Υπόθεση T-107/06
Inet Hellas Ηλεκτρονική Υπηρεσία Πληροφοριών Ε.Π.Ε. (Inet Hellas)
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Προσφυγή ακυρώσεως – Yλοποίηση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου – Καταχώριση του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου – Πράξη μη δεκτική προσφυγής – Απαράδεκτο»
Περίληψη της διατάξεως
Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Έννοια – Πράξη παράγουσα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα
(Άρθρο 230 ΕΚ· κανονισμός 733/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)
Είναι απαράδεκτη προσφυγή με αίτημα την ακύρωση αποφάσεως που φέρεται ότι περιέχεται σε έγγραφο της Επιτροπής σχετικά με την απόρριψη από τον φορέα οργανώσεως, διευθύνσεως και διαχειρίσεως του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου της αιτήσεως προσφεύγοντος περί καταχωρίσεως του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου. Ειδικότερα, η εκφρασθείσα στην προσβαλλόμενη πράξη άποψη της Επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει χαρακτήρα αποφάσεως, δυνάμενης να παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική κατάστασή της. Δεν αρκεί ένα έγγραφο να έχει αποσταλεί από θεσμικό όργανο της Ένωσης στον αποδέκτη του, σε απάντηση αιτήσεως του τελευταίου, για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση παρέχουσα τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως.
Συναφώς, ο κανονισμός 733/2002, για την υλοποίηση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου, αναθέτει στο μητρώο την αρμοδιότητα αρνήσεως καταχωρίσεως τομέα δευτέρου επιπέδου και δεν πρόκειται για αρμοδιότητα εκχωρηθείσα από την Επιτροπή προς το μητρώο.
Περαιτέρω, δεν μπορεί να τεκμαίρεται αρμοδιότητα της Επιτροπής να απευθύνει στο μητρώο δεσμευτικές οδηγίες σχετικά με την καταχώριση συγκεκριμένου τομέα δευτέρου επιπέδου, ελλείψει ειδικής διατάξεως στη Συνθήκη ή σε εκδοθείσες από τα θεσμικά όργανα πράξεις αναγκαστικού χαρακτήρα Ούτε ο κανονισμός 733/2002 ούτε ο κανονισμός 874/2004, για τη θέσπιση κανόνων δημοσίου συμφέροντος σχετικά με την υλοποίηση και τις λειτουργίες του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου και τις αρχές που διέπουν την καταχώριση, περιέχουν, όμως, διάταξη απονέμουσα παρόμοια αρμοδιότητα στην Επιτροπή.
(βλ. σκέψεις 55, 63, 65-66, 75)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 15ης Δεκεμβρίου 2009 (*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Yλοποίηση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου – Καταχώριση του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου – Πράξη μη δεκτική προσφυγής – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T‑107/06,
Inet Hellas Ηλεκτρονική Υπηρεσία Πληροφοριών ΕΠΕ (Inet Hellas), με έδρα την Αθήνα (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τον Β. Χατζόπουλο, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους Γ. Ζαββό και E. Montaguti,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως που φέρεται ότι περιέχεται στο από 31 Ιανουαρίου 2006 έγγραφο της Επιτροπής σχετικά με την απόρριψη από τον φορέα οργανώσεως, διευθύνσεως και διαχειρίσεως του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου της αιτήσεως της προσφεύγουσας περί καταχωρίσεως του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Βηλαρά, πρόεδρο, M. Prek και V. M. Ciucă (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Το νομικό πλαίσιο
1 Το νομικό πλαίσιο αποτελείται, ειδικότερα, από δύο κανονισμούς: τον βασικό κανονισμό, ήτοι τον κανονισμό (ΕΚ) 733/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 2002, για την υλοποίηση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου (ΕΕ L 113, σ. 1), και τον εκτελεστικό κανονισμό, ήτοι τον κανονισμό (ΕΚ) 874/2004 της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση κανόνων δημοσίου συμφέροντος σχετικά με την υλοποίηση και τις λειτουργίες του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου και τις αρχές που διέπουν την καταχώριση (ΕΕ L 162, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1654/2005 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2005 (ΕΕ L 266, σ. 35).
Κανονισμός 733/2002
2 Κατά την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 733/2002:
«Η δημιουργία του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου (TLD) αποτελεί έναν από τους στόχους της πρωτοβουλίας για την ηλεκτρονική Ευρώπη, η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά τη σύνοδό του στη Λισσαβόνα στις 23 και 24 Μαρτίου 2000, με σκοπό την επίσπευση του ηλεκτρονικού εμπορίου.»
3 Κατά τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 733/2002:
«Η Επιτροπή, βάσει ανοικτής, διαφανούς και αμερόληπτης διαδικασίας επιλογής, θα πρέπει να ορίσει ένα μητρώο. Η Επιτροπή θα πρέπει να συνάψει σύμβαση με το επιλεγέν μητρώο όπου θα πρέπει να προσδιορίζονται οι όροι που ισχύουν στο μητρώο για την οργάνωση, τη διεύθυνση και τη διαχείριση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου. Η σύμβαση θα πρέπει να είναι περιορισμένου χρόνου και να είναι δυνατόν να ανανεωθεί.»
4 Το άρθρο 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 733/2002 ορίζει την έννοια του «μητρώου» ως «η οντότητα η οποία επιφορτίζεται με την οργάνωση, τη διεύθυνση και τη διαχείριση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου, συμπεριλαμβανομένης της τηρήσεως των σχετικών βάσεων δεδομένων, των συνδεδεμένων υπηρεσιών δημόσιας αναζητήσεως, της καταχωρίσεως των ονομάτων τομέα, της λειτουργίας του μητρώου ονομάτων τομέα, της λειτουργίας των εξυπηρετητών ονομάτων του μητρώου του τομέα ανωτάτου επιπέδου και της διαδόσεως των αρχείων ζώνης του τομέα ανωτάτου επιπέδου».
5 Το άρθρο 3 του κανονισμού 733/2002, υπό τον τίτλο «Χαρακτηριστικά του μητρώου», ορίζει τα εξής:
«1. Η Επιτροπή:
α) θεσπίζει […] τα κριτήρια και τη διαδικασία καθορισμού του μητρώου·
β) καθορίζει […] το μητρώο αφού δημοσιεύσει στην [Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] πρόσκληση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος και αφού η διαδικασία για την εν λόγω πρόσκληση ολοκληρωθεί·
γ) συνάπτει […] σύμβαση η οποία προσδιορίζει τους όρους σύμφωνα με τους οποίους [η Επιτροπή] εποπτεύει την οργάνωση, τη διεύθυνση και τη διαχείριση από το μητρώο του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου. […]
3. Αφού λάβει προηγουμένως τη συναίνεση της Επιτροπής, το μητρώο συνάπτει κατάλληλη σύμβαση που προβλέπει την εκχώρηση του κωδικού ccTLD.eu […]»
6 Το άρθρο 4 του κανονισμού 733/2002, υπό τον τίτλο «Υποχρεώσεις του μητρώου», ορίζει τα εξής:
«Το μητρώο τηρεί τους κανόνες, τις πολιτικές και τις διαδικασίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και τις συμβάσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 3. Το μητρώο εφαρμόζει διαφανείς και αμερόληπτες διαδικασίες […]».
7 Το άρθρο 5 του κανονισμού 733/2002, υπό τον τίτλο «Πλαίσιο πολιτικής», ορίζει τα εξής:
«1. Η Επιτροπή, αφού συμβουλευθεί το μητρώο και με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, θεσπίζει κανόνες δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά την εφαρμογή και τις λειτουργίες του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου και τις αρχές δημοσίου συμφέροντος για τις καταχωρίσεις. Η πολιτική δημοσίου συμφέροντος περιλαμβάνει:
α) πολιτική εξώδικης διευθετήσεως διαφορών·
β) πολιτική δημοσίου συμφέροντος για τις κερδοσκοπικές και καταχρηστικές καταχωρίσεις ονομάτων τομέα, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας καταχωρίσεως ονομάτων τομέα σταδιακά ώστε να εξασφαλίζονται οι κατάλληλες προσωρινές ευκαιρίες για τους κατόχους προηγούμενων δικαιωμάτων, τα οποία αναγνωρίζονται ή θεσπίζονται από το εθνικό ή/και το κοινοτικό δίκαιο, και για τους δημόσιους φορείς να καταχωρίζουν τα ονόματά τους·
γ) πολιτική περί πιθανής ανακλήσεως των ονομάτων τομέα, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος των αδέσποτων πραγμάτων (bona vacantia)·
δ) γλωσσικά ζητήματα και γεωγραφικές έννοιες·
ε) μεταχείριση της διανοητικής ιδιοκτησίας και άλλα δικαιώματα.
[…]»
8 Κατά τους όρους του άρθρου 7 του κανονισμού 733/2002, «[η] Κοινότητα διατηρεί όλα τα δικαιώματα σχετικά με τον .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου, μεταξύ των οποίων, ιδίως, τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και τα λοιπά δικαιώματα σχετικά με τις βάσεις δεδομένων του μητρώου, τα οποία είναι απαραίτητα προκειμένου να διασφαλίζεται η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, καθώς και το δικαίωμα επανορισμού του μητρώου».
Κανονισμός 874/2004
9 Ο κανονισμός 874/2004 διευκρινίζει στις αιτιολογικές σκέψεις του ότι στηρίζεται στον «[…] κανονισμό [733/2002] και ιδίως στο άρθρο 5, παράγραφος 1».
10 Κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 874/2004:
«Για την καλύτερη προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών και με την επιφύλαξη οιωνδήποτε κοινοτικών κανόνων σχετικά με τη δικαιοδοσία και το εφαρμοστέο δίκαιο σε περίπτωση διαφορών μεταξύ καταχωρητών και καταχωριζóντων σε θέματα σχετικά με τους κοινοτικούς τίτλους, το εφαρμοστέο δίκαιο πρέπει να είναι το δίκαιο ενός εκ των κρατών μελών.»
11 Το άρθρο 8 του κανονισμού 874/2004, όπως τροποποιήθηκε, υπό τον τίτλο «Δέσμευση ονομάτων από χώρες και κωδικοί άλφα-2 που αντιπροσωπεύουν χώρες», ορίζει ότι:
«1. Τα ονόματα του καταλόγου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα στον παρόντα κανονισμό δεσμεύονται ή καταχωρίζονται αποκλειστικά ως ονόματα δεύτερου επιπέδου αμέσως υπό τον .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου από τις χώρες που αναφέρονται στον κατάλογο.
2. Οι κωδικοί άλφα-2 που αντιπροσωπεύουν χώρες δεν καταχωρίζονται ως ονόματα δεύτερου επιπέδου αμέσως υπό τον .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου.»
12 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 874/2004 ορίζει ότι:
«Οι κάτοχοι προηγούμενων δικαιωμάτων που έχουν αναγνωριστεί ή θεσπιστεί από το εθνικό ή/και το κοινοτικό δίκαιο και οι δημόσιοι φορείς δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση για καταχώριση ονομάτων τομέα κατά τη διάρκεια της περιόδου σταδιακής καταχωρίσεως, πριν από την έναρξη της γενικής καταχωρίσεως στον τομέα .eu.
[…]»
13 Το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 874/2004 ορίζει ότι:
«Καθένα από τα μέρη μπορεί να κινήσει τη διαδικασία εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών όταν:
[…]
β) η απόφαση η οποία έχει ληφθεί από το μητρώο αντίκειται στον παρόντα κανονισμό ή στον κανονισμό […] 733/2002.
2. Η συμμετοχή στη διαδικασία εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών είναι υποχρεωτική για τον κάτοχο του ονόματος τομέα και για το μητρώο.
[…]
11. […]
Σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας κατά του μητρώου, η επιτροπή εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών αποφασίζει εάν μια απόφαση που έλαβε το μητρώο αντίκειται στον παρόντα κανονισμό ή στον κανονισμό […] 733/2002. Η επιτροπή εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών αποφασίζει εάν η απόφαση ακυρώνεται και δύναται να αποφασίσει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, εάν το σχετικό όνομα τομέα μεταβιβάζεται, ανακαλείται ή διατίθεται, με την προϋπόθεση ότι, κατά περίπτωση, πληρούνται τα γενικά κριτήρια επιλεξιμότητας που ορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού […] 733/2002.
[…]
13. Τα αποτελέσματα της διαδικασίας εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών είναι δεσμευτικά για τα μέρη και το μητρώο, εκτός εάν κινηθούν δικαστικές διαδικασίες εντός τριάντα ημερολογιακών ημερών από την κοινοποίηση στα μέρη του αποτελέσματος της διαδικασίας εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών.»
Ιστορικό της διαφοράς
14 Το σύστημα ονομάτων τομέα (Domain Name System) επιτρέπει την πλοήγηση στο Διαδίκτυο συσχετίζοντας ονόματα τομέα με αριθμούς οι οποίοι ταυτοποιούν τους υπολογιστές που είναι συνδεδεμένοι στο Διαδίκτυο. Η διαχείριση των τεχνικών στοιχείων της συγκεκριμένης υπηρεσίας συντονίζεται από έναν μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα φορέα με έδρα την Καλιφόρνια (Ηνωμένες Πολιτείες), ήτοι τον Οργανισμό του Διαδικτύου για την Εκχώρηση Ονομάτων και Αριθμών (Internet Corporation for Assigned Names and Numbers, στο εξής: ICANN). Ο ίδιος οργανισμός διασφαλίζει, επίσης, τη διαχείριση του συστήματος εξυπηρετητών πυρήνα και του συστήματος τομέων ανωτάτου επιπέδου. Ο τομέας ανωτάτου επιπέδου (Top Level Domain) συγκεντρώνει ένα σύνολο υπολογιστών που είναι συνδεδεμένοι στο Διαδίκτυο. Εμφανίζεται δεξιά από κάθε όνομα τομέα και αποτελείται από μία τελεία και έναν ειδικό κωδικό ή από μία τελεία και έναν γενικό κωδικό, για παράδειγμα .com, .net ή .org ή από μία τελεία και έναν γεωγραφικό κωδικό, για παράδειγμα .lu.
15 Στις 21 Μαρτίου 2005, το διοικητικό συμβούλιο του ICANN εξουσιοδότησε τον πρόεδρο και τη γενική συνέλευση του φορέα να συνάψει σύμβαση σχετικά με την ανάθεση αρμοδιοτήτων διαχειρίσεως του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου με το Ευρωπαϊκό Μητρώο Τομέων του Διαδικτύου (European Registry for Internet Domains, στο εξής EURid), μία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ένωση προσώπων, βελγικού δικαίου, ορισθείσα από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [βλ. την απόφαση 2003/375/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Μαΐου 2003, για τον ορισμό του μητρώου ανωτάτου επιπέδου .eu (ΕΕ L 128, σ. 29)].
16 Η προσφεύγουσα, Inet Hellas Ηλεκτρονική Υπηρεσία Πληροφοριών ΕΠΕ (Inet Hellas), είναι εταιρία παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στον χώρο του Διαδικτύου. Ειδικότερα, αντικείμενο της δραστηριότητάς της είναι η εκχώρηση ονομάτων τομέα της μορφής «όνομα.» σε τρίτους, καθόσον διαχειρίζεται τον τομέα δευτέρου επιπέδου .co, του τομέα ανωτάτου επιπέδου .gr.
17 Στις 17 Απριλίου 2001, η προσφεύγουσα υπέβαλε στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) αίτηση καταχωρίσεως του σήματος CO ως κοινοτικό σήμα, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε [αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1)].
18 Στις 5 Αυγούστου 2002, το κοινοτικό σήμα CO καταχωρίσθηκε από το ΓΕΕΑ με αριθμό 2191500.
19 Στις 7 Δεκεμβρίου 2005, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση στο EURid για την καταχώριση του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου.
20 Το EURid αρνήθηκε να προβεί στην καταχώριση του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου. Συγκεκριμένα, με την από 7 Δεκεμβρίου 2005 επιστολή του, το EURid απάντησε στην προσφεύγουσα ότι, σύμφωνα με τους κανονισμούς 732/2002 και 874/2004, δεν είναι επιτρεπτή η καταχώριση του συγκεκριμένου τομέα, διότι οι κώδικες των κρατών δεν μπορούν να καταχωρισθούν ως τομείς δευτέρου επιπέδου και τα δύο γράμματα του συνθετικού .co αντιπροσωπεύουν τον κωδικό άλφα-2 για την Κολομβία.
21 Κατόπιν της αρνήσεως του EURid να καταχωρίσει τον τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου, η προσφεύγουσα, στις 23 Δεκεμβρίου 2005, προσέφυγε στην Επιτροπή, εκθέτοντάς της τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσε ότι η συγκεκριμένη άρνηση αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης.
22 Η Επιτροπή απάντησε στην εν λόγω επιστολή με το από 31 Ιανουαρίου 2006 έγγραφό της (στο εξής: προσβαλλόμενη πράξη), το οποίο κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 13 Φεβρουαρίου 2006. Στην προσβαλλόμενη πράξη, η Επιτροπή, κατ’ αρχάς, εξηγεί στην προσφεύγουσα ότι οι κανονισμοί 733/2002 και 874/2004 προβλέπουν διαδικασία εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών, η οποία χρησιμοποιείται, συγκεκριμένα, όταν απόφαση ληφθείσα από το μητρώο αντίκειται στον κανονισμό 733/2002 ή στον κανονισμό 874/2004. Η Επιτροπή, ακολούθως, τόνισε ότι δεν ήταν σε θέση να ενεργήσει ως δευτεροβάθμιο όργανο ελέγχου των αποφάσεων που λαμβάνει το μητρώο και, ως εκ τούτου, «δεν ήταν δυνατό να αναθεωρήσει την απόφαση που έλαβε το EURid». Η Επιτροπή, πάντως, επισήμανε ότι, κατά το μέτρο που το ζήτημα το οποίο ανέκυψε με το EURid αφορούσε την ερμηνεία του κανονισμού 874/2004, προτίθετο να παράσχει στην προσφεύγουσα ορισμένες διευκρινίσεις οι οποίες ενδεχομένως θα της ήταν χρήσιμες. Ειδικότερα, η Επιτροπή εξέθεσε τις απόψεις της περί της ερμηνείας των εφαρμοστέων διατάξεων και απάντησε στους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας. Τέλος, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, αν και κατανοούσε πλήρως το συμφέρον της προσφεύγουσας για την καταχώριση του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου, δεν μπορούσε παρά να υποστηρίξει τη ληφθείσα από το EURid απόφαση, της 7ης Δεκεμβρίου 2005, περί απορρίψεως καταχωρίσεως του συγκεκριμένου τομέα.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
23 Η προσφεύγουσα, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Απριλίου 2006, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
24 Κατόπιν τροποποιήσεως της συνθέσεως των τμημάτων του Πρωτοδικείου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο πέμπτο τμήμα, στο οποίο κατά συνέπεια ανατέθηκε η υπό κρίση υπόθεση.
25 Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του, το Πρωτοδικείο κάλεσε την Επιτροπή να καταθέσει ένα συγκεκριμένο έγγραφο. Η Επιτροπή συμμορφώθηκε εμπροθέσμως προς το αίτημα αυτό. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Απριλίου 2009, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του εν λόγω εγγράφου.
26 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– «να αναγνωρίσει την ακυρότητα της προσβαλλόμενης πράξεως»·
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
27 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη·
– επικουρικώς, να απορρίψει την αγωγή ως προδήλως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
28 Δυνάμει του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 114, παράγραφοι 3 και 4, του εν λόγω κανονισμού, μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι τα έγγραφα της δικογραφίας είναι αρκούντως διαφωτιστικά και, ως εκ τούτου, αποφασίζει να αποφανθεί, χωρίς τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, επί της ενστάσεως απαραδέκτου, στηριζομένης σε απουσία πράξεως δεκτικής προσφυγής, καθόσον οι διάδικοι διατύπωσαν τις απόψεις τους επί του θέματος με τα υπομνήματά τους.
Επιχειρήματα των διαδίκων
29 Χωρίς να προβάλει ένσταση απαραδέκτου με χωριστό δικόγραφο, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή, εν πρώτοις, επικαλείται την απουσία πράξεως δυνάμενης να παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική κατάστασή της.
30 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όπως σαφώς προκύπτει από την ανάλυση της προσβαλλόμενης πράξεως, αυτή αποτελεί απλώς «γνώμη της Επιτροπής», περιέχουσα μόνον διευκρινίσεις ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Ουδόλως αποτελεί απόφαση ληφθείσα από αρμόδιο όργανο, από κανένα δε στοιχείο δεν προκύπτει ότι είχε την πρόθεση να εκδώσει τέτοια απόφαση. Εξάλλου, η Επιτροπή εκτιμά ότι, καθόσον η προσβαλλόμενη πράξη δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα έναντι της προσφεύγουσας, η τελευταία δεν έχει έννομο συμφέρον προς ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως.
31 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι παρασχεθείσες με την προσβαλλόμενη πράξη διευκρινίσεις δεν μεταβάλλουν τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας, ούτε της στερούν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τα προβλεπόμενα μέσα παροχής ενδίκου προστασίας ή τη διαδικασία εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών του άρθρου 22 του κανονισμού 874/2004.
32 Η Επιτροπή διατείνεται ότι η απόφαση του EURid περί απορρίψεως της καταχωρίσεως του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου συνιστά αυτοτελή εκτελεστή πράξη δυνάμενη να επηρεάσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της προσφεύγουσας χωρίς να απαιτείται καμία περαιτέρω πράξη της Επιτροπής.
33 Δεύτερον, η Επιτροπή αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας κατά τους οποίους, αφενός, «η διαχείριση του κοινοτικού μητρώου ανατέθηκε από την Επιτροπή στο EURid» και, αφετέρου, η σχέση μεταξύ Επιτροπής και μητρώου είναι σχέση εντολής. Η Επιτροπή εκτιμά ότι πρόκειται περί εσφαλμένης ερμηνείας της νομικής σχέσεως μεταξύ της ιδίας και του EURid, όπως επίσης και της κατανομής των λειτουργιών και καθηκόντων που αναθέτει ο νομοθέτης της Ένωσης.
34 Η Επιτροπή αποκλείει, ομοίως, την εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση της νομολογίας σχετικά με τις πράξεις των εξουσιοδοτούμενων φορέων, καθόσον η ίδια δεν συνιστά εν προκειμένω εξουσιοδοτούσα αρχή.
35 Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το σύστημα που καθιερώνουν οι κανονισμοί 733/2002 και 874/2004 παρέχει επαρκή ένδικη προστασία στους ενδιαφερόμενους, οι οποίοι προτίθενται να προσβάλουν πράξη του μητρώου. Κάθε ενδιαφερόμενος έχει δυνατότητα προσφυγής, πρώτον, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και, δεύτερον, στην εξώδικη διευθέτηση των διαφορών [άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 733/2002 (προσφυγή σε «δικαστικές διαδικασίες») και άρθρο 22 του κανονισμού 874/2004 (διαδικασία εναλλακτικής επιλύσεως των διαφορών)].
36 Τέταρτον, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας κατά τον οποίο η υπό κρίση διαφορά αφορά την έκταση της παρεχόμενης προστασίας κοινοτικού σήματος, και, για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τον κανονισμό 40/94, αρμόδιο προς εκδίκαση των εν λόγω διαφορών είναι το Γενικό Δικαστήριο, διότι δεν πληροί τους όρους του άρθρου 63 του κανονισμού 40/64 (νυν άρθρο 65 του κανονισμού 207/2009).
37 Η προσφεύγουσα αντιτείνει, εν πρώτοις, ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής ακυρώσεως. Συγκεκριμένα, η μορφή υπό την οποία εκδίδονται οι πράξεις είναι αδιάφορη όσον αφορά τη «δυνατότητα προσβολής τους με προσφυγή ακυρώσεως»· το μόνο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η προσβαλλόμενη πράξη παράγει δεσμευτικά αποτελέσματα, γεγονός το οποίο πρέπει να εκτιμηθεί επί της ουσίας. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, κατά πάγια νομολογία, ο νομικός χαρακτηρισμός των πράξεων των οργάνων υπόκειται σε αντικειμενικά κριτήρια απορρέοντα εκ του κανονιστικού περιεχομένου των πράξεων και δεν εξαρτάται από την κεφαλίδα της πράξεως ή τη δηλωμένη βούληση του εκδόντος οργάνου.
38 Περαιτέρω, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, «συνιστούν πράξεις δυνάμενες να προσβληθούν μόνον τα μέτρα τα οποία καθορίζουν οριστικώς τη θέση της Επιτροπής ή του Συμβουλίου κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας και όχι τα ενδιάμεσα μέτρα, σκοπός των οποίων είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως». Επίσης, εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη πράξη προκύπτει ότι η Επιτροπή ουδόλως είχε την πρόθεση να επανέλθει επί του ζητήματος και να το εξετάσει εκτενέστερα επί της ουσίας με σκοπό να εκδώσει οριστική απόφαση.
39 Δεύτερον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την «αναρμοδιότητα» της Επιτροπής εν προκειμένω, καθόσον τούτο θα συνεπαγόταν αποποίηση της αποστολής της ως εποπτεύουσας τη διαχείριση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου.
40 Συγκεκριμένα, κατά την προσφεύγουσα, ο κανονισμός 733/2002 αναθέτει στην Επιτροπή σημαντική αποστολή κατά την οργάνωση, λειτουργία και εποπτεία του επιφορτισμένου με την οργάνωση, τη διεύθυνση και τη διαχείριση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου φορέα. Ειδικότερα, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 733/2002, η Επιτροπή θεσπίζει τα κριτήρια και τη διαδικασία καθορισμού του μητρώου, καθορίζει το μητρώο και συνάπτει σύμβαση με αυτό. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 733/2002, η σύμβαση αυτή έχει ειδικότερα ως αντικείμενο τον προσδιορισμό «των όρων σύμφωνα με τους οποίους [η Επιτροπή] εποπτεύει την οργάνωση, τη διεύθυνση και τη διαχείριση από το μητρώο του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου».
41 Η προσφεύγουσα παρατηρεί, επίσης, ότι ο κανονισμός δεν προσδιορίζει τον βαθμό εποπτείας που οφείλει η Επιτροπή να ασκεί. Ο βαθμός εποπτείας προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 1958, 9/56, Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 174), όπου έχει κριθεί ότι η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να αναφέρεται παρά σε εξουσίες εκτελέσεως επακριβώς καθορισμένες και εξ ολοκλήρου ελεγχόμενες, όσον αφορά τον τρόπο ασκήσεώς τους, από την Επιτροπή. Συνεπώς, έναντι διοικούμενου ο οποίος θίγεται από πράξεις ή παραλείψεις του εξουσιοδοτημένου φορέα, υπόλογος και παθητικά νομιμοποιούμενος δεν είναι ο φορέας αυτός, ο οποίος απλώς ασκεί αρμοδιότητες εκτελεστικής φύσεως, αλλά η ίδια η Επιτροπή, η οποία εγγυάται τον «ουσιαστικό έλεγχο».
42 Η προσφεύγουσα συνάγει από την ίδια απόφαση ότι οι πράξεις του εξουσιοδοτημένου φορέα θεωρούνται και προσβάλλονται ως πράξεις του εξουσιοδοτούντος φορέα. Αυτό προκύπτει εκ του γεγονότος ότι οι υπό στενή έννοια αμιγώς «εκτελεστικές αρμοδιότητες» μπορούν να ανατεθούν από θεσμικό όργανο της Ένωσης προς τρίτο φορέα, και συνεπώς το όργανο αυτό οφείλει νομικώς, και δύναται, πρακτικώς, να είναι υπόλογο για τις ενέργειες του εξουσιοδοτημένου φορέα. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν καθίσταται αυτομάτως υπόλογη για τις πράξεις των τρίτων φορέων στους οποίους αναθέτει εξουσίες, οφείλει, παρά ταύτα, να τους εποπτεύει κατά τρόπο στενό και αποτελεσματικό. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, μολονότι δεν προβλέπεται ρητώς από διάταξη του παράγωγου δικαίου, η υποχρέωση εποπτείας είναι συμφυής με τη φύση και τη λειτουργία της αναθέσεως αρμοδιοτήτων προς τρίτους φορείς.
43 Εξάλλου, κατά την προσφεύγουσα, δυνάμει της από 12 Οκτωβρίου 2004 συμβάσεως μεταξύ του EURid και της Επιτροπής, η τελευταία διατηρεί το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως εφόσον το EURid δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ομοίως, ο όρος ΙΙ.2.1 της συμβάσεως προβλέπει ρητώς ότι η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει στο EURid εντολές και οδηγίες. Τέλος, ο όρος ΙΙ.12 της συμβάσεως αναγνωρίζει στην Επιτροπή δικαιώματα ελέγχου του EURid, ενώ ο όρος Ι.6.8 της συμβάσεως επιβάλλει στο τελευταίο υποχρεώσεις έναντι της Επιτροπής. Στο πλαίσιο των συμβατικών της σχέσεων με το EURid, η Επιτροπή δύναται να του απευθύνει οδηγίες, με τις οποίες αυτό οφείλει να συμμορφώνεται. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη πράξη δεσμεύει το EURid ως προς την ερμηνεία των επίδικων διατάξεων και αποκλείει κάθε δυνατότητα καταχωρίσεως του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου, κατά το μέτρο που η εν λόγω καταχώριση θα αντέκειτο στη συναφθείσα με την Επιτροπή σύμβαση και θα δικαιολογούσε την καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους της. Το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών καταδεικνύει την ιεραρχική σχέση της ασκούμενης από την Επιτροπή εποπτείας έναντι του EURid.
44 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί, περαιτέρω, το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο υφίσταται συμβατικός όρος ο οποίος την απαλλάσσει από κάθε ευθύνη «για τις πράξεις και παραλείψεις των συμβαλλομένων ή των υπεργολάβων κατά την εκτέλεση της συμβάσεως, εκτός αν αυτό προκύπτει σαφώς και εγγράφως». Εκτιμά ότι ο συγκεκριμένος συμβατικός όρος ουδόλως αφορά αποκλειστικώς τις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ήτοι της Επιτροπής και του EURid, και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στις σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και τρίτων. Συγκεκριμένα, αφενός, η ευθύνη της Επιτροπής διέπεται από τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης και η Επιτροπή δεν μπορεί να απαλλαγεί εκ των προτέρων από την ευθύνη αυτή και, αφετέρου, συμβατικός όρος ο οποίος αποκλείει την ευθύνη συμβαλλόμενου μέρους έναντι τρίτων δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι αυτών, οι δε τρίτοι μπορούν να επικαλεσθούν την εν λόγω ακυρότητα οποτεδήποτε, χωρίς κανέναν χρονικό περιορισμό.
45 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο οι πράξεις της δεν δεσμεύουν το EURid. Το επιχείρημα αυτό «αντίκειται στη λογική» και στη νομική σχέση που συνδέει την Επιτροπή με το EURid. Συγκεκριμένα, δεν είναι δυνατό να υποτεθεί ότι ο βοηθός εκπληρώσεως ή ο εξουσιοδοτούμενος δεν δεσμεύεται από τις υποδείξεις του κυρίου της υποθέσεως ή του εξουσιοδοτούντα. Άλλωστε, η σύμβαση μεταξύ του EURid και της Επιτροπής προβλέπει ρητώς ότι θεμελιώνεται ευθύνη της τελευταίας για τις οδηγίες που απευθύνει στο EURid. Ο συγκεκριμένος συμβατικός όρος θα στερούνταν νοήματος αν το EURid όφειλε να «λειτουργεί ανεξάρτητα από την Επιτροπή».
46 Τρίτον, η προσφεύγουσα επικαλείται το δικαίωμά της για αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής.
47 Κατά την προσφεύγουσα, δυνάμει των άρθρων 7, 220 και 230 της Συνθήκης, ΕΚ φυσικός δικαστής της υπό κρίση υποθέσεως είναι το Γενικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι ο κανονισμός 733/2002 θεσπίσθηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 156 ΕΚ, είναι σαφές ότι η δημιουργία και η λειτουργία του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της έννομης τάξης της Ένωσης και υπόκεινται, επομένως, στον δικαστικό έλεγχο του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου.
48 Επίσης, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 6 της Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε δίκαιη δίκη καθώς και σε φυσικό δικαστή. Με τη φράση «φυσικός δικαστής», νοείται αυτός που κατά νόμο είναι αρμόδιος για την εκδίκαση της υπό κρίση διαφοράς. Το Γενικό Δικαστήριο συνιστά εν προκειμένω το φυσικό δικαστή μιας διαφοράς που ανακύπτει κατά την άσκηση σε ευρωπαϊκό και όχι σε εθνικό επίπεδο αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σχετικά με τον .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου.
49 Ειδικότερα, κατά την προσφεύγουσα, η απουσία ελέγχου της νομιμότητας πράξεων θεσμικού οργάνου, το οποίο έχει αναθέσει ορισμένες εκ των αρμοδιοτήτων του σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, θα δημιουργούσε κενό δικαστικής προστασίας εντός της έννομης τάξης της Ένωσης. Το κενό αυτό δεν μπορεί να καλυφθεί με την ενδεχόμενη δυνατότητα των ιδιωτών να προσφύγουν στα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να επιτύχουν την ακύρωση των πράξεων του EURid.
50 Περαιτέρω, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 63 του κανονισμού 40/94, το Γενικό Δικαστήριο είναι, επίσης, αρμόδιο για την εκδίκαση διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ του ΓΕΕΑ και ιδιωτών κατά την καταχώριση κοινοτικών σημάτων. Κατά την προσφεύγουσα, η αναλογία είναι προφανής. Το ΓΕΕΑ είναι αρμόδιο για την καταχώριση σημάτων, ενώ το EURid ενεργεί ως μητρώο αρμόδιο για την καταχώριση διαδικτυακών διευθύνσεων. Η διαφορά συνίσταται στο ότι το μεν σήμα διακρίνει προϊόντα και υπηρεσίες στον υλικό κόσμο, η δε ηλεκτρονική διεύθυνση διακρίνει προϊόντα και υπηρεσίες στον κόσμο των άυλων ή δικτυακών συναλλαγών. Συνεπώς, παρά τη διαφορετική νομική τους μορφή και τη διαφορετική τους πρακτική λειτουργία, το ΓΕΕΑ, αφενός, και το EURid, αφετέρου, επιτελούν «λειτουργίες παράλληλες». Δεν είναι εύλογο οι μεν πράξεις του ΓΕΕΑ να υπάγονται στον έλεγχο νομιμότητας του Γενικού Δικαστηρίου, οι δε πράξεις του EURid να εκφεύγουν του ελέγχου αυτού. Ως προς το ΓΕΕΑ, ο ιδρυτικός του κανονισμός προβλέπει ρητώς τη σχετική διαδικασία. Αντιθέτως, δεδομένου ότι καμία πράξη δεν προβλέπει την υπαγωγή των πράξεων του EURid στη δικαιοδοσία του Γενικού Δικαστηρίου, θα πρέπει τουλάχιστον να ελέγχεται η νομιμότητα των πράξεων της Επιτροπής ενεργούσας ως «εποπτεύον κοινοτικό θεσμικό όργανο».
51 Τέταρτον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι έχει έννομο συμφέρον. Συγκεκριμένα, οι αρνητικές συνέπειες της προσβαλλόμενης πράξεως για την εταιρεία και ειδικότερα η προσβολή εκ μέρους της Επιτροπής του «απόλυτου δικαιώματος» στο κοινοτικό σήμα CO κατά το μέτρο που εσφαλμένα αυτή υπολαμβάνει ότι η προσφεύγουσα δεν διαθέτει δικαίωμα καταχωρίσεως τομέα δευτέρου επιπέδου περιέχοντα το σήμα αυτό θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον της να επιδιώξει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως. Κατά την προσφεύγουσα, η διαφορά αφορά, επίσης, την έκταση της προστασίας που αναγνωρίζεται στους δικαιούχους κοινοτικών σημάτων. Αρμόδιο προς εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι, επομένως, βάσει του κανονισμού 40/94, το Γενικό Δικαστήριο.
52 Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε από την Επιτροπή, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως εποπτικό όργανο του EURid, στο πλαίσιο προσφυγής στρεφόμενης κατά αποφάσεως του τελευταίου. Πρέπει, συνεπώς, να κριθεί ότι η παρούσα προσφυγή ακυρώσεως της προσβαλλόμενης πράξεως είναι παραδεκτή καθόσον προσβάλλει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμά της στο κοινοτικό σήμα CO.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
53 Κατά πάγια νομολογία, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του κατάσταση. Για να καθοριστεί αν μια πράξη ή μια απόφαση παράγει τέτοια αποτελέσματα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ουσία της (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9· απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Ιανουαρίου 2002, Τ-160/98, Van Parijs και Pacific Fruit Company κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-233, σκέψη 60, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 2ας Ιουνίου 2004, Τ-123/03, Pfizer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. ΙΙ-1631, σκέψη 21).
54 Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη πράξη συνίσταται σε απλό έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον M. N., προϊστάμενο της μονάδας 1 «Διαδίκτυο, ασφάλεια δικτύων και πληροφοριών» της διευθύνσεως Α «Διαδίκτυο, ασφάλεια δικτύων και γενικών υποθέσεων» της γενικής διευθύνσεως «Κοινωνία της Πληροφορίας» της Επιτροπής, σε απάντηση της από 23 Δεκεμβρίου 2005 επιστολής που της απηύθυνε η προσφεύγουσα, με την οποία εξέθετε τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι η άρνηση του EURid να καταχωρίσει τον τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου αντέκειτο στο δίκαιο της Ένωσης.
55 Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, από πάγια νομολογία, προκύπτει ότι δεν αρκεί ένα έγγραφο να έχει αποσταλεί από θεσμικό όργανο της Ένωσης στον αποδέκτη του, σε απάντηση αιτήσεως του τελευταίου, για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση παρέχουσα έτσι τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Μαΐου 1996, Τ-277/94, AITEC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-351, σκέψη 50· διατάξεις του Πρωτοδικείου της 5ης Νοεμβρίου 2003, Τ-130/02, Kronoply κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑4857, σκέψη 42, και της 14ης Δεκεμβρίου 2005, Τ-369/03, Arizona Chemical κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑5839, σκέψη 56).
56 Περαιτέρω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, με την προσβαλλόμενη πράξη, η Επιτροπή περιορίσθηκε στην έκθεση της δικής της εκδοχής ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων και επεσήμανε ότι, κατά την άποψή της, η απόφαση του EURid ήταν σύμφωνη προς τις συγκεκριμένες διατάξεις (βλ. σκέψη 22 ανωτέρω).
57 Επιβάλλεται, εξάλλου, η επισήμανση ότι η απόφαση περί αρνήσεως καταχωρίσεως του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου εκδόθηκε από το EURid υπό την ιδιότητά του ως μητρώο του εν λόγω τομέα ανωτάτου επιπέδου.
58 Περαιτέρω, πρέπει να υπομνησθεί, συναφώς, ότι ο κανονισμός 733/2002 καθιέρωσε το μητρώο και καθόρισε τις αρμοδιότητές του. Συμφώνως προς το άρθρο 2, στοιχείο α΄ και το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του αυτού κανονισμού, το μητρώο είναι αρμόδιο για την οργάνωση, διεύθυνση και διαχείριση του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του ιδίου κανονισμού, το μητρώο καταχωρίζει τα ονόματα τομέα στον .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου μέσω οιουδήποτε διαπιστευμένου καταχωριστή κατόπιν αιτήσεως ορισμένων προσώπων. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού αυτού, το μητρώο επιβάλλει τέλη, τα οποία σχετίζονται άμεσα με το κόστος που ανακύπτει, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, εφαρμόζει πολιτική εξώδικης διευθετήσεως των διαφορών.
59 Επίσης, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 733/2002, το μητρώο θεσπίζει διαδικασίες και εκτελεί διαπιστεύσεις .eu καταχωρητών, ενώ περαιτέρω εξασφαλίζει αποτελεσματικές και αμερόληπτες συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των .eu καταχωρητών. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, του αυτού κανονισμού, το μητρώο εξασφαλίζει, επίσης, την ακεραιότητα των βάσεων δεδομένων των ονομάτων τομέα.
60 Ως προς την Επιτροπή, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 733/2002 ορίζει ότι αυτή είναι αρμόδια να θεσπίζει τα κριτήρια και τη διαδικασία καθορισμού του μητρώου και να καθορίζει το μητρώο, μετά από δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσκλήσεως εκδηλώσεως ενδιαφέροντος, αφού η διαδικασία για την εν λόγω πρόσκληση ολοκληρωθεί.
61 Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 733/202, η Επιτροπή, αφού συμβουλευθεί το μητρώο, θεσπίζει κανόνες δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά την εφαρμογή και τις λειτουργίες του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου, καθώς και τις αρχές δημοσίου συμφέροντος για τις καταχωρίσεις.
62 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή όρισε ως μητρώο το EURid, μία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ένωση προσώπων, βελγικού δικαίου (βλ. σκέψη 15 ανωτέρω), εξέδωσε τον κανονισμό 874/2004 και συνήψε σύμβαση με αυτό όπου προσδιόρισε τους όρους σύμφωνα με τους οποίους η Επιτροπή εποπτεύει την οργάνωση, τη διεύθυνση και τη διαχείριση από το μητρώο του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου.
63 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο κανονισμός 733/2002 αναθέτει στο μητρώο την αρμοδιότητα αρνήσεως καταχωρίσεως τομέα δευτέρου επιπέδου, σε αντίθεση δε προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, δεν πρόκειται για αρμοδιότητα εκχωρηθείσα από την Επιτροπή προς το EURid. Ως εκ τούτου, η προαναφερθείσα στη σκέψη 41 απόφαση Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής ουδόλως αφορά την παρούσα υπόθεση.
64 Εξάλλου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι στο πλαίσιο εποπτείας του μητρώου και δυνάμει της συμβάσεως που έχει συνάψει με αυτό, η Επιτροπή δύναται να του απευθύνει δεσμευτικές οδηγίες, ιδίως ως προς την καταχώριση ενός τομέα δευτέρου επιπέδου, και, ως εκ τούτου, κατά το μέτρο που η προσβαλλόμενη πράξη αποκλείει κάθε δυνατότητα καταχωρίσεως του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου από το μητρώο ή αρνείται να απευθύνει στο μητρώο ανάλογη οδηγία σχετικά με την αιτηθείσα από την προσφεύγουσα καταχώριση του συγκεκριμένου τομέα, συνιστά πράξη η οποία παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
65 Συναφώς επισημαίνεται ότι δεν μπορεί να συνάγεται αρμοδιότητα της Επιτροπής να απευθύνει στο μητρώο δεσμευτικές οδηγίες σχετικά με την καταχώριση συγκεκριμένου τομέα δευτέρου επιπέδου, ελλείψει ειδικής διατάξεως στη Συνθήκη ή σε εκδοθείσες από τα θεσμικά όργανα πράξεις αναγκαστικού χαρακτήρα (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Τ-113/89, Nefarma κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. II‑797, σκέψη 69 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)
66 Ούτε ο κανονισμός 733/2002 ούτε ο κανονισμός 874/2004 περιέχουν, όμως, διάταξη απονέμουσα παρόμοια αρμοδιότητα στην Επιτροπή.
67 Περαιτέρω, ακόμη και αν υποτεθεί ότι παρόμοια αρμοδιότητα μπορεί να ανατεθεί στην Επιτροπή απλώς δυνάμει των όρων της συμβάσεως που συνήψε με το EURid, επιβάλλεται η επισήμανση ότι οι επικαλούμενοι από την προσφεύγουσα συμβατικοί όροι (βλ. σκέψη 43 ανωτέρω) αφορούν τις οικονομικής φύσεως σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Ούτε οι όροι αυτοί ούτε άλλοι όροι της εν λόγω συμβάσεως απονέμουν στην Επιτροπή την εξουσία να απευθύνει στο μητρώο δεσμευτικές οδηγίες αναφορικά με την καταχώριση συγκεκριμένου τομέα δευτέρου επιπέδου.
68 Ως προς την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας που στηρίζεται στην αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, τονίζεται ότι κατά τους «Όρους και προϋποθέσεις καταχωρίσεως των ονομάτων τομέα .eu» που εκδόθηκαν από το EURid σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 733/2002, «σε περίπτωση διαμάχης, διαφωνίας ή αξιώσεως μεταξύ του μητρώου και του καταχωρούμενου, τα δικαστήρια των Βρυξελών (Βέλγιο) θα έχουν την αποκλειστική δικαιοδοσία», εκτός από τις περιπτώσεις όπου ένα εκ των μερών επιλέγει να κινήσει τη διαδικασία εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών. Εξάλλου, από το σημείο Β.12, στοιχείο α΄, σε συνδυασμό με το σημείο A.1., των κανόνων επιλύσεως διαφορών ως προς τους τομείς .eu, που υποβλήθηκαν από την Επιτροπή κατόπιν αιτήματος του Πρωτοδικείου, προκύπτει ότι ο αιτών την καταχώριση ενός ονόματος τομέα έχει το δικαίωμα να κινήσει ένδικη διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου στον τόπο όπου βρίσκεται το κεντρικό γραφείο του μητρώου (ήτοι, στις Βρυξέλλες), κατά αποφάσεως του τελευταίου με την οποία δεν γίνεται δεκτή η καταχώριση τομέα δευτέρου επιπέδου.
69 Επίσης, το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 874/2004 ορίζει ότι καθένα από τα μέρη μπορεί να κινήσει τη διαδικασία εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών όταν η απόφαση η οποία έχει ληφθεί από το μητρώο αντίκειται στον εν λόγω κανονισμό ή στον κανονισμό 733/2002. Δυνάμει της παραγράφου 11 της αυτής διατάξεως, η επιτροπή εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών είναι αρμόδια να αποφανθεί αν ακυρώνεται μία απόφαση.
70 Σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 13, του κανονισμού 874/2004, τα αποτελέσματα της εν λόγω διαδικασίας εναλλακτικής επιλύσεως είναι δεσμευτικά για τα μέρη και το μητρώο, εκτός αν κινηθούν δικαστικές διαδικασίες εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την κοινοποίηση στα μέρη του αποτελέσματος της εν λόγω διαδικασίας.
71 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 874/2004 και οι «Όροι και προϋποθέσεις καταχωρίσεως ονομάτων τομέα .eu», που εκδόθηκαν από το μητρώο, όπως επίσης και οι κανόνες επιλύσεως διαφορών ως προς τους τομείς .eu, προβλέπουν δύο είδη προσφυγής κατά των αποφάσεων του EURid: αφενός, τα τακτικά ένδικα μέσα ενώπιον των δικαστηρίων των Βρυξελλών και, αφετέρου, την εξωδικαστική διαδικασία ενώπιον της επιτροπής εναλλακτικής επιλύσεως διαφορών, της οποίας η απόφαση μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να προσβληθεί ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων.
72 Το ως άνω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται από την υπ’ αριθ. 2905/2009 απόφαση, της 4ης Μαΐου 2009, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ελλάδα), η οποία περιελήφθη στη δικογραφία αιτήσει της προσφεύγουσας. Είναι μεν αληθές ότι με την εν λόγω απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την αγωγή της προσφεύγουσας κατά της αρνήσεως του μητρώου να καταχωρίσει τον αιτηθέντα από την προσφεύγουσα τομέα δευτέρου επιπέδου, είναι, όμως, σαφές ότι η εν λόγω απόφαση στηρίζεται στη διαπίστωση ότι το εν λόγω ελληνικό δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί επί της διαφοράς αυτής, η οποία, κατά την ίδια απόφαση, υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των βελγικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί, με βάση την εν λόγω απόφαση, ότι δεν ήταν δυνατό να επιδιωχθεί δικαστικώς ο έλεγχος νομιμότητας της αποφάσεως του EURid περί αρνήσεως καταχωρίσεως του τομέα .co ως τομέα δευτέρου επιπέδου του .eu τομέα ανωτάτου επιπέδου.
73 Ως προς τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι η υπό κρίση διαφορά αφορά την έκταση της παρεχόμενης προστασίας στο κοινοτικό σήμα CO και ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 40/94, αρμόδιο προς εκδίκαση των εν λόγω διαφορών είναι το Γενικό Δικαστήριο, αρκεί να επισημανθεί ότι, κατά τους όρους του άρθρου 63 του κανονισμού 40/94, μόνον οι αποφάσεις που εκδίδουν επί προσφυγής τα τμήματα προσφυγών υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαίωμα δε προσφυγής έχει κάθε διάδικος της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών, εφόσον η απόφαση του τμήματος αυτού δεν τον δικαιώνει.
74 Δεν προκύπτει, όμως, από τη δικογραφία ότι η προσφεύγουσα έκανε χρήση των μέσων παροχής ενδίκου προστασίας που προβλέπει το άρθρο 63 του κανονισμού 40/94. Το Γενικό Δικαστήριο, επομένως, δεν δύναται να θεωρηθεί, εν προκειμένω, αρμόδιο δυνάμει της εν λόγω διατάξεως. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της παρούσας διαφοράς συμφώνως προς τον κανονισμό 40/94 δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
75 Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, η εκφρασθείσα στην προσβαλλόμενη πράξη άποψη της Επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει χαρακτήρα αποφάσεως, δυνάμενης να παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική κατάστασή της. Συνεπώς, η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτη, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του ζητήματος του εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας.
Επί των δικαστικών εξόδων
76 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Η Inet Hellas Ηλεκτρονική Υπηρεσία Πληροφοριών ΕΠΕ (Inet Hellas) φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Λουξεμβούργο, 15 Δεκεμβρίου 2009.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
M. Βηλαράς
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy