22.4.2006
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 96/28
Προσφυγή της 23ης Φεβρουαρίου 2006 — Stempher και Koninklijke Verpakkingsindustrie Stempher κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-68/06)
(2006/C 96/46)
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Stempher B.V. (Rijssen, Κάτω Χώρες) και Koninklijke Verpakkingsindustrie Stempher C.V. (εκπρόσωπος: J.K. de Pree, advocaat)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα των προσφευγουσών
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 2, το άρθρο 2, το άρθρο 3 και το άρθρο 4 της αποφάσεως της Επιτροπής της 30ής Νοεμβρίου 2005, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της Επιτροπής της 7ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 ΕΚ (υπόθεση COMP/F/38.354 — Σάκοι/σακούλες μη οικιακής χρήσεως — C(2005)4634 τελικό), ή τουλάχιστον κατά το μέρος που κρίθηκε ότι η Stempher παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ, κατά το μέρος που ως εκ τούτου επιβλήθηκε πρόστιμο στη Stempher, κατά το μέρος που η Stempher διατάχθηκε να θέσει τέλος στην παράβαση αυτή και να αποφύγει στο μέλλον κάθε πράξη ή συμπεριφορά την οποία αναφέρει το άρθρο 1, καθώς και κάθε πράξη ή συμπεριφορά που έχει τον ίδιο ή όμοιο σκοπό ή τις ίδιες ή όμοιες συνέπειες και κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απευθύνθηκε στη Stempher·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικά της δικαστικά έξοδα και στα δικαστικά έξοδα των προσφευγουσών.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Οι προσφεύγουσες βάλλουν κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2005, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ (υπόθεση COMP/F/38.354 — Σάκοι/σακούλες μη οικιακής χρήσεως).
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η απόφαση αντίκειται στο άρθρο 81 ΕΚ και στα άρθρα 7 και 23 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (1) καθόσον δεν υπάρχει επαρκής απόδειξη για τη διαπίστωση ότι οι προσφεύγουσες παρέβησαν το άρθρο 81 ΕΚ.
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν περαιτέρω ότι η απόφαση αντίκειται στο άρθρο 25 του κανονισμού 1/2003 και στον προϊσχύσαντα κανονισμό (ΕΟΚ) 2988/74 (2), καθόσον είχε παραγραφεί το δικαίωμα διώξεως της φερομένης παραβάσεως.
Επικουρικώς, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως αντίκειται στο άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 και στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων (3). Η σοβαρότητα της παραβάσεως που προσάφθηκε στις προσφεύγουσες αξιολογήθηκε εσφαλμένως και κακώς η παράβαση χαρακτηρίστηκε ως σοβαρότατη. Περαιτέρω, κατά τον καθορισμό του προστίμου ελήφθησαν υπόψη λάθος παράγοντες και λάθος στοιχεία. Κατά τις προσφεύγουσες, τούτο είχε ως αποτέλεσμα να επιβληθεί ένα δυσανάλογα βαρύ πρόστιμο.
Τέλος, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιωδών τύπων και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καθόσον δεν έγινε επιμελής έρευνα και δεν ορίστηκε η παράβαση που φέρεται ότι διέπραξαν οι προσφεύγουσες ούτε η αγορά στην οποία φέρεται ότι έλαβε χώρα η παράβαση. Κατά τις προσφεύγουσες, δεν ορίστηκαν ούτε τα στοιχεία βάσει των οποίων αξιολογήθηκε η σοβαρότητα της παραβάσεως που τους προσάφθηκε.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
(2) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1974, περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 1).
(3) Ανακοίνωση της Επιτροπής — Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3).
Full & Egal Universal Law Academy