ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 4ης Σεπτεμβρίου 2008
Υπόθεση T-413/06 P
Claudia Gualtieri
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αναίρεση – Αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμων – Διάταξη παραπομπής – Απόφαση δυνάμενη να αποτελέσει το αντικείμενο αναιρέσεως – Απαράδεκτο»
Αντικείμενο: Αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (πρώτο τμήμα), της 9ης Οκτωβρίου 2006, στην υπόθεση F-53/06, Gualtieri κατά Επιτροπής (Υπ.Υπ. 2006, σ. Ι‑Α‑1‑107 και ΙΙ‑Α‑1‑399), με σκοπό την αναίρεση της διατάξεως αυτής.
Απόφαση: Η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται. Η Claudia Gualtieri φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Περίληψη
Αναίρεση – Αντικείμενο – Ακύρωση διατάξεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης περί κηρύξεως της αναρμοδιότητάς του και παραπομπής της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου – Απαράδεκτο
(Οργανισμός του Δικαστηρίου, παράρτημα I, άρθρα 8 § 2 και 9, εδ. 1 και 2)
Η διάταξη με την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, κρίνοντας εαυτόν αναρμόδιο, παραπέμπει την προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου, κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου διαδικασία, δεν συνιστά πράξη δυνάμενη να αποτελέσει το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως, διότι η εν λόγω διάταξη δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατά το οποίο αναίρεση μπορεί να ασκηθεί από τον εν όλω ή εν μέρει ηττηθέντα διάδικο κατά των αποφάσεων του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης οι επιλύουν πλήρως τη διαφορά, επιλύουν εν μέρει τη διαφορά ως προς την ουσία ή επιλύουν δικονομικό ζήτημα που αφορά ένσταση αναρμοδιότητας ή απαραδέκτου. Περαιτέρω, η παραπομπή αυτή δεν δύναται να θίξει τη δικαστική προστασία των διαδίκων ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, θα κρίνει το σύνολο των ζητημάτων τα οποία τίθενται με την προσφυγή. Συγκεκριμένα, το άρθρο 8, παράγραφος 2, αντί να θέσει τη συνέχεια της κηρύξεως αναρμοδιότητας στην πρωτοβουλία των διαδίκων, οι οποίοι θα ασκήσουν, ενδεχομένως, αναίρεση, προβλέπει την παραπομπή της υποθέσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή ο οποίος θεωρείται αρμόδιος. Στη συνέχεια, απόκειται στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου αναπέμφθηκε η υπόθεση να εκτιμήσει την αρμοδιότητά του και, ενδεχομένως, να παραπέμψει πάλι, κατά την ειδικώς προβλεπόμενη συναφώς διαδικασία, την προσφυγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστή ο οποίος, συνεπώς, δεν μπορεί να κηρύξει εαυτόν αναρμόδιο. Ο ιδιαίτερος αυτός μηχανισμός επιτρέπει τη διευθέτηση των ζητημάτων κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων τα οποία αποτελούν το θεσμικό όργανο Δικαστήριο, τα δε ζητήματα αυτά δύνανται, ενδεχομένως, να αποτελέσουν επίσης το αντικείμενο κατ’ αντιμωλία συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων ενώπιον του Πρωτοδικείου όταν αποφαίνεται περί της συνέχειας που πρέπει να δοθεί στην παραπομπή.
(βλ. σκέψεις 22 έως 25 και 27)
Full & Egal Universal Law Academy