22.4.2006
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 96/24
Προσφυγή της 23ης Φεβρουαρίου 2006 — FLS Plast κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-64/06)
(2006/C 96/42)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: FLS Plast A/S (Κοπενχάγη, Δανία) (Εκπρόσωπος: K. Lassok, QC, και M. Thill-Tayara, δικηγόρος]
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει τα άρθρα 1, στοιχείο η', και 2, στοιχείο στ', της αποφάσεως C(2005)4634 της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2005, στην υπόθεση COMP/F/38.354 — Βιομηχανικοί σάκοι, κατά το μέτρο που η απόφαση αυτή αφορά την προσφεύγουσα,
—
επικουρικώς, να τροποποιήσει το άρθρο 2, στοιχείο στ', της προσβαλλομένης αποφάσεως και να μειώσει σημαντικά, στο πλαίσιο της απεριόριστης δικαιοδοσίας του Πρωτοδικείου, το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην FLS PLast, ως ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να ακυρώσει εν μέρει το άρθρο 1, παράγραφος 1, καθόσον αφορά την προσφεύγουσα και να ακυρώσει εν μέρει ή, επικουρικώς, να μειώσει ευλόγως το πρόστιμο που επιβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 2 στην προσφεύγουσα,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά και άλλα έξοδα της FLS Plast στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ, διότι μετέσχε σε σύστημα συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των πλαστικών βιομηχανικών σάκων, το οποίο επηρεάζει το Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες και την Ισπανία και συνίσταται στον καθορισμό των τιμών και στην κατάρτιση κοινών προτύπων υπολογισμού των τιμών, στον καταμερισμό των αγορών και στην κατανομή ποσοστώσεων στις πωλήσεις, στον καταμερισμό πελατών, συμφωνιών και παραγγελιών, στη συντονισμένη υποβολή προσφορών σε ορισμένους διαγωνισμούς και στην ανταλλαγή ατομικών πληροφοριακών στοιχείων. Η παράβαση της προσφεύγουσας σχετίζεται με τη συμπεριφορά άλλης εταιρίας, της Trioplast Wittenheim SA (στο εξής: TW), ως προς την οποία διαπιστώθηκε ότι μετέσχε στο συγκεκριμένο καρτέλ. Η FLS Plast κατείχε μετοχές της TW και, κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο διαπιστώθηκε ευθύνη της προσφεύγουσας, η TW ήταν κατά 100 % θυγατρική της FLS Plast. Στην TW επιβλήθηκε πρόστιμο, η δε προσφεύγουσα κατέστη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνη για την καταβολή μέρους του προστίμου.
Καίτοι δεν αμφισβητεί την ύπαρξη και τη διάρκεια του καρτέλ ή τη συμμετοχή της πρώη θυγατρικής της, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά τον καθορισμό του προστίμου που της επέβαλε. Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι το μέρος του προστίμου ως προς το οποίο κατέστη υπεύθυνη είναι προδήλως δυσανάλογο προς το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κατείχε μετοχές της TW.
Η προσφεύγουσα προβάλλει περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τις αρχές τη απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας, καθόσον κατέστησε αμφότερες την προσφεύγουσα και τη μητρική αυτής εταιρία υπεύθυνες για τη συμπεριφορά της TW, και τούτο παρά το γεγονός ότι αποφάσισε να μην απευθύνει την προσβαλλόμενη απόφαση στις ενδιάμεσες μητρικές εταιρίες και, στην πράξη, δεν απηύθυνε την απόφαση σε άλλη μητρική εταιρία πλην της προσφεύγουσας.
Η προσφεύγουσα προβάλλει περαιτέρω ότι δεν γνώριζε την παράνομη συμπεριφορά της TW, ότι δεν άσκησε επιρροή στη διοίκηση της εν λόγω εταιρίας και δεν μετέσχε στην επιχείρηση (TW) που αναμείχθηκε στις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβάσεις και ότι, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και πρέπει να ακυρωθεί.
Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο να μειώσει το ποσό του προστίμου στο πλαίσιο της απεριόριστης δικαιοδοσίας του. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλει ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην TW είναι υπερβολικά υψηλό, διότι η προηγούμενη πρακτική και η βαρύτητα της παραβάσεως δεν δικαιολογούν το ύψος του βασικού ποσού του προστίμου· προβάλλει ακόμη ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κατά τον καθορισμό της διάρκειας της παραβάσεως της TW· και ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε αν τα πρόστιμα που επέβαλε στην TW και στην προσφεύγουσα αντίκεινται στον κανόνα του ανωτάτου ορίου του 10 %.
Όσον αφορά το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην ίδια, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ακόμη ότι είναι δυσανάλογα υψηλό, λαμβανομένων υπόψη του ότι δεν έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα, καθώς και της διάρκειας και της σοβαρότητας της παραβάσεως. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα προβάλλει το επιχείρημα ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομική πλάνη, διότι δεν δέχθηκε τον περιορισμό της ευθύνης της προσφεύγουσας σύμφωνα με την ανακοίνωση περί συνεργασίας, επειδή δεν δέχθηκε να αναγνωρίσει υπέρ της προσφεύγουσας τον κατά 30 % περιορισμό της ευθύνης της TW και επειδή αρνήθηκε να δεχθεί ανάλογο περιορισμό της ευθύνης της προσφεύγουσας. Τέλος, η προσφεύγουσα επικαλείται παράβαση της αρχής non bis in idem και της αρχής κατά την οποία οι ποινές πρέπει να συσχετίζονται με συγκεκριμένες περιστάσεις που αφορούν κάθε προσφεύγοντα· στο πλαίσιο αυτό επισημαίνει ότι, καίτοι ήταν μητρική εταιρία της TW μόνο κατά το 35 % του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο διαπιστώθηκε συμμετοχή της TW στο καρτέλ, εντούτοις κατέστη υπεύθυνη για την καταβολή του 85,7 % του επιβληθέντος στην TW προστίμου.
Full & Egal Universal Law Academy