ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τμήμα αναιρέσεων)
της 9ης Ιουλίου 2007
Υπόθεση T-415/06 P
Elisabeth De Smedt
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Συμβασιούχοι υπάλληλοι – Πρώην επικουρική υπάλληλος – Αίτηση αναθεωρήσεως της κατατάξεως που καθορίστηκε κατά την πρόσληψη – Αίτηση αναιρέσεως προδήλως αβάσιμη»
Αντικείμενο: Αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα) της 19ης Οκτωβρίου 2006, F-59/05, De Smedt κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή), με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως αυτής.
Απόφαση: Η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται. Η E. De Smedt καταδικάζεται εκτός από τα δικά της έξοδα και στα έξοδα της Επιτροπής. Το Συμβούλιο, που παρενέβη προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής, φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού – Δυνατότητα εφαρμογής του τίτλου IV, για τους συμβασιούχους υπαλλήλους, μη εξαρτώμενη από την προηγουμένη υιοθέτηση της περιγραφής των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που αντιστοιχούν σε κάθε τύπο καθηκόντων των διαφόρων ομάδων καθηκόντων του προσωπικού αυτού
(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρο 80 §§ 2 και 3, και τίτλος IV· κανονισμός 723/2004 του Συμβουλίου)
2. Υπάλληλοι – Ίση μεταχείριση
3. Υπάλληλοι – ΚΥΚ – Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού – Κατ’ αναλογία εφαρμογή μιας διάταξης του ΚΥΚ ή του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού – Αποκλείεται
(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, τίτλος IV· κανονισμός 723/2004 του Συμβουλίου)
1. Καμιά διάταξη του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού ή του κανονισμού 723/2004 για την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ) καθώς και του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού (στο εξής: ΚΛΠ) δεν εξαρτά τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων περί προσλήψεως συμβασιούχου υπαλλήλου από την υιοθέτηση της περιγραφής των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που προβλέπει το άρθρο 80, παράγραφος 3, του ΚΛΠ. Συγκεκριμένα, όπως ρητά ορίζεται, η Διοίκηση δεν μπορεί να καθορίσει την περιγραφή των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων κατά την έννοια του άρθρου αυτού παρά μόνο βάσει του πίνακα της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου που περιέχει μεταξύ άλλων τον ορισμό των καθηκόντων που καλούνται να εκτελέσουν οι συμβασιούχοι υπάλληλοι ορισμός ο οποίος είναι αρκούντως ακριβής ώστε να εφαρμόζεται απευθείας. Η περιγραφή αυτή δεν πρέπει να εξέρχεται των ορίων που καθορίζει ο πίνακας της παραγράφου 2 και κατά συνέπεια είναι υποδεέστερη αυτού κατά την τάξη. Το γεγονός ότι η Διοίκηση δεν έχει ακόμα υιοθετήσει την περιγραφή των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων δεν επηρεάζει τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 80, παράγραφος 2, του ΚΛΠ. Εξάλλου, ακόμα και όταν υιοθετηθεί, η περιγραφή αυτή δεν μπορεί νομίμως να παρεκκλίνει από τον πίνακα, προβλέποντας για τον ενδιαφερόμενο ρύθμιση ευνοϊκότερη αυτής που προκύπτει από τον πίνακα.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω περιγραφή των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων δεν μπορεί παρά να έχει ως αντικείμενο, ως καθαρά εσωτερική πράξη, τη διευκόλυνση στο διοικητικό επίπεδο της κατατάξεως των συμβασιούχων υπαλλήλων επεξηγώντας, όσον το δυνατόν αναλυτικότερα, τα διάφορα καθήκοντα που αυτή καλούνται να ασκήσουν.
(βλ. σκέψεις 40 έως 42)
2. Οι διαφορές ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση μεταξύ των συμβασιούχων υπαλλήλων αφενός και των μονίμων ή εκτάκτων υπαλλήλων αφετέρου δεν μπορούν να αμφισβητηθούν δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Συγκεκριμένα αυτές οι αντικειμενικές νομικές διαφορές στο επίπεδο των υπηρεσιακών εγγυήσεων, της κατάταξης, της αμοιβής και των κοινωνικών πλεονεκτημάτων έχουν ουσιώδη χαρακτήρα και η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν έχει εφαρμογή.
Εξάλλου, δεν μπορούν να αμφισβητηθούν οι διαφορές ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών προσώπων που απασχολούν οι κοινότητες στο μέτρο που ορισμένες από τις κατηγορίες αυτές είναι δυνατόν να απολαύουν πλεονεκτημάτων που δεν χορηγούνται σε άλλες. Πράγματι, ο καθορισμός εκάστης των κατηγοριών υπαλλήλων αντιστοιχεί σε βάσιμες ανάγκες της κοινοτικής διοίκησης και στη φύση των καθηκόντων που περιλαμβάνει η αποστολή της.
(βλ. σκέψεις 54 και 55)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 6 Οκτωβρίου 1983, 118/82 έως 123/82, Celant κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2995, σκέψη 22· ΔΕΚ, 19 Απριλίου 1988, 37/87, Sperber κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1988, σ. 1943, σκέψεις 8 και 9· ΔΕΚ, 11 Ιανουαρίου 2001, C‑389/98 P, Gevaert κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑65, σκέψη 54· ΠΕΚ, 15 Μαρτίου 1994, T‑100/92, La Pietra κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑83 και II‑275, σκέψη 55· ΠΕΚ, 16 Απριλίου 1997, T‑66/95, Kuchlenz-Winter κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ II‑637, σκέψη 55· ΠΕΚ, 21 Ιουλίου 1998, T‑66/96 και T‑221/97, Mellett κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑449 και II‑1305, σκέψη 129
3. Οι διατάξεις του ΚΥΚ που έχουν ως μόνο σκοπό τη ρύθμιση των εννόμων σχέσεων μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των υπαλλήλων θεσπίζοντας αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, περιλαμβάνουν συγκεκριμένη ορολογία ή κατ’ αναλογία επέκταση της οποίας σε περιπτώσεις μη ρητά προβλεπόμενες αποκλείεται. Αυτό ισχύει ιδίως για τις διατάξεις του ΚΛΠ.
Όσον αφορά τον τίτλο IV του ΚΛΠ, για τη νέα κατηγορία συμβασιούχων υπαλλήλων, τίποτα δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι ενέχει κενό όσον αφορά την κατάταξη και την αμοιβή των ενδιαφερομένων, το οποίο μπορεί να πληρωθεί με αναφορά στο καθεστώς που διέπει τους μονίμους υπαλλήλους ή αυτό που διέπει τους εκτάκτους υπαλλήλους. Αντιθέτως το Συμβούλιο, δημιουργώντας αυτή τη νέα κατηγορία, έκανε χρήση της ελευθερίας που έχει να επιφέρει ανά πάσα στιγμή στους κανόνες του ΚΥΚ και του ΚΛΠ τις τροποποιήσεις που θεωρεί ότι ανταποκρίνονται στο συμφέρον της υπηρεσίας και να θεσπίζει για το μέλλον διατάξεις ευνοϊκότερες για τους υπαλλήλους αυτούς.
(βλ. σκέψεις 57 και 58)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 16 Μαρτίου 1971, 48/70, Bernardi κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 713, σκέψεις 11 και 12· ΔΕΚ, 20 Ιουνίου 1985, 123/84, Klein κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 1907, σκέψη 23· ΠΕΚ, 30 Σεπτεμβρίου 1998, T‑121/97, Ryan κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1998, σ. II‑3885, σκέψεις 98 και 104· ΠΕΚ, 19 Ιουλίου 1999, T‑74/98, Mammarella κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑151 και II‑797, σκέψη 38
Full & Egal Universal Law Academy