ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 27ης Σεπτεμβρίου 2012 ( *1 )
«Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Ολλανδική αγορά της πίσσας οδοποιίας — Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ — Καταλογισμός της παραβάσεως — Δικαιώματα άμυνας — Συνέπειες ακυρωτικής αποφάσεως για τους τρίτους»
Στην υπόθεση T-361/06,
Ballast Nedam NV, με έδρα το Nieuwegein (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους A. Bosman και J. van de Hel, στη συνέχεια, από τους A. Bosman και E. Oude Elferink, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους A. Bouquet, A. Nijenhuis και F. Ronkes Agerbeek, επικουρούμενους αρχικώς από τους F. Wijckmans, F. Tuytschaever και L. Gyselen, στη συνέχεια, από τους F. Wijckmans και F. Tuytschaever, δικηγόρους,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως C(2006) 4090 τελικό της Επιτροπής, της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 [ΕΚ] [Υπόθεση COMP/F/38.456 – Πίσσα (Κάτω Χώρες)], ως προς την προσφεύγουσα και, επικουρικώς, αφενός, αίτημα περί μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής όσον αφορά τον προσδιορισμό της διάρκειας της παραβάσεως ως προς την προσφεύγουσα και, αφετέρου, αίτημα περί μειώσεως του επιβληθέντος σε αυτή προστίμου,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Jaeger, Πρόεδρο, N. Wahl και S. Soldevila Fragoso (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: J. Plingers, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 30ής Ιουνίου 2011,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η προσφεύγουσα Ballast Nedam BV είναι επικεφαλής του ομίλου Ballast Nedam, ο οποίος δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό κλάδο στις Κάτω Χώρες. Μετά την εξαγορά των εταιριών κατασκευής έργων οδοποιίας Eemsmond Wegenbouw BV και Bruil Infrastructuur BV το 1995, ο όμιλος έγινε ένας από τους ισχυρότερους στον κλάδο της κατασκευής έργων οδοποιίας στις Κάτω Χώρες, οι δε σχετικές δραστηριότητές του περιήλθαν σε επίπεδο ομίλου στην Ballast Nedam Grond en Wegen BV (στο εξής: BNGW), η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στη Ballast Nedam Infra BV (στο εξής: BN Infra), η οποία ανήκει επίσης εξ ολοκλήρου στην προσφεύγουσα. Μετά την 1η Οκτωβρίου 2000 τις σχετικές με την κατασκευή έργων οδοποιίας δραστηριότητες έχει αναλάβει η BN Infra. Από τις 14 Φεβρουαρίου 2003 στη διάρθρωση του ομίλου, μεταξύ της προσφεύγουσας και της BN Infra, παρεμβάλλεται η Ballast Nedam Nederland BV.
2
Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 2002, η British Petroleum (στο εξής: BP) ενημέρωσε την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την ύπαρξη συμπράξεως στην αγορά της πίσσας οδοποιίας στις Κάτω Χώρες και υπέβαλε αίτημα απαλλαγής από το πρόστιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2002, C 45, σ. 3, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας).
3
Στις 1 και 2 Οκτωβρίου 2002 η Επιτροπή διενήργησε αιφνίδιους ελέγχους στα γραφεία ορισμένων εταιριών. Στις 4 Ιουλίου 2003 η Επιτροπή απέστειλε αιτήσεις παροχής πληροφοριών σε διάφορες εταιρίες, μεταξύ των οποίων και η προσφεύγουσα, η οποία απάντησε στις 12 Σεπτεμβρίου 2003. Στις 10 Φεβρουαρίου 2004 η Επιτροπή απέστειλε αίτηση παροχής πληροφοριών στην προσφεύγουσα, η οποία απάντησε στις 9 Μαρτίου 2004.
4
Στις 18 Οκτωβρίου 2004 η Επιτροπή κίνησε τη διοικητική διαδικασία και εξέδωσε ανακοίνωση αιτιάσεων, την οποία απηύθυνε την επομένη σε διάφορες εταιρίες, συμπεριλαμβανομένων της προσφεύγουσας και της BN Infra, στην οποία η προσφεύγουσα απάντησε στις 20 Μαΐου 2005.
5
Στις 13 Σεπτεμβρίου 2006, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2006) 4090 τελικό, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 [ΕΚ] [Υπόθεση COMP/F/38.456 – Πίσσα (Κάτω Χώρες)] (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουλίου 2007 (ΕΕ L 196, σ. 40) και η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 25 Σεπτεμβρίου 2006.
6
Με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή εκτίμησε ότι οι αποδέκτριες εταιρίες είχαν μετάσχει σε ενιαία και συνεχή παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, η οποία συνίστατο στον από κοινού, ανά τακτά διαστήματα, καθορισμό, κατά τα επίμαχα χρονικά διαστήματα, όσον αφορά την πώληση και την αγορά πίσσας οδοποιίας στις Κάτω Χώρες, μικτής τιμής, ενιαίας εκπτώσεως επί της μικτής τιμής πωλήσεως για τους μετέχοντες στη σύμπραξη κατασκευαστές έργων οδοποιίας και μειωμένης ανώτατης εκπτώσεως για τους λοιπούς κατασκευαστές έργων οδοποιίας (στο εξής: μικροί κατασκευαστές).
7
Στην προσφεύγουσα καταλογίστηκε ευθύνη για την παράβαση αυτή για το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 1996 και 15ης Απριλίου 2002. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θεώρησε, κατά τεκμήριο, ότι, κατά το διάστημα αυτό, η προσφεύγουσα ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί των θυγατρικών BN Infra και BNGW. Στην προσφεύγουσα και στην BN Infra επιβλήθηκε από κοινού πρόστιμο ύψους 4,65 εκατομμυρίων ευρώ.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
8
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 5 Δεκεμβρίου 2006, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
9
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας, έθεσε εγγράφως στους διαδίκους ορισμένα ερωτήματα. Οι διάδικοι απάντησαν εμπρόθεσμα στα ερωτήματα αυτά.
10
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Ιουνίου 2011.
11
Λόγω κωλύματος ενός μέλους του έκτου τμήματος να μετάσχει στην εκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου όρισε εαυτόν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 32, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, προς συμπλήρωση της συνθέσεως του τμήματος.
12
Με διάταξη της 18ης Νοεμβρίου 2011 το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα), με τη νέα του σύνθεση, διέταξε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας και οι διάδικοι ενημερώθηκαν ότι θα αγορεύσουν κατά τη διάρκεια νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
13
Με έγγραφα της 25ης και της 28ης Νοεμβρίου 2011, αντιστοίχως, η Επιτροπή και η προσφεύγουσα γνωστοποίησαν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν επιθυμούν να αγορεύσουν εκ νέου.
14
Κατά συνέπεια, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να περατώσει την προφορική διαδικασία.
15
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτή,
—
επικουρικώς, να ακυρώσει εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτή, όσον αφορά τον προσδιορισμό της διάρκειας της παραβάσεως, και να μειώσει το επιβληθέν στην προσφεύγουσα πρόστιμο,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
16
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
17
Προς στήριξη των αιτημάτων της, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και πλάνη περί το δίκαιο, ως προς τον καταλογισμό ευθύνης στην προσφεύγουσα για την παράβαση που διέπραξαν οι BN Infra και BNGW, και ο δεύτερος παράβαση του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ L 1, σ. 1), και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, επειδή η Επιτροπή δεν ανέφερε στην ανακοίνωση αιτιάσεων ότι καταλογίζει κατά τεκμήριο ευθύνη στην προσφεύγουσα.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ως προς τον καταλογισμό ευθύνης στην προσφεύγουσα για την παράβαση που διέπραξαν οι BN Infra και BNGW
Επί της πλάνη περί το δίκαιο, η οποία συνίσταται στο ότι η εφαρμογή του τεκμηρίου περί ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής από τη μητρική εταιρία επί της εμπορικής πολιτικής των θυγατρικών της στηρίχθηκε μόνον στον κεφαλαιουχικό δεσμό
– Επιχειρήματα των διαδίκων
18
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ, διότι της καταλόγισε ευθύνη για την παράβαση που διέπραξαν οι BN Infra και BNGW, λαμβάνοντας υπόψη μόνο το γεγονός ότι οι θυγατρικές αυτές της ανήκουν εξ ολοκλήρου. Ωστόσο, ο δικαστής της Ένωσης έχει σαφώς αποφανθεί ότι το γεγονός ότι η θυγατρική ανήκει εξ ολοκλήρου στη μητρική εταιρία δεν αποδεικνύει, αφεαυτού, ότι η θυγατρική ελέγχεται από τη μητρική (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-286/98 P, Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-9925, σκέψη 28, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, T-325/01, DaimlerChrysler κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-3319, σκέψεις 218 και 219).
19
Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν μετείχε, άμεσα ή έμμεσα, σε συμφωνίες στο πλαίσιο συμπαιγνίας, ουδέποτε εμφανίστηκε ως εκπρόσωπος της BN Infra ή της BNGW κατά τη διοικητική διαδικασία και, με την απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων, ανέφερε κατηγορηματικά ότι η BN Infra ενεργούσε πραγματικά αυτοτελώς. Συγκεκριμένα, οι BN Infra και BNGW καθόριζαν την εμπορική πολιτική τους χωρίς την παρέμβασή της και χωρίς να της αποδίδουν λογαριασμό, καθώς ο ρόλος της, κατά τον χρόνο της παραβάσεως, περιοριζόταν σε ζητήματα χρηματοοικονομικής φύσεως ως επί το πλείστον. Επομένως, η Επιτροπή έπρεπε να αποδείξει ότι η προσφεύγουσα ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής της BN Infra και της BNGW στην οικεία αγορά και ότι η επιρροή αυτή σχετίζεται με την παράνομη συμπεριφορά.
20
Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι, αντιθέτως, η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί σε γενικής φύσεως στοιχεία, όπως είναι η ενοποίηση των οικονομικών αποτελεσμάτων, οι αποφάσεις όσον αφορά τις συγχωνεύσεις, η χρήση των κερδών των θυγατρικών, η επενδυτική πολιτική, οι αγορές και οι πωλήσεις ή ο διορισμός των διευθυντικών στελεχών, προκειμένου να αποδείξει ότι η προσφεύγουσα ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής της BN Infra και της BNGW. Συγκεκριμένα, τα κριτήρια αυτά αντιστοιχούν σε υποχρεώσεις που υπέχουν όλες οι μητρικές εταιρίες δυνάμει του Αστικού Κώδικα της Ολλανδίας, και αν, μάλιστα, γίνει δεκτό ότι τα στοιχεία αυτά ασκούν επιρροή, δημιουργείται αμάχητο τεκμήριο ευθύνης των μητρικών εταιριών. Κατά τη νομολογία, πρόσφορο κριτήριο θα ήταν το αν η μητρική εταιρία δύναται να καθορίζει την εμπορική πολιτική της θυγατρικής της, όσον αφορά τη διάθεση των προϊόντων και τις τιμές (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1983, 107/82, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3151).
21
Συγκεκριμένα, κατά την προσφεύγουσα, τα κριτήρια βάσει των οποίων η Επιτροπή καταλογίζει στη μητρική εταιρία ευθύνη για παράβαση της θυγατρικής παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας, όπως αυτό κατοχυρώνεται με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).
22
Η Επιτροπή αντικρούσει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
23
Με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή εκτίμησε ότι η προσφεύγουσα μετείχε στις συμφωνίες στο πλαίσιο συμπαιγνίας από τις 21 Ιουνίου 1996 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2000 διά εργαζομένων της BNGW και από την 1η Οκτωβρίου 2000 έως τις 15 Απριλίου 2002 διά του διευθυντή της BN Infra. Αποφάσισε να καταλογίσει στην προσφεύγουσα ευθύνη για όλη τη διάρκεια της παραβάσεως, διότι η προσφεύγουσα κατείχε το σύνολο των μετοχών της BN Infra και της BNGW και, ως εκ τούτου, τεκμαίρεται ότι ασκούσε αποφασιστική επιρροή επ’ αυτών (αιτιολογικές σκέψεις 293 έως 297 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
24
Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης αφορά τις δραστηριότητες επιχειρήσεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C-217/00 P και C-219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-123, σκέψη 59) και ότι ο όρος «επιχείρηση», κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, περιλαμβάνει οικονομικές οντότητες καθεμία από τις οποίες συνίσταται σε ενιαία οργάνωση προσωπικών, υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία έχουν ταχθεί στη διαρκή επιδίωξη ορισμένου οικονομικού σκοπού, η οποία οργάνωση δύναται να συντελέσει στη διάπραξη παραβάσεως προβλεπομένης από τη διάταξη αυτή (βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 2011, T-349/08, Uralita κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 35). Ο όρος «επιχείρηση», εντασσόμενος στο ίδιο πλαίσιο, νοείται ως οικονομική ενότητα, έστω και αν από νομική άποψη η οικονομική αυτή ενότητα αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C-217/05, Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, Συλλογή 2006, σ. I-11987, σκέψη 40).
25
Η αντίθετη στους κανόνες ανταγωνισμού συμπεριφορά μιας επιχειρήσεως μπορεί να καταλογιστεί σε άλλη όταν η πρώτη δεν καθορίζει αυτοτελώς τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά κατ’ ουσίαν ακολουθεί εντολές της δεύτερης, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των οικονομικών και νομικών δεσμών που τις συνδέουν (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-294/98 P, Metsä-Serla κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-10065, σκέψη 27, της 28ης Ιουνίου 2005, C-189/02 P, C-202/02 P, C-205/02 P έως C-208/02 P και C-213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-5425, σκέψη 117, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C-97/08 P, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I-8237, σκέψη 58). Επομένως, η συμπεριφορά μιας θυγατρικής μπορεί να καταλογισθεί στη μητρική εταιρία οσάκις η θυγατρική δεν καθορίζει αυτοτελώς τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά εφαρμόζει ουσιαστικά τις εντολές της μητρικής εταιρίας, οπότε οι δύο αυτές εταιρίες αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1972, 48/69, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99, σκέψεις 133 και 134).
26
Επομένως, αυτό το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να απευθύνει μια απόφαση επιβάλλουσα πρόστιμα σε μητρική εταιρία ομίλου εταιριών δεν είναι η εκ μέρους της μητρικής παρακίνηση της θυγατρικής της να διαπράξει παράβαση ούτε, κατά μείζονα λόγο, η εμπλοκή της πρώτης στην παράβαση, αλλά το γεγονός ότι αυτές αποτελούν ενιαία επιχείρηση κατά την προαναφερθείσα έννοια. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι, κατά το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού, εταιρίες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, εάν δεν καθορίζουν αυτοτελώς τη συμπεριφορά τους στην αγορά, αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα και, επομένως, επιχείρηση, κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T-203/01, Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-4071, σκέψη 290).
27
Στην ιδιαίτερη περίπτωση που η θυγατρική η οποία έχει διαπράξει την παράβαση ανήκει εξ ολοκλήρου στη μητρική εταιρία, η εν λόγω μητρική εταιρία έχει τη δυνατότητα ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής επί της θυγατρικής, τεκμαίρεται δε μαχητώς ότι η εν λόγω εταιρία όντως ασκεί τέτοια επιρροή (βλ. απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 37 ανωτέρω, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28
Υπό τις συνθήκες αυτές, εφόσον η Επιτροπή αποδείξει ότι η θυγατρική ανήκει εξ ολοκλήρου στη μητρική εταιρία, γίνεται κατά τεκμήριο δεκτό ότι η μητρική ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής. Περαιτέρω, η Επιτροπή μπορεί να θεωρήσει ότι η μητρική εταιρία ευθύνεται εις ολόκληρον για την καταβολή του επιβληθέντος στη θυγατρική προστίμου, εκτός αν η εν λόγω εταιρία, στην οποία απόκειται να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, προσκομίσει στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η θυγατρική της ενεργεί αυτοτελώς στην αγορά (αποφάσεις Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψη 29, και Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 37 ανωτέρω, σκέψη 61).
29
Μολονότι στις σκέψεις 28 και 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο αναφέρει πέραν του απολύτου ελέγχου της θυγατρικής, και άλλα στοιχεία, όπως η μη αμφισβήτηση της επιρροής που ασκεί η μητρική εταιρία επί της εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής της και η κοινή εκπροσώπηση των δύο εταιριών κατά τη διοικητική διαδικασία, εντούτοις δεν αμφισβητείται ότι το Δικαστήριο επισήμανε τα στοιχεία αυτά αποκλειστικά και μόνον προκειμένου να εκθέσει το σύνολο των στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε η συλλογιστική του Πρωτοδικείου στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υποθέσεως και όχι προκειμένου να ορίσει ως προϋπόθεση της εφαρμογής του προαναφερθέντος κριτηρίου την προσκόμιση επιπλέον ενδείξεων σχετικών με την άσκηση πραγματικής επιρροής από τη μητρική εταιρία επί της θυγατρικής (αποφάσεις του Δικαστηρίου Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 37 ανωτέρω, σκέψη 62, και της 20ής Ιανουαρίου 2011, C-90/09 P, General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. Ι-1, σκέψη 41).
30
Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η εκτίμηση της Επιτροπής είναι αντίθετη προς το τεκμήριο αθωότητας, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 1/2003, το οποίο αποτελεί έκφραση του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, η αρχή που επικαλείται την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ φέρει το βάρος αποδείξεως της παραβάσεως αυτής. Όπως έχει τονίσει η γενική εισαγγελέας J. Kokott, με τις προτάσεις της στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 25 ανωτέρω (Συλλογή 2009, σ. I-8241), με την εφαρμογή τεκμηρίου όπως αυτό της πραγματικής ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής από μητρική εταιρία επί της εξ ολοκλήρου ανήκουσας σε αυτή θυγατρικής δεν αντιστρέφεται το βάρος αποδείξεως, κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, αλλά καθορίζεται απλώς ο βαθμός αποδεικτικής ισχύος που απαιτείται για να διαπιστωθεί αν η ευθύνη για την παράβαση πρέπει να καταλογιστεί στη μητρική ή στη θυγατρική εταιρία. Εφόσον η θυγατρική ανήκει εξ ολοκλήρου στη μητρική, τεκμαίρεται η άσκηση επιρροής, το τεκμήριο δε αυτό θεωρείται σύμφωνο με τους κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως, εάν η μητρική εταιρία δεν το ανατρέψει, προσκομίζοντας αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία (βλ., συναφώς, απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 24 ανωτέρω, σκέψη 79). Επομένως, η εκπλήρωση της υποχρεώσεως των διαδίκων να εκθέσουν τους ισχυρισμούς τους προηγείται του ζητήματος της κατανομής του βάρους αποδείξεως (προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C-105/04 P, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-8725, I-8730, σκέψη 73, και Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 30 ανωτέρω, σκέψη 74).
31
Η προσφεύγουσα προβάλλει, ακόμη, ότι η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία του τεκμηρίου ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής από μητρική εταιρία επί της εξ ολοκλήρου ανήκουσας σε αυτή θυγατρικής καθιστά αδύνατη την ανατροπή του τεκμηρίου αυτού.
32
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, πάντως, ότι, προς ανατροπή του τεκμηρίου ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής από τη μητρική εταιρία επί της θυγατρικής που της ανήκει εξ ολοκλήρου, η μητρική εταιρία πρέπει να θέσει υπόψη της Επιτροπής και κατόπιν, ενδεχομένως, του δικαστή της Ένωσης στοιχεία σχετικά με τις μεταξύ τους οργανωτικές, οικονομικές και νομικές σχέσεις, τα οποία αποδεικνύουν ότι δεν συναποτελεί, με τη θυγατρική της, ενιαία οικονομική οντότητα, τα δε στοιχεία αυτά ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με την περίπτωση και, συνεπώς, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξαντλητικής απαρίθμησης (αποφάσεις Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 25 ανωτέρω, σκέψη 65, και General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 29 ανωτέρω, σκέψεις 51 και 52). Επομένως, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, πρόκειται για μαχητό τεκμήριο και απόκειται σε αυτή να το ανατρέψει.
33
Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι οι υποχρεώσεις που υπέχει η μητρική εταιρία δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας καθιστά αδύνατη την ανατροπή του τεκμηρίου, υπενθυμίζεται ότι δεν μπορεί μια εταιρία να αποφύγει την εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης, επικαλούμενη διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, καθώς οι νομικές έννοιες που χρησιμοποιούνται στο δίκαιο της Ένωσης πρέπει κατ’ αρχήν να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο σε όλη την Ένωση (απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Φεβρουαρίου 1972, 49/71, Hagen, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 1, σκέψη 6). Εν πάση περιπτώσει, βάσει των αρχών που προαναφέρθηκαν σχετικά με το συγκεκριμένο τεκμήριο και τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται για την ανατροπή του, γίνεται δεκτό ότι τα στοιχεία σχετικά με τις υποχρεώσεις που υπέχουν οι μητρικές εταιρίες από την ολλανδική νομοθεσία ως προς τις θυγατρικές τους ενισχύουν το τεκμήριο που εφάρμοσε η Επιτροπή ως προς την προσφεύγουσα, όσον αφορά τον έλεγχο που αυτή ασκεί επί των BN Infra και BNGW.
34
Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, προκειμένου να αποδείξει ότι η προσφεύγουσα ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί των BN Infra και BNGW, προσέδωσε υπερβολική σημασία σε εντελώς τυπικά και γενικής φύσεως στοιχεία.
35
Συναφώς, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι οι προσκομισθείσες από την Επιτροπή συμπληρωματικές ενδείξεις της ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής από την προσφεύγουσα επί της συμπεριφοράς των θυγατρικών της αποτελούν επιπλέον αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, πέραν του τεκμηρίου που στηρίζεται στο γεγονός ότι οι θυγατρικές ανήκουν εξ ολοκλήρου στην προσφεύγουσα, επιβεβαιώνουν όχι τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στην επίμαχη παράβαση, αλλά την αποφασιστική επιρροή της επί των θυγατρικών της και τη χρήση της επιρροής αυτής (απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-176/99 P, ARBED κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-10687, σκέψη 20· βλ., επίσης, απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 62).
36
Εξάλλου, όπως υπενθυμίζεται με τη σκέψη 32 ανωτέρω, ο δικαστής της Ένωσης έχει αποφανθεί ότι, κατά την εκτίμηση περί του αν η μητρική εταιρία συναποτελεί με τη θυγατρική της ενιαία οικονομική οντότητα, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα στοιχεία σχετικά με τις μεταξύ τους οργανωτικές, οικονομικές και νομικές σχέσεις, των οποίων ο χαρακτήρας και η σημασία ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με την περίπτωση (απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 25 ανωτέρω, σκέψη 65). Ορισμένα στοιχεία, όπως η ενοποίηση των λογαριασμών σε επίπεδο ομίλου, στερούνται σημασίας (απόφαση General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 29 ανωτέρω, σκέψη 108), ωστόσο, άλλα στοιχεία, όπως οι στενοί δεσμοί μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρίας, όσον αφορά το προσωπικό, καθώς και η δυνατότητα της μητρικής εταιρίας να ανακατανέμει τις δραστηριότητες μεταξύ των θυγατρικών της, μολονότι δεν αρκούν από μόνα τους προς απόδειξη της υπάρξεως ενιαίας οικονομικής οντότητας, αποτελούν εντούτοις ένα σύνολο επαρκών συγκλινουσών ενδείξεων.
37
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, εκτιμώντας ότι η προσφεύγουσα, ως μητρική εταιρία στην οποία ανήκουν εξ ολοκλήρου οι BN Infra και BNGW, ασκούσε επ’ αυτών αποφασιστική επιρροή και είναι, ως εκ τούτου, υπεύθυνη για την παράβαση που αυτές διέπραξαν.
Επί της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως όσον αφορά τον καταλογισμό στην προσφεύγουσα ευθύνης για την παράβαση που διέπραξαν οι BN Infra και BNGW
– Επιχειρήματα των διαδίκων
38
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων τις οποίες επικαλέστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να της καταλογίσει ευθύνη για την παράβαση που διέπραξαν οι BN Infra και BNGW.
39
Τονίζει, καταρχάς, ότι το τεκμήριο ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής δεν εφαρμόστηκε ως προς την BNGW κατά τη διοικητική διαδικασία και ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή απλώς επικαλέστηκε, ως προς τη συγκεκριμένη θυγατρική, την εσωτερική αναδιάρθρωση των σχετικών δραστηριοτήτων του κλάδου οδοποιίας το 2000. Για τον λόγο αυτό υποστηρίζει ότι τα λοιπά στοιχεία που επικαλέστηκε η Επιτροπή κατά τη δίκη είναι απαράδεκτα.
40
Συγκεκριμένα, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή κακώς έλαβε υπόψη της τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της, το οποίο απαρτιζόταν από δύο πρόσωπα, καθώς το στοιχείο αυτό απλώς εμφαίνει ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν σε θέση να ελέγχει την πολιτική της BN Infra και της BNGW στην αγορά, δεδομένων των πολυάριθμων δραστηριοτήτων του ομίλου. Ομοίως, η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα τις αρμοδιότητες του «concern council», το οποίο απαρτίζεται από το διοικητικό συμβούλιο της προσφεύγουσας και τους γενικούς διευθυντές των μεγάλων τμημάτων του ομίλου και το πλαίσιο του οποίου συζητούνται μόνο τα στρατηγικής σημασίας ζητήματα που αφορούν το σύνολο του ομίλου. Η συμμετοχή εκπροσώπων της BN Infra και της BNGW στο όργανο αυτό αποτελεί, εξάλλου, ένδειξη της ανεξαρτησίας που διέθεταν εντός του ομίλου, με συνέπεια να έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν την αυτοτέλειά τους. Η Επιτροπή υπέπεσε, επίσης, σε πλάνη περί τα πράγματα, καθώς εκτίμησε ότι ο εργαζόμενος της BN Infra που μετείχε σε συναντήσεις στο πλαίσιο της συμπράξεως μετά τον Οκτώβριο του 2000 ήταν μέλος του «concern council» κατά τη διάρκεια της παραβάσεως, δεδομένου ότι το πρόσωπο αυτό άρχισε να εργάζεται γι’ αυτήν μόλις τον Φεβρουάριο του 2004, όταν διορίστηκε γενικός διευθυντής της BN Infra. Ομοίως, το γεγονός ότι εδρεύει στην ίδια διεύθυνση όπως η BN Infra δεν έχει σημασία, διότι οι δύο εταιρίες στεγάζονται σε διαφορετικά κτίρια. Τέλος, η αναδιοργάνωση των σχετικών με τα έργα οδοποιίας δραστηριοτήτων του ομίλου τον Οκτώβριο του 2000 δεν αποτελεί ένδειξη της μη αυτοτελούς εμπορικής λειτουργίας της BN Infra, καθώς όλες οι μητρικές εταιρίες έχουν την ευχέρεια να αναδιοργανώνουν τους ομίλους τους.
41
Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει, ακόμη, ότι, όπως είχε επισημάνει με την απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων, είναι αμιγώς οικονομικού χαρακτήρα εταιρία χαρτοφυλακίου και ότι οι BN Infra και BNGW είναι υπεύθυνες, εκάστη για λογαριασμό της, για τα εμπορικά, χρηματοοικονομικά και νομικά ζητήματα της εκμεταλλεύσεως, καθώς και για την πολιτική τους όσον αφορά το προσωπικό. Οι εν λόγω θυγατρικές υποχρεούνται να υποβάλουν στην προσφεύγουσα επιχειρησιακό σχέδιο, με το οποίο απλώς παρουσιάζουν τα βασικά στοιχεία της στρατηγικής τους, καθώς και τις χρηματοοικονομικές προβλέψεις τους. Είναι γεγονός ότι ορισμένες αποφάσεις των θυγατρικών έπρεπε να εγκρίνονται από αυτή, πλην όμως οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν τομείς εντελώς άσχετους με την εμπορική πολιτική. Εξάλλου, η Ολλανδική νομοθεσία περί εταιριών καθιστά υποχρεωτικές ορισμένες σχέσεις μεταξύ μητρικών και θυγατρικών, ιδίως όσον αφορά τον διορισμό των μελών της διοικήσεως από τη γενική συνέλευση των μετόχων, τις αποφάσεις για τη διάθεση των κερδών, την κατάρτιση ενοποιημένων λογαριασμών με βάση τις οικονομικές εκθέσεις των θυγατρικών ή, ακόμη, τις αποφάσεις σχετικά με τις μεταβολές στη διάρθρωση του ομίλου.
42
Συγκεκριμένα, η BN Infra διέθετε, από τον Οκτώβριο του 2000, απόλυτη ευχέρεια κατά τον καθορισμό της εμπορικής πολιτικής της, ιδίως όσον αφορά την προμήθεια πρώτων υλών, καθώς μόνο οι προσφορές σχετικά με έργα ορισμένης αξίας ή που ενείχαν συγκεκριμένους κινδύνους έπρεπε να εγκρίνονται από επιτροπή συμβάσεων, στην οποία μετείχε η προσφεύγουσα. Επιπλέον, η BN Infra δεν ήταν υποχρεωμένη να ζητεί έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο της προσφεύγουσας για τη σύναψη συμφωνιών συνεργασίας εκτός του πλαισίου της συνήθους δραστηριότητάς της.
43
Ομοίως, έως τον Οκτώβριο του 2000, η BNGW είχε την ευχέρεια να αποφασίζει σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων έργων οδοποιίας, εξαιρουμένων των έργων των οποίων η αξία υπερέβαινε ορισμένο όριο και τα οποία τελούσαν υπό την έγκριση της επιτροπής συμβάσεων, πλην όμως τα έργα αυτά αντιστοιχούσαν σε μικρό ποσοστό του κύκλου εργασιών. Η BNGW ήταν, εξάλλου, υποχρεωμένη να διαβιβάζει στο διοικητικό συμβούλιο της προσφεύγουσας ανά τρίμηνο τα οικονομικά αποτελέσματά της, αλλά ουδέποτε ανέφερε τα δικά της σχέδια ή έργα. Τέλος, η διοίκηση της BNGW ασκούσε αρμοδιότητες σε άλλες εταιρίες του ομίλου, μεταξύ των οποίων και η BN Infra, μόνον επί πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα εντός του 2000, το γεγονός δε ότι ο εργαζόμενος της BNGW που μετείχε σε συναντήσεις στο πλαίσιο της συμπράξεως ανέλαβε εμπορικός διευθυντής της BN Infra μετά τον Οκτώβριο του 2000 δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την αυτοτέλεια που διέθετε η BNGW έως την ημερομηνία αυτή.
44
Η Επιτροπή φρονεί ότι η προσφεύγουσα δεν ανέτρεψε το τεκμήριο ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής επί της εμπορικής πολιτικής της BN Infra και της BNGW και ότι, εν πάση περιπτώσει, πολλά από τα στοιχεία που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση εμφαίνουν, επικουρικώς, ότι η προσφεύγουσα όντως ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί της πολιτικής της BN Infra και της BNGW.
45
Εξάλλου, με το υπόμνημα απαντήσεως η Επιτροπή υποστήριξε ότι η προσφεύγουσα προσκόμισε στοιχεία προς ανατροπή του τεκμηρίου ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής επί της εμπορικής πολιτικής της BN Infra και της BNGW για πρώτη φορά με το δικόγραφο της προσφυγής, πράγμα αντίθετο προς τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου (απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T-330/01, Akzo Nobel κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-3389, σκέψη 89). Ωστόσο, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2010, C-407/08 P, Knauf Gips κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. I-6371, σκέψεις 89 έως 92), η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί πλέον το παραδεκτό των επιχειρημάτων που προβάλλει η προσφεύγουσα προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου.
46
Τέλος, η Επιτροπή φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, εφόσον κρίνει παραδεκτά τα στοιχεία που η προσφεύγουσα προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιόν του, προς ανατροπή του τεκμηρίου αυτού, οφείλει να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να απαντήσει στα επιχειρήματα αυτά κατά τη δίκη.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
47
Στο πλαίσιο της εξετάσεως των αιτιάσεων περί πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή, καταλογίζοντας στην προσφεύγουσα ευθύνη για την παράβαση που διέπραξαν BN Infra και BNGW, είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί αν η προσφεύγουσα προσκόμισε στοιχεία ικανά να ανατρέψουν το τεκμήριο ότι οι τρεις αυτές εταιρίες συναποτελούσαν ενιαία οικονομική οντότητα.
48
Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, κατά τη σχετική με την εφαρμογή των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ νομολογία, καμία διάταξη του δικαίου της Ενώσεως δεν επιβάλλει στον αποδέκτη της ανακοινώσεως αιτιάσεων να αμφισβητήσει τα διάφορα πραγματικά ή νομικά στοιχεία της κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, προκειμένου να μην απολέσει πλέον το δικαίωμα να το πράξει στη συνέχεια, κατά την ένδικη διαδικασία, καθώς ο περιορισμός αυτός θα ήταν αντίθετος προς τις θεμελιώδεις αρχές της νομιμότητας και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων (απόφαση Knauf Gips κατά Επιτροπής, σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψεις 89 έως 92).
49
Όσον αφορά το αν η και η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να προσκομίσει, κατά τη δίκη, συμπληρωματικές ενδείξεις περί του ότι η προσφεύγουσα και η BNGW συναποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, η Επιτροπή δεν μπορεί μεν να προβάλει, προς στήριξη της προσβαλλομένης αποφάσεως, νέα επιβαρυντικά αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν έλαβε υπόψη της στην απόφαση αυτή, πλην όμως, εφόσον οι προσφεύγουσες επιδιώκουν να αποδείξουν, βάσει άλλων εγγράφων που έχουν καταθέσει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι η άποψη της Επιτροπής είναι εσφαλμένη εν τοις πράγμασι, η Επιτροπή δικαιούται να απαντήσει στα επιχειρήματά τους παραπέμποντας στα εξ λόγω έγγραφα (απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T-67/00, T-68/00, T-71/00 και T-78/00, JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-2501, σκέψεις 175 και 176). Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο συντάκτης της προσβαλλομένης αποφάσεως δύναται να παράσχει διευκρινίσεις κατά τη δίκη, προς συμπλήρωση ήδη επαρκούς αιτιολογίας, διότι οι διευκρινίσεις αυτές ενδέχεται να χρησιμεύσουν κατά τον έλεγχο της εσωτερικής συνοχής του σκεπτικού της αποφάσεως από τον δικαστή της Ένωσης, καθώς επιτρέπουν στο θεσμικό όργανο να αποσαφηνίσει τους λόγους που στήριξαν την απόφασή του (απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-298/98 P, Finnboard κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-10157, σκέψη 46).
50
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε δικαίωμα να απαντήσει στα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα κατά τη δίκη, προς ανατροπή του τεκμηρίου ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής επί της εμπορικής πολιτικής της BNGW.
51
Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 293 έως 297 της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή ανέφερε, πρώτον, ότι μπορεί να εφαρμόσει το τεκμήριο ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής από την προσφεύγουσα επί της BNGW, για το διάστημα μεταξύ 21ης Σεπτεμβρίου 1996 και 30ής Σεπτεμβρίου 2000, και κατόπιν επί της BN Infra για το διάστημα μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 2000 και 15ης Απριλίου 2002. Περαιτέρω, εκτίμησε ότι πολλά στοιχεία σχετικά με τη διάρθρωση του ομίλου ενισχύουν το τεκμήριο αυτό. Συγκεκριμένα, το διοικητικό συμβούλιο της προσφεύγουσας απαρτίζεται από δύο μόνον πρόσωπα, τα οποία συναπαρτίζουν, με τους γενικούς διευθυντές των μεγάλων τμημάτων, το «concern council», μέλος του οποίου ήταν ο εργαζόμενος της BN Infra που μετείχε ευθέως στην παράβαση από το 2000. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι η προσφεύγουσα και η BN Infra εδρεύουν στην ίδια διεύθυνση. Τέλος, τόνισε ότι η προσφεύγουσα διέθετε αρμοδιότητες όσον αφορά την οργάνωση του ομίλου, τις οποίες αυτή άσκησε ιδίως το 2000, αναδιαρθρώνοντας τη σχετική με τα έργα οδοποιίας δραστηριότητα.
52
Πρώτον, όσον αφορά τη θέση της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή, για να μπορεί να της καταλογίσει ευθύνη για την εκ μέρους των θυγατρικών της παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, έπρεπε να προσκομίσει στοιχεία προς απόδειξη του ρόλου της στην παράβαση αυτή, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, ο έλεγχος που ασκεί η μητρική εταιρία επί των θυγατρικών δεν είναι απαραίτητο να σχετίζεται με την παράνομη συμπεριφορά (βλ. σκέψη 26 και αποφάσεις Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 25 ανωτέρω, σκέψη 59, και General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 29 ανωτέρω, σκέψεις 38, 102 και 103). Επομένως, δεν είναι απαραίτητο να εξετασθεί αν η προσφεύγουσα όντως ασκούσε επιρροή επί της παράνομης συμπεριφοράς των BN Infra και BNGW.
53
Δεύτερον, τα στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα προς τεκμηρίωση της θέσεώς της ότι δεν ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής της BN Infra και της BNGW δεν αρκούν προς ανατροπή του σχετικού τεκμηρίου. Συγκεκριμένα, το επιχείρημα ότι το διοικητικό συμβούλιό της απαρτιζόταν από δύο μόνο μέλη, με συνέπεια να είναι δυσχερής η παρακολούθηση των πολυάριθμων δραστηριοτήτων του ομίλου, δεν αρκεί από μόνο του προς ανατροπή του τεκμηρίου αυτού, διότι δεν αποδεικνύει ότι η προσφεύγουσα δεν ασκούσε έλεγχο επί των BN Infra και BNGW. Ομοίως, η θέση της προσφεύγουσας ότι η παρουσία των διευθυντικών στελεχών της BN Infra και της BNGW στο «concern council» αποτελεί ένδειξη της ανεξαρτησίας τους εντός του ομίλου δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι η προσφεύγουσα επέτρεπε στις εν λόγω θυγατρικές να καθορίζουν με απόλυτη αυτοτέλεια την πολιτική τους στην αγορά, δεδομένου ότι αυτή καθαυτή η ύπαρξη του «concern council» εμφαίνει ότι η προσφεύγουσα μετείχε ευθέως στον καθορισμό των στρατηγικών στόχων των θυγατρικών της. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι BN Infra και BNGW ασκούσαν σχετικά αυτοτελή εμπορική πολιτική, έως ένα ορισμένο όριο, δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα, ως κάτοχος του 100 % του κεφαλαίου, ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής της BN Infra και της BNGW. Συγκεκριμένα, το επιχείρημα αυτό δεν είναι αποφασιστικής σημασίας προς ανατροπή του τεκμηρίου ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής πέραν του προαναφερθέντος ορίου. Τέλος, το γεγονός ότι η διοίκηση της BNGW ασκούσε αρμοδιότητες σε άλλες εταιρίες του ομίλου, μεταξύ των οποίων και η BN Infra, για πολύ περιορισμένο μόνο διάστημα δεν αποδεικνύει την αυτοτέλεια της BNGW έναντι της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, το επιχείρημα αυτό δεν εμπεριέχει στοιχεία προς ανατροπή του τεκμηρίου όσον αφορά το διάστημα κατά το οποίο η διοίκηση της BNGW ασκούσε τις αρμοδιότητες αυτές.
54
Τρίτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ήταν απλώς εταιρία συμμετοχών και δεν είχε ανάμειξη στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της BN Infra και της BNGW. Η έννοια της εταιρίας συμμετοχών καλύπτει διάφορες περιπτώσεις, αλλά, κατά κανόνα, ως τέτοια χαρακτηρίζεται η εταιρία που κατέχει μερίδια συμμετοχής σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, με σκοπό τον έλεγχό τους (απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 2008, T-69/04, Schunk και Schunk Kohlenstoff-Technik κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II-2567, σκέψη 60). Το τεκμήριο ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής μπορεί, κατ’ αρχήν, να αμφισβητηθεί εφόσον η μητρική εταιρία ενεργεί ως εταιρία με αντικείμενο αποκλειστικά και μόνο την κατοχή συμμετοχών, πλην όμως από τη δικογραφία προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν ενεργούσε έτσι. Συγκεκριμένα, η γενική συνέλευση των μετόχων της προσφεύγουσας είχε την αρμοδιότητα να διορίζει τις διοικήσεις των θυγατρικών και να εγκρίνει ορισμένες σημαντικές αποφάσεις στρατηγικού χαρακτήρα, όπως η διάθεση των κερδών, οι προσφυγές στη δικαιοσύνη, οι τραπεζικές πιστώσεις, οι επενδύσεις ή, ακόμη, η συνεργασία με άλλες επιχειρήσεις. Ομοίως, η ύπαρξη του «concern council» εμφαίνει ότι η προσφεύγουσα είχε άμεση συμμετοχή στον καθορισμό των στρατηγικών στόχων των θυγατρικών της και της διαρθρώσεως του ομίλου, όπως άλλωστε μαρτυρεί η αναδιάρθρωση των σχετικών με τα έργα οδοποιίας δραστηριοτήτων το 2000. Τέλος, οι θυγατρικές ήταν υποχρεωμένες να υποβάλλουν ανά τρίμηνο πολλά πληροφοριακά στοιχεία στην προσφεύγουσα, όπως επιχειρηματικά σχέδια, προσφορές για έργα των οποίων η αξία υπερέβαινε ορισμένο όριο και οικονομικές εκθέσεις. Από το σύνολο των στοιχείων αυτών συνάγεται ότι η προσφεύγουσα δεν ενεργούσε ως εταιρία με αντικείμενο αποκλειστικά και μόνο την κατοχή συμμετοχών.
55
Εν πάση περιπτώσει, από το σύνολο των στοιχείων αυτών και, ειδικότερα, από τους σημαντικούς οικονομικούς και οργανωτικούς δεσμούς που συνδέουν την προσφεύγουσα και τις θυγατρικές της, προκύπτει ότι η Επιτροπή ορθώς εκτίμησε ότι οι θυγατρικές δεν διαθέτουν αυτοτέλεια και, ως εκ τούτου, συναποτελούν με τη μητρική εταιρία ενιαία οικονομική οντότητα.
56
Το γεγονός ότι η προσφεύγουσα και η BN Infra εδρεύουν στην ίδια διεύθυνση, έστω και αν στεγάζονται σε διαφορετικά κτίρια, και εμφανίζονται με την ίδια επωνυμία στους τρίτους αποτελεί επίσης ένδειξη η οποία, εφόσον επιβεβαιώνεται από άλλα στοιχεία, τεκμηριώνει τη διαπίστωση περί ενιαίας οικονομικής οντότητας. Τέλος, το γεγονός ότι ο εργαζόμενος της BN Infra που μετείχε ευθέως σε συναντήσεις στο πλαίσιο της συμπράξεως από τον Οκτώβριο του 2000 έγινε μέλος του «concern council» το 2004, δηλαδή μετά το πέρας της διάρκειας της παραβάσεως, αποτελεί επιπλέον ένδειξη των υφιστάμενων ιεραρχικών δεσμών και των στενών σχέσεων μεταξύ της BN Infra και της προσφεύγουσας. Συναφώς, επισημαίνεται ακόμη ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν ανέφερε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο εργαζόμενος αυτός ήταν μέλος του «concern council» κατά τη διάρκεια της παραβάσεως.
57
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα, κατά τη διοικητική διαδικασία και κατά τη δίκη, δεν αρκούν προς ανατροπή του τεκμηρίου ότι η προσφεύγουσα, ως κάτοχος του 100 % του κεφαλαίου της BN Infra και BNGW, ασκούσε αποφασιστική επιρροή επ’ αυτών. Επομένως, επικυρώνεται η διαπίστωση που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η προσφεύγουσα συναποτελούσε με τις BN Infra και BNGW επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστεί αν ασκούσε επιρροή επί της παράνομης συμπεριφοράς της BN Infra και της BNGW.
Επί του δεύτερου λόγου, σχετικά με παράβαση του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
Επιχειρήματα των διαδίκων
58
Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να αναφέρει στην ανακοίνωση αιτιάσεων ότι τεκμαίρεται την ευθύνη της προσφεύγουσας βάσει του γεγονότος ότι αυτή ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί της BNGW, για το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 1996 και 1ης Οκτωβρίου 2000, παρέβη το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και προσέβαλε τα δικαιώματά της άμυνας. Υποστηρίζει ότι, για τον λόγο αυτό, το πρόστιμο πρέπει να μειωθεί κατ’ αναλογία προς τη διάρκεια της σε 1213650 ευρώ.
59
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν ανέφερε στην ανακοίνωση αιτιάσεων ότι θεωρεί την BNGW θυγατρική της BN Infra, ούτε ότι, κατά την εκτίμησή της, η προσφεύγουσα ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της BNGW. Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και η νομολογία επιτάσσουν, πάντως, να παρέχεται στον αποδέκτη ανακοινώσεως αιτιάσεων η δυνατότητα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή του σχετικά με το υποστατό και τον κρίσιμο χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων των οποίων γίνεται επίκληση καθώς και σχετικά με τα έγγραφα που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή προς στήριξη της διαπιστώσεώς της ότι υπάρχει παράβαση της Συνθήκης ΕΚ (απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 24 ανωτέρω, σκέψη 66).
60
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι δεν αρκούν οι δύο αναφορές στην BNGW στην ανακοίνωση αιτιάσεων (σημείο 342 και υποσημείωση 518). Συγκεκριμένα, αφενός, η Επιτροπή κακώς θεώρησε την BNGW προκάτοχο, από νομικής απόψεως, της BN Infra και, αφετέρου, η Επιτροπή ουδέποτε ανέφερε ότι θεωρεί την BNGW ως ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο που μετείχε στη σύμπραξη, ευρισκόμενο υπό την αποφασιστική επιρροή της προσφεύγουσας. Ομοίως, η απλή υπόμνηση, εκ μέρους της Επιτροπής, των γενικών κανόνων περί καταλογισμού στις μητρικές εταιρίες των παραβάσεων που έχουν διαπράξει οι θυγατρικές τους δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εξατομίκευση των θυγατρικών. Τέλος, κατά την προσφεύγουσα, το γεγονός ότι με την απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων αναφέρθηκε γενικά στην BNGW δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη νομολογία όσον αφορά το περιεχόμενο της ανακοινώσεως αιτιάσεων (αποφάσεις του Δικαστηρίου ARBED κατά Επιτροπής, σκέψη 35 ανωτέρω, σκέψη 23, και της 14ης Ιουλίου 2005, C-65/02 P και C-73/02 P, ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-6773, σκέψη 85).
61
Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υποχρεωθεί στην καταβολή του προστίμου αν το Γενικό Δικαστήριο αποφασίσει, στο πλαίσιο της υποθέσεως, T-362/06, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον καταλογισμό της συμπεριφοράς της BNGW στην BN Infra, διότι η ευθύνη της μητρικής εταιρίας οριοθετείται από την ευθύνη της θυγατρικής της.
62
Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας στα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τις συνέπειες της ενδεχόμενης ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στο πλαίσιο της υποθέσεως T-362/06, η Επιτροπή προέβαλε ότι το επιβληθέν στην προσφεύγουσα πρόστιμο πρέπει να διατηρηθεί, δεδομένης της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει η Επιτροπή όσον αφορά τον προσδιορισμό των φορέων μιας επιχειρήσεως τους οποίους καταλογίζει ευθύνη για την παράβαση.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
– Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας
63
Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, έχει ως εξής :
«Πριν από τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8 και 23 και στο άρθρο 24, παράγραφος 2, η Επιτροπή παρέχει στις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η διαδικασία που έχει κινήσει [αυτή] τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τις αιτιάσεις της […]. Η Επιτροπή θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στις αιτιάσεις για τις οποίες δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Οι καταγγέλλοντες μετέχουν στενά στη διαδικασία.»
64
Κατά τη νομολογία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας επιβάλλει να παρέχεται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η δυνατότητα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της σχετικά με το υποστατό και τον κρίσιμο χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων των οποίων γίνεται επίκληση καθώς και σχετικά με τα έγγραφα που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή για να στηρίξει τη διαπίστωση ότι υπάρχει παράβαση της Συνθήκης (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 10, και της 6ης Απριλίου 1995, C-310/93 P, BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. I-865, σκέψη 67). Επίσης, κατά πάγια νομολογία, η ανακοίνωση αιτιάσεων πρέπει, λόγω της σημασίας της, να προσδιορίζει κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση το νομικό πρόσωπο στο οποίο πρόκειται ενδεχομένως να επιβληθούν πρόστιμα και να απευθύνεται προς αυτό (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Μαρτίου 2000, C-395/96 P και C-396/96 P, Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-1365, σκέψεις 143 και 146, και της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-176/99 P, ARBED κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-10687, σκέψη 21). Η ανακοίνωση αιτιάσεων πρέπει επίσης να αναφέρει υπό ποια ιδιότητα προσάπτονται σε επιχείρηση τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά (απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-322/07 P, C-327/07 P και C-338/07 P, Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I-7191, σκέψη 39).
65
Υπενθυμίζεται, πάντως, ότι, κατά τη νομολογία, η απόφαση δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί ακριβές αντίγραφο της ανακοινώσεως αιτιάσεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78, van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 207, σκέψη 68). Επομένως, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να διαπιστώνεται μόνον αν η τελική απόφαση καταλογίζει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις παραβάσεις διαφορετικές από εκείνες στις οποίες αναφέρεται η ανακοίνωση αιτιάσεων ή δέχεται διαφορετικά πραγματικά περιστατικά (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 397, σκέψεις 26 και 94, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Φεβρουαρίου 1994, T-39/92 και T-40/92, CB και Europay κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-49, σκέψεις 49 έως 52). Η περίπτωση αυτή δεν συντρέχει οσάκις οι προβαλλόμενες διαφορές μεταξύ της ανακοινώσεως αιτιάσεων και της τελικής αποφάσεως δεν αφορούν άλλες συμπεριφορές πλην εκείνων επί των οποίων έδωσαν ήδη εξηγήσεις οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και οι οποίες, ως εκ τούτου, ουδεμία σχέση έχουν με οποιαδήποτε νέα αιτίαση (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T-191/98, T-212/98 έως T-214/98, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3275, σκέψη 191).
66
Σημειωτέον, συναφώς, ότι, για να προβάλουν προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας σε σχέση με τις αιτιάσεις που διατυπώνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δεν μπορούν απλώς να επικαλεστούν την ύπαρξη και μόνο διαφορών μεταξύ της ανακοινώσεως αιτιάσεων και της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να εκθέσουν κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τους λόγους για τους οποίους εκάστη των διαφορών αυτών συνιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, νέα αιτίαση σε σχέση με την οποία δεν είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν την άποψή τους (απόφαση Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 65 ανωτέρω, σκέψη 192). Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να εξετάζεται με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περιπτώσεως, καθόσον εξαρτάται ουσιωδώς από τις αιτιάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή για να θεμελιώσει την παράβαση που προσάπτει στις οικείες επιχειρήσεις (απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, T-36/91, ICI κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-1847, σκέψη 70).
67
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της, διότι παρέλειψε να αναφέρει στην ανακοίνωση αιτιάσεων ότι της καταλογίζει ευθύνη και για το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 1996 και 30ής Σεπτεμβρίου 2000, εκτιμώντας ότι ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής της BNGW.
68
Από την ανακοίνωση αιτιάσεων προκύπτει ότι η Επιτροπή προέβη στη γενική επισήμανση ότι κάθε όμιλος εταιριών αποτελεί ενιαία επιχείρηση και ότι η μητρική εταιρία του ομίλου είναι πράγματι σε θέση να ασκεί αποφασιστική επιρροή επί των θυγατρικών της (σημείο 324). Όσον αφορά, ειδικότερα, την προσφεύγουσα, η Επιτροπή ανέφερε, περαιτέρω, ότι αυτή μετείχε στη σύμπραξη διά του διευθυντή της BNGW (σημείο 236 της ανακοινώσεως αιτιάσεων), κατόπιν της BN Infra (σημείο 339 της ανακοινώσεως αιτιάσεων), και ότι, εφόσον η προσφεύγουσα έλεγχε το σύνολο του κεφαλαίου της BN Infra (πρώην Ballast Nedam Wegenbouw BV και BNGW) μέσω της Ballast Nedam Nederland, θεώρησε, κατά τεκμήριο, ότι η μητρική εταιρία ασκεί αποφασιστική επιρροή επί των δύο θυγατρικών της. Τέλος, η Επιτροπή προσκόμισε ορισμένα συμπληρωματικά στοιχεία όσον αφορά το ότι η προσφεύγουσα και η BN Infra συναποτελούν ενιαία επιχείρηση (σημείο 340 της ανακοινώσεως αιτιάσεων). Βάσει των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή αποφάσισε ότι πρέπει να απευθύνει την ανακοίνωση αιτιάσεων στη μεν BN Infra λόγω της άμεσης συμμετοχής αυτής (και των προκατόχων της) στις συμφωνίες, στη δε προσφεύγουσα λόγω συμμετοχής διά της ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής επί της BN Infra (σημείο 342 της ανακοινώσεως αιτιάσεων).
69
Από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι, αν και η ανακοίνωση αιτιάσεων θα μπορούσε να είναι σαφέστερα διατυπωμένη, ιδίως όσον αφορά τη σχέση μεταξύ BN Infra και BNGW, εντούτοις η Επιτροπή παρέσχε στην προσφεύγουσα επαρκή στοιχεία, ώστε να αντιληφθεί τα περιστατικά και τις περιστάσεις στα οποία στηρίζεται η διαπίστωση της παραβάσεως και προσδιόρισε κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση τα νομικά πρόσωπα στα οποία επρόκειτο ενδεχομένως να επιβληθούν πρόστιμα. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν παρέθεσε στην ανακοίνωση αιτιάσεων κανένα συμπληρωματικό στοιχείο όσον αφορά το ότι η προσφεύγουσα και η BNGW συναποτελούν ενιαία επιχείρηση δεν αρκεί, από μόνο του, για να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε, κατά τρόπο απολύτως σαφή, ότι σκόπευε να εφαρμόσει το τεκμήριο ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής επί της εμπορικής πολιτικής της BN Infra και της BNGW. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι, βάσει των στοιχείων που περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση αιτιάσεων, δεν είναι δυνατόν η προσφεύγουσα να αγνοούσε ότι, ως μητρική εταιρία της BNGW, επρόκειτο να συμπεριληφθεί στους αποδέκτες της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής.
70
Διαπιστώνεται, εξάλλου, ότι, απαντώντας στη θέση αυτή που διατυπώνεται με την ανακοίνωση αιτιάσεων, η προσφεύγουσα υποστήριξε, με την απάντησή της στην εν λόγω ανακοίνωση, ότι η BN Infra δεν διαδέχθηκε την BNGW, αλλά μητρική εταιρία κατέχουσα το σύνολο του κεφαλαίου της εν λόγω εταιρίας αυτής, και προέβαλε επιχειρήματα προς απόδειξη της αυτοτέλειας της BNGW έναντι αυτής.
71
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι δόθηκε στην προσφεύγουσα η δυνατότητα, κατά το στάδιο της ανακοινώσεως αιτιάσεων, να αντιληφθεί το περιεχόμενο της αιτιάσεως της Επιτροπής, όσον αφορά τη συμμετοχή της στην παράβαση ως μητρική εταιρία της BNGW, και να αμυνθεί έτσι λυσιτελώς.
– Επί των συνεπειών της ακυρωτικής αποφάσεως στο πλαίσιο της υποθέσεως T-362/06
72
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η προσφεύγουσα προέβαλε ότι, εφόσον θεωρείται ότι συναποτελεί με την BN Infra ενιαία επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, η μείωση του επιβληθέντος στην BN Infra θα έχει ως συνέπεια τη μείωση του προστίμου, για την καταβολή του οποίου ευθύνεται, ως μητρική εταιρία, εις ολόκληρον, και ως προς αυτή.
73
Εν πάση περιπτώσει, και χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστεί το παραδεκτό των επιχειρημάτων αυτών, υπενθυμίζεται ότι η ακύρωση, από το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της υποθέσεως T-362/06, του άρθρου 1, στοιχείο αʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το μέρος που η παράβαση την οποία έχει διαπράξει η BNGW καταλογίζεται στην BN Infra για το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 1996 και 1ης Οκτωβρίου 2000, απορρέει από το γεγονός ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της BN Infra, παραλείποντας να της επισημάνει, με την ανακοίνωση αιτιάσεων, ότι τη θεωρεί υπεύθυνη για την παράβαση την οποία διέπραξε η BNGW ως μητρική εταιρία της BNGW, και όχι ως διάδοχό της από νομικής απόψεως. Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει μεν ότι η Επιτροπή προσέβαλε έτσι τα δικαιώματα άμυνας της BN Infra, πλην όμως δεν διαπίστωσε ότι η BNGW δεν έχει υποπέσει σε παράβαση.
74
Από την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 295) προκύπτει, πάντως, ότι η προσφεύγουσα, κατέχοντας το σύνολο του κεφαλαίου της BNGW, ασκούσε αποφασιστική επιρροή επ’ αυτής.
75
Επομένως, δεν ευσταθεί η θέση της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να της καταλογίσει την παράβαση στην οποία υπέπεσε η BNGW μεταξύ 21ης Ιουνίου 1996 και 1ης Οκτωβρίου 2000 ούτε να της επιβάλλει εις ολόκληρον υποχρέωση καταβολής του προστίμου. Κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει, κατά διακριτική ευχέρεια, σε ποιους από τους φορείς που συναποτελούν την επιχείρηση θα καταλογίσει ευθύνη για την παράβαση (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 1ης Απριλίου 1993, T-65/89, BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-389, σκέψη 154, και Michelin κατά Επιτροπής, σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψη 290). Επομένως, δεν υπάρχει διάταξη που να απαγορεύει να καταλογιστεί μόνο στην προσφεύγουσα ευθύνη για τη συμπεριφορά της BNGW.
76
Επισημαίνεται, τέλος, ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε ότι η BNGW υπέπεσε σε παράβαση κατά το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 1996 και 1ης Οκτωβρίου 2000 και ότι, σύμφωνα με τη σκέψη 57 ανωτέρω, δεν ανέτρεψε το τεκμήριο ότι, ως κάτοχος του 100 % του κεφαλαίου της BNGW, ασκεί αποφασιστική επιρροή επ’ αυτής.
77
Βάσει των προεκτεθέντων κρίνονται απορριπτέα τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τις συνέπειες της μερικής ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στο πλαίσιο της υποθέσεως T-362/06.
78
Επομένως, ο δεύτερος λόγος κρίνεται απορριπτέος, όπως, κατά συνέπεια, και η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
79
Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Ballast Nedam NV στα δικαστικά έξοδα.
Jaeger
Wahl
Soldevila Fragoso
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Σεπτεμβρίου 2012.
(υπογραφές)
Περιεχόμενα
Ιστορικό της διαφοράς
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ως προς τον καταλογισμό ευθύνης στην προσφεύγουσα για την παράβαση που διέπραξαν οι BN Infra και BNGW
Επί της πλάνη περί το δίκαιο, η οποία συνίσταται στο ότι η εφαρμογή του τεκμηρίου περί ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής από τη μητρική εταιρία επί της εμπορικής πολιτικής των θυγατρικών της στηρίχθηκε μόνον στον κεφαλαιουχικό δεσμό
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως όσον αφορά τον καταλογισμό στην προσφεύγουσα ευθύνης για την παράβαση που διέπραξαν οι BN Infra και BNGW
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί του δεύτερου λόγου, σχετικά με παράβαση του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
– Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας
– Επί των συνεπειών της ακυρωτικής αποφάσεως στο πλαίσιο της υποθέσεως T-362/06
Επί των δικαστικών εξόδων
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy