17.6.2006
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 143/32
Προσφυγή της 7ης Απριλίου 2006 — Fiskeri og Havbruksnæringens Landsforening κ.λπ. κατά Συμβουλίου
(Υπόθεση T-115/06)
(2006/C 143/65)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγοντες: Fiskeri og Havbruksnæringens Landsforening (Όσλο, Νορβηγία), Norske Sjømatbedrifters Landsforening (Trondheim, Νορβηγία), Salmar Farming AS (Frøya, Νορβηγία), Hydroteck AS (Kristiansund, Νορβηγία), Hallvard Lerøy AS (Bergen, Νορβηγία), Lerøy Midnor AS (Hestvika, Νορβηγία) [εκπρόσωποι: B. Servais και T.S. Paulsen, δικηγόροι]
Καθού:Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
Αιτήματα των προσφευγόντων
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΚ) 85/2006 του Συμβουλίου, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σολομού καταγωγής Νορβηγίας, και
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Οι προσφεύγοντες, οι οποίοι είναι Νορβηγοί παραγωγοί, εκτροφείς και εξαγωγείς σολομού ή εκπροσωπούν επιχειρήσεις με τέτοιο αντικείμενο, ζητούν την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 85/2006 του Συμβουλίου, της 17ης Ιανουαρίου 2006, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ που επιβάλλονται στις εισαγωγές σολομού εκτροφής καταγωγής Νορβηγίας (1) (στο εξής: βαλλόμενος κανονισμός), δεδομένου ότι φρονούν ότι ο κανονισμός εκδόθηκε κατά παράβαση πλειόνων άρθρων του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2) (στο εξής: βασικός κανονισμός).
Οι υπηρεσίες του Συμβουλίου, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση του βαλλόμενου κανονισμού συμφώνησαν να μεταβάλουν τη μορφή των μέτρων από δασμούς σε ελάχιστες τιμές εισαγωγής. Τούτο επιβεβαιώθηκε με τον επίμαχο κανονισμό.
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι το δείγμα των Νορβηγών παραγωγών/εξαγωγέων, το οποίο περιορίζεται σε παραγωγούς που εξάγουν και δεν περιλαμβάνει παραγωγούς που δεν εξάγουν και εξαγωγείς που δεν παράγουν, δεν ήταν αντιπροσωπευτικό της διαρθρώσεως της νορβηγικής βιομηχανίας σολομού και δεν ήταν σύμφωνο προς πλείονες αποφάσεις περί δειγμάτων της νορβηγικής αγοράς σολομού.
Επιπλέον, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι το καθού παρέλειψε να εφαρμόσει τον κανόνα του χαμηλότερου δασμού, ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Κατά τους προσφεύγοντες, ο σταθμισμένος μέσος όρος περιθωρίου ντάμπινγκ ήταν χαμηλότερος από τον σταθμισμένο μέσο όρο περιθωρίου ζημίας και, επομένως, η ελάχιστη τιμή εισαγωγής και ο κατ' αποκοπήν δασμός έπρεπε να έχουν καθοριστεί βάσει του σταθμισμένου μέσου όρου περιθωρίου ντάμπινγκ και όχι βάσει του σταθμισμένου μέσου όρου περιθωρίου ζημίας. Όσον αφορά τον υπολογισμό της ελάχιστης τιμής εισαγωγής που δεν αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η χρήση, για τη μετατροπή από NOK σε ευρώ, τριετούς μέσου όρου τιμής συναλλάγματος, αντί του μέσου όρου τιμής συναλλάγματος για το υπό εξέταση διάστημα, αύξησε τεχνητά την ελάχιστη τιμή εισαγωγής που δεν αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ.
Επιπλέον, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η ελάχιστη τιμή εισαγωγής για τα φιλέτα σολομού δεν βασίστηκε σε αντιπροσωπευτικά στοιχεία και καθορίστηκε κατά τρόπο που αντιβαίνει στα άρθρα 3, παράγραφος 5, και 20 του βασικού κανονισμού και κατά παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και των δικαιωμάτων άμυνας.
Τέλος, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η εκτίμηση της ζημίας και των αιτίων της είναι εσφαλμένη. Πρώτον, στην ανάλυση της ζημίας το καθού στηρίχτηκε στο σύνολο των εισαγωγών, θεωρώντας αυτές ως εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, παρά το γεγονός ότι διαπιστώθηκε ότι μια εταιρία δεν εφάρμοζε πρακτική ντάμπινγκ. Δεύτερον, η φαινομενική μείωση των μέσων τιμών πωλήσεως στην κοινοτική βιομηχανία προκλήθηκε από τη μετατροπή των GBP σε ευρώ, δεδομένου ότι όλοι οι κοινοτικοί παραγωγοί που περιελήφθησαν στο δείγμα ήσαν εγκατεστημένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο, και όχι από τις εισαγωγές. Τρίτον, το καθού παρέλειψε να εξετάσει προσηκόντως τις συνέπειες τις οποίες μπορεί να είχε η αύξηση του κόστους παραγωγής στην Κοινότητα επί της καταστάσεως της κοινοτικής βιομηχανίας.
(1) ΕΕ 2006, L 15, σ. 1.
(2) ΕΕ 1996, L 56, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy