ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
της 20ής Ιουλίου 2006 ( *1 )
Στην υπόθεση T-114/06 R,
Globe SA, με έδρα το Zandhoven (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τον A. Abate δικηγόρο,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους M. Wilderspin και G. Boudot,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία αυτή απέρριψε την προσφορά της αιτούσας στο πλαίσιο της διαδικασίας προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών προμηθειών με προορισμό ορισμένες χώρες της Κεντρικής Αφρικής (EuropeAid/122078/C/S/Multi),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Το ιστορικό της διαφοράς και η διαδικασία
1
Η Globe SA παρέχει εξειδικευμένες υπηρεσίες σε επιχειρηματίες δικτύου (αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας) και στην πετροχημική βιομηχανία. Η βασική της δραστηριότητα, η τοπογραφία, επεκτάθηκε σε λήψεις μέτρων σε τρεις διαστάσεις (με μια μέθοδο σαρώσεως με λέιζερ), σε μετατροπές δεδομένων (Globe DD) και στον σχεδιασμό με τη βοήθεια υπολογιστή (CAO).
2
Στον τομέα των σωλήνων μεταφοράς αερίου, η αιτούσα ανέπτυξε, το 2004, βάσει ενός λογισμικού που φέρει τον τίτλο «SIG» (système d'information géographique [σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών]), νέα εκδοχή του λογισμικού αυτού, καλούμενη «Pipe Guardian», η οποία παρέχει τη δυνατότητα χορηγήσεως συνδρομής στους διαχειριστές τέτοιων εγκαταστάσεων στο σύνολο των καθηκόντων τους.
3
Στις 20 Οκτωβρίου 2005, η Επιτροπή δημοσίευσε πρόσκληση προς υποβολή προσφορών για το σχέδιο EuropeAid/122078/C/S/Multi προμήθειας συστήματος πληροφοριών σχετικά με δίκτυο σωλήνων μεταφοράς αερίου στις εταιρίες παραγωγής φυσικού αερίου της Κεντρικής Ασίας (Καζακστάν, Κιργιζία, Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν). Η σύμβαση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο του προγράμματος TACIS 2002.
4
Το αντικείμενο της συμβάσεως ήταν να εξασφαλισθούν, στο πλαίσιο ενιαίας παρτίδας, η ένταξη, η διαμόρφωση, η παράδοση, η εγκατάσταση, η προμήθεια και η εξυπηρέτηση μετά την πώληση τριών συστημάτων πληροφοριών σχετικών με δίκτυα σωλήνων μεταφοράς φυσικού αερίου, καθώς και αντίστοιχων προγραμμάτων εφαρμογής και οι σχετικές παρεπόμενες υπηρεσίες, δηλαδή η κατάρτιση και η εξυπηρέτηση μετά την πώληση, όπως ορίζονται από τις τεχνικές προδιαγραφές της προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών.
5
Κατά το σημείο 1.1 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους, που δημοσιεύονται μόνον στην αγγλική, ένα σύστημα πληροφοριών σχετικό με σωλήνα μεταφοράς φυσικού αερίου είναι ένα σύστημα βάσεως πληροφοριών που προορίζεται για τη διαχείριση των δεδομένων κάθε κατασκευής και ελέγχου δικτύου σωλήνων μεταφοράς φυσικού αερίου και του γεωγραφικού περιβάλλοντός του.
6
Η Επιτροπή αναφέρει ότι, μολονότι η ίδια προέβη στην πρόσκληση προς υποβολή προσφορών, ανέθεσε εν τούτοις σε εξωτερικό γραφείο, εν προκειμένω σε σύμβουλο, τη μέριμνα της ρυθμίσεως των ουσιαστικών λεπτομερειών της προσφοράς.
7
Το άρθρο 2 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους προέβλεπε τα ακόλουθα στάδια:
—
ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας καταθέσεως των αιτήσεων παροχής διευκρινίσεων εκ μέρους της συμβαλλόμενης αρχής: 18 Νοεμβρίου 2005,
—
ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας δημοσιεύσεως των διευκρινίσεων από τη συμβαλλόμενη αρχή: 29 Νοεμβρίου 2005,
—
ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας υποβολής των προσφορών: 5 Δεκεμβρίου 2005,
—
ημερομηνία συνεδριάσεως για την αποσφράγιση των προσφορών: 8 Δεκεμβρίου 2005,
—
ημερομηνία κοινοποιήσεως της αναθέσεως της προμήθειας στον υποψήφιο που κέρδισε τον διαγωνισμό: 16 Δεκεμβρίου 2005,
—
ημερομηνία υπογραφής της συμβάσεως: 30 Δεκεμβρίου 2005.
8
Με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 2005 που απηύθυνε στην Επιτροπή, η αιτούσα έθεσε πλείονες ερωτήσεις ως προς διάφορα ζητήματα σχετικά με την πρόσκληση προς υποβολή προσφορών, μία εκ των οποίων αφορούσε τον αριθμό των περιεκτών μελάνης που προβλέπει η συγγραφή υποχρεώσεων (75 περιέκτες μαύρης μελάνης και 25 περιέκτες έγχρωμης μελάνης). Η αιτούσα επιθυμούσε, μεταξύ άλλων, να πληροφορηθεί αν ο αριθμός αυτός είχε προβλεφθεί για κάθε εκτυπωτή τον οποίο αφορά η πρόσκληση προς υποβολή προσφορών ή για το σύνολο της συμβάσεως.
9
Στις 14 Νοεμβρίου 2005, η Επιτροπή δημοσίευσε το διορθωτικό υπ’ αριθ. 1, στο οποίο αναφερόταν ότι η τελική ημερομηνία κατά την οποία θα δημοσιεύονταν οι διευκρινίσεις από τη συμβαλλόμενη αρχή θα ήταν η 24η Νοεμβρίου 2005.
10
Στις 22 Νοεμβρίου 2005, η Επιτροπή δημοσίευσε σύνολο διευκρινίσεων, εκ των οποίων η μία, υπ’ αριθ. 23, αφορούσε τον αριθμό των περιεκτών μελάνης που αφορά η πρόσκληση προς υποβολή προσφορών και ανέφερε ότι οι αριθμοί των 75 και 25 περιεκτών μελάνης ήταν οι αριθμοί των περιεκτών που προβλέπονταν για κάθε εκτυπωτή. Με την ευκαιρία αυτή, η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι ο αριθμός εκτυπωτών που έπρεπε να ληφθεί υπόψη στις προσφορές ανερχόταν στους δεκαέξι.
11
Στις 24 Νοεμβρίου 2005, η Επιτροπή δημοσίευσε το διορθωτικό υπ’ αριθ. 2, στο οποίο ανέφερε ότι ο ακριβής αριθμός περιεκτών μελάνης ήταν πέντε περιέκτες μαύρης μελάνης και δύο περιέκτες έγχρωμης μελάνης ανά εκτυπωτή.
12
Η IGN France international (στο εξής: IGN) υπέβαλε την προσφορά της στις 2 Δεκεμβρίου 2005, δηλαδή οκτώ ημέρες μετά τη δημοσίευση του διορθωτικού υπ’ αριθ. 2. Στην προσφορά αυτή γινόταν μνεία συνολικού αριθμού 1600 περιεκτών μελάνης, δηλαδή 1200 περιέκτες μαύρης μελάνης (ήτοι 75 περιέκτες μελάνης για έκαστο των δεκαέξι εκτυπωτών) και 400 περιέκτες έγχρωμης μελάνης (ήτοι 25 περιέκτες για έκαστο των δεκαέξι εκτυπωτών).
13
Η αιτούσα υπέβαλε την προσφορά της στις 5 Δεκεμβρίου 2005, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδείξεις του διορθωτικού υπ’ αριθ. 2.
14
Οι δύο άλλοι διαγωνιζόμενοι, η Asia Soft και η Geomagic, υπέβαλαν επίσης προσφορές λαμβάνοντας υπόψη τις ενδείξεις που διατύπωσε η Επιτροπή με το υπ’ αριθ. 2 διορθωτικό της.
15
Σύμφωνα με το σημείο 20.6 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους, το μόνο κριτήριο συνάψεως της συμβάσεως ήταν η τιμή και η σύμβαση θα έπρεπε να συναφθεί με τον τελευταίο μειοδότη που υπέβαλε προσφορά σύμφωνη προς την πρόσκληση προς υποβολή προσφορών.
16
Η συνεδρίαση για την αποσφράγιση των προσφορών διοργανώθηκε από την επιτροπή αξιολογήσεως όπως είχε προβλεφθεί στις 8 Δεκεμβρίου 2005. Διαπιστώθηκε με την ευκαιρία αυτή ότι οι προσφορές των τεσσάρων διαγωνιζομένων ήσαν οι ακόλουθες:
—
Globe: 545215 ευρώ,
—
IGN: 592400 ευρώ,
—
Asia Soft: 865143 ευρώ,
—
Geomagic: 934964 ευρώ.
17
Η Επιτροπή κατακύρωσε τον διαγωνισμό στην IGN. Η σύμβαση υπογράφηκε από την Επιτροπή στις 19 Δεκεμβρίου 2005 και από την IGN στις 30 Δεκεμβρίου 2005, χωρίς να ενημερωθεί συναφώς η αιτούσα.
18
Με έγγραφα της 6ης Ιανουαρίου, της 1ης και της 3ης Φεβρουαρίου 2006, η αιτούσα καθώς και ο δικηγόρος της απευθύνθηκαν στην Επιτροπή προκειμένου να πληροφορηθούν τη συνέχεια που επιφύλαξε στη διαδικασία του διαγωνισμού.
19
Με έγγραφο της 1ης Μαρτίου 2006, η Επιτροπή ανέφερε στον δικηγόρο της αιτούσας τα εξής:
«[…] μολονότι είναι αληθές ότι, κατά τη συνεδρίαση για την αποσφράγιση των προσφορών, διαπιστώθηκε ότι η προσφορά της εταιρίας Globe ήταν η χαμηλότερη, αποδείχθηκε, στη συνέχεια, ότι η προσφορά άλλου διαγωνιζομένου αναφερόταν στις ποσότητες των οποίων είχε γίνει μνεία στην αρχική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα και όχι στην ποσότητα που εμφανίστηκε στο διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στον δικτυακό τόπο της Υπηρεσίας για τη Συνεργασία (EuropeAid). Δεδομένου ότι το διορθωτικό αυτό δημοσιεύθηκε σε όψιμο στάδιο, πράγμα το οποίο παρείχε στους δυνάμει διαγωνιζομένους λίαν σύντομη προθεσμία για να λάβουν γνώση αυτού, και ότι σε μια πρόσκληση προς υποβολή προσφορών εξοπλισμού δεν είναι δυνατόν να εντοπισθούν εκ των προτέρων οι δυνάμει διαγωνιζόμενοι, η επιτροπή αξιολογήσεως αποφάσισε να λάβει υπόψη την προσφορά αυτή και να προβεί στις αναγκαίες προσαρμογές λαμβάνοντας υπόψη τις ποσότητες του διορθωτικού που δημοσιεύθηκε στον δικτυακό τόπο. Κατόπιν των προσαρμογών αυτών (μείωση των ποσοτήτων και, κατά συνέπεια, μείωση της συνολικής τιμής) αποδείχθηκε ότι η προσφορά της Globe δεν ήταν η χαμηλότερη. Επομένως, η σύμβαση συνήφθη με την [IGN].»
20
Με έγγραφο της 2ας Μαρτίου 2006 (στο εξής: επίδικη απόφαση), η Επιτροπή πληροφόρησε την αιτούσα ότι η προσφορά της δεν ήταν η λιγότερο επαχθής μεταξύ των προσφορών που ήσαν σύμφωνες προς την πρόσκληση προς υποβολή προσφορών και ότι η σύμβαση είχε συναφθεί με την IGN για ποσό 531600 ευρώ.
21
Σε απάντηση εγγράφου που απηύθυνε ο δικηγόρος της αιτούσας στην Επιτροπή στις 6 Μαρτίου 2006, η Επιτροπή διαβίβασε, στις 17 Μαρτίου 2006, αντίγραφο της εκθέσεως της επιτροπής αξιολογήσεως. Στην έκθεση αυτή, στη στήλη που αφορά τη συμφωνία των προσφορών προς τις τεχνικές προδιαγραφές, η επιτροπή αξιολογήσεως αναφέρει, κατ’ ουσίαν, όσον αφορά την IGN, ότι, κατόπιν αιτήσεως της συμβαλλομένης αρχής, χρειάσθηκε να υπολογισθεί εκ νέου η προσφορά λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των περιεκτών μελάνης όπως τροποποιήθηκε με το διορθωτικό υπ’ αριθ. 2 και ότι η προσφορά είχε τροποποιηθεί υπό την έννοια αυτή. Στην ίδια αυτή στήλη, η επιτροπή αξιολογήσεως επιβεβαίωσε, άλλωστε, ότι η αναθεωρημένη προσφορά και η επιβεβαίωση παρελήφθησαν εντός προθεσμίας 24 ωρών με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και με τηλεομοιοτυπία.
22
Στις 14 Απριλίου 2006, η αιτούσα άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή ακυρώσεως, με την οποία αμφισβήτησε τη νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως.
23
Την ίδια ημέρα, η αιτούσα υπέβαλε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε, κατ’ ουσίαν, την αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
24
Στις 27 Απριλίου 2006, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Με τις εν λόγω παρατηρήσεις, η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων καθώς και την καταδίκη της αιτούσας στα δικαστικά έξοδα.
25
Οι διάδικοι προέβησαν σε προφορικές διευκρινίσεις κατά την ακρόαση της 16ης Μαΐου 2006.
Σκεπτικό
26
Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς, τις περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris) τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι τα προσωρινά μέτρα πρέπει να απορρίπτονται αν δεν συντρέχει μια από αυτές [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-4971, σκέψη 30]. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων σταθμίζει επίσης, κατά περίπτωση, τα εμπλεκόμενα συμφέροντα (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 2001, C-445/00 R, Αυστρία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I-1461, σκέψη 73, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27
Επιπλέον, στο πλαίσιο αυτής της συνολικής εξετάσεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και είναι ελεύθερος να καθορίσει, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εξακριβωθεί η συνδρομή των διαφόρων αυτών προϋποθέσεων, καθώς και τη σειρά με την οποία θα διεξαχθεί η εξέταση αυτή, εφόσον κανένας κανόνας κοινοτικού δικαίου δεν του επιβάλλει προκαθορισμένο σχέδιο αναλύσεως για να εκτιμήσει την ανάγκη της εκδόσεως διατάξεως προσωρινών μέτρων [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-2165, σκέψη 23].
28
Η υπό κρίση αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των προμνησθεισών αρχών.
29
Πριν εκδοθεί απόφαση επί της παρούσας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να διευκρινιστεί το αντικείμενό της. Πράγματι, με την αίτησή της, η αιτούσα ζητεί την αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.
30
Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι απόφαση περί αναθέσεως μιας συμβάσεως σε ένα μόνον προσφέροντα συνεπάγεται υποχρεωτικά και αδιάρρηκτα τη συνακόλουθη απόφαση να μην ανατεθεί η σύμβαση στους λοιπούς προσφέροντες. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίσημη ανακοίνωση του αποτελέσματος της διαδικασίας υποβολής προσφορών στους προσφέροντες των οποίων οι προσφορές απορρίφθηκαν δεν συνεπάγεται την έκδοση αποφάσεως χωριστής από την απόφαση περί αναθέσεως της συμβάσεως προκειμένου να διατυπωθεί ρητά η απόρριψη (απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Φεβρουαρίου 2003, T-183/00, Strabag Benelux κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II-135, σκέψη 28).
31
Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αιτούσας στρέφεται τόσο κατά της αποφάσεως να μην της ανατεθεί η σύμβαση όσο και κατά της αποφάσεως της Επιτροπής να συνάψει τη σύμβαση με την IGN.
32
Άλλωστε, κατά την ακρόαση επιβεβαιώθηκε ότι η σύμβαση υπογράφηκε από την Επιτροπή στις 19 Δεκεμβρίου και από την IGN στις 30 Δεκεμβρίου και ότι η εκτέλεσή της άρχισε χωρίς να έχει ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα. Η σύμβαση συνιστά έτσι την άμεση προέκταση της αποφάσεως της Επιτροπής να αναθέσει την προμήθεια στην IGN.
33
Πάντως, με την αίτησή της, και όπως επιβεβαιώθηκε κατά την ακρόαση, η αιτούσα επικαλείται ζημίες που απορρέουν από την εκτέλεση της συμβάσεως και ζητεί, κατά συνέπεια, να προλάβει τις σοβαρές και ανεπανόρθωτες ζημίες που θα προέκυπταν, κατ’ αυτήν, από την ως άνω εκτέλεση.
34
Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση σκοπεί και στην αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω συμβάσεως.
1. Επί του fumus boni juris
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα της αιτούσας
35
Η αιτούσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τέσσερις λόγους προς στήριξη της κύριας προσφυγής της, οι οποίοι αφορούν, αντιστοίχως, τη συμφωνία των προσφορών προς την πρόσκληση προς υποβολή προσφορών, την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπέχει και, τέλος, την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.
— Επί του πρώτου λόγου
36
Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε τρία σφάλματα εκτιμήσεως που καθιστούν πλημμελή τη διαδικασία συνάψεως της συμβάσεως με την IGN.
37
Πρώτον, αφενός, η αιτούσα υποστηρίζει ότι, με την προσφορά της, υπήρξε η μειοδότρια και ότι, κατά συνέπεια, σύμφωνα με το σημείο 20.6 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους, κατά το οποίο η σύμβαση έπρεπε να συναφθεί βάσει του μοναδικού κριτηρίου της τιμής με την προσφορά του μειοδότη, η Επιτροπή θα έπρεπε να συνάψει τη σύμβαση με την αιτούσα, καθόσον η Επιτροπή δεν διέθετε περιθώριο εκτιμήσεως συναφώς. Η αιτούσα θεωρεί ότι, με το να μην της αναθέσει τη σύμβαση, η Επιτροπή προσέβαλε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της.
38
Αφετέρου, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η προσφορά της IGN δεν ήταν σύμφωνη προς τις τεχνικές προδιαγραφές της συγγραφής υποχρεώσεων.
39
Κατ’ αρχάς, η αιτούσα φρονεί ότι η συγγραφή υποχρεώσεων προέβλεπε ότι οι εκτυπωτές έπρεπε να ανταποκρίνονται στο «format A3 max» για να μπορούν να εκτυπώνουν σε χαρτί διαστάσεων 297 x 420 mm. Κατά την αιτούσα, η ένδειξη «A3 max» σημαίνει ότι οι εκτυπωτές θα πρέπει να μπορούν να εκτυπώνουν σε τέτοιο σχήμα και ότι δεν απαιτούνται σημαντικότερες διαστάσεις (A2, A1, A0). Αναφέρει, επιπλέον, ότι, στον επίμαχο τεχνικό τομέα, χρησιμοποιούνται ενίοτε σημαντικότερα σχήματα και ότι, επομένως, η ένδειξη «A3 max» εκφράζει την απαίτηση να είναι δυνατές οι εκτυπώσεις σε χαρτί σχήματος A3. Πάντως, οι εκτυπωτές που προτείνει η IGN είναι σχήματος A4 (210 x 297 mm). Οι εκτυπωτές αυτοί δεν αντιστοιχούν επομένως, κατά την αιτούσα, στο σχήμα που απαιτεί η συγγραφή υποχρεώσεων.
40
Στη συνέχεια, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η συγγραφή υποχρεώσεων προέβλεπε προδιαγραφή κατά την οποία η ταχύτητα έγχρωμης εκτυπώσεως της πρώτης σελίδας έπρεπε να είναι 26 δευτερόλεπτα, ενώ η ταχύτητα των εκτυπωτών που προτείνει η IGN είναι μόλις 29 δευτερόλεπτα.
41
Κατά την αιτούσα, οι τεχνικές αυτές διαφορές αντιστοιχούν σε σημαντικές διαφορές τιμής μεταξύ των εκτυπωτών που προτείνει η ίδια και των εκτυπωτών που προτείνει η IGN, ενώ η τιμή είναι 379 ευρώ για τους εκτυπωτές που προτείνει η IGN και 3719,10 ευρώ για τους εκτυπωτές που προτείνει η αιτούσα. Η απόφαση περί αποδοχής της προσφοράς της IGN αντιβαίνει, επομένως, στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
42
Τέλος, η αιτούσα ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή έπρεπε να απορρίψει την προσφορά της IGN, καθόσον αυτή δεν είναι σύμφωνη προς τους όρους που θέτει η πρόσκληση προς υποβολή προσφορών, εφόσον αφορούσε 1600 περιέκτες μελάνης, αριθμό που προβλέφθηκε αρχικά από τη συγγραφή υποχρεώσεων, και όχι 112 περιέκτες, αριθμό που τελικά έγινε δεκτός με το διορθωτικό υπ’ αριθ. 2.
43
Δεύτερον, η αιτούσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η IGN έλαβε από την Επιτροπή παράταση της προθεσμίας υποβολής των προσφορών, στο μέτρο που η Επιτροπή παρέσχε στην IGN τη δυνατότητα να τροποποιήσει και να διορθώσει την προσφορά της μετά την τελική ημερομηνία υποβολής των προσφορών που προβλέπει η πρόσκληση προς υποβολή προσφορών, τούτο δε ενώ η εταιρία αυτή γνώριζε τις τιμές που πρότειναν οι άλλοι διαγωνιζόμενοι, εφόσον είχε πράγματι παρευρεθεί, όπως ακριβώς και οι άλλοι διαγωνιζόμενοι, στη συνεδρίαση της αποσφραγίσεως των προσφορών.
44
Τρίτον, η αιτούσα ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή παρέσχε στην IGN τη δυνατότητα να τροποποιήσει την προσφορά της, κατά παράβαση των κανόνων που έχουν εφαρμογή στους διαγωνιζομένους, και, ειδικότερα, των διατάξεων των σημείων 15, 19.5, 20.3 και 20.4 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους.
— Επί του δευτέρου λόγου
45
Η αιτούσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να την ενημερώσει για τους λόγους για τους οποίους είχε την πρόθεση να ανατρέψει τη σειρά προτεραιότητας των προσφορών, και τούτο προκειμένου να της παράσχει τη δυνατότητα να προβάλει την άποψή της τηρουμένων των δικαιωμάτων άμυνας.
— Επί του τρίτου λόγου
46
Η αιτούσα υπογραμμίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η αιτιολογία της αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή ήταν ανεπαρκής και αντιφατική, κατά μείζονα λόγο διότι η εφαρμογή των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους θα έπρεπε να οδηγήσει στη σύναψη της συμβάσεως με την ίδια. Επιπλέον, η απόφαση ουδόλως αναφέρει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που οδήγησαν την Επιτροπή να τροποποιήσει τον κατάλογο των προτεραιοτήτων που κατάρτισε η επιτροπή αξιολογήσεως στις 8 Δεκεμβρίου 2005.
— Επί του τετάρτου λόγου
47
Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή επέδειξε αμέλεια στο πλαίσιο της διαδικασίας συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως. Θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι η προθεσμία εντός της οποίας της απάντησε η Επιτροπή συνιστά παράβαση του κώδικα καλής διοικητικής συμπεριφοράς, ο οποίος επιβάλλει στην Επιτροπή να απαντά εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από της παραλαβής της αιτήσεως παροχής πληροφοριών.
Επιχειρήματα της Επιτροπής
— Επί του πρώτου λόγου
48
Κατ’ αρχάς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η IGN ήταν η υποβάλλουσα την καλύτερη προσφορά και τούτο ήδη από την υποβολή της προσφοράς της όπως αυτή παρουσιάστηκε στις 2 Δεκεμβρίου 2005. Αναφέρει, για να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό της, ότι, αν η διόρθωση του αριθμού των περιεκτών μελάνης που απαιτούνταν από την πρόσκληση προς υποβολή προσφορών, όπως προβλέφθηκε με το διορθωτικό υπ’ αριθ. 2, είχε γίνει από την ίδια την επιτροπή αξιολογήσεως, το ύψος της προσφοράς της IGN θα ήταν κατώτερο από αυτό της προσφοράς της Globe.
49
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αιτούσα δεν προβάλλει, κατά συνέπεια, βασίμως προσβολή του δικαιώματος προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η επιτροπή αξιολογήσεως βρισκόταν στο στάδιο της ενάρξεως της εξετάσεως των προσφορών και ότι δεν είχε ακόμη ληφθεί καμία απόφαση, τούτο δε ακόμη και αν η επιτροπή αξιολογήσεως είχε εκτιμήσει, αρχικώς, ότι η Globe πληρούσε τις προϋποθέσεις της πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών.
50
Περαιτέρω, όσον αφορά τη συμφωνία της προσφοράς της IGN προς τις τεχνικές προδιαγραφές, πρώτον, η Επιτροπή επικαλείται το γεγονός ότι η προδιαγραφή «A3 max» ερμηνεύθηκε από την επιτροπή αξιολογήσεως ως περιλαμβάνουσα τους εκτυπωτές σε μορφή A4, ενώ η μορφή A3 είναι ένα μέγιστο όριο πέραν του οποίου δεν πρέπει να βαίνουν οι απαιτούμενοι εκτυπωτές.
51
Δεύτερον, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η επιτροπή αξιολογήσεως εκτίμησε ότι ο χρόνος εκτυπώσεως των 26 δευτερολέπτων για την πρώτη έγχρωμη σελίδα που καθορίζεται στη συγγραφή υποχρεώσεων ήταν ένα όριο και ότι η επιτροπή θεώρησε ότι η εν λόγω απόκλιση των τριών δευτερολέπτων δεν συνιστούσε μείζονα τεχνική αδυναμία δικαιολογούσα de facto την απόρριψη της προσφοράς της IGN.
52
Τρίτον, η Επιτροπή παρατηρεί, κατ’ ουσίαν, ότι η πρόσκληση που απηύθυνε στην IGN, προκειμένου αυτή να της αποστείλει διορθωμένη προσφορά, αιτιολογήθηκε από το γεγονός ότι το διορθωτικό υπ’ αριθ. 2 δημοσιεύθηκε οψίμως. Η Επιτροπή προσθέτει ότι την ως άνω απόφαση της επιτροπής αξιολογήσεως δεν υπαγόρευσαν μόνον λόγοι επιείκειας, αλλά και ο φόβος της μήπως, σε περίπτωση αποκλεισμού της IGN, βρεθεί αντιμέτωπη με προσφυγή ακυρώσεως ή αγωγή αποζημιώσεως εκ μέρους της εταιρίας αυτής.
— Επί του δευτέρου λόγου
53
Η Επιτροπή, αφενός, φρονεί ότι έχει απαντήσει στον λόγο αυτόν στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της σχετικά με την προσφορά του μειοδότη και παραπέμπει σ’ αυτήν και, αφετέρου, ισχυρίζεται ότι ήταν αναγκαία η προθεσμία των δύο μηνών προκειμένου να παρασχεθεί στις υπηρεσίες της η δυνατότητα να επεξεργαστούν αιτιολογημένη απόφαση σε υπόθεση την οποία κρίνει περίπλοκη και στο πλαίσιο της οποίας, κατά την Επιτροπή, αντιμετωπίστηκαν τεχνικές δυσκολίες κατά τη διαδικασία υποβολής προσφορών.
— Επί του τρίτου λόγου
54
Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η επίδικη απόφαση είναι απολύτως σαφής και ότι ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της παγίας νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, κατά την οποία η αιτιολογία, όπως απαιτεί το άρθρο 253 ΕΚ, εξαρτάται από τη φύση της επίμαχης πράξεως και το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε. Από την αιτιολογία πρέπει να διαφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, η συλλογιστική του κοινοτικού οργάνου που εκδίδει την προσβαλλόμενη πράξη, κατά τρόπο που να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο κοινοτικό δικαιοδοτικό όργανο να ασκήσει τον έλεγχό του (απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Φεβρουαρίου 2006, T-282/02, Cementbouw Handel & Industrie κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-319, σκέψη 85). Πάντως, η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 253 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεως της πράξεως, αλλά και του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε η πράξη αυτή (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 26ης Ιουνίου 1986, 203/85, Nicolet Instrument, Συλλογή 1986, σ. 2049, σκέψη 10· της 7ης Μαΐου 1987, 240/84, NTN Toyo Bearing κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1809, σκέψη 31· 255/84, Nachi Fujikoshi κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1861, σκέψη 39, και της 9ης Ιανουαρίου 2003, C-76/00 P, Petrotub και Republica κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I-79, σκέψη 81).
55
Η Επιτροπή αναφέρει, επιπλέον, ότι μερίμνησε να διευκρινίσει, στις δύο πρώτες παραγράφους του από 1 Μαρτίου 2006 εγγράφου της, τους λόγους που την οδήγησαν να προτείνει στην IGN την αναδιατύπωση της προσφοράς της σύμφωνα με το υπ’ αριθ. 2 διορθωτικό.
— Επί του τετάρτου λόγου
56
Η Επιτροπή αναφέρει απλώς ότι ο λόγος αυτός στερείται βάσεως.
Η εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
57
Εκ προοιμίου πρέπει, κατ’ αρχάς, να σημειωθεί ότι το άρθρο 89, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, σ. 1, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός), προβλέπει ότι όλες οι δημόσιες συμβάσεις που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από τον κοινοτικό προϋπολογισμό πρέπει να τηρούν τις αρχές της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ακολούθως, το άρθρο 97, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει ότι τα κριτήρια αναθέσεως που επιτρέπουν να αξιολογηθεί το περιεχόμενο των προσφορών καθορίζονται και διευκρινίζονται εκ των προτέρων στα έγγραφα της προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών. Τέλος, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, δυνάμει των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας, τα κριτήρια αναθέσεως πρέπει να διατυπώνονται, στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού, κατά τρόπο που να επιτρέπει σε όλους τους προσφέροντες οι οποίοι είναι καλώς πληροφορημένοι και επιμελείς να τα ερμηνεύουν κατά τον ίδιο τρόπο (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 31ης Ιανουαρίου 2005, T-447/04 R, Capgemini Nederland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-257, σκέψη 68).
58
Πρέπει επίσης να σημειωθεί, πάντοτε προκαταρκτικώς, ότι, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή διαθέτει σημαντική εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να ληφθεί απόφαση συνάψεως συμβάσεως βάσει προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών και ότι ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή πρέπει να περιορίζεται στο αν υφίσταται σοβαρή και πρόδηλη πλάνη (απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1978, 56/77, Agence européenne d'interims κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 679, σκέψη 20, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Μαΐου 1996, T-19/95, Adia interim κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-321, σκέψη 49).
59
Μετά τη διατύπωση των προκαταρκτικών αυτών παρατηρήσεων, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει ότι, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων του φακέλου στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως ασφαλιστικών μέτρων, ο πρώτος λόγος που προέβαλε η αιτούσα παρουσιάζει λίαν σοβαρό χαρακτήρα.
60
Συναφώς, είναι σαφές ότι, κατά τη συνεδρίαση για την αποσφράγιση των προσφορών, στις 8 Δεκεμβρίου 2005, η επιτροπή αξιολογήσεως διαπίστωσε ότι οι προσφορές των τεσσάρων διαγωνιζομένων κατατάσσονταν ως εξής:
—
Globe: 545215 ευρώ,
—
IGN: 592400 ευρώ,
—
Asia Soft: 865143 ευρώ,
—
Geomagic: 934964 ευρώ.
Επομένως, η αιτούσα ήταν η μειοδότρια κατά την αποσφράγιση των προσφορών.
61
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, εν τούτοις, ότι η IGN ήταν η μειοδότρια του ανοίγματος των προσφορών. Κατά την Επιτροπή, εάν η διόρθωση του αριθμού των περιεκτών μελάνης που απαιτεί η προκήρυξη, όπως προβλέπει το υπ’ αριθ. 2 διορθωτικό, είχε γίνει από την ίδια την επιτροπή αξιολογήσεως, η προσφορά της IGN θα ήταν λιγότερο ακριβής από αυτήν της αιτούσας.
62
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει με τον τρόπο αυτόν ότι η IGN δεν ήταν η μειοδότρια κατά την αποσφράγιση των προσφορών, εκτός εάν προέβαινε σε διόρθωση της προσφοράς της.
63
Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να παράσχει στην IGN την άδεια να διορθώσει την προσφορά της.
64
Το σημείο 15 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους προέβλεπε ότι μια προσφορά δεν μπορούσε να τροποποιηθεί μετά τις 5 Δεκεμβρίου 2005.
65
Το σημείο 19.5 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους ορίζει, επιπλέον, ότι είναι δυνατόν οι διαγωνιζόμενοι, προς εξασφάλιση της διαφάνειας και της ίσης μεταχειρίσεως, και χωρίς να μπορούν να τροποποιήσουν την προσφορά τους, να κληθούν να παράσχουν διευκρινίσεις εντός προθεσμίας 48 ωρών κατόπιν έγγραφης αιτήσεως της επιτροπής αξιολογήσεως. Η εν λόγω αίτηση παροχής διευκρινίσεων δεν πρέπει να τείνει στη διόρθωση τυπικών σφαλμάτων ή στην άρση μειζόνων «περιορισμών» που επηρεάζουν την εκτέλεση της συμβάσεως ή δημιουργούν στρέβλωση του ανταγωνισμού.
66
Το σημείο 20.3 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους προέβλεπε ότι, για να διευκολύνει την εξέταση, την αξιολόγηση και τη σύγκριση των προσφορών, η επιτροπή αξιολογήσεως μπορούσε να ζητήσει από κάθε διαγωνιζόμενο να παράσχει διευκρινίσεις ως προς την προσφορά του, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερειών των υποβαλλομένων τιμών. Η αίτηση παροχής διευκρινίσεων και η απάντηση έπρεπε να διατυπωθούν μόνον εγγράφως, αλλά δεν ήταν δυνατόν να επιδιωχθεί, να προταθεί ή να επιτραπεί καμία αλλαγή της τιμής ή του περιεχομένου της προσφοράς, με την εξαίρεση αυτού που ήταν αναγκαίο για να επιβεβαιωθεί η διόρθωση αριθμητικών σφαλμάτων που εντοπίστηκαν κατά την αξιολόγηση των προσφορών.
67
Το σημείο 20.4 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους ορίζει, άλλωστε, ότι οι προσφορές των οποίων διαπιστώθηκε η συμφωνία με τις τεχνικές προδιαγραφές ελέγχονται προκειμένου να εξετασθεί μήπως περιέχουν αριθμητικά σφάλματα υπολογισμού. Κατά τη διάταξη αυτή, τα σφάλματα διορθώνονται από την επιτροπή αξιολογήσεως ως εξής: αφενός, σε περίπτωση αποκλίσεως μεταξύ ποσών εκφρασμένων αριθμητικώς και ολογράφως, πρέπει να ληφθεί υπόψη το ποσό που αναγράφεται ολογράφως. Αφετέρου, με την εξαίρεση των συμβάσεων που αφορούν κατ’ αποκοπήν ποσά, σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της τιμής μονάδας και του συνολικού ποσού που απορρέει από τον πολλαπλασιασμό της τιμής μονάδας επί την ποσότητα, πρέπει να ληφθεί υπόψη η τιμή μονάδας.
68
Μολονότι είναι προφανώς δυνατή η διόρθωση αριθμητικών σφαλμάτων βάσει των διατάξεων αυτών, αυτή παραμένει, πάντως, αυστηρώς περιορισμένη. Οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν, εκ πρώτης όψεως, τη δυνατότητα να καταλήξει η διόρθωση αυτή σε τροποποίηση της προσφοράς.
69
Πάντως, εν προκειμένω, η IGN, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, δεν προέβη στη διόρθωση αριθμητικών σφαλμάτων, αλλά στη διόρθωση ορισμένων παραμέτρων της προσφοράς της που ήσαν εσφαλμένες, πράγμα το οποίο αναγνωρίζει άλλωστε η Επιτροπή, εφόσον παραδέχεται ότι ο αριθμός των περιεκτών μελάνης που περιέχεται στην αρχική προσφορά της IGN δεν ήταν ο αριθμός που απαιτείται κατ’ εφαρμογή του υπ’ αριθ. 2 διορθωτικού.
70
Άλλωστε, πρέπει να τονιστεί ότι οι τρεις άλλοι διαγωνιζόμενοι, δηλαδή η αιτούσα, η Asia Soft και η Geomagic, είχαν υποβάλει προσφορά σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του διορθωτικού υπ’ αριθ. 2.
71
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η πρόσκληση που απηύθυνε στην IGN προκειμένου να της ζητήσει να υποβάλει διορθωμένη προσφορά αιτιολογήθηκε από το γεγονός ότι το υπ’ αριθ. 2 διορθωτικό δημοσιεύθηκε οψίμως. Η Επιτροπή προσθέτει ότι την εν λόγω απόφαση της επιτροπής αξιολογήσεως δεν υπαγόρευσαν μόνο λόγοι επιείκειας, αλλά και η ανησυχία της μήπως, σε περίπτωση αποκλεισμού της IGN, βρεθεί αντιμέτωπη με προσφυγή ακυρώσεως ή αγωγή αποζημιώσεως εκ μέρους της εταιρίας αυτής.
72
Πάντως, η τελική ημερομηνία που προβλέφθηκε αρχικώς για τη δημοσίευση των διευκρινίσεων από τη συμβαλλόμενη αρχή ήταν η 29η Νοεμβρίου 2005. Στις 14 Νοεμβρίου 2005, η Επιτροπή δημοσίευσε το υπ’ αριθ. 1 διορθωτικό, αναφέροντας ότι η τελική ημερομηνία δημοσιεύσεως των διευκρινίσεων από τη συμβαλλόμενη αρχή θα ήταν η 24η Νοεμβρίου 2005. Πρέπει να τονιστεί ότι η εν λόγω διόρθωση στην προθεσμία δημοσιεύσεως των διευκρινίσεων στην οποία προέβη η Επιτροπή προφανώς κατέστη αναγκαία προκειμένου να τηρηθεί η προθεσμία των ένδεκα ημερών μεταξύ της τελικής ημερομηνίας δημοσιεύσεως των διευκρινίσεων από την Επιτροπή και της ημερομηνίας παραδόσεως των προσφορών, η οποία προβλέπεται στο σημείο 2 και στο σημείο 13, τρίτο εδάφιο, των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους. Τα σημεία αυτά προβλέπουν, πράγματι, ότι η τελική ημερομηνία για τη δημοσίευση ενδεχομένων διευκρινίσεων συνιστά τη dies a quo περιόδου ένδεκα ημερών κατά την οποία οι διαγωνιζόμενοι μπορούσαν να επεξεργαστούν και να ανακοινώσουν την προσφορά τους, γνωρίζοντας ότι η συγγραφή υποχρεώσεων δεν θα υφίστατο πλέον τροποποίηση.
73
Οι διευκρινίσεις δημοσιεύθηκαν στις 22 Νοεμβρίου 2005 και στις 24 Νοεμβρίου 2005 η Επιτροπή δημοσίευσε διορθωτικό. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να επικαλεστεί τον όψιμο χαρακτήρα του υπ’ αριθ. 2 διορθωτικού, καθόσον αυτό πράγματι δημοσιεύθηκε εντός της προθεσμίας την οποία είχε η ίδια ορίσει.
74
Όσον αφορά, στη συνέχεια, τη συμφωνία της προσφοράς της IGN προς τις τεχνικές προδιαγραφές, η οποία αποτελούσε, σύμφωνα με το σημείο 20.4 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους, την αναγκαία προϋπόθεση της δυνατότητας διορθώσεως των αριθμητικών σφαλμάτων, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η συγγραφή υποχρεώσεων προέβλεπε προδιαγραφή κατά την οποία η ταχύτητα έγχρωμης εκτυπώσεως της πρώτης σελίδας έπρεπε να είναι 26 δευτερόλεπτα, ενώ η ταχύτητα των εκτυπωτών που προτείνει η IGN ήταν 29 δευτερόλεπτα.
75
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η επιτροπή αξιολογήσεως εκτίμησε ότι ο χρόνος εκτυπώσεως των 26 δευτερολέπτων για την πρώτη έγχρωμη σελίδα που ορίζει η συγγραφή υποχρεώσεων ήταν ένα όριο. Άλλωστε, υποστηρίζει ότι η επιτροπή θεώρησε συναφώς ότι η εν λόγω απόκλιση τριών δευτερολέπτων δεν συνιστούσε μείζονα τεχνική αδυναμία δικαιολογούσα de facto την απόρριψη της προσφοράς της IGN.
76
Εκτός από τον εκ πρώτης όψεως ελάχιστα πειστικό χαρακτήρα της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής όσον αφορά την ταχύτητα εκτυπώσεως, εφόσον, στην περίπτωση κατά την οποία θα γινόταν δεκτή, εάν επρόκειτο πράγματι για όριο, όσο πιο αργός ήταν ο εκτυπωτής τόσο περισσότερο θα ικανοποιούσε τις προδιαγραφές της συγγραφής υποχρεώσεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτή διευκρίνιζε ότι η ταχύτητα εκτυπώσεως έπρεπε να είναι 26 δευτερόλεπτα. Άλλωστε, η ελευθερία δράσεως την οποία αναφέρει η Επιτροπή δεν εκφράζεται ρητά στη συγγραφή υποχρεώσεων και η επιτροπή αξιολογήσεως δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να διέθετε καμία νομική βάση που να της παρέχει τη δυνατότητα να θεωρήσει ότι μπορούσε να απορρίψει τις τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στην ίδια αυτή συγγραφή υποχρεώσεων. Επομένως, φαίνεται να υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες για τη συμφωνία της προσφοράς της IGN προς τις τεχνικές προδιαγραφές ως προς το σημείο αυτό, καθόσον το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή ως προς τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να καταλήξει σε απόφαση περί συνάψεως της συμβάσεως βάσει προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών δεν της παρέχει πράγματι τη δυνατότητα, εκ πρώτης όψεως, να απομακρυνθεί από κριτήρια τα οποία η ίδια όρισε κατά τρόπο αυστηρό, άλλως διατρέχει τον κίνδυνο παραβιάσεως της ίσης μεταχειρίσεως που οφείλεται στους διαγωνιζομένους.
77
Επιπλέον, ούτε τα επιχειρήματα της αιτούσας ως προς την απαιτούμενη μορφή εκτυπώσεως για τους εκτυπωτές που πρέπει να παραδώσει ο νικητής του διαγωνισμού μπορούν να απορριφθούν συλλήβδην χωρίς πιο εμπεριστατωμένη εξέταση.
78
Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι οι εκτυπωτές έπρεπε, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιηθούν για την εκτύπωση σχεδίων της διαδρομής των σωλήνων μεταφοράς του φυσικού αερίου και της πέριξ περιοχής.
79
Η αιτούσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η μνεία σχετικά με το σχήμα «A3 max» συνιστά τεχνική προδιαγραφή, κατά την οποία οι εκτυπωτές που εμπίπτουν στο σχήμα αυτό έπρεπε να είναι σε θέση να εκτυπώσουν στο σχήμα A3 σχέδια και γεωγραφικούς χάρτες ζωνών από 2 έως 40000 km, σύμφωνα με τις επιταγές του παραρτήματος TS4.2 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους, εφόσον δεν απαιτείται η χρήση εκτυπωτών μεγαλύτερων σχημάτων, όπως των σχημάτων A2, A1, μάλιστα δε A0, που εμφανίζονται άλλωστε συχνά στον τομέα της χαρτογραφίας.
80
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επιτροπή αξιολογήσεως αποφάσισε ομόφωνα να ερμηνεύσει την ένδειξη «A3 max» ως «μέγιστο όριο» και να θεωρήσει ότι στις προδιαγραφές της συγγραφής υποχρεώσεων ανταποκρίνονταν οι εκτυπωτές που περιορίζονται σε εκτυπώσεις σχήματος A4.
81
Πρώτον, ανακύπτει το ζήτημα, αφενός, κατά πόσον η ένδειξη «A3 max» μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας της επιτροπής αξιολογήσεως εάν πρόκειται, όπως υποστηρίζει η αιτούσα, για τεχνική προδιαγραφή και, αφετέρου, κατά πόσον η Επιτροπή είχε την εξουσία να ερμηνεύσει την ένδειξη αυτή, ειδικότερα δε χωρίς η ερμηνεία αυτή να περιέλθει σε γνώση των διαγωνιζομένων.
82
Δεύτερον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η επιτροπή αξιολογήσεως μπορούσε να ερμηνεύσει την ένδειξη «A3 max» και ότι η ένδειξη αυτή δεν αποτελεί, κατά συνέπεια, τεχνική προδιαγραφή που δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο ερμηνείας, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η ερμηνεία που δέχθηκε η Επιτροπή φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ελάχιστα πειστική. Πράγματι, εάν γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της Επιτροπής κατά την οποία το σχήμα A3 συνιστούσε το μέγιστο σχήμα που έπρεπε να τηρηθεί, σχήματα εκτυπώσεως ίσα ή και μικρότερα από το σχήμα A4 (όπως το σχήμα A5, αλλά και μικρότερα σχήματα) θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις προδιαγραφές της συγγραφής υποχρεώσεων, ενώ τα σχήματα αυτά φαίνονται ελάχιστα κατάλληλα για την εκτύπωση των σχεδίων και των γεωγραφικών χαρτών που αφορούν ζώνες από 2 έως 40000 km. Εάν, αντιθέτως, η ερμηνεία της επιτροπής αξιολογήσεως αναγνώριζε απλώς τη συμβατότητα των εκτυπωτών στο σχήμα A4, με την εξαίρεση μικρότερων σχημάτων, αυτό θα σήμαινε ότι το σχήμα που απαιτούν οι οδηγίες προς τους διαγωνιζομένους γνώριζε όχι μόνον ένα «ανώτατο όριο» («A3 max») αλλά και ένα κατώτερο (A4), του οποίου εντούτοις δεν γινόταν μνεία και το οποίο, ως φαίνεται, δεν περιήλθε σε γνώση των διαγωνιζομένων.
83
Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι η αιτούσα υποστηρίζει, με τα έγγραφά της, χωρίς να αντικρούεται ως προς το σημείο αυτό από την Επιτροπή, ότι η οικεία εφαρμογή στην πληροφορική καθιστά αναγκαία τη χρήση σχήματος εκτυπώσεως A3.
84
Πάντως, δεν αμφισβητείται ότι οι εν λόγω διαφορές σχήματος εκτυπώσεως των εκτυπωτών αντικατοπτρίζονται σε διαφορές τιμής που είναι ιδιαίτερα σημαντικές —καθόσον οι εκτυπωτές που προτείνει η IGN κοστίζουν 379 ευρώ ανά κομμάτι ενώ αυτοί που προτείνει η αιτούσα κοστίζουν 3719,10 ευρώ ανά κομμάτι—, οι οποίες θα έπρεπε λογικά να παρακινήσουν τους διαγωνιζόμενους, εάν η ερμηνεία της Επιτροπής ήταν ορθή, να μην προτείνουν εκτυπωτές σχήματος A3 και να αρκεστούν σε μικρότερα σχήματα εκτυπώσεως προκειμένου να περιορίσουν το ποσόν της προσφοράς τους.
85
Επιπλέον, πρέπει να τονισθεί, συναφώς, ότι το συνολικό κόστος των δεκαέξι εκτυπωτών που πρότεινε η IGN ανερχόταν σε 6064 ευρώ, ενώ το συνολικό κόστος των εκτυπωτών που πρότεινε η αιτούσα ανερχόταν σε 59504 ευρώ, δηλαδή διαφορά της τάξεως των 53440 ευρώ. Επομένως, εάν η IGN είχε τηρήσει το σχήμα εκτυπώσεως A3 για τους προτεινόμενους εκτυπωτές, είναι εύλογο να γίνει δεκτό ότι η προσφορά τιμής θα ήταν αυξημένη κατά σχεδόν παρεμφερές ποσόν και θα ήταν, επομένως, σαφώς υψηλότερη από την προσφορά της αιτούσας, ακόμη και μετά τη διόρθωση του απαιτουμένου αριθμού των περιεκτών μελάνης, αν υποτεθεί ότι η διόρθωση αυτή είναι δυνατή.
86
Το ζήτημα αν οι εκτυπωτές που επέλεξε η IGN ανταποκρίνονται ή όχι στις τεχνικές προδιαγραφές της συγγραφής υποχρεώσεων σχετικά με το απαιτούμενο σχήμα εκτυπώσεως καθιστά, κατά συνέπεια, αναγκαίο έλεγχο, τις λεπτομέρειες του οποίου δεν μπορεί να εξετάσει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, καθόσον αυτός περιορίζεται να διαπιστώσει, στο πλαίσιο του ελέγχου της προϋποθέσεως σχετικά με την ύπαρξη fumus boni juris, ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει συναφώς η αιτούσα δεν στερούνται, εκ πρώτης όψεως, παντελώς ερείσματος.
87
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, τα πραγματικά και νομικά επιχειρήματα που προέβαλε η αιτούσα στο πλαίσιο του πρώτου λόγου δημιουργούν, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που διαθέτει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της συνάψεως της συμβάσεως με την IGN. Υπό τις συνθήκες αυτές, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να απορριφθεί λόγω ελλείψεως fumus boni juris, οπότε πρέπει να εξετασθεί αν πληροί την προϋπόθεση σχετικά με το επείγον (βλ., υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη Αυστρία κατά Συμβουλίου, σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψεις 100 και 101).
2. Επί του επείγοντος
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα της αιτούσας
88
Η αιτούσα, μολονότι αναγνωρίζει ότι η μη σύναψη της συμβάσεως δεν μπορεί να θέσει την ύπαρξή της σε κίνδυνο, υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι οι ζημίες που απορρέουν από την απώλεια της συμβάσεως η οποία θα έπρεπε να συναφθεί με την ίδια δεν μπορούν να αντισταθμιστούν πλήρως από τη χρηματική αποζημίωση και ότι η αίτησή της σκοπεί να της παράσχει τη δυνατότητα να λάβει αποζημίωση σε είδος.
89
Η αιτούσα υποστηρίζει ότι η βασική της δραστηριότητα, που είναι η τοπογραφία, επεκτάθηκε προοδευτικά σε λήψεις μέτρων τριών διαστάσεων (με μια μέθοδο σαρώσεως με λέιζερ), σε μετατροπές δεδομένων (Globe DD) και στον σχεδιασμό με τη βοήθεια υπολογιστή (CAO) και ότι, στον τομέα των σωλήνων για τη μεταφορά φυσικού αερίου, αυτή η εμπειρία της παρέσχε τη δυνατότητα να αναπτύξει ένα λογισμικό SIG (σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών) που καθιστά δυνατή τη χορήγηση συνδρομής στους διαχειριστές των σωλήνων μεταφοράς φυσικού αερίου στο σύνολο των καθηκόντων τους. Η Globe ανέπτυξε νέα εκδοχή του λογισμικού αυτού, καλούμενη «Pipe Guardian», το 2004.
90
Η αιτούσα αναφέρει ότι το λογισμικό αυτό αντιπροσωπεύει σημαντική επένδυση και εντάσσεται σε μια στρατηγική διεθνοποιήσεως της εταιρίας, η οποία ασκεί κατ’ ουσίαν τις δραστηριότητές της επί του παρόντος στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες. Υπογραμμίζει ότι η διεθνοποίηση αυτή είναι αναγκαία σε μια τεχνολογική αγορά μεγάλης εξειδικεύσεως της οποίας οι επιχειρηματίες είναι αριθμητικά περιορισμένοι. Αναφέρει, συναφώς, ότι πέντε επιχειρηματίες δραστηριοποιούνται σήμερα στην παγκόσμια αγορά στον τομέα αυτόν, μεταξύ των οποίων και οι τέσσερις διαγωνιζόμενοι.
91
Η αιτούσα υποστηρίζει ότι η εμπορική πρόοδος του λογισμικού της Pipe Guardian συνδέεται στενά με τη συμμετοχή της σε διεθνείς διαγωνισμούς και ότι η πλειονότητα των δυνάμει πελατών της επιλέγουν τη νέα πλατφόρμα λογισμικού τους μέσω των προεπιλογών και των προσκλήσεων προς υποβολή προσφορών. Το ένα από τα σημαντικά στοιχεία στη διαδικασία αυτή θα ήταν η διάθεση ενός καταλόγου αντιπροσωπευτικών συστάσεων. Υπογραμμίζει συναφώς ότι η ίδια η Επιτροπή απαιτεί τέτοιες συστάσεις προκειμένου να λάβει υπόψη μια προσφορά στο πλαίσιο των διαγωνισμών της, ιδίως στο πλαίσιο της συμβάσεως που αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως, όπου η αιτούσα μπόρεσε να παραθέσει τις συστάσεις που έλαβε από τη Shell και τη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ).
92
Άλλωστε, η αιτούσα επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, ότι, συσταθείσα προ δεκαέξι ετών, αναπτύσσει δραστηριότητες στην αγορά για την οποία μια σύμβαση όπως αυτή που προτείνει η Επιτροπή με την πρόσκληση προς υποβολή προσφορών θα της παρείχε τη δυνατότητα να αυξήσει τη φήμη της, να ανταγωνιστεί τους λοιπούς επιχειρηματίες στο πλαίσιο των διεθνών διαγωνισμών και να εδραιωθεί στη διεθνή αγορά.
93
Κατά την ακρόαση, η αιτούσα διευκρίνισε, άλλωστε, κατ’ ουσίαν, ότι θεωρούσε ότι, εν προκειμένω, δεν είχε απολέσει την ευκαιρία να συνάψει σύμβαση, αλλά ότι είχε απολέσει μια σύμβαση η οποία θα έπρεπε να της ανατεθεί εάν η Επιτροπή είχε τηρήσει τους κανόνες αναθέσεως και ότι, κατά συνέπεια, είχε απολέσει τη δυνατότητα να αποκτήσει τις συστάσεις τις οποίες θα μπορούσε να αξιοποιήσει λόγω της συνάψεως της συμβάσεως αυτής με την Επιτροπή, πράγμα το οποίο συνιστά, κατ’ αυτήν, ανεπανόρθωτη ζημία.
94
Το επείγον απορρέει επίσης, κατά την αιτούσα, από το γεγονός ότι, πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας, η σύμβαση που αντιστοιχεί στην επίμαχη αγορά θα έχει εκτελεστεί κατά μεγάλο μέρος, αν όχι πλήρως. Η απόφαση που θα εκδοθεί επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος θα στερείται, επομένως, πρακτικής αποτελεσματικότητας. Η αιτούσα επικαλείται, υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 22ας Απριλίου 1994, C-87/94 R, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1994, σ. I-1395, σκέψη 31), που εκδόθηκε στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως.
Επιχειρήματα της Επιτροπής
95
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Globe δεν προβάλλει κανένα στοιχείο προς απόδειξη του ότι η εκτέλεση της συμβάσεως από την IGN θα της προκαλούσε ζημία. Διατείνεται, άλλωστε, ότι η ζημία είναι επανορθώσιμη, δεδομένου ότι η αιτούσα υπολόγισε η ίδια τη ζημία της σε 492000 ευρώ στην αγωγή της κύριας δίκης, αναγνωρίζοντας, πάντως, ότι ισχυρίστηκε ότι η αποζημίωση αυτή συνιστά ατελή αποκατάσταση.
96
Η Επιτροπή προσθέτει ότι αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο εφόσον η αιτούσα δεν επικαλείται την απώλεια ευκαιρίας αλλά την απώλεια της συμβάσεως καθεαυτήν.
97
Επιπλέον, ισχυρίστηκε, κατ’ ουσίαν, κατά την ακρόαση, ότι, μολονότι είναι αληθές ότι η αιτούσα απώλεσε μια ευκαιρία να λάβει συστάσεις, είναι εν τούτοις γενικώς αποδεκτό ότι οι διαδικασίες διαγωνισμών για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως είναι άκρως ανταγωνιστικές και ότι το γεγονός της απώλειας μιας δημόσιας συμβάσεως δεν έχει αρνητικό αντίκτυπο στις ικανότητες του αποκλεισθέντος διαγωνιζομένου.
98
Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η επιχειρηματολογία της αιτούσας ότι το επείγον απορρέει από το γεγονός ότι η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ της Επιτροπής και της IGN θα έχει εκτελεστεί κατά μεγάλο μέρος πριν από την έκδοση αποφάσεως επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος ουδεμία επιρροή ασκεί εν προκειμένω. Η αιτούσα στηρίζεται στη νομολογία που έχει εφαρμογή στο πλαίσιο των προσφυγών λόγω παραβάσεως. Πάντως, οι προσφυγές αυτές συνιστούνλίαν ειδικά ένδικα βοηθήματα και δεν μπορούν να προκαλέσουν αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή. Επιπλέον, τα επίμαχα γεγονότα στην υπόθεση που κατέληξε με τη διάταξη Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 93 ανωτέρω, και αυτά της υπό κρίση υποθέσεως δεν είναι συγκρίσιμα.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
99
Όσον αφορά τη σχετική με το επείγον προϋπόθεση, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι σκοπός της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μελλοντικής οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στη δικαστική προστασία που διασφαλίζει ο κοινοτικός δικαστής [βλ., μεταξύ άλλων, διατάξεις του προέδρου του πρώτου τμήματος του Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 1968, 27/68 R, Renckens κατά Επιτροπής, Rec. 1969, σ. 274, του Προέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Μαΐου 1996, C-399/95 R, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-2441, σκέψη 46, της 29ης Ιανουαρίου 1997, C-393/96 P(R), Antonissen κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I-441, σκέψη 36, και της 17ης Ιουλίου 2001, C-180/01 P(R), Επιτροπή κατά NALOO, Συλλογή 2001, σ. Ι-5737, σκέψη 52]. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού, το επείγον πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την αναγκαιότητα που υπάρχει για την έκδοση προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος την προσωρινή προστασία [βλ. διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 1999, C-65/99 P(R), Willeme κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-1857, σκέψη 62, προπαρατεθείσα Επιτροπή κατά NALOO, σκέψη 52, και της 20ής Ιουνίου 2003, C-156/03 P-R, Επιτροπή κατά Laboratoires Servier, Συλλογή 2003, σ. I-6575, σκέψη 35].
100
Η αιτούσα υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων και ελλείψεως προσωρινών μέτρων, θα είναι πλέον αδύνατο να της ανατεθεί το αντικείμενο της επίμαχης στο πλαίσιο του διαγωνισμού συμβάσεως και, συνεπώς, να το εκτελέσει και να αντλήσει πλεονεκτήματα από απόψεως συστάσεων και προσβάσεως στη διεθνή αγορά των οικείων υπηρεσιών.
101
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων από το Πρωτοδικείο, στην Επιτροπή απόκειται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 233, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση της αποφάσεως, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εφαρμογή του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, T-195/05 R, Deloitte Business Advisory κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. ΙΙ-3485, σκέψη 128).
102
Επίσης, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 233 ΕΚ, στο όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απόκειται να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Συνεπώς, αφενός, το δικαστήριο που διέταξε την ακύρωση της οικείας αποφάσεως δεν είναι αρμόδιο να υποδείξει στο όργανο που εξέδωσε την εν λόγω πράξη τις λεπτομέρειες εκτελέσεως της δικαστικής αποφάσεως (διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-199/94 P και C-200/94 P, Pevasa και Inpesca κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. I-3709, σκέψη 24) και, αφετέρου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να αποφασίσει επί των μέτρων που θα μπορούσαν να ληφθούν κατόπιν ενδεχόμενης αποφάσεως ακυρώσεως. Οι λεπτομέρειες εκτελέσεως μιας αποφάσεως ακυρώσεως δεν εξαρτώνται μόνον από την ακυρωθείσα διάταξη και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, το οποίο εκτιμάται σύμφωνα με το σκεπτικό της [αποφάσεις του Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 1988, 97/86, 99/86, 193/86 και 215/86, Αστερίς κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 2181, σκέψη 27, και της 1ης Ιουνίου 2006, C-442/03 P και C-471/03 P, P&O European Ferries (Vizcaya) κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-4845, σκέψη 44], αλλά και από περιστάσεις που αφορούν ειδικά κάθε υπόθεση, όπως είναι η προθεσμία εντός της οποίας επέρχεται η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως ή τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων τρίτων.
103
Επομένως, εν προκειμένω, σε περίπτωση ακυρώσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων, στην Επιτροπή απόκειται να λάβει τα αναγκαία για την προσήκουσα προάσπιση των συμφερόντων της αιτούσας μέτρα, συνεκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις της εν λόγω υποθέσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσες διατάξεις Capgemini Nederland κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω, σκέψη 96, και Deloitte Business Advisory κατά Επιτροπής, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψη 130).
104
Συνεπώς, δεν απόκειται στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να αποφασίσει επί των μέτρων που θα μπορούσε να λάβει η Επιτροπή προς εκτέλεση ενδεχόμενης αποφάσεως ακυρώσεως.
105
Εντούτοις, η γενική αρχή του δικαίου περί πλήρους και αποτελεσματικής έννομης προστασίας προϋποθέτει την εξασφάλιση της προσωρινής προστασίας των πολιτών, αν είναι αναγκαία για την πλήρη αποτελεσματικότητα της μέλλουσας οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να αποφευχθούν οι ελλείψεις στην έννομη προστασία που παρέχουν τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη Renckens κατά Επιτροπής, σκέψη 99 ανωτέρω, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Ιουνίου 1990, C-213/89, Factortame κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I-2433, σκέψη 21, και της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest, Συλλογή 1991, σ. I-415, σκέψεις 16 έως 18, και διατάξεις Γερμανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 46, και Αυστρία κατά Συμβουλίου, προαναφερθείσα στη σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψη 111).
106
Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν έχει αποδειχθεί επαρκώς ο κίνδυνος να υποστεί η αιτούσα σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία λόγω της μη λήψεως των αιτούμενων προσωρινών μέτρων (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη Επιτροπή κατά NALOO, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 53).
107
Προς τούτο, πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξετασθεί αν, μετά ενδεχόμενη ακυρωτική απόφαση, η πιθανότητα για την Επιτροπή να διοργανώσει νέα διαδικασία διαγωνισμού θα παρείχε τη δυνατότητα αποκαταστάσεως της ζημίας που προβάλλει η αιτούσα και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, να εκτιμηθεί αν η αιτούσα θα μπορούσε να αποζημιωθεί.
108
Ως προς τη δυνατότητα της Επιτροπής να διοργανώσει νέα διαδικασία διαγωνισμού, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η Επιτροπή συνήψε τη σύμβαση με την εταιρία IGN και ότι η σύμβαση υπογράφηκε από τα μέρη τον Δεκέμβριο του 2005, χωρίς η αιτούσα να έχει προηγουμένως πληροφορηθεί ότι η σύμβαση δεν της είχε ανατεθεί, πράγμα το οποίο η Επιτροπή της ανέφερε τελικώς, κατόπιν πολλών αιτήσεων, με έγγραφο της 1ης Μαρτίου 2006.
109
Επιπλέον, ερωτηθείσα κατά την ακρόαση, η Επιτροπή ανέφερε, κατ’ αρχάς, ότι, μολονότι μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι η εκτέλεση της συμβάσεως είχε πράγματι αρχίσει μετά την υπογραφή της από τα μέρη και ότι η παράδοση ορισμένων υλικών στοιχείων της συμβάσεως, όπως οι εκτυπωτές και οι περιέκτες μελάνης, είχε προβλεφθεί για το τέλος Απριλίου του 2006, αγνοούσε εν τούτοις σε ποιο στάδιο βρισκόταν η εν λόγω εκτέλεση της συμβάσεως, στη συνέχεια δε, χωρίς άλλες διευκρινίσεις, ανέφερε ότι τα υλικά στοιχεία της συμβάσεως είχαν ήδη παραδοθεί.
110
Η αιτούσα ανέφερε ότι η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που προέβλεψε η Επιτροπή για την εκπλήρωση των λοιπών παροχών που απαιτεί η σύμβαση και, ιδίως, για την εφαρμογή του λογισμικού, ήταν η 15η Μαρτίου 2007, τούτο δε χωρίς να αντικρούεται ως προς το σημείο αυτό από την Επιτροπή.
111
Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση που θα θέσει τέρμα στην κύρια δίκη θα εκδοθεί προφανώς μετά την εκτέλεση της συμβάσεως, ή τουλάχιστον σημαντικού τμήματος αυτής.
112
Κατά συνέπεια, είναι ελάχιστα πιθανόν ότι, μετά ενδεχόμενη ακυρωτική απόφαση, η οποία θα εκδιδόταν πιθανόν μετά τη λήξη της εκτελέσεως της συμβάσεως, η Επιτροπή θα διοργάνωνε νέα διαδικασία διαγωνισμού. Επομένως, η ζημία την οποία θα υφίστατο η αιτούσα δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί κατά τον τρόπο αυτόν.
113
Κατά συνέπεια, πρέπει να εκτιμηθεί κατά πόσον, και με ποιον τρόπο, η ζημία την οποία θα υφίστατο η αιτούσα θα μπορούσε να αποκατασταθεί με προσφυγή στηριζομένη στο άρθρο 235 ΕΚ.
114
Πρέπει να τονισθεί, συναφώς, ότι η αιτούσα υποστηρίζει ότι μια αποκατάσταση υπό μορφήν αποζημιώσεως θα αντιστάθμιζε λίαν ατελώς τη ζημία που θα υφίστατο, ενώ η αναστολή εκτελέσεως της συμβάσεως μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας αγωγής θα παρείχε τη δυνατότητα διασώσεως του ενδεχομένου να λάβει η αιτούσα αποζημίωση σε είδος, δηλαδή, εν προκειμένω, να επιτύχει την εκτέλεση της συμβάσεως και, επομένως, να αποκτήσει τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα τα οποία εκτιμά ότι απορρέουν από τη σύναψη μιας τέτοιας συμβάσεως.
115
Εφόσον η πλήρης αποζημίωση της προκληθείσας ζημίας συνιστά αρχή της οποίας η τήρηση εξασφαλίζεται από τον κοινοτικό δικαστή (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 2000, C-104/89 και C-37/90, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-203, σκέψη 227), πρέπει να εξετασθεί αν θα ήταν δυνατή η πλήρης αποζημίωση της ζημίας την οποία επικαλείται η αιτούσα.
116
Το άρθρο 101, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1605/2002 ορίζει ότι «η αναθέτουσα αρχή μπορεί, μέχρι την υπογραφή της συμβάσεως, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση είτε να ακυρώσει τη διαδικασία συνάψεως της συμβάσεως, χωρίς οι υποψήφιοι ή οι διαγωνιζόμενοι να μπορούν να διεκδικήσουν οποιαδήποτε αποζημίωση». Επομένως, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της αιτούσας, αυτή δεν απώλεσε μια σύμβαση αλλά μια ευκαιρία, ιδιαιτέρως σοβαρή εν προκειμένω, να συνάψει τη σύμβαση που αποτελούσε το αντικείμενο της διαδικασίας του κοινοτικού διαγωνισμού.
117
Μολονότι πρόκειται, στην υπό κρίση υπόθεση, για πολύ σοβαρή πιθανότητα συνάψεως της συμβάσεως, είναι εντούτοις πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί ποσοτικώς αυτή η πιθανότητα και, κατά συνέπεια, να αποτιμηθεί με την απαιτούμενη ακρίβεια η ζημία που συνεπάγεται η απώλειά της. Πάντως, κατά πάγια νομολογία, μια ζημία που, αφού προκληθεί, δεν μπορεί να αποτιμηθεί μπορεί να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Μαΐου 1990, C-51/90 R και C-59/90 R, Comos Tank κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-2167, σκέψη 31, διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Μαρτίου 1997, T-41/97 R, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. II-447, σκέψη 47, και της 7ης Ιουλίου 1998, T-65/98 R, Van den Bergh Foods κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-2641, σκέψη 65, και διάταξη Deloitte Business Advisory κατά Επιτροπής, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψη 147 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
118
Συνεπώς, η απώλεια της εν λόγω πιθανότητας μπορεί να θεωρηθεί ως λίαν δυσχερώς επανορθώσιμη ζημία (βλ., υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη Deloitte Business Advisory κατά Επιτροπής, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψη 148).
119
Επιπλέον, η αιτούσα ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι στην απώλεια που προκύπτει από τη μη σύναψη της συμβάσεως καθεαυτήν προστίθεται η απώλεια του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που συνδέεται με τη σύναψη της συμβάσεως, ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το οποίο θα είχε καταστήσει δυνατή την πρόσβασή της στη διεθνή αγορά προσφέροντάς της τη δυνατότητα να αναφερθεί, στο πλαίσιο άλλων διαγωνισμών, στη σύναψη που συνήψε με την Επιτροπή.
120
Πρέπει να τονισθεί συναφώς ότι, κατά την αιτούσα, μόνον πέντε επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην αγορά αυτή σε παγκόσμιο επίπεδο, πράγμα το οποίο δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή, όπως δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της αιτούσας ότι οι συστάσεις που μπορούν να επικαλεστούν οι διαγωνιζόμενοι στην οικεία αγορά συνιστούν σημαντικό στοιχείο επιλογής για τους δυνάμει πελάτες των τελευταίων.
121
Σύμφωνα με το σημείο 11.8 των οδηγιών προς τους διαγωνιζομένους, οι συστάσεις συνιστούν το ένα από τα στοιχεία εκτιμήσεως της συμφωνίας των προσφορών προς τις τεχνικές προδιαγραφές στα πλαίσια της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως που διοργάνωσε η Επιτροπή.
122
Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι οι συστάσεις αυτές συνιστούν, εν τούτοις, το ένα από τα κριτήρια, μεταξύ πολλών άλλων, που λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή για την ποιοτική επιλογή των παρεχόντων υπηρεσίες [άρθρο 137 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 357, σ. 1)· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, τις διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 20ής Ιουλίου 2000, T-169/00 R, Esedra κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-2951, σκέψη 49, και της 27ης Ιουλίου 2004, T-148/04 R, TQ3 Travel Solutions Belgium κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-3027, σκέψη 51].
123
Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση, αφενός, λαμβανομένου υπόψη του λίαν περιορισμένου αριθμού επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ προοιμίου, χωρίς πιο εμπεριστατωμένη εξέταση, το ενδεχόμενο να πρόκειται για πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, πράγμα το οποίο δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή. Αφετέρου, οι επιδιωκόμενες συστάσεις δεν αφορούν τη σύναψη συμβάσεων με την Επιτροπή —έναντι της οποίας δεν πρόκειται πράγματι παρά για ένα στοιχείο μεταξύ πολλών άλλων που λαμβάνονται υπόψη—, αλλά συμβάσεων με άλλους πελάτες, για τους οποίους οι συστάσεις αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν καθοριστικό στοιχείο για την ανάθεση της συμβάσεως, πράγμα το οποίο επίσης δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή.
124
Εν προκειμένω, δεδομένων των ειδικών περιστάσεων της οικείας συμβάσεως, η οποία αφορά λίαν εξειδικευμένα λογισμικά, που έχουν εκ πρώτης όψεως σχετικώς περιορισμένο αριθμό δυνάμει πελατών, και λαμβανομένου υπόψη του λίαν περιορισμένου αριθμού προσφερόντων, η προβαλλόμενη ζημία είναι βέβαια ή, τουλάχιστον, πιθανολογείται επαρκώς (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Ιανουαρίου 2001, T-241/00 R, Le Canne κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-37, σκέψη 34) και δεν είναι απολύτως υποθετική και αποκλειστικώς στηριζόμενη στην πιθανή επέλευση μελλοντικών και αβέβαιων γεγονότων (βλ. υπό την έννοια αυτή τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 19ης Δεκεμβρίου 2001, T-195/01 R και T-207/01 R, Government of Gibraltar κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-3915, σκέψη 101 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
125
Πράγματι, η δυνατότητα για την αιτούσα να επικαλεστεί σύμβαση συναφθείσα με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε μια αγορά τόσο εξειδικευμένη και χαρακτηριζόμενη από ένα τόσο μικρό αριθμό προσφερόντων, αφού επελέγη από την εταιρία Shell και το ΝΑΤΟ, μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το οποίο θα μπορούσε να απολαύσει η αιτούσα εάν η σύμβαση είχε συναφθεί με αυτή.
126
Σημειωτέον, επιπλέον, ότι η αιτούσα, καθόσον δεν επελέγη, υφίσταται ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε σχέση με την IGN, με την οποία συνήφθη η σύμβαση αυτή και η οποία θα μπορεί να χρησιμοποιεί το εν λόγω επιχείρημα για ανταγωνιστικούς σκοπούς, ενώ υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η σύμβαση αυτή δεν θα έπρεπε να της ανατεθεί.
127
Πάντως, θα ήταν επίσης πολύ δύσκολο να προσδιορισθεί ποσοτικώς η αξία του εν λόγω ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος και, κατά συνέπεια, να αποτιμηθεί με επαρκή ακρίβεια η ζημία που προκύπτει από την απώλεια της πιθανότητας συνάψεως της συμβάσεως αυτής και, επομένως, να εξασφαλισθεί η πλήρης αποκατάστασή της με την επιδίκαση αποζημιώσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη Deloitte Business Advisory κατά Επιτροπής, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψεις 147 και 148).
128
Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι ορθώς η αιτούσα υποστηρίζει ότι η επιδίκαση αποζημιώσεως συνιστά ατελή αποκατάσταση της ζημίας της.
129
Η προβαλλόμενη από την αιτούσα ζημία πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί λίαν δυσχερώς επανορθώσιμη αν δεν διαταχθεί αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.
130
Ωστόσο, για να δικαιολογηθεί η λήψη προσωρινών μέτρων, η προβαλλόμενη από τον αιτούντα ζημία πρέπει να είναι σοβαρή (διάταξη Deloitte Business Advisory κατά Επιτροπής, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψη 149).
131
Πάντως, η απώλεια της πιθανότητας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως και εκτελέσεως του αντικειμένου της είναι συνυφασμένη με τον αποκλεισμό από την επίμαχη διαδικασία διαγωνισμού και δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι συνιστά, καθεαυτή, σοβαρή ζημία και ότι δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εκτίμηση της σοβαρότητας της συγκεκριμένης προσβολής που ο αιτών ισχυρίζεται ότι υπέστη σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (διάταξη Deloitte Business Advisory κατά Επιτροπής, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψη 150).
132
Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, μόνον εφόσον η αιτούσα αποδείξει με επαρκή νομικά επιχειρήματα ότι μπορεί να αντλήσει αρκετά σημαντικά πλεονεκτήματα από τη σύναψη της συμβάσεως και την εκτέλεση του αντικειμένου της στο πλαίσιο του διαγωνισμού μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απώλεια της πιθανότητας να της ανατεθεί το αντικείμενο της εν λόγω συμβάσεως και να το εκτελέσει της προκάλεσε σοβαρή ζημία (διάταξη Deloitte Business Advisory κατά Επιτροπής, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψη 151).
133
Συνεπώς, πρέπει να εκτιμηθούν συγκεκριμένα τα διάφορα πλεονεκτήματα που η αιτούσα φρονεί ότι θα αντλούσε αν το αντικείμενο της επίμαχης συμβάσεως της είχε ανατεθεί και το είχε εκτελέσει στο πλαίσιο του διαγωνισμού.
134
Συναφώς, όταν ο αιτών είναι επιχείρηση, η σοβαρότητα μιας υλικής ζημίας πρέπει να εκτιμάται με κριτήριο, μεταξύ άλλων, το μέγεθος της εν λόγω επιχειρήσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 117 διάταξη Comos Tank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 26 και 31, και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 22ας Δεκεμβρίου 2004, T-201/04 R, Microsoft κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. ΙΙ-4463, σκέψη 257). Πάντως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων φρονεί εν προκειμένω ότι τα στοιχεία του φακέλου δεν του παρέχουν τη δυνατότητα να εκτιμήσει τη σοβαρότητα της ζημίας σε σχέση με το μέγεθος της επιχειρήσεως.
135
Δεν μπορεί πάντως να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η σοβαρότητα της ζημίας να πρέπει επίσης να αξιολογηθεί βάσει άλλων κριτηρίων, όπως η βαρύτητα της προσβολής των μεριδίων αγοράς ή η σοβαρότητα της αλλαγής της ανταγωνιστικής θέσεως της επιχειρήσεως (βλ., κατ’ αναλογία, διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1999, T-13/99 R, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. II-1961, σκέψη 138· της 11ης Απριλίου 2003, T-392/02 R, Solvay Pharmaceuticals κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II-1825, σκέψη 107, και της 16ης Ιανουαρίου 2004,T-369/03 R, Arizona Chemical κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-205, σκέψη 76).
136
Όσον αφορά, πρώτον, τα οικονομικής φύσεως πλεονεκτήματα που σχετίζονται με την εκτέλεση της συμβάσεως, είναι προφανές ότι η μη εκτέλεση του αντικειμένου της εν λόγω συμβάσεως στερεί από την αιτούσα έσοδα τα οποία θα της είχε αποφέρει η σύναψή της και η απώλεια της πιθανότητας να αποκτήσει τα έσοδα που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη σύμβαση είναι, λαμβανομένων υπόψη των διακυβευομένων ποσών, ικανή να αποτελέσει ζημία μεγάλης βαρύτητας για την αιτούσα.
137
Δεύτερον, η δυνατότητα για την αιτούσα να επικαλεστεί σύμβαση συναφθείσα με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε τόσο εξειδικευμένη αγορά που χαρακτηρίζεται από ένα τόσο μικρό αριθμό επιχειρηματιών μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το οποίο θα μπορούσε να απολαύσει εάν η σύμβαση είχε συναφθεί με αυτή.
138
Ακόμη και αν είναι δύσκολο να αποτιμηθεί η ακριβής αξία του, η απώλεια του εν λόγω ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος μπορεί, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της υπό κρίση υποθέσεως, να αποτελέσει σοβαρή ζημία για μια εταιρία, όπως η αιτούσα, η οποία αναπτύσσει λίαν εξειδικευμένα λογισμικά που προορίζονται για περιορισμένο εκ πρώτης όψεως αριθμό δυνάμει πελατών, σε μια αγορά άκρως ανταγωνιστική και χαρακτηριζόμενη από μικρό αριθμό προσφερόντων, κατά μείζονα δε λόγο διότι η IGN, ένας από τους άμεσους ανταγωνιστές της, θα μπορούσε να διεκδικήσει το πλεονέκτημα της συνάψεως της συμβάσεως για ανταγωνιστικούς σκοπούς, ενώ υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η σύμβαση αυτή δεν θα έπρεπε να της ανατεθεί.
139
Επομένως, επιβάλλεται να θεωρηθεί, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών της υπό κρίση υποθέσεως και των χαρακτηριστικών της αγοράς στην οποία αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους η αιτούσα και η IGN, ότι η ζημία που υφίσταται η αιτούσα πρέπει να χαρακτηρισθεί σοβαρή.
140
Τέλος, τοσούτο μάλλον ο επείγων χαρακτήρας που μπορεί να επικαλεστεί η αιτούσα πρέπει να ληφθεί υπόψη από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, καθώς από τις σκέψεις 54 έως 84 της παρούσας διατάξεως προκύπτει ότι τα πραγματικά και νομικά επιχειρήματα που προέβαλε η αιτούσα στο πλαίσιο του πρώτου λόγου της εμφανίζονται ιδιαιτέρως σοβαρά (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη Αυστρία κατά Συμβουλίου, σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψη 110).
141
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, προκειμένου να εξασφαλισθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της μελλοντικής οριστικής αποφάσεως και, ειδικότερα, να διασφαλισθεί ενδεχόμενη αποκατάσταση σε είδος, όπως αυτή που ζητεί η αιτούσα, και ως προς την οποία δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι είναι η μόνη που μπορεί να αποφύγει, τουλάχιστον εν μέρει, την προκληθείσα ζημία, πρέπει να θεωρηθεί ότι το ζητούμενο μέτρο που σκοπεί στην αναστολή της επίδικης αποφάσεως και της εκτελέσεως της συμβάσεως πρέπει να χορηγηθεί στην αιτούσα, καθόσον η στάθμιση των συμφερόντων κλίνει υπέρ αυτής, πράγμα το οποίο πρέπει να εξετασθεί εν προκειμένω.
3. Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα της αιτούσας
142
Η αιτούσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η στάθμιση των συμφερόντων κλίνει υπέρ αυτής στο μέτρο που, αφενός, η ίδια στερείται των εσόδων μιας συμβάσεως η οποία θα έπρεπε να συναφθεί με αυτήν και, αφετέρου, η IGN δεν μπορεί να διεκδικήσει την προστασία των συμφερόντων της τα οποία έλκουν την καταγωγή τους από μια πράξη η οποία θα πρέπει να θεωρηθεί παράνομη. Η αιτούσα φρονεί, επιπλέον, ότι η IGN δεν μπορεί να τύχει μεγαλύτερης προστασίας από την αιτούσα, ενώ μάλιστα η τήρηση της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως θα έπρεπε να οδηγήσει την Επιτροπή να απορρίψει την προσφορά της IGN η οποία δεν ήταν σύμφωνη προς τις προϋποθέσεις που προέβλεπαν οι οδηγίες προς τους διαγωνιζομένους.
143
Η αιτούσα υποστηρίζει επίσης ότι το μέτρο απαιτείται από το γενικό συμφέρον το οποίο επιτάσσει να διεξάγονται οι διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων που διοργανώνουν τα κοινοτικά όργανα με τήρηση των αρχών της νομιμότητας, της διαφάνειας, της ίσης μεταχειρίσεως, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως.
Επιχειρήματα της Επιτροπής
144
H Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα της επιχειρηματολογίας αυτής και προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι, ακόμη κι αν είχε διαπράξει σφάλμα που στοιχειοθετεί την ευθύνη της έναντι της αιτούσας, η σύμβαση που συνήφθη με την IGN δεν παύει να ισχύει, καθόσον οι προσδοκίες και η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της εταιρίας αυτής πρέπει να προστατευθούν, στο μέτρο που αυτή μπορούσε να εμπιστευθεί την επίφαση νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία της ανατέθηκε η σύμβαση.
145
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, άλλωστε, ότι η σύμβαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ανάπτυξη του δικτύου των σωλήνων μεταφοράς φυσικού αερίου στην Κεντρική Ασία και ότι η αναστολή εκτελέσεως της συμβάσεως θα είχε δυσμενείς συνέπειες στην περιοχή, ειδικότερα στις σχέσεις που αυτή διατηρεί με τις αρχές του Καζακστάν. Φρονεί, συναφώς, ότι το δημόσιο συμφέρον για την εκτέλεση της συμβάσεως σε εύθετο χρόνο πρέπει να κατισχύσει των αμιγώς ιδιωτικών συμφερόντων της αιτούσας, τα οποία μπορούν να προστατευθούν με την απόφαση που κρίνει επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος. Κατά την ακρόαση, διευκρίνισε ότι το στοιχείο αυτό διαδραμάτισε κάποιο ρόλο και στην απόφαση της Επιτροπής να μη θέσει τέρμα στη διαδικασία του διαγωνισμού για να την κινήσει αργότερα, προκειμένου, αφενός, να αποφύγει την καθυστέρηση στην εκτέλεση της συμβάσεως και, αφετέρου, στο πλαίσιο δημοσιονομικής προοπτικής, να αποφύγει την απώλεια των πιστώσεων που διατέθηκαν για τη σύμβαση αυτή. Επομένως, και το στοιχείο αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση του συμφέροντος της αιτούσας να επιτύχει επί του παρόντος την αναστολή εκτελέσεως της συμβάσεως.
146
Η Επιτροπή υπογράμμισε, επίσης, κατ’ ουσίαν, κατά την ακρόαση, ότι είναι σημαντικό να αποφύγει προσφυγή της IGN, κίνδυνος στον οποίο θα ήταν εκτεθειμένη σε περίπτωση αναστολής της εκτελέσεως της συμβάσεως που συνήψε με την εταιρία αυτή.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
147
Όταν, στο πλαίσιο αιτήσεως για τη λήψη προσωρινών μέτρων, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του οποίου προβάλλεται ο κίνδυνος να υποστεί ο αιτών σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία σταθμίζει τα διάφορα διακυβευόμενα συμφέροντα, πρέπει να εξετάσει αν, σε περίπτωση ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως από τον δικαστή της ουσίας, θα είναι δυνατή η ανατροπή της καταστάσεως που θα έχει προκληθεί από την έλλειψη προσωρινών μέτρων και, αντιστρόφως, σε ποιο μέτρο η αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως μπορεί να εμποδίσει τους επιδιωκόμενους με την προσβαλλόμενη απόφαση σκοπούς σε περίπτωση που απορριφθεί η προσφυγή της κύριας δίκης (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 26ης Ιουνίου 2003, C-182/03 R και C-217/03 R, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. Ι-6887, σκέψη 142, και διάταξη Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, σκέψη 135 ανωτέρω, σκέψη 167 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
148
Πρέπει, εν προκειμένω, να ληφθεί υπόψη, πρώτον, το συμφέρον της αιτούσας να ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως συνάψεως της συμβάσεως με την IGN, στη συνέχεια, δεύτερον, το συμφέρον της IGN να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της συμβάσεως και, τρίτον, το γενικό συμφέρον και το συμφέρον της Επιτροπής που αφορά την εκτέλεση της συμβάσεως.
149
Πρώτον, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων φρονεί ότι η συνέχιση της εκτελέσεως της συμβάσεως που συνήφθη με την IGN θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στην αιτούσα (βλ. σκέψεις 104 έως 140 ανωτέρω).
150
Δεύτερον, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η προσφορά της IGN δεν ήταν σύμφωνη προς τις προδιαγραφές που προβλέπουν οι οδηγίες προς τους διαγωνιζομένους και ότι η προσφορά αυτή θα έπρεπε να απορριφθεί από την Επιτροπή. Σε αντιδιαστολή προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής κατά την ακρόαση, η νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως και η ισχύς της συμβάσεως που προέκυψε από αυτή δεν διαχωρίζονται η μια από την άλλη. Στην πραγματικότητα, εάν, αφενός, η επίδικη απόφαση ακυρωθεί από το Πρωτοδικείο στο πλαίσιο της προσφυγής της κύριας δίκης και, αφετέρου, η εκτέλεση της συμβάσεως ανασταλεί, η απόφαση περί ακυρώσεως θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια να θέσει η Επιτροπή τέρμα στη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ αυτής και της IGN.
151
Επομένως, η IGN θα είχε λίαν πιθανώς, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το δικαίωμα να αξιώσει από την Επιτροπή αποζημίωση για το σφάλμα που διέπραξε η Επιτροπή, ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων που είναι αρμόδια, κατά την Επιτροπή, δυνάμει ρήτρας επιλογής forum που προβλέπει η σύμβαση. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα συμφέροντα της IGN θα μπορούσαν να προστατευθούν στο πλαίσιο ενδίκου βοηθήματος.
152
Επομένως, η στάθμιση των συμφερόντων δεν μπορεί να κλίνει υπέρ της IGN και εις βάρος της αιτούσας. Πράγματι, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η προσφορά της IGN δεν ήταν σύμφωνη προς τις τεχνικές προδιαγραφές της προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών, ενώ η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ότι η προσφορά της αιτούσας ήταν σύμφωνη προς τις εν λόγω προδιαγραφές. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα συμφέροντα της IGN για την εξακολούθηση της συμβάσεως δεν μπορούν να κατισχύσουν των συμφερόντων της αιτούσας να επιτύχει την ανάθεση, η οποία θα εξακολουθούσε να είναι δυνατή, τουλάχιστον εν μέρει, εάν η εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως αναστελλόταν εν αναμονή της αποφάσεως που θα εκδοθεί επί της κύριας δίκης.
153
Τρίτον, η Επιτροπή δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό ότι η εξακολούθηση της εκτελέσεως της συμβάσεως δεν μπορεί να καθυστερήσει προκειμένου να διατηρηθούν οι καλές σχέσεις με τις αρχές του Καζακστάν, καθόσον δεν προσκόμισε κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο ενώπιον του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.
154
Τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή κατά την ακρόαση φαίνονται, επιπλέον, να υποδηλώνουν ότι αντιλήφθηκε ότι η σύναψη της συμβάσεως αυτής με την IGN μπορούσε ή επρόκειτο να προκαλέσει δυσκολίες, αλλά ότι, για δημοσιονομικούς λόγους, προτίμησε να μη τις λάβει υπόψη και να διακινδυνεύσει να βρεθεί αντιμέτωπη, στη συνέχεια, με προσφυγή εκ μέρους των διαγωνιζομένων που αποκλείσθηκαν αδικαιολόγητα.
155
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι δημοσιονομικοί λόγοι μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη στάση αυτή, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι θεωρήσεις αυτές, οι οποίες, κατά τη δική της επιχειρηματολογία, την ώθησαν να συνάψει τη σύμβαση με την IGN πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2005 προκειμένου να μην απολέσει τις πιστώσεις που διέθετε για τον σκοπό αυτόν, είναι ικανές να εμποδίσουν την αναστολή εκτελέσεως της συμβάσεως αυτής.
156
Επιπλέον, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί το συμφέρον της στην εξακολούθηση της εκτελέσεως της συμβάσεως με σκοπό να αποφύγει προσφυγή της IGN, ώστε να ζητήσει από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να αρνηθεί να εξασφαλίσει τη δικαστική προστασία της αιτούσας.
157
Κατά συνέπεια, η χορήγηση της αναστολής εκτελέσεως, αφενός, της αποφάσεως συνάψεως της συμβάσεως με την εταιρία IGN και, αφετέρου, της εν λόγω συμβάσεως είναι, υπό τις ειδικές συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, δικαιολογημένη και ικανοποιεί επαρκώς την ανάγκη εξασφαλίσεως αποτελεσματικής προσωρινής δικαστικής προστασίας για την αιτούσα.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1)
Αναστέλλει την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής περί συνάψεως της συμβάσεως με την IGN France international στο πλαίσιο της διαδικασίας προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών προμηθειών με προορισμό ορισμένες τρίτες χώρες της Κεντρικής Ασίας (EuropeAid/122078/C/S/Multi), καθώς και την εκτέλεση της συμβάσεως που συνήψε η Επιτροπή με την IGN France international, μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της κύριας προσφυγής.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 20 Ιουλίου 2006.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
B. Vesterdorf
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy