ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 27ης Σεπτεμβρίου 2012 ( *1 )
«Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Ολλανδική αγορά της πίσσας οδοποιίας — Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ — Ύπαρξη και χαρακτηρισμός μιας συμφωνίας — Περιορισμός του ανταγωνισμού — Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας — Δικαιώματα άμυνας — Πρόστιμο — Επιβαρυντικές περιστάσεις — Υποκινήτρια και πρωτοστατούσα επιχείρηση — Έλλειψη συνεργασίας — Ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής — Δικαίωμα στην αρωγή από δικηγόρο — Κατάχρηση εξουσίας — Υπολογισμός του ύψους των προστίμων — Διάρκεια της παραβάσεως — Πλήρης δικαιοδοσία»
Στην υπόθεση T-357/06,
Koninklijke Wegenbouw Stevin BV, με έδρα την Ουτρέχτη (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους E. Pijnacker Hordijk και Y. de Vries, δικηγόρους, στη συνέχεια, από τους E. Pijnacker Hordijk και X. Reintjes, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους A. Bouquet, A. Nijenhuis και F. Ronkes Agerbeek, επικουρούμενους αρχικώς από τους L. Gyselen, F. Tuytschaever και F. Wijckmans, δικηγόρους, στη συνέχεια, από τον L. Gyselen, δικηγόρο,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως C(2006) 4090 τελικό της Επιτροπής, της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 [ΕΚ] [Υπόθεση COMP/F/38.456 – Πίσσα (Κάτω Χώρες)], καθόσον η εν λόγω απόφαση αφορά την προσφεύγουσα, και, επικουρικώς, αίτημα μειώσεως του ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με την εν λόγω απόφαση,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Jaeger, Πρόεδρο, N. Wahl και S. Soldevila Fragoso (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: J. Plingers, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Μαΐου 2011,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
I – Η προσφεύγουσα
1
Η Koninklijke Volker Wessels Stevin είναι ολλανδικός κατασκευαστικός όμιλος που απαρτίζεται από περισσότερες από εκατό εταιρίες εκμεταλλεύσεως. Η μητρική εταιρία, Koninklijke Volker Wessels Stevin NV (στο εξής: KVWS), δραστηριοποιείται στον τομέα των έργων οδοποιίας μέσω της εταιρίας Volker Wessels Stevin Verkeersinfra BV και της προσφεύγουσας, Koninklijke Wegenbouw Stevin BV, η οποία είναι θυγατρική εταιρία της και η οποία είναι επιφορτισμένη με τη διαπραγμάτευση ως προς τις τιμές της πίσσας και με την αγορά πίσσας για το σύνολο των εταιριών του ομίλου, ενόψει της παραγωγής ασφάλτου στις Κάτω Χώρες. Κατά την περίοδο που διήρκεσε η παράβαση, η KVWS κατείχε το σύνολο του κεφαλαίου της προσφεύγουσας, μέσω των εταιριών χαρτοφυλακίου Volker Wessels Stevin Infra BV και Volker Wessels Stevin Verkeersinfra.
II – Η διοικητική διαδικασία
2
Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 2002 η εταιρία British Petroleum (στο εξής: BP) ενημέρωσε την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την προβαλλόμενη ύπαρξη μιας συμπράξεως που αφορούσε την αγορά της πίσσας οδοποιίας στις Κάτω Χώρες και υπέβαλε αίτημα με το οποίο επιδίωκε να τύχει απαλλαγής από την επιβολή προστίμου, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανακοινώσεως της Επιτροπής, της 19ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ C 45, σ. 3, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας).
3
Την 1η Οκτωβρίου 2002 η Επιτροπή προέβη σε αιφνιδιαστικούς ελέγχους, μεταξύ άλλων στα γραφεία της προσφεύγουσας. Κατά τους ελέγχους αυτούς, η προσφεύγουσα, αρχικώς, αρνήθηκε να εισέλθουν οι υπάλληλοι της Επιτροπής στο κτίριο εν αναμονή της αφίξεως των δικηγόρων της, οι οποίοι απασχολούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίες, και, ακολούθως, αντιτάχθηκε στην είσοδο των ως άνω υπαλλήλων της Επιτροπής στο γραφείο ενός εκ των διευθυντών της. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ζήτησε τη συνδρομή των εθνικών αρχών προκειμένου να προβεί στους ελέγχους αυτούς. Οι υπάλληλοι της Επιτροπής προέβησαν δύο φορές στη σύνταξη πρακτικών όσον αφορά τα ως άνω περιστατικά στις 3 Οκτωβρίου 2002, αντίγραφο των οποίων διαβιβάσθηκε στην προσφεύγουσα στο πλαίσιο της προσβάσεως στον φάκελο, την οποία παρέσχε η Επιτροπή στις 19 Οκτωβρίου 2004.
4
Η Επιτροπή απηύθυνε αιτήσεις παροχής πληροφοριών σε πολλές εταιρίες, και μεταξύ αυτών στην προσφεύγουσα, στις 30 Ιουνίου 2003, η δε προσφεύγουσα απάντησε στις 12 Σεπτεμβρίου 2003. Στις 10 Φεβρουαρίου 2004 η Επιτροπή απέστειλε νέα αίτηση παροχής πληροφοριών, στην οποία η KVWS απάντησε στις 2 Μαρτίου 2004.
5
Στις 12 Σεπτεμβρίου 2003 η επιχείρηση Kuwait Petroleum υπέβαλε αίτηση περί εφαρμογής της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, στην οποία είχε επισυνάψει μια εταιρική δήλωση. Η εταιρία Shell Nederland Verkoopmaatschappij BV (στο εξής: SNV) υπέβαλε, επίσης, σχετική αίτηση στις 10 Οκτωβρίου 2003, συνοδευόμενη από μια εταιρική δήλωση και από μια δήλωση ενός πρώην συνεργάτη της, ο οποίος έχει συνταξιοδοτηθεί. Εξάλλου, με την απάντησή τους στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, οι επιχειρήσεις Total και Nynas ζήτησαν να ληφθεί υπόψη, στο πλαίσιο της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, η απάντησή τους στην αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής.
6
Στις 18 Οκτωβρίου 2004 η Επιτροπή κίνησε τη σχετική διαδικασία και εξέδωσε ανακοίνωση αιτιάσεων, απευθυνθείσα στις 19 Οκτωβρίου 2004 σε πολλές εταιρίες, και μεταξύ αυτών στην KVWS, στην προσφεύγουσα και στην Volker Wessels Stevin Infra.
7
Κατόπιν της ακροάσεως των εμπλεκομένων εταιριών στις 15 και στις 16 Ιουνίου 2005, η Nynas και η Kuwait Petroleum παρέσχαν, αντιστοίχως στις 28 και στις 30 Ιουνίου 2005, διευκρινίσεις όσον αφορά ορισμένες δηλώσεις που χρησιμοποιήθηκαν από την Επιτροπή στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και αμφισβητήθηκαν, κατά τη διάρκεια της ακροάσεως, από άλλες εταιρίες, διευκρινίσεις οι οποίες διαβιβάστηκαν στο σύνολο των ενδιαφερομένων μερών. Η προσφεύγουσα απάντησε στα έγγραφα αυτά στις 26 Αυγούστου 2005. Ομοίως, η προσφεύγουσα απάντησε στις 28 Ιουνίου 2005 σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών που έδιδε συνέχεια σε μια προφορική ερώτηση της Επιτροπής, η οποία τέθηκε κατά τη διάρκεια της ακροάσεως, και η απάντηση αυτή διαβιβάσθηκε στο σύνολο των ενδιαφερομένων μερών στις 24 Μαΐου 2006. Στις 25 Ιανουαρίου 2006 η Επιτροπή απηύθυνε έγγραφο στο σύνολο των ενδιαφερομένων μερών, προκειμένου να παράσχει διευκρινίσεις σχετικά με ένα απόσπασμα της ανακοινώσεως των αιτιάσεων που αφορούσε τον καθορισμό των τιμών, έγγραφο στο οποίο απάντησε η προσφεύγουσα στις 16 Φεβρουαρίου 2006. Τέλος, στις 24 Μαΐου 2006 η Επιτροπή διαβίβασε στην προσφεύγουσα το σύνολο των αποσπασμάτων των απαντήσεων των λοιπών επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, τα οποία προετίθετο να χρησιμοποιήσει ως αποδεικτικά στοιχεία εις βάρος της προσφεύγουσας, η δε προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των εγγράφων αυτών στις 12 Ιουνίου 2006.
III – Η προσβαλλόμενη απόφαση
8
Στις 13 Σεπτεμβρίου 2006 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2006) 4090 τελικό, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 [ΕΚ] [υπόθεση COMP/F/38.456 – Πίσσα (Κάτω Χώρες)] (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουλίου 2007 (ΕΕ L 196, σ. 40), η δε απόφαση κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 25 Σεπτεμβρίου 2006.
9
Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι εταιρίες οι οποίες ήσαν αποδέκτριες της προσβαλλομένης αποφάσεως είχαν μετάσχει σε ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, η οποία συνίστατο στον από κοινού καθορισμό ανά τακτά διαστήματα, κατά τις σχετικές περιόδους, όσον αφορά την πώληση και την αγορά πίσσας για οδοποιία στις Κάτω Χώρες, της μικτής τιμής, μιας ομοιόμορφης εκπτώσεως επί της μικτής τιμής για τους κατασκευαστές έργων οδοποιίας που μετείχαν στη σύμπραξη (στο εξής: μεγάλοι κατασκευαστές ή W5) και μιας μειωμένου ύψους μέγιστης εκπτώσεως επί της μικτής τιμής για τους λοιπούς κατασκευαστές έργων οδοποιίας (στο εξής: λοιποί κατασκευαστές ή μικροί κατασκευαστές).
10
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα, αλληλεγγύως με την KVWS, πρόστιμο ύψους 27,36 εκατομμυρίων ευρώ λόγω του ότι διέπραξε την ως άνω παράβαση για την περίοδο από την 1η Απριλίου 1994 μέχρι τις 15 Απριλίου 2002.
11
Όσον αφορά τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων, η Επιτροπή χαρακτήρισε την παράβαση ως πολύ σοβαρή, λαμβανομένης υπόψη της φύσεώς της, έστω και αν η σχετική γεωγραφική αγορά ήταν περιορισμένη (αιτιολογική σκέψη 316 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
12
Για να συνεκτιμήσει την ιδιαίτερη σημασία της συμπεριφοράς της κάθε μετέχουσας στη σύμπραξη επιχειρήσεως και τον πραγματικό αντίκτυπό της στον ανταγωνισμό, η Επιτροπή προέβη σε διάκριση, όσον αφορά τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, ανάλογα με τη σχετική σημασία της κάθε μίας στην οικεία αγορά, την οποία προσδιόρισε με κριτήριο τα μερίδια αγοράς τους, και τις κατέταξε σε έξι κατηγορίες.
13
Βάσει των προαναφερθεισών εκτιμήσεων, η Επιτροπή καθόρισε αρχικό ποσό ύψους 9,5 εκατομμυρίων ευρώ όσον αφορά την προσφεύγουσα (αιτιολογική σκέψη 322 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή εκτίμησε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εφαρμοστεί συντελεστής προσαυξήσεως προς διασφάλιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους και του κύκλου εργασιών του ομίλου Koninklijke Volker Wessels Stevin (αιτιολογική σκέψη 323 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
14
Ως προς τη διάρκεια της παραβάσεως, η Επιτροπή εκτίμησε ότι η προσφεύγουσα είχε διαπράξει μακροχρόνια παράβαση, διάρκειας μεγαλύτερης από πέντε έτη, και έλαβε υπόψη της, όσον αφορά την προσφεύγουσα, συνολική διάρκεια παραβάσεως οκτώ ετών, ήτοι από την 1η Απριλίου 1994 μέχρι τις 15 Απριλίου 2002, προσαυξάνοντας, ως εκ τούτου, το αρχικό ποσό κατά 80 % (αιτιολογική σκέψη 326 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επομένως, το βασικό ποσό του προστίμου που υπολογίζεται αναλόγως της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως καθορίστηκε για την προσφεύγουσα σε 17,1 εκατομμύρια ευρώ (αιτιολογική σκέψη 335 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
15
Η Επιτροπή έλαβε υπόψη της πολλές επιβαρυντικές περιστάσεις όσον αφορά την προσφεύγουσα. Πρώτον, η Επιτροπή εκτίμησε ότι, εφόσον η προσφεύγουσα είχε κριθεί ένοχη λόγω αρνήσεως συνεργασίας και απόπειρας παρακωλύσεως κατά τη διάρκεια των ελέγχων που διεξήχθησαν στα γραφεία της, την 1η Οκτωβρίου 2002, έπρεπε να εφαρμοστεί, όσον αφορά την προσφεύγουσα, προσαύξηση κατά 10 % του βασικού ποσού του προστίμου (αιτιολογικές σκέψεις 340 και 341 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Δεύτερον, η Επιτροπή θεώρησε ότι η προσφεύγουσα είχε ενεργήσει ως υποκινήτρια και πρωτοστατούσα στο πλαίσιο της συμπράξεως, στοιχείο που δικαιολογούσε νέα προσαύξηση κατά 50 % του βασικού ποσού του προστίμου (αιτιολογικές σκέψεις 342 έως 349 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
16
Εξάλλου, η Επιτροπή εκτίμησε ότι καμία ελαφρυντική περίσταση δεν μπορούσε να αναγνωριστεί υπέρ της προσφεύγουσας (αιτιολογικές σκέψεις 350 έως 360 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
17
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 5 Δεκεμβρίου 2006, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
18
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας τα οποία προβλέπει το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του, κάλεσε τους διαδίκους να καταθέσουν ορισμένα έγγραφα και έθεσε σ’ αυτούς ερωτήσεις. Οι διάδικοι προέβησαν στις απαιτούμενες ενέργειες εμπροθέσμως.
19
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις που τους έθεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Μαΐου 2011.
20
Λόγω κωλύματος ενός μέλους του έκτου τμήματος να μετάσχει στην εκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου όρισε τον εαυτό του, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 32, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, για να συμπληρωθεί η σύνθεση του τμήματος.
21
Με διάταξη της 18ης Νοεμβρίου 2011 το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα), με τη νέα του σύνθεση, διέταξε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας και οι διάδικοι πληροφορήθηκαν ότι θα αγορεύσουν κατά τη διάρκεια νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
22
Με έγγραφα, αντιστοίχως, της 25ης και 28ης Νοεμβρίου 2011 η προσφεύγουσα και η Επιτροπή πληροφόρησαν το Γενικό Δικαστήριο ότι παραιτούνται του δικαιώματός τους να αγορεύσουν εκ νέου.
23
Κατά συνέπεια, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να περατώσει την προφορική διαδικασία.
24
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αυτή τυγχάνει εφαρμογής επί της προσφεύγουσας·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως καθ’ ο μέτρο αφορά την προσφεύγουσα και να μειώσει σημαντικά το ποσό του επιβληθέντος σ’ αυτήν προστίμου·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
25
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
26
Η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και, επικουρικώς, την κατάργηση ή μείωση του προστίμου που της επέβαλε η Επιτροπή με την εν λόγω απόφαση.
I – Επί των αιτημάτων με τα οποία επιδιώκεται η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως
Α – Εισαγωγικές παρατηρήσεις
27
Προς στήριξη των αιτημάτων της, με τα οποία επιδιώκεται η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος λόγος αντλείται από πλάνη περί τα πράγματα, ο δεύτερος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο ως προς την εκτίμηση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και ο τρίτος λόγος αντλείται από παράβαση ουσιώδους τύπου και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας τα οποία μπορούσε να επικαλεσθεί η προσφεύγουσα.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
28
Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει ακριβή και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία προς απόδειξη παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ και ότι η ύπαρξη αμφιβολίας του δικαστή, ως προς το ζήτημα αυτό, είναι υπέρ της επιχειρήσεως (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T-67/00, T-68/00, T-71/00 και T-78/00, JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-2501, σκέψη 179, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T-44/02 OP, T-54/02 OP, T-56/02 OP, T-60/02 OP και T-61/02 OP, Dresdner Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-3567, σκέψεις 60 και 62). Η προσφεύγουσα φρονεί ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν τήρησε τις αρχές αυτές κατά την εκ μέρους της εκτίμηση του αν υφίστατο παράβαση καθώς και κατά τον χαρακτηρισμό της φύσεως της παραβάσεως. Συγκεκριμένα, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή εσφαλμένως θεώρησε ισότιμες, αφενός, την πολύ σοβαρή παράβαση την οποία διέπραξαν οι προμηθευτές πίσσας (στο εξής: προμηθευτές) και η οποία συνίστατο στην ύπαρξη συμπράξεως όσον αφορά τις τιμές και την κατανομή της αγοράς και, αφετέρου, τον απλό μηχανισμό για την από κοινού διαπραγμάτευση, τον οποίο έθεσαν σε λειτουργία οι μεγάλοι κατασκευαστές και ο οποίος αποσκοπούσε μόνον στο να υπάρξει μια αντίδραση έναντι της συμπράξεως των προμηθευτών και στο να επιτευχθούν επωφελέστεροι όροι αγοράς του προϊόντος αυτού. Λόγω αυτής της εσφαλμένης εκτιμήσεως όσον αφορά τη λειτουργία της συμπράξεως, η Επιτροπή προσέδωσε υπερβολικά μεγάλη σημασία στις δηλώσεις των προμηθευτών και δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία εντούτοις μνημονεύθηκαν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και ορισμένα εκ των οποίων αφορούσαν την ίδια περίοδο με αυτήν κατά την οποία διαπράχθηκε η παράβαση.
29
Η Επιτροπή απορρίπτει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
30
Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), και σύμφωνα με την προγενέστερη νομολογία (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-8417, σκέψη 58, και της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, Συλλογή 1999, σ. I-4125, σκέψη 86), η αρχή η οποία επικαλείται την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ φέρει το βάρος αποδείξεως της ως άνω παραβάσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω αρχή οφείλει να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία που να θεμελιώνουν, επαρκώς κατά νόμον, τη συνδρομή πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν παράβαση. Επιπλέον, ο δικαστής της Ένωσης έχει αποσαφηνίσει ότι τυχόν αμφιβολία του δικαστή είναι υπέρ της επιχειρήσεως στην οποία απευθύνεται η απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1978, 27/76, United Brands και United Brands Continental κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 75, σκέψη 265) και ότι, επομένως, σύμφωνα με το τεκμήριο αθωότητας, ο δικαστής δεν μπορεί να θεωρήσει ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον την ύπαρξη της επίδικης παραβάσεως όταν διατηρεί αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό, ιδίως στο πλαίσιο προσφυγής με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση αποφάσεως περί επιβολής προστίμου (απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 177). Εντούτοις, δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην να πληροί έκαστο των προσκομιζόμενων από την Επιτροπή αποδεικτικών στοιχείων τα εν λόγω κριτήρια ως προς ένα έκαστο των στοιχείων της παραβάσεως. Αρκεί η δέσμη των ενδείξεων που επικαλείται το εν λόγω όργανο, συνολικώς εκτιμώμενη, να ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή (απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 180). Επομένως, στο πλαίσιο της εξετάσεως του υπό κρίση πρώτου λόγου ακυρώσεως, απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξετάσει αν η Επιτροπή κατείχε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να θεμελιώνουν τη συνδρομή πραγματικών περιστατικών στοιχειοθετούντων παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
31
Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει αποσαφηνίσει ότι, εφόσον η Επιτροπή έχει συγκεντρώσει γραπτά αποδεικτικά στοιχεία στοιχειοθετούντα την προβαλλόμενη παράβαση και τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία θεωρούνται επαρκή για να αποδειχθεί η ύπαρξη συμφωνίας που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί το αν η κατηγορούμενη επιχείρηση είχε εμπορικό συμφέρον για τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 2007, C-403/04 P και C-405/04 P, Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-729, σκέψη 46). Επομένως, στην περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο εκτιμήσει ότι η Επιτροπή απέδειξε την ύπαρξη συμφωνίας που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, δεν απόκειται σ’ αυτό να απαντήσει στα επιχειρήματα σχετικά με το εμπορικό συμφέρον της προσφεύγουσας για τη συμμετοχή της στη σύμπραξη.
32
Εξάλλου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή προσέδωσε, εν γένει, υπερβολικά μεγάλη σημασία στις δηλώσεις των προμηθευτών και ότι, κατά συνέπεια, δεν έλαβε υπόψη ορισμένα αποδεικτικά μέσα. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται, να εξακριβώνει και να απαντά, στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε κάθε ισχυρισμό που προβλήθηκε από τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, αλλά ότι απόκειται στην Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 253 ΕΚ, να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική της, κατά τρόπον ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να πληροφορηθούν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του σχετικού μέτρου, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Αυτή η απαίτηση περί αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, και ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως προς παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία της υποθέσεως, εφόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 253 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του περιεχομένου της, αλλά και των συμφραζομένων, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 1985, 296/82 και 318/82, Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 19· της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-56/93, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-723, σκέψη 86, και της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, Συλλογή 1998, σ. I-1719, σκέψη 63).
Β – Πλάνη περί τα πράγματα
33
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε εξάκις σε πλάνη περί τα πράγματα.
1. Επί της πρώτης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά τη μη συνεκτίμηση της υπάρξεως αντικρουόμενων συμφερόντων μεταξύ των προμηθευτών και των μεγάλων κατασκευαστών
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
34
Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι οι προμηθευτές και οι μεγάλοι κατασκευαστές είχαν εκ διαμέτρου αντίθετα συμφέροντα, λαμβανομένου υπόψη ότι οι πρώτοι επιδίωκαν να αυξήσουν τις τιμές πωλήσεως και να προσελκύσουν πελάτες, επιχειρώντας να βεβαιωθούν για τη συνεργασία των δευτέρων. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές επιδίωκαν κοινό σκοπό με τους προμηθευτές. Υπενθυμίζει, αφενός, ότι πλείονα αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου ενός εσωτερικού υπομνήματος της SNV της 6ης Φεβρουαρίου 1995, παρείχαν τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι μόνον οι προμηθευτές είχαν θέσει σε λειτουργία μια σύμπραξη κατά τη δεκαετία του 1980 και ότι στη σύμπραξη αυτή μετείχαν οι προμηθευτές στο σύνολό τους, και, αφετέρου, ότι τα στοιχεία αυτά δεν ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή. Ομοίως, η προσφεύγουσα φρονεί ότι και άλλα στοιχεία παρέχουν τη δυνατότητα να επιβεβαιωθεί ότι η σύμπραξη, την οποία έθεσαν σε λειτουργία οι προμηθευτές, προκάλεσε τη συνεργασία μεταξύ των μεγάλων κατασκευαστών, πράγμα το οποίο, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή. Η προσφεύγουσα αποσαφηνίζει ότι, αντιθέτως, η συνεργασία μεταξύ των μεγάλων κατασκευαστών άρχισε μόλις κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990, λαμβανομένου υπόψη ότι η παραγωγή ασφάλτου αναδιοργανώθηκε τότε σε μεγάλο βαθμό στις Κάτω Χώρες, προκαλώντας σημαντική μείωση του αριθμού των εγκαταστάσεων ασφαλτικής αναμίξεως και την εμφάνιση εγκαταστάσεων τις οποίες κατείχαν από κοινού πλείονες μεγάλοι κατασκευαστές. Οι συσκέψεις συνδιαλλαγής με τους προμηθευτές αποτέλεσαν, επίσης, υποχρεωτική συνέπεια μιας νομοθετικής μεταβολής στις Κάτω Χώρες, η οποία είχε ως συνέπεια την εισαγωγή, το 1990, στις συγγραφές υποχρεώσεων για την κατασκευή έργων οδοποιίας, του κανόνα του πιστοποιητικού καταγωγής, το οποίο έπρεπε να λάβουν οι κατασκευαστές.
35
Επιπλέον, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι, με σκοπό την ενίσχυση της θεωρίας της περί υπάρξεως διμερούς συμπράξεως μεταξύ προμηθευτών και μεγάλων κατασκευαστών, παραιτήθηκε από τη συνέχιση των ερευνών της σχετικά με τις συμφωνίες για την κατανομή της αγοράς, οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ των προμηθευτών, παρά το ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων περιείχε πολλές ενδείξεις επί του θέματος αυτού και παρά το ότι η ίδια η προσφεύγουσα είχε προσκομίσει πλείονα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Ομοίως, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη σειρά ενδείξεων σχετικών με ανταλλαγές εμπιστευτικών πληροφοριών όσον αφορά τη χρήση της παραγωγικής ικανότητας, τους πελάτες και τις τιμές μεταξύ προμηθευτών, όπως και την ύπαρξη συμπράξεων μεταξύ των προμηθευτών αυτών σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Τέλος, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές ουδέποτε διοργάνωσαν συμφωνίες συνεργασίας για την αγορά άλλων πρώτων υλών.
36
Η Επιτροπή απορρίπτει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
37
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη στοιχεία παρέχοντα τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι οι προμηθευτές, στο σύνολό τους, είχαν θέσει σε λειτουργία μια σύμπραξη κατά τη δεκαετία του 1980, ενώ οι μεγάλοι κατασκευαστές έλαβαν μέρος στην εν λόγω σύμπραξη, εν είδει αντιδράσεως, μόλις κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990. Η προσφεύγουσα στηρίζεται, ιδίως, στο εσωτερικό υπόμνημα της SNV της 6ης Φεβρουαρίου 1995, το οποίο κατασχέθηκε από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια των ελέγχων και κατατέθηκε στον διοικητικό φάκελο. Διαπιστώνεται ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι ένας μισθωτός της SNV προέβη σε μια συνοπτική επισκόπηση σχετικά με την αγορά της κατασκευής έργων οδοποιίας στις Κάτω Χώρες, στην οποία περιγράφει την κατάσταση της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας εντός της αγοράς και τις «απαρχές του καρτέλ» από το 1980. Έτσι, στο εν λόγω έγγραφο μνημονεύεται η δημιουργία του «Nabit», επαγγελματικού οργανισμού των επιχειρήσεων του τομέα της πίσσας, το 1980, ήτοι σε μια περίοδο αστάθειας των τιμών της πίσσας, στη συνέχεια μνημονεύεται η δημιουργία του σχεδίου «Star», ήτοι μιας συμπράξεως αποτελούμενης από τους πέντε κύριους κατασκευαστές έργων οδοποιίας και από τους κύριους προμηθευτές, η οποία τερματίσθηκε το 1993, και, τέλος, μνημονεύεται το γεγονός ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές απαίτησαν μεγαλύτερη σταθερότητα τιμών το 1995, προκειμένου οι ποσότητες και η κατανομή των αγορών να επανέλθουν, κατά προσέγγιση, στην κατάσταση στην οποία βρίσκονταν το 1993. Στο ως άνω έγγραφο υπογραμμίζεται, εν κατακλείδι, το μερίδιο ευθύνης τόσο των δημοσίων αρχών όσο και των μεγάλων κατασκευαστών και των προμηθευτών όσον αφορά την εμφάνιση ορισμένων συμφωνιών. Ωστόσο, το έγγραφο αυτό δεν παρέχει, από μόνο του, τη δυνατότητα να προσδιορισθεί σαφώς αν υπήρχε σύμπραξη πριν από το 1994 ούτε αν οι προμηθευτές επέβαλαν τη σύμπραξη στους μεγάλους κατασκευαστές.
38
Εξάλλου, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, σε ένα άλλο εσωτερικό υπόμνημα της 9ης Φεβρουαρίου 1995, το οποίο επίσης κατασχέθηκε από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια των ελέγχων και κατατέθηκε στον διοικητικό φάκελο, δύο μισθωτοί της SNV εκθέτουν την κατάσταση της ολλανδικής αγοράς της κατασκευής έργων οδοποιίας και υπογραμμίζουν, ιδίως, την ύπαρξη συμφωνιών ως προς τις τιμές και τις αγορές μεταξύ των μεγάλων κατασκευαστών, οι οποίοι ελάμβαναν ειδική έκπτωση, και των προμηθευτών, εις βάρος των αναθετουσών αρχών και των λοιπών κατασκευαστών. Οι μισθωτοί αυτοί χαρακτηρίζουν την κατάσταση ως «συνεργασία μεταξύ δύο καρτέλ» και έχουν επίγνωση του ότι υπάρχει κίνδυνος επιβολής κυρώσεως από την Επιτροπή. Οι εν λόγω μισθωτοί επισημαίνουν ότι η SNV επιχείρησε να θέσει τέρμα στην κατάσταση αυτή από το 1992, αλλά δεν το κατόρθωσε, και εξετάζουν τις πιθανότητες εξελίξεως της καταστάσεως και τους σχετικούς κινδύνους (διατήρηση της συνεργασίας και μερική ή ολική κατάργηση της συνεργασίας). Το έγγραφο αυτό επιβεβαιώνει τον διμερή χαρακτήρα της συμπράξεως και αναιρεί, αντιθέτως, τη θεωρία της προσφεύγουσας ότι υπήρχε σύμπραξη μόνον από πλευράς προμηθευτών πριν από το 1994, σύμπραξη την οποία οι προμηθευτές επέβαλαν στους μεγάλους κατασκευαστές. Επιπλέον, μια εσωτερική έκθεση της 20ής Φεβρουαρίου 1992, η οποία κατασχέθηκε από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια των ελέγχων και κατατέθηκε στον διοικητικό φάκελο, έκθεση την οποία συνέταξε η εταιρία Wintershall AG, παραγωγός πίσσας οδοποιίας και αποδέκτρια της προσβαλλομένης αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε σ’ αυτήν πρόστιμο 11,625 εκατομμυρίων ευρώ, αναφέρεται σε επαφές μεταξύ της SNV και της προσφεύγουσας, λαμβανομένου υπόψη ότι η τελευταία ζήτησε από τη SNV, ως «ηγετική εταιρία στην αγορά» [«marketleader»], να διατυπώσει προτάσεις για συνεργασία μεταξύ των προμηθευτών και του W5, οι οποίες αντιστοιχούσαν στη δημιουργία μονοπωλίου αγοράς. Στο έγγραφο αυτό εκτίθεται ότι η Wintershall είχε επισημάνει στην προσφεύγουσα, κατά τη διάρκεια μιας επισκέψεως της τελευταίας στα γραφεία της στις 18 Φεβρουαρίου 1992, ότι η διεργασία αυτή ήταν προβληματική από την άποψη του δικαίου των συμπράξεων. Η προσφεύγουσα επιχείρησε να θέσει υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία του εγγράφου αυτού τονίζοντας ότι διατηρούσε μόνον ελάχιστες εμπορικές επαφές με τη Wintershall και ότι ήταν ελάχιστα πιστευτό το ότι θα μπορούσε να διαβιβάσει μια τόσο εμπιστευτική πληροφορία στη συνομιλήτριά της. Ωστόσο, είναι ελάχιστα πιθανό το ότι η Wintershall εκ προθέσεως ανέγραψε μια εσφαλμένη πληροφορία σε μια αμιγώς εσωτερική έκθεση το 1992. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός και μόνον ότι η προσφεύγουσα διατηρούσε μόνον ελάχιστες εμπορικές επαφές με τη Wintershall, έστω και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, δεν αρκεί για να τεθεί υπό αμφισβήτηση η αποδεικτική αξία του εγγράφου αυτού.
39
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι πλείονα συγκλίνοντα έγγραφα, τα οποία συντάχθηκαν κατά τον χρόνο τελέσεως της παραβάσεως ή προγενεστέρως, παρείχαν τη δυνατότητα στην Επιτροπή να θεωρήσει ότι η σύμπραξη δεν είχε ως αφετηρία μια προγενέστερη σύμπραξη τεθείσα σε λειτουργία από τους προμηθευτές και ότι οι εν λόγω προμηθευτές δεν είχαν επιβάλει τη συμμετοχή των μεγάλων κατασκευαστών σε σύμπραξη.
40
Επιπλέον, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι παραιτήθηκε, παρά τις πολλές ενδείξεις που μνημονεύονται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, από τη συνέχιση των ερευνών σχετικά με συμφωνίες για την κατανομή της αγοράς, τις οποίες είχαν συνάψει οι προμηθευτές στις Κάτω Χώρες, σχετικά με τακτικές ανταλλαγές εμπιστευτικών πληροφοριών μεταξύ των προμηθευτών, οι οποίες αφορούσαν τη χρήση της παραγωγικής ικανότητας, τους πελάτες και τις τιμές, και σχετικά με την ύπαρξη συμπράξεων σε άλλες χώρες της Ευρώπης, τις οποίες είχαν συνομολογήσει οι εν λόγω προμηθευτές.
41
Πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπογραμμιστεί ότι, αφενός, η ύπαρξη τυχόν άλλων συμπράξεων μεταξύ των προμηθευτών δεν είναι ασύμβατη προς τη θεωρία της υπάρξεως διμερούς συμπράξεως μεταξύ των εν λόγω προμηθευτών και του W5 και ότι, αφετέρου, η Επιτροπή δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να έχουν μετάσχει οι μεγάλοι κατασκευαστές και σε άλλες συμφωνίες με τους προμηθευτές (σημεία 174 και 175 της ανακοινώσεως των αιτιάσεων).
42
Εξάλλου, δεν είναι δυνατό να προσαφθεί στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, το ότι δεν συμπεριέλαβε τυχόν άλλες συμφωνίες στην προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, ένα τέτοιο επιχείρημα, έστω και αν θεωρηθεί βάσιμο, δεν ασκεί επιρροή επί της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
43
Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνηστεί ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων έχει προκαταρκτικό χαρακτήρα, λαμβανομένου υπόψη ότι η λειτουργία του εγγράφου αυτού, όπως αυτή καθορίζεται στους κανονισμούς της Ένωσης, συνίσταται στην παροχή όλων των αναγκαίων στοιχείων στις επιχειρήσεις, ώστε να μπορέσουν να αμυνθούν προσηκόντως πριν εκδώσει η Επιτροπή οριστική απόφαση (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T-352/94, Mo och Domsjö κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-1989, σκέψη 63· T-308/94, Cascades κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-925, σκέψη 42, και της 28ης Φεβρουαρίου 2002, T-86/95, Compagnie générale maritime κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-1011, σκέψη 442). Ειδικότερα, καίτοι η Επιτροπή πρέπει να εκδίδει οριστική απόφαση που να στηρίζεται μόνο στις αιτιάσεις για τις οποίες δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους (άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003), εντούτοις δεν υποχρεούται να επαναλάβει όλα τα στοιχεία που μνημονεύθηκαν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, ιδίως αν τα στοιχεία αυτά κρίθηκαν ανεπαρκή. Συνεπώς, η απόφαση δεν πρέπει αναγκαστικά να αποτελεί ακριβές αντίγραφο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78, van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 207, σκέψη 68).
44
Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η δημιουργία της συμπράξεως από πλευράς των μεγάλων κατασκευαστών, κατά τη δεκαετία του 1990, αποτελούσε αντίδραση έναντι της αναδιαρθρώσεως της αγοράς της ασφάλτου εκ μέρους των ολλανδικών δημοσίων αρχών (θέσπιση πιστοποιητικού καταγωγής στο πλαίσιο της συγγραφής υποχρεώσεων των προκηρύξεων διαγωνισμών για την κατασκευή έργων οδοποιίας, πράγμα το οποίο καθιστούσε δύσκολη την οποιαδήποτε μεταβολή προμηθευτή επί ένα ημερολογιακό έτος, μείωση του αριθμού των μονάδων ασφαλτικής αναμίξεως και δημιουργία μονάδων τις οποίες κατείχαν από κοινού πλείονες μεγάλοι κατασκευαστές), πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προσφεύγουσα δεν ανέφερε τον λόγο για τον οποίο οι εξελίξεις αυτές της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως οδήγησαν το W5 να θέσει σε λειτουργία τη σύμπραξη. Πάντως, κατά τη νομολογία, ελλείψει δεσμευτικής κανονιστικής διατάξεως επιβάλλουσας αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, η Επιτροπή δεν μπορεί να καταλήξει ότι οι εγκαλούμενοι επιχειρηματίες στερούνται αυτονομίας, παρά μόνον αν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, κρισίμων και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι τη συμπεριφορά αυτή τους την επέβαλαν μονομερώς οι εθνικές αρχές, ασκώντας τους ακαταμάχητες πιέσεις, όπως απειλώντας τους ότι θα λάβουν κρατικά μέτρα δυνάμενα να τους προκαλέσουν σοβαρή οικονομική ζημία (απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Δεκεμβρίου 2003, T-66/99, Minoan Lines κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-5515, σκέψεις 176 έως 179). Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε στοιχείο βάσει του οποίου θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η ολλανδική εθνική νομοθεσία έδωσε λαβή για τις εκδηλώσεις συμπεριφοράς, οι οποίες προσάπτονται στην προσφεύγουσα.
45
Τέλος, το γεγονός ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές ουδέποτε διοργάνωσαν συμφωνίες συνεργασίας για την αγορά άλλων πρώτων υλών, έστω και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, δεν ασκεί επιρροή επί του υποστατού της υπό εξέταση παραβάσεως.
46
Επομένως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τα συμφέροντα των προμηθευτών και εκείνα των μεγάλων κατασκευαστών.
2. Επί της δεύτερης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά το περιεχόμενο των συμφωνιών μεταξύ προμηθευτών και μεγάλων κατασκευαστών
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
47
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση όσον αφορά το περιεχόμενο των συμφωνιών που συνήφθησαν μεταξύ των προμηθευτών και των μεγάλων κατασκευαστών. Έτσι, πρώτον, οι προμηθευτές καθόριζαν πάντοτε μόνοι τις αυξήσεις της μικτής τιμής της πίσσας οδοποιίας στις Κάτω Χώρες (στο εξής: μικτή τιμή), δεδομένου ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές είχαν επιτύχει μόνο σε μία περίπτωση, τον Μάρτιο του 2000, να αμφισβητήσουν την αύξηση που είχαν αναγγείλει οι προμηθευτές. Κατά την προσφεύγουσα, από πλείονα έγγραφα της δικογραφίας, και ιδίως από τις δηλώσεις της Kuwait Petroleum και της Nynas, οι οποίες ήσαν προμηθεύτριες πίσσας και αποδέκτριες της προσβαλλομένης αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε σ’ αυτές πρόστιμο, αντιστοίχως, ύψους 16,632 και 13,5 εκατομμυρίων ευρώ, προκύπτει ότι οι προμηθευτές ελάμβαναν πάντοτε μόνοι την πρωτοβουλία σχετικά με αύξηση των τιμών και καλούσαν σε συνάντηση τους μεγάλους κατασκευαστές προκειμένου να τους επιβάλουν την εν λόγω αύξηση. Δεύτερον, η ειδική έκπτωση που χορηγήθηκε από τους προμηθευτές στο W5 εθεωρείτο δικαιολογημένη από εμπορικής απόψεως λόγω των ποσοτήτων πίσσας τις οποίες αγόραζαν οι εν λόγω εταιρίες, και αποτελούσε απλώς και μόνον σημείο αφετηρίας για τις επιμέρους διαπραγματεύσεις που διεξήγε ο εκάστοτε κατασκευαστής με τον εκάστοτε προμηθευτή. Τρίτον, η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι πλείονα στοιχεία του διοικητικού φακέλου παρέχουν τη δυνατότητα να διαπιστωθεί ότι οι μικροί κατασκευαστές συμπεριφέρονταν καθ’ όμοιο τρόπο με τους σημαντικότερους ανταγωνιστές τους στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεών τους με τους προμηθευτές, απαιτώντας να επιτύχουν τις χαμηλότερες τιμές, και ότι το W5 υποψιαζόταν ότι οι εν λόγω προμηθευτές χορηγούσαν στους ως άνω μικρούς κατασκευαστές μεγαλύτερη έκπτωση. Η αντίδραση του W5, όταν αυτό ανακάλυψε, το 2000, ότι οι μικροί κατασκευαστές είχαν λάβει έκπτωση ισοδύναμη με τη δική του, συνίστατο στο ότι απαίτησε ατομικά ή συλλογικά (αλλά τούτο συνέβη μόνο σε μια περίπτωση) μεγαλύτερη έκπτωση από τους προμηθευτές. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το W5 δεν διέθετε κανένα μέσο για να ελέγξει αν οι προμηθευτές είχαν τηρήσει τη δέσμευσή τους, ή για να επιβάλει σ’ αυτούς κυρώσεις στην περίπτωση που χορηγούσαν υψηλότερες εκπτώσεις στους μικρούς κατασκευαστές. Τέταρτον, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή δημιουργεί την απατηλή εντύπωση ότι η χορηγούμενη στο W5 έκπτωση ήταν πάντοτε μεγαλύτερη, ενώ, το 2002, η εν λόγω έκπτωση είχε επανέλθει στο επίπεδο του 1994 και ενώ, αντιθέτως, η αύξηση της μικτής τιμής ήταν πάγια κατά την περίοδο που διήρκεσε η παράβαση.
48
Η Επιτροπή απορρίπτει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
49
Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα ότι πλείονα έγγραφα παρέχουν τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι οι προμηθευτές αποφάσιζαν μόνοι σχετικά με την αύξηση της μικτής τιμής και ότι η χορηγούμενη στο W5 έκπτωση εξηρτάτο αποκλειστικώς από τις αγορασθείσες ποσότητες, λαμβανομένου υπόψη ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές μπορούσαν, εξάλλου, να επαναδιαπραγματευθούν ως προς την έκπτωση αυτή ατομικά με τον εκάστοτε προμηθευτή, όπως έπρατταν και οι μικροί κατασκευαστές, πρέπει να υπογραμμιστεί η ανάγκη να ληφθούν υπόψη, σφαιρικώς, οι συμφωνίες που συνήφθησαν μεταξύ του W5 και των προμηθευτών, δεδομένου ότι οι συμφωνίες αυτές αφορούσαν, ταυτοχρόνως, τη μικτή τιμή, την ελάχιστη έκπτωση που χορηγείτο στο W5 και τη μέγιστη έκπτωση που ίσχυε για τους μικρούς κατασκευαστές.
50
Πρώτον, πλείονα έγγραφα που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση επιβεβαιώνουν τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ των δύο μερών ως προς τη μικτή τιμή, λαμβανομένου υπόψη ότι η τιμή αυτή δεν καθοριζόταν μονομερώς από τους προμηθευτές ούτε επιβαλλόταν στους μεγάλους κατασκευαστές, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα. Έτσι, στο από 8 Ιουλίου 1994 υπόμνημα της εταιρίας Hollandsche Beton Groep (στο εξής: HBG), που είναι κατασκευάστρια έργων οδοποιίας στις Κάτω Χώρες και αποδέκτρια της προσβαλλομένης αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε σ’ αυτήν πρόστιμο ύψους 7,2 εκατομμυρίων ευρώ, έγινε μνεία της υπάρξεως συμφωνιών μεταξύ του W5 και των πετρελαϊκών εταιριών ως προς τη μικτή τιμή μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1995 (αιτιολογική σκέψη 94 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξάλλου, το εσωτερικό υπόμνημα της SNV της 9ης Φεβρουαρίου 1995 μνημονεύει, επίσης, την ύπαρξη συμφωνιών ως προς τις τιμές οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ του W5 και των προμηθευτών (αιτιολογική σκέψη 89 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ομοίως, ένα υπόμνημα της SNV της 14ης Ιουλίου 2000 αναφέρεται σε συλλογικές συμφωνίες ως προς τη μικτή τιμή οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ των προμηθευτών και του W5 το 1995 (αιτιολογική σκέψη 90 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επιπλέον, ορισμένα υπομνήματα της προσφεύγουσας, τα οποία αφορούν συσκέψεις της 12ης Μαρτίου 1999 και της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, αναφέρονται στα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων αυτών όσον αφορά τη μικτή τιμή και την έκπτωση που χορηγήθηκε στο W5 (αιτιολογικές σκέψεις 104 και 106 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ορισμένα υπομνήματα της HBG του 1999 και του 2000 αναφέρονται, επίσης, στις συμφωνίες ως προς τις αυξήσεις τιμών και ως προς τα αντισταθμίσματα και στην απόρριψη, εκ μέρους του W5, της προτάσεως των προμηθευτών για αύξηση των τιμών το αργότερο την 1η Απριλίου 2000 (αιτιολογικές σκέψεις 107 και 110 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξάλλου, ορισμένα υπομνήματα της HBG και της προσφεύγουσας αναφέρονται σε μια σύσκεψη της 1ης Μαρτίου 2001, κατά τη διάρκεια της οποίας οι προμηθευτές εξέφρασαν την επιθυμία να μειωθεί η μικτή τιμή, ενώ το W5 προτιμούσε να διατηρηθεί η ισχύουσα μικτή τιμή (αιτιολογικές σκέψεις 115 και 116 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τέλος, με την από 12 Σεπτεμβρίου 2003 απάντησή της σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής όπως και με την από 20 Μαΐου 2005 απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η προσφεύγουσα δέχθηκε ότι οι προμηθευτές και το W5 είχαν συνάψει συμφωνίες με βάση τις προτάσεις για τη μικτή τιμή τις οποίες είχαν υποβάλει οι προμηθευτές (αιτιολογική σκέψη 97 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
51
Οι από 12 Σεπτεμβρίου 2003, 1 Οκτωβρίου 2003 και 9 Οκτωβρίου 2003 δηλώσεις της Kuwait Petroleum και οι από 2 Οκτωβρίου 2003 δηλώσεις της Nynas (αιτιολογική σκέψη 70 της προσβαλλομένης αποφάσεως), οι οποίες μνημονεύθηκαν από την προσφεύγουσα, δεν παρέχουν τη δυνατότητα να τεθεί υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα ότι η μικτή τιμή δεν καθοριζόταν μονομερώς από τους προμηθευτές ούτε επιβαλλόταν στους μεγάλους κατασκευαστές. Συγκεκριμένα, οι δηλώσεις αυτές παρέχουν απλώς και μόνον τη δυνατότητα να συναχθεί ότι υπήρχαν προπαρασκευαστικές συσκέψεις των προμηθευτών, κατά τη διάρκεια των οποίων οι εν λόγω προμηθευτές κατέληγαν σε συμφωνία ως προς τις προτάσεις σχετικά με τις τιμές, τις οποίες επρόκειτο να υποβάλουν στους μεγάλους κατασκευαστές κατά τη διάρκεια των σχετικών με τη σύμπραξη συσκέψεων.
52
Δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται σε πλείονα έγγραφα που επιβεβαιώνουν ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των προμηθευτών και των μεγάλων κατασκευαστών αφορούσαν, επίσης, τη χορηγηθείσα στο W5 έκπτωση και τη χορηγηθείσα στους λοιπούς κατασκευαστές έργων οδοποιίας μέγιστη έκπτωση. Τούτο συμβαίνει, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση της από 12 Σεπτεμβρίου 2003 απαντήσεως της προσφεύγουσας σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, στην οποία η προσφεύγουσα επισήμανε ότι οι συζητήσεις μεταξύ των προμηθευτών και των μεγάλων κατασκευαστών αφορούσαν, ταυτοχρόνως, τις «κλίμακες τιμών» και τις «προκαθορισμένες εκπτώσεις» (αιτιολογική σκέψη 72 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ομοίως, ένα εσωτερικό υπόμνημα της HBG της 28ης Μαρτίου 1994 αναφέρεται στην προκαθορισμένη τιμή, στη χορηγηθείσα στο W5 έκπτωση και στη χορηγηθείσα στους λοιπούς κατασκευαστές μέγιστη έκπτωση (αιτιολογική σκέψη 93 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ένα εσωτερικό υπόμνημα της HBG της 24ης Φεβρουαρίου 1994 καταδεικνύει, επίσης, τη σπουδαιότητα που προσέδιδαν οι μεγάλοι κατασκευαστές στο να επιτύχουν έκπτωση μη χορηγούμενη στους μικρούς κατασκευαστές και στο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να ισχύσει η έκπτωση για όλους τους κατασκευαστές (αιτιολογική σκέψη 95 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επιπλέον, μια εσωτερική έκθεση της HBG της 14ης Σεπτεμβρίου 1999 περιέχει μια σύνοψη των συμφωνιών σχετικά με τις «αυξήσεις και τα αντισταθμίσματα» του 1999, οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ του W5 και των προμηθευτών (αιτιολογική σκέψη 107 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η από 16 Σεπτεμβρίου 2003 απάντηση της Kuwait Petroleum σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής αναφέρει, επίσης, ότι η σύσκεψη συνδιαλλαγής της 27ης Μαρτίου 1998 είχε παράσχει τη δυνατότητα να εξετασθούν η μικτή τιμή και οι εκπτώσεις (αιτιολογική σκέψη 103 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ένα εσωτερικό υπόμνημα της προσφεύγουσας, το οποίο αφορά τη σύσκεψη της 12ης Μαρτίου 1999, αναφέρεται επίσης στη μικτή τιμή και στην έκπτωση που είχε συμφωνηθεί όσον αφορά το W5 (αιτιολογική σκέψη 104 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξάλλου, ορισμένα υπομνήματα της HBG και της προσφεύγουσας αναφέρονται στη σύσκεψη της 1ης Μαρτίου 2001, διευκρινίζοντας τη συνομολογηθείσα μικτή τιμή, τη χορηγηθείσα στο W5 έκπτωση και τη χορηγηθείσα στους λοιπούς κατασκευαστές έκπτωση (αιτιολογική σκέψη 116 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ένα εσωτερικό υπόμνημα της προσφεύγουσας της 23ης Μαΐου 2001, που επιβεβαιώθηκε με την από 12 Σεπτεμβρίου 2003 απάντησή της σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών, αναφέρεται επίσης στη μικτή τιμή και στη χορηγηθείσα στο W5 έκπτωση (αιτιολογική σκέψη 119 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η προσφεύγουσα, παραθέτοντας τις δηλώσεις ενός εκ των μισθωτών της, τόνισε, ομοίως, ότι «οι αυξήσεις της προκαθορισμένης τιμής δεν αποτελούσαν πρόβλημα επί όσο χρόνο επακολουθούσαν οι εκπτώσεις» (αιτιολογική σκέψη 149 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τέλος, μια ανάλυση της SNV της 9ης Φεβρουαρίου 1995 καταδεικνύει τη σπουδαιότητα που είχε για το W5 το να λαμβάνει μεγαλύτερη έκπτωση από τη χορηγούμενη στους μικρούς κατασκευαστές έκπτωση (αιτιολογική σκέψη 153 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
53
Τα διάφορα αυτά αποδεικτικά στοιχεία παρέχουν τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι οι συναφθείσες μεταξύ των μεγάλων κατασκευαστών και των προμηθευτών συμφωνίες αφορούσαν, ταυτοχρόνως, τη μικτή τιμή και την ειδική έκπτωση που χορηγήθηκε στο W5. Το γεγονός ότι ήταν δυνατό να ανακύψουν αποκλίσεις και έριδες όσον αφορά το επίπεδο της τιμής αυτής και των εκπτώσεων κατά τη διάρκεια των εν λόγω διαπραγματεύσεων μεταξύ των προμηθευτών και των μεγάλων κατασκευαστών, έστω και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, δεν αρκεί προς θεμελίωση των όσων υποστήριξε η προσφεύγουσα ότι, δηλαδή, οι προμηθευτές επέβαλαν τις αυξήσεις της μικτής τιμής στο W5.
54
Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η έκπτωση που χορηγήθηκε στο W5 ήταν, από εμπορικής απόψεως, δικαιολογημένη λόγω των αγορασθεισών ποσοτήτων, πρέπει να εξετασθούν οι επιμέρους ποσότητες που είχαν αγοραστεί από κάθε μέλος του W5, και όχι η ολική ποσότητα που είχε αγοραστεί από το σύνολο των μελών του. Έτσι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι μικροί κατασκευαστές δεν ελάμβαναν την ίδια έκπτωση με τα μέλη του W5, ενώ αγόραζαν ενίοτε, ατομικώς, μεγαλύτερες ποσότητες πίσσας απ’ ό,τι τα μέλη του W5. Ένας μισθωτός της BP τόνισε, με την από 12 Ιουλίου 2002 δήλωσή του, ότι οι προμηθευτές συχνά δεν τηρούσαν τις συναφθείσες με το W5 συμφωνίες, χορηγώντας μεγαλύτερη έκπτωση σε ορισμένους μικρούς κατασκευαστές που αγόραζαν από αυτούς μεγαλύτερες ποσότητες πίσσας. Εξάλλου, η Επιτροπή είχε ήδη απαντήσει στο επιχείρημα αυτό με την αιτιολογική σκέψη 157 της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπογραμμίζοντας, επιπλέον, αφενός, ότι οι ίδιοι οι μεγάλοι κατασκευαστές είχαν αναγνωρίσει ότι διαπραγματεύονταν, εν γένει, με σκοπό μια πρόσθετη έκπτωση λαμβάνοντας ως σημείο αναφοράς τις επιμέρους αγορασθείσες ποσότητες και, αφετέρου, ότι η ύπαρξη ενός μηχανισμού επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση χορηγήσεως στους μικρούς κατασκευαστές μεγαλύτερης εκπτώσεως από αυτήν που είχε καθοριστεί με τις συμφωνίες (τούτο δε, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη ότι, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ο μηχανισμός αυτός χρησιμοποιήθηκε μόνο μια φορά) αποτελούσε πρόσθετη ένδειξη περί του ότι η χορηγηθείσα στο W5 έκπτωση δεν ήταν ανάλογη προς τις αγορασθείσες ποσότητες. Εξάλλου, από ένα εσωτερικό έγγραφο της HBG της 23ης Δεκεμβρίου 1999 προκύπτει ότι η χορηγηθείσα στο W5 έκπτωση κατά τη διάρκεια των συσκέψεων συνδιαλλαγής αποφασίστηκε «λόγω των συνολικών ποσοτήτων και του πλεονεκτήματος έναντι αυτών που δεν [μετείχαν] στο σύστημα» (αιτιολογική σκέψη 108 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τα διάφορα αυτά στοιχεία, καθώς και η σπουδαιότητα που προσέδιδε το W5 στο ύψος της εκπτώσεώς του κατά τη διάρκεια των σχετικών με τη σύμπραξη συσκέψεων (βλ. σκέψη 52 ανωτέρω), παρέχουν τη δυνατότητα να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η χορηγηθείσα στο W5 έκπτωση εξηρτάτο από τις αγορασθείσες ποσότητες.
55
Τρίτον, πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλείται το γεγονός ότι οι μικροί κατασκευαστές συμπεριφέρονταν καθ’ όμοιο τρόπο με τους σημαντικότερους ανταγωνιστές τους στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεών τους με τους προμηθευτές, απαιτώντας να επιτύχουν τις χαμηλότερες τιμές, εφόσον, από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, η θέση μιας επιχειρήσεως που διαπραγματεύεται ατομικώς όσον αφορά τις τιμές της με έναν προμηθευτή είναι διαφορετική από αυτήν των επιχειρήσεων που ενεργούν συλλογικώς.
56
Επιπλέον, όσον αφορά τα υποστηριχθέντα από την προσφεύγουσα ότι το W5 δεν διέθετε κανένα μέσο για να ελέγξει αν οι προμηθευτές είχαν τηρήσει τις δεσμεύσεις τους, πρέπει να επισημανθεί ότι πλείονα συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία παρέχουν τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι το W5 είχε θέσει σε λειτουργία έναν μηχανισμό επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση που οι προμηθευτές χορηγούσαν στους μικρούς κατασκευαστές έκπτωση μεγαλύτερη από την καθορισμένη (βλ., επίσης, σκέψεις 94 έως 96 κατωτέρω). Συγκεκριμένα, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σε πλείονα συγκλίνοντα στοιχεία που αναφέρονται σε ατομικές οικονομικές κυρώσεις ή, τουλάχιστον μια φορά, σε συλλογικές οικονομικές κυρώσεις επιβληθείσες από το W5 στους προμηθευτές που χορηγούσαν υπερβολικά μεγάλη έκπτωση στους μικρούς κατασκευαστές, καθώς και σε μεταβολές προμηθευτή σε περίπτωση αποκαλύψεως της υπάρξεως μιας τέτοιας εκπτώσεως (αιτιολογικές σκέψεις 82 έως 86 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Έτσι, σε μια εσωτερική έκθεση της Wintershall της 4ης Μαρτίου 1996 όσον αφορά μια επίσκεψη στην εταιρία κατασκευών Heijmans NV, γίνεται μνεία των κυρώσεων αυτών για το έτος 1995 (αιτιολογική σκέψη 82 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ομοίως, μια έκθεση της HBG σχετικά με τη διαβούλευση της 14ης Σεπτεμβρίου 1999 αναφέρεται σε μια ερώτηση που τέθηκε όσον αφορά τη μεγάλη έκπτωση που χορηγήθηκε σε δύο μικρούς κατασκευαστές (αιτιολογική σκέψη 83 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Όσον αφορά το έτος 2000, η ίδια η προσφεύγουσα καθώς και η BP αναφέρονται σε ένα συλλογικό πρόστιμο που επιβλήθηκε στους προμηθευτές κατόπιν της αποκαλύψεως της εκπτώσεως που χορηγήθηκε στην Krekel, που ήταν ένας μικρός κατασκευαστής (αιτιολογική σκέψη 84 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Kuwait Petroleum και η BP επιβεβαίωσαν επίσης, με τις δηλώσεις τους, την ύπαρξη ενός μηχανισμού επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση αποκαλύψεως της χορηγήσεως μιας υπερβολικά μεγάλης εκπτώσεως σε έναν μικρό κατασκευαστή (αιτιολογικές σκέψεις 85 και 86 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Στο από 9 Φεβρουαρίου 1995 εσωτερικό υπόμνημα της SNV, γίνεται επίσης μνεία μιας απειλής ότι πρόκειται να μειωθούν οι παραγγελίες πίσσας σε περίπτωση υποβολής ανταγωνιστικών προσφορών σε κατασκευαστές που δεν είναι μέλη του W5 (αιτιολογική σκέψη 86 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τέλος, σε ένα έγγραφο σχετικό με μια διαβούλευση που έλαβε χώρα στις 4 Μαΐου 2001, η προσφεύγουσα αναφέρθηκε, επίσης, σε ένα πρόστιμο που επιβλήθηκε στη Nynas λόγω της πολιτικής που ακολουθούσε σχετικά με τις τιμές (αιτιολογική σκέψη 117 της προσβαλλομένης αποφάσεως), γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε από την Kuwait Petroleum με την από 12 Σεπτεμβρίου 2003 δήλωσή της (αιτιολογική σκέψη 118 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
57
Τέταρτον, είναι αβάσιμο το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η τιμή της πίσσας αυξανόταν αδιάκοπα κατά την περίοδο που διήρκεσε η παράβαση, ενώ η χορηγούμενη στο W5 έκπτωση επανήλθε το 2002 στο επίπεδο στο οποίο βρισκόταν το 1994. Συγκεκριμένα, από το παράρτημα 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η μικτή τιμή υπέστη πολλές διακυμάνσεις από το 1994 μέχρι το 2002 και δεν αυξανόταν κατά σύστημα, λαμβανομένου υπόψη ότι υπήρχαν και μειώσεις της τιμής αυτής ανά τακτά διαστήματα. Όσον αφορά την εξέλιξη της χορηγούμενης στο W5 ειδικής εκπτώσεως, από τα έγγραφα που μνημονεύθηκαν στις αιτιολογικές σκέψεις 93 έως 125 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η εν λόγω έκπτωση ακολουθούσε, κατά κανόνα, τις αυξήσεις της μικτής τιμής και, ως εκ τούτου, αυξανόταν διαρκώς κατά την περίοδο 1998-2000, προκειμένου να επανέλθει το 2002 σε ένα επίπεδο που πλησίαζε το επίπεδο του 1994 [60 ολλανδικά φιορίνια (NGL) το 2002, 50 NGL το 1994]. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι η χορηγούμενη στο W5 έκπτωση είχε καταστεί, κατ’ αναλογίαν, μικρότερη από την αύξηση της μικτής τιμής.
58
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά το περιεχόμενο των συμφωνιών μεταξύ προμηθευτών και μεγάλων κατασκευαστών και ότι το εν λόγω δεύτερο επιχείρημα είναι απορριπτέο.
3. Επί της τρίτης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά την εσφαλμένη εκτίμηση ως προς το συμφέρον των μεγάλων κατασκευαστών για τη σύμπραξη
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
59
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά το συμφέρον του W5 για τη σύμπραξη. Έτσι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή, αφενός, ανακάλεσε τη θεωρία που είχε εκθέσει στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, κατά την οποία το W5 είχε συμφέρον για τη διατήρηση της μικτής τιμής σε τεχνητά μεγάλο ύψος, και, αφετέρου, εξέθεσε μια νέα θεωρία. Κατά την Επιτροπή, που στηρίχθηκε σε ένα υπόμνημα της SNV της 6ης Φεβρουαρίου 1995, τα μέλη του W5 είχαν συμφέρον να αυξάνονται ταυτόχρονα και αισθητά οι τιμές της πίσσας, προκειμένου να ανεβαίνει ο δείκτης τον οποίο καθορίζει ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που είναι επιφορτισμένος με τη δημοσίευση των τιμών της πίσσας οδοποιίας, αλλά αντλούσαν επίσης όφελος από τη μείωση των τιμών της πίσσας υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω μείωση ήταν σταδιακή και κλιμακωτή. Συγκεκριμένα, μια τέτοια μείωση δεν θα προκαλούσε πτώση του εν λόγω δείκτη και θα παρείχε στα εν λόγω μέλη του W5 τη δυνατότητα να μη μετακυλίουν την πτώση αυτή στις αναθέτουσες αρχές. Η προσφεύγουσα, ενώ υποστηρίζει ότι δεν έχει λεπτομερή γνώση του τρόπου καθορισμού του εν λόγω δείκτη, επισημαίνει ότι γνωρίζει ότι ο δείκτης αυτός αναθεωρείτο μηνιαίως με βάση τα σχετικά με το σύνολο των τιμών αγοράς στοιχεία, τα οποία συλλέγονταν απευθείας εκ μέρους του οργανισμού που ήταν επιφορτισμένος με την κατάρτιση του εν λόγω δείκτη και ατομικώς από ορισμένες εγκαταστάσεις ασφαλτικής αναμίξεως, και ότι διαπίστωσε ότι η πραγματική εξέλιξη του εν λόγω δείκτη δεν παρείχε τη δυνατότητα να επιβεβαιωθεί η θεωρία της Επιτροπής. Η προσφεύγουσα τονίζει, επίσης, ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές δεν θα ήσαν αντίθετοι προς τη μείωση της μικτής τιμής της πίσσας κατά τη σύσκεψη της 12ης Απριλίου 2000, αλλά ότι, κατόπιν της απόπειράς τους να αποχωρήσουν από τις συσκέψεις συνδιαλλαγής με τους προμηθευτές, οι τελευταίοι τους είχαν απειλήσει ότι επρόκειτο να μειώσουν συγχρόνως τη μικτή τιμή και τη χορηγούμενη σ’ αυτούς έκπτωση, πράγμα στο οποίο αυτοί αντετίθεντο. Εξάλλου, το ίδιο φαινόμενο επανελήφθη τον Μάρτιο του 2001. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι μια αύξηση της τιμής που λαμβάνει χώρα κατά την περίοδο λειτουργίας των εργοταξίων κατασκευής έργων οδοποιίας παρουσιάζει μόνον μειονεκτήματα για έναν κατασκευαστή, καθόσον μόνον το 5 % των εργοταξίων εκαλύπτετο από ρήτρα αποζημιώσεως σχετιζόμενη με την εξέλιξη της τιμής των πρώτων υλών. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι ήταν ενίοτε πιθανό ένας κατασκευαστής να μετακυλίει την ως άνω αύξηση της τιμής της πίσσας ελλείψει ειδικής ρήτρας, αλλά ότι η δυνατότητα αυτή ίσχυε για όλους τους κατασκευαστές, συμπεριλαμβανομένων των μικρών κατασκευαστών. Τέλος, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι οι αυξήσεις τιμών που σημειώνονταν στις αρχές της περιόδου λειτουργίας των εργοταξίων κατασκευής έργων οδοποιίας μπορούσαν να μετακυλίονται ευκολότερα και ότι, ως εκ τούτου, όλοι οι κατασκευαστές είχαν συμφέρον για τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών κατά την περίοδο αυτή, ακόμη και αν οι προμηθευτές επιθυμούσαν να αυξάνουν τις τιμές τους ανά πάσα στιγμή.
60
Η Επιτροπή απορρίπτει το σύνολο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
61
Ο δικαστής της Ένωσης έχει ήδη κρίνει ότι οι μετέχοντες στην ίδια σύμπραξη μπορούσαν να έχουν συμπληρωματικά οικονομικά συμφέροντα (απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Δεκεμβρίου 2006, T-217/03 και T-245/03, FNCBV κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-4987, σκέψη 322). Εν προκειμένω, η Επιτροπή εκτίμησε ότι οι προμηθευτές, όπως και το W5, είχαν κοινό συμφέρον για την ύπαρξη συμφωνιών ως προς τη μικτή τιμή και ως προς τις εκπτώσεις, λαμβανομένου υπόψη ότι οι εν λόγω συμφωνίες είχαν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού από την άποψη των προμηθευτών και των μεγάλων κατασκευαστών. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τον σκοπό του W5, ο οποίος δεν συνίστατο στο να ζημιωθεί ο τελικός καταναλωτής, αλλά στο να περιοριστούν οι συνέπειες των επιβληθεισών από τους προμηθευτές αυξήσεων των τιμών.
62
Πρέπει να υπομνηστεί, ευθύς εξ αρχής, σύμφωνα με τη σκέψη 31 ανωτέρω, ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί το αν η κατηγορούμενη επιχείρηση είχε εμπορικό συμφέρον για τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών, εφόσον η Επιτροπή έχει συγκεντρώσει γραπτά αποδεικτικά στοιχεία που στοιχειοθετούν την προβαλλόμενη παράβαση και τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία θεωρούνται επαρκή για να αποδειχθεί η ύπαρξη συμφωνίας που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού (απόφαση Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψη 46). Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει μόνον επικουρικώς το ζήτημα της εσφαλμένης εκτιμήσεως όσον αφορά τον σκοπό του W5.
63
Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνηστεί συντόμως, με βάση τα στοιχεία τα οποία δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους, η λειτουργία του Centrum voor regelgeving en onderzoek in de grond-, water- en wegenbouw en de Verkeerstechniek (CROW, Κέντρο για τη ρύθμιση και την έρευνα στους τομείς της κατασκευής έργων πολιτικού μηχανικού και των συγκοινωνιών), μη κερδοσκοπικού οργανισμού που ήταν επιφορτισμένος, ιδίως, με τη δημοσίευση, μηνιαίως, των τιμών της πίσσας οδοποιίας από τη δεκαετία του 1970 (αιτιολογικές σκέψεις 25 και 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
64
Η δημοσίευση, εκ μέρους του CROW, της τιμής της πίσσας οδοποιίας επραγματοποιείτο, μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1995, κατόπιν διαβουλεύσεως με τους παραγωγούς ασφάλτου. Από της ημερομηνίας αυτής, ο υπολογισμός διενεργείτο από τη CBS (κεντρική υπηρεσία στατιστικής), η οποία είναι διοικητικό όργανο, με βάση μια έρευνα αγοράς που αφορούσε διάφορες εγκαταστάσεις ασφαλτικής αναμίξεως, δηλαδή πριν από τη χορήγηση τυχόν εκπτώσεως στους κατασκευαστές, και ο εν λόγω δείκτης τιμών, στη δημοσίευση του οποίου προέβαινε το CROW (στο εξής: δείκτης CROW), χρησίμευε ως σημείο αναφοράς για τις μεγάλης διάρκειας δημόσιες συμβάσεις κατασκευής έργων οδοποιίας, οι οποίες περιλαμβάνουν ρήτρα ρυθμίσεως περί κινδύνων. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις εν λόγω δημόσιες συμβάσεις, σε περίπτωση ανόδου του δείκτη CROW πάνω από ένα ορισμένο όριο, οι αναθέτουσες αρχές είχαν την υποχρέωση να καταβάλουν αποζημίωση στους κατασκευαστές. Αντιστρόφως, σε περίπτωση πτώσεως του δείκτη CROW κάτω από ένα ορισμένο όριο, οι κατασκευαστές όφειλαν να καταβάλουν αποζημίωση στις αναθέτουσες αρχές. Επομένως, εξ αυτών προκύπτει ότι οι κατασκευαστές δεν ζημιώνονταν από την αύξηση των τιμών, όταν οι εν λόγω τιμές αυξάνονταν ταυτοχρόνως, προκαλώντας, κατά τον τρόπο αυτό, την άνοδο του δείκτη CROW. Αντιθέτως, οι κατασκευαστές δεν είχαν συμφέρον για μείωση των τιμών, μείωση η οποία, εάν προκαλούσε πτώση του δείκτη CROW, υποχρέωνε τους κατασκευαστές να επιστρέψουν στους αντισυμβαλλομένους τους την προκύπτουσα διαφορά της τιμής.
65
Η προσφεύγουσα, ενώ διατείνεται ότι δεν γνωρίζει επακριβώς τον μηχανισμό υπολογισμού του δείκτη CROW, προσκόμισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ένα έγγραφο που συνοψίζει την πραγματική εξέλιξη του εν λόγω δείκτη μεταξύ 1997 και 2005, υποστηρίζοντας ότι αυτό αναιρούσε τη θεωρία που εξέθεσε η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις 25 και 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία οι προμηθευτές αύξαναν τις τιμές τους ταυτόχρονα και αισθητά και τις μείωναν μόνον κατά πολύ σταδιακό τρόπο. Ωστόσο, το έγγραφο αυτό δεν παρέχει καμία ένδειξη ως προς το ζήτημα αν οι τιμές αυξάνονταν ταυτόχρονα και μειώνονταν χωριστά. Το εν λόγω έγγραφο παρέχει μόνον τη δυνατότητα να διαπιστωθεί ότι, κατά την περίοδο 1997-2005, ο δείκτης CROW σχετικά με την τιμή της πίσσας είχε σταθερά ανοδική πορεία, εξαιρουμένης της περιόδου από τον Φεβρουάριο του 1998 μέχρι τον Απρίλιο του 1999. Εξάλλου, το παράρτημα 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως επιβεβαιώνει ότι, καθ’ όλη την περίοδο που διήρκεσε η παράβαση, η μικτή τιμή της πίσσας οδοποιίας αυξήθηκε κατά 253 NGL. Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η εξέταση της λειτουργίας του εν λόγω δείκτη επαληθεύει την εξήγηση την οποία εξέθεσε η Επιτροπή και κατά την οποία, για τις συμβάσεις που περιλαμβάνουν ρήτρα ρυθμίσεως περί κινδύνων, οι κατασκευαστές δεν ζημιώνονταν από την αύξηση των τιμών και, αντιθέτως, δεν είχαν συμφέρον για μείωση των τιμών. Εντούτοις, δεν είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί ο ακριβής μηχανισμός υπολογισμού του εν λόγω δείκτη, ως προς τον οποίο ερίζουν οι διάδικοι, προκειμένου να είναι δυνατό να εκτιμηθεί το συμφέρον του W5 για τη συμμετοχή του στη σύμπραξη.
66
Εξάλλου, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την υποστηριζόμενη από την Επιτροπή άποψη ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές αντιτάχθηκαν στη μείωση της μικτής τιμής της πίσσας το 2000 και το 2001. Ωστόσο, από τις σημειώσεις που κατέγραψε ένας μισθωτός της προσφεύγουσας κατά τη διάρκεια της αφορώσας τη σύμπραξη συσκέψεως της 12ης Απριλίου 2000, στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 111 της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές ήσαν ανήσυχοι για το ενδεχόμενο μειώσεως της μικτής τιμής, πράγμα το οποίο επρόκειτο να στοιχίσει σ’ αυτούς ακριβά, λόγω πτώσεως του δείκτη CROW. Η προσφεύγουσα τονίζει ότι το εν λόγω έγγραφο πρέπει να ενταχθεί στο νοηματικό πλαίσιό του, δηλαδή στο ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές είχαν επισημάνει στους προμηθευτές ότι επιθυμούσαν να αποχωρήσουν από τη σύμπραξη, πράγμα στο οποίο οι προμηθευτές είχαν απαντήσει απειλώντας τους μεγάλους κατασκευαστές ότι επρόκειτο να μειώσουν αιφνίδια τη μικτή τιμή καθώς και την ειδική έκπτωση που είχε χορηγηθεί σ’ αυτούς. Ωστόσο, η άποψη αυτή δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο και, εν πάση περιπτώσει, δεν παρέχει τη δυνατότητα να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως ως εκ του ότι έκρινε ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές δεν επιθυμούσαν να μειωθούν οι τιμές της πίσσας ούτε η ειδική έκπτωση που τους είχε χορηγηθεί.
67
Όσον αφορά το έτος 2001, η Επιτροπή επισήμανε, στις αιτιολογικές σκέψεις 115 και 116 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι από ορισμένα έγγραφα της HBG και της προσφεύγουσας προέκυπτε ότι οι προμηθευτές επιθυμούσαν να μειωθεί η μικτή τιμή λόγω της διαφοράς της τιμής σε σχέση με τις γειτονικές χώρες, ενώ το W5 είχε προτείνει να διατηρηθεί η μικτή τιμή και να αυξηθεί η χορηγούμενη σ’ αυτό έκπτωση, και ότι εν τέλει αποφασίστηκε να μειωθεί ελαφρώς η μικτή τιμή (– 20 NGL) και να διατηρηθεί η έκπτωση σε υψηλό επίπεδο (80 NGL). Συναφώς, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, εφόσον από τα εν λόγω έγγραφα προκύπτει ότι οι προμηθευτές ήθελαν να διατηρηθεί το επίπεδο των τιμών μετά την έκπτωση, αλλά και επιθυμούσαν να μειωθεί η μικτή τιμή καθώς και η χορηγούμενη στους μεγάλους κατασκευαστές έκπτωση. Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα εν λόγω έγγραφα προκειμένου να αποδείξει ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές δεν είχαν συμφέρον για μείωση της μικτής τιμής ούτε για μείωση της χορηγούμενης σ’ αυτούς ειδικής εκπτώσεως και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήσαν απλώς θύματα των προμηθευτών.
68
Εξάλλου, η προσφεύγουσα επιχειρεί να ελαχιστοποιήσει τη σημασία του δείκτη CROW επισημαίνοντας ότι μόνον το 5 % των δημοσίων συμβάσεων περιελάμβανε ρήτρα αποζημιώσεως συνδεόμενη με την εξέλιξη της τιμής των πρώτων υλών. Η Επιτροπή αποσαφηνίζει ότι, κατά την άποψη ενός άλλου κατασκευαστή που ήταν μέλος του W5, περί το 10 έως 15 % των δημοσίων συμβάσεων περιελάμβανε μια τέτοια ρήτρα. Εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι από πλείονα έγγραφα προκύπτει ότι το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων κατά τη διάρκεια των αφορωσών τη σύμπραξη συσκέψεων [αιτιολογικές σκέψεις 94 (υπόμνημα της HBG της 8ης Ιουλίου 1994), 101 (εσωτερικό υπόμνημα της BP του 1996), 107 (έκθεση της HBG της 14ης Σεπτεμβρίου 1999), 111 (σημειώσεις της προσφεύγουσας της 12ης Απριλίου 2000) και 115 (σημειώσεις της HBG της 16ης Φεβρουαρίου 2001) της προσβαλλομένης αποφάσεως], πράγμα το οποίο παρέχει τη δυνατότητα να θεωρηθεί το εν λόγω ζήτημα ως κεντρικό στοιχείο των διαπραγματεύσεων, ανεξαρτήτως του αριθμού των σχετικών δημοσίων συμβάσεων. Επιπλέον, η ίδια η προσφεύγουσα αναφέρθηκε σε αυτό το είδος ρητρών με την από 12 Σεπτεμβρίου 2003 απάντησή της σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών της 30ής Ιουνίου 2003, επισημαίνοντας ότι της είχε χορηγηθεί ειδική έκπτωση για τις εργασίες ως προς τις οποίες δεν είχε συνομολογηθεί συμβατικώς κανένας καταλογισμός εξόδων σε περίπτωση αυξήσεως της τιμής της πίσσας.
69
Επιπλέον, η προσφεύγουσα επισημαίνει, αφενός, ότι, καίτοι ήταν ενίοτε δυνατό ένας κατασκευαστής να μετακυλίει την αύξηση της τιμής της πίσσας στην αναθέτουσα αρχή ελλείψει ρήτρας περί ρυθμίσεως κινδύνων, εντούτοις η δυνατότητα αυτή ίσχυε για όλους τους κατασκευαστές, συμπεριλαμβανομένων των μικρών κατασκευαστών, και, αφετέρου, ότι μια αύξηση της τιμής, η οποία επέρχεται στις αρχές της περιόδου λειτουργίας, μπορούσε να μετακυλισθεί ευκολότερα εκ μέρους του συνόλου των κατασκευαστών και ότι, ως εκ τούτου, όλοι είχαν συμφέρον για την ύπαρξη σταθερών τιμών κατά τη διάρκεια της περιόδου λειτουργίας. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν αρκεί για να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εκτίμηση της Επιτροπής όσον αφορά το συμφέρον του W5 για τη συμμετοχή του στη σύμπραξη. Συγκεκριμένα, από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, των διαπραγματεύσεων που διεξάγονται, σε διμερές επίπεδο, μεταξύ δύο επιχειρήσεων και, αφετέρου, των συλλογικών συμφωνιών ως προς τις τιμές και τις ειδικές εκπτώσεις, οι οποίες συνάπτονται σε συλλογικό επίπεδο. Το γεγονός ότι οι μικροί κατασκευαστές είχαν, επίσης, συμφέρον να επέρχονται οι διακυμάνσεις των τιμών στις αρχές της περιόδου λειτουργίας των εργοταξίων κατασκευής έργων οδοποιίας δεν αρκεί για να εξουδετερωθεί η αρνητική επίδραση, από την άποψη των κανόνων του ανταγωνισμού, της χορηγηθείσας στο W5 μεγαλύτερης εκπτώσεως.
70
Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ίδια η προσφεύγουσα επισήμανε, με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι τα μέλη του W5 μπορούσαν να δεχθούν μια αύξηση της μικτής τιμής υπό την προϋπόθεση ότι θα ελάμβαναν μεγαλύτερη έκπτωση από αυτήν των μικρών κατασκευαστών (αιτιολογική σκέψη 149 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
71
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι οι προμηθευτές και το W5 είχαν κοινό συμφέρον για την ύπαρξη συμφωνιών ως προς τη μικτή τιμή και ως προς τις εκπτώσεις και ότι το συμφέρον των μεγάλων κατασκευαστών εξηγείται τόσο από τον μηχανισμό των ρητρών περί ρυθμίσεως κινδύνων που προέβησαν οι δημόσιες συμβάσεις όσο και από την ειδική έκπτωση την οποία ελάμβαναν και η οποία παρείχε σ’ αυτούς ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους μικρούς κατασκευαστές ως προς την ανάληψη δημοσίων έργων ή προμηθειών. Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά το συμφέρον του W5 για τη συμμετοχή του στη σύμπραξη.
4. Επί της τέταρτης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά την έλλειψη αντικτύπου της συμπράξεως επί του ανταγωνισμού εντός της αγοράς της κατασκευής έργων οδοποιίας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
72
Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι θεώρησε ότι η τιμή της πίσσας αποτελούσε πολύ σημαντικό παράγοντα κόστους για τις επιχειρήσεις κατασκευής έργων οδοποιίας, ενώ η προσφεύγουσα είχε επισημάνει, με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι το κόστος αγοράς της πίσσας αντιπροσώπευε μόνον το 1,5 % περίπου του συνολικού κόστους ενός εργοταξίου κατασκευής έργων οδοποιίας και ενώ οι λοιποί κατασκευαστές, οι οποίοι ήσαν μέλη του W5, επιβεβαίωσαν στην Επιτροπή το εν λόγω αριθμητικό στοιχείο. Εφόσον οι διαφορές της τιμής που σχετίζονταν με τη χορηγηθείσα στο W5 ειδική έκπτωση ανέρχονται μόλις σε 1 %, η προσφεύγουσα υποθέτει ότι η Επιτροπή ενέμεινε στο εν λόγω εσφαλμένο επιχείρημα μόνον προκειμένου να αποδείξει ότι η σύμπραξη είχε διμερή χαρακτήρα. Εξάλλου, η προσφεύγουσα φρονεί ότι το γεγονός ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές απαιτούσαν μεγάλη έκπτωση οφειλόταν αποκλειστικώς στη στρατηγική που αυτοί ακολουθούσαν κατά τις αγορές τους και δεν αποτελούσε μέσον περιορισμού του ανταγωνισμού. Τέλος, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι η Επιτροπή δεν δύναται να προσκομίζει ένα αποδεικτικό στοιχείο κατά το στάδιο της ένδικης διαδικασίας.
73
Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
74
Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα επιζήμια για τον ανταγωνισμό αντικείμενο και αποτέλεσμα μιας συμφωνίας αποτελούν όχι σωρευτικές αλλά διαζευκτικές προϋποθέσεις για να εκτιμηθεί αν μια τέτοια συμφωνία εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Πάντως, ο διαζευκτικός χαρακτήρας αυτής της προϋποθέσεως, που εκφράζεται με τη χρήση του συνδέσμου «ή», επιβάλλει κατ’ αρχάς να εξεταστεί το αντικείμενο της συμφωνίας, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται. Αν πάντως από την ανάλυση του περιεχομένου της συμφωνίας δεν προκύψει ότι είναι αρκούντως επιζήμια για τον ανταγωνισμό, πρέπει να εξεταστούν τα αποτελέσματά της, προς επιβολή δε της απαγορεύσεως πρέπει να συντρέχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι πράγματι ο ανταγωνισμός είτε παρεμποδίστηκε είτε περιορίστηκε είτε νοθεύθηκε αισθητά. Εξάλλου, δεν επιβάλλεται η εξέταση των αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας εφόσον έχει αποδειχθεί το επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο αυτής (απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 2009, C-501/06 P, C-513/06 P, C-515/06 P και C-519/06 P, GlaxoSmithKline Services κ.λπ. κατά Επιτροπής κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I-9291, σκέψη 55). Επομένως, εν προκειμένω, η Επιτροπή όφειλε μόνον να αποδείξει ότι οι συμφωνίες είχαν ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, χωρίς να υποχρεούται να αποδείξει τα συγκεκριμένα επιζήμια για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα των εν λόγω συμφωνιών.
75
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή εκτίμησε ότι οι συμφωνίες περί καθορισμού της μικτής τιμής της πίσσας, η ελάχιστη ειδική έκπτωση που χορηγήθηκε στο W5 καθώς και η μέγιστη έκπτωση που χορηγήθηκε στους μικρούς κατασκευαστές αποσκοπούσαν στο να βλάψουν τον ανταγωνισμό στον τομέα της κατασκευής έργων οδοποιίας και ότι, ως εκ τούτου, η συνεκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων των εν λόγω συμφωνιών ήταν περιττή προκειμένου να εκτιμηθεί αν οι συμφωνίες αυτές υπάγονταν στην προβλεπόμενη από το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ απαγόρευση (αιτιολογικές σκέψεις 155 έως 160). Επομένως, η Επιτροπή εξέτασε μόνον επικουρικώς, εντός των αιτιολογικών σκέψεων 79 έως 86 και 169 έως 174, τα αποτελέσματα των εν λόγω συμφωνιών.
76
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τον αντίκτυπο της συμπράξεως επί της αγοράς της κατασκευής έργων οδοποιίας, ιδίως λόγω του μικρού μεριδίου που αντιπροσώπευε το κόστος αγοράς της πίσσας εντός του πλαισίου του συνολικού κόστους ενός εργοταξίου (1,5 %). Η Επιτροπή θέτει υπό αμφισβήτηση το εν λόγω αριθμητικό στοιχείο επισημαίνοντας ότι η προσφεύγουσα χρησιμοποίησε μια πολύ ευρεία μέθοδο υπολογισμού και ότι ένα δημόσιο έγγραφο της ολλανδικής στατιστικής υπηρεσίας υπογράμμιζε, το 2006, τον αντίκτυπο της τιμής της πίσσας επί του κόστους των έργων οδοποιίας. Η προσφεύγουσα αμφισβητεί το παραδεκτό του εγγράφου αυτού ως αποδεικτικού στοιχείου, εφόσον αυτό προσκομίσθηκε μόλις κατά το στάδιο της ένδικης διαδικασίας.
77
Χωρίς να είναι αναγκαίο να κριθεί το παραδεκτό του ως άνω εγγράφου, αρκεί η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε άλλα στοιχεία προκειμένου να αποδειχθεί ότι η ειδική έκπτωση που χορηγήθηκε στο W5 είχε αντίκτυπο επί του ανταγωνισμού στον τομέα της κατασκευής έργων οδοποιίας. Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή, χωρίς να υπολογίσει αριθμητικά το μερίδιο του κόστους της πίσσας στο πλαίσιο της κατασκευής έργων οδοποιίας, επισήμανε ωστόσο ότι «από πλευράς του W5, το κρίσιμο στοιχείο δεν ήταν τόσο το απόλυτο επίπεδο της καθαρής τιμής της πίσσας, όσο το γεγονός ότι διέθετε ένα σχετικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους κατασκευαστές έργων οδοποιίας που δεν ήσαν μέλη του W5», λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω σχετικό πλεονέκτημα μπορούσε «να του παράσχει τη δυνατότητα να συμμετέχει επιτυχώς σε δημόσιες προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών για έργα που απαιτούσαν σχετικά υψηλή κατανάλωση πίσσας» (αιτιολογικές σκέψεις 70 και 153 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε πλείονα συγκλίνοντα έγγραφα του διοικητικού φακέλου. Έτσι, πρώτον, με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι «οι καθαρές τιμές της πίσσας [αντιπροσώπευαν], κατά συνέπεια, τις πραγματικές τιμές κόστους της πίσσας για τον επιμέρους κατασκευαστή έργων οδοποιίας» και ότι, «[γ]ια τον τελευταίο, οι τιμές αυτές [αποτελούσαν], ως εκ τούτου, το σημείο εκκινήσεως του υπολογισμού του κόστους παραγωγής ενός τόνου ασφάλτου ως συστατικού στοιχείου ενός εργοταξίου κατασκευής έργων οδοποιίας». Δεύτερον, με το από 9 Φεβρουαρίου 1995 εσωτερικό υπόμνημά της, η SNV είχε υπογραμμίσει ότι το W5 «προσέδιδε μεγάλη σημασία στη δυνατότητα να κατέχει τις χαμηλότερες τιμές αγοράς σε σχέση με τους ανταγωνιστές», λαμβανομένου υπόψη ότι το απόλυτο επίπεδο της τιμής ήταν πολύ λιγότερο σημαντικό. Τρίτον, με την από 9 Οκτωβρίου 2003 δήλωσή της, η Kuwait Petroleum αποσαφήνισε ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές μπορούσαν να γνωρίζουν αν ένας προμηθευτής είχε παραβεί τις σχετιζόμενες με τη σύμπραξη συμφωνίες, προσφέροντας μεγαλύτερη έκπτωση σε έναν μικρό κατασκευαστή, χάρη στην Cobouw, ολλανδική ημερήσια εφημερίδα που καταχωρίζει τις προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών και τα αποτελέσματα των διαγωνισμών στον τομέα των κατασκευών στις Κάτω Χώρες (αιτιολογική σκέψη 70 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τέλος, στα από 31 Οκτωβρίου 2001 πρακτικά μιας επισκέψεως στον Van Kessel, έναν μικρό κατασκευαστή, ο Veba, ένας προμηθευτής, επιβεβαίωσε ότι το σημαντικότερο για τον εν λόγω κατασκευαστή δεν ήταν η απόλυτη τιμή, αλλά το να επιτύχει τη χαμηλότερη δυνατή τιμή.
78
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι τα στοιχεία αυτά παρέχουν τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι η ειδική έκπτωση που χορηγήθηκε στο W5 είχε αντίκτυπο επί του ανταγωνισμού στον τομέα της κατασκευής έργων οδοποιίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί επί του ακριβούς μεριδίου που αντιπροσωπεύει το κόστος της πίσσας στο πλαίσιο του συνολικού κόστους ενός εργοταξίου κατασκευής έργων οδοποιίας.
79
Εξάλλου, η προσφεύγουσα φρονεί ότι το γεγονός ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές απαιτούσαν μεγάλη έκπτωση οφειλόταν αποκλειστικώς στη στρατηγική που αυτοί ακολουθούσαν κατά τις αγορές τους, η οποία ήταν μεν αποτελεσματική, αλλά η οποία δεν αποτελούσε μέσον περιορισμού του ανταγωνισμού. Ωστόσο, πρέπει να υπομνηστεί ότι, από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, οι συλλογικές συμφωνίες ως προς τις τιμές και τις ειδικές εκπτώσεις, οι οποίες συνάπτονται σε συλλογικό επίπεδο, κατ’ αρχήν απαγορεύονται και δεν υπάγονται σε μια απλή εμπορική στρατηγική, αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει όσον αφορά τις απλές εμπορικές διαπραγματεύσεις που διεξάγονται, σε διμερές επίπεδο, μεταξύ δύο επιχειρήσεων.
80
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τον αντίκτυπο της συμπράξεως επί της αγοράς της κατασκευής έργων οδοποιίας.
5. Επί της πέμπτης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά τη λειτουργία της συμπράξεως: γένεση και διαχρονική εξέλιξη της συμπράξεως και μηχανισμός επιβολής κυρώσεων
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
81
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε τρις σε πλάνη περί τα πράγματα όσον αφορά τη λειτουργία της συμπράξεως.
82
Πρώτον, κατά την προσφεύγουσα, ενώ πολλές συγκλίνουσες δηλώσεις των προμηθευτών (BP, Kuwait Petroleum και Nynas) καθώς και ένα εσωτερικό έγγραφο της προσφεύγουσας αποδεικνύουν ότι μόνον οι προμηθευτές είχαν την πρωτοβουλία για τη δημιουργία της συμπράξεως, η Επιτροπή επέλεξε να παραθέσει, στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις περί του αντιθέτου δηλώσεις της SNV.
83
Δεύτερον, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή περιήλθε σε σύγχυση ως προς τη διαχρονική εξέλιξη της συμπράξεως. Έτσι, ουδεμία συζήτηση έλαβε χώρα μεταξύ του W5 και των προμηθευτών πριν από το 1996, αφότου δηλαδή άρχισαν να λαμβάνουν χώρα ορισμένες συσκέψεις που είχαν απλώς και μόνον τυπικό χαρακτήρα, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν διέφεραν από τις διμερείς συζητήσεις μεταξύ ενός προμηθευτή και ενός επιμέρους αγοραστή, ιδίως δε από εκείνες που διεξήγε ο εκάστοτε μικρός προμηθευτής. Η κατάσταση άρχισε να εξελίσσεται μόλις από το 1999, λαμβανομένου υπόψη ότι το W5 έκρινε σκόπιμο να διατυπώνει κοινή θέση πριν από κάθε σύσκεψη με τους προμηθευτές λόγω της ραγδαίας εξελίξεως των τιμών της πίσσας και της αποκαλύψεως ότι είχε χορηγηθεί μεγάλη έκπτωση στους μικρούς κατασκευαστές.
84
Τρίτον, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή εκτίμησε εσφαλμένως τον ρόλο των μεγάλων κατασκευαστών ως προς την εφαρμογή του μηχανισμού επιβολής κυρώσεων. Συγκεκριμένα, οι τελευταίοι απαίτησαν μία μόνον φορά, ήτοι τον Απρίλιο του 2000, μια πρόσθετη συλλογική έκπτωση κατόπιν της αποκαλύψεως ότι είχε χορηγηθεί μεγάλη έκπτωση στους μικρούς κατασκευαστές. Με την ευκαιρία αυτή, η εταιρία ExxonMobil, ως προς την οποία η Επιτροπή θεώρησε εντούτοις ότι η εν λόγω εταιρία δεν μετείχε στη σύμπραξη, χορήγησε επίσης πρόσθετη έκπτωση στο W5. Η Επιτροπή δεν διαθέτει κανένα στοιχείο που να παρέχει τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι έγινε χρήση, σε κάποια άλλη περίσταση, ενός μηχανισμού επιβολής κυρώσεων. Εξάλλου, πλείονα στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στον φάκελο της Επιτροπής, παρέχουν τη δυνατότητα να διαπιστωθεί ότι και οι μικροί κατασκευαστές απαιτούσαν να λαμβάνουν τις χαμηλότερες, έπειτα από την έκπτωση, τιμές της αγοράς.
85
Η Επιτροπή αντικρούει το σύνολο των επιχειρημάτων αυτών.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
86
Ως προς το πρώτο επιχείρημα σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν τη γένεση της συμπράξεως, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε πλείονα συγκλίνοντα έγγραφα προκειμένου να αποδώσει την ευθύνη για τη δημιουργία της συμπράξεως από κοινού στους προμηθευτές και στους μεγάλους κατασκευαστές. Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνηστεί ότι οι δηλώσεις των προμηθευτών, οι οποίες μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 70 της προσβαλλομένης αποφάσεως και τις οποίες επιχειρεί να επικαλεστεί η προσφεύγουσα, αφορούν μόνον τις προπαρασκευαστικές συσκέψεις των προμηθευτών και ότι οι εν λόγω δηλώσεις δεν παρέχουν κανένα στοιχείο σχετικά με τη γένεση της συμπράξεως.
87
Αντιθέτως, πλείονα έγγραφα, τα οποία έχουν συνταχθεί κατά τον χρόνο ενάρξεως της συμπράξεως, παρέχουν τη δυνατότητα να επιβεβαιωθεί η άποψη της Επιτροπής ότι το W5 είχε συμφέρον, όπως ακριβώς και οι προμηθευτές, για τη δημιουργία της συμπράξεως. Έτσι, στο από 6 Φεβρουαρίου 1995 εσωτερικό υπόμνημα της SNV, γίνεται μνεία της ανησυχίας των μεγάλων κατασκευαστών για την αστάθεια των τιμών της πίσσας το 1994, που «έθετε σε κίνδυνο την τιμή CROW και τις διαδικασίες διαγωνισμών». Εξάλλου, ένα εσωτερικό υπόμνημα της SNV, της 9ης Φεβρουαρίου 1995, επιβεβαιώνει τον διμερή χαρακτήρα της συμπράξεως, την οποία χαρακτηρίζει ως «συνεργασία μεταξύ δύο καρτέλ». Ομοίως, η από 20 Φεβρουαρίου 1992 έκθεση της Wintershall μνημονεύει το γεγονός ότι η προσφεύγουσα ήλθε σε επαφή με τη SNV προκειμένου να της ζητήσει να υποβάλει προτάσεις ως προς τις δυνατότητες μελλοντικής συνεργασίας μεταξύ των προμηθευτών και του W5. Τέλος, στο από 8 Ιουλίου 1994 εσωτερικό υπόμνημα, η HBG αναφέρεται στην ανησυχία της για την απόφαση των προμηθευτών να μην τηρήσουν τις συναφθείσες τον Μάρτιο του 1994 συμφωνίες.
88
Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η Επιτροπή ορθώς θεώρησε ότι τα ως άνω έγγραφα παρείχαν τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι το W5 ευθυνόταν, από κοινού με τους προμηθευτές, για τη δημιουργία της συμπράξεως. Οι οδηγίες της εσωτερικής γραμματείας της προσφεύγουσας, τις οποίες η τελευταία επιχειρεί να επικαλεσθεί και στις οποίες μνημονεύεται ότι η πρωτοβουλία για τις διαβουλεύσεις μεταξύ των μεγάλων κατασκευαστών και των προμηθευτών ανήκε στη SNV, και οι οποίες αφορούν μάλλον το ζήτημα της ταυτότητας της πρωτοστατούσας επιχειρήσεως στο πλαίσιο της συμπράξεως, δεν μπορούν, αυτές και μόνο, να θέσουν υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα που αντλείται από την εξέταση των προαναφερθέντων εγγράφων.
89
Στο πλαίσιο του δευτέρου επιχειρήματος, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση όσον αφορά τη διαχρονική εξέλιξη της συμπράξεως. Ωστόσο, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι πλείονα συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία παρέχουν τη δυνατότητα να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη και η εξέλιξη της παραβάσεως από το 1994 έως το 2002 (αιτιολογικές σκέψεις 93 έως 126).
90
Έτσι, όσον αφορά τα έτη 1994 και 1995, η Επιτροπή αναφέρθηκε σε στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη των συμφωνιών μεταξύ των προμηθευτών και του W5 καθώς και την εφαρμογή των εν λόγω συμφωνιών (αιτιολογικές σκέψεις 93 έως 99 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
91
Επιπλέον, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι ο μηχανισμός συνάψεως των συμφωνιών τροποποιήθηκε το 1996, λαμβανομένου υπόψη ότι έκτοτε η SNV και η προσφεύγουσα δεν είναι, πλέον, επιφορτισμένες με το να συνάπτουν μόνες συμφωνία για λογαριασμό όλων των μετεχόντων στη σύμπραξη, εντούτοις η οργανωτική αυτή μεταβολή δεν επηρέασε τα στοιχεία τα οποία αφορούσε η σύμπραξη (αιτιολογική σκέψη 100).
92
Ομοίως, κανένα στοιχείο δεν παρέχει τη δυνατότητα να γίνει δεκτό ότι οι αφορώσες τη σύμπραξη συσκέψεις άλλαξαν χαρακτήρα το 1999 και, ιδίως, ότι μόνον από το έτος αυτό οι μεγάλοι κατασκευαστές άρχισαν να οργανώνουν τις μεταξύ τους συναντήσεις προκειμένου να προετοιμάσουν τις συσκέψεις με τους προμηθευτές. Έτσι, εκ της από 12 Σεπτεμβρίου 2003 απαντήσεως της προσφεύγουσας σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών προκύπτει, ιδίως, ότι τα μέλη του W5 οργάνωναν μια μεταξύ τους συνάντηση αμέσως πριν (ή μετά) τις διαβουλεύσεις με τους προμηθευτές προκειμένου να προετοιμάσουν (ή να αξιολογήσουν) συλλογικά τη διαβούλευση (αιτιολογική σκέψη 72 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Πλείονες προμηθευτές επιβεβαίωσαν, επίσης, ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές οργάνωναν μια μεταξύ τους συνάντηση πριν από την αφορώσα τη σύμπραξη σύσκεψη προκειμένου να προετοιμασθούν για την εν λόγω σύσκεψη (αιτιολογικές σκέψεις 73 έως 75 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξάλλου, το γεγονός ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο ομάδων της συμπράξεως κατέστησαν πιο τεταμένες από το 1999 δεν ασκεί επίδραση επί του χαρακτηρισμού των συμπράξεων αυτών από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού. Τέλος, το επιχείρημα της προσφεύγουσας με το οποίο επιδιώκεται να χαρακτηρισθούν οι συσκέψεις, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τα πρώτα έτη της συμπράξεως, ως απλές διμερείς συζητήσεις μεταξύ προμηθευτών και αγοραστών είναι απορριπτέο, δεδομένου ότι συλλογικές συμφωνίες ως προς τις τιμές και τις ειδικές εκπτώσεις, οι οποίες συνάπτονται σε συλλογικό επίπεδο, δεν μπορούν να συγκρίνονται με εμπορικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες διεξάγονται σε διμερές επίπεδο, μεταξύ δύο επιχειρήσεων.
93
Ως προς το τρίτο επιχείρημα, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπερεκτίμησε τη σημασία του W5 στο πλαίσιο του μηχανισμού επιβολής κυρώσεων, δεδομένου ότι ο εν λόγω μηχανισμός λειτούργησε μόνον μια φορά, ήτοι το 2000. Επιπλέον, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι οι πάγιες απειλές του W5 ότι επρόκειτο να αλλάξει προμηθευτή αποτελούσαν εμπορική συμπεριφορά πανομοιότυπη με αυτήν που είχαν υιοθετήσει οι μικροί κατασκευαστές.
94
Ωστόσο, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή ορθώς στηρίχθηκε σε πλείονα συγκλίνοντα στοιχεία που αναφέρονται σε ατομικές οικονομικές κυρώσεις ή, τουλάχιστον μια φορά, σε συλλογικές οικονομικές κυρώσεις επιβληθείσες από το W5 στους προμηθευτές που χορηγούσαν υπερβολικά μεγάλη έκπτωση στους μικρούς κατασκευαστές, καθώς και σε μεταβολές προμηθευτή σε περίπτωση αποκαλύψεως της υπάρξεως μιας τέτοιας εκπτώσεως. Έτσι, σε μια εσωτερική έκθεση της Wintershall της 4ης Μαρτίου 1996, η οποία αφορά μια επίσκεψη στην εταιρία κατασκευών Heijmans, γίνεται μνεία των κυρώσεων αυτών για το έτος 1995 (αιτιολογική σκέψη 82 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ομοίως, μια έκθεση της HBG σχετικά με τη διαβούλευση της 14ης Σεπτεμβρίου 1999 αναφέρεται σε μια ερώτηση που τέθηκε όσον αφορά τη μεγάλη έκπτωση που χορηγήθηκε σε δύο μικρούς κατασκευαστές (αιτιολογική σκέψη 83 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Όσον αφορά το έτος 2000, η ίδια η προσφεύγουσα καθώς και η BP αναφέρονται σε ένα συλλογικό πρόστιμο που επιβλήθηκε στους προμηθευτές κατόπιν της αποκαλύψεως της εκπτώσεως που χορηγήθηκε στην Krekel, που ήταν ένας μικρός κατασκευαστής (αιτιολογική σκέψη 84 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Kuwait Petroleum επιβεβαίωσε επίσης, με τις από 9 Οκτωβρίου 2003 δηλώσεις της, την ύπαρξη του μηχανισμού επιβολής κυρώσεων (αιτιολογική σκέψη 85 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ομοίως, η BP τόνισε, στις 16 Σεπτεμβρίου 2003, απαντώντας σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών, ότι η προσφεύγουσα είχε παύσει να έχει ως προμηθευτή τον Veba, το 2002, κατόπιν της αποκαλύψεως ότι είχε χορηγηθεί μεγάλη έκπτωση σε έναν μικρό κατασκευαστή (αιτιολογική σκέψη 86 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Στο από 9 Φεβρουαρίου 1995 εσωτερικό υπόμνημα της SNV, γίνεται επίσης μνεία μιας απειλής ότι πρόκειται να μειωθούν οι παραδόσεις πίσσας σε περίπτωση υποβολής ανταγωνιστικών προσφορών σε μεγάλους κατασκευαστές που δεν είναι μέλη του W5 (αιτιολογική σκέψη 86 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με την από 12 Σεπτεμβρίου 2003 δήλωσή της, η Kuwait Petroleum επιβεβαίωσε ότι, αν ένας προμηθευτής χορηγούσε σε έναν μικρό κατασκευαστή έκπτωση μεγαλύτερη από την καθορισμένη, το W5 απειλούσε ότι επρόκειτο να διακόψει τον ανεφοδιασμό από τον εν λόγω προμηθευτή (αιτιολογική σκέψη 86 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τέλος, σε ένα έγγραφο σχετικό με τη διαβούλευση που έλαβε χώρα στις 4 Μαΐου 2001, η προσφεύγουσα αναφέρθηκε, επίσης, σε ένα πρόστιμο που επιβλήθηκε στη Nynas λόγω της πολιτικής που ακολουθούσε σχετικά με τις τιμές (αιτιολογική σκέψη 117 της προσβαλλομένης αποφάσεως), γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε από την Kuwait Petroleum με την από 12 Σεπτεμβρίου 2003 δήλωσή της (αιτιολογική σκέψη 118 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Το γεγονός ότι η Nynas τόνισε, με τη γραπτή απάντησή της σε ορισμένες ερωτήσεις της Επιτροπής, ότι συλλογική κύρωση επιβλήθηκε μόνον μία φορά δεν αρκεί για να αναιρεθεί η ύπαρξη της επιβληθείσας σ’ αυτήν ατομικής κυρώσεως.
95
Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η Επιτροπή ορθώς θεώρησε ότι τα ως άνω έγγραφα αναφέρονταν, επακριβώς, στον μηχανισμό επιβολής, εκ μέρους του W5, του συλλογικού προστίμου στους προμηθευτές όσον αφορά το έτος 2000. Εξάλλου, τα εν λόγω έγγραφα, στο σύνολό τους, καταδεικνύουν ότι υπήρχε ατομικός και συλλογικός μηχανισμός επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη τηρήσεως των συμφωνιών της συμπράξεως καθ’ όλη τη διάρκεια της εν λόγω συμπράξεως. Οι κυρώσεις συνίσταντο είτε σε παύση των παραγγελιών από τον προμηθευτή που παρέβη τις εν λόγω συμφωνίες είτε στην επιβολή προστίμου στον υπαίτιο προμηθευτή ή σε όλους τους προμηθευτές.
96
Επομένως, από όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τη γένεση της συμπράξεως, τη διαχρονική εξέλιξή της και τον μηχανισμό επιβολής κυρώσεων.
6. Επί της έκτης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά τον ρόλο της ExxonMobil στο πλαίσιο της συμπράξεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
97
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα καθόσον παρέλειψε οποιαδήποτε μνεία της ExxonMobil στην προσβαλλόμενη απόφαση ενώ, στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, είχε εκτιμήσει ότι η ExxonMobil είχε συμμορφωθεί πλήρως προς τις συμφωνίες της συμπράξεως, ως προς τις οποίες ενημερωνόταν τακτικά. Παραδείγματος χάρη, η ExxonMobil είχε επιβαρυνθεί με ένα σημαντικό μερίδιο της πρόσθετης εκπτώσεως που χορηγήθηκε στο W5 εν είδει κυρώσεως τον Απρίλιο του 2000, όπως καταδεικνύει το πιστωτικό σημείωμα που διαβιβάσθηκε στην προσφεύγουσα από την ExxonMobil στις 15 Νοεμβρίου 2000. Κατά την προσφεύγουσα, το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό για να γίνει αντιληπτή η λειτουργία της συμπράξεως, στην οποία μετείχαν όλοι οι προμηθευτές.
98
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι δεν διέθετε επαρκείς αποδείξεις προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η συμμετοχή της ExxonMobil στη σύμπραξη.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
99
Το επιχείρημα που προέβαλε η προσφεύγουσα είναι αλυσιτελές, εφόσον, έστω και αν ευσταθούσε, δεν θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή επί της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον η εν λόγω απόφαση αφορά την προσφεύγουσα (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 5ης Ιουνίου 1996, T-75/95, Günzler Aluminium κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-497, σκέψη 55· της 27ης Φεβρουαρίου 1997, T-106/95, FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-229, σκέψη 199, και της 14ης Μαΐου 2002, T-126/99, Graphischer Maschinenbau κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-2427, σκέψη 49). Συγκεκριμένα, έστω και αν υποτεθεί ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις όσον αφορά τη συμμετοχή της ExxonMobil στη σύμπραξη, το στοιχείο αυτό δεν θα αρκούσε για να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη της παραβάσεως ούτε η συμμετοχή της προσφεύγουσας στην εν λόγω παράβαση. Αν αποδειχθεί ότι η ExxonMobil είχε επίσης μετάσχει στη σύμπραξη και, ως εκ τούτου, ότι όλοι οι προμηθευτές της αγοράς είχαν λάβει μέρος στη σύμπραξη, τούτο δεν θα μετέβαλλε την εκτίμηση της Επιτροπής ως προς τη συνδρομή πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ ή ως προς τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στην εν λόγω παράβαση.
100
Επομένως, το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο και, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας τα οποία αναφέρονται σε πλάνη περί τα πράγματα που φέρεται ότι διέπραξε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία προέβαλε η προσφεύγουσα προς στήριξη των αιτημάτων της περί ακυρώσεως αυτής της αποφάσεως.
Γ – Πλάνη περί το δίκαιο
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
101
Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι υπέπεσε πεντάκις σε πλάνη ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών υπό το πρίσμα του άρθρου 81 ΕΚ. Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει, ιδίως, ότι η Επιτροπή προσέδωσε μεγαλύτερη προσοχή στην ειδική έκπτωση που χορηγήθηκε στο W5 παρά στη σύμπραξη ως προς τις τιμές και την κατανομή της αγοράς, την οποία έθεσαν σε λειτουργία μόνον οι προμηθευτές.
102
Το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο. Συγκεκριμένα, από τις αιτιολογικές σκέψεις 155 έως 159 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέτασε τα διάφορα στοιχεία των συμφωνιών (καθορισμός των τιμών, ομοιόμορφη έκπτωση για το W5, μικρότερη έκπτωση για τους λοιπούς κατασκευαστές) υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, χωρίς να προκρίνει κάποιο στοιχείο εις βάρος κάποιου άλλου.
2. Επί της πρώτης πλάνης ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που αφορά τη μη συμμετοχή των μεγάλων κατασκευαστών στη σύμπραξη των προμηθευτών
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
103
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι, κατά την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση της συμπεριφοράς των μεγάλων κατασκευαστών υπό το πρίσμα του άρθρου 81 ΕΚ, η Επιτροπή καταλόγισε εσφαλμένως σ’ αυτούς όλες τις εκδηλώσεις συμπεριφοράς των προμηθευτών. Κατά την προσφεύγουσα, το γεγονός και μόνον ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές δεν υπέβαλαν καταγγελία κατά των προμηθευτών ενώπιον μιας αρχής ανταγωνισμού δεν αρκεί για να τους καταστήσει αυτουργούς της παραβάσεως.
104
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι τα συμφέροντα των προμηθευτών και εκείνα των μεγάλων κατασκευαστών συνέπιπταν επαρκώς προκειμένου να δικαιολογήσουν μια αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά εκ μέρους αμφοτέρων.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
105
Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη, σφαιρικώς, οι συμφωνίες που συνήφθησαν μεταξύ του W5 και των προμηθευτών, δεδομένου ότι οι συμφωνίες αυτές αφορούσαν, ταυτοχρόνως, τη μικτή τιμή, την ελάχιστη έκπτωση που χορηγείτο στο W5 και τη μέγιστη έκπτωση που ίσχυε για τους μικρούς κατασκευαστές (βλ. σκέψεις 44 έως 53 ανωτέρω), και ότι η Επιτροπή ορθώς προέβη στην εν λόγω σφαιρική εκτίμηση των επίμαχων συμφωνιών προκειμένου να προχωρήσει σε χαρακτηρισμό των συμφωνιών αυτών υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Ωστόσο, η εν λόγω σφαιρική εκτίμηση των συμφωνιών δεν μπορεί να εξομοιώνεται με καταλογισμό της συμπεριφοράς των προμηθευτών στους μεγάλους κατασκευαστές.
3. Επί της δεύτερης πλάνης ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που αφορά το ότι η σύμπραξη δεν είχε επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
106
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η συμπεριφορά του W5 είχε επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο που απέβαινε εις βάρος των τελικών καταναλωτών.
107
Συγκεκριμένα, αφενός, ο δικαστής της Ένωσης έχει υπενθυμίσει ότι το γεγονός ότι γίνεται δεκτό ότι μια συμφωνία που αποβλέπει στον περιορισμό του παράλληλου εμπορίου πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί στον περιορισμό του ανταγωνισμού δικαιολογείται από την υπόθεση ότι η εν λόγω συμφωνία στερεί τους τελικούς καταναλωτές από τα πλεονεκτήματά του (απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T-168/01, GlaxoSmithKline Services κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-2969, σκέψη 121). Πάντως, ο μοναδικός σκοπός του W5 ήταν να επιτύχει την πλέον συμφέρουσα κατά το δυνατόν έκπτωση, πράγμα το οποίο θα καθίστατο δυνατό λόγω της ποσότητας των αγορών που θα πραγματοποιούσαν όλα τα μέλη του W5 και το οποίο θα απέβαινε εν τέλει προς όφελος των τελικών καταναλωτών.
108
Αφετέρου, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η επιδίωξη της υπάρξεως σταθερότητας των τιμών αγοράς δεν συνιστά, αυτή καθαυτήν, σκοπό που περιορίζει τον ανταγωνισμό.
109
Η Επιτροπή απορρίπτει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
110
Υπενθυμίζεται ότι για να εμπίπτει μια συμφωνία στην απαγόρευση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ πρέπει να έχει «ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς». Κατά πάγια νομολογία, ο διαζευκτικός χαρακτήρας αυτής της προϋποθέσεως, που εκφράζεται με τη χρήση του συνδέσμου «ή», επιβάλλει κατ’ αρχάς να εξεταστεί το αντικείμενο της συμφωνίας, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται. Αν από την εξέταση των ρητρών της συμφωνίας αυτής δεν προκύψει ότι είναι αρκούντως επιβλαβής για τον ανταγωνισμό, πρέπει να εξεταστούν τα αποτελέσματά της, προς επιβολή δε της απαγορεύσεως πρέπει να συντρέχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι πράγματι ο ανταγωνισμός είτε παρεμποδίστηκε, είτε περιορίστηκε, είτε νοθεύθηκε αισθητά (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 30ής Ιουνίου 1966, 56/65, LTM, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 313, συγκεκριμένα σ. 321, και της 20ής Νοεμβρίου 2008, C-209/07, Beef Industry Development Society και Barry Brothers, Συλλογή 2008, σ. I-8637, σκέψη 15· απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2009, T-450/05, Peugeot και Peugeot Nederland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II-2533, σκέψη 43). Προκειμένου να κριθεί αν μια συμφωνία εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, παρέλκει η εκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων της όταν προκύπτει ότι η συμφωνία αυτή έχει ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1966, 56/64 και 58/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 363, καθώς και της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C-105/04 P, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-8725, σκέψη 125). Η εξέταση αυτή πρέπει να γίνεται υπό το πρίσμα του περιεχομένου της συμφωνίας και του οικονομικού πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 1984, 29/83 και 30/83, CRAM και Rheinzink κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1679, σκέψη 26· της 6ης Απριλίου 2006, C-551/03 P, General Motors κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-3173, σκέψη 66, και Beef Industry Development Society και Barry Brothers, προπαρατεθείσα, σκέψη 16). Τέλος, η μέθοδος αυτή αναλύσεως έχει γενική εφαρμογή και δεν περιορίζεται σε μια μόνον κατηγορία συμφωνιών [απόφαση του Πρωτοδικείου της 2ας Μαΐου 2006, T-328/03, O2 (Germany) κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-1231, σκέψη 67].
111
Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλείται την απόφαση GlaxoSmithKline Services κατά Επιτροπής, σκέψη 107 ανωτέρω (σκέψη 121), εφόσον, κατά το Δικαστήριο, «το άρθρο 81 ΕΚ αποσκοπεί, όπως και οι λοιποί κανόνες περί ανταγωνισμού της Συνθήκης, στην προστασία όχι αποκλειστικά των συμφερόντων των ανταγωνιστών ή των καταναλωτών, αλλά της δομής της αγοράς και με τον τρόπο αυτό του ίδιου του ανταγωνισμού», και, «ως εκ τούτου, η διαπίστωση της υπάρξεως του επιζήμιου για τον ανταγωνισμό αντικειμένου μιας συμφωνίας δεν μπορεί να εξαρτάται από το ότι οι τελικοί καταναλωτές στερούνται των πλεονεκτημάτων ενός αποτελεσματικού ανταγωνισμού στον τομέα του εφοδιασμού ή των τιμών» (απόφαση GlaxoSmithKline Services κ.λπ. κατά Επιτροπής κ.λπ., σκέψη 74 ανωτέρω, σκέψεις 62 έως 64). Ερωτηθείσα από το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ίδια η προσφεύγουσα αναγνώρισε ότι, υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, το επιχείρημα αυτό είχε ελάχιστες πιθανότητες να ευδοκιμήσει.
112
Επομένως, είναι κρίσιμο να προσδιοριστεί, εν προκειμένω, αν οι επίμαχες συμφωνίες είχαν επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο.
113
Το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ μνημονεύει ρητώς ότι απαγορεύεται η συμφωνία που συνίσταται «στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής» και «στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό». Πάντως, από τις ανωτέρω σκέψεις 49 έως 58 προκύπτει ότι, εν προκειμένω, οι συμφωνίες είχαν ως σκοπό, αφενός, τον καθορισμό των τιμών αγοράς και πωλήσεως της πίσσας και, αφετέρου, τη χορήγηση μιας προτιμησιακής εκπτώσεως στα μέλη του W5. Επομένως, η ίδια η φύση των εν λόγω συμφωνιών αρκεί για να γίνει δεκτό ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς.
114
Το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι οι εν λόγω συμφωνίες αποσκοπούσαν στην επίτευξη ορισμένης σταθερότητας των τιμών αγοράς δεν αρκεί για να αναιρεθεί το ως άνω συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες πρέπει να εξετάζονται στο σύνολό τους και ότι, εν πάση περιπτώσει, η επιδίωξη ορισμένης σταθερότητας των τιμών δεν διαφέρει από τον καθορισμό των τιμών αγοράς (απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T-329/01, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-3255, σκέψη 197).
115
Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η συμπεριφορά των μελών του W5 και των προμηθευτών είχε επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο.
4. Επί της τρίτης πλάνης ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που αφορά την άρνηση της Επιτροπής να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ και τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
116
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών καθόσον εκτίμησε ότι το γεγονός ότι το W5 προέβη σε συλλογική διαπραγμάτευση όσον αφορά μια έκπτωση δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «συλλογική προμήθεια» κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ, συλλογική προμήθεια η οποία θα επιτρεπόταν δυνάμει των κατευθυντηρίων γραμμών για την εφαρμογή του άρθρου 81 [ΕΚ] στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας (ΕΕ 2001, C 3, σ. 2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας).
117
Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει, κατ’ αρχάς, ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αξιολόγησε τη συμπεριφορά της μόνον υπό το πρίσμα του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ και όχι υπό το πρίσμα των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας, κατευθυντήριες γραμμές ως προς τις οποίες η Επιτροπή προέβη, εν πάση περιπτώσει, σε μια υπερβολικά περιοριστική ερμηνεία. Εντούτοις, οι ως άνω κατευθυντήριες γραμμές τυγχάνουν εφαρμογής επί της προσφεύγουσας, εφόσον αφορούν τις εκδηλώσεις συμπεριφοράς των αγοραστών στο πλαίσιο της δικής τους αγοράς πωλήσεων και εφόσον η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το W5 είχε καθορίσει τη μικτή τιμή από κοινού με τους προμηθευτές. Έτσι, κατά την προσφεύγουσα, εν προκειμένω, το W5 έθεσε σε λειτουργία μια διαβούλευση που απέβλεπε στην επίτευξη των πλέον συμφερουσών τιμών αγοράς, προς το συμφέρον του τελικού καταναλωτή, τιμών αγοράς που ισοδυναμούσαν με μια κοινή οργάνωση προμηθειών.
118
Εξάλλου, η Επιτροπή υπέπεσε πολλαπλώς σε πλάνη εκτιμήσεως κατά την εκ μέρους της ανάλυση της συμπεριφοράς της προσφεύγουσας υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ. Έτσι, η Επιτροπή προέβη, κατ’ αρχάς, σε εσφαλμένο παραλληλισμό μεταξύ των εννοιών της από κοινού αγοράς και της από κοινού πωλήσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι μόνον η τελευταία απαγορεύεται δυνάμει του άρθρου 81 ΕΚ. Επιπλέον, κατά την προσφεύγουσα, εναπέκειτο στην Επιτροπή να προβεί σε ανάλυση όσον αφορά την ισχύ των μεγάλων κατασκευαστών εντός της αγοράς, προκειμένου να εξετασθεί αν αυτοί μπορούσαν πράγματι να περιορίσουν τον ανταγωνισμό, λαμβανομένου υπόψη ότι οι μικροί κατασκευαστές επιτύγχαναν κατά σύστημα να λαμβάνουν μεγαλύτερη έκπτωση από τη χορηγούμενη στο W5 έκπτωση.
119
Επιπλέον, η προσφεύγουσα θέτει υπό αμφισβήτηση την αιτιολογική σκέψη 157 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία η Επιτροπή επισημαίνει ότι, εξεταζόμενα ατομικώς, τα μέλη του W5 δεν αγόραζαν κατ’ ανάγκην μεγαλύτερες ποσότητες από αυτές τις οποίες αγόραζε ένας μικρός κατασκευαστής. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα φρονεί ότι το επιχείρημα αυτό δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, λαμβανομένου υπόψη ότι η Επιτροπή δεν ζήτησε από τους μικρούς κατασκευαστές στοιχεία σχετικά με τις αγορές τους, και ότι, ως εκ τούτου, το εν λόγω επιχείρημα αποτελεί απλώς και μόνον μια υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, ένας προμηθευτής θα μπορούσε κάλλιστα να χορηγήσει μεγαλύτερη έκπτωση σε μια εταιρία, η οποία αγοράζει μικρότερες ποσότητες, για ειδικούς εμπορικούς λόγους, ιδίως όταν το δυναμικό των αγορών της εταιρίας αυτής είναι σημαντικό. Ομοίως, κατά την προσφεύγουσα, το γεγονός ότι η διαπραγμάτευση του W5 με τους προμηθευτές συνίστατο απλώς και μόνον στον καθορισμό μιας ελάχιστης συλλογικής εκπτώσεως, η οποία μπορούσε να αυξηθεί στη συνέχεια σε ατομικό επίπεδο, καταδεικνύει ότι η συμπεριφορά του W5 ήταν σύμφωνη προς το δίκαιο του ανταγωνισμού.
120
Τέλος, η προσφεύγουσα θέτει υπό αμφισβήτηση την αιτιολογική σκέψη 313 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές περιόριζαν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, εφόσον κάθε μεγάλος κατασκευαστής διαπραγματευόταν, σε διμερές επίπεδο, σχετικά με το ύψος της εκπτώσεώς του με τον προμηθευτή. Περαιτέρω, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C-180/98 έως C-184/98, Pavlov κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. I-6451, σκέψεις 92 επ.), μια ρύθμιση που έχει περιοριστικά αποτελέσματα έναντι μόνον ενός συντελεστή του κόστους, συντελεστή ο οποίος είναι, επιπλέον, ελάχιστα σημαντικός, δεν προκαλεί αισθητό περιορισμό του ανταγωνισμού. Πάντως, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι, για μια εταιρία κατασκευής έργων οδοποιίας, η πίσσα αντιπροσωπεύει μόλις το 1,5 % του συνολικού κόστους.
121
Η Επιτροπή απορρίπτει το σύνολο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
122
Εκ προοιμίου, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι εναπόκειται στις επιχειρήσεις που ζητούν να τύχουν εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ να αποδείξουν, βάσει εγγράφων αποδείξεων, ότι η εν λόγω εξαίρεση είναι δικαιολογημένη. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν μπορεί να προσάπτεται στην Επιτροπή ότι δεν πρότεινε άλλες λύσεις ούτε ανέφερε αυτό που θα θεωρούσε ότι δικαιολογεί τη χορήγηση μιας εξαιρέσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1984, 43/82 και 63/82, VBVB και VBBB κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 19, σκέψη 52, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T-191/98, T-212/98 έως T-214/98, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3275, σκέψη 220). Εναπόκειται αποκλειστικά στην Επιτροπή, βάσει της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπέχει, να αναφέρει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία και τη συλλογιστική που την οδήγησαν να λάβει απόφαση απορρίπτουσα την αίτηση περί εξαιρέσεως, χωρίς η προσφεύγουσα να μπορεί να απαιτεί από την Επιτροπή να συζητά όλα τα πραγματικά και νομικά σημεία που η προσφεύγουσα προέβαλε κατά τη διοικητική διαδικασία (απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Φεβρουαρίου 1995, T-29/92, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-289, σκέψεις 262 και 263). Επομένως, εναπόκειται στην προσφεύγουσα να αποδείξει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ή περί τα πράγματα ως εκ του ότι αρνήθηκε να χορηγήσει στην προσφεύγουσα εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ.
123
Εν προκειμένω, η Επιτροπή εξέθεσε, στις αιτιολογικές σκέψεις 162 έως 168 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσε ότι η συμμετοχή του W5 στις συμφωνίες δεν αποτελούσε συλλογική προμήθεια κατά την έννοια των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας. Έτσι, η Επιτροπή υπενθυμίζει, στην αιτιολογική σκέψη 163 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι διατάξεις αυτές δεν έχουν ως αντικείμενο να επιτραπούν εν γένει οι συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας, αλλά εκθέτουν τις αρχές που καθιστούν δυνατή την αξιολόγηση των εν λόγω συμφωνιών υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 81 ΕΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι τέτοιες συμφωνίες μπορούν να δημιουργούν προβλήματα όσον αφορά τον ανταγωνισμό. Εν προκειμένω, η Επιτροπή διευκρινίζει, στην αιτιολογική σκέψη 165 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι επίμαχες συμφωνίες είχαν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού και είχαν συνέπειες για τις επιχειρήσεις που δεν μετείχαν σ’ αυτές (καθορισμός των τιμών για όλους τους κατασκευαστές εντός των Κάτω Χωρών και προσδιορισμός των ανωτάτων ορίων έκπτωσης για τους μικρούς κατασκευαστές). Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 166 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το W5 δεν προέβη σε αγορές κατά τη διάρκεια των εν λόγω διαπραγματεύσεων με τους προμηθευτές, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο μόνον τον καθορισμό των τιμών και των εκπτώσεων, συμπεριφορά την οποία το σημείο 124 των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας χαρακτηρίζει ως συγκεκαλυμμένη σύμπραξη. Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το W5 συνήψε τις εν λόγω συμφωνίες με μια ομάδα πωλητών που είχαν επίσης υιοθετήσει μια ενέχουσα συμπαιγνία συμπεριφορά. Τέλος, οι διατάξεις του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, εφαρμοστέες, εφόσον, κατά το σημείο 133 των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας, οι συμφωνίες αγοράς δεν μπορούν να τύχουν εξαιρέσεως εάν επιβάλλουν περιορισμούς που δεν είναι απαραίτητοι για τα οικονομικά οφέλη που αποφέρουν οι συμφωνίες. Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, οι επίμαχες συμφωνίες επέβαλαν περιορισμούς στους μικρούς κατασκευαστές υπό τη μορφή μειωμένων εκπτώσεων, περιορισμούς οι οποίοι αφορούσαν τρίτους και οι οποίοι δεν ήσαν απαραίτητοι για την αποκόμιση των επιδιωκόμενων οικονομικών οφελών.
124
Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν περιορίστηκε στο να αξιολογήσει τη συμπεριφορά της προσφεύγουσας μόνον υπό το πρίσμα του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ, αλλά ότι έλαβε επίσης υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας.
125
Εξάλλου, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ως εκ του ότι εκτίμησε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας δεν επέτρεπαν κάποια συγκεκριμένη συμπεριφορά, αλλά παρέθεταν τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση τέτοιων συμφωνιών υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 81 ΕΚ. Ωστόσο, από το σημείο 1 των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών προκύπτει σαφώς ότι αυτές έχουν ως αντικείμενο να παραθέσουν «τις αρχές σύμφωνα με τις οποίες αξιολογούνται οι συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας βάσει του άρθρου 81 ΕΚ». Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ως προς το ζήτημα αυτό.
126
Επιπλέον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ως εκ του ότι εξομοίωσε την από κοινού αγορά με την από κοινού πώληση, ενώ μόνον η τελευταία απαγορεύεται δυνάμει των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας. Έτσι, κατά την προσφεύγουσα, στην αιτιολογική σκέψη 159 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή προσέθεσε μια προϋπόθεση που επέβαλλε στους αγοραστές την υποχρέωση να υιοθετούν αυτοτελή συμπεριφορά στην αγορά, παρά το ότι οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας δεν επέβαλλαν τέτοια προϋπόθεση. Ωστόσο, από την αιτιολογική σκέψη 159 της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, και όχι των διατάξεων του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ, προκύπτει ότι η Επιτροπή περιορίστηκε να απαντήσει στο προβληθέν από ορισμένες επιχειρήσεις κατά τη διοικητική διαδικασία επιχείρημα που αφορούσε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ολλανδικής αγοράς και ότι δεν προετίθετο να ερμηνεύσει τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας. Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
127
Η προσφεύγουσα προσάπτει, επίσης, στην Επιτροπή ότι δεν προέβη σε ανάλυση της ισχύος των μελών του W5 εντός της αγοράς προκειμένου να προσδιορισθεί αν η εν λόγω ισχύς μπορούσε πράγματι να περιορίσει τον ανταγωνισμό. Ωστόσο, η Επιτροπή ορθώς εκτιμά ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε μια τέτοια ανάλυση, εφόσον δεν επρόκειτο περί συμφωνίας συνεργασίας με την οποία οι αγοραστές αποσκοπούσαν στο να δημιουργήσουν ένα αντίβαρο έναντι των πωλητών, αλλά περί συλλογικής συμπράξεως μεταξύ δύο ομάδων όσον αφορά τις τιμές. Εξάλλου, από την αιτιολογική σκέψη 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή διευκρίνισε, εκ προοιμίου, ότι τα μέλη του W5 κατείχαν τις 36 από τις 51 εγκαταστάσεις ασφαλτικής αναμίξεως που υπήρχαν στις Κάτω Χώρες το 2002, δηλαδή πάνω από το 70 % των εν λόγω εγκαταστάσεων. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου 18 των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας, δεν είναι αναγκαίο να εξετάζονται τα πραγματικά αποτελέσματα, τα οποία προκαλούν επί του ανταγωνισμού και επί της αγοράς οι συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού διά του καθορισμού των τιμών, διά της μειώσεως της παραγωγής ή, ακόμη, διά της κατανομής των αγορών ή των πελατών, εφόσον τεκμαίρεται ότι οι συμφωνίες αυτές παράγουν αρνητικά αποτελέσματα επί της αγοράς. Δεδομένου ότι η Επιτροπή εκτίμησε ότι οι επίμαχες συμφωνίες αποσκοπούσαν, ως εκ της φύσεώς τους, στον περιορισμό του ανταγωνισμού (αιτιολογική σκέψη 165 της προσβαλλομένης αποφάσεως), δεν εναπέκειτο σ’ αυτήν, ως εκ τούτου, να προβεί σε εμπεριστατωμένη ανάλυση της ισχύος των μελών του W5 εντός της αγοράς.
128
Επιπλέον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα ως εκ του ότι υποστήριξε, χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι, εξεταζόμενα ατομικώς, τα μέλη του W5 δεν αγόραζαν κατ’ ανάγκην μεγαλύτερες ποσότητες από αυτές τις οποίες αγόραζε ένας μικρός κατασκευαστής. Ωστόσο, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή στηρίχτηκε σε πλείονα αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να διαπιστώσει ότι η έκπτωση, την οποία ελάμβανε το W5, δεν ήταν συνδεδεμένη με την ποσότητα των αγορών εκ μέρους των μελών του και ότι η ειδική έκπτωση, την οποία ελάμβαναν τα εν λόγω μέλη, απέβλεπε στο να θιγούν οι λοιποί κατασκευαστές (βλ. σκέψεις 50 και 51 ανωτέρω). Εξάλλου, το γεγονός ότι κάθε μέλος του W5 επιχειρούσε να επιτύχει επιπρόσθετη έκπτωση, σε σχέση με τη συλλογική έκπτωση, με βάση τις αγορασθείσες ποσότητες αποτελεί συμπληρωματική ένδειξη περί του ότι η συλλογική έκπτωση δεν ήταν συνδεδεμένη με την ποσότητα των αγορών εκ μέρους του W5.
129
Τέλος, η προσφεύγουσα θέτει υπό αμφισβήτηση το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι συμφωνίες είχαν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού (αιτιολογικές σκέψεις 166 και 313 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι συμφωνίες αυτές, αφενός, δεν περιόρισαν τον ανταγωνισμό μεταξύ των μελών του W5 και, αφετέρου, δεν περιόρισαν τον ανταγωνισμό μεταξύ όλων των κατασκευαστών, λαμβανομένου υπόψη ότι η πίσσα αντιπροσωπεύει μόλις το 1,5 % των συνολικών εξόδων των επιχειρήσεων αυτών. Ωστόσο, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι τα μέλη του W5, καθορίζοντας από κοινού με τους προμηθευτές, που κάλυπταν το 80 % της αγοράς, τη μικτή τιμή και την έκπτωση για το σύνολο των μελλοντικών αγορών τους, περιόρισαν τον ανταγωνισμό που ήταν δυνατό να υφίσταται μεταξύ αυτών. Εξάλλου, καίτοι είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έχει εκτιμήσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση μιας ρυθμίσεως που θεσπίζει υποχρεωτική υπαγωγή σε ένα συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, ότι αυτό δεν επηρέαζε τον ανταγωνισμό (απόφαση Pavlov κ.λπ., σκέψη 120 ανωτέρω, σκέψη 95), η Επιτροπή ήδη απέδειξε ορθώς και επαλλήλως ότι, εν προκειμένω, η ειδική έκπτωση που χορηγήθηκε στο W5 είχε αντίκτυπο επί του ανταγωνισμού στον τομέα της κατασκευής έργων οδοποιίας, λαμβανομένου υπόψη του μηχανισμού των προσκλήσεων προς υποβολή προσφορών που υφίσταται στο πλαίσιο του τομέα της κατασκευής έργων οδοποιίας (βλ. σκέψεις 69 έως 73 ανωτέρω).
130
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε καμία πλάνη περί το δίκαιο ή περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών ως εκ του ότι αρνήθηκε να θεωρήσει ότι η συμμετοχή του W5 στις συμφωνίες αποτελούσε «συλλογική προμήθεια» κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ, η οποία επιτρέπεται δυνάμει των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας.
5. Επί της τέταρτης πλάνης περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, η οποία αφορά τον ανακριβή ορισμό της σχετικής αγοράς και την εσφαλμένη αξιολόγηση της θέσης των μεγάλων κατασκευαστών στην αγορά
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
131
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών ως εκ του ότι διατύπωσε έναν υπερβολικά περιοριστικό ορισμό της σχετικής αγοράς προκειμένου να αξιολογηθεί η θέση του W5. Έτσι, η Επιτροπή, ακολουθώντας την άποψη της οποίας υπεραμύνθηκαν οι προμηθευτές, περιόρισε την εκ μέρους της αξιολόγηση της σχετικής αγοράς με μοναδικό σκοπό να αποδειχθεί ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές κατείχαν μερίδιο αγοράς της τάξεως του 49,5 % όσον αφορά τις προμήθειες (αιτιολογική σκέψη 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι οι αιτιάσεις που διατυπώθηκαν κατά του ορισμού της αγοράς, στον οποίο κατέληξε η Επιτροπή, δεν μπορούν να προσλάβουν αυτοτελή διάσταση σε σχέση με αυτές που αφορούν την προσβολή του ανταγωνισμού (απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Δεκεμβρίου 2003, T-5/00 και T-6/00, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied και Technische Unie κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-5761, σκέψη 123).
132
Έτσι, πρώτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή δεν παρέθεσε επαρκείς λόγους που να καθιστούν δυνατό τον αποκλεισμό της βιομηχανικής πίσσας από τη σχετική αγορά, ιδίως καθόσον δεν επισήμανε ότι δεν υπήρχε προσήκουσα προσφορά υποκαταστάσεως.
133
Δεύτερον, η προσφεύγουσα θέτει υπό αμφισβήτηση την απόφαση της Επιτροπής να περιορισθεί η σχετική αγορά, από γεωγραφική άποψη, στο να περιλαμβάνει τις Κάτω Χώρες. Συγκεκριμένα, μόνον η Kuwait Petroleum παρήγε, ακόμη, πίσσα στις Κάτω Χώρες κατά την περίοδο που διήρκεσε η παράβαση, λαμβανομένου υπόψη ότι οι λοιποί προμηθευτές εισήγαν την πωλούμενη στις Κάτω Χώρες πίσσα από το Βέλγιο και από τη Γερμανία και κατείχαν δομημένη οργάνωση πωλήσεων σε επίπεδο Μπενελούξ. Έτσι, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη σαφείς ενδείξεις που να αποδεικνύουν την ύπαρξη διασυνοριακής συνεννοήσεως μεταξύ προμηθευτών. Ομοίως, η Επιτροπή απέρριψε χωρίς λόγο τα συγκλίνοντα επιχειρήματα πλειόνων μεγάλων κατασκευαστών, κατά τα οποία η ολλανδική αγορά πίσσας ήταν απομονωμένη από τις λοιπές αγορές εξαιτίας των προμηθευτών, οι οποίοι εμπόδιζαν τους εν λόγω κατασκευαστές να ανεφοδιάζονται στην αλλοδαπή (αιτιολογική σκέψη 174 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ωστόσο, αν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη το Βέλγιο και το δυτικό τμήμα της Γερμανίας κατά την εκ μέρους της διατύπωση του ορισμού της σχετικής αγοράς, το μερίδιο αγοράς το οποίο θα κατείχε το W5 θα ήταν χαμηλότερο από 15 %. Πάντως, στις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας εκτίθεται ότι, σε περίπτωση από κοινού αγοράς εκ μέρους πολλών επιχειρήσεων, οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν διαθέτουν ισχύ εντός της αγοράς οσάκις τα σωρευτικά μερίδια αγοράς τους είναι χαμηλότερα από 15 %.
134
Η Επιτροπή αντικρούει το σύνολο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
135
Στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ, η Επιτροπή οφείλει να προσδιορίσει αν η επίμαχη εναρμονισμένη πρακτική δύναται να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και αν έχει ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Οι διάδικοι ερίζουν ως προς το ζήτημα της εκτάσεως της υποχρεώσεως αυτής, την οποία υπέχει η Επιτροπή, και ως προς τον ορισμό της σχετικής αγοράς στον οποίο κατέληξε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση.
136
Κατά τη νομολογία, ο ορισμός της σχετικής αγοράς, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, έχει ως μοναδικό αντικείμενο να προσδιορισθεί αν η επίμαχη συμφωνία δύναται να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και αν έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς (διάταξη του Δικαστηρίου της 16ης Φεβρουαρίου 2006, C-111/04 P, Adriatica di Navigazione κατά Επιτροπής, σκέψη 31, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 2009, C-511/06 P, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I-5843, I-5848, σημεία 196 και 197).
137
Εξάλλου, όπως το Γενικό Δικαστήριο έχει ήδη αποσαφηνίσει με τη νομολογία του, η υποχρέωση οριοθετήσεως της σχετικής αγοράς σε απόφαση που εκδίδεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 81 ΕΚ δεν είναι απόλυτη, αλλά είναι επιβεβλημένη για την Επιτροπή μόνον όταν, ελλείψει τέτοιας οριοθετήσεως, είναι αδύνατον να εξακριβωθεί αν η συγκεκριμένη σύμπραξη μπορεί να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και αν έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 2000, T-62/98, Volkswagen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-2707, σκέψη 230· της 8ης Ιουλίου 2004, T-44/00, Mannesmannröhren-Werke κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-2223, σκέψη 132, και της 25ης Οκτωβρίου 2005, T-38/02, Groupe Danone κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-4407, σκέψη 99).
138
Ο ορισμός της σχετικής αγοράς είναι αναγκαίος προκειμένου να εξακριβωθεί αν πληρούται, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, η προβλεπόμενη από το άρθρο 81, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΕΚ προϋπόθεση για να κηρυχθεί ανεφάρμοστη η παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, ανακοίνωση της Επιτροπής όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού (ΕΕ 1997, C 372, σ. 5) και απόφαση του Πρωτοδικείου της 19ης Μαρτίου 2003, T-213/00, CMA CGM κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-913, σκέψη 226], ενώ δεν είναι αναγκαίος προκειμένου να εξακριβωθεί αν πληρούνται οι τρεις άλλες προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 81, παράγραφος 3, ΕΚ (προπαρατεθείσα απόφαση CMA CGM κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 226).
139
Εν προκειμένω, αφενός, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή ορθώς αρνήθηκε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ, και ιδίως αυτές του άρθρου 81, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΕΚ (σκέψεις 122 έως 130 ανωτέρω). Αφετέρου, καίτοι η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο εσφαλμένος ορισμός της σχετικής αγοράς, στον οποίο κατέληξε η Επιτροπή, είχε επίδραση επί της αξιολογήσεως της ισχύος των μελών του W5 εντός της αγοράς, η οποία ήταν, στην πραγματικότητα, πολύ λιγότερο σημαντική από την αποδιδόμενη σ’ αυτά ισχύ, πλην όμως δεν αμφισβητεί ότι οι επίμαχες συμφωνίες μπορούσαν να επηρεάσουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και είχαν ως αντικείμενο, τουλάχιστον, τη σταθεροποίηση των τιμών αγοράς, πράγμα το οποίο, όπως καταδείχθηκε (βλ. σκέψεις 113 έως 115 ανωτέρω), είχε ως συνέπεια, εν προκειμένω, τον περιορισμό και τη νόθευση του ανταγωνισμού ενός της κοινής αγοράς. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ δεν απαιτεί, εν προκειμένω, τον προηγούμενο καθορισμό της σχετικής αγοράς, η Επιτροπή μπορούσε να περιορισθεί στο να αναφερθεί στο προϊόν το οποίο αφορά η σύμπραξη καθώς και στο καλυπτόμενο έδαφος.
140
Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν παρέθεσε επαρκείς λόγους όσον αφορά τον αποκλεισμό της βιομηχανικής πίσσας από τη σχετική αγορά, ιδίως καθόσον δεν επισήμανε ότι δεν υπήρχε προσήκουσα προσφορά υποκαταστάσεως. Λαμβανομένου υπόψη ότι η Επιτροπή δεν υπείχε υποχρέωση να προβεί σε ορισμό της αγοράς, δεν διαπιστώνεται συναφώς ουδεμία παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκέψη 137 ανωτέρω, σκέψη 99).
141
Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή περιόρισε εσφαλμένως τον γεωγραφικό ορισμό της σχετικής αγοράς ώστε να περιλαμβάνει μόνον τις Κάτω Χώρες, ενώ μόνο μία πετρελαϊκή επιχείρηση παρήγε πίσσα στην επικράτεια των Κάτω Χωρών, ενώ οι λοιποί προμηθευτές εισήγαν την πίσσα τους από τη Γερμανία ή από το Βέλγιο και ενώ ορισμένοι από αυτούς διέθεταν οργάνωση πωλήσεων για την Μπενελούξ. Ωστόσο, από τις αιτιολογικές σκέψεις 27 και 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη αυτά τα πραγματικά στοιχεία και ότι, παρά ταύτα, επισήμανε ότι η διάθεση της πίσσας στο εμπόριο πραγματοποιείτο σε αμιγώς εθνικό επίπεδο, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών ποιοτικών απαιτήσεων, του μηχανισμού ρυθμίσεως κινδύνων και της διαρθρώσεως της κυριότητας των εγκαταστάσεων ασφαλτικής αναμίξεως.
142
Εξάλλου, οι ενδείξεις τις οποίες επικαλέσθηκε η προσφεύγουσα προκειμένου να επιβεβαιωθεί η άποψη περί της υπάρξεως συμπράξεως στο Βέλγιο δεν είναι, αυτές και μόνο, επαρκείς προκειμένου να αποδειχθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά τον εκ μέρους της ορισμό της σχετικής αγοράς. Εν πάση περιπτώσει, οι ενδείξεις αυτές ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, πρόκειται αφενός για τα χειρόγραφα πρακτικά, τα οποία συνέταξε η Kuwait Petroleum, μιας διαβουλεύσεως μεταξύ προμηθευτών (Nynas, Klöckner, SNV, BP, Smid & Hollander και Kuwait Petroleum), της 4ης Μαρτίου 1994, στα οποία γίνεται μνεία της ανάγκης να «αυξηθεί το επίπεδο των τιμών στο Βέλγιο». Αφετέρου, πρόκειται για έγγραφα που μνημονεύουν ότι η SNV κατείχε μια δομημένη οργάνωση πωλήσεων σε επίπεδο Μπενελούξ, λαμβανομένου υπόψη ότι ένας μόνον διευθυντής ήταν επιφορτισμένος με τη διάθεση της πίσσας στο εμπόριο εντός της Μπενελούξ από το 1993 έως το 1998, όπως ακριβώς και η ExxonMobil, της οποίας οι οργανώσεις πωλήσεων διοικούνταν από τα ίδια πρόσωπα στις Κάτω Χώρες και στο Βέλγιο.
143
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η Επιτροπή, προβαίνοντας σε ορισμό της σχετικής αγοράς, δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ούτε σε πλάνη περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών.
6. Επί της πέμπτης πλάνης περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, η οποία αφορά την έλλειψη προκλήσεως έμμεσων συνεπειών επί της αγοράς του μεταγενέστερου σταδίου της κατασκευής έργων οδοποιίας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
144
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών ως εκ του ότι εκτίμησε ότι οι επίμαχες συμφωνίες είχαν έμμεσες συνέπειες προκαλούμενες επί της αγοράς του μεταγενέστερου σταδίου της κατασκευής έργων οδοποιίας. Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι τα έξοδα αγοράς της πίσσας αποτελούν μόνον ένα ασήμαντο μερίδιο του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων κατασκευής έργων οδοποιίας στις Κάτω Χώρες, πλην των σπανίων περιπτώσεων των εργοταξίων που αφορούν μόνον την παράδοση πολύ μεγάλων ποσοτήτων ασφάλτου (λιγότερα από το 10 % των εργοταξίων), ως προς τα οποία οι κατασκευαστές είναι, εν πάση περιπτώσει, σε θέση να διαπραγματευθούν για τη λήψη συμπληρωματικής εκπτώσεως. Επιπλέον, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή παρέλειψε να θεμελιώσει με υπολογισμούς την άποψή της ότι μια ελάχιστη διαφορά ως προς την τιμή αγοράς της πίσσας μπορούσε να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το επίπεδο της μικτής τιμής στις Κάτω Χώρες ήταν μεγαλύτερο από το επίπεδο της τιμής στην αλλοδαπή. Συγκεκριμένα, τα σχετικά με τις εξελίξεις των τιμών σε διάφορες χώρες στοιχεία είχαν απαλειφθεί από το μη εμπιστευτικό κείμενο των προερχομένων από τους προμηθευτές εγγράφων και πλείονα έγγραφα καταδεικνύουν ότι το επίπεδο των τιμών στις Κάτω Χώρες ήταν, εν τοις πράγμασι, συγκρίσιμο με αυτό των γειτονικών χωρών.
145
Η Επιτροπή απορρίπτει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
146
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, ευθύς εξ αρχής, ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η τιμή της πίσσας, που αντιπροσωπεύει μόνον ένα αμελητέο μερίδιο των εξόδων ενός εργοταξίου κατασκευής έργων οδοποιίας, μπορεί να έχει αντίκτυπο επί του ανταγωνισμού προκαλώντας έμμεσες συνέπειες επί της αγοράς του μεταγενέστερου σταδίου της κατασκευής έργων οδοποιίας. Ωστόσο, πρέπει να υπομνηστεί, σύμφωνα με τις σκέψεις 74 έως 79 και 110 έως 115 ανωτέρω, ότι οι συμφωνίες είχαν ως αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού. Επομένως, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένων αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συνεπειών των εν λόγω συμφωνιών.
147
Εξάλλου, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν απέδειξε επαρκώς ότι το επίπεδο της μικτής τιμής στις Κάτω Χώρες ήταν μεγαλύτερο από αυτό που ίσχυε στις γειτονικές χώρες κατά την περίοδο που διήρκεσε η παράβαση. Ωστόσο, από την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 174) προκύπτει ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σε πλείονα έγγραφα τα οποία κατασχέθηκαν κατά τη διάρκεια των ελέγχων που αυτή διενήργησε, και μεταξύ αυτών σε ένα εσωτερικό υπόμνημα της SNV της 9ης Φεβρουαρίου 1995, το οποίο αναφέρεται σε ορισμένες διαφορές ως προς την τιμή, που ήσαν αδικαιολόγητες εκ πρώτης όψεως, μεταξύ των Κάτω Χωρών και των γειτονικών χωρών, καθώς και στην από 9 Οκτωβρίου 2003 δήλωση της Kuwait Petroleum, που επίσης μνημονεύει την ύπαρξη διαφοράς ως προς την τιμή μεταξύ των Κάτω Χωρών και των γειτονικών χωρών τους. Η Επιτροπή στηρίχθηκε, επίσης, σε υπομνήματα τα οποία κατασχέθηκαν στα γραφεία της προσφεύγουσας και τα οποία αφορούν τις διαβουλεύσεις που έλαβαν χώρα στις 12 Απριλίου 2000 και στις 29 Ιανουαρίου 2002. Όσον αφορά το έτος 2000, τα ως άνω υπομνήματα μνημονεύουν ότι το επίπεδο των καθαρών τιμών στις Κάτω Χώρες ήταν μεγαλύτερο κατά 25 NLG από το επίπεδο των τιμών στο Βέλγιο (αιτιολογική σκέψη 111 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ομοίως, όσον αφορά το έτος 2002, από τα ως άνω υπομνήματα προκύπτει ότι η καθαρή τιμή στις Κάτω Χώρες ανερχόταν σε 183 ευρώ έναντι 162 ευρώ στη Γερμανία και στο Βέλγιο και έναντι 158 ευρώ στη Γαλλία (αιτιολογική σκέψη 123 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τα εν λόγω συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή προκειμένου να αποδειχθεί ότι το επίπεδο της μικτής τιμής ήταν μεγαλύτερο στις Κάτω Χώρες απ’ ό,τι στις γειτονικές χώρες.
148
Εξάλλου, καίτοι η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι κατέστησε εμπιστευτικά τα προερχόμενα από τους προμηθευτές στοιχεία σχετικά με τις εξελίξεις των τιμών σε διάφορες χώρες, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη καμίας αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικής στις γειτονικές χώρες, οι προμηθευτές εδικαιούντο να χαρακτηρίσουν ως επιχειρηματικό απόρρητο τις πληροφορίες σχετικά με τις τιμές που ίσχυαν στις χώρες αυτές.
149
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών ως εκ του ότι εκτίμησε ότι οι επίμαχες συμφωνίες είχαν έμμεσες συνέπειες επί της αγοράς του μεταγενέστερου σταδίου της κατασκευής έργων οδοποιίας.
150
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας που αναφέρονται σε πλάνες περί το δίκαιο που φέρεται ότι διέπραξε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιχειρήματα τα οποία προβλήθηκαν προς στήριξη των αιτημάτων περί ακυρώσεως της τελευταίας αυτής αποφάσεως.
Δ – Επί της παραβάσεως ουσιώδους τύπου και επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
151
Ο τρίτος και τελευταίος λόγος ακυρώσεως, τον οποίο προέβαλε η προσφεύγουσα προς στήριξη των αιτημάτων της περί ακυρώσεως, αντλείται από παράβαση ουσιώδους τύπου και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία δεν διαβίβασε στην προσφεύγουσα το σύνολο των απαντήσεων των λοιπών επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων.
152
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι απλώς και μόνον η διαβίβαση των αποσπασμάτων των απαντήσεων τα οποία η Επιτροπή προετίθετο να επικαλεσθεί ρητώς στην απόφασή της είναι, συναφώς, ανεπαρκής. Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι η γνωστοποίηση του συνόλου των απαντήσεων ήταν ιδιαιτέρως αναγκαία, λόγω του οριζόντιου και κάθετου χαρακτήρα της συμπράξεως και λόγω του ότι η Επιτροπή έλαβε θέση υπέρ των προμηθευτών. Τέλος, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι δεν είναι δυνατό να εναπόκειται μόνο στην Επιτροπή να προσδιορίζει σε ποιες εκ των απαντήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων πρέπει να δοθεί πρόσβαση.
153
Η Επιτροπή απορρίπτει το σύνολο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
154
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, στις 24 Μαΐου 2006, η Επιτροπή διαβίβασε στην προσφεύγουσα τα αποσπάσματα των απαντήσεων των λοιπών επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, τα οποία σκόπευε να επικαλεσθεί ως αποδεικτικά στοιχεία στην προσβαλλόμενη απόφαση. Η προσφεύγουσα διατύπωσε παρατηρήσεις επί των εγγράφων αυτών στις 12 Ιουνίου 2006 και ζήτησε πρόσβαση στο σύνολο των απαντήσεων των λοιπών επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, αλλά η Επιτροπή δεν έδωσε ευνοϊκή συνέχεια στο αίτημα αυτό.
α) Γενικές αρχές σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα μεταγενέστερα της ανακοινώσεως αιτιάσεων
155
Το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 έχει ως εξής:
«Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των εμπλεκόμενων μερών, τα οποία έχουν το δικαίωμα να αποκτούν γνώση του φακέλου της Επιτροπής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος των επιχειρήσεων για την προστασία του επιχειρηματικού απόρρητου. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες και τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης της Επιτροπής ή των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών.»
156
Με την ανακοίνωση περί των κανόνων πρόσβασης στον φάκελο υπόθεσης της Επιτροπής δυνάμει των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ], των άρθρων 53, 54 και 57 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου (ΕΕ 2005, C 325, σ. 7), η Επιτροπή αποσαφηνίζει, στο σημείο 8 της εν λόγω ανακοινώσεως, ότι ο «φάκελος της Επιτροπής» αποτελείται «από όλα τα έγγραφα που ελήφθησαν, υπεβλήθησαν και/ή συγκεντρώθηκαν από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της έρευνας». Στο σημείο 27 της ανακοινώσεως αυτής η Επιτροπή διευκρινίζει τα εξής:
«Η πρόσβαση στον φάκελο υπόθεσης παρέχεται κατόπιν σχετικού αιτήματος και, κανονικά, μία και μοναδική φορά, μετά την αποστολή της κοινοποίησης αιτιάσεων της Επιτροπής στα μέρη, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας. Ως εκ τούτου, κατά γενικόν κανόνα δεν παρέχεται πρόσβαση στις απαντήσεις των άλλων μερών στις αιτιάσεις της Επιτροπής.
Ωστόσο, παρέχεται στο εμπλεκόμενο μέρος πρόσβαση σε έγγραφα λαμβανόμενα μετά την κοινοποίηση των αιτιάσεων σε μεταγενέστερη φάση της διοικητικής διαδικασίας, οσάκις τα έγγραφα αυτά μπορούν να περιέχουν νέα αποδεικτικά στοιχεία –είτε ενοχοποιητικά είτε απαλλακτικά– αναφερόμενα στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται κατά του εν λόγω μέρους στην κοινοποίηση αιτιάσεων της Επιτροπής. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα όταν η Επιτροπή σκοπεύει να βασιστεί σε νέες αποδείξεις.»
157
Κατά πάγια νομολογία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο κάθε διαδικασίας που μπορεί να καταλήξει σε επιβολή κυρώσεων, ιδίως προστίμων ή χρηματικών ποινών, συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, που πρέπει να τηρείται, ακόμη και αν πρόκειται για διαδικασία διοικητικού χαρακτήρα (αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1979, 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 215, σκέψη 9, και της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-176/99 P, ARBED κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-10687, σκέψη 19). Συναφώς, ο κανονισμός 1/2003 προβλέπει την αποστολή στους ενδιαφερομένους της ανακοινώσεως αιτιάσεων, η οποία πρέπει να παραθέτει σαφώς όλα τα ουσιώδη στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η Επιτροπή στο στάδιο αυτό της διαδικασίας. Η ανακοίνωση αυτή αιτιάσεων αποτελεί τη διαδικαστική εγγύηση περί εφαρμογής της θεμελιώδους αρχής του δικαίου της Ένωσης που επιβάλλει τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο κάθε διαδικασίας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-322/07 P, C-327/07 P και C-338/07 P, Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I-7191, σκέψεις 34 και 35).
158
Υπενθυμίζεται ότι πρόσβαση στον φάκελο στις υποθέσεις ανταγωνισμού παρέχεται, ιδίως, προκειμένου να έχουν οι αποδέκτες της ανακοίνωσης αιτιάσεων τη δυνατότητα να λάβουν γνώση των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον φάκελο της Επιτροπής, προκειμένου να μπορέσουν να εκφράσουν λυσιτελώς την άποψή τους επί των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε η Επιτροπή με την ανακοίνωση αιτιάσεων βάσει των στοιχείων αυτών. Η πρόσβαση στον φάκελο συγκαταλέγεται, ως εκ τούτου, μεταξύ των διαδικαστικών εγγυήσεων που αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας και στη διασφάλιση, ειδικότερα, της αποτελεσματικής ασκήσεως του δικαιώματος ακροάσεως (βλ. απόφαση Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 122 ανωτέρω, σκέψη 334 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει να παρέχει στην οικεία επιχείρηση δυνατότητα εξετάσεως του συνόλου των εγγράφων τα οποία περιλαμβάνονται στον φάκελο της υποθέσεως και ενδέχεται να είναι κρίσιμα για την άμυνά της (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-199/99 P, Corus UK κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-11177, σκέψη 125, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, T-30/91, Solvay κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-1775, σκέψη 81). Στα έγγραφα αυτά συγκαταλέγονται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία, πλην των επιχειρηματικών απορρήτων άλλων επιχειρήσεων, των εσωτερικών εγγράφων της Επιτροπής και άλλων εμπιστευτικών πληροφοριών (αποφάσεις του Δικαστηρίου Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, σκέψη 157 ανωτέρω, σκέψεις 9 και 11, και της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C-217/00 P και C-219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-123, σκέψη 68).
159
Κατά τη νομολογία, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση λαμβάνει γνώση, μέσω της ανακοινώσεως αιτιάσεων, των κρίσιμων στοιχείων στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή κατά το στάδιο κατ’ αντιπαράθεση διοικητικής διαδικασίας στην αρχή μόλις του σταδίου αυτού. Συνεπώς, η απάντηση των λοιπών μερών στην ανακοίνωση αιτιάσεων δεν περιλαμβάνεται, κατ’ αρχήν, στο σύνολο των εγγράφων του φακέλου της υπόθεσης τα οποία μπορούν να συμβουλευθούν οι διάδικοι (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, T-161/05, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II-3555, σκέψη 163). Πάντως, αν η Επιτροπή σκοπεύει να επικαλεστεί απόσπασμα απαντήσεως σε ανακοίνωση των αιτιάσεων ή έγγραφο συνημμένο σε μια τέτοια απάντηση, για να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει να δοθεί στις λοιπές εμπλεκόμενες στη διαδικασία επιχειρήσεις η δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους επ’ αυτού του αποδεικτικού στοιχείου (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2000, T-25/95, T-26/95, T-30/95 έως T-32/95, T-34/95 έως T-39/95, T-42/95 έως T-46/95, T-48/95, T-50/95 έως T-65/95, T-68/95 έως T-71/95, T-87/95, T-88/95, T-103/95 και T-104/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, γνωστές ως αποφάσεις «Τσιμέντο», Συλλογή 2000, σ. II-491, σκέψη 386, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T-314/01, Avebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-3085, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
160
Eξάλλου, κατά τη νομολογία σχετικά με την πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο πριν την ανακοίνωση αιτιάσεων, η μη γνωστοποίηση εγγράφου συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας μόνον αν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση αποδείξει, αφενός, ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στο έγγραφο αυτό προς θεμελίωση της αιτιάσεώς της που αφορά την ύπαρξη παραβάσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψεις 7 και 9, και Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 158 ανωτέρω, σκέψη 71) και, αφετέρου, ότι η αιτίαση αυτή μπορούσε να αποδειχθεί μόνο με επίκληση του εν λόγω εγγράφου (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1983, 107/82, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3151, σκέψεις 24 έως 30, και Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 158 ανωτέρω, σκέψη 71· απόφαση Solvay κατά Επιτροπής, σκέψη 158 ανωτέρω, σκέψη 58). Το Δικαστήριο έχει καθιερώσει διάκριση ανάλογα με το αν το έγγραφο έχει επιβαρυντικό ή απαλλακτικό χαρακτήρα. Αν πρόκειται για έγγραφο με επιβαρυντικό χαρακτήρα, εναπόκειται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση να αποδείξει ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή θα ήταν διαφορετικό αν το μη κοινοποιηθέν αυτό έγγραφο δεν λαμβανόταν υπόψη. Αντιθέτως, σε περίπτωση μη γνωστοποιήσεως εγγράφου με απαλλακτικό χαρακτήρα, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση αρκεί να αποδείξει ότι η μη γνωστοποίηση του εγγράφου μπορούσε να επηρεάσει, σε βάρος της, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 158 ανωτέρω, σκέψεις 73 και 74). Η διάκριση αυτή ισχύει και για τα έγγραφα που είναι μεταγενέστερα της ανακοινώσεως αιτιάσεων (απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T-43/02, Jungbunzlauer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-3435, σκέψεις 351 έως 359).
161
Διευκρινίζεται, εξάλλου, ότι, η μη συστηματική γνωστοποίηση των απαντήσεων άλλων επιχειρήσεων στην ανακοίνωση αιτιάσεων δεν παραβιάζει την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας. Όπως προαναφέρθηκε, η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι η Επιτροπή οφείλει, κατά τη διοικητική διαδικασία, να γνωστοποιεί στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις όλα τα περιστατικά, τις περιστάσεις ή τα έγγραφα στα οποία στηρίζεται, ώστε οι εν λόγω επιχειρήσεις να έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν λυσιτελώς την άποψή τους επί του υποστατού και της λυσιτέλειας των προβαλλομένων περιστατικών και περιστάσεων και επί των εγγράφων στα οποία στηρίζονται οι αιτιάσεις της Επιτροπής.
162
Τέλος, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλείται τη νομολογία κατά την οποία δεν πρέπει η Επιτροπή, η οποία κοινοποιεί τις αιτιάσεις και λαμβάνει την απόφαση περί επιβολής κυρώσεως, να καθορίζει αποκλειστικά αυτή τα έγγραφα που είναι χρήσιμα για την άμυνα της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως (απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 158 ανωτέρω, σκέψη 126· αποφάσεις Solvay κατά Επιτροπής, σκέψη 158 ανωτέρω, σκέψεις 81 και 83, και Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 122 ανωτέρω, σκέψη 339). Συγκεκριμένα, η εκτίμηση αυτή, η οποία αφορά τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στον φάκελο της Επιτροπής, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στις απαντήσεις των άλλων εμπλεκόμενων μερών στις αιτιάσεις τις οποίες έχει κοινοποιήσει η Επιτροπή.
β) Εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση
163
Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα φρονεί ότι έπρεπε να της παρασχεθεί πρόσβαση στο σύνολο των απαντήσεων των λοιπών επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να περιέχουν απαλλακτικά στοιχεία.
164
Πρέπει να υπομνηστεί ότι εναπέκειτο στην προσφεύγουσα να παράσχει ένα πρώτο αποδεικτικό στοιχείο περί του ότι η μη γνωστοποίηση των ως άνω απαντήσεων θα μπορούσε να επηρεάσει, εις βάρος της, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής. Ωστόσο, η προσφεύγουσα περιορίστηκε να υποστηρίξει κατά τρόπο γενικό, πολύ αόριστο και αμιγώς θεωρητικό ότι οι απαντήσεις των λοιπών επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων θα μπορούσαν να της παράσχουν απαλλακτικά στοιχεία λόγω του οριζόντιου και κάθετου χαρακτήρα της συμπράξεως και λόγω του ότι η Επιτροπή υποτίθεται ότι έλαβε θέση υπέρ των προμηθευτών, και η προσφεύγουσα δεν παρέσχε καμία συγκεκριμένη ένδειξη που να αποτελεί ένα πρώτο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο.
165
Επιπλέον, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, είναι ελάχιστα πιθανό, στο πλαίσιο μιας συμπράξεως, μια εταιρία να παρέχει στοιχεία ικανά να ελαχιστοποιήσουν τον ρόλο μιας άλλης εταιρίας στο πλαίσιο της συμπράξεως, έστω και αν, εν προκειμένω, το γεγονός ότι η σύμπραξη διοργανώθηκε μεταξύ δύο ομάδων με δυνητικώς αποκλίνοντα συμφέροντα εξηγεί το ότι κάθε μέρος έχει την τάση να ελαχιστοποιεί τον ρόλο του στο πλαίσιο της συμπράξεως εις βάρος των άλλων μερών. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη νομολογία, το γεγονός και μόνον ότι άλλες επιχειρήσεις προέβαλαν τα ίδια επιχειρήματα με την προσφεύγουσα στην απάντησή τους στην ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν μπορεί να συνιστά απαλλακτικό στοιχείο (απόφαση Jungbunzlauer κατά Επιτροπής, σκέψη 160 ανωτέρω, σκέψεις 353 έως 356). Έτσι, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο όσον αφορά τη χρησιμότητα μιας ενδεχόμενης διαβιβάσεως των απαντήσεων των λοιπών εταιριών στην ανακοίνωση των αιτιάσεων.
166
Κατά συνέπεια, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας ως εκ του ότι αρνήθηκε να της γνωστοποιήσει το σύνολο των απαντήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων.
167
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθούν τα προβληθέντα με το δικόγραφο της προσφυγής αιτήματα περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
II – Επί των αιτημάτων περί καταργήσεως ή περί μειώσεως του προστίμου
168
Προς στήριξη των αιτημάτων της περί καταργήσεως ή περί μειώσεως του προστίμου, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αντλείται από πολλαπλή πλάνη περί τα πράγματα και περί το δίκαιο κατά τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου και ο δεύτερος αντλείται από πολλαπλή πλάνη περί τα πράγματα και περί το δίκαιο και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά τη συνεκτίμηση των επιβαρυντικών περιστάσεων.
169
Εκ προοιμίου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στο πλαίσιο των αιτημάτων της περί καταργήσεως ή περί μειώσεως του προστίμου, η προσφεύγουσα δίδει την εντύπωση ότι ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του σχεδόν αποκλειστικώς προς τον σκοπό της διορθώσεως της πλάνης περί τα πράγματα και περί το δίκαιο που φέρεται ότι διέπραξε η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, τιθεμένης κατά μέρος της αιτιάσεως σχετικά με τον δυσανάλογο χαρακτήρα της αυξήσεως του προστίμου λόγω αρνήσεως συνεργασίας, κανένα επιχείρημα του οποίου έγινε επίκληση προς στήριξη των προβληθέντων λόγων ακυρώσεως δεν δίδει την εντύπωση ότι ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του προκειμένου να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση εκείνη της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει, εν προκειμένω, να εξετάσει αν η εν λόγω πλάνη είναι αποδεδειγμένη και, κατά περίπτωση, να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του προκειμένου να αρθεί η εν λόγω πλάνη εφόσον παρίσταται ανάγκη.
170
Επικουρικώς, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, μολονότι από τα αιτήματα περί καταργήσεως ή περί μειώσεως του προστίμου διαφαίνεται ότι προκύπτει ότι η προσφεύγουσα ζητεί την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του μόνον εντός του σχεδόν αποκλειστικού πλαισίου της εκτιμήσεως του εσφαλμένου χαρακτήρα της συλλογιστικής της Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι, εν πάση περιπτώσει, τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα προς στήριξη των εν λόγω αιτημάτων δεν δικαιολογούν τη διατύπωση διαφορετικής εκτιμήσεως από αυτήν της Επιτροπής.
Α – Επί του καθορισμού του βασικού ποσού του προστίμου
171
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται σε πολλαπλή πλάνη περί τα πράγματα και περί το δίκαιο που φέρεται ότι διέπραξε η Επιτροπή κατά τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα φρονεί ότι το βασικό ποσό του επιβληθέντος σ’ αυτήν προστίμου (17,1 εκατομμύρια ευρώ) είναι υπερβολικά υψηλό για τέσσερις λόγους.
1. Επί του χαρακτηρισμού της παραβάσεως ως πολύ σοβαρής
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
172
Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή χαρακτήρισε εσφαλμένως τη συμπεριφορά των μελών του W5 ως πολύ σοβαρή παράβαση, ενώ η συλλογική διαπραγμάτευση για την υψηλότερη κατά το δυνατόν έκπτωση κατά το χρονικό σημείο της αγοράς, η οποία απέβλεπε στο να αμυνθούν τα μέλη του W5 έναντι μιας συνομολογηθείσας μεταξύ των προμηθευτών συμπράξεως ως προς τις τιμές και ως προς την κατανομή της αγοράς, δεν μπορούσε να αντιμετωπίζεται καθ’ όμοιο τρόπο με την εν λόγω συνομολογηθείσα μεταξύ των προμηθευτών σύμπραξη ως προς τις τιμές και ως προς την κατανομή της αγοράς. Έτσι, εναπέκειτο στην Επιτροπή να εκτιμήσει χωριστά τη βαρύτητα της συμπεριφοράς των μελών του W5 προβαίνοντας ιδίως σε ανάλυση των πραγματικών επιπτώσεων της επίμαχης συμπεριφοράς επί του ανταγωνισμού. Επιπλέον, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να θεμελιώσει το επιχείρημά της ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές όφειλαν να γνωρίζουν ότι η πρακτική την οποία ακολουθούσαν περιόριζε τον ανταγωνισμό και να αποδείξει ότι η εν λόγω πρακτική είχε ως συνέπεια τη δημιουργία μειονεκτημάτων για τους μικρούς κατασκευαστές, όπως και η υποτιθέμενη τεχνητή αύξηση των τιμών της πίσσας στις Κάτω Χώρες. Τέλος, η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε, στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι οι μυστικοί διακανονισμοί αφορούσαν μόνο τους προμηθευτές, και όχι τους μεγάλους κατασκευαστές, οι οποίοι φαίνονταν να ανησυχούν ελάχιστα για τη συγκάλυψη των επαφών τους. Έτσι, οι προσκλήσεις για τις συσκέψεις διεκπεραιώνονταν μέσω της γραμματείας τους και δεν συντάσσονταν πρακτικά μετά το πέρας των συσκέψεων αυτών λόγω της βραχύτητας των αποτελεσμάτων των διαπραγματεύσεων και της ελλείψεως επίσημης συμφωνίας.
173
Εν κατακλείδι, η προσφεύγουσα φρονεί ότι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης [ΑΧ] (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων), η επίμαχη παράβαση μπορούσε να χαρακτηρισθεί, το πολύ, ως ελαφρά παράβαση, στην οποία αντιστοιχεί μέγιστο βασικό ποσό ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ.
174
Η Επιτροπή απορρίπτει το σύνολο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
175
Σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου 1 των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, το βασικό ποσό του προστίμου καθορίζεται σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως, με δεδομένο ότι για την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτήρας της ίδιας της παραβάσεως, ο πραγματικός της αντίκτυπος επί της αγοράς, εφόσον αυτός είναι δυνατό να εκτιμηθεί, καθώς και η έκταση της γεωγραφικής αγοράς αναφοράς. Έτσι, οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων καθιερώνουν μια διάκριση μεταξύ των ελαφρών παραβάσεων (περιορισμοί, το συνηθέστερο κάθετοι, οι οποίοι αποσκοπούν μεν στον περιορισμό των συναλλαγών, αλλά των οποίων ο αντίκτυπος στην αγορά παραμένει περιορισμένος), των σοβαρών παραβάσεων (οριζόντιοι ή κάθετοι περιορισμοί οι οποίοι εφαρμόζονται με μεγαλύτερη αυστηρότητα και έχουν πιο εκτεταμένες συνέπειες επί της κοινής αγοράς) και των πολύ σοβαρών παραβάσεων (οριζόντιοι περιορισμοί, παραδείγματος χάριν συνασπισμοί επιχειρήσεων, με σκοπό τον έλεγχο των τιμών ή τον επιμερισμό της αγοράς βάσει ποσοστώσεων, ή άλλου είδους πρακτικές οι οποίες πλήττουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς).
176
Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η σοβαρότητα μιας παραβάσεως καθορίζεται βάσει πολλών στοιχείων, ως προς την εκτίμηση των οποίων η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, όπως είναι οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως, το πλαίσιό της και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2005, C-189/02 P, C-202/02 P, C-205/02 P έως C-208/02 P και C-213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-5425, σκέψη 241, και της 10ης Μαΐου 2007, C-328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-3921, σκέψη 43· απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 2008, T-69/04, Schunk και Schunk Kohlenstoff-Technik κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II-2567, σκέψη 153). Εξάλλου, κατά τη νομολογία, για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την εκτίμηση της σοβαρότητας των παραβάσεων, όπως είναι, ιδίως, ο ρόλος που διαδραμάτισε καθένα από τα μέρη στην παράβαση και ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν παραβάσεις της μορφής αυτής για τους στόχους της Ένωσης (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψεις 120 και 129, και της 8ης Νοεμβρίου 1983, 96/82 έως 102/82, 104/82, 105/82, 108/82 και 110/82, IAZ International Belgium κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3369, σκέψη 52· απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουλίου 2005, T-49/02 έως T-51/02, Brasserie nationale κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3033, σκέψεις 168 έως 183). Όταν μια παράβαση έχει διαπραχθεί από πολλές επιχειρήσεις, πρέπει να εξετάζεται η σχετική βαρύτητα της συμμετοχής καθεμίας από αυτές (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, C-51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-4235, σκέψη 110, και C-235/92 P, Montecatini κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-4539, σκέψη 207).
177
Ο δικαστής της Ένωσης έχει αναγνωρίσει, επίσης, ότι χαρακτηρίζονται, εκ της φύσεώς τους, ως πολύ σοβαρές παραβάσεις οι οριζόντιες συμπράξεις σε θέματα τιμών ή οι συμφωνίες που αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στην κατανομή πελατείας ή στη στεγανοποίηση της κοινής αγοράς (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T-374/94, T-375/94, T-384/94 και T-388/94, European Night Services κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-3141, σκέψη 136· Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκέψη 137 ανωτέρω, σκέψη 147, και της 8ης Ιουλίου 2008, T-53/03, BPB κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II-1333, σκέψη 279). Οι συμφωνίες αυτές χαρακτηρίζονται, εκ της φύσεώς τους και μόνον, ως πολύ σοβαρές, χωρίς να απαιτείται να έχουν κάποιον ιδιαίτερο αντίκτυπο στην αγορά ή η επιρροή τους να έχει συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση (απόφαση Brasserie nationale κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψη 178). Αντιστρόφως, μία οριζόντια σύμπραξη που καλύπτει το σύνολο της επικράτειας κράτους μέλους και αποσκοπεί στην κατανομή της αγοράς και τη δημιουργία στεγανών στην κοινή αγορά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ελαφρά σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων (απόφαση Brasserie nationale κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψη 181). Έτσι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, δεν εναπέκειτο στην Επιτροπή να προβεί σε ανάλυση των πραγματικών επιπτώσεων της επίμαχης συμπεριφοράς επί του ανταγωνισμού για να είναι σε θέση να αξιολογήσει τη σοβαρότητα της παραβάσεως αποδεικνύοντας ότι οι συμφωνίες είχαν ως συνέπεια τη δημιουργία μειονεκτημάτων για τους μικρούς κατασκευαστές και επέφεραν τεχνητή αύξηση του επιπέδου της μικτής τιμής στις Κάτω Χώρες.
178
Εν προκειμένω, η Επιτροπή εκτίμησε, στις αιτιολογικές σκέψεις 312 έως 317 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσφεύγουσα διέπραξε μια πολύ σοβαρή παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι μια παράβαση που συνίσταται στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών πωλήσεως και αγοράς και στην εφαρμογή, έναντι των εμπορικών εταίρων, άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, επιβαρύνοντας τους εν λόγω εμπορικούς εταίρους, κατ’ αυτόν τον τρόπο, με ένα μειονέκτημα στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, αποτελεί, εκ της φύσεώς της, μέρος των σοβαρότατων παραβάσεων. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι δύο ομάδες που εμπλέκονται στην παράβαση όφειλαν να έχουν επίγνωση του παράνομου χαρακτήρα της συμπράξεως, λαμβανομένου υπόψη, ιδίως, ότι τα μέλη του W5 επιβάρυναν σκόπιμα τους λοιπούς κατασκευαστές με ένα ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Συναφώς, κατά την Επιτροπή, ο μυστικός χαρακτήρας των συνομολογηθεισών συμφωνιών αποτελεί πρόσθετη απόδειξη περί του ότι οι μετέχοντες είχαν επίγνωση του παράνομου χαρακτήρα των εν λόγω συμφωνιών.
179
Πρέπει να επισημανθεί ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί τα στοιχεία που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 312 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή ότι η σύμπραξη συνίστατο στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών πωλήσεως και αγοράς και στην εφαρμογή, έναντι των εμπορικών εταίρων, άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, επιβαρύνοντας τους εν λόγω εμπορικούς εταίρους, κατ’ αυτόν τον τρόπο, με ένα ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Πάντως, οι μηχανισμοί αυτοί, όπως περιγράφηκαν από την Επιτροπή, συγκαταλέγονται στις σοβαρότατες μορφές προσβολής του ανταγωνισμού. Η προσφεύγουσα περιορίζεται στο να επιχειρήσει να αποδείξει την ύπαρξη διακρίσεως μεταξύ διαφόρων εκδηλώσεων συμπεριφοράς που αφορούν την ίδια σύμπραξη, προβάλλοντας ότι η Επιτροπή όφειλε να προβεί σε χωριστή αξιολόγηση της συμπεριφοράς των προμηθευτών και εκείνης των μεγάλων κατασκευαστών, λαμβανομένου υπόψη ότι οι πρώτοι ήσαν υπεύθυνοι για μια σύμπραξη ως προς τις τιμές, ενώ οι δεύτεροι απλώς και μόνο διαπραγματεύθηκαν σχετικά με μια συλλογική έκπτωση ως προς τις τιμές αγοράς. Ωστόσο, όπως ήδη επισήμανε προηγουμένως το Γενικό Δικαστήριο (βλ. σκέψεις 49 έως 58 ανωτέρω), πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, σφαιρικώς, οι συμφωνίες που συνήφθησαν μεταξύ του W5 και των προμηθευτών, δεδομένου ότι οι συμφωνίες αυτές αφορούσαν, ταυτοχρόνως, τη μικτή τιμή, την ελάχιστη έκπτωση που χορηγείτο στο W5 και τη μέγιστη έκπτωση που ίσχυε για τους μικρούς κατασκευαστές. Έτσι, οι περιστάσεις τις οποίες επικαλέστηκε η προσφεύγουσα εν προκειμένω δεν είναι ικανές να θέσουν υπό αμφισβήτηση το κύρος της εκ μέρους της Επιτροπής αξιολογήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως. Επομένως, δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί βασίμως το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι οι επίμαχες συμφωνίες και διαβουλεύσεις αποτελούσαν, εκ της φύσεώς τους, πολύ σοβαρή παράβαση.
180
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να θεμελιώσει το περιλαμβανόμενο στην αιτιολογική σκέψη 313 της προσβαλλομένης αποφάσεως επιχείρημά της ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές όφειλαν να γνωρίζουν ότι η πρακτική την οποία ακολουθούσαν περιόριζε τον ανταγωνισμό. Επιπλέον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι, για τους μεγάλους κατασκευαστές, οι συμφωνίες αυτές δεν ήσαν εμπιστευτικές. Ο δικαστής της Ένωσης έχει ήδη εκτιμήσει ότι, ενόψει του προσδιορισμού της σοβαρότητας της παραβάσεως, η Επιτροπή θεμιτώς έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις είχαν λάβει πολλές προφυλάξεις για να μην αποκαλυφθεί η σύμπραξη (απόφαση Schunk και Schunk Kohlenstoff-Technik κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψη 154). Εν προκειμένω, η Επιτροπή επισήμανε ότι το W5 κατήρτισε επίσης μυστικές συμφωνίες, ιδίως ως εκ του ότι δεν απέστειλε γραπτές προσκλήσεις για τις σχετικές με τη διαβούλευση συσκέψεις και ως εκ του ότι δεν συνέταξε πρακτικά των εν λόγω συσκέψεων. Εν πάση περιπτώσει, από τη διατύπωση της αιτιολογικής σκέψεως 313 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι τα εκεί διαλαμβανόμενα στοιχεία προβάλλονται επικουρικώς σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική σκέψη 312 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εκ μέρους της προσφεύγουσας αμφισβήτηση της συνεκτιμήσεως της μυστικότητας της συμπράξεως και του ότι υπήρχε επίγνωση του παράνομου χαρακτήρα της, ακόμη και αν κρινόταν βάσιμη, δεν θα αναιρούσε την εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με τη φύση της παραβάσεως, η οποία στηρίζεται στη λυσιτελή και επαρκή αιτιολογία που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 312 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση Schunk και Schunk Kohlenstoff-Technik κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψη 157).
181
Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τον πολύ σοβαρό χαρακτήρα της παραβάσεως την οποία διέπραξε η προσφεύγουσα. Έτσι, πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα της προσφεύγουσας με τα οποία επιδιώκεται να χαρακτηρισθεί η σύμπραξη ως ελαφρά παράβαση (απόφαση Brasserie nationale κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψη 181).
2. Επί της εσφαλμένης εκτιμήσεως του αντικτύπου της συμπράξεως επί της αγοράς
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
182
Δεύτερον, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν υπολόγισε τον αντίκτυπο της συμπράξεως επί της αγοράς κατά τον εκ μέρους της καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου.
183
Η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη τον πραγματικό αντίκτυπο της συμπράξεως επί της σχετικής αγοράς.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
184
Στην αιτιολογική σκέψη 314 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο καθορισμός της σοβαρότητας της παραβάσεως και του ύψους του προστίμου δεν εξαρτάται από τον αντίκτυπο της συμπράξεως επί της αγοράς. Η Επιτροπή αποσαφηνίζει ότι δεν είναι δυνατό να υπολογισθεί ο πραγματικός αντίκτυπος της συμπράξεως λόγω της ελλείψεως πληροφοριών ως προς την εξέλιξη της τιμής της πίσσας σε περίπτωση που δεν υπήρχαν οι συμφωνίες, αλλά ότι μπορεί να αρκεστεί σε εκτιμήσεις όσον αφορά τα αποτελέσματα της συμπράξεως. Προς τούτο, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι συνομολογηθείσες συμφωνίες τέθηκαν πράγματι σε εφαρμογή, συμπεριλαμβανομένων, αφενός, της εφαρμογής μιας προτιμησιακής εκπτώσεως μόνο για τα μέλη του W5 και, αφετέρου, του μηχανισμού επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη τηρήσεως των συμφωνιών, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τεχνητές συνθήκες στην αγορά. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι το επίπεδο της μικτής τιμής στις Κάτω Χώρες ήταν μεγαλύτερο από αυτό που ίσχυε στις γειτονικές χώρες και ότι η ειδική έκπτωση που χορηγήθηκε στο W5 μπορούσε να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο κατά την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων.
185
Σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου 1 των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, το βασικό ποσό του προστίμου καθορίζεται «σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, με δεδομένο ότι για την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παράβασης πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας της ίδιας της παράβασης, ο πραγματικός της αντίκτυπος επί της αγοράς, εφόσον αυτός είναι δυνατό να εκτιμηθεί, καθώς και η έκταση της γεωγραφικής αγοράς αναφοράς».
186
Ο δικαστής της Ένωσης έχει επιβεβαιώσει ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει τον πραγματικό αντίκτυπο της παραβάσεως επί της αγοράς, δεδομένου ότι το ζήτημα σε ποιον βαθμό ο περιορισμός του ανταγωνισμού κατέληξε στο να υπάρχει, εντός της αγοράς, τιμή μεγαλύτερη από αυτήν που θα είχε επικρατήσει σε περίπτωση μη υπάρξεως του καρτέλ δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων (αποφάσεις του Δικαστηρίου Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψεις 120 και 129, και της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-286/98 P, Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-9925, σκέψεις 68 έως 77· βλ., επίσης, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 2010, T-25/05, KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 82 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
187
Έτσι, το Δικαστήριο έχει υπενθυμίσει ότι από τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων προκύπτει ότι η φύση της παραβάσεως μπορεί να αποτελεί επαρκές στοιχείο προκειμένου αυτή να χαρακτηρισθεί ως «πολύ σοβαρή» και μάλιστα ανεξαρτήτως του πραγματικού αντικτύπου της στην αγορά και της γεωγραφικής εκτάσεώς της (βλ. σκέψη 177 ανωτέρω και απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, C-125/07 P, C-133/07 P, C-135/07 P και C-137/07 P, Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I-8681, σκέψη 103). Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι, ενώ στην περιγραφή των «σοβαρών» παραβάσεων μνημονεύεται ρητώς ο αντίκτυπος επί της αγοράς και η επέλευση συνεπειών σε εκτεταμένες περιοχές της κοινής αγοράς, αντιθέτως, στην περιγραφή των «πολύ σοβαρών» παραβάσεων δεν γίνεται μνεία καμίας απαιτήσεως περί πραγματικού αντικτύπου επί της αγοράς ούτε περί της επελεύσεως συνεπειών σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή (απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκέψη 137 ανωτέρω, σκέψη 150). Το Δικαστήριο έχει υπενθυμίσει, επίσης, ότι από το σημείο 1 A, πρώτο εδάφιο, των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων προκύπτει ότι ο αντίκτυπος αυτός πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον εφόσον δύναται να μετρηθεί (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 2009, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής, σκέψη 136 ανωτέρω, σκέψη 125, και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-534/07 P, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I-7415, σκέψη 74).
188
Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της φύσεως της επίμαχης παραβάσεως και, αφετέρου, του ότι η Επιτροπή αποσαφήνισε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο πραγματικός αντίκτυπος της παραβάσεως δεν ήταν δυνατό να μετρηθεί (αιτιολογικές σκέψεις 314 και 316), η Επιτροπή, για να αποδώσει στην παράβαση τον χαρακτηρισμό της πολύ σοβαρής παραβάσεως, δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε εκτίμηση του εν λόγω πραγματικού αντικτύπου επί της αγοράς.
189
Εξάλλου, κατά τη νομολογία, αν η Επιτροπή κρίνει επιβεβλημένο, στο πλαίσιο υπολογισμού του προστίμου, να λάβει υπόψη της το προαιρετικό αυτό στοιχείο του πραγματικού αντίκτυπου της παραβάσεως στην αγορά, εφόσον αυτός είναι δυνατό να μετρηθεί, το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν μπορεί να περιοριστεί στη διατύπωση ενός απλού τεκμηρίου, αλλά πρέπει να προσκομίσει συγκεκριμένες, αξιόπιστες και επαρκείς ενδείξεις, βάσει των οποίων να μπορεί να εκτιμηθεί η πραγματική επίδραση της παραβάσεως επί του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αγοράς, εφόσον η συνεκτίμηση αυτού του στοιχείου παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αυξήσει το αρχικό ποσό του προστίμου πέραν του προβλεπομένου από τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων ελάχιστου ποσού των 20 εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς άλλο όριο παρά το ανώτατο όριο του 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε η οικεία επιχείρηση κατά τη διάρκεια της προηγούμενης εταιρικής χρήσεως, το οποίο θέτει, για το συνολικό ποσό του προστίμου, το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 (απόφαση Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, σκέψη 187 ανωτέρω, σκέψεις 81 και 82).
190
Ωστόσο, εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Επιτροπή επισήμανε σαφώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο πραγματικός αντίκτυπος της παραβάσεως δεν ήταν δυνατό να μετρηθεί και ότι, ως εκ τούτου, ο εν λόγω αντίκτυπος δεν επρόκειτο να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως και του ύψους του προστίμου, δεν μπορεί να προσάπτεται στην Επιτροπή ότι διευκρίνισε, στην αιτιολογική σκέψη που αφορά τον πραγματικό αντίκτυπο της συμπράξεως επί της αγοράς, ότι οι επίμαχες συμφωνίες εφαρμόστηκαν. Ομοίως, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν οι λοιπές ενδείξεις τις οποίες προσκόμισε η Επιτροπή ήσαν επαρκείς για να αποδειχθεί η πραγματική επίδραση της παραβάσεως επί του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αγοράς.
3. Επί του δυσανάλογου χαρακτήρα του αρχικού ποσού
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
191
Τρίτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι το αρχικό ποσό του επιβληθέντος σ’ αυτήν προστίμου, που ανέρχεται σε 9,5 εκατομμύρια ευρώ, είναι προδήλως δυσανάλογο σε σχέση με τον όγκο των αγορών της, που ανερχόταν σε 7,7 εκατομμύρια ευρώ το 2001. Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη, ιδίως, το γεγονός ότι η σύμπραξη αφορούσε, στην περίπτωση των μεγάλων κατασκευαστών, την τιμή αγοράς, και όχι την τιμή πωλήσεως, και ότι η εν λόγω τιμή αγοράς αντιπροσώπευε μόνον ένα ελάχιστο τμήμα των σχετικών με την παραγωγή εξόδων της, από τα οποία η προσφεύγουσα αποκόμιζε περιθώριο καθαρού κέρδους, προ φόρων, το οποίο ανερχόταν σε ποσοστό μικρότερο από 5 %. Επιπλέον, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η προσφεύγουσα είχε μετακυλίσει την εν λόγω μείωση των σχετικών με την αγορά εξόδων της στις προσφορές που παρείχε στους πελάτες της.
192
Η Επιτροπή απορρίπτει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
193
Σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου 1 Α, έκτο εδάφιο, των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, οσάκις πρόκειται για παραβάσεις στις οποίες εμπλέκονται περισσότερες επιχειρήσεις, θα είναι ενδεχομένως σκόπιμο να γίνεται στάθμιση, σε ορισμένες περιπτώσεις, των ποσών που προκύπτουν για κάθε κατηγορία παράβασης, «προκειμένου να ληφθεί υπόψη το ειδικό βάρος κάθε επιχείρησης και, κατ’ επέκταση, ο πραγματικός αντίκτυπος της παράνομης συμπεριφοράς της για τον ανταγωνισμό, ιδιαίτερα αν υφίστανται σημαντικές διαφορές ως προς το μέγεθος μεταξύ επιχειρήσεων που διαπράττουν το ίδιο είδος παράβασης». Έτσι, το έβδομο εδάφιο αποσαφηνίζει ότι «η αρχή της επιβολής ισοδύναμων κυρώσεων για την ίδια συμπεριφορά είναι δυνατό να οδηγήσει, στις περιπτώσεις που αυτό επιβάλλεται, στον καθορισμό διαφορετικών ποσών καταβλητέων από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, χωρίς η διαφοροποίηση αυτή να ανταποκρίνεται σε κάποιον αριθμητικό υπολογισμό».
194
Η Επιτροπή επισήμανε, στις αιτιολογικές σκέψεις 318 έως 322 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη σημασία της παράνομης συμπεριφοράς κάθε επιχειρήσεως που εμπλέκεται στη σύμπραξη και ο πραγματικός αντίκτυπός της επί του ανταγωνισμού, προέβη σε διάκριση των εμπλεκομένων επιχειρήσεων σε κατηγορίες αναλόγως της σχετικής σημασίας τους στη συγκεκριμένη αγορά. Λαμβανομένου υπόψη του ιδιάζοντος χαρακτήρα της συμπράξεως, η οποία αφορούσε τους πωλητές και τους αγοραστές του ίδιου προϊόντος στο πλαίσιο της ίδιας ζώνης δραστηριοτήτων, η Επιτροπή επιμέτρησε τη σχετική σημασία των εν λόγω επιχειρήσεων με βάση τα μερίδια αγοράς τους, τα οποία υπολογίσθηκαν με βάση την αξία των πωλήσεων της πίσσας οδοποιίας, όσον αφορά τους προμηθευτές, ή με βάση την αξία των αγορών της πίσσας οδοποιίας, όσον αφορά τους κατασκευαστές, το 2001, τελευταίο πλήρες έτος κατά το οποίο διαπράχθηκε η παράβαση. Έτσι, η Επιτροπή κατέταξε τις επιχειρήσεις σε έξι κατηγορίες και τοποθέτησε την προσφεύγουσα στην τρίτη κατηγορία, στην οποία εμπίπτουν τα μερίδια αγοράς που κυμαίνονται από 12,4 έως 13,5 %, καταλήγοντας σε αρχικό ποσό ύψους 9,5 εκατομμυρίων ευρώ για την προσφεύγουσα. Εξάλλου, η Επιτροπή επισήμανε, στην αιτιολογική σκέψη 317 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, έστω και αν στις περιπτώσεις των πολύ σοβαρών παραβάσεων είναι δυνατό να επιβάλλονται πρόστιμα άνω των 20 εκατομμυρίων ευρώ, καθόρισε το σχετικό ποσό μόνον σε 15 εκατομμύρια ευρώ, λαμβανομένων υπόψη, πρώτον, του γεγονότος ότι η παράβαση περιοριζόταν στο να αφορά την πίσσα οδοποιίας που επωλείτο σε ένα μόνον κράτος μέλος, δεύτερον, της σχετικά χαμηλής αξίας της αγοράς αυτής (62 εκατομμύρια ευρώ το 2001) και, τρίτον, του μεγάλου αριθμού των μετεχόντων.
195
Ο δικαστής της Ένωσης έχει ήδη επισημάνει ότι η Επιτροπή διαθέτει, στο πλαίσιο του κανονισμού 1/2003, περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, προκειμένου να κατευθύνει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού, και ότι εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να ελέγχει αν το ύψος του επιβληθέντος προστίμου είναι ανάλογο προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως και να σταθμίζει τη σοβαρότητα της παραβάσεως και τις περιστάσεις που επικαλείται ο προσφεύγων (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Οκτωβρίου 2003, T-368/00, General Motors Nederland και Opel Nederland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-4491, σκέψη 189).
196
Επιπλέον, ο δικαστής της Ένωσης έχει αποσαφηνίσει ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων, καίτοι δεν προβλέπουν ότι το ποσό των προστίμων πρέπει να υπολογίζεται με βάση τον συνολικό ή τον συγκεκριμένο κύκλο εργασιών, εντούτοις δεν εμποδίζουν να λαμβάνονται τα στοιχεία αυτά υπόψη κατά την επιμέτρηση του προστίμου, προκειμένου να τηρηθούν οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, και ότι η Επιτροπή μπορεί, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να κατατάξει τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις σε πολλές κατηγορίες, βάσει του κύκλου εργασιών που είχε πραγματοποιήσει η κάθε μία όσον αφορά τα επίμαχα προϊόντα (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση Schunk και Schunk Kohlenstoff-Technik κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψεις 176 και 177). Ομοίως, η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει σε κατάταξη των εμπλεκομένων επιχειρήσεων αναλόγως της σημασίας τους στην αγορά, η οποία μπορεί να μετράται, στην περίπτωση μιας συμπράξεως μεταξύ πωλητών και αγοραστών, με βάση τα μερίδια αγοράς τους, τα οποία υπολογίζονται με βάση την αξία των σχετικών πωλήσεων ή των σχετικών αγορών.
197
Η εν λόγω μέθοδος που συνίσταται στην κατάταξη των μελών μιας συμπράξεως σε κατηγορίες, προκειμένου να διαφοροποιηθεί η μεταχείρισή τους κατά το στάδιο καθορισμού των αρχικών ποσών προστίμου, η οποία έχει κατ’ αρχήν αναγνωρισθεί ως νόμιμη από τη νομολογία, μολονότι έχει ως αποτέλεσμα να μην λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές μεγέθους των επιχειρήσεων της ίδιας κατηγορίας, συνεπάγεται τον κατ’ αποκοπήν καθορισμό του αρχικού ποσού για τις επιχειρήσεις που ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Έτσι, η Επιτροπή μπορεί, ιδίως, να κατατάξει τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις σε διάφορες κατηγορίες, παραδείγματος χάρη, ανά ποσοστό 5 ή 10 % των μεριδίων αγοράς. Πάντως, ο δικαστής της Ένωσης υπογραμμίζει ότι η κατάταξη αυτή πρέπει να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και ότι το ποσό των προστίμων πρέπει, τουλάχιστον, να είναι ανάλογο προς τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, δεδομένου ότι ο δικαστής της Ένωσης περιορίζεται στο να ελέγχει αν η κατάταξη αυτή παρουσιάζει συνοχή και είναι αντικειμενικώς δικαιολογημένη (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 2008, T-68/04, SGL Carbon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II-2511, σκέψεις 62 έως 70, και Hoechst κατά Επιτροπής, σκέψη 159 ανωτέρω, σκέψεις 123 και 124).
198
Κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή δεν υποχρεούται, κατά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων αναλόγως της σοβαρότητας και της διάρκειας της συγκεκριμένης παραβάσεως, όπως υπομνήσθηκε στο σημείο 1 Α, έκτο εδάφιο, των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, να υπολογίζει το πρόστιμο με βάση ποσά στηριζόμενα στον κύκλο εργασιών των οικείων επιχειρήσεων. Ομοίως, στην περίπτωση μιας συμπράξεως μεταξύ πωλητών και αγοραστών, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να προβαίνει στον εν λόγω υπολογισμό στηριζόμενη στην αξία των πωλήσεων ή των αγορών των οικείων επιχειρήσεων. Η Επιτροπή μπορεί, βεβαίως, να λάβει υπόψη τον κύκλο εργασιών της οικείας επιχειρήσεως ή, στην περίπτωση μιας συμπράξεως μεταξύ πωλητών και αγοραστών, την αξία των πωλήσεων και των αγορών του σχετικού προϊόντος, αλλά δεν πρέπει να αποδίδεται δυσανάλογη σημασία στα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία σε σχέση με άλλα στοιχεία εκτιμήσεως. Επομένως, η Επιτροπή διατηρεί ένα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τη σκοπιμότητα της σταθμίσεως των προστίμων σε συνάρτηση με το μέγεθος κάθε επιχειρήσεως. Έτσι, η Επιτροπή δεν υποχρεούται, καθορίζοντας το ύψος των προστίμων, να βεβαιώνεται, σε περίπτωση επιβολής προστίμων σε πλείονες επιχειρήσεις εμπλεκόμενες στην ίδια παράβαση, ότι τα τελικά ποσά των προστίμων αντικατοπτρίζουν μια υφιστάμενη μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων διαφορά ως προς τον συνολικό κύκλο εργασιών τους (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 2007, C-407/04 P, Dalmine κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-829, σκέψεις 141 έως 144), ως προς τον κύκλο εργασιών τους στην αγορά του σχετικού προϊόντος (απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Νοεμβρίου 2005, T-62/02, Union Pigments κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-5057, σκέψη 159), ή, στην περίπτωση μιας συμπράξεως μεταξύ πωλητών και αγοραστών, ως προς το ποσό των αγορών τους ή των πωλήσεών τους εντός της σχετικής αγοράς.
199
Επίσης κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι η μέθοδος υπολογισμού που εκτίθεται στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων δεν στηρίζεται στην αξία των πωλήσεων ή των αγορών των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και καθιστά δυνατό, για τον λόγο αυτόν, να παρουσιάζονται ανισότητες μεταξύ των επιχειρήσεων όσον αφορά τον λόγο της αξίας των πωλήσεων ή των αγορών τους προς το ποσό των επιβαλλόμενων σε αυτές προστίμων δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση του ζητήματος αν η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως καθώς και την αρχή της εξατομίκευσης των ποινών (απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 2009, T-116/04, Wieland-Werke κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II-1087, σκέψεις 86 και 87).
200
Επομένως, εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξακριβώσει μόνον, εν προκειμένω, αν η πραγματοποιηθείσα από την Επιτροπή κατάταξη των επιχειρήσεων παρουσίαζε συνοχή και ήταν αντικειμενικώς δικαιολογημένη. Πάντως, η Επιτροπή επισήμανε, στις αιτιολογικές σκέψεις 29 και 320 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, εφόσον η υπό κρίση υπόθεση αφορά μια σύμπραξη μεταξύ πωλητών και αγοραστών του ίδιου προϊόντος στο πλαίσιο της ίδιας ζώνης δραστηριοτήτων, έπρεπε να καταρτισθεί μια ενιαία κατάταξη με βάση τον κύκλο εργασιών του σχετικού προϊόντος. Κατά συνέπεια, μολονότι η σύμπραξη αφορούσε την τιμή αγοράς στην περίπτωση των μεγάλων κατασκευαστών και την τιμή πωλήσεως στην περίπτωση των προμηθευτών, η Επιτροπή μπορούσε να καταρτίσει μια ενιαία κατάταξη, με βάση την αξία των πωλήσεων ή των αγορών του σχετικού προϊόντος, χωρίς να παραβαίνει τις υποχρεώσεις της σχετικά με τη συνοχή και την αντικειμενική δικαιολόγηση. Τέλος, από την προεκτεθείσα νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη το γεγονός, έστω και αν αυτό θεωρηθεί αποδεδειγμένο, ότι η προσφεύγουσα είχε μετακυλίσει την οφειλόμενη στη σύμπραξη μείωση των σχετικών με την αγορά εξόδων της στις προσφορές που παρείχε στους πελάτες της ούτε το γεγονός ότι η τιμή αγοράς της πίσσας αντιπροσώπευε μόνον ένα ελάχιστο τμήμα των σχετικών με την παραγωγή εξόδων της.
4. Επί της εσφαλμένης εκτιμήσεως της διάρκειας της παραβάσεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
201
Τέταρτον και τελευταίο, η προσφεύγουσα φρονεί ότι μετέσχε στην παράβαση το νωρίτερο από το 1996, και όχι από το 1994. Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι η διαπραγμάτευση σχετικά με μια ελάχιστη συλλογική έκπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμφωνία περιορίζουσα τον ανταγωνισμό και ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε την ύπαρξη μιας άλλης μορφής διαπραγματεύσεως πριν από το 1996 ούτε ότι η προσφεύγουσα είχε συνάψει συμφωνίες αποσκοπούσες στον καθορισμό, από κοινού με τους προμηθευτές, της μέγιστης εκπτώσεως που μπορούσε να χορηγηθεί στους μικρούς κατασκευαστές. Η προσφεύγουσα δέχεται μόνον ότι, σε μια περίπτωση, το 2000, οι μεγάλοι κατασκευαστές προέβησαν σε συλλογική διαπραγμάτευση με τους προμηθευτές σχετικά με μια συμπληρωματική έκπτωση, καθόσον αντιλήφθηκαν ότι οι προμηθευτές δεν τους χορηγούσαν ουσιαστική έκπτωση που να συνδέεται με την ποσότητα των αγορών τους.
202
Η Επιτροπή απορρίπτει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
203
Κατά την αιτιολογική σκέψη 326 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εκτιμά ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην παράβαση από την 1η Απριλίου 1994 μέχρι τις 15 Απριλίου 2002. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα ως εκ του ότι δεν προέβη σε διαφοροποίηση μεταξύ της συμπεριφοράς των μεγάλων κατασκευαστών και αυτής των προμηθευτών, λαμβανομένου υπόψη ότι μόνον οι τελευταίοι έθεσαν σε λειτουργία μια σύμπραξη πριν από το 1996.
204
Ωστόσο, από πλείονα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι οι μεγάλοι κατασκευαστές ήδη μετείχαν πριν από το 1996 στη σύμπραξη, η οποία ήδη αφορούσε τη χορηγούμενη στο W5 ειδική έκπτωση (αιτιολογικές σκέψεις 175 έως 178 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Έτσι, δύο έγγραφα, τα οποία κατασχέθηκαν στα γραφεία της HBG και τα οποία φέρουν ως ημερομηνία την 28η Μαρτίου 1994 και την 8η Ιουλίου 1994, μνημονεύουν την ύπαρξη συμφωνιών μεταξύ του W5 και των προμηθευτών ως προς τη μικτή τιμή μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1995 καθώς και ως προς τη χορηγούμενη στο W5 ειδική έκπτωση (αιτιολογικές σκέψεις 93 και 94 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξάλλου, δύο εσωτερικά υπομνήματα της SNV, της 6ης Φεβρουαρίου 1995 και της 9ης Φεβρουαρίου 1995, μνημονεύουν επίσης την ύπαρξη συμφωνιών ως προς τις τιμές και τις ειδικές εκπτώσεις, συμφωνιών οι οποίες είχαν συναφθεί μεταξύ του W5 και των προμηθευτών (αιτιολογική σκέψη 89 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τέλος, η προσφεύγουσα, με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, τόνισε επίσης ότι μια χωριστή διαβούλευση μεταξύ των μελών του W5 είχε ήδη λάβει χώρα κατά την περίοδο αυτή (αιτιολογική σκέψη 177 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
205
Επιπλέον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ύπαρξη ανωτάτου ορίου όσον αφορά τη χορηγούμενη στους μικρούς κατασκευαστές έκπτωση, ιδίως πριν από το 1996. Ωστόσο, πλείονα έγγραφα επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του εν λόγω ανωτάτου ορίου στο πλαίσιο των σχετικών με τη σύμπραξη διαπραγματεύσεων από το 1994, όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 52 της παρούσας αποφάσεως: δηλώσεις των προμηθευτών (αιτιολογικές σκέψεις 50, 53 και 54 και 82 έως 86 της προσβαλλομένης αποφάσεως), έγγραφα τα οποία συντάχθηκαν κατά τον χρόνο τελέσεως της παραβάσεως (αιτιολογικές σκέψεις 82 έως 85, 93, 95, 108, 115, 116 και 153 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και απαντήσεις της προσφεύγουσας σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής και στην ανακοίνωση των αιτιάσεων (αιτιολογικές σκέψεις 72, 97 και 119 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
206
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και το επιχείρημα αυτό.
207
Εν κατακλείδι, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την ύπαρξη πλάνης περί τα πράγματα και περί το δίκαιο ως προς τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου πρέπει να απορριφθεί.
Β – Επί των επιβαρυντικών περιστάσεων
208
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αντλείται από την ύπαρξη πλάνης περί τα πράγματα και περί το δίκαιο και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας κατά τη συνεκτίμηση των επιβαρυντικών περιστάσεων. Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι αύξησε αδικαιολόγητα το ποσό του προστίμου στηριζόμενη, αφενός, στην εκ μέρους της έλλειψη συνεργασίας κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου και, αφετέρου, στην ιδιότητά της ως υποκινήτριας και ως πρωτοστατούσας στο πλαίσιο της συμπράξεως.
1. Επί της επιβαρυντικής περιστάσεως που αφορά την άρνηση συνεργασίας κατά τη διάρκεια του ελέγχου
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
209
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι είναι αμφισβητήσιμη για τέσσερις λόγους η απόφαση της Επιτροπής να αυξήσει το βασικό ποσό του επιβληθέντος σ’ αυτήν προστίμου κατά 10 % λόγω της εκ μέρους της προσφεύγουσας αρνήσεως συνεργασίας κατά τη διάρκεια του ελέγχου που διεξήγαγε η Επιτροπή την 1η Οκτωβρίου 2002 και λόγω των εκ μέρους της προσφεύγουσας προσπαθειών παρακωλύσεως κατά τη διάρκεια του ελέγχου αυτού.
210
Πρώτον, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνάς της καθόσον δεν της επισήμανε, με την ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι τα σχετικά περιστατικά επρόκειτο να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό του προστίμου. Έτσι, καίτοι η Επιτροπή μνημόνευσε τα δύο επίμαχα περιστατικά στο σχετικό με τη διαδικασία τμήμα της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, εντούτοις τίποτε δεν παρείχε στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να συναγάγει ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να λάβει υπόψη τα εν λόγω πραγματικά στοιχεία κατά τον υπολογισμό του προστίμου, εφόσον δεν είχε γίνει καμία σχετική μνεία στο τμήμα της ανακοινώσεως των αιτιάσεων που ήταν αφιερωμένο στις επιβαρυντικές περιστάσεις. Επιπλέον, η προσφεύγουσα τονίζει ότι δεν μπορούσε να έχει γνώση της πρακτικής της Επιτροπής ως προς το ζήτημα αυτό μέσω του περιεχομένου των ανακοινώσεων των αιτιάσεων σε άλλες υποθέσεις, εφόσον δεν πρόκειται για δημοσιοποιηθέντα έγγραφα.
211
Δεύτερον, κατά την προσφεύγουσα, η άρνηση συνεργασίας προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, αβασίμως, δεδομένου ότι δεν διαπιστώθηκε καμία παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/008, σ. 25), ο οποίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 1/2003, ούτε της αποφάσεως περί διεξαγωγής ελέγχων, η οποία ελήφθη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού (στο εξής: απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχων). Έτσι, από τα πρώτα πρακτικά σχετικά με την άρνηση συνεργασίας προκύπτει ότι η γραμματέας του διευθυντή της προσφεύγουσας ζήτησε από τους ελεγκτές της Επιτροπής να αναμείνουν την άφιξη των απασχολουμένων ως ελευθέρων επαγγελματιών δικηγόρων της προτού εισέλθουν στα γραφεία. Ωστόσο, οι εν λόγω ελεγκτές αρνήθηκαν να της χορηγήσουν οποιοδήποτε χρονικό περιθώριο και απαίτησαν αμέσως τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών και επέβαλαν την είσοδό τους στα γραφεία, χωρίς καν να ζητήσουν να πληροφορηθούν για την πιθανή παρουσία ενός απασχολούμενου με πάγια αντιμισθία νομικού συμβούλου που θα μπορούσε να τους υποδεχθεί και να τους συνδράμει. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το περιστατικό αυτό δεν διήρκεσε περισσότερο από 20 λεπτά. Επιπλέον, η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας ως εκ του ότι δεν έταξε σ’ αυτήν εύλογη προθεσμία προκειμένου να λάβει νομική βοήθεια, εφόσον κανένας από τους απασχολούμενους με πάγια αντιμισθία νομικούς συμβούλους της δεν ήταν παρών στον τόπο διεξαγωγής του ελέγχου. Τα δεύτερα πρακτικά αναφέρονται στην εκ μέρους των απασχολουμένων ως ελευθέρων επαγγελματιών δικηγόρων της προσφεύγουσας άρνηση να επιτρέψουν στους ελεγκτές την πρόσβαση στο γραφείο ενός από τους διευθυντές της, ο οποίος ήταν απών, καθόσον εκτιμούσαν ότι στο εν λόγω γραφείο δεν υπήρχε κανένα έγγραφο σχετικό με την πίσσα και ότι το ένταλμα της Επιτροπής δεν της επέτρεπε να έχει πρόσβαση στο γραφείο αυτό. Η Επιτροπή τονίζει ότι αναγκάστηκε να ζητήσει τη συνδρομή της ολλανδικής αρχής ανταγωνισμού, η οποία ήλθε σε επαφή με τις αστυνομικές αρχές, προκειμένου να καταστεί δυνατή η πρόσβαση στο γραφείο αυτό. Ωστόσο, η προσφεύγουσα φρονεί ότι τα εν λόγω πρακτικά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, καίτοι οι δικηγόροι της αρνήθηκαν αρχικώς να επιτρέψουν την πρόσβαση στο εν λόγω γραφείο, πλην όμως έλαβαν γρήγορα την απόφαση να επιτρέψουν την πρόσβαση αυτή, γεγονός το οποίο αποτελεί, ως εκ τούτου, μόνον ένα ήσσονος σημασίας περιστατικό και όχι μια απόπειρα παρακωλύσεως της έρευνας. Έτσι, τα πρακτικά δεν αναφέρουν ότι κάποιος ενδέχεται να εισήλθε στο εν λόγω γραφείο ούτε ότι ενδέχεται να υπήρξε απόκρυψη ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων κατά τη διάρκεια του σύντομου αυτού χρονικού διαστήματος. Τέλος, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι αμφότερα τα πρακτικά, τα οποία συντάχθηκαν στις 3 Οκτωβρίου 2002, δηλαδή μετά τους εν λόγω ελέγχους, διαβιβάσθηκαν σ’ αυτήν μόνον στο πλαίσιο της προσβάσεως στον φάκελο και ότι δεν ήταν, ως εκ τούτου, σε θέση να διατυπώσει εγκαίρως τις παρατηρήσεις της, κατά παραβίαση της αρχής της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης.
212
Τρίτον, κατά την προσφεύγουσα, η προσαύξηση του προστίμου λόγω αρνήσεως συνεργασίας είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών και οι οποίες προέβλεπαν μέγιστο πρόστιμο ύψους 5000 ευρώ στην περίπτωση που μια επιχείρηση δεν συμμορφωνόταν προς μια απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχων. Έτσι, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων προκειμένου να αποκλίνει από τις ως άνω διατάξεις και ότι η Επιτροπή, επιδιώκοντας να της επιβάλει μια τέτοια προσαύξηση βάσει των διατάξεων του κανονισμού 1/2003, ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
213
Τέταρτον και τελευταίο, η προσαύξηση του προστίμου κατά 1,71 εκατομμύρια ευρώ λόγω αρνήσεως συνεργασίας είναι δυσανάλογη με γνώμονα τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφηκαν στα πρακτικά τα οποία συνέταξε η Επιτροπή.
214
Η Επιτροπή απορρίπτει το σύνολο των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας.
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
215
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ιδίως από τις αιτιολογικές σκέψεις 32, 340 και 341 αυτής προκύπτει ότι η Επιτροπή προέβη, την 1η Οκτωβρίου 2002, σε ελέγχους, μεταξύ άλλων στα γραφεία της προσφεύγουσας, και ότι, κατά τους ελέγχους αυτούς, η προσφεύγουσα, αρχικώς, αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο των υπαλλήλων της Επιτροπής στο κτίριο εν αναμονή της αφίξεως των δικηγόρων της, οι οποίοι απασχολούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίες, και, ακολούθως, αντιτάχθηκε στην είσοδο των ως άνω υπαλλήλων της Επιτροπής στο γραφείο ενός εκ των διευθυντών της. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ζήτησε τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών προκειμένου να προβεί στους ελέγχους αυτούς. Οι υπάλληλοι της Επιτροπής προέβησαν δύο φορές στη σύνταξη πρακτικών όσον αφορά τα ως άνω περιστατικά στις 3 Οκτωβρίου 2002, αντίγραφο των οποίων διαβιβάσθηκε στην προσφεύγουσα στο πλαίσιο της προσβάσεως στον φάκελο, την οποία παρέσχε η Επιτροπή στις 19 Οκτωβρίου 2004. Η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερα επιχειρήματα προς αμφισβήτηση της αποφάσεως της Επιτροπής να αυξήσει το βασικό ποσό του επιβληθέντος σ’ αυτήν προστίμου κατά 10 % για τον λόγο αυτό.
Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας που συνδέεται με το περιεχόμενο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων
216
Πρώτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή, μη επισημαίνοντας στην προσφεύγουσα, στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι το επιβαλλόμενο σ’ αυτήν πρόστιμο μπορούσε να προσαυξηθεί λόγω των ως άνω αρνήσεων συνεργασίας, προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνάς της. Ωστόσο, από την ανακοίνωση των αιτιάσεων προκύπτει ότι η Επιτροπή μνημόνευσε τις δύο αρνήσεις συνεργασίας στο σχετικό με τη διαδικασία τμήμα, αποσαφηνίζοντας ότι οι εν λόγω αρνήσεις συνεργασίας συνιστούσαν παραβάσεις του άρθρου 1 της από 26 Σεπτεμβρίου 2002 αποφάσεώς της περί διεξαγωγής ελέγχου (σημείο 85). Εξάλλου, στο τμήμα της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, το οποίο ήταν αφιερωμένο στα διορθωτικά μέτρα, η Επιτροπή υπενθύμισε τις αρχές που διέπουν τον καθορισμό των προστίμων, αποσαφηνίζοντας ότι επρόκειτο να λάβει υπόψη, ιδίως, τυχόν ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις, χωρίς να παράσχει άλλες διευκρινίσεις (σημείο 361).
217
Κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή, εφόσον αναφέρει ρητώς, με την ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι θα εξετάσει κατά πόσον πρέπει να επιβληθούν πρόστιμα στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και εκθέτει τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία που μπορούν να προκαλέσουν την επιβολή προστίμου, όπως η σοβαρότητα και η διάρκεια της υποτιθεμένης παραβάσεως και το αν διαπράχθηκε από πρόθεση ή από αμέλεια, εκπληρώνει την υποχρέωση σεβασμού του δικαιώματος ακροάσεως των επιχειρήσεων. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή τους παρέχει τα αναγκαία στοιχεία για την άμυνά τους τόσο κατά της διαπιστώσεως της παραβάσεως, αλλά και κατά της επιβολής προστίμου (απόφαση Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψη 21, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T-31/99, ABB Asea Brown Boveri κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-1881, σκέψη 78). Τα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκομένων επιχειρήσεων διασφαλίζονται ενώπιον της Επιτροπής, όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, μέσω της δυνατότητάς τους να διατυπώνουν παρατηρήσεις ως προς τη διάρκεια και τη σοβαρότητα και με τη δυνατότητά τους να προβλέπουν ότι η παράβαση αντίκειται προς τον ανταγωνισμό. Εξάλλου, οι επιχειρήσεις απολαύουν πρόσθετης εγγυήσεως όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται κατά πλήρη δικαιοδοσία και μπορεί επομένως να άρει ή να μειώσει το πρόστιμο, δυνάμει του άρθρου 31 του κανονισμού 1/2003 (απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Οκτωβρίου 1994, T-83/91, Tetra Pak κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-755, σκέψη 235· βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προπαρατεθείσα απόφαση ABB Asea Brown Boveri κατά Επιτροπής, σκέψη 79). Ο δικαστής της Ένωσης συνήγαγε εξ αυτών ότι η Επιτροπή μπορούσε να περιοριστεί στο να επισημάνει, χωρίς να παράσχει περισσότερες διευκρινίσεις, εντός της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, ότι θα ελάμβανε υπόψη τον ατομικό ρόλο κάθε επιχειρήσεως στις επίμαχες συμφωνίες και ότι το ύψος του προστίμου θα αντανακλούσε τις ενδεχόμενες επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις, εφόσον οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων εκθέτουν λεπτομερώς τις περιστάσεις που μπορούν να θεωρηθούν ως επιβαρυντικές (απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκέψη 137 ανωτέρω, σκέψεις 50 έως 56).
218
Εν προκειμένω, με την ανακοίνωση των αιτιάσεων (σημεία 357 έως 362), η Επιτροπή ανέφερε ρητώς, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, την πρόθεσή της να επιβάλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις στις οποίες απευθυνόταν η ανακοίνωση, καθώς και τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που θα ελάμβανε υπόψη για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου που επρόκειτο να επιβάλει στην προσφεύγουσα, οπότε, ως προς αυτό, σεβάστηκε το δικαίωμά της ακροάσεως. Ειδικότερα, όσον αφορά την επιβαρυντική περίσταση της αρνήσεως συνεργασίας κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας, η οποία ελήφθη υπόψη εις βάρος της προσφεύγουσας, πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων αναφέρουν ως παράδειγμα επιβαρυντικής περιστάσεως την εν λόγω άρνηση συνεργασίας και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή ανέφερε, με την ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι θα ελάμβανε υπόψη τον ατομικό ρόλο κάθε επιχειρήσεως στις επίμαχες συμφωνίες και ότι το ύψος του προστίμου θα αντανακλούσε τις ενδεχόμενες επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις (σημείο 361 της ανακοινώσεως των αιτιάσεων). Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να αγνοεί ότι η Επιτροπή θα ελάμβανε υπόψη αυτή την επιβαρυντική περίσταση, αν κατέληγε στο συμπέρασμα ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας.
Επί της πλάνης περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών
219
Δεύτερον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών ως εκ του ότι απέδωσε στα δύο επίμαχα περιστατικά τον χαρακτηρισμό της αρνήσεως συμμορφώσεως προς μια απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχων, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 17, που ίσχυε κατά τον χρόνο των εν λόγω ελέγχων. Κατά την προσφεύγουσα, αυτή εδικαιούτο να ζητήσει από την Επιτροπή να μην προβεί στους ελέγχους μέχρι την άφιξη των απασχολουμένων ως ελευθέρων επαγγελματιών δικηγόρων της, προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματα άμυνάς της, και, εν πάση περιπτώσει, οι ελεγκτές της Επιτροπής μπόρεσαν, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, να διενεργήσουν τους επιθυμητούς ελέγχους.
– Επί του πρώτου περιστατικού
220
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι ελεγκτές της Επιτροπής και οι υπάλληλοι της ολλανδικής αρχής ανταγωνισμού μετέβησαν στον χώρο υποδοχής του κτιρίου όπου στεγάζονται τα γραφεία της προσφεύγουσας στην Ουτρέχτη την 1η Οκτωβρίου 2002, στις 9:30, κατέχοντας μια απόφαση της Επιτροπής με την οποία απευθυνόταν διαταγή στην προσφεύγουσα να συμμορφωθεί προς μια απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχων. Ωστόσο, η γραμματέας του διευθυντή αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο των ως άνω ελεγκτών και υπαλλήλων στο κτίριο και ζήτησε από αυτούς να αναμείνουν την άφιξη των απασχολουμένων ως ελευθέρων επαγγελματιών δικηγόρων της προσφεύγουσας σε μια αίθουσα αναμονής που βρίσκεται στο ισόγειο, η δε είσοδός τους στο εν λόγω κτίριο επετράπη εν τέλει μόνο μετά την άφιξη της αστυνομίας, την οποία κάλεσαν οι υπάλληλοι της ολλανδικής αρχής ανταγωνισμού, κατόπιν αιτήματος των ελεγκτών της Επιτροπής. Η Επιτροπή εκτίμησε ότι η ως άνω άρνηση είχε προκαλέσει καθυστέρηση 47 λεπτών. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι εδικαιούτο να ζητήσει από την Επιτροπή να αναμείνει την άφιξη των δικηγόρων της, των οποίων το γραφείο βρισκόταν στη Χάγη (Κάτω Χώρες), δηλαδή σε απόσταση 60 χιλιομέτρων, εφόσον δεν διέθετε νομικό σύμβουλο απασχολούμενο με πάγια αντιμισθία στην επιχείρηση.
221
Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα περιορίζεται στο να υποστηρίξει ότι εδικαιούτο να απαιτήσει από την Επιτροπή να αναμείνει την άφιξη των απασχολούμενων ως ελευθέρων επαγγελματιών δικηγόρων της, οι οποίοι ήσαν ειδικευμένοι στο δίκαιο του ανταγωνισμού, προτού αρχίσει τη διενέργεια του προβλεπόμενου ελέγχου, χωρίς η προσφεύγουσα να στηρίζεται, προς τον σκοπό αυτό, σε κάποια συγκεκριμένη κανονιστική διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ολλανδικού δικαίου.
222
Είναι αληθές ότι ο δικαστής της Ένωσης έχει ήδη αποφανθεί ότι απλώς και μόνον η άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας δεν μπορεί να αποτελεί παντελή έλλειψη συνεργασίας κατά την έννοια του σημείου 2, δεύτερη περίπτωση, των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων (απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T-9/99, HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-1487, σκέψη 478, που επικυρώθηκε, ως προς το σημείο αυτό, με την απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψη 353).
223
Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η νομική αρχή της δίκαιης δίκης αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία απορρέει από τα θεμελιώδη δικαιώματα και στηρίζεται, επίσης, στη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), ειδικότερα δε στο άρθρο 6 αυτής. Έτσι, οσάκις ο προσφεύγων επικαλείται μια τέτοια αρχή, θεωρείται ότι αυτός προέβη συγχρόνως σε σιωπηρή επίκληση της ΕΣΔΑ (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. Geelhoed στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 2007, C-411/04 P, Salzgitter Mannesmann κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-959, I-962, σκέψεις 45 έως 49).
224
Επομένως, εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να απαντήσει στην ως άνω αιτίαση εξετάζοντας αν η Επιτροπή τήρησε, εν προκειμένω, τις διαδικαστικές εγγυήσεις που απορρέουν από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και από την ΕΣΔΑ. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 47, παράγραφοι 1 και 2, και το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του οποίου η διακήρυξη έγινε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (EE C 364, σ. 1) και ο οποίος, καίτοι δεν είχε αναπτύξει δεσμευτική νομική ισχύ παρεμφερή προς αυτήν του πρωτογενούς δικαίου κατά τον χρόνο της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, εντούτοις, ως πηγή διασαφηνίσεως του δικαίου λαμβανόταν υπόψη ήδη από τότε σε σχέση με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχύρωνε το δίκαιο της Ένωσης (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 2006, C-540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. I-5769, σκέψη 38, και της 13ης Μαρτίου 2007, C-432/05, Unibet, Συλλογή 2007, σ. I-2271, σκέψη 37).
225
Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ, «πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όπως υπερασπίση ο ίδιος εαυτόν ή αναθέση την υπεράσπισίν του εις συνήγορον της εκλογής του» και ότι, κατά το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του».
226
Κατ’ αρχάς, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι ούτε ο κανονισμός 17, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος κατά την ημερομηνία διεξαγωγής των ελέγχων, ούτε ο κανονισμός 1/2003, ούτε ο κανονισμός (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ L 123, σ. 18), περιλαμβάνουν διάταξη σχετική με την παρουσία δικηγόρου κατά τη διάρκεια των ελέγχων.
227
Εξάλλου, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας εμπίπτει κυρίως στο πλαίσιο των δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών που αποβλέπουν στο να παύσει παράβαση ή στο να διαπιστωθεί ασυμβίβαστο προς τον νόμο. Αντιθέτως, η διαδικασία ελέγχου περί της οποίας το άρθρο 14 του κανονισμού 17 δεν αποβλέπει στο να παύσει παράβαση ή στο να διαπιστωθεί ασυμβίβαστο προς τον νόμο, αλλά έχει αποκλειστικά ως αντικείμενο να επιτρέψει στην Επιτροπή να συλλέξει την απαραίτητη τεκμηρίωση για να ελέγξει την υπόσταση και την έκταση ορισμένης πραγματικής και νομικής καταστάσεως. Μόνον όταν η Επιτροπή θεωρήσει ότι τα στοιχεία εκτιμήσεως που συγκεντρώθηκαν με αυτό τον τρόπο δικαιολογούν την έκδοση αποφάσεως διαπιστώνουσας παράβαση, πρέπει να δοθεί στην επιχείρηση για την οποία πρόκειται, πριν εκδοθεί μια τέτοια απόφαση, η ευκαιρία να διατυπώσει την άποψή της, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17. Αυτή ακριβώς η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των αποφάσεων που λαμβάνονται στο πέρας μιας τέτοιας διαδικασίας και των αποφάσεων περί διεξαγωγής ελέγχων εξηγεί το περιεχόμενο του άρθρου 19, παράγραφος 1, το οποίο, απαριθμώντας τις αποφάσεις που η Επιτροπή δεν μπορεί να λάβει πριν παράσχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμα άμυνάς τους, δεν αναφέρει την προβλεπόμενη στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού απόφαση (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Ιουνίου 1980, 136/79, National Panasonic κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 347, σκέψη 21).
228
Ωστόσο, ο δικαστής της Ένωσης έχει αποφανθεί ότι πρέπει να αποφεύγεται η κατά τρόπο ανεπανόρθωτο προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο διαδικασιών προηγούμενης έρευνας και, ιδίως, στο πλαίσιο των ελέγχων που μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο για την εξακρίβωση στοιχείων σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα ενεργειών ορισμένων επιχειρήσεων, ικανών να επισύρουν την ευθύνη τους. Κατά συνέπεια, καίτοι ορισμένα δικαιώματα άμυνας αφορούν μόνο τις κατ’ αντιμωλία διαδικασίες που αποτελούν τη συνέχεια ανακοινώσεως αιτιάσεων, άλλα δικαιώματα, όπως παραδείγματος χάρη αυτό της παραστάσεως με δικηγόρο και του σεβασμού του απορρήτου της αλληλογραφίας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, που έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο με την απόφασή του της 18ης Μαΐου 1982, 155/79, AM & S Europe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 1575), πρέπει να προστατεύονται ήδη από το στάδιο της προηγούμενης έρευνας (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 46/87 και 227/88, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 2859, σκέψεις 15 και 16· της 17ης Οκτωβρίου 1989, 85/87, Dow Benelux κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3137, σκέψη 27, και 97/87 έως 99/87, Dow Chemical Ibérica κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3165, σκέψεις 12 και 13).
229
Εν πάση περιπτώσει, το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αναγνωρίσει, σε ποινικές υποθέσεις, ότι, καίτοι το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ απαιτεί κατά κανόνα να μπορεί ο κατηγορούμενος να λαμβάνει αρωγή από δικηγόρο ήδη από τα πρώτα στάδια των ανακρίσεων της αστυνομίας, εντούτοις το δικαίωμα αυτό μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς για βάσιμους λόγους και ότι πρέπει να εξετάζεται, σε κάθε περίπτωση, αν, υπό το πρίσμα της όλης διαδικασίας, ο περιορισμός είχε ως συνέπεια να στερηθεί δίκαιης δίκης ο κατηγορούμενος (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 8ης Φεβρουαρίου 1996, Recueil des arrêts et décisions 1996, § 63).
230
Πάντως, στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 14 του κανονισμού 17, πρέπει να διασφαλισθεί ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας δεν θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα των ελέγχων προκειμένου η Επιτροπή να έχει τη δυνατότητα να ασκεί τα καθήκοντά της ως θεματοφύλακας της Συνθήκης στον τομέα του ανταγωνισμού (απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Δεκεμβρίου 2003, T-59/99, Ventouris κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-5257, σκέψη 122). Έτσι, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι οι εξουσίες διενέργειας ελέγχων χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση δεν συνιστούν προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων των επιχειρήσεων, δεδομένου ότι οι απονεμόμενες στην Επιτροπή εξουσίες με το άρθρο 14 του κανονισμού 17 έχουν ως σκοπό να της επιτρέψουν να εκπληρώσει την αποστολή, που της ανατίθεται με τη Συνθήκη ΕΚ, να μεριμνά για την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, να συμβάλει στην αποφυγή της νοθεύσεως του ανταγωνισμού επί ζημία του γενικού συμφέροντος, των ατομικών επιχειρήσεων και των καταναλωτών και να συντελεί στη διατήρηση του συστήματος ανταγωνισμού που θέλησε η Συνθήκη και του οποίου η τήρηση επιβάλλεται επιτακτικά στις επιχειρήσεις (απόφαση National Panasonic κατά Επιτροπής, σκέψη 227 ανωτέρω, σκέψη 20).
231
Ακριβώς για τον λόγο αυτόν, είναι αναγκαίο να γίνει στάθμιση μεταξύ των σχετικών με τα δικαιώματα άμυνας γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης και της πρακτικής αποτελεσματικότητας της ελεγκτικής εξουσίας της Επιτροπής, που συνίσταται στην πρόληψη της πιθανής καταστροφής ή απόκρυψης κρίσιμων εγγράφων.
232
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η παρουσία δικηγόρου, ο οποίος απασχολείται ως ελεύθερος επαγγελματίας, ή νομικού συμβούλου, ο οποίος απασχολείται με πάγια αντιμισθία στην εν λόγω επιχείρηση, είναι δυνατή οσάκις η Επιτροπή προβαίνει σε έναν έλεγχο, αλλά ότι η νομιμότητα του ελέγχου δεν μπορεί να εξαρτάται από την παρουσία δικηγόρου απασχολούμενου ως ελεύθερου επαγγελματία ή νομικού συμβούλου απασχολούμενου με πάγια αντιμισθία. Έτσι, όταν μια επιχείρηση έχει σχετική επιθυμία, και ιδίως όταν η εν λόγω επιχείρηση δεν διαθέτει νομικό σύμβουλο στον τόπο διεξαγωγής του ελέγχου, μπορεί να ζητήσει τηλεφωνικώς την παροχή συμβουλών από δικηγόρο και να ζητήσει από τον εν λόγω δικηγόρο να μεταβεί στον τόπο διεξαγωγής του ελέγχου το συντομότερο δυνατόν. Προκειμένου η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος στην αρωγή από δικηγόρο να μη βλάπτει την εύρυθμη διεξαγωγή του ελέγχου, τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με τη διενέργεια του ελέγχου πρέπει να μπορούν να εισέρχονται αμέσως σε όλες τις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως, να της κοινοποιούν την απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχου και να εισχωρούν στα γραφεία της επιλογής τους, χωρίς να αναμείνουν να συμβουλευθεί η επιχείρηση τον δικηγόρο της. Τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με τη διενέργεια του ελέγχου πρέπει, επίσης, να είναι σε θέση να ελέγχουν τις επικοινωνίες, μέσω τηλεφώνου και μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, της επιχειρήσεως προκειμένου να αποφευχθεί, ιδίως, το ενδεχόμενο να έλθει η εν λόγω επιχείρηση σε επαφή με άλλες επιχειρήσεις που επίσης αποτελούν το αντικείμενο αποφάσεως περί διεξαγωγής ελέγχων. Εξάλλου, το χρονικό διάστημα που η Επιτροπή οφείλει να παραχωρεί σε μια επιχείρηση προκειμένου η εν λόγω επιχείρηση να μπορέσει να έλθει σε επαφή με τον δικηγόρο της, προτού η Επιτροπή αρχίσει να συμβουλεύεται τα βιβλία και τα λοιπά έγγραφα, να λαμβάνει αντίγραφα αυτών, να θέτει σφραγίδες επί ορισμένων χώρων ή επί ορισμένων εγγράφων ή να ζητεί προφορικές διευκρινίσεις από οποιονδήποτε εκπρόσωπο ή από οποιοδήποτε μέλος του προσωπικού της επιχειρήσεως, εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της εκάστοτε συγκεκριμένης περιπτώσεως και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί παρά να είναι εξαιρετικά σύντομο και να περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο.
233
Εν προκειμένω, η Επιτροπή, αρνούμενη να κάνει δεκτό το αίτημα της προσφεύγουσας που αποσκοπούσε στο να αναμείνουν οι ελεγκτές της Επιτροπής την άφιξη των δικηγόρων της, οι οποίοι απασχολούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίες, σε μια αίθουσα αναμονής προτού επιτραπεί στους εν λόγω ελεγκτές της Επιτροπής να εισέλθουν στις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας, και ιδίως στο γραφείο του γενικού διευθυντή της, δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας. Επομένως, η άρνηση της προσφεύγουσας να επιτρέψει στους ελεγκτές της Επιτροπής την πρόσβαση στο κτίριο, στο οποίο στεγάζονταν οι εγκαταστάσεις της, πριν από την έλευση των δικηγόρων της, άρνηση η οποία προκάλεσε καθυστέρηση 47 λεπτών ως προς τη διενέργεια του ελέγχου, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως άρνηση συμμορφώσεως προς την απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχων κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 17.
– Επί του δευτέρου περιστατικού
234
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι το περιστατικό που έλαβε χώρα το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου 2002 δεν συνιστούσε άρνηση συμμορφώσεως προς την απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχων, εφόσον το εν λόγω περιστατικό ήταν πολύ σύντομο και, ως εκ τούτου, ουδόλως δημιούργησε κίνδυνο καταστροφής ή απόκρυψης εγγράφου.
235
Ωστόσο, από τα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια του απογεύματος της 1ης Οκτωβρίου 2002, οι δικηγόροι της προσφεύγουσας, οι οποίοι απασχολούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίες, άπαξ και κατέφθασαν επί τόπου, αρνήθηκαν να επιτρέψουν στην Επιτροπή την πρόσβαση στο γραφείο ενός εκ των διευθυντών, για τον λόγο ότι στο ως άνω γραφείο δεν υπήρχε κανένα έγγραφο σχετικό με την πίσσα, μέχρις ότου, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, οι υπάλληλοι της ολλανδικής αρχής ανταγωνισμού ήλθαν σε επαφή με την αστυνομία. Στα πρακτικά που συνέταξε η Επιτροπή δεν διευκρινίζεται η ακριβής καθυστέρηση που προκλήθηκε από τις συζητήσεις αυτές. Εντούτοις, η από 26 Σεπτεμβρίου 2002 απόφαση της Επιτροπής περί διεξαγωγής ελέγχων επέτρεπε στους ελεγκτές να εισέλθουν σε κάθε χώρο, γήπεδο ή μέσο μεταφοράς της επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια του κανονικού ωραρίου λειτουργίας των γραφείων και να εξετάσουν όλα τα βιβλία και όλα τα επαγγελματικά έγγραφα.
236
Πάντως, κατά τη νομολογία, οι επιχειρήσεις υπέχουν υποχρέωση ενεργού συνεργασίας στο πλαίσιο των μέτρων έρευνας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προηγούμενης έρευνας (απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 158 ανωτέρω, σκέψεις 65, 207 και 208).
237
Εξάλλου, τόσο από τον σκοπό του κανονισμού 17 όσο και από την απαρίθμηση, στο άρθρο 14, των εξουσιών που έχουν παρασχεθεί στα όργανα της Επιτροπής, προκύπτει ότι οι έλεγχοι μπορούν να είναι λίαν εκτεταμένοι. Συναφώς, το δικαίωμα εισόδου σε κάθε χώρο, γήπεδο ή μέσο μεταφοράς των επιχειρήσεων έχει ιδιάζουσα σημασία καθόσον καθιστά δυνατή για την Επιτροπή τη συλλογή των αποδείξεων για παραβάσεις των κανόνων περί ανταγωνισμού στον τόπο όπου ανευρίσκονται συνήθως, δηλαδή στους χώρους ασκήσεως των εμπορικών δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων (απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, Hoechst κατά Επιτροπής, σκέψη 228 ανωτέρω, σκέψη 26).
238
Ο δικαστής της Ένωσης έχει υπογραμμίσει, επίσης, ότι η Επιτροπή δύναται να ασκήσει τις ελεγκτικές της εξουσίες σε όλους τους χώρους ασκήσεως των εμπορικών δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως την οποία αφορά η απόφασή της, σεβόμενη πάντως τα δικαιώματα άμυνας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, Hoechst κατά Επιτροπής, σκέψη 228 ανωτέρω, σκέψεις 14 και 15), καθώς και τα δικαιώματα που σχετίζονται με την προστασία της ιδιοκτησίας (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Colas Est κ.λπ. κατά Γαλλίας της 16ης Απριλίου 2002, Recueil des arrêts et décisions 2002, § 40 και 41· απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 2002, C-94/00, Roquette Frères, Συλλογή 2002, σ. I-9011, σκέψη 29, και διάταξη του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 2005, C-121/04 P, Minoan Lines κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 37). Επιπλέον, εναπόκειται στην Επιτροπή και όχι στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση ή σε τρίτο πρόσωπο να αποφασίσει αν ένα έγγραφο πρέπει ή όχι να της προσκομισθεί (απόφαση AM & S Europe κατά Επιτροπής, σκέψη 228 ανωτέρω, σκέψη 17).
239
Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι οι δικηγόροι της προσφεύγουσας αρνήθηκαν, αρχικώς, να επιτρέψουν στην Επιτροπή την πρόσβαση στο γραφείο ενός εκ των διευθυντών της αρκεί προκειμένου να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα αρνήθηκε να συμμορφωθεί πλήρως προς την απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχων, χωρίς να εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι η καθυστέρηση που προκλήθηκε από την άρνηση αυτή μπορούσε να προξενήσει την καταστροφή ή την απόκρυψη εγγράφων.
240
Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών ως εκ του ότι χαρακτήρισε τα δύο αυτά περιστατικά ως άρνηση συμμορφώσεως προς μια απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχων.
Επί της αρχής της χρηστής διοικήσεως
241
Τέλος, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως ως εκ του ότι συνέταξε τα πρακτικά μόνον έπειτα από τους ελέγχους και ως εκ του ότι διαβίβασε στην προσφεύγουσα αντίγραφο των πρακτικών μόνο στο πλαίσιο της προσβάσεως στον φάκελο, δηλαδή έπειτα από την ανακοίνωση των αιτιάσεων, εμποδίζοντας την προσφεύγουσα, με τον τρόπο αυτό, να διατυπώσει εγκαίρως τυχόν παρατηρήσεις της.
242
Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι καμία κανονιστική διάταξη δεν επέβαλλε στην Επιτροπή την υποχρέωση να συντάξει πρακτικά όσον αφορά την άρνηση συμμορφώσεως προς την απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχων εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ούτε να διαβιβάσει το έγγραφο που περιελάμβανε τα πρακτικά αυτά στην εμπλεκόμενη επιχείρηση εντός ειδικής προθεσμίας. Πάντως, ο δικαστής της Ένωσης εκτιμά ότι η αρχή της χρηστής διοικήσεως δεν μπορεί να μεταβάλει σε υποχρέωση ό,τι ο νομοθέτης θεώρησε ως μη υποχρέωση (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1992, C-255/90 P, Burban κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I-2253, σκέψη 20).
243
Το Γενικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να εκδηλώσει αντίδραση όσον αφορά το περιεχόμενο αμφοτέρων των πρακτικών όταν η Επιτροπή της παρέσχε πρόσβαση στον φάκελο έπειτα από την ανακοίνωση των αιτιάσεων, αλλά ότι η προσφεύγουσα δεν εκμεταλλεύθηκε τη δυνατότητα αυτή.
Επί της παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 15 του κανονισμού 17
244
Τρίτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι, εφόσον κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών ίσχυε μόνον ο κανονισμός 17, η Επιτροπή δεν εδικαιούτο να εφαρμόσει ούτε τις διατάξεις του κανονισμού 1/2003, οι οποίες δεν ίσχυαν, ούτε τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων, οι οποίες δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του κανονισμού 17. Έτσι, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
245
Το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 17 προέβλεπε ότι η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να επιβάλει μέγιστο πρόστιμο ύψους 5000 ευρώ σε οποιαδήποτε επιχείρηση δεν συμμορφωνόταν προς μια απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχων και το άρθρο 15, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού επέτρεπε στην Επιτροπή να επιβάλει πρόστιμα που μπορούσαν να ανέρχονται μέχρι ποσοστού 10 % του κύκλου εργασιών τους στις επιχειρήσεις που διέπρατταν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, πρόστιμα τα οποία υπολογίζονταν με βάση τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως. Έτσι, οι διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 17 παρείχαν τη δυνατότητα στην Επιτροπή να επιβάλει πρόστιμο σε μια επιχείρηση λόγω αρνήσεως συνεργασίας κατά τη διάρκεια των ελέγχων, ακόμη και όταν δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιας παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ. Επομένως, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, πριν από την έναρξη ισχύος των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, καμία διάταξη του κανονισμού 17 δεν απαγόρευε στην Επιτροπή να επιβάλει κυρώσεις λόγω αρνήσεως συνεργασίας διαρκούσης της έρευνας κατά τον εκ μέρους της καθορισμό του ύψους του επιβαλλόμενου βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού συνολικού προστίμου, αντί να επιβάλει χωριστό πρόστιμο στην επιχείρηση βάσει των διατάξεων του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του εν λόγω νομοθετήματος.
246
Κατά τη νομολογία (βλ., παραδείγματος χάρη, απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa, Συλλογή 1990, σ. Ι-4023, σκέψη 24), η κατάχρηση εξουσίας συνίσταται στην εκ μέρους ενός θεσμικού οργάνου της Ένωσης έκδοση μιας πράξεως με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό την επίτευξη στόχων διαφορετικών από αυτούς που επικαλείται το θεσμικό όργανο ή την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπει ειδικά η Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων. Έτσι, ο δικαστής της Ένωσης εκτιμά ότι μια πράξη θεωρείται ως εκδοθείσα κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον όταν από αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό την επίτευξη στόχων διαφορετικών από αυτούς που επικαλείται το θεσμικό όργανο (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 2004, C-186/02 P και C-188/02 P, Ramondín κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-10653, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
247
Επομένως, πρέπει να προσδιοριστεί αν, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η εκ μέρους της Επιτροπής έκδοση των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, οι οποίες προβλέπουν ρητώς τη δυνατότητα της Επιτροπής να λαμβάνει υπόψη ως επιβαρυντικές περιστάσεις, στο πλαίσιο του καθορισμού του προστίμου, την άρνηση συνεργασίας ή την απόπειρα παρακωλύσεως κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας, είχε ως πρωταρχικό σκοπό την καταστρατήγηση του ανωτάτου ορίου των 5000 ευρώ που έχει καθοριστεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 17.
248
Ο δικαστής της Ένωσης έχει ήδη επισημάνει ότι ο κανονισμός 17 είχε αναγνωρίσει σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως στην Επιτροπή κατά τον καθορισμό των προστίμων. Επομένως, η καθιέρωση από την τελευταία, μέσω των κατευθυντηρίων γραμμών, μιας νέας μεθόδου υπολογισμού των προστίμων, η οποία ενδεχομένως συνεπάγεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, αύξηση του ύψους των προστίμων, χωρίς ωστόσο να υπερβαίνει το ανώτατο όριο που καθορίζει ο ίδιος κανονισμός, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναδρομική επίταση των προστίμων, όπως αυτά έχουν εκ του νόμου καθοριστεί με το άρθρο 15 του κανονισμού 17, αντιβαίνουσα στις αρχές της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου (απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψεις 252, 254, 258, 260, 261 και 267, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T-23/99, LR AF 1998 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-1705, σκέψη 235).
249
Επιπλέον, ο δικαστής της Ένωσης έχει αποσαφηνίσει ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 δεν απαριθμούσε περιοριστικά τα κριτήρια τα οποία μπορούσε να λαμβάνει υπόψη κατά την επιμέτρηση του προστίμου η Επιτροπή, η συμπεριφορά της επιχειρήσεως κατά τη διοικητική διαδικασία, και ιδίως η άρνηση συνεργασίας ή οι απόπειρες παρακωλύσεως κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας, μπορούσε να συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την εν λόγω επιμέτρηση (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Ιανουαρίου 1990, C-277/87, Sandoz prodotti farmaceutici κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-45, και της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-298/98 P, Finnboard κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-10157, σκέψη 56· απόφαση HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 222 ανωτέρω, σκέψεις 474 και 475, που επικυρώθηκε, ως προς το σημείο αυτό με την απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψη 351).
250
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων, στο μέτρο που προβλέπουν ρητώς τη δυνατότητα της Επιτροπής να λαμβάνει υπόψη, κατά την επιμέτρηση του προστίμου, ως επιβαρυντικές περιστάσεις την άρνηση συνεργασίας ή την απόπειρα παρακωλύσεως κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας, εκδόθηκαν με πρωταρχικό σκοπό την καταστρατήγηση της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων, την οποία προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 17, και ιδίως του ανωτάτου ορίου των 5000 ευρώ.
251
Εν κατακλείδι, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα, εν προκειμένω, να επιβάλει κυρώσεις λόγω αρνήσεως συνεργασίας, είτε επιβάλλοντας στην εμπλεκόμενη επιχείρηση μέγιστο πρόστιμο ύψους 5000 ευρώ δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 17 είτε λαμβάνοντας υπόψη, κατά την επιμέτρηση του προστίμου που επιβάλλεται στην επιχείρηση βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού (νυν άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, ο οποίος ίσχυε κατά το χρονικό σημείο που η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση), την επιβαρυντική περίσταση που αντλείται από άρνηση συνεργασίας κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της έρευνας, και ότι δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη της προβαλλόμενης κατάχρησης εξουσίας.
Επί του δυσανάλογου χαρακτήρα της προσαυξήσεως του προστίμου λόγω αρνήσεως συνεργασίας
252
Τέταρτον και τελευταίο, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η προσαύξηση του βασικού ποσού του προστίμου κατά 10 %, δηλαδή κατά 1,71 εκατομμύρια ευρώ, η οποία επιβλήθηκε από την Επιτροπή εξαιτίας της αρνήσεως συνεργασίας είναι, εν πάση περιπτώσει, δυσανάλογη με γνώμονα τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφηκαν στα πρακτικά.
253
Πρέπει να υπομνηστεί ότι τα πρόστιμα συνιστούν μέσο υλοποιήσεως της πολιτικής ανταγωνισμού της Επιτροπής και ότι, συνεπώς, η Επιτροπή πρέπει να διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό του ύψους τους, προκειμένου να κατευθύνει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην τήρηση των κανόνων περί ανταγωνισμού (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Απριλίου 1995, T-150/89, Martinelli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1165, σκέψη 59· της 11ης Δεκεμβρίου 1996, T-49/95, Van Megen Sports κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-1799, σκέψη 53, και της 21ης Οκτωβρίου 1997, T-229/94, Deutsche Bahn κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-1689, σκέψη 127). Ωστόσο, στο Γενικό Δικαστήριο εναπόκειται ο έλεγχος της αναλογικότητας του ποσού του επιβληθέντος προστίμου σε σχέση με τη διάρκεια και τα άλλα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, όπως είναι η επιρροή που μπόρεσε να ασκήσει η επιχείρηση επί της αγοράς, το κέρδος που αποκόμισε από τις πρακτικές που εφάρμοσε, ο όγκος και η αξία των οικείων παροχών και ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύει η παράβαση για τους σκοπούς της Ένωσης (απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψεις 120 και 129).
254
Έστω και αν η Επιτροπή δεν δεσμεύεται από την προηγούμενη πρακτική της, μπορεί να είναι χρήσιμο για το Γενικό Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση της αναλογικότητας της προσαυξήσεως του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου, να λάβει γνώση των αυξήσεων τις οποίες έχει επιβάλει η Επιτροπή σε άλλες επιχειρήσεις για τον ίδιο λόγο. Συγκεκριμένα, δεν είναι δυνατό να αποκλεισθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του, μπορεί να εκτιμήσει ότι πρέπει να επαυξηθεί η εν λόγω προσαύξηση. Πάντως, το ίδιο ποσοστό, δηλαδή 10 %, εφαρμόσθηκε επίσης σε τρεις άλλες υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων η Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις σε επιχειρήσεις με ειδική αύξηση του προστίμου λόγω αρνήσεως συνεργασίας. Στην επονομαζόμενη υπόθεση «των ελληνικών πορθμείων», με την προσαύξηση αυτή επιβλήθηκαν κυρώσεις σε μια επιχείρηση που είχε ενημερώσει τις άλλες επιχειρήσεις οι οποίες ήσαν μέλη της συμπράξεως σχετικά με τις απαντήσεις που είχε δώσει σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών και είχε υποδείξει σ’ αυτές να μεταβάλουν τις τιμές τους (απόφαση Minoan Lines κατά Επιτροπής, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψεις 335 έως 339). Στην υπόθεση Nintendo, με την προσαύξηση αυτή επιβλήθηκαν κυρώσεις σε μια επιχείρηση που είχε δώσει ψευδή απάντηση σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών [απόφαση της Επιτροπής της 30ής Οκτωβρίου 2002 (COMP/35.706 – PO Nintendo Distribution (ΕΕ 2003, L 255, σ. 33)]. Τέλος, στην επονομαζόμενη υπόθεση «των βιομηχανικών σάκων» (απόφαση της Επιτροπής της 30ής Νοεμβρίου 2005, COMP/F/38.354 – Βιομηχανικοί σάκοι), με την προσαύξηση αυτή επιβλήθηκαν κυρώσεις σε μια επιχείρηση της οποίας ένας μισθωτός είχε καταστρέψει ένα έγγραφο το οποίο είχε επιλεγεί από τους ελεγκτές κατά τη διάρκεια του ελέγχου, τούτο δε παρά το ότι η επιχείρηση είχε αποστείλει, στη συνέχεια, αντίγραφο του εγγράφου αυτού στην Επιτροπή.
255
Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι, λαμβανομένης υπόψη της σχετικά μικρής διάρκειας της εκ μέρους της προσφεύγουσας παρακωλύσεως των εργασιών του ελέγχου τον οποίο διενήργησε η Επιτροπή, δεν συντρέχει λόγος να κάνει χρήση της πλήρους δικαιοδοσίας του προς επαύξηση της προσαυξήσεως στην οποία κατέληξε η Επιτροπή εν προκειμένω. Εξάλλου, η εν λόγω προσαύξηση κατά 10 % του ποσού του προστίμου δεν δίδει την εντύπωση ότι είναι δυσανάλογη, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της συμπεριφοράς της προσφεύγουσας κατά τη διάρκεια των ελέγχων και του επανειλημμένου χαρακτήρα των προσπαθειών της για παρακώλυση κατά την ίδια ημέρα και, αφετέρου, της σπουδαιότητας των ελέγχων ως αναγκαίου οργάνου προκειμένου η Επιτροπή να έχει τη δυνατότητα να ασκεί τα καθήκοντά της ως θεματοφύλακας της Συνθήκης στον τομέα του ανταγωνισμού (απόφαση Ventouris κατά Επιτροπής, σκέψη 230 ανωτέρω, σκέψη 122) και της ανάγκης να κατευθυνθεί η συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην τήρηση των κανόνων περί ανταγωνισμού.
256
Επομένως, το επιχείρημα της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί.
2. Επί των ενεργειών της προσφεύγουσας ως υποκινήτριας και ως πρωτοστατούσας επιχειρήσεως
α) Επί των ενεργειών της προσφεύγουσας ως υποκινήτριας
Επιχειρήματα των διαδίκων
257
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή, αποδίδοντας σ’ αυτήν, από κοινού με τη SNV, την ιδιότητα της υποκινήτριας της συμπράξεως, υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα που δικαιολογούν την ακύρωση, εν όλω ή εν μέρει, της προσαυξήσεως κατά 50 % του προστίμου, η οποία επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με το έρεισμα αυτό. Κατά τη νομολογία, ο χαρακτηρισμός αυτός μπορεί να ισχύει μόνο για μια επιχείρηση που έχει πείσει ή ενθαρρύνει άλλες επιχειρήσεις να συγκροτήσουν μια σύμπραξη ή να προσχωρήσουν σε αυτή (απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2006, T-15/02, BASF κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-497, σκέψεις 316 και 321). Εν προκειμένω, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε δύο ανεπαρκή στοιχεία προκειμένου να αποδώσει στην προσφεύγουσα την ιδιότητα υποκινήτριας της συμπράξεως, ενώ η SNV αποτάθηκε στην προσφεύγουσα προκειμένου, το πολύ, να έλθει σε επαφή με τους λοιπούς κατασκευαστές έργων οδοποιίας του W5.
258
Πρώτον, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε ένα απόσπασμα της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, το οποίο απομονώθηκε από το νοηματικό πλαίσιό του. Το έγγραφο αυτό παρέχει μόνον τη δυνατότητα να διαπιστωθεί ότι η SNV υπέβαλε το 1993 στην προσφεύγουσα μια πρόταση σχετικά με τις τιμές, την οποία εξέθεσε κατά τη διάρκεια της επόμενης συσκέψεως του W5, και δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι η προσφεύγουσα εισηγήθηκε στο W5 να κάνει δεκτή την εν λόγω πρόταση.
259
Δεύτερον, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή χρησιμοποίησε μια έκθεση της Wintershall, της 20ής Φεβρουαρίου 1992, που ανέφερε ότι η προσφεύγουσα της είχε γνωστοποιήσει ότι είχε έλθει σε επαφή με τη SNV προκειμένου να της ζητήσει να διατυπώσει προτάσεις για συνεργασία μεταξύ των προμηθευτών και του W5 και ότι, με τον τρόπο αυτό, η SNV της είχε υποβάλει μια προσφορά σχετική με ειδική έκπτωση για το W5 το 1993. Ωστόσο, το ως άνω έγγραφο αντιφάσκει προς ένα εσωτερικό υπόμνημα της SNV του 1995 και δεν ανταποκρίνεται σε ό,τι έχει συγκρατήσει από μνήμης ο μισθωτός της προσφεύγουσα, του οποίου γίνεται μνεία, το δε περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου είναι αμφίβολο, δεδομένου ότι η Wintershall είναι μια εταιρία που είχε ελάχιστες επαφές με την προσφεύγουσα.
260
Εν πάση περιπτώσει, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν μπορεί να στηρίζεται σε ένα μόνο στοιχείο, το οποίο χρονολογείται από το 1992, δηλαδή πριν από την έναρξη της συμπράξεως, και το οποίο δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο στοιχείο της δικογραφίας, προκειμένου να αποδείξει ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε ρόλο υποκινήτριας της συμπράξεως.
261
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η νομολογία προβαίνει σε διάκριση μεταξύ υποκινήτριας και πρωτοστατούσας επιχειρήσεως και ότι, ακόμη και αν το Γενικό Δικαστήριο εκτιμήσει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία είναι ανεπαρκή όσον αφορά την μία από τις δύο αυτές ιδιότητες, μπορεί, παρά ταύτα, να διατηρήσει την προσαύξηση κατά 50 % του προστίμου (απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψεις 342 έως 349). Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως υποκινήτριας μιας συμπράξεως, η νομολογία αποσαφηνίζει, περαιτέρω, ότι η εν λόγω επιχείρηση πρέπει να έχει εξωθήσει ή ενθαρρύνει άλλες επιχειρήσεις να συγκροτήσουν τη σύμπραξη ή να προσχωρήσουν σε αυτή (απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψη 321). Εν προκειμένω, η Επιτροπή επισημαίνει ότι στηρίχθηκε σε δύο έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα ενεθάρρυνε άλλες επιχειρήσεις να συγκροτήσουν μια σύμπραξη, αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία, υπό την ιδιότητα της σημαντικότερης κατασκευάστριας έργων οδοποιίας, να έλθει σε επαφή με τη SNV, που ήταν η σημαντικότερη προμηθεύτρια, προκειμένου να της ζητήσει να διατυπώσει προτάσεις σχετικά με τις δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ των δύο ομάδων και εκθέτοντας, στη συνέχεια, στις λοιπές επιχειρήσεις του W5 την πρόταση που διατύπωσε η SNV σχετικά με μια ειδική έκπτωση. Επομένως, η δήλωση του μισθωτού της προσφεύγουσας, η οποία έγινε το 2005 στο πλαίσιο της απαντήσεως στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και κατά την οποία αυτός ουδέποτε ανέλαβε την πρωτοβουλία για τη συνεννόηση, έρχεται σε αντίθεση με την έκθεση της εταιρίας Wintershall που μνημονεύει την ύπαρξη συνομιλίας με τον ίδιο μισθωτό. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το έγγραφο της Wintershall του 1992, το οποίο κάνει λόγο για μελλοντική συνεργασία, συμπίπτει, αντιθέτως, με το γεγονός ότι η σύμπραξη άρχισε το 1993, όπως αποδεικνύεται, ιδίως, βάσει της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, που κάνει λόγο για συζητήσεις με τη SNV όσον αφορά μια ειδική έκπτωση που χορηγήθηκε στο W5 ήδη από το 1993.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
262
Όταν μια παράβαση έχει διαπραχθεί από πλείονες επιχειρήσεις, πρέπει να εξετάζεται, στο πλαίσιο του καθορισμού του ύψους των προστίμων, η σχετική βαρύτητα της συμμετοχής κάθε μίας από αυτές (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1975, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 507, σκέψη 623, και Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 158 ανωτέρω, σκέψη 92), πράγμα το οποίο συνεπάγεται, ειδικότερα, την εκτίμηση του ρόλου που είχε διαδραματίσει στην παράβαση, αντιστοίχως, καθεμία από τις επιχειρήσεις αυτές επί όσο χρόνο συμμετείχε στην εν λόγω παράβαση (απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 30 ανωτέρω, σκέψη 150, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 1991, T-6/89, Enichem Anic κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II-1623, σκέψη 264).
263
Εξ αυτών προκύπτει, ιδίως, ότι ο ρόλος της υποκινήτριας ή της πρωτοστατούσας επιχειρήσεως, τον οποίο διαδραματίζουν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις στο πλαίσιο μιας συμπράξεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, στο μέτρο που οι επιχειρήσεις που διαδραμάτισαν αυτόν τον ρόλο πρέπει, λόγω αυτού, να φέρουν ειδική ευθύνη σε σχέση με τις λοιπές επιχειρήσεις (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T-347/94, Mayr Melnhof κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-1751, σκέψη 291, και της 29ης Απριλίου 2004, T-236/01, T-239/01, T-244/01 έως T-246/01, T-251/01 και T-252/01, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-1181, σκέψη 301).
264
Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, το σημείο 2 των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων περιλαμβάνει, υπό τον τίτλο των επιβαρυντικών περιστάσεων, μη εξαντλητικό κατάλογο των περιστάσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση του βασικού ποσού του προστίμου, στις οποίες περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι μια επιχείρηση «έχει πρωτοστατήσει στην παράβαση ή έχει προτρέψει άλλες επιχειρήσεις να τη διαπράξουν» (απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψεις 280 έως 282).
265
Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, για να χαρακτηρισθεί ως υποκινήτρια μιας συμπράξεως, μια επιχείρηση πρέπει να έχει εξωθήσει ή ενθαρρύνει άλλες επιχειρήσεις να συγκροτήσουν τη σύμπραξη ή να προσχωρήσουν σε αυτή. Αντιθέτως, δεν αρκεί η ως άνω επιχείρηση να συγκαταλέγεται απλώς μεταξύ των ιδρυτικών μελών της συμπράξεως. Ο χαρακτηρισμός αυτός προσήκει μόνο στην επιχείρηση η οποία, ενδεχομένως, ανέλαβε την πρωτοβουλία, παραδείγματος χάρη υποδεικνύοντας στην άλλη επιχείρηση τη δυνατότητα διαπράξεως συμπαιγνίας ή επιχειρώντας να πείσει την άλλη επιχείρηση να προσχωρήσει στην εν λόγω συμπαιγνία (απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψη 321). Ωστόσο, ο δικαστής της Ένωσης δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να έχει στην κατοχή της στοιχεία σχετικά με τη διαμόρφωση ή τη δημιουργία επουσιωδών πτυχών της συμπράξεως. Τέλος, ο δικαστής της Ένωσης έχει αποσαφηνίσει ότι ο ρόλος της υποκινήτριας σχετίζεται με το χρονικό σημείο της συγκροτήσεως ή της διευρύνσεως μιας συμπράξεως (απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψη 316), οπότε δεν αποκλείεται να έχουν ενεργήσει ως υποκινήτριες στο πλαίσιο της ίδιας συμπράξεως πλείονες επιχειρήσεις ταυτοχρόνως.
266
Εν προκειμένω, από την αιτιολογική σκέψη 342 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή εκτίμησε ότι η προσφεύγουσα έφερε ειδική ευθύνη λόγω του ρόλου της ως υποκινήτριας της συμπράξεως. Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι η νομολογία χαρακτήριζε ως υποκινήτρια συμπράξεως μια επιχείρηση που έχει εξωθήσει ή ενθαρρύνει άλλες επιχειρήσεις να συγκροτήσουν τη σύμπραξη ή να προσχωρήσουν σε αυτή (απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψη 321). Προς τούτο, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε τρία έγγραφα τα οποία αναφέρονται σε πρωτοβουλίες ως προς τις οποίες η Επιτροπή εκτιμά ότι αυτές έδωσαν λαβή για τη σύμπραξη, εφόσον χρησίμευσαν για να πεισθούν άλλες επιχειρήσεις να συγκροτήσουν τη σύμπραξη. Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, τα έγγραφα αυτά παρέχουν τη δυνατότητα να αποδειχθεί, αφενός, ότι η προσφεύγουσα εισηγήθηκε στη SNV να διατυπώσει προτάσεις για συνεργασία μεταξύ των προμηθευτών και του W5 και, αφετέρου, ότι η προσφεύγουσα διαβίβασε στη συνέχεια στους λοιπούς κατασκευαστές τη διατυπωθείσα από τη SNV πρόταση για ειδικές εκπτώσεις. Πρόκειται για ένα απόσπασμα της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, για ένα υπόμνημα της HBG της 8ης Ιουλίου 1994 και για μια εσωτερική έκθεση της Wintershall της 20ής Φεβρουαρίου 1992.
267
Έτσι, πρώτον, η Επιτροπή στηρίχθηκε, με την αιτιολογική σκέψη 342 της προσβαλλομένης αποφάσεως, μέσω παραπομπής στην αιτιολογική σκέψη 175, σε ένα υπόμνημα της HBG, έτερου μεγάλου κατασκευαστή, της 8ης Ιουλίου 1994, που αναφερόταν σε συμφωνίες οι οποίες είχαν συναφθεί τον Μάρτιο του 1994 μεταξύ του W5, εκπροσωπουμένου από την προσφεύγουσα, και των προμηθευτών, εκπροσωπουμένων από τη SNV, και οι οποίες άρχισαν να ισχύουν την 1η Απριλίου 1994, καθώς και σε μια φήμη που έκανε λόγο για την πιθανότητα να μην τηρήσουν οι προμηθευτές τις εν λόγω συμφωνίες και στην αναγκαιότητα να υπάρξει επικοινωνία με έναν μισθωτό της προσφεύγουσας όσον αφορά το θέμα αυτό. Έτσι, το έγγραφο αυτό καταδεικνύει ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στις διαπραγματεύσεις, εξ ονόματος του W5, για τη σύναψη συμφωνιών με τη SNV και ότι ένας άλλος μεγάλος κατασκευαστής θεωρούσε την προσφεύγουσα ως τη συνομιλήτρια που ήταν στην καλύτερη δυνατή θέση, στο πλαίσιο του W5, για να επιλύσει μια δυσλειτουργία της συμπράξεως. Καίτοι το έγγραφο αυτό παρέχει τη δυνατότητα να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της συμπράξεως, ωστόσο, το εν λόγω έγγραφο δεν αρκεί για να αποδειχθεί, όπως απαιτεί η νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 265 ανωτέρω, ότι η προσφεύγουσα ενεθάρρυνε ή έπεισε άλλες επιχειρήσεις να προσχωρήσουν στη σύμπραξη.
268
Δεύτερον, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε ένα απόσπασμα της απαντήσεως της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση των αιτιάσεων (αιτιολογικές σκέψεις 97 και 177 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στο οποίο η ίδια η προσφεύγουσα κάνει λόγο για την ύπαρξη συζητήσεων με τη SNV το 1993 σχετικά με τη χορηγούμενη στο W5 ειδική έκπτωση και σχετικά με τη διαβίβαση, εκ μέρους της προσφεύγουσας, των σχετικών με την εν λόγω έκπτωση πληροφοριών στα λοιπά μέλη του W5. Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προσφεύγουσα, διαβιβάζοντας τις ως άνω πληροφορίες στα λοιπά μέλη του W5, δεν προετίθετο κατ’ ανάγκην να ενθαρρύνει ή να πείσει τα εν λόγω λοιπά μέλη του W5 να προσχωρήσουν στη σύμπραξη.
269
Τέλος, τρίτον, η Επιτροπή χρησιμοποίησε μια εσωτερική έκθεση της Wintershall της 20ής Φεβρουαρίου 1992. Το έγγραφο αυτό, το οποίο συντάχθηκε κατόπιν επισκέψεως στη Wintershall, στις 18 Φεβρουαρίου 1992, του μισθωτού της προσφεύγουσας ο οποίος στη συνέχεια μετείχε τακτικά στις σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις, αναφέρεται στο ότι η προσφεύγουσα ζήτησε από τη SNV, ως «ηγετική εταιρία στην αγορά» [«marketleader»], να διατυπώσει προτάσεις για συνεργασία μεταξύ των προμηθευτών και του W5, οι οποίες ισοδυναμούν με τη δημιουργία μονοπωλίου αγοράς. Στο έγγραφο αυτό εκτίθεται ότι η Wintershall επισήμανε στην προσφεύγουσα, κατά τη διάρκεια της ως άνω επισκέψεως, ότι η διεργασία αυτή ήταν προβληματική από την άποψη του δικαίου των συμπράξεων.
270
Η προσφεύγουσα επιδίωξε να θέσει υπό αμφισβήτηση την αποδεικτική ισχύ του ως άνω εγγράφου υπογραμμίζοντας ότι το έγγραφο αυτό αντιφάσκει προς ένα εσωτερικό υπόμνημα της SNV του 1995, το οποίο αναφέρει ότι μόνον η SNV ανέλαβε την πρωτοβουλία να έρθει σε επαφή με το W5, ότι το έγγραφο αυτό δεν ανταποκρίνεται σε ό,τι έχει συγκρατήσει από μνήμης ο περί ου ο λόγος μισθωτός της προσφεύγουσας και ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού είναι αμφίβολο, καθόσον είναι ελάχιστα πιστευτό το ότι η προσφεύγουσα θα μπορούσε να διαβιβάσει μια τόσο εμπιστευτική πληροφορία στον συνομιλητή της. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι το έγγραφο αυτό είναι αξιόπιστο, εφόσον διαφαίνεται ως ελάχιστα πιθανό το ότι η Wintershall θα μπορούσε να μεταγράψει σκόπιμα μια ψευδή πληροφορία στα αμιγώς εσωτερικά πρακτικά του 1992, ως εκ τούτου in tempore non suspecto [σε ανύποπτο χρόνο]. Εξάλλου, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το από 6 Φεβρουαρίου 1995 υπόμνημα της SNV δεν παρέχει τη δυνατότητα να υποστηριχθεί ότι μόνον οι προμηθευτές ήσαν υπεύθυνοι για τη δημιουργία της συμπράξεως (βλ. σκέψη 37 ανωτέρω).
271
Ωστόσο, το γεγονός ότι η Επιτροπή εκτίμησε ότι η σύμπραξη είχε δρομολογηθεί μόλις την 1η Απριλίου 1994 μειώνει την αποδεικτική ισχύ του ως άνω εγγράφου προς στήριξη του χαρακτηρισμού της προσφεύγουσας ως υποκινήτριας, εφόσον το ως άνω έγγραφο είχε συνταχθεί δύο και πλέον έτη πριν από την ημερομηνία αυτή. Κατά συνέπεια, μόνον το έγγραφο αυτό δεν αρκεί για να συναχθεί, εν προκειμένω, ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε ρόλο υποκινήτριας στο πλαίσιο της επίμαχης παραβάσεως.
272
Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι είναι ανεπαρκώς τεκμηριωμένη η εκτίμηση, στην οποία κατέληξε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε ρόλο υποκινήτριας στο πλαίσιο της επίμαχης παραβάσεως ως εκ του ότι εισηγήθηκε στη SNV να διατυπώσει προτάσεις για συνεργασία μεταξύ των προμηθευτών και του W5 και ως εκ του ότι διαβίβασε στους λοιπούς κατασκευαστές τη διατυπωθείσα από τη SNV πρόταση για ειδικές εκπτώσεις.
273
Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προς απόδειξη του ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε ρόλο υποκινήτριας στο πλαίσιο της επίμαχης παραβάσεως, κανένα επιπλέον στοιχείο σχετικό με τις περιστάσεις για τις οποίες έγινε λόγος στην αιτιολογική σκέψη 342 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο στρέφεται στην εξέταση του ρόλου της προσφεύγουσας ως πρωτοστατούσας επιχειρήσεως στο πλαίσιο της ίδιας παραβάσεως.
β) Επί του χαρακτηρισμού της προσφεύγουσας ως πρωτοστατούσας επιχειρήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
274
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή απέδωσε σ’ αυτήν τον χαρακτηρισμό της πρωτοστατούσας επιχειρήσεως της συμπράξεως παρά το ότι δεν υπήρχε κανένα σχετικό στοιχείο. Εντούτοις, για να στοιχειοθετηθεί ότι μια επιχείρηση ενήργησε ως πρωτοστατούσα επιχείρηση, ο δικαστής της Ένωσης επιβάλλει την υποχρέωση να αποδειχθεί ότι η εν λόγω επιχείρηση προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες, δίνοντας μεγάλη ώθηση στην εφαρμογή της ενέχουσας συμπαιγνία συμφωνίας, με συνέπεια να διαφοροποιείται σαφώς από τους λοιπούς μετέχοντες στη συμφωνία (απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψη 374).
275
Εν προκειμένω, η Επιτροπή στήριξε τον χαρακτηρισμό της προσφεύγουσας ως πρωτοστατούσας επιχειρήσεως της συμπράξεως, επικαλούμενη τέσσερα στοιχεία: τον ρόλο της προσφεύγουσας κατά τα πρώτα έτη της συμπράξεως, το 1994 και το 1995, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με τους προμηθευτές εξ ονόματος των μεγάλων κατασκευαστών· το γεγονός ότι, από το 1996, ανελάμβανε την πρωτοβουλία να διοργανώνει τις σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις μεταξύ προμηθευτών και μεγάλων κατασκευαστών· το γεγονός ότι διευκόλυνε τη διεξαγωγή των ως άνω σχετικών με τη σύμπραξη συσκέψεων διαθέτοντας τα γραφεία της για την τέλεσή τους· τέλος, το γεγονός ότι ασκούσε καθήκοντα προεδρεύουσας κατά τις συσκέψεις αυτές. Κατά την προσφεύγουσα, κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν είναι βάσιμο.
276
Πρώτον, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή στήριξε τη διαπίστωσή της ότι, από το 1994 έως το 1996, η προσφεύγουσα συνήψε συμφωνίες με τη SNV εξ ονόματος των μεγάλων κατασκευαστών αποκλειστικώς σε ένα υπόμνημα το οποίο κατασχέθηκε στα γραφεία της εταιρίας HBG και το οποίο, εντούτοις, αναφέρεται μόνο σε φήμες, οι οποίες, επιπλέον, αποδείχθηκαν στη συνέχεια αβάσιμες, δεδομένου ότι οι προμηθευτές αύξησαν τις τιμές τους τον Δεκέμβριο του 1994. Περαιτέρω, οι φήμες αυτές τέθηκαν υπό αμφισβήτηση δυνάμει της δηλώσεως ενός εκ των μισθωτών της, ο δε συντάκτης του υπομνήματος της HBG ουδέποτε μετέσχε στις σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις.
277
Δεύτερον, κατά την προσφεύγουσα, η διαπίστωση της Επιτροπής ότι, από το 1996, η προσφεύγουσα ανελάμβανε την πρωτοβουλία να διοργανώνει τις σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις μεταξύ προμηθευτών και μεγάλων κατασκευαστών στηρίζεται μόνον στις δηλώσεις της SNV και της Kuwait Petroleum, οι οποίες έγιναν στο πλαίσιο των προσπαθειών των εν λόγω εταιριών να επωφεληθούν της ανακοινώσεως περί συνεργασίας και οι οποίες αντιφάσκουν προς αλλήλους και, επιπλέον, δεν ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο πλειόνων εγγράφων της δικογραφίας, όπως είναι οι οδηγίες της γραμματείας διευθύνσεως της προσφεύγουσας. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι πλείονα έγγραφα παρέχουν τη δυνατότητα να επιβεβαιωθεί ότι η SNV ανελάμβανε πάντοτε την πρωτοβουλία να διοργανώνει τις συσκέψεις αυτές.
278
Τρίτον, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα διέθετε τακτικά τα κτίριά της προκειμένου να διεξάγονται στα κτίρια αυτά οι σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις σημαίνει ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο. Συγκεκριμένα, αφενός, το γεγονός αυτό εξηγείται από το ότι τα γραφεία της προσφεύγουσας βρίσκονται σε κεντρική τοποθεσία όπου η πρόσβαση είναι εύκολη και, αφετέρου, οι συσκέψεις διεξάγονταν ενίοτε σε άλλους χώρους. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί σε ένα έγγραφο το οποίο είχε αποστείλει η εταιρία Heijmans στην προσφεύγουσα και με το οποίο η εν λόγω εταιρία διαμαρτυρόταν για την έλλειψη συνεννόησης ως προς τη διοργάνωση της συσκέψεως της 16ης Φεβρουαρίου 2001, δεδομένου ότι το έγγραφο αυτό αποτελούσε μόνον ανταλλαγή απόψεων μεταξύ ενός μισθωτού της Heijmans και του προκατόχου του, ο οποίος εργαζόταν εφεξής για λογαριασμό της προσφεύγουσας.
279
Τέταρτον και τελευταίο, η προσφεύγουσα φρονεί ότι ο ισχυρισμός ότι αυτή άσκησε καθήκοντα προεδρεύουσας των σχετικών με τη σύμπραξη συσκέψεων στηρίζεται μόνον σε μια μεροληπτική δήλωση ενός μισθωτού της Kuwait Petroleum, η οποία έγινε στο πλαίσιο της ανακοινώσεως περί συνεργασίας και της οποίας η προσφεύγουσα αμφισβητεί το περιεχόμενο. Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι μόνον αυτή η μεμονωμένη δήλωση δεν μπορεί να προσλάβει οποιαδήποτε αποδεικτική ισχύ, πολλώ μάλλον εφόσον περιελάμβανε εσφαλμένα στοιχεία, και ότι, επιπλέον, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλείται τη δήλωση ενός άλλου μισθωτού της Kuwait Petroleum, ο οποίος ουδέποτε παρέστη αυτοπροσώπως σε διαβούλευση σχετικά με την πίσσα.
280
Η Επιτροπή απορρίπτει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
281
Κατά πάγια νομολογία, όταν μια παράβαση έχει διαπραχθεί από πλείονες επιχειρήσεις, πρέπει να εκτιμάται, στο πλαίσιο του καθορισμού του ύψους των προστίμων, ο ρόλος που είχε διαδραματίσει στην παράβαση, αντιστοίχως, καθεμία από τις επιχειρήσεις αυτές επί όσο χρόνο συμμετείχε στην εν λόγω παράβαση (αποφάσεις Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 30 ανωτέρω, σκέψη 150, και Enichem Anic κατά Επιτροπής, σκέψη 262 ανωτέρω, σκέψη 264). Εξ αυτών προκύπτει, ιδίως, ότι ο ρόλος του «επικεφαλής» (πρωτοστάτη), τον οποίο είχαν διαδραματίσει μία ή περισσότερες επιχειρήσεις στο πλαίσιο μιας συμπράξεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, στο μέτρο που οι επιχειρήσεις που είχαν διαδραματίσει αυτόν τον ρόλο πρέπει, λόγω αυτού, να φέρουν ειδική ευθύνη σε σχέση με τις λοιπές επιχειρήσεις (απόφαση Finnboard κατά Επιτροπής σκέψη 249 ανωτέρω, σκέψη 45).
282
Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, το σημείο 2 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων περιλαμβάνει, υπό τον τίτλο των επιβαρυντικών περιστάσεων, μη εξαντλητικό κατάλογο των περιστάσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση του βασικού ποσού του προστίμου, στις οποίες περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι μια επιχείρηση «έχει πρωτοστατήσει στην παράβαση ή έχει προτρέψει άλλες επιχειρήσεις να τη διαπράξουν» (απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψεις 280 έως 282).
283
Για να χαρακτηριστεί ως πρωτοστατούσα επιχείρηση μιας συμπράξεως, η επιχείρηση πρέπει να αποτελεί σημαντική κινητήρια δύναμη για τη σύμπραξη ή να έχει ειδική και συγκεκριμένη ευθύνη ως προς τη λειτουργία της συμπράξεως. Τούτο πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά σε σχέση με το πλαίσιο της συγκεκριμένης υποθέσεως (αποφάσεις του Πρωτοδικείου BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψεις 299, 300, 373 και 374, και της 18ης Ιουνίου 2008, T-410/03, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II-881, σκέψη 423). Ο χαρακτηρισμός αυτός μπορεί να συναχθεί, ιδίως, από το γεγονός ότι η επιχείρηση, διά συγκεκριμένων πρωτοβουλιών, έδωσε αυθόρμητα σημαντική ώθηση στη σύμπραξη (αποφάσεις BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψεις 348, 370 έως 375 και 427, και της 18ης Ιουνίου 2008, Hoechst κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 426). Ο εν λόγω χαρακτηρισμός μπορεί, επίσης, να συναχθεί από ένα σύνολο ενδείξεων που καταδεικνύουν ότι η επιχείρηση είναι αφοσιωμένη στην εξασφάλιση της σταθερότητας και της επιτυχίας της συμπράξεως (απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψη 351).
284
Τούτο ισχύει και όταν η επιχείρηση έχει μετάσχει στις σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις εξ ονόματος άλλης επιχειρήσεως, η οποία απουσίαζε, και την έχει ενημερώσει σχετικά με τα αποτελέσματα των εν λόγω συσκέψεων (απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψη 439). Το ίδιο ισχύει και όταν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω επιχείρηση επιτέλεσε κεντρικό ρόλο για την πρακτική λειτουργία της συμπράξεως, παραδείγματος χάρη διοργανώνοντας μεγάλο αριθμό συσκέψεων, συλλέγοντας και διανέμοντας πληροφοριακά στοιχεία στο πλαίσιο της συμπράξεως και διατυπώνοντας πολύ συχνά προτάσεις σχετικά με τη λειτουργία της συμπράξεως (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση IAZ International Belgium κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 176 ανωτέρω, σκέψεις 57 και 58, και απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψεις 404, 439 και 461).
285
Επιπλέον, το γεγονός ότι η επιχείρηση μεριμνά ενεργώς για την τήρηση των συμφωνιών που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο της συμπράξεως αποτελεί καθοριστικής σημασίας ένδειξη για τον χαρακτηρισμό της ως πρωτοστατούσας επιχειρήσεως (απόφαση HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 222 ανωτέρω, σκέψη 577).
286
Αντιθέτως, το γεγονός ότι μια επιχείρηση ασκεί πιέσεις και μάλιστα υπαγορεύει στους λοιπούς μετέχοντες στη σύμπραξη με ποιον τρόπο πρέπει να ενεργήσουν δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε τον χαρακτηρισμό της ως πρωτοστατούσας επιχειρήσεως της συμπράξεως (απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψη 374). Η θέση μιας επιχειρήσεως στην αγορά ή οι πόροι που αυτή διαθέτει επίσης δεν αποτελούν ενδείξεις ότι πρόκειται για επιχείρηση που πρωτοστατεί στην παράβαση, έστω και αν αποτελούν μέρος του πλαισίου εντός του οποίου οι ενδείξεις αυτές πρέπει να εξετάζονται (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2003, T-224/00, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-2597, σκέψη 241, και BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψη 299).
287
Τέλος, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Γενικό Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι η Επιτροπή μπορεί να χαρακτηρίζει πλείονες επιχειρήσεις ως πρωτοστατούσες στο πλαίσιο μιας συμπράξεως (απόφαση Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, σκέψη 286 ανωτέρω, σκέψη 239).
288
Απόκειται, συνεπώς, στο Γενικό Δικαστήριο να κρίνει αν, βάσει των αρχών που υπομνήσθηκαν ανωτέρω, η Επιτροπή προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε ρόλο πρωτοστατούσας επιχειρήσεως στο πλαίσιο της συμπράξεως.
289
Εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή εκτίμησε ότι η SNV, στο πλαίσιο της ομάδας των προμηθευτών, και η προσφεύγουσα, στο πλαίσιο του W5, έφεραν ειδική ευθύνη διότι ενεργούσαν, αντιστοίχως, ως «επικεφαλής» της συμπράξεως καθ’ όλη τη διάρκειά της (αιτιολογικές σκέψεις 343 έως 349 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Έτσι, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τέσσερα ουσιώδη στοιχεία προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε ρόλο πρωτοστατούσας επιχειρήσεως στο πλαίσιο της παραβάσεως: το γεγονός ότι, το 1994 και το 1995, η προσφεύγουσα ανέπτυξε επαφές με τη SNV, οι οποίες κατέστησαν δυνατή τη συγκρότηση της συμπράξεως· το γεγονός ότι, από το 1996, η SNV ήλθε σε επαφή με την προσφεύγουσα για μια μεταβολή των τιμών, λαμβανομένου υπόψη ότι η προσφεύγουσα κάλεσε τότε τους λοιπούς μεγάλους κατασκευαστές σε σύσκεψη· το γεγονός ότι οι προπαρασκευαστικές συσκέψεις του W5 και οι σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις διοργανώνονταν συχνά από την προσφεύγουσα, η οποία μεριμνούσε για την αποστολή των προσκλήσεων, και διεξάγονταν στα γραφεία της· το γεγονός ότι η προσφεύγουσα εκτελούσε χρέη εκπροσώπου των μεγάλων κατασκευαστών και διηύθυνε τη συζήτηση κατά τη διάρκεια των συσκέψεων με τους προμηθευτές. Η Επιτροπή στηρίχθηκε σε διάφορα έγγραφα, τα οποία συντάχθηκαν κατά την περίοδο υπάρξεως της συμπράξεως και μεταγενεστέρως, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν είναι βάσιμο.
290
Η Επιτροπή, στηριζόμενη σε ένα υπόμνημα της HBG της 8ης Ιουλίου 1994, εκτίμησε ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε βαρύνοντα ρόλο στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με τους προμηθευτές το 1994 και το 1995.
291
Από το ως άνω εσωτερικό έγγραφο της HBG προκύπτει ότι συνήφθη συμφωνία μεταξύ του W5, εκπροσωπουμένου από έναν μισθωτό της προσφεύγουσας, και των πετρελαϊκών εταιριών, εκπροσωπουμένων από τη SNV, όσον αφορά το έτος 1994, αλλά ότι οι πετρελαϊκές εταιρίες επιθυμούσαν να αυξήσουν τις τιμές τους κατά παράβαση της συμφωνίας αυτής και ότι η HBG επιδίωξε τότε να έλθει σε επαφή με τον ίδιο μισθωτό της προσφεύγουσας ως προς το θέμα αυτό. Ναι μεν το έγγραφο αυτό μπορεί να δίδει την εντύπωση ότι κάνει μνεία μιας φημολογούμενης αποφάσεως των πετρελαϊκών εταιριών να αυξήσουν τις τιμές τους, πλην όμως αναφέρεται με βεβαιότητα στην ύπαρξη συμφωνίας συναφθείσας μέσω της SNV και της προσφεύγουσας και στο ότι η HBG αποτάθηκε στην προσφεύγουσα και, ως εκ τούτου, το εν λόγω έγγραφο αποτελεί σοβαρή ένδειξη σχετικά με τον ρόλο της προσφεύγουσας ως πρωτοστατούσας επιχειρήσεως στο πλαίσιο της συμπράξεως.
292
Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι ο συντάκτης του υπομνήματος της HBG ουδέποτε παρέστη σε σύσκεψη στο πλαίσιο της συμπράξεως, λαμβανομένου υπόψη ότι ο δικαστής της Ένωσης έχει αποφανθεί ότι το αν ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία προέρχονται από τρίτους δεν επηρεάζει την αποδεικτική αξία τους (απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Μαρτίου 1992, T-11/89, Shell κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-757, σκέψη 86) και ότι, σύμφωνα με τους σχετικούς γενικούς κανόνες αποδείξεως, πρέπει να δοθεί μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι ορισμένα έγγραφα καταρτίστηκαν σε άμεση συνάρτηση με τις σχετικές συσκέψεις και καταφανώς χωρίς ποτέ να γίνει σκέψη ότι θα ήταν δυνατόν να περιέλθουν στη γνώση τρίτων μη εχόντων σχέση με αυτά (προτάσεις του δικαστή B. Vesterdorf, ασκήσαντος καθήκοντα γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου της 24ης Οκτωβρίου 1991, T-1/89, Rhône-Poulenc κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II-867, II-869). Εν προκειμένω, ο συντάκτης του υπομνήματος της HBG ήταν επιφορτισμένος με την αγορά πίσσας για λογαριασμό της HBG και συνεργαζόταν στενά με το άτομο το οποίο μετείχε αυτοπροσώπως στις διαβουλεύσεις με το W5 και, ακολούθως, στις σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις. Επομένως, οι σημειώσεις τού ως άνω συντάκτη, οι οποίες καταγράφηκαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, έχουν σημαντική αποδεικτική ισχύ.
293
Εξάλλου, η Επιτροπή, στηριζόμενη σε δηλώσεις της SNV και της Kuwait Petroleum, εκτίμησε ότι, από το 1996, η προσφεύγουσα ανελάμβανε, από κοινού με τη SNV, την πρωτοβουλία να διοργανώνει τις σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις. Συγκεκριμένα, από τις δηλώσεις αυτές (δηλώσεις της SNV της 10ης Οκτωβρίου 2003 και της Kuwait Petroleum της 9ης Οκτωβρίου 2003, αιτιολογική σκέψη 344 της προσβαλλομένης αποφάσεως) προκύπτει ότι η SNV όφειλε να ενημερώνει την προσφεύγουσα σχετικά με οποιαδήποτε μεταβολή των τιμών, λαμβανομένου υπόψη ότι οι δύο αυτές επιχειρήσεις αντάλλασσαν απόψεις προκειμένου να προσδιορισθεί αν ήταν αναγκαία η διεξαγωγή συσκέψεως στο πλαίσιο της συμπράξεως.
294
Τα έγγραφα επί των οποίων στηρίζεται η προσφεύγουσα για να αντικρούσει τις ως άνω δηλώσεις δεν παρέχουν τη δυνατότητα να τεθεί υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε ρόλο πρωτοστατούσας επιχειρήσεως. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το από 6 Φεβρουαρίου 1995 εσωτερικό υπόμνημα της SNV, για την αιτιολογική σκέψη 110 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία αφορά το υποβληθέν από τη SNV προς την προσφεύγουσα αίτημα περί διοργανώσεως διαβουλεύσεως στις 28 Μαρτίου 2000, και για τις από 1 Οκτωβρίου 2002 εσωτερικές οδηγίες της γραμματείας διευθύνσεως της προσφεύγουσας, στις οποίες εκτίθεται ότι η SNV ανελάμβανε την πρωτοβουλία για τη διεξαγωγή των σχετικών με τη σύμπραξη συσκέψεων (αιτιολογική σκέψη 345 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Πάντως, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 37 ανωτέρω, το από 6 Φεβρουαρίου 1995 υπόμνημα της SNV δεν παρέχει τη δυνατότητα να προσδιορισθεί αν οι προμηθευτές επέβαλαν τη σύμπραξη στους μεγάλους κατασκευαστές. Εξάλλου, το γεγονός ότι η SNV ζήτησε τη διεξαγωγή μιας συσκέψεως στο πλαίσιο της συμπράξεως το 2000 και ότι ένα εσωτερικό έγγραφο της προσφεύγουσας μνημόνευε, το 2002, ότι η SNV ανελάμβανε την πρωτοβουλία για τη διεξαγωγή των συσκέψεων δεν αρκεί για να αναιρεθεί η διαπίστωση της Επιτροπής ότι οι σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις διοργανώνονταν κατόπιν επικοινωνίας μεταξύ της SNV και της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνηστούν, αφενός, ο διμερής χαρακτήρας της συμπράξεως αυτής καθώς και, αφετέρου, το γεγονός ότι ο δικαστής της Ένωσης εκτιμά ότι η Επιτροπή μπορεί να αποδίδει τον χαρακτηρισμό της πρωτοστατούσας επιχειρήσεως σε πλείονες επιχειρήσεις οι οποίες μετείχαν στη σύμπραξη (απόφαση Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, σκέψη 286 ανωτέρω, σκέψεις 299 έως 301).
295
Επιπλέον, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, για να αποδώσει στην προσφεύγουσα τον χαρακτηρισμό της πρωτοστατούσας επιχειρήσεως, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα διέθετε τακτικά τα κτίριά της προκειμένου να διεξάγονται στα κτίρια αυτά οι σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις. Προς τούτο, η Επιτροπή στηρίχθηκε στην από 16 Σεπτεμβρίου 2003 απάντηση της Kuwait Petroleum σε μια αίτηση παροχής πληροφοριών, στις από 9 Οκτωβρίου 2003 δηλώσεις της Kuwait Petroleum (αιτιολογική σκέψη 345 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στις προσκλήσεις τις οποίες απέστειλε η προσφεύγουσα για τη σύσκεψη στο πλαίσιο της συμπράξεως που επρόκειτο να λάβει χώρα στις 28 Μαρτίου 2000 (αιτιολογική σκέψη 110 της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αναφέρεται στις τηλεομοιοτυπίες της 16ης Μαρτίου 2000 και της 21ης Μαρτίου 2000, τις οποίες απέστειλε η προσφεύγουσα στη SNV, στη NBM, στη HWZ, στην Ballast Nedam, στην Dura Vermeer και στη Heijmans), καθώς και σε ένα έγγραφο το οποίο απέστειλε στην προσφεύγουσα η εταιρία Heijmans προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για την έλλειψη συνεννόησης ως προς τη διοργάνωση της συσκέψεως της 16ης Φεβρουαρίου 2001 (αιτιολογική σκέψη 346 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
296
Ωστόσο, η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις διεξάγονταν ενίοτε στα γραφεία της λόγω του ότι τα εν λόγω γραφεία βρίσκονταν σε κεντρική τοποθεσία και ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως αποδεικτικό στοιχείο το έγγραφο ενός μισθωτού της Heijmans. Ανεξάρτητα από το πλαίσιο εντός του οποίου η Heijmans συνέταξε το έγγραφο με το οποίο εξέφρασε τη διαμαρτυρία της στην προσφεύγουσα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο όσον αφορά τον ρόλο της προσφεύγουσας ως πρωτοστατούσας επιχειρήσεως στο πλαίσιο της διοργανώσεως των σχετικών με τη σύμπραξη συσκέψεων, το οποίο πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των λοιπών συγκλινόντων εγγράφων τα οποία μνημόνευσε η Επιτροπή. Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλείται απλώς και μόνον το ότι τα γραφεία της βρίσκονταν σε κεντρική, από γεωγραφικής απόψεως, τοποθεσία προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τον ρόλο της στο πλαίσιο της συμπράξεως.
297
Τέλος, η Επιτροπή εκτίμησε ότι η προσφεύγουσα είχε ασκήσει καθήκοντα προεδρεύουσας κατά τη διάρκεια των σχετικών με τη σύμπραξη συσκέψεων μέχρι το 2000, στηριζόμενη στις από 1 Οκτωβρίου 2003 δηλώσεις δύο μισθωτών της Kuwait Petroleum (αιτιολογικές σκέψεις 346 και 347 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η προσφεύγουσα θέτει υπό αμφισβήτηση το κύρος των δηλώσεων αυτών, οι οποίες περιείχαν, εξάλλου, πλείονα σφάλματα και η μία εκ των οποίων προερχόταν από έναν μισθωτό ο οποίος ουδέποτε παρέστη αυτοπροσώπως στις σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις.
298
Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι οι δύο αυτές δηλώσεις είναι συγκλίνουσες και ότι ο βοηθός του αρμόδιου για τον τομέα της πίσσας διευθυντή της Kuwait Petroleum, διευθυντή ο οποίος μετείχε στις σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις, παρίστατο τουλάχιστον στις προπαρασκευαστικές συσκέψεις μεταξύ των προμηθευτών και είχε, ως εκ τούτου, στενούς δεσμούς με τις σχετικές με τη σύμπραξη συσκέψεις. Όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Kuwait Petroleum ουδόλως είχε συμφέρον να μεγαλοποιήσει τον ρόλο της προσφεύγουσας κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής των σχετικών με τη σύμπραξη συσκέψεων.
299
Βάσει όλων των ανωτέρω σκέψεων, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή προσκόμισε πλείονα συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, εξεταζόμενα στο σύνολό τους, παρέχουν τη δυνατότητα να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα, έχοντας αναπτύξει επαφές με τη SNV που κατέστησαν δυνατή τη συγκρότηση της συμπράξεως, καλώντας, από το 1996, τους λοιπούς μεγάλους κατασκευαστές να προσχωρήσουν στη σύμπραξη κατόπιν επαφών με τη SNV, διοργανώνοντας πολυάριθμες συσκέψεις στο πλαίσιο της συμπράξεως στα γραφεία της και συμπεριφερόμενη ως εκπρόσωπος του W5 κατά τη διάρκεια των συσκέψεων στο πλαίσιο της συμπράξεως, αποτέλεσε σημαντική κινητήρια δύναμη για τη σύμπραξη, γεγονός το οποίο παρέχει τη δυνατότητα να χαρακτηρισθεί η προσφεύγουσα ως πρωτοστατούσα επιχείρηση.
300
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως, συνάγοντας, βάσει δέσμης συνεκτικών και συγκλινόντων στοιχείων, ότι η προσφεύγουσα επιτέλεσε ρόλο πρωτοστατούσας επιχειρήσεως στο πλαίσιο της παραβάσεως.
3. Συμπέρασμα όσον αφορά τις επιβαρυντικές περιστάσεις
301
Από τις σκέψεις 262 έως 273 ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η προσφεύγουσα διαδραμάτισε ρόλο υποκινήτριας στο πλαίσιο της επίμαχης παραβάσεως. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του όσον αφορά την εκτίμηση του ρόλου που διαδραμάτισε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της επίμαχης παραβάσεως. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η Επιτροπή επέβαλε στην προσφεύγουσα ενιαία προσαύξηση κατά 50 % του βασικού ποσού του προστίμου λόγω της επιβαρυντικής περιστάσεως που προβλέπεται στο σημείο 2, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων.
302
Εξάλλου, πρέπει να υπομνηστεί ότι, καίτοι ο δικαστής της Ένωσης προβαίνει σε διάκριση μεταξύ της υποκινήτριας και πρωτοστατούσας επιχειρήσεως, εντούτοις εκτιμά ότι, έστω και αν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή είναι ανεπαρκή όσον αφορά τον έναν από τους δύο αυτούς ρόλους, μπορεί παρά ταύτα να διατηρήσει την προβλεπόμενη από την Επιτροπή προσαύξηση του προστίμου στο πλαίσιο της ασκήσεως της πλήρους δικαιοδοσίας του (βλ., στην περίπτωση της διατηρήσεως της συνεκτιμήσεως μόνον του ρόλου της οικείας επιχειρήσεως ως πρωτοστατούσας, απόφαση BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 257 ανωτέρω, σκέψη 354).
303
Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι, εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της σπουδαιότητας του ρόλου της προσφεύγουσας ως πρωτοστατούσας επιχειρήσεως, όπως καταδείχθηκε στις σκέψεις 281 έως 300 ανωτέρω, δεν συντρέχει λόγος να μειωθεί η ως άνω προσαύξηση. Συγκεκριμένα, από την ανάλυση αυτή προκύπτει, ιδίως, ότι η προσφεύγουσα προκάλεσε τη συγκρότηση της συμπράξεως, ότι στη συνέχεια, από το 1996, η προσφεύγουσα διοργάνωνε τις προπαρασκευαστικές συσκέψεις του W5 καθώς και αυτές της συμπράξεως, οι οποίες διεξάγονταν στα γραφεία της, και ότι, τέλος, η προσφεύγουσα διηύθυνε, εξ ονόματος του συνόλου του W5, τη συζήτηση κατά τη διάρκεια των συσκέψεων με τους προμηθευτές.
Επί των δικαστικών εξόδων
304
Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Koninklijke Wegenbouw Stevin BV στα δικαστικά έξοδα.
Jaeger
Wahl
Soldevila Fragoso
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Σεπτεμβρίου 2012.
(υπογραφές)
Περιεχόμενα
Ιστορικό της διαφοράς
I – Η προσφεύγουσα
II – Η διοικητική διαδικασία
III – Η προσβαλλόμενη απόφαση
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
I – Επί των αιτημάτων με τα οποία επιδιώκεται η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως
Α – Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Β – Πλάνη περί τα πράγματα
1. Επί της πρώτης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά τη μη συνεκτίμηση της υπάρξεως αντικρουόμενων συμφερόντων μεταξύ των προμηθευτών και των μεγάλων κατασκευαστών
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
2. Επί της δεύτερης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά το περιεχόμενο των συμφωνιών μεταξύ προμηθευτών και μεγάλων κατασκευαστών
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
3. Επί της τρίτης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά την εσφαλμένη εκτίμηση ως προς το συμφέρον των μεγάλων κατασκευαστών για τη σύμπραξη
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
4. Επί της τέταρτης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά την έλλειψη αντικτύπου της συμπράξεως επί του ανταγωνισμού εντός της αγοράς της κατασκευής έργων οδοποιίας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
5. Επί της πέμπτης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά τη λειτουργία της συμπράξεως: γένεση και διαχρονική εξέλιξη της συμπράξεως και μηχανισμός επιβολής κυρώσεων
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
6. Επί της έκτης πλάνης περί τα πράγματα, που αφορά τον ρόλο της ExxonMobil στο πλαίσιο της συμπράξεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Γ – Πλάνη περί το δίκαιο
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
2. Επί της πρώτης πλάνης ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που αφορά τη μη συμμετοχή των μεγάλων κατασκευαστών στη σύμπραξη των προμηθευτών
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
3. Επί της δεύτερης πλάνης ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που αφορά το ότι η σύμπραξη δεν είχε επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
4. Επί της τρίτης πλάνης ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που αφορά την άρνηση της Επιτροπής να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ και τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
5. Επί της τέταρτης πλάνης περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, η οποία αφορά τον ανακριβή ορισμό της σχετικής αγοράς και την εσφαλμένη αξιολόγηση της θέσης των μεγάλων κατασκευαστών στην αγορά
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
6. Επί της πέμπτης πλάνης περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, η οποία αφορά την έλλειψη προκλήσεως έμμεσων συνεπειών επί της αγοράς του μεταγενέστερου σταδίου της κατασκευής έργων οδοποιίας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Δ – Επί της παραβάσεως ουσιώδους τύπου και επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
α) Γενικές αρχές σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα μεταγενέστερα της ανακοινώσεως αιτιάσεων
β) Εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση
II – Επί των αιτημάτων περί καταργήσεως ή περί μειώσεως του προστίμου
Α – Επί του καθορισμού του βασικού ποσού του προστίμου
1. Επί του χαρακτηρισμού της παραβάσεως ως πολύ σοβαρής
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
2. Επί της εσφαλμένης εκτιμήσεως του αντικτύπου της συμπράξεως επί της αγοράς
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
3. Επί του δυσανάλογου χαρακτήρα του αρχικού ποσού
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
4. Επί της εσφαλμένης εκτιμήσεως της διάρκειας της παραβάσεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Β – Επί των επιβαρυντικών περιστάσεων
1. Επί της επιβαρυντικής περιστάσεως που αφορά την άρνηση συνεργασίας κατά τη διάρκεια του ελέγχου
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας που συνδέεται με το περιεχόμενο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων
Επί της πλάνης περί τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών
– Επί του πρώτου περιστατικού
– Επί του δευτέρου περιστατικού
Επί της αρχής της χρηστής διοικήσεως
Επί της παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 15 του κανονισμού 17
Επί του δυσανάλογου χαρακτήρα της προσαυξήσεως του προστίμου λόγω αρνήσεως συνεργασίας
2. Επί των ενεργειών της προσφεύγουσας ως υποκινήτριας και ως πρωτοστατούσας επιχειρήσεως
α) Επί των ενεργειών της προσφεύγουσας ως υποκινήτριας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
β) Επί του χαρακτηρισμού της προσφεύγουσας ως πρωτοστατούσας επιχειρήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
3. Συμπέρασμα όσον αφορά τις επιβαρυντικές περιστάσεις
Επί των δικαστικών εξόδων
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy