέστερου σήματος για τα προϊόντα «κρέμες στιλβώματος» και «κρέμες για δερμάτινα είδη». Το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι τα στοιχεία αυτά επιβεβαίωναν και επαλήθευαν τις περιλαμβανόμενες στην κατάθεση και στους τιμοκαταλόγους πληροφορίες και ότι αντιστοιχούσαν στις εκθέσεις επί του κύκλου εργασιών.
Αιτήματα των διαδίκων
17 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
18 Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
19 Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει ένα και μοναδικό λόγο ακυρώσεως, αντλούμενο από παράβαση του άρθρου 43 του κανονισμού 40/94 και του κανόνα 22 του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού 40/94 (ΕΕ L 303, σ. 1). Ο λόγος ακυρώσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη.
Επί της συνεκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών
20 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών έκρινε παραδεκτά, κατά παράβαση του άρθρου 43 του κανονισμού 40/94 και του κανόνα 22 του κανονισμού 2868/95, τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν εκπροθέσμως για πρώτη φορά ενώπιόν της. Κατά την προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών έπρεπε να λάβει υπόψη τον εκπρόθεσμο χαρακτήρα της υποβολής των στοιχείων αυτών και τις περιστάσεις υπό τις οποίες προσκομίσθηκαν, πριν τα απορρίψει.
21 Οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που η παρεμβαίνουσα προσκόμισε στις 14 Νοεμβρίου 2005 με το δικόγραφο στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι ακυρώσεως προς στήριξη των πρωτοδίκως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δεν προσκομίσθηκαν εμπροθέσμως, όπως δέχθηκε επίσης κατ’ ουσίαν το τμήμα προσφυγών με τα σημεία 19 και 20 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι διάδικοι διαφωνούν, αντιθέτως, ως προς το κατά πόσον το ΓΕΕΑ μπορεί να λάβει υπόψη τα εν λόγω έγγραφα.
22 Συναφώς, από το γράμμα του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 προκύπτει ότι οι διάδικοι εξακολουθούν κατά κανόνα και ελλείψει αντίθετης διατάξεως να έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν πραγματικά περιστατικά και να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ακόμη και μετά τη λήξη των προθεσμιών που τάσσουν προς τούτο οι διατάξεις του κανονισμού 40/94, και ότι ουδόλως απαγορεύεται στο ΓΕΕΑ να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία εκπροθέσμως υποβληθέντα (απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 2007, C‑29/05 P, ΓΕΕΑ κατά Kaul, Συλλογή 2007, σ. I‑2213, σκέψη 42).
23 Εντούτοις, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει εξίσου σαφώς ότι η εκπρόθεσμη επίκληση πραγματικών περιστατικών ή προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων δεν συνεπάγεται ότι ο διάδικος που προβαίνει σε αυτή μπορεί να αξιώσει από το ΓΕΕΑ να συνεκτιμήσει τα εν λόγω περιστατικά ή στοιχεία (προαναφερθείσα απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 43).
24 Η εκ μέρους του ΓΕΕΑ συνεκτίμηση των εν λόγω στοιχείων, όταν αυτό καλείται να αποφανθεί στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής, μπορεί ειδικότερα να δικαιολογηθεί οσάκις, αφενός, τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν εκπροθέσμως μπορούν, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθούν ως πραγματικά κρίσιμα για την έκβαση της ασκηθείσας ενώπιόν του ανακοπής και, αφετέρου, το στάδιο της διαδικασίας στο οποίο προσκομίζονται τα στοιχεία αυτά και οι περιστάσεις υπό τις οποίες προσκομίζονται δεν αποκλείουν μια τέτοια συνεκτίμηση (προαναφερθείσα απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 44).
25 Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί ευθύς εξαρχής το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η προαναφερθείσα απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, καθόσον, στην υπόθεση εκείνη, τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αφορούσαν την ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος. Συγκεκριμένα, αρκεί η επισήμανση ότι, στην προαναφερθείσα απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, το Δικαστήριο έδωσε στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 ερμηνεία η οποία, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση της εκπρόθεσμης υποβολής αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν τη βασιμότητα της πράξεως, αλλά παρέχει στο ΓΕΕΑ τη δυνατότητα να συνεκτιμήσει κάθε είδους εκπροθέσμως υποβληθέν πραγματικό περιστατικό ή αποδεικτικό στοιχείο. Εξάλλου, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε προσφάτως την εφαρμογή της εκ μέρους του ερμηνείας του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 και στις περιπτώσεις εκπρόθεσμης υποβολής αποδεικτικών στοιχείων περί της ουσιαστικής χρήσεως προγενέστερου σήματος (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 2011, C‑308/10 P, Union Investment Privatfonds κατά ΓΕΕΑ, που δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 40 έως 45).
26 Όσον αφορά τις λεπτομέρειες ασκήσεως από το ΓΕΕΑ της προαναφερθείσας εξουσίας εκτιμήσεως, πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ρητώς ότι διέθετε την απαιτούμενη εξουσία εκτιμήσεως κατά την έννοια του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, επισημαίνοντας, με το σημείο 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι «στο [ΓΕΕΑ] απ[έκειτο] να αποφασίσει, κατά διακριτική ευχέρεια, αν κατά την εξέταση των κρίσιμων για την υπόθεση περιστάσεων θα λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν εκπροθέσμως στην κρίση του».
27 Δεύτερον, η αιτιολογία που παρέσχε το τμήμα προσφυγών δικαιολογεί την απόφασή του να δεχθεί, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν για πρώτη φορά ενώπιόν του. Συγκεκριμένα, το τμήμα προσφυγών επισημαίνει, με το σημείο 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι από την απόφαση του τμήματος ανακοπών προκύπτει ότι η παρεμβαίνουσα δεν είχε υποβάλει μεμονωμένα αποδεικτικά στοιχεία επί των πραγματικών πωλήσεών της τα οποία να επιβεβαιώνουν ή να επαληθεύουν τα στοιχεία που είχε επεξεργαστεί στο εσωτερικό της και τα οποία αφορούν τη σπουδαιότητα της χρήσεως του προγενέστερου σήματος. Συνεπώς, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι είχε εξουσία εκτιμήσεως και ότι δικαιολογημένα δέχθηκε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν με το υπόμνημα στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι ακυρώσεως και που επιβεβαιώνουν ή επαληθεύουν τα εμπροθέσμως υποβληθέντα ενώπιον του τμήματος ανακοπών δικαιολογητικά.
28 Τρίτον, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών ασχολήθηκε ρητώς με το ζήτημα της επιρροής που ασκούν τα εννέα τιμολόγια στην έκβαση της διαδικασίας και αποφάσισε να τις δεχθεί, καθόσον επρόκειτο περί συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων τα οποία παρείχαν διευκρινίσεις επί ζητημάτων σχετικών με τη σπουδαιότητα της χρήσεως, ήτοι ζητημάτων για τα οποία είχαν ήδη προσκομισθεί αποδεικτικά στοιχεία πρωτοδίκως. Πρέπει να τονιστεί εξάλλου ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών, όπως και το ΓΕΕΑ, δεν περιορίστηκε στην εκ πρώτης όψεως εξέταση της κρισιμότητας των υποβληθέντων στοιχείων, όπως απαιτεί το Δικαστήριο, αλλά προέβη σε πλήρη εξέτασή τους, από την οποία προέκυψε ότι τα νέα στοιχεία πράγματι μετέβαλλαν την έκβαση της διαδικασίας, όπως πιστοποιούν τα σημεία 26 έως 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
29 Τέταρτον, όσον αφορά τις «λοιπές» περιστάσεις που μπορούν να αποκλείσουν τη συνεκτίμηση των εκπροθέσμως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, πρέπει να τονιστεί ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η παρεμβαίνουσα είχε την πρόθεση να παρατείνει καταχρηστικώς τη διαδικασία, ή ότι είχε επιδείξει αμέλεια κατά την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων στην πρωτοβάθμια διαδικασία.
30 Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το στάδιο της διαδικασίας στο οποίο πραγματοποιήθηκε η εκπρόθεσμη προσκόμιση των αποδεικτικών στοιχείων αποτελεί γεγονός το οποίο δεν συνηγορεί υπέρ της συνεκτιμήσεώς τους, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί επίσης να ευδοκιμήσει. Εν προκειμένω, η παρεμβαίνουσα είχε, κατόπιν της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών, τη δυνατότητα να προσκομίσει συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της προσφυγής της, το δε τμήμα προσφυγών είχε τη διακριτική ευχέρεια να δεχθεί τα στοιχεία αυτά. Το τμήμα προσφυγών τα έλαβε υπόψη, η δε καθυστέρηση στη διαδικασία που επικαλείται η προσφεύγουσα είναι στην πραγματικότητα η συνήθης εξέλιξη της διαδικασίας κατά την οποία είναι δυνατόν το τμήμα προσφυγών να κληθεί να ακυρώσει την απόφαση του τμήματος ανακοπών.
31 Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα αν μια διάταξη της ρυθμίσεως απέκλειε την παραδεκτή προσκόμιση νέων αποδεικτικών στοιχείων κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας, υπενθυμίζεται ότι η δυνατότητα των διαδίκων της ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασίας να επικαλεστούν πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία μετά την παρέλευση των ταχθεισών προς τούτο προθεσμιών δεν είναι απαλλαγμένη αιρέσεων, αλλά εξαρτάται, όπως προκύπτει από τη σκέψη 42 της προαναφερθείσας αποφάσεως ΓΕΕΑ κατά Kaul, από την προϋπόθεση ότι δεν προβλέπεται αντίθετη διάταξη. Από τη συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής εξαρτάται η εκ μέρους του ΓΕΕΑ άσκηση της εξουσίας του να συνεκτιμήσει τα εκπροθέσμως υποβληθέντα πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία, την οποία του έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 [απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 2007, T‑86/05, K & L Ruppert Stiftung κατά ΓΕΕΑ – Lopes de Almeida Cunha κ.λπ. (CORPO livre), Συλλογή 2007, σ. II‑4923, σκέψη 47].
32 Ωστόσο, χρησιμοποιώντας τη φράση «[ελλείψει] αντίθετης διατάξεως» προκειμένου περί διατάξεων δυνάμενων να περιορίσουν την εξουσία εκτιμήσεως που απονέμει στο ΓΕΕΑ το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, το Δικαστήριο δεν προσδιόρισε σαφώς, με την προαναφερθείσα απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, τις διατάξεις του κανονισμού 40/94 περί των οποίων επρόκειτο. Το Δικαστήριο δεν διευκρίνισε ομοίως αν η φράση αυτή αφορούσε επίσης τον κανονισμό 2868/95 και, ειδικότερα, τον κανόνα 22, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95.
33 Επισημαίνεται ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός 2868/95 εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 140 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 145 του κανονισμού 207/2009), οι διατάξεις του πρέπει να ερμηνευθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου αυτού κανονισμού [απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 2009, T‑191/07, Anheuser-Busch κατά ΓΕΕΑ – Budějovický Budvar (BUDWEISER), Συλλογή 2009, σ. II‑691, σκέψη 73].
34 Συνεπώς, εν προκειμένω, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ότι το τμήμα προσφυγών είχε υποχρέωση, βάσει του κανόνα 22, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95, να απορρίψει τα εκπροθέσμως προσκομισθέντα από την παρεμβαίνουσα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, ισοδυναμούν με πρόταση ερμηνείας ενός κανόνα του εκτελεστικού κανονισμού κατά τρόπο αντίθετο προς το σαφές γράμμα του γενικού κανονισμού (βλ. προαναφερθείσα απόφαση BUDWEISER, σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35 Επιπλέον, το να εξακολουθούν να μπορούν να γίνουν δεκτά συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία συνάδει με το πνεύμα της προαναφερθείσας αποφάσεως ΓΕΕΑ κατά Kaul. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα να γίνουν δεκτά εκπροθέσμως προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δικαιολογείται βάσει των αρχών περί ασφάλειας δικαίου και ορθής απονομής της δικαιοσύνης, σύμφωνα με τις οποίες η επί της ουσίας εξέταση μιας ανακοπής πρέπει να είναι κατά τον μέγιστο δυνατό βαθμό πλήρης, προς αποφυγή του ενδεχομένου καταχωρίσεως σημάτων τα οποία είναι δυνατόν να κηρυχθούν άκυρα σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου, οι αρχές αυτές μπορούν να κατισχύουν της αρχής περί αποτελεσματικότητας της διαδικασίας που συνδέεται άμεσα με την ανάγκη τηρήσεως των προθεσμιών, εφόσον το δικαιολογούν οι περιστάσεις της υπό κρίση περιπτώσεως.
36 Συνεπώς, ο κανόνας 22, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «αντίθετη διάταξη» κατά την έννοια της προαναφερθείσας αποφάσεως ΓΕΕΑ κατά Kaul.
37 Είναι βεβαίως γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρο 42, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 207/2009), όπως εφαρμόστηκε με τον κανόνα 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 2868/95, ως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον κανονισμό (ΕΚ) 1041/2005 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2005 (ΕΕ L 172, σ. 4), και νυν κανόνα 22, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, ορίζει ότι η μετά τη λήξη της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας προσκόμιση στοιχείων που αποδεικνύουν τη χρήση του προγενέστερου σήματος συνεπάγεται καταρχήν την απόρριψη της ανακοπής, χωρίς το ΓΕΕΑ να διαθέτει σχετικό περιθώριο εκτιμήσεως (προαναφερθείσα απόφαση CORPO livre, σκέψεις 48 και 49).
38 Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι ο κανόνας 22, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύεται η συνεκτίμηση συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων σχετικών με την ύπαρξη νέων στοιχείων, ακόμη και αν προσκομισθούν μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας (προαναφερθείσα απόφαση CORPO livre, σκέψη 50).
39 Ως εκ τούτου, ακόμη και αν η αποδοχή εκπροθέσμως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων σχετικών με τη χρήση του σήματος εξαρτηθεί από την εμφάνιση «νέου στοιχείου», εν προκειμένω υφίστανται σαφώς βάσιμοι λόγοι υπέρ της αποδοχής των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων.
40 Συγκεκριμένα, εν προκειμένω το «νέο στοιχείο», όπως προβλέπεται στην προαναφερθείσα απόφαση CORPO livre, συνίσταται στην απόφαση του τμήματος ανακοπών. Στις περιπτώσεις στις οποίες η ανακόπτουσα προσκομίζει εξαρχής και εντός της ταχθείσας προθεσμίας ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία, κρίνοντας με καλή πίστη ότι αρκούν για την απόδειξη των ισχυρισμών της, και πληροφορείται για πρώτη φορά με την απόφαση του τμήματος ανακοπής ότι τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δεν κρίθηκαν επαρκή, δεν υφίσταται κανένας βάσιμος λόγος που να την εμποδίζει να ενισχύσει ή να διευκρινίσει το περιεχόμενο των αρχικώς προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων διά της προσκομίσεως συμπληρωματικών στοιχείων, οσάκις ζητεί από το τμήμα προσφυγών νέα πλήρη εξέταση της υποθέσεως.
41 Το επιχείρημα ότι οι ανακόπτοντες, που φέρουν το βάρος αποδείξεως και πρέπει να ανταπεξέλθουν σε αυτό, έχουν κατά κανόνα τη δυνατότητα να υποβάλουν από της ενάρξεως της διαδικασίας πλήρεις αποδείξεις από κοινού με τις παρατηρήσεις τους δεν είναι πειστικό. Σε κάθε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής αποδεικτικών στοιχείων, συντρέχει επίσης, εξ ορισμού, μη τήρηση της αρχικώς ταχθείσας προθεσμίας. Αν το γεγονός και μόνον της μη τηρήσεως της προθεσμίας αρκούσε για να αποκλεισθεί η δυνατότητα προσκομίσεως συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων, το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 δεν θα είχε ποτέ εφαρμογή και, ως εκ τούτου, θα καθίστατο άνευ αντικειμένου.
42 Λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα δεν μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων περί της ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου σήματος που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του λόγου ακυρώσεως της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Επί της αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου σήματος
43 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών κακώς έκρινε ότι από το σύνολο των εγγράφων που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα προκύπτει ότι έγινε ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή της, τα εννέα τιμολόγια που υποβλήθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών, ακόμη και αν εξεταστούν σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύουν ότι έγινε ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος στο γερμανικό έδαφος κατά την κρίσιμη περίοδο.
44 Όπως απορρέει από την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 40/94, ο νομοθέτης έκρινε ότι η προστασία προγενέστερου σήματος δικαιολογείται μόνον εφόσον το σήμα αυτό πράγματι χρησιμοποιείται. Κατά την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 προβλέπει ότι ο αιτών την καταχώριση του κοινοτικού σήματος μπορεί να απαιτήσει την απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως του προγενεστέρου σήματος στο έδαφος εντός του οποίου το σήμα προστατευόταν κατά τα πέντε έτη που προηγήθηκαν της δημοσιεύσεως της αιτήσεως για την καταχώριση κοινοτικού σήματος, κατά της οποίας έχει ασκηθεί ανακοπή.
45 Δυνάμει του κανόνα 22, παράγραφος 3, του κανονισμού 2868/95, η απόδειξη της χρήσεως πρέπει να αφορά τον τόπο, τον χρόνο, την έκταση και τη φύση της χρήσεως του προγενέστερου σήματος [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Σεπτεμβρίου 2008, T‑325/06, Boston Scientific κατά ΓΕΕΑ – Terumo (CAPIO), σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
46 Κατά την ερμηνεία της έννοιας της ουσιαστικής χρήσεως, είναι σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η ratio legis της απαιτήσεως να έχει γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος, προκειμένου να μπορεί το στοιχείο αυτό να αντιταχθεί σε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, συνίσταται στον περιορισμό των συγκρούσεων μεταξύ δύο σημάτων, εφόσον δεν υφίσταται βάσιμος οικονομικός λόγος που να στηρίζεται στην πραγματική λειτουργία του σήματος στην αγορά [απόφαση του Tribunal της 12ης Μαρτίου 2003, T‑174/01, Goulbourn κατά ΓΕΕΑ – Redcats (Silk Cocoon), Συλλογή 2003, σ. II‑789, σκέψη 38]. Αντιθέτως, η εν λόγω διάταξη δεν αποσκοπεί ούτε στην εκτίμηση της εμπορικής επιτυχίας, ούτε στον έλεγχο της οικονομικής στρατηγικής μιας επιχειρήσεως, ούτε ακόμη στην προστασία μόνον των σημάτων που ανήκουν στις σημαντικές από απόψεως μεγέθους εμπορικές εκμεταλλεύσεις [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T‑203/02, Sunrider κατά ΓΕΕΑ – Espadafor Caba (VITAFRUIT), Συλλογή 2004, σ. II‑2811, σκέψη 38, και της 8ης Νοεμβρίου 2007, T‑169/06, Charlott κατά ΓΕΕΑ – Charlo (Charlott France Entre Luxe και Tradition), σκέψη 33].
47 Συντρέχει ουσιαστική χρήση ενός σήματος όταν αυτό χρησιμοποιείται κατά τρόπο σύμφωνο με τη βασική του λειτουργία, που συνίσταται στην ταυτοποίηση της προελεύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, προς διευκόλυνση ή διατήρηση της εμπορευσιμότητας των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών και όχι όταν αυτό χρησιμοποιείται συμβολικά προς τον σκοπό και μόνον της διατηρήσεως των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα. [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Μαΐου 2009, T‑183/08, Schuhpark Fascies κατά ΓΕΕΑ – Leder & Schuh (jello SCHUHPARK), σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Συναφώς, η προϋπόθεση περί ουσιαστικής χρήσεως του σήματος απαιτεί το σήμα αυτό, όπως προστατεύεται στο οικείο γεωγραφικό έδαφος, να χρησιμοποιείται δημόσια και έναντι των τρίτων (αποφάσεις Silk Cocoon, προαναφερθείσα, σκέψη 39· VITAFRUIT, προαναφερθείσα, σκέψη 39, και Charlott France Entre Luxe et Tradition, προαναφερθείσα, σκέψη 34).
48 Κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως του σήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των πραγματικών στοιχειών εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι έχει πράγματι γίνει ουσιαστική εμπορική εκμετάλλευση, ιδίως δε η χρήση του σήματος που ευλόγως θεωρείται, στον οικείο οικονομικό τομέα, ότι μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση ή κατάκτηση μεριδίων αγοράς υπέρ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προστατεύει το σήμα, η φύση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, τα χαρακτηριστικά της αγοράς, η έκταση και η συχνότητα χρήσεως του σήματος (προαναφερθείσα απόφαση BUDWEISER, σκέψη 101).
49 Όσον αφορά την έκταση της χρήσεως του προγενέστερου σήματος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, αφενός, η εμπορική αξία του συνόλου των δηλωτικών της χρήσεως πράξεων και, αφετέρου, η διάρκεια της περιόδου κατά την οποία οι δηλωτικές της χρήσεως πράξεις πραγματοποιήθηκαν, καθώς και η συχνότητα των πράξεων αυτών (προαναφερθείσα απόφαση BUDWEISER, σκέψη 102).
50 Το αν μία χρήση είναι επαρκής ποσοτικώς προκειμένου να διατηρηθεί ή να κατακτηθεί μερίδιο αγοράς για τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και από την κατά περίπτωση εκτίμηση στην οποία πρέπει να προβαίνει κάθε φορά το αρμόδιο δικαστήριο. Τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, η συχνότητα ή η κανονικότητα της χρήσεως του σήματος, το γεγονός ότι το σήμα χρησιμοποιείται για τη διάθεση στο εμπόριο του συνόλου των πανομοιότυπων προϊόντων ή υπηρεσιών της δικαιούχου επιχειρήσεως ή απλώς μερικών από αυτά, ή ακόμη τα αποδεικτικά στοιχεία που ο δικαιούχος μπορεί να προσκομίσει σχετικά με τη χρήση του σήματος συγκαταλέγονται μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να ληφθούν υπόψη (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 2006, C‑416/04 P, Sunrider κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2006, σ. I‑4237, σκέψη 71).
51 Κατά την εξέταση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως προγενέστερου σήματος απαιτείται η σφαιρική εκτίμηση όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στην υπό εξέταση περίπτωση (προαναφερθείσα απόφαση BUDWEISER, σκέψη 104). Η εκτίμηση αυτή γίνεται με δεδομένο ότι υφίσταται αμφίδρομη σχέση μεταξύ των συνεκτιμώμενων παραγόντων. Ειδικότερα, η μικρή ποσότητα προϊόντων που διατίθενται στην αγορά υπό το εν λόγω σήμα μπορεί να αντισταθμισθεί με τη μεγάλη συχνότητα ή τη μακροχρόνια συνεχή χρήση του σήματος αυτού και αντιστρόφως. Επιπλέον, ο πραγματοποιούμενος κύκλος εργασιών, καθώς και ο αριθμός των πωλήσεων των προϊόντων υπό το προγενέστερο σήμα, δεν πρέπει να εκτιμώνται ως απόλυτα μεγέθη, αλλά πρέπει να εξετάζονται σε σχέση με άλλους συναφείς παράγοντες, όπως ο όγκος της εμπορικής δραστηριότητας, οι δυνατότητες παραγωγής ή διαθέσεως στο εμπόριο ή ο βαθμός διαφοροποιήσεως των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως που εκμεταλλεύεται το σήμα, καθώς και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή υπηρεσιών στην οικεία αγορά. Για τον λόγο αυτόν, δεν είναι απαραίτητο η χρήση του προγενέστερου σήματος να είναι πάντα ποσοτικώς σημαντική προκειμένου να χαρακτηριστεί ουσιαστική (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαρτίου 2003, C‑40/01, Ansul, Συλλογή 2003, σ. I‑2439, σκέψη 39· διάταξη του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 2004, C‑259/02, La Mer Technology, Συλλογή 2004, σ. I‑1159, σκέψη 21).
52 Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε εξάλλου ότι η ουσιαστική χρήση ενός σήματος δεν αποδεικνύεται από πιθανότητες ή εικασίες, αλλά πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την αποτελεσματική και επαρκή χρήση του σήματος στην οικεία αγορά [απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2002, T‑39/01, Kabushiki Kaisha Fernandes κατά ΓΕΕΑ – Harrison (HIWATT), Συλλογή 2002, σ. II‑5233, σκέψη 47].
53 Ακριβώς υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να εξεταστεί αν ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η παρεμβαίνουσα είχε αποδείξει ότι έγινε ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος.
54 Πρέπει να τονιστεί ότι, δεδομένου ότι η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος δημοσιεύθηκε στις 8 Απριλίου 2002, η πενταετής περίοδος που προβλέπει το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 καλύπτει το διάστημα από τις 8 Απριλίου 1997 έως τις 7 Απριλίου 2002. Επιπλέον, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα στο τμήμα ανακοπών προς απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου σήματος στη Γερμανία είναι τα ακόλουθα:
– υπεύθυνη δήλωση του γενικού διευθυντή της παρεμβαίνουσας, της 3ης Δεκεμβρίου 2003·
– δύο διαφημιστικά έντυπα στα οποία περιγράφονται λεπτομερώς τα προϊόντα που πωλούνται υπό το εικονιστικό σημείο της παρεμβαίνουσας με μετάφραση των κρίσιμων αποσπασμάτων, κανένα από τα οποία δεν φέρει ημερομηνία·
– δύο συσκευασίες του προϊόντος με αναγραφόμενη την αγγλική μετάφραση, καμία από τις οποίες δεν φέρει ημερομηνία·
– δύο τιμοκατάλογοι εν μέρει μεταφρασμένοι στους οποίους αναγράφεται η φράση «ισχύουν από» και οι οποίοι φέρουν ημερομηνία 1η Απριλίου 2001 και 1η Ιανουαρίου 2000, αντιστοίχως·
– τρεις εκθέσεις επί του μηνιαίου κύκλου εργασιών για τα έτη 1997, 1998 και 1999·
– δύο εκθέσεις επί του κύκλου εργασιών για το 2003.
55 Όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών προς στήριξη των ήδη προσκομισθέντων πρωτοδίκως αποδεικτικών στοιχείων, πρόκειται για εννέα τιμολόγια της περιόδου από 20 Απριλίου 2001 έως 18 Μαρτίου 2002.
56 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η προσφεύγουσα διακρίνει μεταξύ των επιχειρημάτων που αφορούν τα υποβληθέντα ενώπιον του τμήματος ανακοπών στοιχεία και εκείνων που αφορούν την αποδεικτική ισχύ των στοιχείων που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
57 Όσον αφορά τα πρωτοδίκως προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι προδήλως δεν αρκούν για να αποδείξουν την ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος, αφενός, όσον αφορά την υπεύθυνη δήλωση, διότι προέρχεται από την παρεμβαίνουσα και, αφετέρου, όσον αφορά τα λοιπά έγγραφα, διότι κανένα από αυτά δεν περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο κανόνας 22, παράγραφος 3, του κανονισμού 2868/95, ήτοι πληροφορίες περί της διάρκειας, του τόπου, της σπουδαιότητας και της φύσεως της χρήσεως.
58 Όσον αφορά την υπεύθυνη δήλωση, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, για να εκτιμηθεί η αποδεικτική αξία «[γραπτών] ενόρκων βεβαιώσεων ή υπεύθυνων δηλώσεων ή δηλώσεων οι οποίες έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους στο οποίο συντάσσονται», κατά την έννοια του άρθρου 76, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 40/94 [νυν άρθρου 78, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 207/2009], πρέπει να ελέγχεται η ακρίβεια της περιεχόμενης στο έγγραφο αυτό πληροφορίας, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, της προελεύσεως του εγγράφου, των περιστάσεων υπό τις οποίες καταρτίστηκε και του αποδέκτη του, και να εξετάζεται αν το έγγραφο είναι, ως εκ του περιεχομένου του, λογικό και αξιόπιστο [βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 16ης Δεκεμβρίου 2008, T-86/07, Deichmann-Schuhe κατά ΓΕΕΑ – Design for Woman (DEITECH), σκέψη 47, και Schuhpark Fascies κατά ΓΕΕΑ – Leder & Schuh (jello SCHUHPARK), σκέψη 38].
59 Ως εκ τούτου, μολονότι, λαμβανομένων υπόψη των δεσμών που συνδέουν τον συντάκτη της δηλώσεως και την παρεμβαίνουσα, η δήλωση αυτή πρέπει να ενισχύεται από το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζει η παρεμβαίνουσα για να έχει αποδεικτική αξία, εντούτοις το γεγονός ότι η εν λόγω δήλωση προέρχεται από τον γενικό διευθυντή της παρεμβαίνουσας δεν της στερεί οποιαδήποτε αξία. Εξάλλου, όπως θα επισημανθεί ακολούθως, οι πληροφορίες που παρέχει η δήλωση επαληθεύονται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε το ΓΕΕΑ. Ως εκ τούτου, αυτό το επιχείρημα της προσφεύγουσας είναι απορριπτέο.
60 Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι κανένα από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία δεν περιέχει όλες τις απαιτούμενες από τον κανόνα 22, παράγραφος 3, του κανονισμού 2868/95 πληροφορίες, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως τόνισε και το ΓΕΕΑ, η μέθοδος την οποία εφάρμοσε η προσφεύγουσα για την ανάλυση των αποδείξεων, η οποία συνίσταται στην κατάτμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων σε διάφορα μέρη με σκοπό την απόρριψη της πλειονότητας αυτών ως αλυσιτελών, δεν συνάδει, αφενός, με την αρχή περί σφαιρικής εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων και, αφετέρου, με την εκτίμηση του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα απόφαση Ansul, κατά την οποία για την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των γεγονότων και περιστάσεων που μπορούν να αποδείξουν την ουσιαστική εμπορική εκμετάλλευσή του (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Ansul, σκέψη 38).
61 Εξάλλου, μολονότι ο κανόνας 22 του κανονισμού 2868/95 αναφέρεται στα σχετικά με τον τόπο, τη διάρκεια, τη σπουδαιότητα και τη φύση της χρήσεως στοιχεία και δίδει παραδείγματα παραδεκτών αποδεικτικών στοιχείων, όπως είναι οι συσκευασίες, οι ετικέτες, οι τιμοκατάλογοι, τα τιμολόγια, οι φωτογραφίες, οι αγγελίες σε εφημερίδες και οι γραπτές δηλώσεις, εντούτοις δεν αναφέρει σε κανένα σημείο ότι κάθε αποδεικτικό στοιχείο πρέπει οπωσδήποτε να περιέχει πληροφορίες για καθένα από τα τέσσερα στοιχεία που απαιτούνται για την απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως του σήματος, ήτοι για τον τόπο, τη διάρκεια, τη σπουδαιότητα και τη φύση της χρήσεως.
62 Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη διότι δεν αποδεικνύουν ταυτοχρόνως τη συνδρομή και των τεσσάρων απαιτούμενων προϋποθέσεων δεν μπορεί να τελεσφορήσει, κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι, εν προκειμένω, από τα διαφημιστικά έντυπα, τους τιμοκαταλόγους και τις δηλώσεις που έχουν υποβληθεί προκύπτει σαφώς ο τόπος, η διάρκεια και η φύση της χρήσεως, είτε άμεσα είτε έμμεσα.
63 Επισημαίνεται, συναφώς, ότι στα διαφημιστικά έντυπα και τις δύο συσκευασίες τα προϊόντα παρουσιάζονται στη γερμανική. Βεβαίως σε μία από τις συσκευασίες οι οδηγίες χρήσεως και η περιγραφή του προϊόντος δίδονται επίσης στη γαλλική και την αγγλική, τούτο όμως εξηγείται, όπως υποστηρίζει η παρεμβαίνουσα, από το γεγονός ότι τα επίμαχα προϊόντα επανεισήχθησαν από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εν πάση περιπτώσει, κατόπιν της λεπτομέρειας αυτής, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι επίμαχη αγορά είναι όντως η γερμανική. Οι τιμοκατάλογοι που καταρτίστηκαν σε γερμανικό μάρκο ή ευρώ ανά έτος συνηγορούν επίσης υπέρ της διαπιστώσεως αυτής, όπως εξάλλου και η βεβαίωση του γενικού διευθυντή της παρεμβαίνουσας περί του τόπου χρήσεως του σήματος. Το εικονιστικό σήμα, όπως καταχωρίστηκε, περιλαμβάνεται σε όλα τα διαφημιστικά έντυπα, στις συσκευασίες, καθώς και στους τιμοκαταλόγους. Από τις εκθέσεις επί του κύκλου εργασιών προκύπτει ότι όντως πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις. Υπέρ του στοιχείου αυτού συνηγορούν επιπλέον και τα τιμολόγια. Μολονότι ο όρος «bufalo» χρησιμοποιήθηκε σε σύντμηση σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι σαφές ότι πρόκειται για τον όρο «bufalo». Για παράδειγμα, σε ένα τιμολόγιο της 20ής Δεκεμβρίου 2001 αναγράφεται η φράση «buf. shoe polish schwarz 75 ml». Ο κωδικός του προϊόντος αυτού αναγράφεται και σε άλλο τιμολόγιο της ίδιας ημέρας και αντιστοιχεί στο προϊόν «bufalo shoe polish black 75ml». Συνεπώς, η φύση της χρήσεως αποδεικνύεται επαρκώς.
64 Αντιθέτως προς όσα υποστήριξε η προσφεύγουσα με το σημείο 76 του δικογράφου της προσφυγής της, η χρήση αποδείχθηκε μόνο για προϊόντα περιποιήσεως υποδημάτων. Από τα διαφημιστικά έντυπα προκύπτει ότι, πέραν των προϊόντων στιλβώματος, η παρεμβαίνουσα διέθετε στο εμπόριο μεταξύ άλλων σαπούνια, στα οποία αναγράφεται ρητώς ότι ενδείκνυνται για «όλα τα λεία δέρματα», έλαια για δέρματα και προϊόντα στα οποία απεικονίζονται μόνο δερμάτινα είδη ή ενδύματα, πράγμα που σημαίνει ότι τα προϊόντα BUFALO προορίζονται για τα εν λόγω είδη. Συνεπώς, το σχετικό επιχείρημα της προσφεύγουσας δεν είναι βάσιμο και πρέπει να απορριφθεί.
65 Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι τα έγγραφα που δεν φέρουν ημερομηνία ή φέρουν ημερομηνία πέραν της εξεταζόμενης περιόδου επίσης δεν ασκούν επιρροή. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι από τα έγγραφα αυτά καθαυτά δεν προκύπτει η ουσιαστική χρήση του σήματος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο μέτρο που η διάρκεια εμπορικής βιωσιμότητας ενός προϊόντος εκτείνεται εν γένει σε συγκεκριμένη περίοδο και η συνέχεια της χρήσεως αποτελεί ένα από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να αποδειχθεί ότι η χρήση είχε αντικειμενικώς ως σκοπό την κατάκτηση ή τη διατήρηση μεριδίου αγοράς, τα έγγραφα τέτοιου είδους όχι μόνον ασκούν πράγματι επιρροή, αλλά πρέπει, εν προκειμένω, να λαμβάνονται υπόψη και να αξιολογούνται σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, καθόσον δύνανται να αποδείξουν a posteriori μια πραγματική και ουσιαστική εμπορική εκμετάλλευση του σήματος.
66 Όσον αφορά τα τιμολόγια που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την αποδεικτική ισχύ τους υποστηρίζοντας, πρώτον, ότι καταδεικνύουν μια σποραδική χρήση του σήματος, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των προϊόντων (προϊόντα με χαμηλή τιμή), το εύρος της επίμαχης γεωγραφικής αγοράς (η Γερμανία) και τους ενδιαφερόμενους καταναλωτές (το ευρύ κοινό) και ότι αντιστοιχούν σε ελάχιστο μόνον τμήμα του κύκλου εργασιών που αναφέρει η ένορκη βεβαίωση, δεύτερον, ότι προέρχονται από διαφορετική πηγή η οποία δεν είναι αποδεδειγμένα κάτοχος αδείας χορηγηθείσας από τον δικαιούχο, τρίτον, ότι δεν αφορούν τη συνολική έκταση της πενταετούς περιόδου αλλά μόνο δεκατρείς μήνες και, τέταρτον, ότι μπορούν πράγματι να αποδείξουν χρήση για υποδήματα, όχι όμως για κρέμες στιλβώματος και κρέμες για δερμάτινα είδη εν γένει.
67 Εν προκειμένω, όσον αφορά τα συμπληρωματικά τιμολόγια και την επίδρασή τους στην εκτίμηση της σπουδαιότητας της χρήσεως, το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, τα εν λόγω τιμολόγια «[…] αποτελούν πράξεις χρήσεως αντικειμενικώς δυνάμενης να δημιουργήσει ή να διατηρήσει μια αγορά για [κρέμες στιλβώματος και κρέμες για δερμάτινα είδη]· επιπλέον, ο εμπορικός όγκος, σε σχέση με τη διάρκεια και τη συχνότητα της χρήσεως, δεν είναι τόσο περιορισμένος ώστε να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για καθαρώς συμβολική, ελάχιστη ή εικονική χρήση με αποκλειστικό σκοπό την προστασία του δικαιώματος επί του σήματος».
68 Το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό κατόπιν ενδελεχούς εξετάσεως των στοιχείων της δικογραφίας και βάσει των ακόλουθων επιμέρους εκτιμήσεων:
«Τα εννέα τιμολόγια εκδόθηκαν κατά την περίοδο μεταξύ Απριλίου 2001 και Μαρτίου 2002. Ο γενικός διευθυντής [της παρεμβαίνουσας] επισήμανε, με τη δήλωση του, ότι τα προϊόντα και υλικά για την περιποίηση υποδημάτων απέφεραν στην ανακόπτουσα κύκλο εργασιών της τάξεως των 6 653 237 ευρώ κατά την περίοδο 2000-2003. Τα εννέα τιμολόγια αφορούν πωλήσεις ύψους 1 600 ευρώ περίπου και πιστοποιούν ότι τα προϊόντα BUFALO παραδόθηκαν σε μικρές ποσότητες (12, 24, 36, 48, 60, 72 ή 144 τεμάχια) σε διαφόρους πελάτες. Τα στοιχεία αυτά αντιστοιχούν στους χαμηλούς κύκλους εργασιών που αναφέρονται στη δήλωση και ανέρχονται σε ένα εκατομμύριο περίπου ευρώ ετησίως για προϊόντα ευρέως χρησιμοποιούμενα, όπως τα είδη στιλβώματος, στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αγορά, ήτοι στη Γερμανία, η οποία περιλαμβάνει 80 εκατομμύρια περίπου δυνητικούς καταναλωτές. Επιπλέον, οι τιμές που αναγράφουν τα τιμολόγια συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που περιλαμβάνονται στους τιμοκαταλόγους που προσκομίσθηκαν ως αποδεικτικό στοιχείο δ΄ ενώπιον του τμήματος ανακοπών.»
69 Τα συμπεράσματα αυτά είναι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, όταν η χρήση του σήματος θεωρείται δικαιολογημένη για εμπορικούς λόγους –έστω και αν είναι ελάχιστη ή περιορίζεται σε ένα μόνο εισαγωγέα στο οικείο κράτος μέλος– αρκεί ενδεχομένως για να χαρακτηριστεί ως ουσιαστική (προαναφερθείσα απόφαση Ansul, σκέψη 39, και προαναφερθείσα διάταξη La Mer Technology, σκέψη 21).
70 Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι από τις πωλήσεις που προκύπτουν από τα τιμολόγια προκύπτει σποραδική και μόνο χρήση, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των προϊόντων και του εύρους της γεωγραφικής αγοράς, πρέπει να απορριφθεί.
71 Πρέπει να επισημανθεί, εξάλλου, ότι η εκτίμηση της σπουδαιότητας της χρήσεως δεν πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικώς στο ύψος των πωλήσεων που ρητώς αναφέρουν τα τιμολόγια. Τα τιμολόγια παρέχουν εμμέσως στοιχεία και σχετικά με τη χρήση του προγενέστερου σήματος. Για παράδειγμα, από το γεγονός ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν έχουν διαδοχικό αύξοντα αριθμό και φέρουν διαφορετικές ουσιαστικά ημερομηνίες προκύπτει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα αντιστοιχούν σε παραδείγματα πωλήσεων. Ωστόσο, από τα παραδείγματα αυτά μπορεί να συναχθεί με εύλογο βαθμό βεβαιότητας ότι οι συνολικές πωλήσεις των επίμαχων προϊόντων είναι στην πραγματικότητα σαφώς υψηλότερες εκείνων που ρητώς αναφέρουν τα τιμολόγια. Ομοίως, από το γεγονός ότι τα τιμολόγια αυτά απευθύνονται σε διάφορους διανομείς προκύπτει ότι η χρήση είναι αρκούντως σημαντική ώστε να συνιστά ουσιαστική και σοβαρή εμπορική δραστηριότητα και ότι δεν πρόκειται για απλή απόπειρα δημιουργίας εντυπώσεων περί ουσιαστικής χρήσεως του σήματος, μέσω της εφαρμογής των ίδιων πάντα δικτύων διανομής.
72 Κατά συνέπεια, το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια ποσά δεν ήταν τόσο χαμηλά ώστε να γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν με μοναδικό σκοπό τη διατήρηση της καταχωρίσεως του σήματος στο μητρώο και όχι την ουσιαστική χρήση του, καθώς και ότι το στοιχείο αυτό αρκούσε για να διαπιστωθεί ότι, εν προκειμένω, η παρεμβαίνουσα απέδειξε, ως όφειλε, την ουσιαστική χρήση του σήματος.
73 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι τα τιμολόγια δεν εκδόθηκαν από την παρεμβαίνουσα αλλά από διαφορετική πηγή, η οποία δεν είναι αποδεδειγμένα κάτοχος αδείας χορηγηθείσας από τον δικαιούχο, πρέπει να επισημανθεί ότι η εταιρία από την οποία προέρχονται τα τιμολόγια αναφέρεται σε ένα διαφημιστικό έντυπο, καθώς και στον τιμοκατάλογο που ισχύει από 1ης Απριλίου 2001 και σε έκθεση επί του κύκλου εργασιών για τα έτη 2000 έως 2003. Στον τιμοκατάλογο αναγράφεται η επωνυμία της εταιρίας αυτής συνοδευόμενη από τη φράση «Vertriebsgesellschaft mbH», που μπορεί να μεταφραστεί στα γαλλικά ως «εταιρία διανομής». Η ίδια φράση περιλαμβάνεται στο εξώφυλλο που χρησιμοποιήθηκε για τα εννέα τιμολόγια. Επιπλέον, η ηλεκτρονική διεύθυνση της εταιρίας, όπως αναγράφεται στο εσωτερικό πλαίσιο των τιμολογίων, προέρχεται σαφώς από τον διαδικτυακό ιστότοπο της παρεμβαίνουσας «BNS@WERNER-MERTZ.COM». Τα στοιχεία αυτά συνηγορούν υπέρ της διαπιστώσεως της παρεμβαίνουσας ότι η οικεία εταιρία είναι εταιρία διανομής της παρεμβαίνουσας ή, τουλάχιστον, εταιρία στενά συνδεδεμένη με την παρεμβαίνουσα.
74 Εξάλλου, το επιχείρημα ότι τα τιμολόγια δεν αφορούν ολόκληρη την πενταετή περίοδο αλλά μόνο δεκατρείς μήνες πρέπει επίσης να απορριφθεί, διότι δεν είναι αναγκαίο η χρήση να διαρκεί καθόλη την πενταετή περίοδο, αλλά κατά τη διάρκεια περιόδου αρκούντως μακράς ώστε να αποδειχθεί ότι η χρήση είναι ουσιαστική. Επιπλέον, η ένορκη βεβαίωση παρέχει περαιτέρω σχετικές πληροφορίες και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η χρήση περιορίστηκε, εν προκειμένω, σε διάστημα δεκατριών και μόνο μηνών.
75 Τέλος, το επιχείρημα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία μπορούν στην καλύτερη περίπτωση να αποδείξουν τη χρήση για υποδήματα και όχι για κρέμες στιλβώματος και κρέμες για δερμάτινα είδη εν γένει είναι επίσης απορριπτέο, στο μέτρο που αυτή η διαφοροποίηση που εισάγει δεν αντιστοιχεί σε μια πραγματική κατάτμηση της οικείας αγοράς, στην οποία θα ήταν δυνατός ο από εμπορικής απόψεως διαχωρισμός των προϊόντων στα οποία στηρίζεται η ανακοπή.
76 Ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών αρκούσαν για να αποδείξουν, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, ότι είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου γερμανικού σήματος, στο οποίο στηριζόταν η ανακοπή, για τα προϊόντα που προσδιόρισε το τμήμα προσφυγών. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως, καθώς και η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
77 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του ΓΕΕΑ και της παρεμβαίνουσας, σύμφωνα με τα αιτήματά τους.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τη Buffalo Milke Automotive Polishing Products, Inc. στα δικαστικά έξοδα.
Forwood
Schwarcz
Popescu
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Νοεμβρίου 2011.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy