8.4.2006
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 86/41
Προσφυγή-αγωγή της 21ης Φεβρουαρίου 2006 — UPM-Kymmene κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-53/06)
(2006/C 86/80)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα-ενάγουσα: UPM-Kymmene Oyj (Ελσίνκι, Φινλανδία) [εκπρόσωποι: B. Amory, E. Friedel, F. Bimont, lawyers]
Καθής-εναγόμενη: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας-ενάγουσας
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα (στο εξής:προσφεύγουσα) ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής κατά το μέρος που η Επιτροπή συνήγαγε ότι η Rosenlew Saint Frères Emballage έλαβε μέρος στις σε ευρωπαϊκό επίπεδο συναντήσεις στο πλαίσιο της ενώσεως Valveplast από τις 18 Ιουλίου 1994 μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1999 και ότι διαμορφώθηκε μία διαρκής παράβαση με βάση τη βραχεία συμμετοχή της Rosenlew Saint Frères Emballage στις συναντήσεις στο πλαίσιο της Valveplast (από τις 21 Νοεμβρίου 1997 μέχρι τις 26 Νοεμβρίου 1998) και τη συνεργασία της στο πλαίσιο των γαλλικών συναντήσεων σχετικά με τις σακούλες που δεν κλείνουν·
—
να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση·
—
να υποχρεώσει την Επιτροπή να επιστρέψει στην προσφεύγουσα το αχρεωστήτως καταβληθέν μέρος του προστίμου, πλέον τόκων από την ημερομηνία καταβολής του προστίμου μέχρι την πλήρη και οριστική επιστροφή από την Επιτροπή και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως C (2005) 4634 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2005, στην υπόθεση COMP/F/38.354 –Σακούλες βιομηχανικής παραγωγής. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την ακρίβεια των διαπιστωμένων πραγματικών περιστατικών, αλλά ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάφορα σφάλματα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών σχετικά με τη Rosenlew Saint Frères Emballage, η οποία είναι θυγατρική της προσφεύγουσας, και τον ρόλο της στις δραστηριότητες της συμπράξεως, και ζητεί να μειωθεί το πρόστιμο λόγω του ότι είναι αδικαιολόγητο και δυσανάλογο.
Προς στήριξη της προσφυγής-αγωγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει σφάλματα κατά την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ελαττωματική καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η Rosenlew Saint Frères Emballage διέπραξε μία διαρκή παράβαση. Δεύτερον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή εκτίμησε εσφαλμένως τη διάρκεια της παραβάσεως. Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Rosenlew Saint Frères Emballage έλαβε μερος στις δραστηριότητες μιας συμπράξεως στον τομέα ο οποίος έχει ως αντικείμενο τις σακούλες που κλείνουν και μετείχε από τις 20 Δεκεμβρίου 2004 στις συναντήσεις που έγιναν σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο πλαίσιο της Valveplast. Επιπλέον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται επαρκής απόδειξη ως προς το ότι η Rosenlew Saint Frères Emballage είχε μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1999 ανάμειξη στις συναντήσεις του γαλλικού ομίλου σχετικά με τις σακούλες που δεν κλείνουν.
Η προσφεύγουσα προβάλλει περαιτέρω παραβίαση των γενικών αρχών της αναλογικότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της επιεικείας και σφάλματα εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό του προστίμου.
Πρώτον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, καθορίζοντας ένα δυσανάλογο με τη σοβαρότητα της παραβάσεως ποσό αφετηρίας του προστίμου, υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που έχει βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα βάλλει κατά της εφαρμογής αποτρεπτικού συντελεστή 2 και διατείνεται ότι το κατά το 1996 μερίδιο ολόκληρης της συμπράξεως στην αγορά με αντικείμενο τις σακούλες βιομηχανικής παραγωγής δεν ήταν η κατάλληλη βάση για τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου.
Δεύτερον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή εσφαλμένως εκτίμησε τη διάρκεια της συμμετοχής της Rosenlew Saint Frères Emballage στις δραστηριότητες της συμπράξεως.
Τρίτον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε δεόντως υπόψη το γεγονός ότι η προσφεύγουσα θεωρήθηκε υπεύθυνη μόνον υπό την ιδιότητά της ως μητρικής εταιρίας και έτσι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της επιεικείας.
Τέταρτον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ορισμένες ελαφρυντικές περιστάσεις και κακώς θεώρησε ότι υπάρχει η επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής.
Τέλος, όσον αφορά τον καθορισμό του τελικού ποσού του προστίμου, η προσφεύγουσα, δεδομένων τόσο των περιορισμένων συνεπειών της συμπράξεως για τον ανταγωνισμό όσο και της περιορισμένης γεωγραφικής εκτάσεως της συμπράξεως, αντιτίθεται στον από την Επιτροπή χαρακτηρισμό της συμπράξεως ως σοβαρότατης παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού.
Η προσφεύγουσα προβάλλει επίσης προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας καθόσον, κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν της επετράπη πρόσβαση σε ορισμένα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία που η Επιτροπή είχε επικαλεστεί για να αποδείξει τη διάρκεια και την έκταση της παραβάσεως που διαπράχθηκε από τη Rosenlew Saint Frères Emballage.
Full & Egal Universal Law Academy