11.3.2006
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 60/49
Προσφυγή της Mindo κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που ασκήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2006
(Υπόθεση T-19/06)
(2006/C 60/92)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Mindo Srl (Ρώμη, Ιταλία) [εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους J. Folguera Crespo, P. Vidal Martínez]
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο
—
Να ακυρώσει εν μέρει το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α', της από 20 Οκτωβρίου αποφάσεως της Επιτροπής C(2005) 4012 τελικό, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ (Υπόθεση COMP/C.38.281/B.2 — Τομέας του ακατέργαστου καπνού στην Ιταλία) καθόσον αφορά μεγαλύτερη διάρκεια παραβάσεως (η οποία φέρεται ότι έληξε στις 19 Φεβρουαρίου 2002 αντί το αργότερο στις 15 Ιανουρίου 2002)·
—
Να κρίνει ότι το άρθρο 2, παράγραφος β', της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι άκυρο και ανίσχυρο καθόσον η MINDO έπρεπε να έχει πλήρως απαλλαγεί από πρόστιμα σύμφωνα με την Ανακοίνωση περί Επιεικούς Μεταχειρίσεως, ή, επικουρικώς, να μειωθεί ουσιωδώς το ποσόν του επιβληθέντος στην MINDO προστίμου και αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στην «Alliance One International»·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι διάφορες εταιρίες, περιλαμβανομένης της προσφεύγουσας, παρέβησαν το άρθρο 81, παράγραφος 1, EΚ μέσω συμφωνιών ή/και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα του ακατέργαστου καπνού στην Ιταλία. Η προσφεύγουσα ζητεί τη μερική ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως επικαλούμενη, πρώτον, προσβολή του δικαιώματός της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως προς την εφαρμογή της Ανακοινώσεως περί Επιεικούς Μεταχειρίσεως. Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την απόρριψη εκ μέρους της Επιτροπής του αιτήματός της απαλλαγής λόγω του ότι άλλη εταιρία, και όχι η προσφεύγουσα, δικαιούνταν απαλλαγής. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η άλλη εκείνη εταιρία δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της Ανακοινώσεως περί Επιεικούς Μεταχειρίσεως, η δε Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η προσφεύγουσα δεν πληροί τις ίδιες αυτές προϋποθέσεις.
Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η συμμετοχή της στις παραβάσεις έληξε το αργότερο στις 15 Ιανουαρίου 2002, και όχι στις 19 Φεβρουαρίου 2002, και το επιβληθέν συναφώς πρόστιμο πρέπει, βάσει αυτού, να μειωθεί.
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η Επιτροπή προσέβαλε τις αρχές της αναλογικότητας και ασφαλείας δικαίου, καθώς και την υποχρέωση αιτιολογίας ως προς την κρίση περί της εκτάσεως της περιοριστικής συμπεριφοράς της προσφεύγουσας. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι συμμετείχε σε συμφωνίες σχετικά με την τιμή αγοράς και τις ποσότητες της υπερπαραγωγής μόνον το 1998 και 1999 και ότι το έπραξε στο πλαίσιο ενδοεπαγγελματικών συμφωνιών που επιτρέπονται βάσει της ιταλικής νομοθεσίας.
Η προσφεύγουσα προβάλλει επίσης παραβίαση των δικαιωμάτων της άμυνας καθώς και των αρχών της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου. Στο πλαίσιο αυτό, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το βασικό ποσό του προστίμου βαίνει ουσιαστικώς πέραν της συνολικής αξίας των προϊόντων που επηρεάστηκαν από τις πρακτικές του καρτέλ· ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως δύο δυνητικών αποτελεσμάτων των περιοριστικών πρακτικών που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση· ότι τα εν λόγω δυνητικά αποτελέσματα είναι νέα στην προσβαλλομένη απόφαση και δεν περιλαμβάνονταν στην ανακοίνωση αιτιάσεων· και ότι η Επιτροπή εσφαλμένως εφάρμοσε πολλαπλασιαστή για τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου χωρίς να λάβει υπόψη ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα δεν μετείχε σε καμία μεγάλη πολυεθνική επιχείρηση.
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα προβάλλει μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογίας και προσβολή των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σε σχέση με την προβαλλομένη παράλειψη της Επιτροπής να λάβει υπόψη μερικούς ελαφρυντικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων τη σύντομη λήξη της παράνομης συμπεριφοράς και τις αμελητέες συνέπειες των περιοριστικών πρακτικών που προσάπτονται στην προσφεύγουσα.
Τέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει επίσης προσβολή των αρχών της αναλογικότητας και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του τμήματος 5, στοιχείο β', των κατευθυντηρίων γραμμών της Επιτροπής, ως προς το συγκεκριμένο οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο όπου έλαβαν χώρα οι περιοριστικές πρακτικές. Προβάλλει επίσης ότι η Επιτροπή, κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, δεν έλαβε υπόψη την εξαιρετικά εύθραυστη οικονομική της κατάσταση και τη δυνατότητά της να καταβάλει το πρόστιμο.
Full & Egal Universal Law Academy