27.1.2007
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 20/29
Προσφυγή της 4ης Δεκεμβρίου 2006 — Kuwait Petroleum Corp. κ.λπ. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση T-370/06)
(2007/C 20/45)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Kuwait Petroleum Corp. (Shuwaikh, Κουβέϊτ), Koweit Petroleum International Ltd (Woking, Ηνωμένο Βασίλειο) και Kuwait Petroleum (Κάτω Χώρες) BV (Ρότερνταμ, Κάτω Χώρες) (εκπρόσωποι: D.W. Hull, Dr. G. M. Berrisch, avocats)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα των προσφευγουσών
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής C(2006)4090 της 13ης Σεπτεμβρίου 2006 στον βαθμό που έχει εφαρμογή στις προσφεύγουσες· επικουρικώς,
—
να μειώσει το ύψος του επιβληθέντος προστίμου· και
—
εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Με απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006 (η προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή επέβαλε στις προσφεύγουσες, Kuwait Petroleum Corp. («KPC»), Koweit Petroleum International Ltd («KPI») και Kuwait Petroleum (Κάτω Χώρες) BV («KPN»), αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, πρόστιμο ύψους 16 632 εκατομμυρίων ευρώ για παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ κατά τον καθορισμό των τιμών της ασφάλτου στην αγορά της Ολλανδίας. Καθεμία από τις προσφεύγουσες ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή, επικουρικώς, μείωση του προστίμου για τους ακόλουθους λόγους.
Με τον πρώτο λόγο, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο και περί τα πραγματικά περιστατικά διότι, θεωρώντας υπεύθυνες για τις πράξεις της KPN τις KPC και KPI, εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο και διότι δεν παρέσχε ικανή απόδειξη βάσει του ορθού νομικού κριτηρίου. Ειδικότερα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι KPC και KPI ήταν υπεύθυνες για την εμπλοκή των διευθυντών της KPN στην Ολλανδική σύμπραξη της ασφάλτου για τους λόγους ότι η KPN είναι θυγατρική της KPC η οποία κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της και ότι τόσο η KPC όσο και η KPI έχουν ευρεία εξουσία ελέγχου επί της KPN. Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η μητρική εταιρία δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη μόνον επειδή κατέχει μερίδια και ευρείες εξουσίες ελέγχου, και ότι η Επιτροπή πρέπει να αποδείξει ότι η μητρική εταιρία ασκούσε επαρκή έλεγχο στις πράξεις της θυγατρικής της στην αγορά όπου διενεργήθηκε η παράβαση, ώστε να φαίνεται λογικό να υποτεθεί ότι η θυγατρική δεν έδρασε κατά τρόπο αυτόνομο όσον αφορά την παράβαση.
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, ή επικουρικώς να μειωθεί το ύψος του προστίμου, διότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη νομική πλάνη επιβάλλοντας πρόστιμο στις προσφεύγουσες κατά παράβαση της ανακοίνωσης περί ευμενούς μεταχείρισης του 2002 (1). Με αυτήν ορίζεται ότι αν μία επιχείρηση παράσχει αποδεικτικά στοιχεία για πραγματικά περιστατικά που δεν έχουν αποδειχθεί προγενεστέρως, τα οποία έχουν άμεση συνέπεια στη βαρύτητα ή τη διάρκεια της πιθανολογούμενης παραβάσεως, η Επιτροπή μπορεί να μη λάβει υπόψη της τα πραγματικά αυτά περιστατικά σε βάρος αυτού που ζητεί την ευμενή μεταχείριση.
Τέλος, οι προσφεύγουσες προβάλλουν, με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό του ποσοστού της μειώσεως του προστίμου βάσει της ανακοίνωσης περί ευμενούς μεταχείρισης του 2002, και ισχυρίζονται κατά συνέπεια ότι το πρόστιμο πρέπει να μειωθεί κατά το ανώτατο όριο του 50 %.
(1) Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ), ΕΕ (2002) C 45, σ. 3.
Full & Egal Universal Law Academy