Υπόθεση T-11/06 R
Romana Tabacchi SpA
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Ασφαλιστικά μέτρα — Αίτηση αναστολής εκτελέσεως — Ανταγωνισμός — Καταβολή προστίμου — Τραπεζική εγγύηση — Fumus boni juris — Επείγον — Στάθμιση συμφερόντων — Μερική και υπό όρους αναστολή εκτελέσεως»
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουλίου 2006
Περίληψη της διατάξεως
1. Ασφαλιστικά μέτρα — Προϋποθέσεις παραδεκτού — Δικόγραφο — Τυπικά στοιχεία
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρα 44 § 1 και 104 § 3)
2. Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Αναστολή εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για τη μη άμεση είσπραξη του ποσού του προστίμου — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — Εξαιρετικές περιστάσεις
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
3. Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Αναστολή εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για τη μη άμεση είσπραξη του ποσού προστίμου επιβληθέντος λόγω παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού — Στάθμιση του συνόλου των διακυβευομένων συμφερόντων
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
4. Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Προσωρινά μέτρα — Μεταρρύθμιση ή ανάκληση
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 108)
1. Δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 3, και του άρθρου 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων ισχυρισμών. Η ένδειξη αυτή πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής για να παρέχει στον καθού τη δυνατότητα να ετοιμάσει την άμυνά του και στον κοινοτικό δικαστή να αποφανθεί επί της αιτήσεως, ενδεχομένως χωρίς άλλη πληροφορία προς στήριξή της. Προκειμένου να διασφαλισθεί η ασφάλεια δικαίου και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, πρέπει, για είναι παραδεκτή η αίτηση, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικά, αλλά κατά συνεκτικό και κατανοητό τρόπο, από το κείμενο του ίδιου του δικογράφου.
(βλ. σκέψη 47)
2. Αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως με αντικείμενο την απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για τη μη άμεση είσπραξη του ποσού του προστίμου μπορεί να γίνει δεκτό μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Πράγματι, η δυνατότητα επιβολής υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως προβλέπεται ρητώς στις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων από τους Κανονισμούς διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου και αποτελεί γενικό και εύλογο τρόπο συμπεριφοράς της Επιτροπής.
Η ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί όταν ο διάδικος που ζητεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση συστάσεως της αιτούμενης τραπεζικής εγγυήσεως αποδεικνύει ότι του είναι αντικειμενικά αδύνατο να συστήσει την εν λόγω εγγύηση ή ότι η σύσταση της εγγυήσεως αυτής θα εξέθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή του.
Όσον αφορά την εν λόγω αδυναμία, η σημασία των εγγράφων περί αρνήσεως συστάσεως της τραπεζικής εγγυήσεως που προσκομίζει η αιτούσα πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της αντικειμενικής οικονομικής της καταστάσεως, οπότε η σημασία των εγγράφων αυτών δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αφ’ εαυτής, για τον λόγο και μόνον του μικρού αριθμού τους.
Προκειμένου να εκτιμηθεί η ικανότητα της επιχειρήσεως να συστήσει την επίμαχη εγγύηση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο όμιλος εταιριών από τον οποίο εξαρτάται αμέσως ή εμμέσως, ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα να παράσχει τις ασφάλειες που οι τράπεζες θα μπορούσαν να απαιτήσουν. Η απαίτηση αυτή συνδέεται, αφενός, με το δημόσιο συμφέρον το οποίο αφορά την εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής και τη διαφύλαξη των δημοσιονομικών συμφερόντων της Κοινότητας και, αφετέρου, με τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν, για τους μετόχους της, από τις ενδεχόμενες αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορές μιας εταιρίας. Αυτή η εκτίμηση της καταστάσεως του ομίλου στον οποίον ανήκει ουδόλως συνεπάγεται ότι το πρόστιμο ή η ευθύνη της παραβάσεως καταλογίζεται σε τρίτους.
(βλ. σκέψεις 97-98, 102, 111, 118)
3. Οσάκις ο δικαστής ασφαλιστικών μέτρων εξετάζει αίτηση αναστολής εκτελέσεως της υποχρεώσεως που επιβάλλεται σε επιχείρηση περί συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για τη μη άμεση είσπραξη του ποσού του προστίμου, σ’ αυτόν εναπόκειται να σταθμίσει, αφενός, το συμφέρον της αιτούσας να αποτρέψει, σε περίπτωση αδυναμίας της να συστήσει τραπεζική εγγύηση, την άμεση είσπραξη του προστίμου και, αφετέρου, το δημοσιονομικό συμφέρον της Κοινότητας να μπορεί να εισπράξει το ποσό, καθώς και, γενικότερα, το δημόσιο συμφέρον που αφορά τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού και της αποτρεπτικής ισχύος των προστίμων που επιβάλλει η Επιτροπή.
(βλ. σκέψη 135)
4. Το άρθρο 108 του Κανονισμού Διαδικασίας παρέχει στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων τη δυνατότητα να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ανά πάσα στιγμή τη διάταξη περί ασφαλιστικών μέτρων λόγω μεταβολής των περιστάσεων. Ως «μεταβολή των περιστάσεων» ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εννοεί, ιδίως, πραγματικά περιστατικά ικανά να μεταβάλουν την εν προκειμένω εκτίμηση του κριτηρίου του επείγοντος. Επιπλέον, η δυνατότητα αυτή αποτελεί απόρροια του κατ’ εξοχήν προσωρινού χαρακτήρα, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, των μέτρων που εκδίδει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων.
(βλ. σκέψη 147)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
της 13ης Ιουλίου 2006 (*)
«Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Ανταγωνισμός – Πληρωμή προστίμου – Τραπεζική εγγύηση – Fumus boni juris – Επείγον – Στάθμιση συμφερόντων – Μερική και υπό όρους αναστολή εκτελέσεως»
Στην υπόθεση T‑11/06 R,
Romana Tabacchi SpA, με έδρα τη Ρώμη (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους M. Siragusa και G. C. Rizza, δικηγόρους,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους É. Gippini Fournier και F. Amato,
καθής,
με αντικείμενο, αφενός, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Οκτωβρίου 2005 σχετικά με διαδικασία κατά το άρθρο 81, παράγραφος 1, EΚ (υπόθεση COMP/C.38.281/B.2 – Ακατέργαστος καπνός – Ιταλία), καθόσον επιβάλλει στην προσφεύγουσα πρόστιμο ύψους 2,05 εκατομμυρίων ευρώ και, αφετέρου, αίτηση περί απαλλαγής από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως της μη άμεσης εισπράξεως του εν λόγω προστίμου,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και αιτήματα
1 Στις 20 Οκτωβρίου 2005 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση σχετικά με διαδικασία κατά το άρθρο 81, παράγραφος 1, EΚ (υπόθεση COMP/C.38.281/B.2 – Ακατέργαστος καπνός – Ιταλία) (στο εξής: απόφαση). Κατά το άρθρο 1 της αποφάσεως, η Επιτροπή απέδειξε ότι επτά από τους κυριότερους Ιταλούς μεταποιητές ακατέργαστου καπνού, μεταξύ των οποίων η Romana Tabacchi SpA, συνήψαν συμφωνίες ή συμμετείχαν σε εναρμονισμένες πρακτικές με σκοπό τον καθορισμό των όρων αγοράς του ακατέργαστου καπνού στην Ιταλία, τόσο για τις απευθείας αγορές από τους παραγωγούς όσο και για τις αγορές από τους τρίτους συσκευαστές. Η Επιτροπή απέδειξε, ειδικότερα, ότι η αιτούσα είχε μετάσχει στις εν λόγω εναρμονισμένες πρακτικές από τον Οκτώβριο του 1997 έως τις 5 Νοεμβρίου 1999, καθώς και από τις 29 Μαΐου 2001 έως τις 19 Φεβρουαρίου 2002.
2 Το άρθρο 2 της αποφάσεως επιβάλλει στην προσφεύγουσα πρόστιμο 2,05 εκατομμυρίων ευρώ, πληρωτέο εντός προθεσμίας τριών μηνών από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της αποφάσεως, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 2005.
3 Στο έγγραφο κοινοποιήσεως της αποφάσεως, με ημερομηνία 9 Νοεμβρίου 2005, διευκρινίστηκε ότι, εάν η αιτούσα ασκούσε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν θα ελάμβανε κανένα μέτρο προς είσπραξη του ποσού, για όσο διάστημα η υπόθεση θα εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, καθό μέτρο η απαίτηση θα ήταν τοκοφόρος από της ημερομηνίας εκπνοής της προθεσμίας καταβολής και θα είχε συσταθεί αποδεκτή τραπεζική εγγύηση το αργότερο μέχρι την ημερομηνία αυτή, δηλαδή στις 10 Φεβρουαρίου 2006.
4 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Ιανουαρίου 2006, η αιτούσα άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, EΚ, προσφυγή με αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως καθόσον αφορά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου και, κατά συνέπεια, τη μείωση του ιδίου του προστίμου.
5 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία την ίδια ημερομηνία, η αιτούσα άσκησε, βάσει του άρθρου 242 EΚ και του άρθρου 104 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, την παρούσα αίτηση με αντικείμενο, αφενός, την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως και, αφετέρου, την απαλλαγή της αιτούσας από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως για την καταβολή του προστίμου, ως προϋποθέσεως της μη άμεσης εισπράξεώς του.
6 Στις 10 Φεβρουαρίου 2006 η Επιτροπή κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
7 Κατόπιν προσκλήσεως του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, η αιτούσα υπέβαλε, στις 3 Mαρτίου 2006, νέες παρατηρήσεις, ως προς τις οποίες η Επιτροπή κατέθεσε τις δικές της παρατηρήσεις στις 29 Μαρτίου 2006.
8 Στις 8 Μαΐου 2006 η αιτούσα κατέθεσε συμπληρωματικά έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι είχε προτείνει, με έγγραφο της 20ής Απριλίου 2006, πληρωμή του προστίμου με δόσεις, την οποία όμως είχε απορρίψει η Επιτροπή με έγγραφο της 5ης Μαΐου 2006.
9 Στις 15 Μαΐου 2006 ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων.
10 Κατά την ακρόαση, οι διάδικοι δεσμεύθηκαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο συμφωνίας πληρωμής του προστίμου με δόσεις και να γνωστοποιήσουν στον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου το αποτέλεσμα των συζητήσεών τους.
11 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 26 Μαΐου 2006, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα στις 30 Μαΐου 2006, η αιτούσα γνωστοποίησε στον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου πρόταση πληρωμής του προστίμου με δόσεις την οποία η Επιτροπή απέρριψε με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 6 Ιουνίου 2006.
12 Με την αίτησή της, η αιτούσα ζητεί από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή:
– να αναστείλει την εκτέλεση της αποφάσεως, καθόσον επιβάλλει στην προσφεύγουσα την υποχρέωση να καταβάλει το πρόστιμο, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας δίκης,
– να απαλλάξει την προσφεύγουσα από την υποχρέωση να συστήσει, το αργότερο στις 10 Φεβρουαρίου 2006, τραπεζική εγγύηση ως προϋπόθεση της μη άμεσης εισπράξεως του προστίμου,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων,
– να διατάξει όποιο άλλο μέτρο κρίνει αναγκαίο.
13 Με τις παρατηρήσεις της, η καθής ζητεί από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή:
– να απορρίψει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων,
– να καταδικάσει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
14 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων, αφενός, των άρθρων 242 EΚ και 243 EΚ, και, αφετέρου, του άρθρου 225, παράγραφος 1, EΚ, το Πρωτοδικείο μπορεί, εάν κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
15 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να διευκρινίζονται το αντικείμενο της διαφοράς, οι περιστάσεις που αποδεικνύουν το επείγον καθώς και οι νομικοί και πραγματικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris) τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, οπότε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορρίπτεται εφόσον μια από αυτές ελλείπει [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C‑268/96 P(R), SCK και FNΚ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I‑4971, σκέψη 30]. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Ιανουαρίου 2004, T‑245/03 R, FNSEA κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑271, σκέψη 13).
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
16 Η Επιτροπή φρονεί ότι κανένας από τους ισχυρισμούς που προέβαλε η προσφεύγουσα στην αίτησή της δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 104 του Κανονισμού Διαδικασίας, ιδίως καθόσον δεν είναι αρκούντως τεκμηριωμένοι και δεν περιέχουν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η αιτούσα.
17 Η αιτούσα εκτιμά, αντιθέτως, ότι η αίτηση προσωρινών μέτρων δεν πρέπει να περιέχει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται το κύριο ένδικο βοήθημα. Επιπλέον, κατά την αιτούσα, το άρθρο 104 του Κανονισμού Διαδικασίας σκοπεί στη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, ειδικότερα για να εξασφαλίσει τη δυνατότητα του καθού να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Πάντως, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν παρεμποδίστηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, εφόσον απάντησε διεξοδικώς στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
18 Εάν, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, η έκθεση από την αιτούσα των ισχυρισμών στους οποίους στηρίζεται η κύρια προσφυγή της δεν πληροί τις προϋποθέσεις σαφήνειας του άρθρου 104 του Κανονισμού Διαδικασίας, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί απαράδεκτη (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Ιανουαρίου 2001, T‑236/00 R, Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑15, σκέψη 34).
19 Τα επιχειρήματα της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό θα εξετασθούν στο πλαίσιο της εξετάσεως εκάστου των ισχυρισμών που προβάλλονται προς στοιχειοθέτηση της υπάρξεως fumus boni juris.
20 Επομένως, η εξέταση του παραδεκτού της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων προσήκει να διεξαχθεί στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού των προβαλλομένων ισχυρισμών.
Επί του αντικειμένου της αιτήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
21 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αίτηση της αιτούσας θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει αποκλειστικά ως αντικείμενο την απαλλαγή της από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως της μη άμεσης εισπράξεως του προστίμου που επέβαλε η απόφαση και δεν σκοπεί, κατά συνέπεια, στην αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως.
22 Η αιτούσα δεν υπέβαλε παρατηρήσεις συναφώς.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
23 Με την αίτησή της, η αιτούσα ζητεί, αφενός, να ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως, όσον αφορά την υποχρέωση καταβολής του προστίμου που επέβαλε η Επιτροπή, μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της κύριας προσφυγής, και, αφετέρου, να απαλλαγεί η αιτούσα από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως μη άμεσης εισπράξεως του προστίμου.
24 Πάντως, είναι σαφές ότι, με το έγγραφο κοινοποιήσεως της αποφάσεως της 9ης Νοεμβρίου 2005, η Επιτροπή διευκρίνισε στην αιτούσα ότι, στην περίπτωση κατά την οποία θα ασκούσε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν θα ελάμβανε κανένα μέτρο προς είσπραξη του προστίμου, για όσο διάστημα η υπόθεση θα εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, καθό μέτρο η απαίτηση θα ήταν τοκοφόρος από της ημερομηνίας εκπνοής της προθεσμίας καταβολής και θα είχε συσταθεί τραπεζική εγγύηση αποδεκτή από την Επιτροπή και καλύπτουσα το ύψος της κυρίας απαιτήσεως, καθώς και τους τόκους και τις προσαυξήσεις που θα οφείλονταν, το αργότερο στις 10 Φεβρουαρίου 2006.
25 Επιπλέον, κατά την ακρόαση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, εν αναμονή της αποφάσεως του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων επί της παρούσας αιτήσεως, δεν είχε ακόμη αρχίσει την αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως.
26 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η αίτηση της αιτούσας, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο παρά την απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως της μη άμεσης εισπράξεως του επιβληθέντος με την απόφαση προστίμου.
Επί του fumus boni juris
Επιχειρήματα των διαδίκων
27 Κατά την αιτούσα, πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με το fumus boni juris.
28 Πρώτον, η αιτούσα φρονεί ότι η απόφαση είναι πλημμελής λόγω ελαττωμάτων όσον αφορά την έρευνα, του παραλόγου χαρακτήρα της αιτιολογίας της και, επιπλέον, της παραβιάσεως των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας, καθόσον η Επιτροπή, για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το πραγματικό αποτέλεσμα της συμφωνίας επί της αγοράς ήταν ανύπαρκτο ή, το πολύ, μηδαμινό.
29 Δεύτερον, η αιτούσα εκτιμά ότι η απόφαση πάσχει λόγω του παράλογου χαρακτήρα της αιτιολογίας της και της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Αφενός, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη τη διαφορά μεταξύ των μεριδίων αγοράς που κατέχει η αιτούσα και των μεριδίων αγοράς που κατέχουν οι ανταγωνιστές της κατά τη διαβάθμιση του βασικού ύψους του προστίμου, και τούτο προκειμένου να το καταστήσει ανάλογο προς το ειδικό βάρος της οικείας επιχειρήσεως. Αφετέρου, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη τον μέσο όρο των μεριδίων αγοράς που κατείχε η αιτούσα κατά τη διάρκεια της συμμετοχής της στην παράβαση και όχι μόνο το μερίδιο της αγοράς που κατείχε κατά το τελευταίο έτος της συμμετοχής της στην παράβαση. Eν πάση περιπτώσει, κατά την αιτούσα, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις περιόδους διακοπής της συμμετοχής της στην παράβαση.
30 Τρίτον, η απόφαση επηρεάζεται από πλημμέλειες σχετικά με την αιτιολογία και την έρευνα, δεν τηρεί την υποχρέωση σχετικά με το βάρος της αποδείξεως και πάσχει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών καθόσον, προκειμένου να καθοριστεί το βασικό ύψος του προστίμου, η Επιτροπή υπολόγισε τη διάρκεια της συμμετοχής της αιτούσας στην παράβαση χωρίς να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι αυτή είχε διακόψει εντελώς τη συμμετοχή της στη συμφωνία τον Φεβρουάριο του 1999 και ότι δεν την είχε πλέον ουδέποτε επαναλάβει. Η διάρκεια της συμμετοχής της αιτούσας στη συμφωνία θα έπρεπε, επομένως, να περιοριστεί κατά δύο έτη και έξι μήνες και να καθοριστεί στους δεκαεννέα μήνες.
31 Τέταρτον, η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογίας που υπέχει και υπέπεσε σε πρόδηλη παράβαση του καθήκοντός της να διεξαγάγει έρευνα με επιμέλεια και αμεροληψία, καθόσον, αφενός, δεν έλαβε υπόψη τις ελαφρυντικές περιστάσεις που συνδέονται με τον εξαναγκασμό που άσκησαν στην αιτούσα οι άλλες επιχειρήσεις καθώς και τον καθαρά παθητικό ρόλο της και, αφετέρου, δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τη μη συστηματική εφαρμογή, εν τοις πράγμασι, των αρχών της συμφωνίας.
32 Τέλος, πέμπτον, η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας καθόσον η απόφαση αποδεικνύεται άδικη και δυσανάλογη σε σχέση με την οργανωτική και περιουσιακή δομή της αιτούσας και την πραγματική ικανότητά της συμμετοχής, τούτο δε μέχρι του σημείου να θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την επιβίωσή της, εφόσον το ύψος του επιβληθέντος στην αιτούσα προστίμου είναι σχεδόν ίσο με το διπλάσιο του εταιρικού της κεφαλαίου.
33 Η Επιτροπή φρονεί ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η αιτούσα, αφενός, δεν είναι παραδεκτοί και, αφετέρου, ακόμη και αν ήσαν, δεν θα παρείχαν τη δυνατότητα να συναχθεί το συμπέρασμα περί υπάρξεως fumus boni juris.
34 Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, η Επιτροπή εκτιμά ότι η αιτούσα παραλείπει να μνημονεύσει τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία αντλεί την πεποίθηση ότι η συμφωνία δεν είχε καμία επίπτωση –ή μηδαμινή επίπτωση– στην αγορά. Επομένως, θα ήταν αδύνατον, χωρίς να εξετασθεί η κύρια προσφυγή, να εκτιμηθεί αν ο ισχυρισμός αυτός πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις που πιστοποιούν την ύπαρξη fumus boni juris. Για τον λόγο αυτόν, ο υπό κρίση ισχυρισμός δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και, κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτος και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για να εξακριβωθεί η ύπαρξη fumus boni juris.
35 Eν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν ο πρώτος ισχυρισμός ήταν παραδεκτός, δεν θα ήταν βάσιμος. Η Επιτροπή φρονεί ότι, κατά παγία νομολογία, οι συμφωνίες επί των τιμών, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, συνιστούν πάντοτε, εκ της φύσεώς τους, πολύ σοβαρές παραβάσεις του άρθρου 81 EΚ και ότι, έναντι τέτοιων παραβάσεων, η Επιτροπή απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως όταν πρόκειται να καθορίσει το ύψος του προστίμου, καθόσον τηρούνται τα κριτήρια που θέτουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3) (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές).
36 Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, η Επιτροπή εκτιμά ότι η αιτούσα παραλείπει να προσκομίσει τα ουσιώδη πραγματικά στοιχεία τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα να εκτιμηθεί, χωρίς να εξετασθεί το κύριο ένδικο βοήθημα, αν ο επίμαχος ισχυρισμός πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις που απαιτούνται για να πιστοποιηθεί η ύπαρξη fumus boni juris. Ειδικότερα, η αιτούσα δεν διευκρινίζει ποιο είναι ή ποιο θα ήταν, κατά τη γνώμη της, το μερίδιο αγοράς της ή το μερίδιο αγοράς των δύο ανταγωνιστών της ούτε κατά το τελευταίο έτος της παραβάσεως ούτε υπολογίζοντας τον μέσο όρο των μεριδίων αγοράς κατά τη διάρκεια των ετών εφαρμογής της συμφωνίας. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί απαράδεκτος στο πλαίσιο της εξετάσεως της υπάρξεως fumus boni juris.
37 Eν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν ο δεύτερος ισχυρισμός ήταν παραδεκτός, δεν θα ήταν βάσιμος. Πράγματι, κατά την Επιτροπή, αποτελεί παγία νομολογία ότι η εφαρμογή του ιδίου βασικού ύψους προστίμου σε επιχειρήσεις που κατέχουν μερίδιο αγοράς που περιλαμβάνεται εντός ορισμένου περιθωρίου τιμών το οποίο δεν είναι υπερβολικά ευρύ δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Εν προκειμένω, πάντως, το περιθώριο αυτό εκτείνεται μεταξύ 9 και 11 % και δεν είναι, κατά συνέπεια, υπερβολικά ευρύ.
38 Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό σχετικά με τη διάρκεια της συμμετοχής της αιτούσας στη συμφωνία, είναι, κατά την Επιτροπή, απαράδεκτος ή, τουλάχιστον, προδήλως ακατάλληλος να αποδείξει την ύπαρξη fumus boni juris, διότι η αιτούσα δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξή του.
39 Όσον αφορά τον τέταρτο ισχυρισμό, η Επιτροπή φρονεί ότι η αιτούσα, αφενός, δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο της υποτιθέμενης πιέσεως που άσκησαν επ’ αυτής οι άλλες επιχειρήσεις που συμμετείχαν στη συμφωνία και, αφετέρου, δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι η απόφαση δεν απέδωσε τη δέουσα σημασία στην παθητική ή ταραχοποιό συμπεριφορά που επέδειξε στο πλαίσιο της συμφωνίας. Ο ισχυρισμός είναι, κατά συνέπεια, απαράδεκτος ή, τουλάχιστον, στερείται προδήλως βάσεως.
40 Όσον αφορά τον πέμπτο ισχυρισμό, η Επιτροπή φρονεί ότι αυτός στηρίζεται σε υπερβολικά γενικές επικρίσεις ώστε να παράσχει τη δυνατότητα να εκτιμηθεί η σοβαρότητα και το βάσιμό του. Κατά συνέπεια, δεν είναι παραδεκτός προκειμένου να εξετασθεί η ύπαρξη του fumus boni juris.
41 Προκειμένου περί των επιχειρημάτων περί του απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή, η αιτούσα απαντά ότι, για να είναι παραδεκτή αίτηση προσωρινών μέτρων, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται πρέπει να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό, από το κείμενο της ίδιας της αιτήσεως. Αντιθέτως, σε αντιδιαστολή προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζεται αμέσως η απόδειξη των προβαλλομένων ισχυρισμών, δεδομένου ότι η αιτούσα θα πρέπει να ικανοποιεί πλήρως τις προϋποθέσεις αποδείξεως στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης.
42 Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, εφόσον η Επιτροπή καταθέτει τις παρατηρήσεις της και ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής είναι σε θέση να προβεί στον έλεγχό του, η αίτηση δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί παραδεκτή. Στην πραγματικότητα, η παρουσίαση των παρατηρήσεων της Επιτροπής αποδεικνύει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην αίτηση πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και ότι η ίδια αυτή αίτηση είναι παραδεκτή. Συναφώς, η αιτούσα επισημαίνει ότι, παρά την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε, η Επιτροπή απάντησε στην αίτηση καταθέτοντας ακριβείς και δομημένες παρατηρήσεις, αποδεικνύοντας έτσι τον συνεκτικό και κατανοητό χαρακτήρα των επιχειρημάτων που εξέθεσε η αιτούσα προς στήριξη των ισχυρισμών που δικαιολογούν το fumus boni juris της προσφυγής.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
43 Πρέπει να αναγνωρισθεί ότι τουλάχιστον ορισμένοι από τους ισχυρισμούς που προβάλλει η αιτούσα φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, ότι ασκούν επιρροή και, εν πάση περιπτώσει, δεν στερούνται πλήρως ερείσματος.
44 Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, για τον πρώτο και για ένα σκέλος του δευτέρου ισχυρισμού.
– Επί του πρώτου ισχυρισμού, που αντλείται, κυρίως, από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
45 Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, κατά τον υπολογισμό του αρχικού ύψους του προστίμου, δεν έλαβε υπόψη το πραγματικό αποτέλεσμα της συμφωνίας επί της αγοράς, το οποίο ήταν, κατ’ αυτήν, ανύπαρκτο ή, έστω, μηδαμινό.
46 Η Επιτροπή, αφενός, στηρίζεται στο απαράδεκτο του ισχυρισμού καθόσον δεν μνημονεύει τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία η αιτούσα αντλεί την πεποίθηση ότι η συμφωνία δεν είχε επίπτωση στην αγορά και, αφετέρου, φαίνεται να εκτιμά ότι, όταν η φύση των παραβάσεων είναι τέτοια ώστε αυτές πρέπει να θεωρούνται πολύ σοβαρές, η αξιολόγηση της επιπτώσεως της συμφωνίας στην αγορά δεν είναι αναγκαία.
47 Πάντως, όσον αφορά το παραδεκτό του ισχυρισμού, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 3, και του άρθρου 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων ισχυρισμών. Η ένδειξη αυτή πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής για να παρέχει στον καθού τη δυνατότητα να ετοιμάσει την άμυνά του και στο Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς άλλη πληροφορία προς στήριξή της. Προκειμένου να διασφαλισθεί η ασφάλεια δικαίου και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, πρέπει, για είναι παραδεκτή η προσφυγή, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, στα οποία στηρίζεται, να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικά, αλλά κατά συνεκτικό και κατανοητό τρόπο, από το κείμενο του ίδιου του δικογράφου (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 17ης Φεβρουαρίου 2006, T‑171/05 R II, Nijs κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 23).
48 Επισημαίνεται, εν προκειμένω, ότι η καθής δεν υποστηρίζει ότι δεν ήταν σε θέση να ετοιμάσει την άμυνά της επειδή η αίτηση αναστολής εκτελέσεως δεν ήταν αρκούντως σαφής και κατανοητή. Όπως υπογραμμίζει η αιτούσα, η Επιτροπή κατέθεσε παρατηρήσεις που απαντούν διεξοδικά στον υπό κρίση ισχυρισμό.
49 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αίτηση αναφέρει το αντικείμενο της διαφοράς και περιέχει συνοπτική έκθεση των επιχειρημάτων που επικαλείται η αιτούσα, τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα να ληφθεί απόφαση επί της ίδιας της αιτήσεως.
50 Οι λόγοι απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει, επομένως, να απορριφθούν.
51 Άλλωστε, από τα προηγούμενα καθώς και από τις αναλύσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 16 έως 20 ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση είναι, αυτή καθεαυτήν, παραδεκτή.
52 Όσον αφορά την εξέταση του ισχυρισμού αυτού επί της ουσίας, η αιτούσα στηρίζεται στη νομολογία του Πρωτοδικείου κατά την οποία, κατά τον καθορισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως, στην περίπτωση συμπράξεων για τις τιμές, πρέπει να διαπιστωθεί ότι οι συμπράξεις παρέσχον πράγματι στις οικείες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να φθάσουν σε επίπεδο τιμών εμπορικών συναλλαγών ανώτερο αυτού που θα ίσχυε αν δεν υπήρχε η σύμπραξη (απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2003, T‑224/00, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑2597, σκέψη 151).
53 Η Επιτροπή, αντιθέτως, αφενός, στηρίζεται στη νομολογία του Πρωτοδικείου κατά την οποία η ενδεικτική περιγραφή, στις κατευθυντήριες γραμμές, των παραβάσεων που έχουν την τάση να θεωρούνται πολύ σοβαρές δεν περιλαμβάνει καμία προϋπόθεση αντικτύπου ούτε επελεύσεως συνεπειών σε συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Οκτωβρίου 2005, T‑38/02, Groupe Danone κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 150). Αφετέρου, η Επιτροπή δικαιολογεί το γεγονός ότι η επίπτωση της συμφωνίας δεν ελήφθη υπόψη, κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, στηριζόμενη στις κατευθυντήριες γραμμές της οι οποίες προβλέπουν ότι η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την επίπτωση της παραβάσεως μόνον όταν αυτή μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά. Eν προκειμένω, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν διέθετε στοιχεία για να αποτιμήσει την εν λόγω επίπτωση και, κατά συνέπεια, ότι αυτή δεν μπορούσε να προσδιοριστεί ποσοτικά.
54 Επιβάλλεται, όμως, η διαπίστωση ότι, κατά τις κατευθυντήριες γραμμές (σημείο 1 A, πρώτο εδάφιο), «[η] αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως πρέπει να λαμβάνει υπόψη […] τη συγκεκριμένη επίπτωσή της επί της αγοράς εφόσον μπορεί να αποτιμηθεί […]».
55 Ομοίως, σύμφωνα με τη νομολογία, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να προβεί σε τέτοια εξέταση όταν καθίσταται σαφές ότι η επίπτωση αυτή μπορεί να αποτιμηθεί (απόφαση Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, σκέψη 52 ανωτέρω, σκέψεις 45 και 143, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Ιουλίου 2005, T‑241/01, Scandinavian Airlines System AB κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 122).
56 Επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι στο στάδιο αυτό δεν είναι δυνατόν για τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να αποφασίσει εκ πρώτης όψεως, αφενός, ότι στην οικεία επιχείρηση απόκειται να αποδείξει, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, ότι η επίπτωση της παραβάσεως μπορεί να αποτιμηθεί και, επομένως, ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να τη λάβει υπόψη της και, αφετέρου, αν εν προκειμένω η επίπτωση μπορούσε ή όχι να αποτιμηθεί.
57 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο παρών ισχυρισμός δεν στερείται παντός ερείσματος και χρήζει εμπεριστατωμένου ελέγχου από το Πρωτοδικείο στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής.
– Επί του δευτέρου ισχυρισμού, που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
58 Η αιτούσα αμφισβητεί την ορθότητα του κριτηρίου του υπολογισμού των μεριδίων αγοράς που υιοθέτησε η Επιτροπή για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου.
59 Κατά την αιτούσα, στις περιπτώσεις συμμετοχής σε παράβαση η οποία διακόπηκε, το μερίδιο αγοράς που χρησιμοποιείται ως κριτήριο για τον καθορισμό του προστίμου δεν θα πρέπει να είναι το μερίδιο ολοκλήρου του τελευταίου έτους της παραβάσεως. Θα πρέπει μάλλον να πρόκειται για τη μέση αξία η οποία θα ελάμβανε υπόψη όλες τις αυξομειώσεις των μεριδίων αγοράς που παρουσιάστηκαν κατά τα έτη συμμετοχής στη συμφωνία, καθώς και τις διαπιστωθείσες διακοπές της συμμετοχής στην παράβαση.
60 Eν προκειμένω, η αιτούσα φρονεί ότι για τον καθορισμό του βασικού ύψους του προστίμου ανάλογα με τη σοβαρότητα της παραβάσεως, η Επιτροπή όφειλε να αναφερθεί στον μέσο όρο των μεριδίων αγοράς της κατά το διάστημα 1997-2001 και όχι μόνο στο μερίδιο της χρήσεως του 2001, λαμβάνοντας υπόψη τη διακοπή κατά τα έτη 1999-2000. Εφόσον έπρεπε να χρησιμοποιηθεί μια μέθοδος ανάλογου υπολογισμού για την αιτούσα και για τις άλλες εταιρίες που συμμετείχαν στη συμφωνία, των οποίων εν τούτοις η συμμετοχή ουδέποτε διακόπηκε, η απόφαση θα ήταν πλημμελής λόγω διαφορετικής μεταχειρίσεως και εξαιτίας του παράλογου χαρακτήρα της αιτιολογίας της για τον οικείο διάδικο.
61 Δεδομένου ότι οι λόγοι απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή σχετικά με το παραδεκτό του ισχυρισμού αυτού είναι πανομοιότυποι προς αυτούς που προβλήθηκαν σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό, πρέπει να απορριφθούν για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 47 έως 50 ανωτέρω.
62 Επιπλέον, όσον αφορά το βάσιμο του ισχυρισμού αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το επιχείρημα αυτό στις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Η Επιτροπή εξετάζει το ζήτημα αυτό στις παρατηρήσεις της 29ης Μαρτίου 2006. Με τις παρατηρήσεις αυτές, περιορίζεται να επισημάνει ότι η αιτούσα δεν προσκόμισε την απόδειξη ότι μια μέση αξία των μεριδίων αγοράς κατά τα έτη κατά τα οποία έλαβε χώρα η παράβαση είναι αισθητώς κατώτερη από το μερίδιο αγοράς της αιτούσας το 2001.
63 Κατά συνέπεια, έπεται ότι η Επιτροπή δεν εκφράστηκε επί του ζητήματος αν η απόφαση παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, στο μέτρο που εκτίμησε ότι έπρεπε να χρησιμοποιηθεί μέθοδος υπολογισμού ανάλογη για την αιτούσα και για τους άλλους μετέχοντες στη συμφωνία, των οποίων η συμμετοχή ουδέποτε διακόπηκε.
64 Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της μέριμνάς της για διαφάνεια και προκειμένου να ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου των οικείων επιχειρήσεων, η Επιτροπή δημοσίευσε κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες διατυπώνει τη μέθοδο υπολογισμού που επέβαλε στον εαυτό της σε κάθε περίπτωση. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι, υιοθετώντας τέτοιους κανόνες συμπεριφοράς και αναγγέλλοντας με τη δημοσίευσή τους ότι θα τους εφαρμόζει εφεξής στις περιπτώσεις που οι κανόνες αυτοί αφορούν, η Επιτροπή αυτοπεριορίζεται στην άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως και δεν μπορεί να αποκλίνει από τους κανόνες αυτούς, διότι άλλως θα της επιβληθούν ενδεχομένως κυρώσεις λόγω παραβιάσεως γενικών αρχών του δικαίου, όπως η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Επιπλέον, οι κατευθυντήριες γραμμές, καίτοι δεν συνιστούν τη νομική βάση αποφάσεως, καθορίζουν, κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, τη μεθοδολογία που επέβαλε στον εαυτό της η Επιτροπή για τον καθορισμό του ύψους των προστίμων που επιβλήθηκαν με την απόφαση αυτή και κατοχυρώνουν, κατά συνέπεια, την ασφάλεια δικαίου των επιχειρήσεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψεις 211 και 213).
65 Συναφώς, το σημείο 1 A των κατευθυντηρίων γραμμών προβλέπει ότι θα είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η πραγματική οικονομική δυνατότητα των δραστών της παραβάσεως να προκαλέσουν σημαντική ζημία στους άλλους επιχειρηματίες, ιδίως στους καταναλωτές, και να ορισθεί το ύψος του προστίμου σε ένα ποσό που θα του εξασφαλίσει αρκούντως αποτρεπτικό χαρακτήρα.
66 Πάντως, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι δυνατόν για τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να αποκλείσει ότι το επιχείρημα της αιτούσας ότι η πραγματική οικονομική δυνατότητα προκλήσεως ζημίας αξιολογείται ορθότερα με την αναφορά στον μέσο όρο των μεριδίων αγοράς της οικείας επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια της παραβάσεως, λαμβανομένων υπόψη ενδεχομένων διακοπών, παρά με τον υπολογισμό μόνον του μεριδίου αγοράς της επιχειρήσεως αυτής κατά το τελευταίο έτος της παραβάσεως.
67 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο υπό κρίση ισχυρισμός δεν στερείται πλήρως βάσεως.
68 Οι προηγούμενες σκέψεις αρκούν για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, τουλάχιστον ένα μέρος των ισχυρισμών που προβάλλει η αιτούσα, ασκεί, εκ πρώτης όψεως, επιρροή και, εν πάση περιπτώσει, δεν στερείται εντελώς βάσεως. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί εν προκειμένω η ύπαρξη fumus boni juris (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη FNSEA κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 15 ανωτέρω, σκέψη 55).
Επί του επείγοντος
Επιχειρήματα των διαδίκων
69 Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι η προϋπόθεση σχετικά με το επείγον πληρούται εν προκειμένω.
70 Εκ προοιμίου, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι δεν ανήκει σε μεγάλο όμιλο αλλά σε δύο φυσικά πρόσωπα, τη Marina D’Ottavi και τον Paolo Baiani (στο εξής: ζεύγος Baiani), και ότι οι διαστάσεις της δεν είναι σημαντικές, εφόσον το εταιρικό της κεφάλαιο ανέρχεται μόνον σε 1,1 εκατομμύρια ευρώ και ο κύκλος εργασιών της το 2004 ανερχόταν μόνο σε 20 εκατομμύρια ευρώ.
71 Πρώτον, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι ζήτησε τραπεζική εγγύηση από δύο τράπεζες, και συγκεκριμένα από την UniCredit Banca d’Impresa SpA και τη Sanpaolo IMI SpA, οι οποίες αρνήθηκαν να της τη χορηγήσουν.
72 Οι λόγοι της αρνήσεως αυτής εντοπίζονται ευχερώς λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος, αφενός, ότι καθόσον το πρόστιμο ανέρχεται σε ύψος ίσο με το διπλάσιο περίπου του εταιρικού κεφαλαίου της αιτούσας, η ίδια η εγγραφή του προστίμου στους λογαριασμούς της εταιρίας αρκεί για να τεθεί υπό εκκαθάριση και, αφετέρου, ότι οι οικείες τράπεζες έλαβαν γνώση του γεγονότος ότι η αιτούσα αντιμετώπιζε από μερικών ετών δυσχέρειες, λόγω της καθαρής μειώσεως του μεριδίου αγοράς κατά 33 % σε δύο μόνον εταιρικές χρήσεις (από 12,15 % το 2002 έως 8,1 % το 2004). Η δύσκολη αυτή περίοδος εξηγεί γιατί οι τρεις τελευταίες εταιρικές χρήσεις υπήρξαν αρνητικές και προκάλεσαν, το 2004, ζημία 361 642 ευρώ, το 2003, ζημία 93 030 ευρώ και, το 2002, ζημία 66 709 ευρώ.
73 Δεύτερον, η αιτούσα παρατηρεί ότι το ζεύγος Baiani, ως μέτοχοι της αιτούσας, ζήτησαν χωριστά από τις ίδιες αυτές τράπεζες πανομοιότυπη εγγύηση. Ακόμη μια φορά, οι τράπεζες αρνήθηκαν να χορηγήσουν την αιτηθείσα εγγύηση.
74 Τέλος, τρίτον, κατά την αιτούσα, η άμεση είσπραξη του προστίμου θα της προκαλούσε σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Η είσπραξη αυτή συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, την εξαφάνισή της από την αγορά.
75 Από την πλευρά της, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά παγία νομολογία, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋπόθεση της μη άμεσης εισπράξεως του ποσού του προστίμου δεν μπορεί να γίνει δεκτή παρά μόνον επί εξαιρετικών περιστάσεων. Πάντως, κατά την Επιτροπή, η ύπαρξη αυτών των εξαιρετικών περιστάσεων μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί αποδεδειγμένη όταν ο διάδικος που ζητεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση συστάσεως της απαιτουμένης τραπεζικής εγγυήσεως προσκομίσει την απόδειξη, πρώτον, ότι του είναι αντικειμενικά αδύνατον να συστήσει την εγγύηση αυτή ή, δεύτερον, ότι η σύστασή της θα έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή του.
76 Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η αιτούσα δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα και δεν προσκομίζει καμία απόδειξη προς στήριξη των ισχυρισμών της.
77 Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, η Επιτροπή εκτιμά ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι της ήταν αντικειμενικά αδύνατον να συστήσει την εγγύηση αυτή.
78 Πρώτον, όσον αφορά τις επιστολές των δύο τραπεζών, η αιτούσα, κατ’ αρχάς, δεν εξήγησε γιατί απευθύνθηκε σε δύο μόνον τράπεζες. Στη συνέχεια, δεν διευκρίνισε αν ήταν τακτική πελάτης των δύο ιδίων τραπεζών. Άλλωστε, δεν προσέφερε τις κατάλληλες εγγυήσεις. Τέλος, δεν προσκόμισε έγγραφα που εκθέτουν την οικονομική και χρηματοπιστωτική της κατάσταση.
79 Δεύτερον, οι ίδιες σκέψεις θα μπορούσαν να διατυπωθούν σε σχέση με τις επιστολές που αφορούν τους δύο μετόχους της αιτούσας. Ειδικότερα, αφενός, δεν είναι σαφές αν είναι ή όχι τακτικοί πελάτες των δύο τραπεζών και, αφετέρου, δεν προσκομίστηκε κανένα έγγραφο που να εκθέτει την οικονομική και χρηματοπιστωτική τους κατάσταση.
80 Τρίτον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αιτούσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι το πρόστιμο αντιστοιχεί στο διπλάσιο του εταιρικού της κεφαλαίου. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ζημίες που υπέστη η αιτούσα δεν είναι υψηλές σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της, ιδίως όσον αφορά τα έτη 2002 και 2003.
81 Τέταρτον, η αιτούσα δεν παρέσχε κανένα στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι η εγγραφή του προστίμου στους λογαριασμούς της εταιρίας θα προκαλούσε τη θέση της υπό εκκαθάριση.
82 Τέλος, πέμπτον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, μέχρι τον Δεκέμβριο του 2005, η αιτούσα αποτελούσε τμήμα ολλανδικού πολυεθνικού ομίλου ο οποίος πώλησε τη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της αιτούσας, σε ύψος 80 %, στο ζεύγος Baiani αμέσως μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως.
83 Στις από 3 Μαρτίου 2006 παρατηρήσεις της, η αιτούσα αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων της Επιτροπής.
84 Πρώτον, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Πρωτοδικείου, η άρνηση από δύο πιστωτικά ιδρύματα να χορηγήσουν τραπεζική εγγύηση αρκεί για να αποδειχθεί η αδυναμία συστάσεως τέτοιας εγγυήσεως. Επιπλέον, προσκομίζει αποσπάσματα των τραπεζικών λογαριασμών της στις δύο τράπεζες στις οποίες υποβλήθηκαν αιτήσεις, από τα οποία προκύπτει ότι ο λογαριασμός που άνοιξε η αιτούσα στη Sanpaolo IMI χρονολογείται από το 1991 και αυτός που άνοιξε στην UniCredit Banca d’Impresa χρονολογείται από το 1995, οπότε η αιτούσα θα πρέπει να θεωρηθεί ως τακτική πελάτης των δύο τραπεζών.
85 Δεύτερον, η αιτούσα διευκρινίζει ότι οι δύο τράπεζες γνωρίζουν πολύ καλά την οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάστασή της και ότι είχαν ήδη διακόψει τις πιστώσεις τους λόγω της χειροτερεύσεως της καταστάσεώς της.
86 Τρίτον, η αιτούσα προσκομίζει έγγραφα, διευκρινίζοντας ότι αυτά δεν ήσαν ακόμη διαθέσιμα κατά τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως, μεταξύ άλλων του ισολογισμού της στις 31 Δεκεμβρίου 2005 (στο εξής: ισολογισμός του 2005), μια έκθεση των οικονομικών ελεγκτών της 10ης Ιανουαρίου 2006 και τα πρακτικά της τακτικής συνελεύσεως των μετόχων της 20ής Ιανουαρίου 2006.
87 Από τον ισολογισμό του 2005 προκύπτει ότι το αρνητικό αποτέλεσμα των 962 870 ευρώ λαμβάνει υπόψη το απόθεμα που συστήθηκε για να καλυφθεί ο κίνδυνος πληρωμής του προστίμου ύψους 1 000 000 ευρώ. Εν τούτοις, παρά το γεγονός ότι το αποτέλεσμα αυτό, χωρίς να υπολογιστεί το απόθεμα αυτό, θα ήταν θετικό σε ύψος 37 130 ευρώ, η αιτούσα επιθυμεί να διευκρινίσει ότι, για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό, χρειάστηκε να πωλήσει εργοστάσιο που βρίσκεται στη Cerratina (Iταλία), οπότε η αξία του ενεργητικού σε ακίνητα δεν ανέρχεται πλέον εφεξής παρά σε 563 874 ευρώ, δηλαδή ποσό κατώτερο του ύψους του προστίμου. Ομοίως, οι απαιτήσεις της αιτούσας, οι οποίες ανέρχονται σε 4 534 558 ευρώ, είναι λιγότερο σημαντικές από τα χρέη της, τα οποία ανέρχονται σε 11 569 438 ευρώ. Τέλος, ο κύκλος εργασιών της αιτούσας κατήλθε από 20 568 101 ευρώ το 2004 σε 14 674 014 ευρώ το 2005.
88 Όσον αφορά τα αποτελέσματα της εγγραφής του προστίμου στους λογαριασμούς της αιτούσας, αυτή διευκρινίζει ότι τα άρθρα 2447 και 2484, τέταρτο εδάφιο, του ιταλικού αστικού κώδικα προβλέπουν ότι η εγγραφή στον ισολογισμό θέσεως του παθητικού που ισοδυναμεί με το διπλάσιο του εταιρικού κεφαλαίου, όπως συμβαίνει με το πρόστιμο που επιβλήθηκε εν προκειμένω, μπορεί να μειώσει το κεφάλαιο αυτό στο μηδέν. Η μείωση του κεφαλαίου σε επίπεδο κατώτερο του ελαχίστου νομίμου ορίου, σε περίπτωση μη κεφαλαιοποιήσεως, συνεπάγεται με τη σειρά της την υποχρέωση συγκλήσεως της γενικής συνελεύσεως για να διασκεφθεί σε σχέση με τη θέση της εταιρίας υπό εκκαθάριση και προαναγγέλλει εκ του λόγου αυτού την έναρξη διαδικασίας πτωχεύσεως.
89 Όσον αφορά τις σχέσεις των μετόχων της αιτούσας με τις τράπεζες που αρνήθηκαν να τους χορηγήσουν τραπεζική εγγύηση, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι αυτοί είχαν ανοίξει λογαριασμούς στην UniCredit Banca d’Impresa τουλάχιστον από το 1999 και ότι έπρεπε επομένως να θεωρούνται ως τακτικοί πελάτες.
90 Προκειμένου περί της εξόδου του κεφαλαίου της αιτούσας από τον ολλανδικό όμιλο ο οποίος είχε τον έλεγχό της μέχρι τον Δεκέμβριο του 2005, η αιτούσα διευκρινίζει ότι η ολλανδική εταιρία Nicotiana Holding BV είχε αγοράσει από το ζεύγος Baiani τη συμμετοχή τους στο κεφάλαιο της αιτούσας το 2002. Μετά από την κοινοποίηση της αποφάσεως, το ζεύγος Baiani αποφάσισε να εξαγοράσει τη συμμετοχή στην ίδια τιμή με αυτή στην οποία την είχε πωλήσει τρία έτη προηγουμένως, λόγω του γεγονότος ότι εκτιμούσε ότι ήταν λίαν πιθανόν να προκύψει διαφορά με τη Nicotiana Holding, η οποία ήταν για το ζεύγος σημαντικός εμπορικός εταίρος.
91 Στις από 29 Μαρτίου 2006 παρατηρήσεις της, η Επιτροπή, κατ’ αρχήν, διατυπώνει αμφιβολίες ως προς την αξία του εργοστασίου της Cerratina, όπως προκύπτει από τον ισολογισμό του 2005. Στη συνέχεια, παρατηρεί ότι η αιτούσα, παρά την υποχρέωσή της να πληρώσει το πρόστιμο, προτίμησε να πληρώσει άλλα χρέη, μολονότι αυτά δεν ήσαν ακόμη απαιτητά. Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η αιτούσα ουδέποτε πρότεινε πληρωμή του προστίμου με δόσεις.
92 Επιπλέον, όσον αφορά την εξαγορά μετοχών από το ζεύγος Baiani, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αιτούσα, κατ’ αρχάς, δεν προσκόμισε τη σύμβαση αγοράς μετοχών που υπογράφηκε προς τούτο το 2002. Στη συνέχεια, κατά τη νομική πραγματογνωμοσύνη που πραγματοποιήθηκε πριν από την υπογραφή της συμβάσεως, ενημέρωσε τον αγοραστή για τον κίνδυνο επιβολής προστίμου. Τέλος, δεν διευκρινίζει ούτε τον λόγο για τον οποίο η εξαγορά έπρεπε να πραγματοποιηθεί αμέσως μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως ούτε τον λόγο για τον οποίο η έκβαση ενδεχόμενης διαφοράς με τη Nicotiana Holding θα ήταν τόσο παρακινδυνευμένη όσο την εκτιμά η αιτούσα.
93 Μετά την ακρόαση, κατόπιν αιτήσεως του Προέδρου του Πρωτοδικείου, η αιτούσα προσκόμισε, αφενός, τη σύμβαση πωλήσεως μετοχών του 2002 με την οποία το ζεύγος Baiani είχε εκχωρήσει τη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της αιτούσας στη Nicotiana Holding και, αφετέρου, ορισμένες συμπληρωματικές πληροφορίες που παρέχουν τη δυνατότητα να εκτιμηθεί η οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση των μετόχων της αιτούσας.
94 Κατά την αιτούσα, από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι η χρηματοπιστωτική κατάσταση των μετόχων της δεν τους παρέχει τη δυνατότητα ούτε να πληρώσουν το σύνολο του προστίμου ούτε να συστήσουν την τραπεζική εγγύηση που ζήτησε η Επιτροπή.
95 Όσον την αφορά, η Επιτροπή εκτιμά, αφενός, ότι τα έγγραφα που προσκόμισε η αιτούσα δεν είναι επαρκή για να αποδείξουν τη χρηματοπιστωτική κατάσταση των μετόχων της και, αφετέρου, ότι, εν πάση περιπτώσει, αυτή η κατάσταση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα αυτά, θα μπορούσε τουλάχιστον να παράσχει στο ζεύγος Baiani τη δυνατότητα να βελτιώσει την πρότασή του περί μερικής πληρωμής.
96 Η Επιτροπή καταλήγει ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι τελούσε σε αντικειμενική αδυναμία να συστήσει τραπεζική εγγύηση ή ότι αυτή θα εξέθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή της.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
97 Κατά παγία νομολογία, το αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως με αντικείμενο την απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋπόθεση για τη μη άμεση είσπραξη του ποσού του προστίμου μπορεί να γίνει δεκτό μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Μαΐου 1982, 107/82 R, AEG κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1549, σκέψη 6). Πράγματι, η δυνατότητα επιβολής υποχρεώσεως συστάσεων τραπεζικής εγγυήσεως προβλέπεται ρητώς στις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων από τους Κανονισμούς διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, και αποτελεί γενικό και εύλογο τρόπο συμπεριφοράς της Επιτροπής (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 5ης Αυγούστου 2003, T‑79/03 R, RIO κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑3027, σκέψη 25, και FNSEA κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 15 ανωτέρω, σκέψη 77).
98 Η ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί όταν ο διάδικος που ζητεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση συστάσεως της αιτούμενης τραπεζικής εγγυήσεως αποδεικνύει ότι του είναι αδύνατο να συστήσει την εν λόγω εγγύηση (FNSEA κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 15 ανωτέρω, σκέψη 78), ή ότι η σύσταση της εγγυήσεως αυτής θα εξέθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή του (διάταξη ΙRO κατά Επιτροπής, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψη 26).
99 Eν προκειμένω, η αιτούσα δεν ισχυρίζεται ότι η σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως μπορεί να εκθέσει σε κίνδυνο την ύπαρξή της. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι της είναι αντικειμενικά αδύνατον να συστήσει τέτοια εγγύηση.
100 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξετασθεί αν η αιτούσα απέδειξε επαρκώς από νομικής απόψεως ότι της ήταν αντικειμενικά αδύνατον να συστήσει τραπεζική εγγύηση.
101 Το κυριότερο επιχείρημα που προέβαλε η αιτούσα συνίσταται στον ισχυρισμό ότι κανένα πιστωτικό ίδρυμα δεν δήλωσε διατεθειμένο να εγγυηθεί το χρέος της έναντι της Επιτροπής, εφόσον η χρηματοπιστωτική της κατάσταση δεν της παρέχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την πληρωμή του.
102 Πάντως, όσον αφορά, πρώτον, τα επιχειρήματα της Επιτροπής ως προς τη σχέση μεταξύ της αιτούσας και των πιστωτικών ιδρυμάτων στα οποία απευθύνθηκε, επιβάλλεται η παρατήρηση, πρώτον, ότι, όπως ορθώς επισημαίνει η αιτούσα, η σημασία των εγγράφων περί αρνήσεως συστάσεως της τραπεζικής εγγυήσεως πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της αντικειμενικής οικονομικής καταστάσεως της αιτούσας (βλ., υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 28ης Ιουνίου 2000, T‑191/98 R II, Cho Yang Shipping κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑2551, σκέψη 43). Κατά συνέπεια, η σημασία των εγγράφων αυτών δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αφεαυτής, για τον λόγο και μόνον του μικρού αριθμού τους.
103 Επομένως, το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο η προσκόμιση δύο μόνον αρνητικών επιστολών δεν αρκεί για να αποδείξει την αδυναμία της αιτούσας να συστήσει τραπεζική εγγύηση δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
104 Δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αιτούσα, αφενός, δεν απέδειξε σαφώς ότι ήταν τακτική πελάτης των δύο τραπεζών στις οποίες απευθύνθηκε και, αφετέρου, δεν προσκόμισε έγγραφα που εκθέτουν την οικονομική και χρηματοπιστωτική της κατάσταση.
105 Πάντως, αφενός, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτούσα προσκόμισε αποσπάσματα από τους τρέχοντες λογαριασμούς της στις δύο οικείες τράπεζες, οι οποίοι ανοίχθηκαν προ πολλών ετών. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αιτούσα ήταν τακτική πελάτης των δύο τραπεζών από τις οποίες είχε ζητήσει τραπεζική εγγύηση.
106 Αφετέρου, η αιτούσα προσκόμισε τους ετήσιους λογαριασμούς της για το 2005, αφού οι λογαριασμοί της εγκρίθηκαν από τους οικονομικούς ελεγκτές.
107 Eν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση, κατ’ αρχάς, ότι ο ισολογισμός του 2005 εμφανίζει αρνητικό αποτέλεσμα 962 870 ευρώ το οποίο, μολονότι εμπερικλείει απόθεμα 1 000 000 ευρώ, λαμβάνει υπόψη μόνο το ήμισυ του ποσού του προστίμου που όντως επιβλήθηκε στην αιτούσα. Στη συνέχεια, η θετική τάση των οικονομικών αποτελεσμάτων της αιτούσας σε σχέση με το προηγούμενο έτος πρέπει να εκτιμηθεί λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, στην πώληση ακινήτου περιουσιακού στοιχείου μάλλον παρά στην αύξηση του κύκλου εργασιών και ότι, εν πάση περιπτώσει, τα αποτελέσματα αυτά δεν παρέχουν τη δυνατότητα εισπράξεως του συνολικού ύψους του προστίμου. Τέλος, η αξία των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων της αιτούσας ανέρχεται μόνο σε 563 874 ευρώ, δηλαδή σε ποσό κατώτερο του συνολικού ύψους του προστίμου. Τέλος, η χρέωση της αιτούσας είναι ακόμη σημαντική, όπως ακριβώς η μείωση του κύκλου εργασιών της σε σχέση με το έτος 2004.
108 Πάντως, εν προκειμένω, η αιτούσα ζήτησε, με έγγραφα της 28ης Δεκεμβρίου 2005 και της 9ης Ιανουαρίου 2006 που συντάχθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο, τραπεζική εγγύηση από την UniCredit Banca d’Impresa και από τη Sanpaolo IMI. Όσον αφορά την πρώτη τράπεζα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η άρνησή της στηρίζεται ρητώς σε αρνητική αξιολόγηση της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής καταστάσεως της αιτούσας. Όσον αφορά τη δεύτερη τράπεζα, μολονότι δεν αναφέρεται ρητώς σε τέτοιες συνθήκες, κανένα στοιχείο του φακέλου δεν καθιστά δυνατή την αμφιβολία ότι οι συνθήκες αυτές προκάλεσαν την άρνηση αυτή.
109 Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων, πρέπει να θεωρηθεί ότι, ενόψει της εξελίξεως της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής καταστάσεως της αιτούσας, οι δύο τράπεζες αρνήθηκαν να της χορηγήσουν την εγγύηση που ζήτησε η Επιτροπή.
110 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αιτούσα απέδειξε επαρκώς από νομικής απόψεως την ανικανότητά της να εξασφαλίσει η ίδια την τραπεζική εγγύηση που απαιτεί η Επιτροπή.
111 Πάντως, προκειμένου να εκτιμηθεί η ικανότητα της αιτούσας να συστήσει την επίμαχη εγγύηση, πρέπει, σύμφωνα με παγία νομολογία, να ληφθεί υπόψη και ο όμιλος εταιριών από τον οποίο εξαρτάται αμέσως ή εμμέσως, ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα να παράσχει τις ασφάλειες που οι τράπεζες θα μπορούσαν να απαιτήσουν. Η απαίτηση αυτή συνδέεται, αφενός, με το δημόσιο συμφέρον το οποίο αφορά την εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής και τη διαφύλαξη των δημοσιονομικών συμφερόντων της Κοινότητας και, αφετέρου, με τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν, για τους μετόχους της, από τις ενδεχόμενες αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορές μιας εταιρίας. Αυτή η εκτίμηση της καταστάσεως του ομίλου στον οποίον ανήκει ουδόλως συνεπάγεται ότι το πρόστιμο ή η ευθύνη της παραβάσεως καταλογίζεται σε τρίτους (βλ. διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουλίου 1999, T‑191/98 R, DSR-Senator Lignes κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑2531, σκέψη 64, και παρατεθείσα νομολογία).
112 Δεν αμφισβητείται ότι, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η αιτούσα προέβη στα διαβήματά της για να συστήσει τραπεζική εγγύηση, οι μόνοι μέτοχοι της αιτούσας ήσαν το ζεύγος Baiani, που κατείχε το σύνολο των μετοχών της αιτούσας. Το ζεύγος Baiani είναι ακόμη, μέχρι σήμερα, οι μοναδικοί μέτοχοι της αιτούσας. Πάντως, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι τους ήταν αδύνατον να συστήσουν τραπεζική εγγύηση υπέρ αυτής.
113 Πρέπει να τονισθεί, εκ προοιμίου, ότι το γεγονός ότι η Nicotiana Holding παραχώρησε τη συμμετοχή της αμέσως μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως δεν είναι καθοριστικής σημασίας εν προκειμένω.
114 Πράγματι, αφού έχασε την ιδιότητα μετόχου της αιτούσας, αφενός, δεν μπορεί να απαιτηθεί καμία υποστήριξη εκ μέρους της και, αφετέρου, η υποχρέωσή της να πληρώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην αιτούσα δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί παρά μόνον εάν είχε στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της για την παράβαση (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑279/98 P, Cascades κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑9693, σκέψη 78).
115 Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση, επί του σημείου αυτού, ότι, κατ’ αρχάς, η Nicotiana Holding είχε αποκτήσει τη συμμετοχή της στο κεφάλαιο της αιτούσας τον Αύγουστο του 2002, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο η αιτούσα είχε παύσει να μετέχει στη συμφωνία, όπως διαπίστωσε η Επιτροπή.
116 Στη συνέχεια, η Επιτροπή υπολόγισε το όριο του 10 % που προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (EΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1), βάσει του κύκλου εργασιών μόνο της αιτούσας και όχι βάσει του κύκλου εργασιών του ομίλου Nicotiana Holding.
117 Τέλος, η απόφαση δεν απευθύνεται στη Nicotiana Holding.
118 Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων, πρέπει να καθοριστεί αν η οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση των νυν μετόχων της αιτούσας είναι τέτοια ώστε να τους είναι αντικειμενικά αδύνατον να συστήσουν τραπεζική εγγύηση υπέρ αυτής.
119 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατ’ αρχάς, η αιτούσα προσκόμισε τα έγγραφα της 28ης Δεκεμβρίου 2005 και της 9ης Ιανουαρίου 2006 με τα οποία οι μέτοχοί της ζήτησαν τραπεζική εγγύηση για την πληρωμή του προστίμου από τις τράπεζες UniCredit Banca d’Impresa και Sanpaolo IMI. Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει σαφώς ότι οι μέτοχοι ήσαν διατεθειμένοι να προσφέρουν στις επίμαχες τράπεζες κάθε προσωπική ή πραγματική εγγύηση επί των αγαθών των οποίων ήσαν κύριοι.
120 Στη συνέχεια, η αιτούσα προσκόμισε αποσπάσματα των λογαριασμών των δύο μετόχων της που καταδεικνύουν ότι ήσαν ήδη πελάτες τουλάχιστον της UniCredit Private Banking SpA από τον Σεπτέμβριο του 2005.
121 Τέλος, η αιτούσα προσκόμισε αποσπάσματα των δηλώσεων των εισοδημάτων των μετόχων της για το έτος 2004 από τα οποία προκύπτει ότι η περιουσία του ζεύγους Baiani δεν αρκούσε για την πληρωμή του συνόλου του προστίμου.
122 Βάσει των στοιχείων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αιτούσα προσκόμισε επαρκείς αποδείξεις της αντικειμενικής ανικανότητας των μετόχων της να συστήσουν την τραπεζική εγγύηση που απαίτησε η Επιτροπή.
123 Όσον αφορά, δεύτερον, τα επιχειρήματα της αιτούσας ότι κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία εάν δεν ανασταλεί η υποχρέωσή της να συστήσει τραπεζική εγγύηση ως προϋπόθεση της μη άμεσης εισπράξεως του προστίμου, πρέπει να τονισθεί, κατ’ αρχάς, ότι το συνολικό ύψος του προστίμου είναι ανώτερο του εταιρικού κεφαλαίου της αιτούσας, η οποία, όπως προκύπτει από τον απολογισμό του 2005, ανέρχεται μόνο σε 1,1 εκατομμύρια ευρώ, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητεί η Επιτροπή. Στη συνέχεια, ο ιταλικός Αστικός Κώδικας προβλέπει ότι, πλην νέας ρευστοποιήσεως, η μείωση του εταιρικού κεφαλαίου σε επίπεδο χαμηλότερο του ελαχίστου νομίμου ορίου συνεπάγεται τη διάλυση της εταιρίας και τη θέση της υπό εκκαθάριση. Τέλος, από τα προηγούμενα προκύπτει ότι οι νυν μέτοχοι της αιτούσας δεν έχουν τη δυνατότητα να συστήσουν τραπεζική εγγύηση για το σύνολο του ποσού του προστίμου και δεν μπορούν, επομένως, ούτε να συνεισφέρουν στο κεφάλαιο της εταιρίας στο αναγκαίο μέτρο για να αποτραπεί η θέση της υπό εκκαθάριση.
124 Από το σύνολο των προηγουμένων προκύπτει ότι η αιτούσα απέδειξε επαρκώς από νομικής απόψεως την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων καθόσον διατρέχει τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία εάν πρέπει να συστήσει επί του παρόντος την απαιτούμενη τραπεζική εγγύηση.
Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων
Επιχειρήματα των διαδίκων
125 Κατά την αιτούσα, η στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων κλίνει υπέρ της αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως.
126 Συναφώς, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η εξαφάνισή της από την αγορά ήδη πριν το Πρωτοδικείο μπορέσει να αποφανθεί επί της ουσίας θα συνιστούσε γεγονός άκρως επιζήμιο τόσο για την ανταγωνιστική δομή της ιταλικής αγοράς του ακατέργαστου καπνού όσο και για την κοινοτική βιομηχανία εν γένει. Πράγματι, η αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, στο μέτρο που επιβάλλει την άμεση είσπραξη του προστίμου, θα προκαλούσε την εξαφάνιση της αιτούσας και θα επέφερε σημαντική μείωση των εξαγωγών ιταλικού καπνού προς πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Αμερικής.
127 Επιπλέον, τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Επιτροπής δεν θα διαφυλάσσονταν καλύτερα με την εκτέλεση της αποφάσεως η οποία, καθόσον θα επέφερε την άμεση κήρυξη σε πτώχευση της αιτούσας, θα καθιστούσε δυσχερέστερη, αν όχι αδύνατη, την είσπραξη του συνόλου του προστίμου, δεδομένου ότι η Επιτροπή θα έπρεπε τότε να εγγράψει την απαίτησή της στο παθητικό της πτωχευτικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας δεν απολαύει κανενός προνομίου.
128 Αντιθέτως, εάν η προσφεύγουσα απαλλασσόταν από την υποχρέωση συστάσεως της εγγυήσεως, θα μπορούσε, τουλάχιστον προσωρινά, να αποφύγει την εξαφάνιση. Πράγματι, κατά την αιτούσα, η ευδοκίμηση της υπό κρίση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων θα κατέληγε στο να αποκλείσει ότι ο ύψος του προστίμου οφείλεται πλήρως μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της ουσίας. Μια διάταξη που δέχεται την αίτηση θα μπορούσε να αποτελέσει τη νομική βάση που θα εξουσιοδοτεί τον μοναδικό διαχειριστή της αιτούσας, κατά την άσκηση συνετής ευχέρειας εκτιμήσεως και με τη συμφωνία του σώματος των οικονομικών ελεγκτών, να συστήσει προμήθεια χαμηλοτέρου ύψους από εκείνο του προστίμου, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να παράσχει στην αιτούσα τη δυνατότητα να διατηρήσει τη δραστηριότητα της επιχειρήσεως μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της ουσίας.
129 Η Επιτροπή φρονεί, αντιθέτως, ότι η στάθμιση των συμφερόντων κλίνει υπέρ αυτής, λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη, αφενός, του δημοσιονομικού της συμφέροντος στην είσπραξη του προστίμου και, αφετέρου, του δημοσίου συμφέροντος που συνδέεται με τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού και με την πληρωμή των προστίμων, προκειμένου να διατηρήσουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα.
130 Προκειμένου, ειδικότερα, για το δημοσιονομικό της συμφέρον, η Επιτροπή φρονεί ότι το ενεργητικό της αιτούσας διατρέχει τον κίνδυνο να μην είναι πλέον αρκετό, κατά την ημερομηνία της ενδεχόμενης απορρίψεως του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, για να καταστήσει δυνατή την πληρωμή του προστίμου, ή τουλάχιστον ότι ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αποτραπεί με βεβαιότητα. Κατά συνέπεια, η είσπραξη, ακόμη και μερική, του ποσού του προστίμου κατά την ολοκλήρωση της κύριας προσφυγής θα συνιστά προοπτική ακόμη πιο απομακρυσμένη από την είσπραξη του ποσού αυτού μέσω της αναγκαστικής και άμεσης εκτελέσεως της αποφάσεως.
131 Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα συμφέροντα που επικαλείται η αιτούσα προς στήριξη του αιτήματός της φαίνονται ότι στερούνται ερείσματος ή, εν πάση περιπτώσει, είναι λιγότερο σημαντικά από τα προαναφερθέντα συμφέροντα της Επιτροπής.
132 Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της αιτούσας ότι η εξαφάνισή της θα επηρέαζε την ανταγωνιστική δομή της αγοράς του ακατέργαστου καπνού στην Ιταλία, η Επιτροπή φρονεί ότι το δίκαιο του ανταγωνισμού δεν έχει ως αντικείμενο να προστατεύσει επιχειρήσεις ανίκανες να διατηρηθούν στην αγορά και ότι, κατά συνέπεια, η ενδεχόμενη εξαφάνιση επιχειρηματία από την αγορά δεν είναι, αφεαυτής, αντίθετη προς τα συμφέροντα του ανταγωνισμού.
133 Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα της αιτούσας ότι η εξαφάνισή της θα προκαλούσε σημαντική μείωση των εξαγωγών ιταλικού καπνού προς πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Αμερικής, η Επιτροπή φρονεί ότι τα συμφέροντα τρίτων χωρών δεν θα πρέπει να κατισχύουν των δημοσιονομικών συμφερόντων της Κοινότητας ή, γενικότερα, του δημοσίου συμφέροντος που συνδέεται με τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού.
134 Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα της αιτούσας ότι ο αντίκτυπος της εξαφανίσεώς της στην αγορά των ιταλικών ακατέργαστων καπνών θα ήταν σοβαρός, η Επιτροπή φρονεί ότι το συμπέρασμα αυτό διαψεύδεται, αφενός, από τη φύση της επίμαχης δραστηριότητας, η οποία είναι προσβάσιμη σε τρίτους και, αφετέρου, από το γεγονός ότι η ενδεχόμενη εκκαθάριση της αιτούσας, λόγω ενδεχόμενης πτωχεύσεως, δεν θα συνεπαγόταν κατ’ ανάγκη την απώλεια της εμπορικής της επιχειρήσεως. Στα αρμόδια για την εκκαθάριση ή για τη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας όργανα ανήκει στην πραγματικότητα να μεριμνήσουν ώστε να διατηρηθεί η εμπορική επιχείρηση της αιτούσας χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα μέσα κατ’ εφαρμογή του ιταλικού δικαίου.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
135 Πρέπει να σταθμιστεί, αφενός, το συμφέρον της αιτούσας να αποτρέψει, σε περίπτωση αδυναμίας της να συστήσει τραπεζική εγγύηση, την άμεση είσπραξη του προστίμου και, αφετέρου, με το δημοσιονομικό συμφέρον της Κοινότητας, να μπορεί να εισπράξει το ποσό, καθώς και, γενικότερα, με το δημόσιο συμφέρον που αφορά τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού και της αποτρεπτικής ισχύος των προστίμων που επιβάλλει η Επιτροπή (βλ., υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 1989, 56/89 R, Publishers Association κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1693, σκέψη 35, και διάταξη FNSEA κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 15 ανωτέρω, σκέψη 119).
136 Προκειμένου περί των δημοσιονομικών συμφερόντων της Επιτροπής, πρέπει να τονισθεί ότι, όπως διαπιστώθηκε, η περιουσία της αιτούσας δεν της παρέχει τη δυνατότητα να πληρώσει το σύνολο του προστίμου ούτε να συστήσει την απαιτούμενη τραπεζική εγγύηση. Επομένως, είναι λίαν πιθανό ότι, εάν η Επιτροπή προέβαινε στην αναγκαστική εκτέλεση των προστίμων από την αιτούσα, δεν θα επιτύγχανε το ποσό που αντιστοιχεί στο επιβληθέν πρόστιμο. Είναι, επιπλέον, σαφές ότι, σε περίπτωση πτωχεύσεως, η Επιτροπή δεν θα είχε κανένα προνόμιο όσον αφορά την απαίτησή της έναντι των λοιπών δανειστών. Υπό τις συνθήκες αυτές, φαίνεται ότι τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Επιτροπής δεν θα προστατεύονταν καλύτερα με την άμεση κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως παρά με την παροχή στην αιτούσα της δυνατότητας να συνεχίσει τη δραστηριότητά της και να παραγάγει κέρδη τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την πληρωμή του προστίμου.
137 Προκειμένου περί των συνεπειών εξαφανίσεως της αιτούσας στην ανταγωνιστική δομή της αγοράς, ακόμη και αν το δίκαιο του ανταγωνισμού δεν έχει ως αντικείμενο να προστατεύσει επιχειρήσεις ανίκανες να διατηρηθούν στην αγορά, ο σκοπός των προσωρινών μέτρων συνίσταται εν τούτοις στο να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που τα ζητεί εν αναμονή της αποφάσεως επί της ουσίας της υποθέσεως (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 1991, C‑213/91 R, Abertal κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I‑5109, σκέψη 18, και του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 4ης Απριλίου 2002, T‑198/01 R, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑2153, σκέψη 96).
138 Επιβάλλεται, επιπλέον, η παρατήρηση ότι, ήδη με τις από 29 Μαρτίου 2006 παρατηρήσεις της αλλά ιδίως κατά την ακρόαση, η Επιτροπή φάνηκε, επί της αρχής, διατεθειμένη να εξετάσει, ελλείψει της δυνατότητας συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως, εναλλακτικές οδούς της άμεσης πληρωμής του προστίμου.
139 Με το από 8 Μαΐου 2006 έγγραφό της, η αιτούσα είχε υποβάλει μια πρώτη πρόταση σταδιακής καταβολής, την οποία απέρριψε η Επιτροπή.
140 Κατά την ακρόαση, οι διάδικοι δεσμεύθηκαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο συμφωνίας σταδιακής καταβολής του προστίμου. Συναφώς, λαμβάνοντας υπόψη τα αποθέματα που είχαν προβλεφθεί στους απολογισμούς της για τα έτη 2003 και 2005, σε ύψος 25 000 ευρώ και ενός εκατομμυρίου ευρώ αντιστοίχως, η αιτούσα παραδέχθηκε ότι θα μπορούσε να εξετασθεί το ενδεχόμενο πληρωμής υψηλότερης από αυτήν που είχε προτείνει στο από 8 Μαΐου 2006 έγγραφό της.
141 Επομένως, με το από 26 Μαΐου 2006 έγγραφό της, η αιτούσα πρότεινε αργότερα στην καθής σταδιακή καταβολή του προστίμου. Ειδικότερα, πρότεινε στην Επιτροπή σταδιακή καταβολή με ακόλουθους όρους:
– τη σύσταση, το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2006, τραπεζικής εγγυήσεως, απαιτητής σε πρώτη αίτηση, επί του ποσού των 400 000 ευρώ που θα καταλογισθεί επί του ποσού και των τόκων του προστίμου,
– μια πρώτη μερική καταβολή, που πρέπει να πραγματοποιηθεί την 1η Ιουλίου 2006, ύψους 200 000 ευρώ,
– μεταγενέστερες εξαμηνιαίες πληρωμές ελαχίστου ύψους 100 000 ευρώ εκάστη, από την 1η Ιουλίου 2006 και μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της κυρίας δίκης,
– την καταβολή στην Επιτροπή, αφής τα ποσά θα είναι στη διάθεση της αιτούσας, της αναμενόμενης τιμής της πωλήσεως σε τρίτους του εξοπλισμού που έχει αποθηκευθεί στην εγκατάσταση της Cerratina, που εκτιμάται σε περίπου 330 000 ευρώ.
142 Η Επιτροπή, στην αξιολόγηση της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής ικανότητας της αιτούσας, περιορίστηκε να απορρίψει την πρόταση της αιτούσας.
143 Πάντως, πρέπει να τονισθεί, αφενός, ότι τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Επιτροπής θα προστατεύονται εξίσου με την ανάληψη υποχρεώσεως από την αιτούσα να συστήσει τραπεζική εγγύηση που καλύπτει όχι αμελητέο τμήμα του προστίμου.
144 Αφετέρου, προκειμένου περί του δημοσίου συμφέροντος που αφορά τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού και της αποτρεπτικής ισχύος των προστίμων που επιβάλλει η Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ως προς τι η χορήγηση μερικής αναστολής, όπως πρότεινε η αιτούσα, θα έθετε εν προκειμένω σε κίνδυνο το συμφέρον αυτό.
145 Πάντως, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή με το από 6 Ιουνίου 2006 έγγραφό της, αφενός, μολονότι τα διαθέσιμα κεφάλαια του ζεύγους Baiani δεν αρκούν για την πληρωμή του συνόλου του προστίμου, παρέχουν τουλάχιστον τη δυνατότητα στην αιτούσα να πληρώσει σημαντικότερες δόσεις από αυτές που προτείνει. Αφετέρου, εφόσον η αρνητική οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση της αιτούσας τείνει μάλλον να βελτιωθεί, μπορεί να προβλεφθεί ότι αυτή θα είναι σε θέση να δημιουργήσει ορισμένα κέρδη στους επόμενους μήνες και ότι τα κέρδη αυτά, καίτοι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι θα της παράσχουν τη δυνατότητα να πληρώσει το σύνολο του προστίμου, θα καταστήσουν δυνατή την πληρωμή μέρους αυτού.
146 Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων, ιδίως της τελευταίας προτάσεως της αιτούσας καθώς και του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν πρότεινε σταδιακή καταβολή που θεωρεί αποδεκτή, πρέπει να χορηγηθεί στην αιτούσα η απαλλαγή που ζητεί υπό την προϋπόθεση ότι:
– εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων από την επίδοση της διατάξεως αυτής:
– θα συστήσει τραπεζική εγγύηση μέχρι 400 000 ευρώ,
– θα καταβάλει στην Επιτροπή ποσό 200 000 ευρώ,
– εντός προθεσμίας τριών μηνών από την επίδοση της διατάξεως αυτής, θα καταβάλει στην Επιτροπή ποσό 330 000 ευρώ,
– από την 1η Ιανουαρίου 2007, θα καταβάλει στην Επιτροπή τις τριμηνιαίες δόσεις των 100 000 ευρώ μέχρις ότου πληρωθεί η πρώτη από τις δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:
– η καταβολή του υπολοίπου του οφειλομένου προστίμου, προσαυξημένου κατά τους τόκους που αναφέρει η Επιτροπή στο από 9 Νοεμβρίου 2005 έγγραφό της περί κοινοποιήσεως της αποφάσεως,
– η έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας.
147 Επισημαίνεται, κατά τα λοιπά, ότι το άρθρο 108 του Κανονισμού Διαδικασίας παρέχει στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων τη δυνατότητα να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ανά πάσα στιγμή τη διάταξη περί ασφαλιστικών μέτρων λόγω μεταβολής των περιστάσεων [διάταξη Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, σκέψη 137 ανωτέρω, σκέψη 123, επιβεβαιωθείσα, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως, με τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2002, C‑232/02 P(R), Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, Συλλογή 2002, σ. I‑8977]. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι ως «μεταβολή των περιστάσεων» ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εννοεί, ιδίως, πραγματικά περιστατικά ικανά να μεταβάλουν την εν προκειμένω εκτίμηση του κριτηρίου του επείγοντος. Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, η δυνατότητα αυτή αποτελεί απόρροια του κατ’ εξοχήν προσωρινού χαρακτήρα, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, των μέτρων που εκδίδει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων [διάταξη του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 2002, C‑440/01 P(R), Επιτροπή κατά Artegodan, Συλλογή 2002, σ. I‑1489, και διάταξη FNSEA κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 15 ανωτέρω, σκέψη 129].
148 Επομένως, εναπόκειται στους διαδίκους να προσφύγουν στο Πρωτοδικείο, στην περίπτωση κατά την οποία θα προέκυπτε μεταβολή των περιστάσεων δυνάμενη να οδηγήσει σε μεταρρύθμιση της παρούσας αποφάσεως, ιδίως υπό το πρίσμα των επομένων εγκεκριμένων λογαριασμών της αιτούσας.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Αναστέλλεται η υποχρέωση της Romana Tabacchi SpA να συστήσει υπέρ της Επιτροπής τραπεζική εγγύηση για να αποφύγει την άμεση είσπραξη του προστίμου που της επιβλήθηκε με το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής της 20ής Οκτωβρίου 2005 σχετικά με διαδικασία κατά το άρθρο 81, παράγραφος 1, EΚ (υπόθεση COMP/C.38.281/B.2 – Ακατέργαστος καπνός – Ιταλία), υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων από την επίδοση της διατάξεως αυτής, η αιτούσα:
– θα συστήσει τραπεζική εγγύηση μέχρι 400 000 ευρώ,
– θα καταβάλει στην Επιτροπή ποσό 200 000 ευρώ,
β) εντός προθεσμίας τριών μηνών από την επίδοση της διατάξεως αυτής, θα καταβάλει στην Επιτροπή ποσό 330 000 ευρώ,
γ) από την 1η Ιανουαρίου 2007, η αιτούσα θα καταβάλει στην Επιτροπή τις τριμηνιαίες δόσεις των 100 000 ευρώ μέχρις ότου πληρωθεί η πρώτη από τις δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:
– η καταβολή του υπολοίπου του οφειλομένου προστίμου, προσαυξημένου κατά τους τόκους που αναφέρει η Επιτροπή στο από 9 Νοεμβρίου 2005 έγγραφό της περί κοινοποιήσεως της αποφάσεως,
– η έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 13 Ιουλίου 2006.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
B. Vesterdorf
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy