ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 14ης Μαΐου 2008 (*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Αγωγή αποζημιώσεως – Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Κοινοτική διαδικασία διαγωνισμού – Απόρριψη προσφοράς – Απόφαση περί ακυρώσεως της διαδικασίας διαγωνισμού – Προσφυγή προδήλως στερούμενη παντελώς νομικής βάσης – Κατάργηση της δίκης»
Στις υποθέσεις T‑383/06 και T‑71/07,
Icuna.Com SCRL, με έδρα το Braine-le-Château (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους J. Windey και P. De Bandt, δικηγόρους,
προσφεύγουσα-ενάγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον O. Caisou-Rousseau και την M. Ecker,
καθού-εναγομένου,
με αντικείμενο, στην υπόθεση T‑383/06, αφενός, αίτηση περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί απορρίψεως της προσφοράς που υπέβαλε η προσφεύγουσα-ενάγουσα (στο εξής: προσφεύγουσα) στο πλαίσιο της ενότητας 2 (περιεχόμενο των μεταδόσεων) της διαδικασίας του διαγωνισμού EP/DGINFO/WEBTV/2006/0003, ενόψει της δημιουργίας του δικτυακού τηλεοπτικού καναλιού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και, αφετέρου, αγωγή αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη η προσφεύγουσα λόγω εκδόσεως της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006 και, στην υπόθεση T‑71/07, αφενός, αίτηση περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί ακυρώσεως του διαγωνισμού EP/DGINFO/WEBTV/2006/0003, ενόψει της δημιουργίας του δικτυακού τηλεοπτικού καναλιού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά την ενότητα 2 (περιεχόμενο των μεταδόσεων), και, αφετέρου, αγωγή αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη η προσφεύγουσα λόγω εκδόσεως της από 31 Ιανουαρίου 2007 αποφάσεως,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Pelikánová (εισηγήτρια), πρόεδρο, K. Jürimäe και S. Soldevila Fragoso, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Το νομικό πλαίσιο
1 Σύμφωνα με το άρθρο 100 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, σ. 1, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός):
«1. Ο αρμόδιος διατάκτης ορίζει εν συνεχεία τον ανάδοχο της σύμβασης, τηρώντας τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης που έχουν ορισθεί εκ των προτέρων στα έγγραφα της πρόσκλησης υποβολής προσφορών, και τους κανόνες σύναψης των συμβάσεων.
2. Η αναθέτουσα αρχή γνωστοποιεί σε κάθε απορριφθέντα υποψήφιο ή προσφέροντα τους λόγους απόρριψης της υποψηφιότητας ή της προσφοράς του και σε κάθε προσφέροντα, του οποίου η προσφορά κρίθηκε παραδεκτή και ο οποίος υποβάλλει εγγράφως αίτηση προς τούτο, τα σχετικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς καθώς και το όνομα του αναδόχου.
[…]»
2 Το άρθρο 101 του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει:
«Η αναθέτουσα αρχή μπορεί, έως την υπογραφή της σύμβασης, είτε να παραιτηθεί από τη σύμβαση είτε να ακυρώσει τη διαδικασία σύναψης της σύμβασης, χωρίς οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες να μπορούν να διεκδικήσουν οποιαδήποτε αποζημίωση.
Αυτή η απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να γνωστοποιηθεί στους υποψηφίους ή τους προσφέροντες.»
3 Σύμφωνα με το άρθρο 149, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού (ΕΕ L 357, σ. 1, στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ, Eυρατόμ) 1261/2005 της Επιτροπής, της 20ής Ιουλίου 2005 (ΕΕ L 201, σ. 3):
«1. Οι αναθέτουσες αρχές γνωστοποιούν το ταχύτερο δυνατόν στους υποψήφιους και στους προσφέροντες τις αποφάσεις που λαμβάνονται σχετικά με την ανάθεση της σύμβασης […] καθώς και τους λόγους για τους οποίους ενδεχομένως αποφάσισαν να μην αναθέσουν τη σύμβαση […] να μη συστήσουν το δυναμικό σύστημα αγορών που αποτέλεσε το αντικείμενο διαγωνισμού, ή να αρχίσουν εκ νέου τη διαδικασία.
[…]
3. Για τις συμβάσεις που ανατίθενται από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα για ίδιο λογαριασμό, δυνάμει του άρθρου 105 του δημοσιονομικού κανονισμού, οι αναθέτουσες αρχές γνωστοποιούν […] σε κάθε υποψήφιο ή προσφέροντα που έχει απορριφθεί […] ότι η προσφορά ή η αίτηση συμμετοχής τους δεν έγινε δεκτή, διευκρινίζοντας σε κάθε περίπτωση τους λόγους της απόρριψης της προσφοράς ή της αίτησης συμμετοχής.
Οι αναθέτουσες αρχές ταυτόχρονα γνωστοποιούν με τη γνωστοποίηση της απόρριψης προς τους απορριφθέντες υποψήφιους ή προσφέροντες, την απόφαση ανάθεσης προς τον ανάδοχο, διευκρινίζοντας ότι η γνωστοποιούμενη απόφαση δεν αποτελεί δέσμευση της αντίστοιχης αναθέτουσας αρχής.
[...]»
Ιστορικό της διαφοράς
4 Στις 6 Μαΐου 2006, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δημοσίευσε προκήρυξη διαγωνισμού στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ S 87) με αντικείμενο το δικτυακό τηλεοπτικό κανάλι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο διαγωνισμός αυτός, με στοιχεία EP/DGINFO/WEBTV/2006/0003, περιελάμβανε δύο ενότητες που αφορούσαν την αρχιτεκτονική και τον γραφικό σχεδιασμό (ενότητα 1) και το περιεχόμενο των μεταδόσεων (ενότητα 2), αντιστοίχως.
5 Με το από 14 Ιουλίου 2006 έγγραφο, η προσφεύγουσα, Icuna.Com SCRL, υπέβαλε προσφορά για την ενότητα 2, «περιεχόμενο των μεταδόσεων», από κοινού με την εταιρία Parallèles productions, με την οποία επρόκειτο να αποτελέσει κοινοπραξία.
6 Με το από 7 Αυγούστου 2006 έγγραφο, το Κοινοβούλιο πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι της ανατέθηκε η σύμβαση (στο εξής: απόφαση της 7ης Αυγούστου 2006). Κατά το τέλος του Αυγούστου 2006, έγιναν επαφές μεταξύ του επιφορτισμένου με τον φάκελο της υποθέσεως αυτής υπαλλήλου του Κοινοβουλίου και της προσφεύγουσας για να οριστεί ημερομηνία συναντήσεως για την υπογραφή της συμβάσεως. Ωστόσο, η αρχικώς ορισθείσα την 1η Σεπτεμβρίου 2006 ημερομηνία, μετατέθηκε αρκετές φορές.
7 Στις 14 και 18 Αυγούστου 2006, δύο απορριφθέντες προσφέροντες υπέβαλαν διοικητικές ενστάσεις στο Κοινοβούλιο. Με το από 8 Σεπτεμβρίου 2006 ηλεκτρονικό μήνυμα, ο επιφορτισμένος με τον φάκελο της υποθέσεως υπάλληλος του Κοινοβουλίου ενημέρωσε την προσφεύγουσα για τις ενστάσεις αυτές και για το ότι ο φάκελος της υποθέσεως έπρεπε, κατά συνέπεια, να υποβληθεί σε συμπληρωματική εξέταση.
8 Στις 14 Σεπτεμβρίου 2006, ο διευθυντής μέσων επικοινωνίας και διατάκτης για τη διαδικασία του επιδίκου διαγωνισμού πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι, μετά τη συμπληρωματική εξέταση του φακέλου της υποθέσεως, επισήμανε στοιχεία πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως της επιτροπής αξιολογήσεως και, κατά συνέπεια, αποφάσισε να ακυρώσει την από 7 Αυγούστου 2006 απόφαση, «σύμφωνα με το άρθρο 149, παράγραφος 3» του εκτελεστικού κανονισμού. Ο διατάκτης αποφάσισε επίσης τη σύγκλιση νέας επιτροπής αξιολογήσεως για επανεξέταση όλων των προσφορών. Με το από 19 Σεπτεμβρίου 2006 έγγραφο, η προσφεύγουσα απάντησε στο έγγραφο του διατάκτη.
9 Με το από 28 Σεπτεμβρίου 2006 ηλεκτρονικό μήνυμα, το Κοινοβούλιο ζήτησε από την προσφεύγουσα να προσκομίσει, αφενός, απόσπασμα ποινικού μητρώου και, αφετέρου, κατάλογο με στοιχεία των σχεδίων που εκτέλεσε προσφάτως, με συναφείς βεβαιώσεις, καθώς και περιγραφή του τεχνικού εξοπλισμού που θα χρησιμοποιούνταν για τη διασφάλιση της εκτελέσεως των υπηρεσιών που αποτελούσαν το αντικείμενο της συμβάσεως. Η προσφεύγουσα απάντησε στο αίτημα αυτό με το από 2 Οκτωβρίου 2006 έγγραφο, με το οποίο διαβίβασε τα ζητηθέντα έγγραφα.
10 Στις 26 Οκτωβρίου 2006, η νέα επιτροπή αξιολογήσεως κατέληξε ότι η προσφορά της εταιρίας Mostra ήταν η πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως και πρότεινε να της ανατεθεί η σύμβαση.
11 Στις 21 Νοεμβρίου 2006, η προσφεύγουσα απηύθυνε επιστολή στον διατάκτη, με την οποία, κατ’ ουσία, πρότεινε, αν χρειαζόταν, ενόψει της νέας αποφάσεως που επρόκειτο να λάβει η επιτροπή αξιολογήσεως, να διευκρινίσει την προσφορά της και, επ’ ευκαιρία, ενδεχομένως, να συναντηθεί μαζί του.
12 Με την από 1 Δεκεμβρίου 2006 απόφαση, το Κοινοβούλο απέρριψε την υποβληθείσα από την προσφεύγουσα προσφορά (στο εξής: απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006). Εξάλλου, από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι η επίδικη σύμβαση ανατέθηκε στην εταιρία Mostra.
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία
13 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Δεκεμβρίου 2006 (υπόθεση T‑383/06), η προσφεύγουσα άσκησε την πρώτη προσφυγή-αγωγή ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006 και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω εκδόσεως της αποφάσεως αυτής.
14 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε αυθημερόν στη Γραμματεία (υπόθεση T‑383/06 R), η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006 και της συμβάσεως που είχε, ενδεχομένως, συνάψει το Κοινοβούλιο με την εταιρία Mostra, καθώς και την προσκόμιση ορισμένων εγγράφων.
15 Το πρωί της 21ης Δεκεμβρίου 2006, το Κοινοβούλιο και η εταιρία Mostra υπέγραψαν τη σύμβαση για την ενότητα 2.
16 Το απόγευμα της 21ης Δεκεμβρίου 2006, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου εξέδωσε διάταξη περί αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006, βάσει του άρθρου 105, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Η διάταξη επέβαλε επίσης στο Κοινοβούλιο, εφόσον είχε ήδη συνάψει τη σύμβαση με την εταιρία Mostra, να αναστείλει την εκτέλεσή της μέχρι την έκδοση οριστικής διατάξεως (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Δεκεμβρίου 2006, Icuna.Com κατά Κοινοβουλίου, T‑383/06 R, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: διάταξη της 21ης Δεκεμβρίου 2006).
17 Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση T‑383/06 R έγινε στις 22 Ιανουαρίου 2007. Από τα πρακτικά της συνεδριάσεως αυτής προκύπτει ότι ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου κάλεσε το Κοινοβούλιο να «εξετάσει τη δυνατότητα ακυρώσεως της διαδικασίας διαγωνισμού που αποτελεί το αντικείμενο της […] αιτήσεως για λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 101 του [δημοσιονομικού] κανονισμού, και να κινήσει νέα διαδικασία αναθέσεως της συμβάσεως».
18 Το Κοινοβούλιο, απαντώντας στο έγγραφο που απηύθυνε στις 26 Ιανουαρίου 2007 η προσφεύγουσα στη Γραμματεία, κοινοποίησε, με το από 31 Ιανουαρίου 2007 έγγραφο, το αντίγραφο τροποποιήσεως της συμβάσεως, που υπογράφηκε στις 30 Ιανουαρίου 2007 με την εταιρία Mostra, σύμφωνα με το οποίο η υπογραφείσα στις 21 Δεκεμβρίου 2006 σύμβαση περί της ενότητας 2 του επιδίκου διαγωνισμού ήταν άκυρη από την ημερομηνία και ώρα κατά την οποία η εταιρία Mostra έλαβε γνώση της διατάξεως περί αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006, ήτοι στις 21 Δεκεμβρίου 2006, ώρα 17:14. Στο έγγραφο αυτό, το Κοινοβούλιο ανέφερε επίσης την πρόθεσή του να «αποσύρει ακολούθως την απόφαση περί αναθέσεως της συμβάσεως».
19 Με την από 31 Ιανουαρίου 2007 απόφαση, ο διατάκτης αποφάσισε να ακυρώσει τη διαδικασία δυνάμει της οποίας ανατέθηκε στην εταιρία Mostra η σύμβαση για την ενότητα 2 (στο εξής: απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007). Συνέστησε επίσης να προκηρυχθεί το ταχύτερο δυνατό νέος διαγωνισμός.
20 Με το από 7 Φεβρουαρίου 2007 έγγραφο, η προσφεύγουσα ανέφερε ότι εμμένει στην αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση T‑383/06 R περί της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο δεν έχει αρμοδιότητα να ακυρώσει τη διαδικασία διαγωνισμού.
21 Με την από 26 Φεβρουαρίου 2007 διάταξη, T‑383/06 R, Icuna.Com κατά Κοινοβουλίου (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή), ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου κατάργησε τη δίκη επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση T‑383/06 R, εφόσον η συναφθείσα μεταξύ του Κοινοβουλίου και της εταιρίας Mostra σύμβαση ακυρώθηκε με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων και το Κοινοβούλιο ανέφερε σαφώς ότι ουδόλως σκόπευε να εκτελέσει την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006.
22 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 9 Μαρτίου 2007 (υπόθεση T‑71/07), η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή-αγωγή ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007 καθώς και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω εκδόσεως της αποφάσεως αυτής.
23 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία αυθημερόν, η προσφεύγουσα ζήτησε από το Πρωτοδικείο να εκδικάσει την υπόθεση με ταχεία διαδικασία, δυνάμει του άρθρου 76α του Κανονισμού Διαδικασίας.
24 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία αυθημερόν (υπόθεση Τ-71/97 R), η προσφεύγουσα υπέβαλε εξάλλου αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας, αφενός, από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου να αποφανθεί, βάσει του άρθρου 105, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πριν υποβάλει το Κοινοβούλιο τις παρατηρήσεις του και, αφετέρου, να ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007.
25 Στις 16 Μαρτίου 2007, δημοσιεύθηκε στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ S 53) νέος διαγωνισμός με αντικείμενο την επίδικη σύμβαση.
26 Στις 22 Μαρτίου 2007, το Κοινοβούλιο υπέβαλε, με χωριστό δικόγραο, ένσταση απαραδέκτου στην υπόθεση T‑71/07, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
27 Στις 2 Απριλίου 2007, το δεύτερο τμήμα του Πρωτοδικείου απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας για εκδίκαση της υποθέσεως T‑71/07 με ταχεία διαδικασία.
28 Με διάταξη της 4ης Μαΐου 2007, T‑71/07 R, Icuna.Com κατά Κοινοβουλίου (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή), ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση T‑71/07 R και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
29 Κατόπιν αιτήσεως του Πρωτοδικείου, το Κοινοβούλιο και η προσφεύγουσα υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους περί ενδεχομένης συνεκδικάσεως των υποθέσεων T‑383/06 και T‑71/07, στις 20 Δεκεμβρίου 2007 και 7 Ιανουαρίου 2008, αντιστοίχως.
30 Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος παρέπεμψε την απόφαση περί συνεκδικάσεως στο τμήμα αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 50, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Λόγω της συναφείας των προσφυγών στις υποθέσεις T‑383/06 και T‑71/07, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να τις συνεκδικάσει προς έκδοση της παρούσας διατάξεως.
Αιτήματα των διαδίκων
31 Στην υπόθεση Τ-383/06, η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006·
– να διαπιστώσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας, να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να της καταβάλει, πρώτον, το ποσό των 58 700 ευρώ ως αποζημίωση για τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο του διαγωνισμού και, δεύτερον, χρηματικό ποσό προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας προσβολής της φήμης της, καθώς και να ορίσει εμπειρογνώμονα προς εκτίμηση της ηθικής αυτής βλάβης·
– να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
32 Στην υπόθεση T‑383/06, το Κοινοβούλιο ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την αίτηση ακυρώσεως·
– να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως καθώς και την αίτηση διορισμού εμπειρογνώμονα·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
33 Στην υπόθεση T‑71/07, η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
─ να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου ως προδήλως αβάσιμη·
– επικουρικώς, να εξετάσει την ένσταση απαραδέκτου με την ουσία της υποθέσεως·
– εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα πρόσθετα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν από την προβολή της ενστάσεως απαραδέκτου·
– να ακυρώσει την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007·
– να διαπιστώσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας, να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να της καταβάλει αποζημίωση για το σύνολο της ζημίας που υπέστη λόγω της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007, και να ορίσει εμπειρογνώμονα προς εκτίμηση της ζημίας αυτής·
– να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
34 Με την προβληθείσα στην υπόθεση T‑71/07 ένσταση απαραδέκτου, το Κοινοβούλιο ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
35 Δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η προσφυγή προδήλως στερείται παντελώς νομικής βάσης, το Πρωτοδικείο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
36 Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο μπορεί οποτεδήποτε αυτεπαγγέλτως, αφού ακούσει τους διαδίκους, να διαπιστώσει ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και ότι η δίκη πρέπει να καταργηθεί.
1. Επί της προσφυγής στην υπόθεση T‑71/07
37 Στην υπόθεση T‑71/07, η προβληθείσα από το Κοινοβούλιο ένσταση απαραδέκτου πρέπει να εξεταστεί μαζί με την ουσία της υποθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
38 Με την ένσταση απαραδέκτου, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, αφενός, ότι η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 δεν αφορά ούτε άμεσα ούτε ατομικά την προσφεύγουσα και, αφετέρου, ότι η προσφεύγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον προς ακύρωση εν λόγω αποφάσεως, η οποία δεν τη θίγει.
39 Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι η διαδικασία του διαγωνισμού αποτελεί αδιαίρετο σύνολο και η ανάθεση της συμβάσεως στην εταιρία Mostra είναι η κατάληξή του. Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι η μόνη δυνατή απόφαση συνίσταται στην απόρριψη της προσφοράς της προσφεύγουσας και στην ανάθεση της συμβάσεως στην εταιρία Mostra. Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, εν πάση περιπτώσει, η σύμβαση δεν επρόκειτο να ανατεθεί σε επιχείρηση που δεν πληροί τα κριτήρια επιλογής. Το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε να αποσύρει μόνον την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006 περί απορρίψεως της προσφοράς της προσφεύγουσας, διατηρώντας το τμήμα της διαδικασίας αξιολογήσεως που ήταν ευνοϊκό γι’ αυτή.
40 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα επιχειρήματα του Κοινοβουλίου. Αφενός, προβάλλει ότι η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 τη θίγει άμεσα, εφόσον έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της αποφάσεως της 7ης Αυγούστου 2006 που την όρισε ανάδοχο της συμβάσεως, την υποχρεώνει να υποβληθεί σε έξοδα για να συμμετάσχει στη νέα διαδικασία διαγωνισμού και να διασφαλίσει δικαστικώς τα συμφέροντά της και την εμποδίζει να λάβει, στο πλαίσιο της προσφυγής στην υπόθεση T‑383/06, την αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω εκδόσεως της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006.
41 Αφετέρου, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 την αφορά ατομικώς, διότι η προσφεύγουσα αποτελεί την αφετηρία της αποφάσεως αυτής, που εκδόθηκε μετά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση T‑383/06 R. Επιπλέον, η κατάστασή της διαφοροποιείται από την κατάσταση άλλων προσφερόντων, εφόσον μόνο σε αυτήν ανατέθηκε η επίδικη σύμβαση. Τέλος, η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 επηρεάζει αρνητικώς την έκβαση της αγωγής αποζημιώσεως στην υπόθεση T‑383/06.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
42 Κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ’ αυτό, καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά.
43 Eν προκειμένω, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα δεν είναι αποδέκτης της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007.
44 Κατά πάγια νομολογία, για να αφορά άμεσα έναν ιδιώτη, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, η αμφισβητούμενη κοινοτική πράξη πρέπει να έχει άμεσες συνέπειες επί της νομικής καταστάσεως του ενδιαφερομένου, η δε εφαρμογή της να έχει καθαρώς αυτόματο χαρακτήρα και να απορρέει αποκλειστικώς από την κοινοτική ρύθμιση, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου, της 5ης Μαΐου 1998, C‑386/96 P, Dreyfus κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-2309, σκέψη 43 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
45 Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρόσωπα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυρισθούν ότι η απόφαση τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937, 942· της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψη 11· απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Απριλίου 1995, Τ-435/93, ASPEC κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II‑1281, σκέψη 62).
46 Τέλος, μια προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε από φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι παραδεκτή μόνο στον βαθμό που ο προσφεύγων έχει συμφέρον προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Το συμφέρον αυτό πρέπει να είναι γεγεννημένο και ενεστώς και εκτιμάται την ημέρα κατά την οποία ασκήθηκε η προσφυγή (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Απριλίου 2005, T‑141/03, Sniace κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑1197, σκέψη 25, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, T‑136/05, Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 34).
47 Eν προκειμένω, η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 παράγει άμεσα αποτελέσματα στη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας. Προκειμένου για την ακύρωση του συνόλου της διαδικασίας διαγωνισμού, η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 συνεπάγεται την ακύρωση της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006 περί απορρίψεως της προσφοράς της, αλλά και την ακύρωση της αποφάσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση περί αναθέσεως της συμβάσεως στην προσφεύγουσα, καθώς και την ακύρωση της αποφάσεως της 7ης Αυγούστου 2006, με την οποία της ανατέθηκε η σύμβαση. Επομένως, η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 αφορά άμεσα την προσφεύγουσα. Για τον ίδιο λόγο, η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 θίγει την προσφεύγουσα, η οποία έχει συνεπώς έννομο συμφέρον για την ακύρωσή της.
48 Η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 αφορά επίσης ατομικώς την προσφεύγουσα, καθόσον ήταν η μόνη προσφέρουσα στην οποία ανατέθηκε η σύμβαση στο πλαίσιο της ακυρωθείσας διαδικασίας διαγωνισμού. Το στοιχείο αυτό μπορεί να την εξατομικεύσει σε σχέση με τους λοιπούς αποκλεισθέντες προσφέροντες.
49 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Κοινοβούλιο όσον αφορά την ασκηθείσα από την προσφεύγουσα προσφυγή στην υπόθεση T‑71/07.
Επί της αιτήσεως ακυρώσεως
Επιχειρήματα της προσφεύγουσας
50 Προς στήριξη της αιτήσεώς της ακυρώσεως στην υπόθεση T‑71/07, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος αντλείται από αναρμοδιότητα του συντάκτη της πράξεως και παράβαση του άρθρου 101 του δημοσιονομικού κανονισμού. Ο δεύτερος αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας. Το Κοινοβούλιο δεν υπέβαλε υπόμνημα αντικρούσεως στην υπόθεση T‑71/07 και, επομένως, δεν αποφάνθηκε επί των λόγων που προβλήθηκαν προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως.
– Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από αναρμοδιότητα του συντάκτη της πράξεως και παράβαση του άρθρου 101 του δημοσιονομικού κανονισμού
51 Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν επιτρέπει στην αναθέτουσα αρχή την ακύρωση της αναθέσεως της συμβάσεως μετά την υπογραφή της συμβάσεως με τον ανάδοχο. Συγκεκριμένα, ούτε η διάταξη της 21ης Δεκεμβρίου 2006, ούτε η πρόσκληση του Προέδρου του Πρωτοδικείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων της 22ας Ιανουαρίου 2007 αποτελούν νομική βάση για την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007.
52 Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 στηρίζεται στο άρθρο 101 του δημοσιονομικού κανονισμού, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής δεν πληρούνται εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, το άρθρο 101 του δημοσιονομικού κανονισμού περιορίζει την αρμοδιότητα της αναθέτουσας αρχής προς ακύρωση διαγωνισμού, οπότε η αναθέτουσα αρχή έχει αρμοδιότητα εκδόσεως τέτοιας αποφάσεως μόνο μέχρι την υπογραφή της συμβάσεως με τον ανάδοχο. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο υπέγραψε τη σύμβαση με την εταιρία Mostra στις 21 Δεκεμβρίου 2006, ήτοι πλέον του ενός μηνός πριν την έκδοση της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007.
53 Εξάλλου, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η διαδικασία διαγωνισμού δεν μπορεί να ακυρωθεί εφόσον η σύμβαση είχε ήδη ανατεθεί νομοτύπως στην προσφεύγουσα με την από 7 Αυγούστου 2006 απόφαση.
54 Περαιτέρω, η καταγγελία της συμβάσεως με την εταιρία Mostra δεν σημαίνει ότι η σύμβαση δεν υπογράφηκε. Εξάλλου, η καταγγελία δεν αφορά το σύνολο των αποτελεσμάτων της συμβάσεως, εφόσον η ακύρωση της συμβάσεως αυτής άρχισε να ισχύει σε ημερομηνία και ώρα κατά την οποία η εταιρία Mostra έλαβε γνώση της αναστολής εκτελέσεως της συμβάσεως. Επομένως, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, διατηρείται κάθε αποτέλεσμα παραχθέν προτού λάβει γνώση η εταιρία Mostra.
55 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 παραβιάζει το άρθρο 101 του δημοσιονομικού κανονισμού, εφόσον η ακύρωση της διαδικασίας διαγωνισμού αφορά μόνον την ενότητα 2. Βάσει της διατάξεως αυτής, δεν μπορεί να ακυρωθεί εν μέρει η διαδικασία διαγωνισμού. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, είναι προφανές ότι, καθόσον οι ενότητες 1 και 2 αποτελούν μέρος του ιδίου διαγωνισμού, ενδεχόμενη ακύρωση πρέπει να αφορά το σύνολο της διαδικασίας, δηλαδή και τη σχετική με την ανάθεση της ενότητας 1 διαδικασία.
– Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από τη μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
56 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι στην απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 δεν τηρήθηκε η υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλεται ως γενική αρχή και προβλέπεται στο άρθρο 101 του δημοσιονομικού κανονισμού και στο άρθρο 149, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού.
57 Από την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 δεν γίνονται αντιληπτοί οι λόγοι που οδήγησαν το Κοινοβούλιο στη λήψη του επιδίκου μέτρου. Η μνεία της «προσκλήσεως» του Προέδρου του Πρωτοδικείου δεν αρκεί για να αιτιολογήσει την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007. Εξάλλου, αντιφάσκει με την υπόλοιπη απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007, εφόσον το Κοινοβούλιο έκρινε ότι η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 «ουδόλως αναγνωρίζει ότι η απόφαση της [14ης] Σεπτεμβρίου 2006, για την ακύρωση της αρχικής αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως και διορισμού νέας επιτροπής αξιολογήσεως, δεν ήταν ορθή ενέργεια».
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
– Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από αναρμοδιότητα του συντάκτη της πράξεως και παράβαση του άρθρου 101 του δημοσιονομικού κανονισμού
58 Θεωρείται ότι το Κοινοβούλιο ήταν αρμόδιο για την έκδοση της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007. Η αντίθετη άποψη της προσφεύγουσας στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 101, πρώτο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού, που έχει ως αντικείμενο, σε περίπτωση παραιτήσεως από τη σύμβαση ή ακυρώσεως της διαδικασίας διαγωνισμού από την αναθέτουσα αρχή, τη διευθέτηση της συγκρούσεως των ιδιωτικών συμφερόντων των προσφερόντων και του αναδόχου, αφενός, και του γενικού συμφέροντος που θεωρείται ότι επιδιώκει η αναθέτουσα αρχή, αφετέρου. Συγκεκριμένα, διακρίνονται δύο φάσεις στο πλαίσιο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
59 Πρώτον, προτού ο επιλεγείς προσφέρων υπογράψει τη σύμβαση, η αναθέτουσα αρχή δεν έχει δεσμευθεί και επομένως μπορεί, στο πλαίσιο της λειτουργίας της που άπτεται του γενικού συμφέροντος, να αποφασίσει ελευθέρως να παραιτηθεί της συμβάσεως ή να ακυρώσει τη διαδικασία διαγωνισμού. Στην υποθετική αυτή περίπτωση, το άρθρο 101 του δημοσιονομικού κανονισμού αποκλείει κάθε δικαίωμα αποζημιώσεως των υποψηφίων ή των προσφερόντων λόγω παραιτήσεως από τη σύμβαση ή ακυρώσεως του διαγωνισμού.
60 Δεύτερον, μετά την υπογραφή της συμβάσεως, η αναθέτουσα αρχή δεσμεύεται συμβατικώς έναντι του επιλεγέντος προσφέροντος. Επομένως, κατ’ αρχήν, δεν μπορεί να παραιτηθεί της συμβάσεως ή να ακυρώσει τη διαδικασία μονομερώς. Διαφορετική περίπτωση μπορεί να υπάρξει μόνο λόγω εξαιρετικών συνθηκών, όπως εν προκειμένω, όπου οι συμβαλλόμενοι αποφάσισαν, με κοινή συμφωνία, να παραιτηθούν της συμβάσεως.
61 Η προτεινόμενη από την προσφεύγουσα αντίθετη ερμηνεία του άρθρου 101, πρώτο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού, ότι η αναθέτουσα αρχή, μετά την υπογραφή της συμβάσεως με τον ανάδοχο, παύει να έχει αρμοδιότητα να ακυρώσει τη διαδικασία κατακυρώσεως της συμβάσεως, ακόμη κι αν ο ανάδοχος παραιτηθεί της συμβατικής του θέσης, σε περίπτωση όπως εν προκειμένω, όπου η αναθέτουσα αρχή διαπίστωσε, μετά την υπογραφή της συμβάσεως, ότι υφίστανται ενδεχομένως παρατυπίες στη διαδικασία αναθέσεως, κινδυνεύει να θέσει τα μέρη της διαδικασίας αυτής σε αδιέξοδο. Αφενός, στην περίπτωση αυτή, η εκτέλεση της συμβάσεως θα τους εξέθετε στον κίνδυνο επιβολής αναστολής εκτελέσεως, η οποία εξάλλου επιβλήθηκε προσωρινώς εν προκειμένω, ή σε ακύρωση της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως, κατόπιν προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου ασκηθείσας από απορριφθέντα προσφέροντα. Αφετέρου, η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να ακυρώσει τη διαδικασία ή να παρατηθεί της συμβάσεως, ακόμη κι αν ο ανάδοχος, όπως εν προκειμένω, ήταν έτοιμος να παραιτηθεί της συμβάσεως. Ωστόσο, το άρθρο 101 του δημοσιονομικού κανονισμού δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντίκειται στην κοινή βούληση των μερών της συμβάσεως να την ακυρώσουν προτού αρχίσει η εκτέλεσή της. Στην περίπτωση αυτή, η αναθέτουσα αρχή έχει επομένως το δικαίωμα ακυρώσεως της διαδικασίας του διαγωνισμού.
62 Συνεπώς, η ratio legis του άρθρου 101 του δημοσιονομικού κανονισμού και η ασφάλεια δικαίου επιβάλλουν, στις εν προκειμένω περιπτώσεις, να θεωρηθεί ότι το Κοινοβούλιο είχε αρμοδιότητα να ακυρώσει τη διαδικασία του διαγωνισμού.
63 Θεωρείται επίσης ότι το Κοινοβούλιο δεν παρέβη το άρθρο 101 του δημοσιονομικού κανονισμού διακρίνοντας δύο ενότητες. Μολονότι οι δύο αυτές ενότητες έχουν ορισμένη αλληλεξάρτηση υπό την έννοια ότι αποτελούν μέρη του ιδίου διαγωνισμού, παρ’ όλ’ αυτά είναι αυτόνομες. Συγκεκριμένα, αφενός, οι δύο ενότητες αφορούν διαφορετικά αντικείμενα, ήτοι την αρχιτεκτονική και τον γραφικό σχεδιασμό (ενότητα 1) και το περιεχόμενο των μεταδόσεων (ενότητα 2), αντιστοίχως. Αφετέρου, η διεξαγωγή της διαδικασίας για την ενότητα 1 ήταν τελείως αυτόνομη σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαδικασίας για την ενότητα 2, καθεμία δε από τις ενότητες αυτές μπορούσε να ανατεθεί σε διαφορετικούς και μη συνδεόμενους μεταξύ τους προσφέροντες.
– Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από τη μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
64 Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 101, δεύτερο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει ότι η απόφαση ακυρώσεως της διαδικασίας κατακυρώσεως της συμβάσεως πρέπει να αιτιολογείται και να γνωστοποιείται στους υποψηφίους ή στους προσφέροντες.
65 Το άρθρο 149, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού προβλέπει ότι οι αναθέτουσες αρχές γνωστοποιούν το ταχύτερο δυνατό στους υποψήφιους και στους προσφέροντες τις αποφάσεις που λαμβάνονται σχετικά με την ανάθεση της σύμβασης, καθώς και τους λόγους για τους οποίους αποφάσισαν να παραιτηθούν της συνάψεως της συμβάσεως.
66 Δυνάμει των διατάξεων αυτών και, γενικότερα, της απορρέουσας από το άρθρο 253 ΕΚ γενικής υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, το Κοινοβούλιο όφειλε να κοινοποιήσει, συγχρόνως με την απόφαση ακυρώσεως του διαγωνισμού, τους λόγους για τους οποίους έλαβε την απόφαση αυτή (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Μαΐου 2007, T‑271/04, Citymo κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II‑1375, σκέψη 100).
67 Κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της επίμαχης πράξεως και από το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή έχει εκδοθεί. Από την αιτιολογία πρέπει να καταφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία η συλλογιστική του οργάνου, κατά τρόπο ώστε, αφενός, να καταστεί δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίσουν τη δικαιολόγηση του ληφθέντος μέτρου ώστε να μπορέσουν να προασπίσουν τα δικαιώματά τους και να ελέγξουν αν η απόφαση είναι βάσιμη και, αφετέρου, να καταστήσουν δυνατή στον κοινοτικό δικαστή την άσκηση του ελέγχου του νομιμότητας (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval et Brink’s France, Συλλογή 1998, σ. I‑1719, σκέψη 63 · απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Ιανουαρίου 2004, T‑109/01, Fleuren Compost κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑127, σκέψη 119, και τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, T‑195/05 R, Deloitte Business Advisory κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑3485, σκέψη 108).
68 Τέλος, όσον αφορά ειδικότερα τη μνεία της νομικής βάσης μιας νόμιμης πράξης, από τη νομολογία προκύπτει ότι η παράλειψη αναφοράς σε ακριβή διάταξη της Συνθήκης δεν συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια, όταν η νομική βάση μιας πράξεως μπορεί να καθοριστεί βάσει άλλων στοιχείων αυτής. Ωστόσο, η ακριβής αναφορά είναι απαραίτητη όταν, σε περίπτωση που ελλείπει, οι ενδιαφερόμενοι και ο κοινοτικός δικαστής παραμένουν στην αβεβαιότητα ως προς την ακριβή νομική βάση (απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Μαρτίου 1987, 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1493, σκέψη 9).
69 Εν προκειμένω, επισημαίνεται, εισαγωγικά, ότι η προσφεύγουσα, στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση T‑71/07 R, έλαβε αντίγραφο των παρατηρήσεων της 31ης Ιανουαρίου 2007 του Κοινοβουλίου επί των πρακτικών της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως των ασφαλιστικών μέτρων της 22ας Ιανουαρίου 2007, συμπεριλαμβανομένου, μεταξύ άλλων, αντιγράφου του σχεδίου της αποφάσεως ακυρώσεως της διαδικασίας, καθώς και αντιγράφου της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007, περί ακυρώσεως της διαδικασίας του διαγωνισμού.
70 Ωστόσο, όπως αναγνωρίζει η προσφεύγουσα, με το δικόγραφο της προσφυγής της στην υπόθεση T‑71/07, το Κοινοβούλιο επισήμανε, με τις από 31 Ιανουαρίου 2007 παρατηρήσεις του, ότι επρόκειτο να θεμελιώσει την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 επί του άρθρου 101 του δημοσιονομικού κανονισμού. Εξάλλου, στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η διάταξη της 21ης Δεκεμβρίου 2006 απαγορεύει στο Κοινοβούλιο να εκτελέσει τη σύμβαση μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως, ότι το Κοινοβούλιο κλήθηκε από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων, να εξετάσει τη δυνατότητα ακυρώσεως της διαδικασίας κατακυρώσεως της συμβάσεως και να κινήσει νέα διαδικασία και ότι το Κοινοβούλιο και η εταιρία Mostra συμφωνούσαν ότι η διάταξη της 21ης Δεκεμβρίου 2006 καθιστούσε αδύνατη την εκτέλεση της συμβάσεως εντός εύλογης προθεσμίας και, συνεπώς, συμφωνούσαν να παραιτηθούν από τη σύμβαση αυτή.
71 Επομένως, από τις περιστάσεις της εκδόσεως της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007 και την αιτιολογία της προκύπτει ότι το Κοινοβούλιο θεώρησε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από την ακύρωση της διαδικασίας του διαγωνισμού, βάσει του άρθρου 101 του δημοσιονομικού κανονισμού, για να αποφύγει τη σημαντική καθυστέρηση που μπορούσε να υποστεί η εκτέλεση του σχεδίου του για το τηλεοπτικό κανάλι. Επομένως, διαπιστώνεται ότι, από την αιτιολογία της από 31 Ιανουαρίου 2007 αποφάσεως του Κοινοβουλίου προκύπτει σαφώς η ακολουθηθείσα συλλογιστική.
72 Μια τέτοια αιτιολογία καθιστά δυνατό στην προσφεύγουσα να προασπίσει τα δικαιώματά της και στο Πρωτοδικείο να ασκήσει τον έλεγχό του.
73 Κατόπιν των ανωτέρω, απορρίπτονται οι δύο λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα και απορρίπτεται η αίτηση ακυρώσεως στην απόφαση T‑71/07 ως προδήλως στερούμενη παντελώς νομικής βάσης.
Επί της αγωγής αποζημιώσεως
Επιχειρήματα της προσφεύγουσας
74 Η προσφεύγουσα προβάλλει την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας υπό την έννοια του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Θεωρεί ότι, για όλους τους προβληθέντες προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως λόγους, είναι πρόδηλον ότι το Κοινοβούλιο διέπραξε διάφορες παρατυπίες στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007. Οι παρατυπίες αυτές, λαμβανόμενες υπόψη μεμονωμένα ή από κοινού, μπορούν να αποτελέσουν κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
75 Πρώτον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημία όσον αφορά τα οφέλη της αποφάσεως της 7ης Αυγούστου 2006, τα οποία στερήθηκε λόγω κινήσεως παράτυπης διαδικασίας από το Κοινοβούλιο, η οποία κατέληξε στην ανάθεση της συμβάσεως σε άλλον προσφέροντα, και λόγω εκδόσεως της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007. Η ζημία αυτή δυσκόλως μπορεί να αποτιμηθεί ποσοτικώς, αλλά συνίσταται σε επικείμενα και προβλέψιμα έξοδα, στα οποία θα υποβληθεί προκειμένου να λάβει μέρος σε νέο διαγωνισμό. Δεύτερον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη ηθική βλάβη. Συγκεκριμένα, η προβληθείσα αρνητική εκτίμηση της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006 προς στήριξη της απορρίψεως της προσφοράς της επαναλήφθηκε με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007, γεγονός που έθιξε τη φήμη της. Η ηθική αυτή βλάβη ανέρχεται περίπου στο 10 % της συνολικής αξίας της συμβάσεως, ποσό που μπορεί να εκτιμηθεί επακριβώς από πραγματογνώμονα που θα ορίσει το Πρωτοδικείο.
76 Το Κοινοβούλιο δεν υπέβαλε υπόμνημα αντικρούσεως στην υπόθεση T‑71/07 και επομένως δεν απάντησε επί των λόγων που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής αποζημιώσεως.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
77 Κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, κατά την έννοια του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, συγκεκριμένα τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτομένης στα όργανα ενέργειας, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προβαλλομένης ενέργειας και της ζημίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1974, 153/73, Holtz & Willemsen κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1974, σ. 347, σκέψη 7, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Φεβρουαρίου 2005, T‑19/01, Chiquita Brands κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑315, σκέψη 76).
78 Δεδομένου ότι οι τρεις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας είναι σωρευτικές, η έλλειψη μιας απ’ αυτές αρκεί για την απόρριψη της αγωγής αποζημιώσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C-257/98 P, Lucassioni κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-5251, σκέψη 14, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Δεκεμβρίου 2001, T‑43/98, Emesa Sugar κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. II‑3519, σκέψη 59).
79 Όσον αφορά την πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές, η προσαπτόμενη στο κοινοτικό όργανο παράνομη συμπεριφορά πρέπει να συνίσταται σε κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου έχοντος ως αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες (απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Ιουλίου 2000, C‑352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑5291, σκέψη 42).
80 Eν προκειμένω, η προσφεύγουσα επικαλείται, κατ’ ουσίαν, τους προβληθέντες προς στήριξη της αιτήσεώς της ακυρώσεως λόγους για να προβάλει παρατυπίες δυνάμενες να συνιστούν κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
81 Ωστόσο, κρίθηκε ανωτέρω ότι η αίτηση ακυρώσεως της προσφεύγουσας στερείται προδήλως κάθε νομικού ερείσματος, ελλείψει παράνομης συμπεριφοράς του Κοινοβουλίου. Εφόσον η αγωγή αποζημιώσεως στην υπόθεση αυτή βασίζεται στα ίδια επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι στερείται επίσης κάθε νομικού ερείσματος, εφόσον δεν συντρέχει κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου με αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες.
82 Κατά συνέπεια, η αγωγή αποζημιώσεως στην υπόθεση T‑71/07 πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως στερουμένη παντελώς νομικής βάσης.
2. Επί της προσφυγής στην υπόθεση T-383/06
Επί της αιτήσεως ακυρώσεως
83 Κατόπιν προσκλήσεως του Πρωτοδικείου, οι διάδικοι, κατά τη δεύτερη φορά καταθέσεως υπομνημάτων στην υπόθεση T‑383/06, απάντησαν επί των συνεπειών που πρέπει να αντληθούν, για την υπόθεση αυτή, από την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 περί ακυρώσεως της διαδικασίας συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
84 Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να συνεπάγεται ότι στερεί αποτελεσμάτων την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, ο διαγωνισμός και οι συναφείς αποφάσεις εξακολουθούν να παράγουν όλα τα αποτελέσματά τους. Επομένως, η προσφυγή ακυρώσεως στην υπόθεση T‑383/06 διατηρεί το αντικείμενό της.
85 Προς στήριξη της απόψεως αυτής, η προσφεύγουσα προβάλλει παρεμφερή, κατ’ ουσίαν, επιχειρήματα με τα προβληθέντα με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως υποστηρίζοντας τα ακυρωτικά της αιτήματα στην υπόθεση T‑71/07 (βλ. σκέψεις 51 έως 55 ανωτέρω).
86 Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας φρονώντας, πρώτον, ότι η ακύρωση του συνόλου της διαδικασίας διαγωνισμού με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 συνεπάγεται ipso facto την ανάκληση της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006 και, δεύτερον, ότι ήταν αρμόδιο για τη λήψη της αποφάσεως αυτής.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
87 Υπενθυμίζεται ότι τα ακυρωτικά αιτήματα της προσφεύγουσας έχουν αντικείμενο την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006, η οποία ακυρώθηκε με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007. Ωστόσο, η νομιμότητα της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007 περί ακυρώσεως της διαδικασίας του διαγωνισμού αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως στην υπόθεση T‑71/07, που απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη με τη σκέψη 73 ανωτέρω.
88 Συνεπώς, η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι η ακύρωση της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006 με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2007 δημιούργησε το αποτέλεσμα το οποίο σκοπούσε να επιτύχει η προσφεύγουσα με την αίτηση ακυρώσεως στην υπόθεση Τ-383/06, δηλαδή την εξαφάνιση της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006 (βλ., συναφώς, διάταξη του Πρωτοδικείου της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, T‑26/97, Antillean Rice MillsΚατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑1347, σκέψη 15).
89 Επομένως, η αίτηση ακυρώσεως στην υπόθεση T‑383/06 κατέστη άνευ αντικειμένου και, κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, παρέλκει η απόφανση επί της αιτήσεως αυτής.
Επί της αγωγής αποζημιώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
90 Η προσφεύγουσα προβάλλει την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας υπό την έννοια του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Θεωρεί ότι, για όλους τους προβληθέντες προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως λόγους, είναι πρόδηλον ότι το Κοινοβούλιο διέπραξε διάφορες παρατυπίες στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006.
91 Η προσφεύγουσα, στο πλαίσιο της αιτήσεως ακυρώσεως στην υπόθεση T‑383/06, αφενός, επικαλείται την πρόδηλη παρατυπία της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως της 1ης Δεκεμβρίου 2006, λόγω αναρμοδιότητας του Κοινοβουλίου, την παράβαση του άρθρου 101 του δημοσιονομικού κανονισμού και την παράβαση του άρθρου 149 του εκτελεστικού κανονισμού. Αφετέρου, η προσφεύγουσα προβάλλει τη μη τήρηση των θεσπισθέντων με τον διαγωνισμό κριτηρίων, την προσβολή των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και διαφάνειας και τη μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
92 Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, οι παρατυπίες αυτές, ανεξαρτήτως του αν θα εξετασθούν μεμονωμένα ή, εν πάση περιπτώσει, από κοινού, μπορούν να αποτελέσουν κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
93 Η ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα δυσκόλως μπορεί να αποτιμηθεί ποσοτικώς. Αποτελείται, πρώτον, από τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για τη συμμετοχή της στον διαγωνισμό, ύψους 58 700 ευρώ, και, δεύτερον, από επικείμενη και προβλέψιμη ηθική βλάβη, αφορώσα τη βλάβη που μπορεί να υποστεί η φήμη της προσφεύγουσας. Η ηθική αυτή βλάβη ανέρχεται περίπου στο 10 % της συνολικής αξίας της συμβάσεως, ποσό που μπορεί να εκτιμηθεί επακριβώς από πραγματογνώμονα που θα ορίσει το Πρωτοδικείο.
94 Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι η προσφεύγουσα αβασίμως ζητεί αποζημίωση καλύπτουσα τα έξοδα συμμετοχής της στον διαγωνισμό, εφόσον, αφενός, το άρθρο 4 της συγγραφής των γενικών υποχρεώσεων που έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις που συνάπτει το Κοινοβούλιο αποκλείει ρητώς τη δυνατότητα αυτή και, αφετέρου, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο βάσει του οποίου μπορεί να υπάρξει παρέκκλιση της νομολογιακής αρχής ότι τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ένας προσφέρων για τη συμμετοχή του σε διαγωνισμό δεν συνιστούν ζημία δυνάμενη να αποκατασταθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεως.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
95 Διαπιστώνεται, πρώτον ότι, όσον αφορά την προβαλλομένη ζημία από τα έξοδα συμμετοχής στην ακυρωθείσα διαδικασία κατακυρώσεως της συμβάσεως, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προσαπτομένης στο Κοινοβούλιο συμπεριφοράς, δηλαδή των προβαλλομένων παρατυπιών που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας κατακυρώσεως της επίμαχης συμβάσεως, αφενός, και της ζημίας λόγω των εξόδων συμμετοχής στη διαδικασία αυτή, αφετέρου. Συγκεκριμένα, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η διαδικασία που κατέληξε στις αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου και της 1ης Δεκεμβρίου 2006, καθώς και οι αποφάσεις αυτές πάσχουν παρανομία, οπότε η προσφεύγουσα εξακολουθεί να απολαύει των αποτελεσμάτων της αποφάσεως της 7ης Αυγούστου 2006 με την οποία της ανατέθηκε αρχικώς η σύμβαση, η απόφαση αυτή δεν της παρείχε κανένα δικαίωμα συνάψεως της συμβάσεως. Αντιθέτως, η απόφαση της 7ης Αυγούστου 2006 διευκρίνιζε ρητώς, σύμφωνα με το άρθρο 149, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού, ότι δεν συνεπάγεται καμία υποχρέωση του Κοινοβουλίου και το Κοινοβούλιο, ως συμβαλλομένη αρχή, είχε τη δυνατότητα, μέχρι την υπογραφή της συμβάσεως, να ακυρώσει τη διαδικασία του διαγωνισμού χωρίς η προσφεύγουσα να έχει κανένα δικαίωμα αποζημιώσεως. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή υλοποιήθηκε εν προκειμένω, με τη μορφή της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 2007. Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν υφίσταται καμία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προσαπτομένης στο Κοινοβούλιο συμπεριφοράς και της προβαλλομένης από την προσφεύγουσα ζημίας.
96 Δεύτερον, δεν αποδείχθηκε ούτε η προβαλλομένη από την προσφεύγουσα ηθική βλάβη. Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η απόρριψη της προσφοράς της αιτιολογήθηκε, με την από 1 Δεκεμβρίου 2006 απόφαση, με μια πολύ αρνητική εκτίμηση, δυνάμενη να κοινολογηθεί ταχύτατα στους ενδιαφερόμενους κύκλους και επομένως να θιγεί σοβαρά η φήμη της.
97 Eν τούτοις, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα δεν διευκρινίζει ποιες είναι οι αρνητικές εκτιμήσεις που θίγουν τη φήμη της. Με την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006 περί απορρίψεως της προσφοράς της προσφεύγουσας, το Κοινοβούλιο εξηγεί ότι η προσφεύγουσα δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλογής, λαμβανομένων υπόψη των τεχνικών και οικονομικών της δυνατοτήτων. Είναι προφανές ότι οι εξηγήσεις αυτές συνεπάγονται κατ’ ανάγκη αρνητικές εκτιμήσεις, είτε ως προς τα χαρακτηριστικά της προσφοράς, είτε ως προς τα χαρακτηριστικά του προσφέροντος. Ωστόσο, κατ’ αρχήν, δεν σημαίνει ότι οι αρνητικές αυτές εκτιμήσεις θίγουν τη φήμη του εν λόγω προσφέροντος, υπό την προϋπόθεση ότι δεν διατυπώνονται επιθετικά και συνάδουν προς τα πραγματικά περιστατικά.
98 Συγκεκριμένα, απόκειται στο Κοινοβούλιο, για τους σκοπούς της ληφθησομένης αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως και ιδίως για την αιτιολόγησή της, να εξακριβώσει αν οι υποβληθείσες προσφορές πληρούν τα κριτήρια επιλογής. Συναφώς, ουδεμία μομφή μπορεί να προσαφθεί στην απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006, με την οποία το Κοινοβούλιο εξήγησε, προσηκόντως, ότι το διευθυντικό προσωπικό, η εμπειρία, ο κύκλος εργασιών καθώς και τα αποτελέσματα εκμεταλλεύσεως των προσφάτων οικονομικών χρήσεων της προσφεύγουσας θεωρούνταν πολύ χαμηλά για να της αναθέσει το Κοινοβούλιο σχέδιο τέτοιας σημασίας όπως η επίδικη σύμβαση. Στο πλαίσιο απορρίψεως προσφοράς, τέτοιου είδους στοιχεία δεν δύνανται καθεαυτά να θίξουν τη φήμη της προσφεύγουσας.
99 Κατόπιν των ανωτέρω, η αγωγή αποζημιώσεως της προσφεύγουσας στην υπόθεση T‑383/06 πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως στερούμενη παντελώς νομικής βάσης.
Επί των δικαστικών εξόδων
100 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
101 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης, το Πρωτοδικείο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
102 Η απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2006, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής στην υπόθεση T-383/06, ακυρώθηκε μετά την άσκηση της προσφυγής, με απόφαση ληφθείσα από το Κοινοβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον τομέα των διαγωνισμών. Ωστόσο, δεν αποκλείεται ότι, υπό το πρίσμα του φακέλου των υπό κρίση υποθέσεων και των αντίστοιχων υποθέσεων λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, το Κοινοβούλιο, λόγω της συμπεριφοράς του στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθέσεως της συμβάσεως, να προκάλεσε την άσκηση προσφυγής στην υπόθεση Τ-383/86 καθώς και την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση T‑383/06 R. Υπό τις συνθήκες αυτές, αποφασίζεται ότι η προσφεύγουσα φέρει το ήμισυ των δικαστικών της εξόδων στις υποθέσεις T‑383/06 και T‑383/06 R, ενώ το Κοινοβούλιο φέρει, πέραν των δικαστικών του εξόδων, το ήμισυ των δικαστικών εξόδων της προσφεύγουσας.
103 Στην υπόθεση T‑71/07, επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, λαμβανομένων υπόψη των αιτημάτων του Κοινοβουλίου, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων σχετικά με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση T‑71/07 R και την ένσταση απαραδέκτου.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Οι υποθέσεις T‑383/06 και T‑71/07 συνεκδικάζονται προς διευκόλυνση της εκδόσεως διατάξεως.
2) Στην υπόθεση T‑71/07, η ένσταση απαραδέκτου θα εξεταστεί με την ουσία της υποθέσεως.
3) Απορρίπτει την προσφυγή στην υπόθεση T‑71/07 ως προδήλως στερούμενη παντελώς νομικής βάσης.
4) Καταργείται η δίκη επί της αιτήσεως ακυρώσεως στην υπόθεση T‑383/06.
5) Απορρίπτει την αγωγή αποζημιώσεως στην υπόθεση T‑383/06 ως προδήλως στερούμενη παντελώς νομικής βάσης.
6) Στην υπόθεση T‑383/06, το Κοινοβούλιο φέρει τα δικαστικά του έξοδα καθώς και το ήμισυ των δικαστικών εξόδων της Icuna.Com SCRL, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Η Icuna.Com φέρει το ήμισυ των δικαστικών της εξόδων.
7) Στην υπόθεση T‑71/07, η Icuna.Com φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Κοινοβούλιο, περιλαμβανομένων των σχετικών με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων και την ένσταση απαραδέκτου δικαστικών εξόδων.
Λουξεμβούργο, 14 Μαΐου 2008.
Ο Γραμματέας
Η Πρόεδρος
E. Coulon
I. Pelikánová
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy