8.4.2006
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 86/40
Προσφυγή της 17ης Φεβρουαρίου 2006 — Ιρλανδία κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-50/06)
(2006/C 86/79)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ιρλανδία [Εκπρόσωποι: D. O'Hagan και P. McGarry, Barrister]
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με το άρθρο 230 ΕΚ, την απόφαση C[2005] 4436 τελικό της Επιτροπής, της 7ης Δεκεμβρίου, κατά το μέτρο που αφορά την εφαρμοζόμενη από την Ιρλανδία απαλλαγή από τον ειδικό φόρο καταναλώσεως επί των πετρελαιοειδών που χρησιμοποιούνται ως καύσιμο για την παραγωγή αλουμίνας στην περιοχή του Shannon·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Το 1970 ανελήφθη δέσμευση έναντι των επιχειρηματιών του Aughinish, αφορώσα τις απαλλαγές από τους δασμούς που επιβάλλονταν στα υγρά καύσιμα τα οποία επρόκειτο να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αλουμίνας στο τότε μελετώμενο εργοστάσιο στο Shannon, Ιρλανδία. Το 1983, το εργοστάσιο στο Aughinish άρχισε να λειτουργεί και οι ιρλανδικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή ότι σκόπευαν να εφαρμόσουν τις δεσμεύσεις που αφορούσαν την απαλλαγή από τους δασμούς. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, επιπλέον, η απαλλαγή επιτράπηκε με μεταγενέστερες αποφάσεις του Συμβουλίου (1). Το 2000, η Επιτροπή έθεσε θέμα κρατικής ενισχύσεως, πράγμα το οποίο ώθησε το όργανο αυτό να προβεί σε επίσημη έρευνα και, εν τέλει, στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομικό σφάλμα καταλήγοντας ότι η επίμαχη ενίσχυση αποτελεί νέα ενίσχυση και όχι υφιστάμενη ενίσχυση.
Κατά την προσφεύγουσα, ακόμη και αν η ενίσχυση αποτελούσε νέα ενίσχυση και έπρεπε να κοινοποιηθεί κατά τη θέση της σε εφαρμογή το 1983, η Επιτροπή ομολογεί ότι η ενίσχυση κοινοποιήθηκε τότε. Η παράλειψη της Επιτροπής να λάβει απόφαση εντός των προθεσμιών που έχει προβλέψει η ίδια κατέστησε την επίμαχη ενίσχυση υφιστάμενη ενίσχυση. Επικουρικώς, η Επιτροπή αντιμετώπισε την ενίσχυση ως υφιστάμενη ενίσχυση καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα και η σαφής δήλωσή της το 1992 επιβεβαιώνει ότι τούτο ισχύει.
Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 15, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, σημείο β', στοιχείο iv, του κανονισμού 659/1999 (2), δεδομένου ότι η ενίσχυση υφίσταται εδώ και περισσότερα από δέκα έτη και ότι παρήλθε η προθεσμία παραγραφής που προβλέπουν τα άρθρα αυτά, η ενίσχυση έχει καταστεί υφιστάμενη ενίσχυση και οι διαδικασίες που κίνησε η Επιτροπή προκειμένου να την ελέγξει είναι πλημμελείς.
Σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό της, η προσφεύγουσα προβάλλει επίσης ότι η ενίσχυση υπήρξε αντικείμενο νομικώς δεσμευτικών υποχρεώσεων τις οποίες ανέλαβαν οι ιρλανδικές αρχές πριν από την προσχώρηση το 1973. Κατά την προσφεύγουσα, η ενίσχυση έπρεπε να θεωρηθεί ότι αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση για τον λόγο αυτόν και μόνον.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η απόφαση αντιβαίνει στην αρχή της ασφαλείας δικαίου δεδομένου ότι έρχεται σε αντίθεση με την ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου, η οποία ελήφθη κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Η απόφαση αυτή αντιβαίνει επίσης ευθέως στο άρθρο 8, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/81/ΕΟΚ (3), για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στα πετρελαιοειδή, η οποία επέβαλε στην Επιτροπή την υποχρέωση να υποβάλλει πρόταση σχετική με τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού ή το ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά, προς ομόφωνη έγκριση από το Συμβούλιο.
Επιπλέον, η Επιτροπή παραβίασε, τουλάχιστον όσον αφορά τον αποδέκτη της ενισχύσεως, την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι το Συμβούλιο έχει επιτρέψει ρητώς την παρέκκλιση μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006.
Τέλος, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή παρέβη θεμελιώδη κανόνα δικαίου και υπέπεσε σε κατάχρηση εξουσίας λόγω της συμπεριφοράς της και της καθυστερήσεώς της ως προς την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του ότι η επίμαχη ενίσχυση της κοινοποιήθηκε το 1983. Επιπλέον, η Επιτροπή αγνόησε τις διαδικασίες που προβλέπει η οδηγία 92/81/ΕΟΚ και προέβη σε επίσημες δηλώσεις αφορώσες το συμβιβαστό του επιμάχου σχεδίου ενισχύσεως. Επομένως, λόγω της συμπεριφοράς της, η Επιτροπή δεν δικαιούται πλέον, εν πάση περιπτώσει, να διατάξει την επιστροφή της ενισχύσεως.
(1) 92/510/ΕΟΚ: απόφαση του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την εξουσιοδότηση των κρατών μελών να συνεχίσουν να εφαρμόζουν σε ορισμένα πετρελαιοειδή που χρησιμοποιούνται για συγκεκριμένους σκοπούς, τους υφιστάμενους μειωμένους συντελεστές ειδικών φόρων κατανάλωσης ή τις υφιστάμενες απαλλαγές από ειδικούς φόρους κατανάλωσης, σύμφωνα με τις διαδικασίες του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/81/ΕΟΚ (ΕΕ L 316, σ. 16), και άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις.
(2) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1)
(3) Οδηγία 92/81/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στα πετρελαιοειδή (ΕΕ L 316, σ. 12).
Full & Egal Universal Law Academy