Υπόθεση T-339/06
Ελληνική Δημοκρατία
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Γεωργία – Κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς – Ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων – Κανονισμός 1493/1999 – Καθορισμός των κονδυλίων που χορηγούνται, βάσει οριστικής κατανομής, στα κράτη μέλη – Απόφαση 2006/669/ΕΚ – Επιτακτικός χαρακτήρας της προθεσμίας του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1227/2000 – Αρχές της αγαστής συνεργασίας, της καλής πίστης και της χρηστής διοικήσεως, της αναλογικότητας και της πρακτικής αποτελεσματικότητας»
Περίληψη της αποφάσεως
Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων – Καθορισμός των κονδυλίων που χορηγούνται, βάσει οριστικής κατανομής, στα κράτη μέλη
(Κανονισμός 1493/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 14 §§ 1 και 2· κανονισμός 1227/2000 της Επιτροπής, άρθρο 16 § 1)
Τόσο από το γράμμα του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000, περί καθορισμού λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, και ιδίως σχετικά με το δυναμικό παραγωγής, όσο και από την όλη οικονομία και τον σκοπό της κοινοτικής ρυθμίσεως της οποίας η εν λόγω διάταξη αποτελεί μέρος προκύπτει με σαφήνεια ότι ο χαρακτήρας της προθεσμίας αυτής είναι επιτακτικός. Ο επιτακτικός χαρακτήρας της προθεσμίας της 10ης Ιουλίου, που τάσσεται στα κράτη μέλη προκειμένου να δηλώσουν, αφενός, τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν και εκκαθαρίσθηκαν έως τις 30 Ιουνίου και, αφετέρου, τη σχετική συνολική έκταση, επιβεβαιώνεται από τη λειτουργία που επιτελεί η προθεσμία αυτή, η οποία έγκειται στο να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εφαρμογή του μηχανισμού για τον ορθό καθορισμό των κονδυλίων που χορηγούνται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1493/1999, ώστε τα ποσά που καταβάλλονται στα κράτη μέλη κατόπιν ενδεικτικής κατανομής να μπορούν εν συνεχεία να προσαρμοστούν ανάλογα με τις δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν.
Ο επιτακτικός χαρακτήρας της προθεσμίας αυτής επιβεβαιώνεται επίσης από τον σκοπό που εξυπηρετεί η δήλωση των οικείων δαπανών και εκτάσεων, δεδομένου ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν συγκεκριμένο οικονομικό έτος. Η ημερομηνία της 10ης Ιουλίου συνδέεται με εκείνη της 15ης Οκτωβρίου του ιδίου έτους και επιλέχθηκε προκειμένου να έχει η Επιτροπή στη διάθεσή της τον χρόνο που της χρειάζεται για να εγκρίνει και να δημοσιεύσει την απόφαση περί οριστικού καθορισμού των κονδυλίων πριν από τις 15 Οκτωβρίου, όπως ορίζει το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 1493/1999. Για να μπορούν τα κράτη μέλη να πραγματοποιήσουν πριν από τη λήξη του τρέχοντος οικονομικού έτους τις τελευταίες πληρωμές που συνδέονται με τις δαπάνες οι οποίες δηλώθηκαν δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 και για να μπορούν να τους επιστραφούν τα σχετικά ποσά από την Επιτροπή πριν από τη λήξη του ημερολογιακού έτους, βάσει των διαθέσιμων πιστώσεων του αντίστοιχου προϋπολογισμού για το εν λόγω οικονομικό έτος, η πρακτική αποτελεσματικότητα των επίμαχων διατάξεων απαιτεί να εκδίδεται η απόφαση περί οριστικού καθορισμού των κονδυλίων που χορηγούνται στα κράτη μέλη για το οικείο οικονομικό έτος πριν από τη λήξη του, στις 15 Οκτωβρίου.
(βλ. σκέψεις 25, 28–31, 35)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 11ης Δεκεμβρίου 2008 (*)
«Γεωργία – Κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς – Ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων – Κανονισμός (ΕΚ) 1493/1999 – Καθορισμός των κονδυλίων που χορηγούνται, βάσει οριστικής κατανομής, στα κράτη μέλη – Απόφαση 2006/669/ΕΚ – Επιτακτικός χαρακτήρας της προθεσμίας του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1227/2000 – Αρχές της αγαστής συνεργασίας, της καλής πίστης και της χρηστής διοικήσεως, της αναλογικότητας και της πρακτικής αποτελεσματικότητας»
Στην υπόθεση T‑339/06,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον I. Χαλκιά και τη Σ. Παπαϊωάννου,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την Ε. Τσερέπα-Lacombe, τον M. Κωνσταντινίδη και τον F. Jimeno Fernández,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως 2006/669/ΕΚ της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 2006, περί καθορισμού της οριστικής κατανομής των κονδυλίων που χορηγούνται στα κράτη μέλη για το οικονομικό έτος 2006, όσον αφορά ορισμένο αριθμό εκταρίων, για την αναδιάρθρωση και μετατροπή αμπελώνων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 275, σ. 62),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Βηλαρά, πρόεδρο, M. Prek και V. Ciucă (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: Κ. Καντζά, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Ιουλίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
1 Οι κανόνες που ρυθμίζουν την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων περιέχονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 179, σ. 1), και στον κανονισμό (ΕΚ) 1227/2000 της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 2000, περί καθορισμού λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, και ιδίως σχετικά με το δυναμικό παραγωγής (ΕΕ L 143, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί.
2 Το άρθρο 14 του κανονισμού 1493/1999 ορίζει:
«1. Η Επιτροπή χορηγεί κατ’ έτος ένα πρώτο τμήμα των πιστώσεων στα κράτη μέλη, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, λαμβάνοντας υπόψη τις καταστάσεις και τις ειδικές ανάγκες, καθώς και τις προσπάθειες που πρέπει να καταβληθούν για την επίτευξη του στόχου του συστήματος.
2. Η αρχική χορήγηση προσαρμόζεται σε συνάρτηση με τις πραγματικές δαπάνες και βάσει των αναθεωρημένων προβλέψεων δαπανών που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη το στόχο του συστήματος και εντός των ορίων των διαθέσιμων κονδυλίων.
[…]»
3 Το άρθρο 16 του κανονισμού 1227/2000 τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον κανονισμό (ΕΚ) 1841/2003 της Επιτροπής, της 17ης Οκτωβρίου 2003, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1227/2000 (ΕΕ L 268, σ. 58). Κατόπιν αυτού, το εν λόγω άρθρο, όπως ίσχυε για το οικονομικό έτος 2006, είχε ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή, μέχρι τις 10 Ιουλίου εκάστου έτους, σχετικά με το σύστημα αναδιάρθρωσης και μετατροπής:
α) κατάσταση των δαπανών που όντως πραγματοποιήθηκαν στις 30 Ιουνίου του τρέχοντος οικονομικού έτους, καθώς και τη σχετική συνολική έκταση·
β) κατάσταση των εκκαθαρισθεισών δαπανών στις 30 Ιουνίου του τρέχοντος οικονομικού έτους, καθώς και τη σχετική συνολική έκταση·
[…]
2. Με την επιφύλαξη των γενικών κανόνων περί δημοσιονομικής πειθαρχίας, όταν οι πληροφορίες τις οποίες οφείλουν να διαβιβάσουν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι ελλιπείς ή δεν έχει τηρηθεί η προθεσμία, η Επιτροπή προβαίνει σε μείωση των προκαταβολών κατά την ανάληψη των γεωργικών δαπανών σε προσωρινή και κατ’ αποκοπή βάση.»
4 Το άρθρο 17 του κανονισμού 1227/2000 τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον κανονισμό (ΕΚ) 315/2003 της Επιτροπής, της 19ης Φεβρουαρίου 2003, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1227/2000 (ΕΕ L 46, σ. 9), και με τον κανονισμό (ΕΚ) 1203/2003 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2003 (ΕΕ L 168, σ. 9). Κατόπιν αυτού, το εν λόγω άρθρο, όπως ίσχυε για το οικονομικό έτος 2006, είχε ως εξής:
«1. Για κάθε κράτος μέλος, οι δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν και εκκαθαρίστηκαν και δηλώνονται στο πλαίσιο ενός οικονομικού έτους χρηματοδοτούνται μέχρι το ύψος των ποσών που κοινοποιούνται στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, υπό τον όρο ότι τα ανωτέρω ποσά δεν υπερβαίνουν συνολικώς το κονδύλιο που έχει διατεθεί στο κράτος μέλος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού […] 1493/1999.
[…]
3. Οι αιτήσεις που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, γίνονται αποδεκτές κατ’ αναλογία, με τη χρήση του διαθέσιμου ποσού μετά από αφαίρεση του αθροίσματος, για όλα τα κράτη μέλη, των ποσών που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και των ποσών που δηλώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, από το συνολικό κονδύλιο που διατέθηκε στα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14 του κανονισμού […] 1493/1999. Η Επιτροπή κοινοποιεί στα κράτη μέλη, το συντομότερο δυνατό, μετά τις 30 Ιουνίου, το βαθμό στον οποίο μπορούν να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις.
4. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2, στις περιπτώσεις που η συνολική έκταση που κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, είναι μικρότερη από τον αριθμό εκταρίων που εμφαίνονται στο διατιθέμενο κονδύλιο κατά το υπόψη οικονομικό έτος στο κράτος μέλος, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού […] 1493/1999, η δηλούμενη δαπάνη για το υπόψη οικονομικό έτος χρηματοδοτείται μόνον έως ένα ποσό ίσο με το αποτέλεσμα που προκύπτει από τη διαίρεση της συνολικής εκτάσεως που ανακοινώθηκε διά του ποσού της μέσης ενίσχυσης ανά εκτάριο όπως προκύπτει από τη σχέση μεταξύ του ποσού που διατέθηκε στο κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού […] 1493/1999 και του αριθμού των προβλεπόμενων εκταρίων.
Το ποσό αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι ανώτερο από τις δαπάνες που δηλώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄.
Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, εφαρμόζεται ανοχή 5 % επί της συνολικής εκτάσεως που ανακοινώθηκε σε σχέση με αυτή που εμφαίνεται στα διατεθέντα κονδύλια του εν λόγω οικονομικού έτους.
Τα ποσά που δεν χρηματοδοτούνται σε εφαρμογή της παρούσας παραγράφου δεν είναι διαθέσιμα για τους σκοπούς της εφαρμογής της παραγράφου 3.
[…]
8. Οι αναφορές σε δεδομένο οικονομικό έτος γίνονται ως προς τις πληρωμές που όντως πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη στο διάστημα μεταξύ της 16ης Οκτωβρίου και της 15ης Οκτωβρίου του επόμενου έτους.
[…]»
5 Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103), ορίζει:
«2. Η Επιτροπή αποφασίζει μηνιαίες προκαταβολές έναντι του καταλογισμού των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών.
Οι δαπάνες του Οκτωβρίου εντάσσονται στον Οκτώβριο, εφόσον πραγματοποιήθηκαν από την 1η έως τις 15 Οκτωβρίου, και στο Νοέμβριο, εφόσον πραγματοποιήθηκαν από τις 16 έως τις 31 Οκτωβρίου. Οι προκαταβολές καταβάλλονται στο κράτος μέλος το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται εκείνου κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι δαπάνες.
[…]»
Ιστορικό της διαφοράς
6 Για το οικονομικό έτος 2006 (16 Οκτωβρίου 2005-15 Οκτωβρίου 2006), το κονδύλια που επρόκειτο να χορηγηθούν, βάσει ενδεικτικής κατανομής, στα κράτη μέλη για την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων δυνάμει του κανονισμού 1492/1999 καθορίστηκαν με την απόφαση 2005/716/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2005, για καθορισμό της ενδεικτικής κατανομής των κονδυλίων που χορηγούνται στα κράτη μέλη για την περίοδο 2005/2006, όσον αφορά ορισμένο αριθμό εκταρίων, για την αναδιάρθρωση και μετατροπή αμπελώνων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 271, σ. 45). Σύμφωνα με το παράρτημα αυτής της αποφάσεως περί ενδεικτικής κατανομής, το κονδύλιο για την Ελληνική Δημοκρατία ανερχόταν σε 8 574 504 ευρώ και αντιστοιχούσε σε έκταση 1 249 εκταρίων.
7 Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14 του κανονισμού 1493/1999 και του άρθρου 16 του κανονισμού 1227/2000, οι ελληνικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή, στις 10 Ιουλίου 2006, κατάσταση των δαπανών που αφορούσαν την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων για το οικονομικό έτος 2006, προκειμένου να τους χορηγηθεί το σχετικό κονδύλιο. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, οι συνολικές δαπάνες ανέρχονταν σε 6 829 204,46 ευρώ και η αντίστοιχη έκταση σε 788,002 εκτάρια.
8 Στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, οι ελληνικές αρχές ενημέρωσαν με επιστολή τους την Επιτροπή ότι διαπιστώθηκε μηχανογραφικό σφάλμα στην καταχώριση των οικείων αριθμητικών δεδομένων και ότι η έκταση που έπρεπε να ληφθεί υπόψη ήταν 1 102,271 εκτάρια. Διευκρίνισαν ότι αυτός ο αριθμός αντιστοιχούσε στο άθροισμα της συνολικής εκτάσεως που αναγραφόταν στον συνημμένο στο έγγραφο της 10ης Ιουλίου 2006 πίνακα, ο οποίος αφορούσε τις δαπάνες αναδιαρθρώσεως και μετατροπής των αμπελώνων στην Ελλάδα που είχαν πραγματοποιηθεί έως τις 30 Ιουνίου 2006, ήτοι 1 085,391 εκτάρια, και της συνολικής εκτάσεως που αναγραφόταν στον συνημμένο στο έγγραφο της 10ης Ιουλίου 2006 πίνακα, ο οποίος αφορούσε τις δαπάνες αναδιαρθρώσεως και μετατροπής του αμπελώνα που είχαν εκκαθαριστεί έως τις 30 Ιουνίου 3006, ήτοι 16,88 εκτάρια. Οι ελληνικές αρχές υπενθύμισαν επίσης ότι οι συνολικές δαπάνες ανέρχονταν σε 6 829 204,46 ευρώ.
9 Στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, κατά τη διάρκεια της 890ής συνεδριάσεως της επιτροπής διαχείρισης οίνου, οι ελληνικές αρχές επανέφεραν στην Επιτροπή το αίτημά τους να ληφθούν υπόψη τα διορθωμένα στοιχεία. Οι εκπρόσωποι της Επιτροπής απέρριψαν προφορικώς το αίτημα των ελληνικών αρχών, επισημαίνοντας ότι τα στοιχεία αυτά υποβλήθηκαν εκπροθέσμως.
10 Στις 4 Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2006/669/ΕΚ, περί καθορισμού της οριστικής κατανομής των κονδυλίων που χορηγούνται στα κράτη μέλη για το οικονομικό έτος 2006, όσον αφορά ορισμένο αριθμό εκταρίων, για την αναδιάρθρωση και μετατροπή αμπελώνων βάσει του κανονισμού 1493/1999 (ΕΕ L 275, σ. 62) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Κατά την ίδια ημερομηνία, ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής συναντήθηκε με εκπροσώπους των ελληνικών αρχών, στους οποίους εξήγησε ότι ήταν αδύνατο, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών προθεσμιών, να ευδοκιμήσει το αίτημά τους να ληφθούν υπόψη τα κοινοποιηθέντα στις 22 Σεπτεμβρίου 2006 διορθωμένα στοιχεία.
11 Στις 16 Οκτωβρίου 2006, οι ελληνικές αρχές απέστειλαν στην Επιτροπή έγγραφο με το οποίο της ζήτησαν να τροποποιήσει το παράρτημα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό.
Η προσβαλλόμενη απόφαση
12 Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία, τα στοιχεία που της κοινοποίησαν οι ελληνικές αρχές στις 10 Ιουλίου 2006.
13 Από την έκτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή επέβαλε στην Ελληνική Δημοκρατία την «κύρωση» που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 4, του κανονισμού 1227/2000, μειώνοντας, κατά την οριστική κατανομή, το σχετικό κονδύλιο κατά 1 129 015 ευρώ.
14 Σύμφωνα με το παράρτημα της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ποσό που χορηγήθηκε ως κονδύλιο για την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων στην Ελληνική Δημοκρατία ανέρχεται σε 5 700 190 ευρώ για συνολική έκταση 788 εκταρίων.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
15 Η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 30 Νοεμβρίου 2006.
16 Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Πρωτοδικείο να ακυρώσει ή να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής, κατά το μέρος που αφορά τον καθορισμό του κονδυλίου για την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων στην Ελλάδα, προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα διορθωμένα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή στις 22 Σεπτεμβρίου 2006 και να χορηγηθούν στην Ελληνική Δημοκρατία τα αναλογούντα ποσά.
17 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
18 Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει προς στήριξη της προσφυγής της πέντε λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος αντλείται από τον φερόμενο ως ενδεικτικό χαρακτήρα της προθεσμίας του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000, προθεσμίας η οποία λήγει στις 10 Ιουλίου κάθε έτους. Ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως αντλούνται, αντιστοίχως, από παραβίαση των αρχών της αγαστής συνεργασίας, της καλής πίστης και της χρηστής διοικήσεως, της αναλογικότητας και της πρακτικής αποτελεσματικότητας.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από τον φερόμενο ως ενδεικτικό χαρακτήρα της προθεσμίας του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000
Επιχειρήματα των διαδίκων
19 Πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, αν η προθεσμία του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 ήταν αποκλειστική, αυτό θα έπρεπε να προκύπτει ρητώς, με την προσθήκη της φράσεως «μη δυνάμενη να παραταθεί». Συναφώς, παραπέμπει μεταξύ άλλων στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 30ης Νοεμβρίου 1972, 32/72, Wasaknäcke Knäckebrotfabrik (Συλλογή τόμος 1972-1973, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά, σ. 275), και της 13ης Δεκεμβρίου 1972, 52/72, Walzenmühle Magstadt (Συλλογή τόμος 1972-1973, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά, σ. 311).
20 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ο αμιγώς ενδεικτικός χαρακτήρας της προθεσμίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 1227/2000, καθόσον η διάταξη αυτή παρέχει στην Επιτροπή την ευχέρεια να μειώνει τις προκαταβολές σε προσωρινή βάση και κατ’ αποκοπήν, για τις περιπτώσεις που είτε προσκομίζονται ελλιπή στοιχεία είτε δεν τηρείται η προθεσμία υποβολής τους.
21 Τρίτον, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, κατά την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας, από το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2007, το οποίο ορίζει ότι χρηματοδοτούνται οι δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν, οπότε αναγνωρίζεται εμμέσως η δυνατότητα διορθώσεως των πρόδηλων σφαλμάτων ακόμη και μετά τις 10 Ιουλίου κάθε έτους.
22 Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
23 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι τα στοιχεία που διαβίβασε στην Επιτροπή στις 22 Σεπτεμβρίου 2006 έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό του ποσού που της χορηγήθηκε, βάσει οριστικής κατανομής, ως κονδύλιο, διότι η προθεσμία του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 δεν είναι αποκλειστική.
24 Πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται, παραπέμποντας σε δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου, ότι η προθεσμία αυτή έχει απλώς ενδεικτικό χαρακτήρα, ελλείψει οποιασδήποτε ρητής μνείας από την οποία να προκύπτει ότι είναι αποκλειστική.
25 Εντούτοις, τόσο από το γράμμα του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 όσο και από την όλη οικονομία και τον σκοπό της κοινοτικής ρυθμίσεως, της οποίας η εν λόγω διάταξη αποτελεί μέρος, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο χαρακτήρας της προθεσμίας αυτής είναι επιτακτικός.
26 Πράγματι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Ελληνικής Δημοκρατίας, δεν είναι αναγκαία η προσθήκη της φράσεως «μη δυνάμενη να παραταθεί» για να προσδοθεί επιτακτικός χαρακτήρας στην προθεσμία αυτή. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με τις δύο αποφάσεις στις οποίες η Ελληνική Δημοκρατία στηρίζει την επιχειρηματολογία της, το Δικαστήριο έκρινε ότι επρόκειτο, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για αποκλειστική προθεσμία, μολονότι οι οικείες διατάξεις δεν περιείχαν τη φράση «μη δυνάμενη να παραταθεί».
27 Εξάλλου, όσον αφορά τη φράση «το αργότερο», επισημαίνεται ότι το κείμενο του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 περιέχει, σε όλες σχεδόν τις γλωσσικές του αποδόσεις, σχετική μνεία, καθόσον ορίζει ότι τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή, το αργότερο έως τις 10 Ιουλίου κάθε έτους, τα στοιχεία στα οποία αναφέρεται η εν λόγω διάταξη. Τρεις μόνο γλωσσικές αποδόσεις (ήτοι η ελληνική, η πορτογαλική και η ρουμανική) αποκλίνουν ως προς το γράμμα τους, καθόσον προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή αυτά τα στοιχεία μέχρι τις 10 Ιουλίου κάθε έτους.
28 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, αφενός, το ελληνικό, το πορτογαλικό και το ρουμανικό κείμενο του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 δεν διαφοροποιούνται επί της ουσίας από τις λοιπές γλωσσικές του αποδόσεις και, αφετέρου, ο επιτακτικός χαρακτήρας της σχετικής προθεσμίας επιβεβαιώνεται τόσο από τον ρόλο που αυτή διαδραματίζει για την όλη οικονομία του συστήματος αναδιαρθρώσεως και μετατροπής των αμπελώνων όσο και από τον σκοπό που επιδιώκεται με την επιβολή της υποχρεώσεως δηλώσεως των οικείων δαπανών και εκτάσεων κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000, εντός της προθεσμίας που τάσσεται, προς τούτο, στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσες αποφάσεις Wasaknäcke Knäckebrotfabrik και Walzenmühle Magstadt, σκέψεις 2 και 3, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουνίου 2007, T‑232/04, Ελλάδα κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 48).
29 Πράγματι, από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1841/2003, με τον οποίο προστέθηκε στο άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 η μνεία περί της 10ης Ιουλίου κάθε έτους, προκύπτει ότι σκοπός της προθεσμίας αυτής είναι να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή του μηχανισμού για τον ορθό καθορισμό των ποσών που χορηγούνται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1493/1999. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν την προθεσμία αυτή όταν διαβιβάζουν, μία φορά κατ’ έτος, στην Επιτροπή τις οικείες πληροφορίες, ώστε τα ποσά που καταβάλλονται στα κράτη μέλη κατόπιν ενδεικτικής κατανομής, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 1493/1999, να μπορούν εν συνεχεία να προσαρμοστούν ανάλογα με τις δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού.
30 Όσον αφορά τον σκοπό που εξυπηρετεί η δήλωση των οικείων δαπανών και εκτάσεων, υπενθυμίζεται ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν συγκεκριμένο οικονομικό έτος. Πράγματι, το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1227/2000 κάνει λόγο για δηλώσεις των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν και εκκαθαρίστηκαν έως τις 30 Ιουνίου του τρέχοντος οικονομικού έτους. Επιπλέον, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 8, του κανονισμού 1227/2000, οι αναφορές σε δεδομένο οικονομικό έτος γίνονται ως προς τις πληρωμές που όντως πραγματοποιούν τα κράτη μέλη κατά το διάστημα από τις 16 Οκτωβρίου του έτους αυτού έως τις 15 Οκτωβρίου του επόμενου έτους.
31 Συνεπώς, είναι απορριπτέο το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι η προθεσμία του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 δεν συνδέεται με κάποιο γεγονός που να έπεται αμέσως αυτής. Όπως ορθώς ισχυρίζεται η Επιτροπή, η ημερομηνία της 10ης Ιουλίου συνδέεται με εκείνη της 15ης Οκτωβρίου του ιδίου έτους και επιλέχθηκε προκειμένου να έχει το κοινοτικό αυτό όργανο στη διάθεσή του τον χρόνο που του χρειάζεται για να εγκρίνει και να δημοσιεύσει την απόφαση περί οριστικού καθορισμού των κονδυλίων πριν από τις 15 Οκτωβρίου, όπως ορίζει το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 1493/1999.
32 Συγκεκριμένα, το χρονικό διάστημα μεταξύ 10ης Ιουλίου και 15ης Οκτωβρίου κρίθηκε αναγκαίο για την Επιτροπή, λόγω των διαδικαστικών της δεσμεύσεων, τις οποίες απαρίθμησε και περιέγραψε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προκειμένου να έχει το κοινοτικό αυτό όργανο τη δυνατότητα να προπαρασκευάσει, να εγκρίνει και να δημοσιεύσει την απόφαση περί οριστικού καθορισμού των κονδυλίων πριν από τη λήξη του οικονομικού έτους.
33 Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας, η ενδεχόμενη μετάθεση της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ημερομηνία μεταγενέστερη της λήξεως του οικονομικού έτους, είτε για το σύνολο των ενδιαφερομένων κρατών μελών είτε για ένα μόνον κράτος μέλος, θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα της οικείας κοινοτικής ρυθμίσεως.
34 Πράγματι, αφενός, το άρθρο 17, παράγραφος 8, του κανονισμού 1227/2000 ορίζει ότι οι αναφορές σε δεδομένο οικονομικό έτος γίνονται ως προς τις πληρωμές που όντως πραγματοποιούν τα κράτη μέλη κατά το διάστημα από τις 16 Οκτωβρίου ενός έτους έως τις 15 Οκτωβρίου του επόμενου έτους. Αφετέρου, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999, η Επιτροπή καθορίζει τα ποσά των μηνιαίων προκαταβολών που χορηγούνται έναντι των προς ανάληψη δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών, ενώ οι δαπάνες του Οκτωβρίου εντάσσονται στον Οκτώβριο, εφόσον πραγματοποιήθηκαν από την 1η έως τις 15 Οκτωβρίου, και στον Νοέμβριο, εφόσον πραγματοποιήθηκαν από τις 16 έως τις 31 Οκτωβρίου. Εξάλλου, τα ποσά αυτά καταβάλλονται στα κράτη μέλη το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα του δευτέρου μήνα που ακολουθεί εκείνον κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι δαπάνες.
35 Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι προς διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των οικείων διατάξεων, ήτοι για να μπορούν, αφενός, τα κράτη μέλη να πραγματοποιήσουν πριν από τη λήξη του τρέχοντος οικονομικού έτους τις τελευταίες πληρωμές που συνδέονται με τις δαπάνες οι οποίες δηλώθηκαν δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 και, αφετέρου, να τους επιστραφούν τα σχετικά ποσά από την Επιτροπή πριν από τη λήξη του ημερολογιακού έτους, βάσει των διαθέσιμων πιστώσεων του αντίστοιχου προϋπολογισμού για το εν λόγω οικονομικό έτος, πρέπει η απόφαση περί οριστικού καθορισμού των κονδυλίων που χορηγούνται στα κράτη μέλη για το οικείο οικονομικό έτος να εκδίδεται πριν από τη λήξη του, στις 15 Οκτωβρίου.
36 Επομένως, τόσο από το γράμμα του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 όσο και από τον σκοπό που επιδιώκει η διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επίμαχη προθεσμία είναι αποκλειστική.
37 Δεύτερον, το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία σχετικά με τα άρθρα 16, παράγραφος 2, και 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000.
38 Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 1227/2000 επιβεβαιώνει τον αμιγώς ενδεικτικό χαρακτήρα της επίμαχης προθεσμίας, καθόσον παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να μειώνει τα ποσά των προκαταβολών σε προσωρινή βάση και κατ’ αποκοπήν, στις περιπτώσεις που είτε προσκομίζονται ελλιπή στοιχεία είτε δεν τηρείται η προθεσμία υποβολής τους.
39 Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 1227/2000 αφορά τις συνέπειες που έχει είτε η ενδεχόμενη κοινοποίηση εκ μέρους κράτους μέλους ελλιπών στοιχείων στην Επιτροπή είτε η μη τήρηση εκ μέρους αυτού του κράτους μέλους της προθεσμίας που τάσσεται για την εν λόγω κοινοποίηση. Από τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να αντληθεί κανένα επιχείρημα σχετικό με τον επιτακτικό, ή μη, χαρακτήρα της επίμαχης προθεσμίας.
40 Επομένως, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, στο μέτρο που αυτή στηρίχθηκε στο άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 1227/2000 για να αποδείξει τον ενδεικτικό χαρακτήρα της προθεσμίας της 10ης Ιουλίου κάθε έτους.
41 Ακολούθως, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 επιβεβαιώνει τον ενδεικτικό χαρακτήρα της επίμαχης προθεσμίας, καθόσον θέτει τον γενικό κανόνα ότι η Επιτροπή οφείλει να χρηματοδοτεί τις δαπάνες που όντως πραγματοποίησαν τα κράτη μέλη, οπότε αναγνωρίζεται σε αυτά, κατά την άποψή της, η δυνατότητα να διορθώνουν τα σφάλματά τους ακόμη και μετά τις 10 Ιουλίου κάθε έτους.
42 Εντούτοις, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 αφορά τις δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν, που εκκαθαρίστηκαν και που δηλώθηκαν, και όχι απλώς και μόνον τις δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν. Συνεπώς, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι αλυσιτελές, δεδομένου ότι στηρίζεται σε επιλεκτική ανάγνωση του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000.
43 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, λόγω του επιτακτικού χαρακτήρα της επίμαχης προθεσμίας, δεν μπορεί ένα κράτος μέλος να αξιώσει από την Επιτροπή να λάβει υπόψη της στοιχεία που διαβιβάστηκαν μετά τη παρέλευσή της. Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Επί του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλούνται από παραβίαση της αρχής της αγαστής συνεργασίας και των αρχών της καλής πίστης και της χρηστής διοικήσεως αντιστοίχως
Επιχειρήματα των διαδίκων
44 Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η αρχή της αγαστής συνεργασίας, η οποία απορρέει από το άρθρο 10 της Συνθήκης, επιβάλλει την υποχρέωση στα μεν κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου, στα δε κοινοτικά όργανα να συνεργάζονται με τα κράτη μέλη καλόπιστα και εποικοδομητικά.
45 Αφενός, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ελέγξει και να επαληθεύσει τα στοιχεία που της διαβιβάστηκαν. Η διαφορά των 214,269 εκταρίων που προκύπτει από την αντιπαραβολή των στοιχείων που περιλαμβάνονταν στην απόφαση 2005/716, με την οποία καθορίστηκαν, βάσει ενδεικτικής κατανομής στα κράτη μέλη, τα κονδύλια και οι εκτάσεις που θα αναδιαρθρώνονταν, και των στοιχείων της προσβαλλομένης αποφάσεως περί οριστικής κατανομής των κονδυλίων ήταν σημαντική και αδικαιολόγητη, οπότε έπρεπε να γεννήσει ερωτήματα στην Επιτροπή.
46 Αφετέρου, η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στην Επιτροπή ότι παρέβη την υποχρέωση αγαστής συνεργασίας, καθόσον έλαβε υπόψη της τα προδήλως εσφαλμένα δεδομένα, και όχι τα διορθωμένα στοιχεία που της κοινοποιήθηκαν στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, μολονότι ενημερώθηκε εγκαίρως και μπορούσε να προχωρήσει στις απαιτούμενες τροποποιήσεις, που δεν θα ήταν διόλου χρονοβόρες. Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της, δεν θα χρειαζόταν εν προκειμένω ούτε να προβεί σε κάποια περίπλοκη εκτίμηση ούτε να κάνει χρήση διακριτικής ευχέρειας. Επιπλέον, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η απόφαση περί οριστικής κατανομής των κονδυλίων θα μπορούσε είτε να εκδοθεί με μικρή καθυστέρηση είτε να αφορά όλα τα κράτη μέλη, πλην της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η Επιτροπή θα μπορούσε, ως εναλλακτική επιλογή, να εκδώσει μια τροποποιητική απόφαση βάσει των νέων στοιχείων που της κοινοποιήθηκαν, δεδομένου ότι η διόρθωση των αριθμητικών δεδομένων που αφορούν την Ελληνική Δημοκρατία ουδαμώς θα επηρέαζε τα σχετικά με τα άλλα κράτη μέλη στοιχεία.
47 Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι υφίσταται μια γενική αρχή και επικαλείται, σχετικώς, διατάξεις διαφόρων κανονισμών που προβλέπουν ρητώς ότι η αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως ή κάθε άλλο έγγραφο μπορεί να διορθωθεί οποιαδήποτε στιγμή μετά την υποβολή του, σε περίπτωση πρόδηλου σφάλματος. Παραθέτει, ως παράδειγμα, το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) 2419/2001 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου (ΕΕ L 327, σ. 11). Η αρχή αυτή, η οποία ισχύει για τους δικαιούχους γεωργούς, έχει υποχρεωτική εφαρμογή, κατά μείζονα λόγο και σε συνδυασμό με τις αρχές της καλής πίστης και της χρηστής διοικήσεως, στις σχέσεις μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των υπηρεσιών των κρατών μελών.
48 Επιπλέον, κατά την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας, μια μικρή υπέρβαση της προθεσμίας που λήγει στις 10 Ιουλίου κάθε έτους, την οποία ορίζει το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000, πρέπει να είναι συγχωρητέα εφόσον, αφενός, τα σχετικά στοιχεία διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή πριν τις 15 Οκτωβρίου, δηλαδή πριν την ημερομηνία κατά την οποία λήγει το οικονομικό έτος, και, αφετέρου, επρόκειτο για διόρθωση αριθμητικών δεδομένων που υποβλήθηκαν εμπροθέσμως ή για κοινοποίηση στοιχείων 24 ημέρες πριν τις 15 Οκτωβρίου. Κατά την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας, το γεγονός ότι τα σχετικά έγγραφα διαβιβάστηκαν κατά την περίοδο των θερινών διακοπών της έδωσε τη δυνατότητα να διορθώσει, σε εύλογο χρόνο και πριν τη λήξη του οικονομικού έτους, τα πρόδηλα σφάλματα που διαπιστώθηκαν στα μηχανογραφημένα στοιχεία, τα οποία είχαν κοινοποιηθεί πριν τις 10 Ιουλίου του οικείου έτους.
49 Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
50 Ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να εξεταστούν από κοινού, καθόσον η Ελληνική Δημοκρατία, προβάλλοντας αυτούς του δύο λόγους, ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι ήταν πρόδηλον ότι τα στοιχεία που κοινοποίησε στην Επιτροπή πριν από την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000 ήταν εσφαλμένα και, συνεπώς, η Επιτροπή όφειλε, δυνάμει των αρχών του κοινοτικού δικαίου τις οποίες επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία, να λάβει υπόψη της τα διορθωμένα στοιχεία που της διαβιβάστηκαν μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής.
51 Δεν αμφισβητείται, κατ’ αρχάς, ότι στις 10 Ιουλίου 2006 οι ελληνικές αρχές δήλωσαν στην Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 16 ου κανονισμού 1227/2000, τόσο τις δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν και εκκαθαρίστηκαν έως τις 30 Ιουνίου 2006 όσο και την αντίστοιχη έκταση που ανερχόταν, συνολικώς, σε 788,002 εκτάρια. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι στις 22 Σεπτεμβρίου 2006 οι ελληνικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή διορθωμένα στοιχεία σχετικά με τη συνολική έκταση που αντιστοιχούσε στις δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν έως τις 30 Ιουνίου 2006, σύμφωνα με τα οποία η έκταση αυτή ήταν 1 102,271 εκτάρια.
52 Δεν αμφισβητείται, τέλος, ότι η Επιτροπή, κρίνοντας ότι τα διορθωμένα στοιχεία της διαβιβάστηκαν με μεγάλη καθυστέρηση, έλαβε υπόψη της στην προσβαλλόμενη απόφαση τα αριθμητικά δεδομένα που της κοινοποιήθηκαν στις 10 Ιουλίου 2006, ήτοι, όσον αφορά την έκταση, τα 788,002 εκτάρια.
53 Πρώτον, επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο του συστήματος αναδιαρθρώσεως και μετατροπής των αμπελώνων, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 1493/1999 και του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000, να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις δαπάνες τους για το τρέχον οικονομικό έτος και τις αντίστοιχες εκτάσεις, προκειμένου να μπορεί η Επιτροπή να αναλάβει μέρος του κόστους αναδιαρθρώσεως και μετατροπής.
54 Επομένως, απόκειται στο κάθε κράτος μέλος να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τα στοιχεία που αφορούν τις δαπάνες του για το τρέχον οικονομικό έτος και τις αντίστοιχες εκτάσεις, προκειμένου η Επιτροπή να είναι σε θέση να καθορίσει το ποσό που θα του χορηγηθεί ως κονδύλιο, βάσει οριστικής κατανομής στα κράτη μέλη. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε, εξάλλου, κανένα στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι η Επιτροπή μπορούσε να αντιληφθεί το σφάλμα που υπήρχε στα στοιχεία τα οποία της κοινοποιήθηκαν στις 10 Ιουλίου 2006.
55 Επιπλέον, με την από 16 Οκτωβρίου 2006 επιστολή της προς την Επιτροπή, η Ελληνική Δημοκρατία υπογράμμισε προς δικαιολόγηση του σφάλματός της ότι, κατά την εφαρμογή του προγράμματος αναδιαρθρώσεως και μετατροπής των αμπελώνων, αντιμετωπίζει δυσχέρειες όσον αφορά τον έλεγχο των στοιχείων. Επομένως, δεν είναι δυνατό να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν αντιλήφθηκε ένα σφάλμα το οποίο η Ελληνική Δημοκρατία χαρακτηρίζει μεν πασιφανές και πρόδηλο, πλην όμως και η ίδια το επισήμανε τον Σεπτέμβριο, ήτοι δύο μήνες μετά την κοινοποίηση των αρχικών αριθμητικών δεδομένων.
56 Τέλος, το άρθρο 17, παράγραφος 4, του κανονισμού 1227/2000 αφορά την περίπτωση κατά την οποία ο αριθμός των εκταρίων που κοινοποιήθηκε ως συνολική έκταση, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, υπολείπεται εκείνου που αναγράφεται, σε σχέση με το οικείο κράτος μέλος, στην εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 1493/1999 απόφαση περί ενδεικτικής κατανομής των κονδυλίων.
57 Συνεπώς, δεν ήταν διόλου πρόδηλον ότι τα στοιχεία που κοινοποίησαν οι ελληνικές αρχές στις 10 Ιουλίου 2006 ήταν εσφαλμένα. Προκύπτει εντεύθεν ότι η επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας στηρίζεται σε εσφαλμένη πραγματική προϋπόθεση.
58 Δεύτερον, όπως επισημάνθηκε με την ανωτέρω σκέψη 43, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αξιώσει από την Επιτροπή να λάβει υπόψη της στοιχεία που κοινοποιήθηκαν μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000, δεδομένου ότι πρόκειται για αποκλειστική προθεσμία.
59 Ασφαλώς, όπως παραδέχεται και η ίδια η Επιτροπή, δεν αποκλείεται εντελώς το ενδεχόμενο να λάβει υπόψη της στοιχεία που της διαβιβάστηκαν εκπροθέσμως από κράτος μέλος, εφόσον πρόκειται για μικρή υπέρβαση και εξακολουθεί να είναι δυνατή η έκδοση της αποφάσεως περί οριστικής κατανομής των κονδυλίων που χορηγούνται στα κράτη μέλη για το οικείο οικονομικό έτος πριν τις 15 Οκτωβρίου. Αντιθέτως, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει αίτημα κράτους μέλους να ληφθούν υπόψη εκπροθέσμως κοινοποιηθέντα στοιχεία, σε περίπτωση που θα καθίστατο αδύνατη η έγκαιρη έκδοση της εν λόγω αποφάσεως. Εν προκειμένω, η Ελληνική Δημοκρατία διαβίβασε τα διορθωμένα στοιχεία στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, ήτοι δύο μήνες αφότου είχε κοινοποιήσει τα φερόμενα ως εσφαλμένα αρχικά αριθμητικά δεδομένα και μόλις τρεις εβδομάδες πριν από την καταληκτική ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως περί οριστικής κατανομής, δηλαδή τη 15η Οκτωβρίου 2006. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η απόφαση της Επιτροπής να μη λάβει υπόψη τα διορθωμένα στοιχεία δεν συνιστά παραβίαση των αρχών που επικαλέστηκε η Ελληνική Δημοκρατία.
60 Επομένως, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέοι.
Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
Επιχειρήματα των διαδίκων
61 Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η σωρευτική εφαρμογή, αφενός, του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 1227/2000, το οποίο προβλέπει την επιβολή κυρώσεως οσάκις τα πληροφοριακά στοιχεία που διαβιβάζονται είναι ελλιπή ή «δεν έχει τηρηθεί η προθεσμία» της 10ης Ιουλίου και, αφετέρου, του άρθρου 17, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, το οποίο προβλέπει την επιβολή κυρώσεως οσάκις συντρέχει υπέρβαση των πραγματικών δαπανών ενός κράτους, συνεπάγεται την εις βάρος της επιβολή δύο κυρώσεων για την ίδια πράξη, κατά παραβίαση της αρχής ne bis in idem.
62 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η κύρωση της μειώσεως του κονδυλίου κατά 1 129 015 ευρώ είναι δυσανάλογη προς το μηχανογραφικό σφάλμα το οποίο διέπραξαν οι ελληνικές αρχές.
63 Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι η Επιτροπή, παρά τους ισχυρισμούς της, δεν θα χρειαζόταν εν προκειμένω ούτε να προβεί σε κάποια περίπλοκη εκτίμηση ούτε να κάνει χρήση διακριτικής ευχέρειας.
64 Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
65 Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον της επέβαλε διπλή κύρωση, εφαρμόζοντας σωρευτικώς το άρθρο 16, παράγραφος 2, και το άρθρο 17, παράγραφος 4, του κανονισμού 1227/2000, αντιθέτως προς την αρχή ne bis in idem.
66 Εντούτοις, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα μέτρα που προβλέπουν τα άρθρα 16, παράγραφος 2, και 17, παράγραφος 4, του κανονισμού 1227/2000 μπορούν να χαρακτηριστούν ως «κυρώσεις» και μολονότι από την έκτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε εν προκειμένω το άρθρο 17, παράγραφος 4, του κανονισμού 1227/2000, ουδαμώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εφαρμόστηκε στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας και το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού.
67 Πράγματι, η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από το γράμμα της δεν έχει εφαρμογή, οσάκις το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή πλήρη στοιχεία, εντός της προθεσμίας που τάσσεται προς τούτο, ακόμη και αν στη συνέχεια, μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, το εν λόγω κράτος μέλος διαβιβάσει στην Επιτροπή διορθωμένα στοιχεία.
68 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, στο μέτρο που η κύρωση της μειώσεως του κονδυλίου κατά 1 129 015 ευρώ είναι δυσανάλογη προς το μηχανογραφικό σφάλμα, το οποίο διέπραξαν οι ελληνικές αρχές.
69 Επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή εφάρμοσε το άρθρο 17, παράγραφος 4, του κανονισμού 1227/2000 δεδομένου ότι η συνολική έκταση που της κοινοποιήθηκε ήταν μικρότερη από εκείνη που αναγραφόταν στην απόφαση περί ενδεικτικής κατανομής. Όπως τόνισε και η Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, στο μέτρο που αυτή η εφαρμογή αποτελεί συνέπεια της δηλώσεως της οικείας συνολικής επιφάνειας δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
70 Συνεπώς, αφενός, στην περίπτωση που η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η μείωση του κονδυλίου κατά 1 129 015 ευρώ συνιστά δυσανάλογο μέτρο, διαπιστώνεται ότι ο καθορισμός, βάσει οριστικής κατανομής, του συγκεκριμένου ποσού ως κονδυλίου για την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων στην Ελλάδα συνιστά αναπόδραστη συνέπεια της εκ μέρους των ελληνικών αρχών κοινοποιήσεως μιας συνολικής εκτάσεως μικρότερης από εκείνης που αναγραφόταν στην απόφαση περί ενδεικτικής κατανομής των κονδυλίων στα κράτη μέλη και ενός κόστους ανά εκτάριο υπερβαίνοντος το χορηγηθέν βάσει της ενδεικτικής κατανομής κονδύλιο.
71 Αφετέρου, στην περίπτωση που η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η απόφαση της Επιτροπής να λάβει υπόψη τα κοινοποιηθέντα στις 10 Ιουλίου 2006 στοιχεία συνιστά δυσανάλογο μέτρο, το οποίο είχε ως συνέπεια τη μείωση του σχετικού κονδυλίου κατά 1 129 015 ευρώ, επισημαίνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία ουδαμώς απέδειξε ότι επρόκειτο για προδήλως ακατάλληλο και, ως εκ τούτου, για δυσανάλογο μέτρο.
72 Υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αναλογικότητας, η οποία καταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, απαιτεί οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η οικεία ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων καταλλήλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό μέτρο και ότι τα δυσμενή αποτελέσματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 2007, C‑375/05, Geuting, Συλλογή 2007, σ. I‑7983, σκέψη 45 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
73 Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής αυτής, μόνον η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει η Επιτροπή μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα του μέτρου αυτού (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Geuting, σκέψη 46 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
74 Δεδομένης της ανάγκης να εκδοθεί η απόφαση περί οριστικής κατανομής των κονδυλίων που χορηγούνται στα κράτη μέλη πριν τη λήξη του οικονομικού έτους στις 15 Οκτωβρίου 2006, προκειμένου να τους παρασχεθεί η δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τις αντίστοιχες πληρωμές και να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα των οικείων διατάξεων (βλ. ανωτέρω σκέψεις 31 έως 35), η απόφαση της Επιτροπής να λάβει υπόψη της τα εμπροθέσμως κοινοποιηθέντα αριθμητικά δεδομένα, και όχι τα διορθωμένα στοιχεία που της διαβιβάστηκαν στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, συνιστά κατάλληλο μέτρο.
75 Επομένως, δεν συνιστά δυσανάλογο μέτρο η προβλεπόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση μείωση του κονδυλίου για την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων που χορηγήθηκε, βάσει οριστικής κατανομής, στην Ελληνική Δημοκρατία κατά 1 129 015 ευρώ σε σχέση με τις δαπάνες που δηλώθηκαν, λόγω του ότι κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, ως συνολική έκταση των αμπελώνων στην Ελλάδα, μικρότερος αριθμός εκταρίων από εκείνον που αναγραφόταν στην απόφαση 2005/716.
76 Κατόπιν αυτού, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας
Επιχειρήματα των διαδίκων
77 Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας των οικείων κοινοτικών διατάξεων, ήτοι των άρθρων 11, 13 και 14 του κανονισμού 1493/1999 και των άρθρων 16 και 17 του κανονισμού 1227/2000. Το σύστημα αναδιαρθρώσεως και μετατροπής των αμπελώνων αποτελεί σημαντικό μέτρο βελτιώσεως της ισορροπίας της αγοράς, σταθεροποιήσεως και ποιοτικής αναβαθμίσεως του κοινοτικού αμπελώνα και προσαρμογής της προσφοράς στη ζήτηση. Η μεταγενέστερη μείωση του κονδυλίου που καθορίστηκε αρχικώς για την Ελληνική Δημοκρατία, λόγω πρόδηλου μηχανογραφικού σφάλματος, θίγει σοβαρά τους κοινοτικούς αυτούς σκοπούς. Εξάλλου, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους, αν δεχόταν το εκπροθέσμως υποβληθέν αίτημά της, θα διακυβευόταν η αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος χορηγήσεως κονδυλίων για την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων.
78 Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
79 Επισημαίνεται ότι, όπως διαπιστώθηκε στις ανωτέρω σκέψεις 31 έως 35, η πρακτική αποτελεσματικότητα της οικείας κοινοτικής ρυθμίσεως προϋποθέτει μια αποκλειστική προθεσμία που να καθιστά δυνατή την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής περί οριστικής κατανομής των κονδυλίων στα κράτη μέλη πριν τη λήξη του οικονομικού έτους. Συνεπώς, αντίθετα με τους ισχυρισμούς της Ελληνικής Δημοκρατίας, η ανάγκη διασφαλίσεως της πρακτικής αποτελεσματικότητας των εν λόγω διατάξεων δεν αποκλείει ούτε την εφαρμογή αποκλειστικής προθεσμίας ούτε τη δυνατότητα απορρίψεως του αιτήματος κράτους μέλους να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που κοινοποίησε μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, ακόμη και αν τούτο συνεπάγεται τη μείωση του κονδυλίου για το εν λόγω κράτος μέλος.
80 Επομένως, η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας των διατάξεων της οικείας κοινοτικής ρυθμίσεως, καθόσον αποφάσισε να μη λάβει υπόψη της τα διορθωμένα στοιχεία που της διαβίβασε η Ελληνική Δημοκρατία μετά την εκπνοή της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000.
81 Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
82 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
83 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Βηλαράς
Prek
Ciucă
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Δεκεμβρίου 2008.
Πίνακας περιεχομένων
Το νομικό πλαίσιο
Ιστορικό της διαφοράς
Η προσβαλλόμενη απόφαση
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από τον φερόμενο ως ενδεικτικό χαρακτήρα της προθεσμίας του άρθρου 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1227/2000
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλούνται από παραβίαση της αρχής της αγαστής συνεργασίας και των αρχών της καλής πίστης και της χρηστής διοικήσεως αντιστοίχως
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy