ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 17ης Ιουλίου 2008 1(1)
Υπόθεση C‑1/07
Staatsanwaltschaft Siegen
κατά
Frank Weber
[αίτηση του Landgericht Siegen (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 91/439/ΕΟΚ – Άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4 – Άδεια οδηγήσεως – Αμοιβαία αναγνώριση της άδειας οδηγήσεως – Παράνομη συμπεριφορά του κατόχου πριν από τη χορήγηση δεύτερης άδειας οδηγήσεως – Διαδικασία για την εξακρίβωση της ικανότητας – Αφαίρεση της άδειας οδηγήσεως – Βελτίωση της ασφάλειας της οδικής κυκλοφορίας»
1. Στην παρούσα υπόθεση, ζητείται να διευκρινιστεί από το Δικαστήριο το περιεχόμενο του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ (2), το οποίο παρέχει σε ένα κράτος μέλος τη δυνατότητα να μην αναγνωρίσει μια άδεια οδηγήσεως που χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος, όταν ο κάτοχός της είναι, στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, το αντικείμενο ενός μέτρου περιορισμού, αναστολής, αφαιρέσεως ή ακυρώσεως του δικαιώματος οδηγήσεως.
2. Η ιδιαιτερότητα της υποθέσεως αυτής οφείλεται στο ότι χορηγήθηκε άδεια σε ένα πρόσωπο μολονότι το πρόσωπο αυτό ήταν το αντικείμενο διαδικασίας για την εξακρίβωση της ικανότητας οδηγήσεως κατόπιν μιας οδικής παραβάσεως που διέπραξε πριν από τη χορήγηση της άδειας αυτής.
3. Κατά συνέπεια, το παραπέμπον δικαστήριο διερωτάται αν, υπό τις συνθήκες αυτές, ένα κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ελήφθη το μέτρο αφαιρέσεως δύναται να μην αναγνωρίσει την ισχύ της άδειας που χορηγήθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο.
4. Εν προκειμένω, θα προτείνω στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα να μην αναγνωρίσει την ισχύ μιας άδειας οδηγήσεως που χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος, όταν η άδεια αυτή χορηγήθηκε μολονότι, κατόπιν μιας οδικής παραβάσεως που διαπράχθηκε προηγουμένως στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία για την εξακρίβωση της ικανότητας του κατόχου της άδειας αυτής να οδηγεί.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
5. Έχοντας ως σκοπό να διευκολύνει την κυκλοφορία των προσώπων στο εσωτερικό της Κοινότητας ή την εγκατάστασή τους σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο εντός του οποίου έλαβαν την άδειά τους οδηγήσεως, η οδηγία 91/439 εισήγαγε την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως (3).
6. Ο καθορισμός, με την οδηγία αυτή, ελάχιστων προϋποθέσεων υπό τις οποίες δύναται να χορηγηθεί άδεια οδηγήσεως έχει ως σκοπό και να βελτιωθεί η οδική ασφάλεια στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (4).
7. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«Η χορήγηση της αδείας οδήγησης προϋποθέτει επίσης:
επιτυχία σε δοκιμασία ελέγχου της ικανότητας και της συμπεριφοράς και σε δοκιμασία ελέγχου των γνώσεων, καθώς και πλήρωση των απαιτήσεων υγείας σύμφωνα με τις διατάξεις των παραρτημάτων II και III.»
8. Ειδικότερα, η οδηγία 91/439 ορίζει ότι άδεια οδηγήσεως δεν πρέπει να χορηγηθεί ούτε να ανανεωθεί σε υποψήφιο ή οδηγό που βρίσκεται σε κατάσταση εξαρτήσεως από οινόπνευμα ή από ουσίες με ψυχοτρόπο δράση.
9. Συγκεκριμένα, το σημείο 14.1 του παραρτήματος III της οδηγίας αυτής ορίζει:
«Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που τελούν σε κατάσταση εξάρτησης από το οινόπνευμα, ή που δεν μπορούν να αποσυνδέσουν την οδήγηση από την κατανάλωση οινοπνεύματος.»
10. Το σημείο 15 του ίδιου παραρτήματος ορίζει:
«Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που τελούν σε κατάσταση εξάρτησης από ουσίες με ψυχοτρόπο δράση ή που, χωρίς να είναι εξαρτημένοι, καταναλώνουν τακτικά τις ουσίες αυτές, ανεξάρτητα από την κατηγορία της ζητούμενης άδειας.»
11. Το άρθρο 7, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι κάθε πρόσωπο δύναται να έχει μόνο μία άδεια οδηγήσεως.
12. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 διευκρινίζει ότι το κράτος μέλος της συνήθους διαμονής δύναται να εφαρμόσει επί του κατόχου άδειας οδηγήσεως η οποία χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος τις διατάξεις της ημεδαπής σχετικά με τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδηγήσεως.
13. Το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«Ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει σε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται, στο έδαφός του, ένα από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, την ισχύ άδειας οδήγησης που έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος.
Επίσης, ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να χορηγήσει άδεια οδήγησης σε υποψήφιο ο οποίος αποτελεί το αντικείμενο ενός τέτοιου μέτρου σε άλλο κράτος μέλος.»
Β – Το εθνικό δίκαιο
14. Ο κανονισμός για την πρόσβαση των ιδιωτών στην οδική κυκλοφορία (Verordnung über die Zulassung von Personen zum Straβenverkehr, στο εξής: FeV) ορίζει, στο άρθρο του 28, παράγραφος 1, ότι στα πρόσωπα που κατέχουν άδεια οδηγήσεως χορηγηθείσα από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως επιτρέπεται να οδηγούν στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
15. Ωστόσο, κατά το άρθρο 28, παράγραφος 4, σημείο 3, του FeV, τούτο δεν ισχύει για τα πρόσωπα των οποίων η άδεια οδηγήσεως αφαιρέθηκε, στο γερμανικό έδαφος, προσωρινά ή οριστικά με δικαστική απόφαση ή αφαιρέθηκε με αμέσως εκτελεστή ή αμετάκλητη απόφαση διοικητικής αρχής.
16. Βάσει του άρθρου 46 του FeV, αν αποδειχθεί ότι ο κάτοχος άδειας οδηγήσεως δεν έχει την ικανότητα οδηγήσεως, η αρμόδια αρχή για τη χορήγηση της άδειας οφείλει να την αφαιρέσει από αυτόν, και τούτο, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση σοβαρών ή επανειλημμένων παραβάσεων των διατάξεων περί οδικής κυκλοφορίας ή των ποινικών διατάξεων.
17. Επιπλέον, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του Straβenverkehrsgesetz (νόμου περί οδικής κυκλοφορίας) ορίζει ότι, «[α]ν κάποιος δεν έχει την ικανότητα οδηγήσεως, η αρμόδια αρχή για τη χορήγηση της άδειας οδηγήσεως οφείλει να την αφαιρέσει από αυτόν. Όταν πρόκειται για αλλοδαπή άδεια οδηγήσεως, η αφαίρεση –ακόμη και αν γίνει βάσει άλλων διατάξεων– ισοδυναμεί με έκπτωση από το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως της άδειας οδηγήσεως στη Γερμανία […]».
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
18. Ο F. Weber, κάτοικος Γερμανίας, υποβλήθηκε σε οδικό έλεγχο στις 18 Σεπτεμβρίου 2004. Κατά τον έλεγχο αυτόν, διαπιστώθηκε ότι τελούσε υπό την επήρεια καννάβεως και αμφεταμινών. Κατόπιν της παραβάσεως αυτής, με διοικητική απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2004, η οποία έγινε αμετάκλητη στις 4 Δεκεμβρίου 2004, το Kreis Siegen-Wittgenstein του επέβαλε πρόστιμο και αποφάσισε να ανασταλεί η άδειά του οδηγήσεως επί ένα μήνα.
19. Στις 18 Νοεμβρίου 2004, οι τσεχικές αρχές χορήγησαν άδεια οδηγήσεως στον F. Weber, ο οποίος στις 16 Νοεμβρίου 2004 είχε πετύχει στις εξετάσεις οδηγήσεως.
20. Λόγω της παραβάσεως που διαπράχθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2004, το Ordnungsamt του Kreis Siegen‑Wittgenstein κίνησε διαδικασία για να εξακριβωθεί η ικανότητα οδηγήσεως που έχει ο F. Weber. Ο τελευταίος ειδοποιήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2005 για την κίνηση της διαδικασίας αυτής και τον Φεβρουάριο του 2005 κατέθεσε τη γερμανική άδειά του οδηγήσεως στις αρμόδιες διοικητικές αρχές.
21. Με απόφαση της 17ης Μαρτίου 2005, η οποία έγινε αμετάκλητη στις 6 Απριλίου 2005, το Ordnungsamt του Kreis Siegen-Wittgenstein αποφάσισε να αφαιρεθεί η γερμανική άδεια οδηγήσεως του F. Weber.
22. Το παραπέμπον δικαστήριο διευκρινίζει και ότι ο τελευταίος δεν τήρησε εμπροθέσμως την επιβληθείσα σε αυτόν υποχρέωση να γίνει το αντικείμενο ιατροψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να αποδείξει την ικανότητά του οδηγήσεως και ότι οι γερμανικές διοικητικές αρχές αγνοούσαν ότι κατέχει τσεχική άδεια οδηγήσεως.
23. Στις 6 Ιανουαρίου 2006, ενώ κυκλοφορούσε στο οδικό δίκτυο της Γερμανίας, ο F. Weber έγινε το αντικείμενο ελέγχου από την αστυνομία, ενώπιον της οποίας επικαλέστηκε την τσεχική άδεια οδηγήσεως.
24. Κατόπιν του ελέγχου αυτού, το Amtsgericht Siegen, με απόφαση της 22ας Αυγούστου 2006, καταδίκασε τον F. Weber για αμελή οδήγηση χωρίς άδεια οδηγήσεως. Ο τελευταίος άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση ενώπιον του Landgericht Siegen (Γερμανία).
III – Το προδικαστικό ερώτημα
25. Στο πλαίσιο αυτό, το Landgericht Siegen αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Πρέπει η οδηγία [91/439] –άρθρο 1, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4– να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύεται σε ένα κράτος μέλος να μην αναγνωρίσει στο έδαφός του το δικαίωμα οδηγήσεως που ασκείται σύμφωνα με άδεια οδηγήσεως χορηγηθείσα από άλλο κράτος μέλος και επομένως να στερήσει της ισχύος της την άδεια αυτή για τον λόγο ότι στο πρώτο κράτος μέλος αφαιρέθηκε η άδεια οδηγήσεως του κατόχου της μετά τη χορήγηση σε αυτόν σε άλλο κράτος μέλος της λεγόμενης “δεύτερης” άδειας οδηγήσεως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αν η αφαίρεση της άδειας οδηγήσεως στηρίζεται σε παράνομη συμπεριφορά προγενέστερη της χορηγήσεως της άδειας οδηγήσεως από το άλλο κράτος μέλος;»
IV – Ανάλυση
26. Με το ερώτημα του, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα να μην αναγνωρίσει την ισχύ μιας άδειας οδηγήσεως που χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος, όταν η άδεια αυτή χορηγήθηκε μολονότι, κατόπιν μιας οδικής παραβάσεως που διαπράχθηκε προηγουμένως στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία για την εξακρίβωση της ικανότητας του κατόχου της άδειας αυτής να οδηγεί.
27. Θα υπενθυμίσω ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο κάτοχος γερμανικής άδειας οδηγήσεως διέπραξε μια οδική παράβαση στο γερμανικό έδαφος. Περίπου ένα μήνα μετά την παράβαση, το πρόσωπο αυτό έλαβε τσεχική άδεια οδηγήσεως, μολονότι, κατόπιν της παραβάσεως αυτής, ήταν εκκρεμής διαδικασία για την εξακρίβωση της ικανότητάς του οδηγήσεως και η διαδικασία αυτή κατέληξε στην αφαίρεση της γερμανικής άδειας.
28. Κατά συνέπεια, το ζήτημα είναι αν οι γερμανικές αρχές οφείλουν να αναγνωρίσουν τη δεύτερη άδεια που ελήφθη ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η εν λόγω διαδικασία.
29. Η παρούσα υπόθεση δίνει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει τη νομολογία που έχουν διαμορφώσει η απόφαση της 29ης Απριλίου 2004 στην υπόθεση Kapper (5) και οι διατάξεις της 6ης Απριλίου 2006 στην υπόθεση Halbritter (6) και της 28ης Σεπτεμβρίου 2006 στην υπόθεση Kremer (7).
30. Στην προαναφερθείσα υπόθεση Kapper, το Δικαστήριο, το οποίο είχε ήδη κρίνει ότι η υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως ισχύει χωρίς καμία διατύπωση και δεν αφήνει στα κράτη μέλη κανένα περιθώριο όσον αφορά τα μέτρα για τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση αυτή (8), έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.
31. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το κράτος μέλος υποδοχής δεν έχει δικαίωμα να εξακριβώσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε εντός άλλου κράτους μέλους άδεια οδηγήσεως. Κατά συνέπεια, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να αναγνωρίσει την ισχύ της άδειας οδηγήσεως που χορηγήθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο (9).
32. Ωστόσο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι υπάρχει μία εξαίρεση από αυτή την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως, εξαίρεση που απορρέει από το ίδιο το κείμενο της οδηγίας 91/439. Συγκεκριμένα, το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι ένα κράτος μέλος δύναται να μην αναγνωρίσει την ισχύ οποιασδήποτε άδειας οδηγήσεως που ελήφθη σε άλλο κράτος μέλος όταν ο κάτοχός της είναι στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους το αντικείμενο ενός μέτρου περιορισμού, αναστολής, αφαιρέσεως ή ακυρώσεως του δικαιώματος οδηγήσεως.
33. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει τη διάταξη αυτή στις προαναφερθείσες υποθέσεις Kapper, Halbritter και Kremer.
34. Πρώτα απ’ όλα, σημείωσε ότι, εφόσον η εν λόγω διάταξη εισάγει παρέκκλιση από την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, πρέπει να γίνεται το αντικείμενο στενής ερμηνείας (10). Επίσης, διευκρίνισε ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες μια άδεια οδηγήσεως δύναται κατά το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 να μην αναγνωριστεί δεν περιορίζονται στην περίπτωση που ο κάτοχος της άδειας αυτής ζητεί την αντικατάστασή της. Η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό και να δώσει σε ένα κράτος μέλος τη δυνατότητα να εφαρμόσει στο έδαφός του τις διατάξεις της ημεδαπής για την αφαίρεση, την αναστολή ή την ακύρωση της άδειας οδηγήσεως όταν ο κάτοχος της άδειας αυτής έχει π.χ. διαπράξει μια παράβαση (11).
35. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί την εν λόγω διάταξη για να αρνείται επ’ αόριστον να αναγνωρίσει την ισχύ μιας άδειας που χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος, όταν ο κάτοχος της άδειας αυτής έγινε στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους το αντικείμενο ενός περιοριστικού μέτρου. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, όταν στο κράτος μέλος υποδοχής έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα της απαγορεύσεως του να ζητηθεί νέα άδεια, το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 δεν επιτρέπει να συνεχίσει αυτό το κράτος μέλος να μην αναγνωρίζει την ισχύ οποιασδήποτε άδειας οδηγήσεως που μετά χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος (12).
36. Η ερμηνεία αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν το μέτρο αφαιρέσεως της άδειας οδηγήσεως δεν συνοδεύεται με καμία περίοδο απαγορεύσεως του να ζητηθεί νέα άδεια (13). Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να αναγνωρίσει την άδεια οδηγήσεως που χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος μετά το μέτρο αφαιρέσεως. Η δυνατότητα του κράτους μέλους υποδοχής να εφαρμόσει το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 δύναται να ασκηθεί μόνο λόγω παράνομης συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου μετά τη λήψη της νέας άδειας οδηγήσεως (14).
37. Στις προαναφερθείσες υποθέσεις Kapper, Halbritter και Kremer, οι κάτοχοι των αδειών οδηγήσεως, των οποίων η αναγνώριση ήταν επίμαχη, είχαν λάβει την άδειά τους μετά το μέτρο αφαιρέσεως ή μετά τη λήξη της περιόδου απαγορεύσεως του να ζητηθεί νέα άδεια. Είχαν εφαρμοστεί μέτρα ελέγχου, η παράβαση είχε τιμωρηθεί, οπότε είχαν λάβει τέλος τα αποτελέσματα του περιοριστικού μέτρου.
38. Ωστόσο, τα πράγματα είναι διαφορετικά στην παρούσα υπόθεση, καθόσον, στην περίπτωση του F. Weber, πρόκειται για πρόσωπο το οποίο διέπραξε οδική παράβαση στη Γερμανία και το οποίο έλαβε στην Τσεχία νέα άδεια οδηγήσεως, μολονότι, κατόπιν της παραβάσεως αυτής, και επί του γερμανικού εδάφους, είχε γίνει το αντικείμενο διαδικασίας για τη διαπίστωση της ικανότητάς του να οδηγεί. Σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες υποθέσεις, στην παρούσα υπόθεση το χρονικό σημείο χορηγήσεως της νέας άδειας είναι μεταγενέστερο της παράνομης συμπεριφοράς και προγενέστερο της αφαιρέσεως που διατάχθηκε κατόπιν της συμπεριφοράς αυτής.
39. Κατά συνέπεια, δεν είχαν ακόμη ληφθεί τα μέτρα που εξασφαλίζουν ότι ένα επικίνδυνο πρόσωπο δεν μπορεί να κυκλοφορεί στο οδικό δίκτυο και, εν πάση περιπτώσει, τα μέτρα αυτά δεν είχαν εξαντλήσει τα αποτελέσματά τους.
40. Θα υπενθυμίσω εν προκειμένω ότι από τα σημεία 14.1 και 15 του παραρτήματος III της οδηγίας 91/439 προκύπτει ότι απαγορεύεται η χορήγηση ή η ανανέωση άδειας οδηγήσεως σε πρόσωπο που βρίσκεται υπό την εξάρτηση οινοπνεύματος ή ναρκωτικών ή που χωρίς να είναι εξαρτημένο κάνει τακτικά χρήση ή κατάχρηση των ουσιών αυτών.
41. Κατ’ εμέ, η διαδικασία που προβλέπεται από το γερμανικό δίκαιο κατ’ εφαρμογήν των σημείων 14.1 και 15 του παραρτήματος III της εν λόγω οδηγίας και που ακολουθεί τη διάπραξη παραβάσεως έχει ως σκοπό να ελεγχθεί, π.χ. με αιματολογικές αναλύσεις και με παρακολούθηση του σχετικού προσώπου, ακριβώς αν το πρόσωπο αυτό συνεχίζει να βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή ναρκωτικών.
42. Επιπλέον, όταν μια παράβαση έχει διαπραχθεί στο έδαφος κράτους μέλους, το κράτος αυτό είναι το μόνο αρμόδιο να τιμωρήσει την παράβαση αυτή διατάσσοντας εν ανάγκη την αφαίρεση της άδειας του προσώπου αυτού, ανεξάρτητα από το αν η αφαίρεση αυτή συνοδεύεται με περίοδο απαγορεύσεως του να ζητηθεί νέα άδεια.
43. Κατά συνέπεια, σε μια τέτοια περίπτωση νομίζω ότι το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 πρέπει να δίνει στο κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου εκκρεμεί διαδικασία για την εξακρίβωση της ικανότητας ενός προσώπου να οδηγεί, τη δυνατότητα να μην αναγνωρίσει μια άδεια οδηγήσεως που χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής.
44. Πρώτον, η διαδικασία που ήταν εκκρεμής στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαπράχθηκε η παράβαση έχει ως αντικείμενο να αξιολογηθεί η επικινδυνότητα ενός προσώπου. Πάντως, η νέα άδεια τού χορηγήθηκε χωρίς να γίνουν οι ενδελεχείς εξετάσεις που προβλέπονται από το γερμανικό δίκαιο.
45. Κατά συνέπεια, η αναγνώριση της ισχύος της νέας αυτής άδειας οδηγήσεως θα αντιστρατευόταν τον σκοπό της οδηγίας 91/439 να βελτιωθεί η ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας.
46. Δεύτερον, ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται, με τη λήψη νέας άδειας οδηγήσεως, να διαφύγει τις κυρώσεις που μπορούν να του επιβληθούν κατόπιν της παραβάσεως που διέπραξε στο έδαφος ενός κράτους μέλους.
47. Τέλος, σε περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, η χορήγηση άδειας οδηγήσεως αντίκειται στο άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439. Συγκεκριμένα, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, όταν ο ενδιαφερόμενος έλαβε νέα άδεια οδηγήσεως, εξακολουθούσε να είναι κάτοχος άδειας οδηγήσεως έχουσας χορηγηθεί από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
48. Πάντως, το άρθρο αυτό έχει ως σκοπό ακριβώς να αποφευχθεί συμπεριφορά όπως αυτή του F. Weber. Από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης προκύπτει ότι ο τελευταίος, ενώ είχε διαπράξει οδική παράβαση, προσπάθησε να διαφύγει τις κυρώσεις μεταβαίνοντας σε άλλο κράτος μέλος για να λάβει εκεί νέα άδεια οδηγήσεως (15). Η συμπεριφορά αυτή προδήλως έχει χαρακτηριστικά απάτης.
49. Με άλλα λόγια, το να υποχρεωθεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να αναγνωρίσει μια άδεια που χορηγήθηκε ενώ εξακολουθεί να είναι εκκρεμής διαδικασία που κινήθηκε κατόπιν της διαπράξεως παραβάσεως, θα είχε ως συνέπεια να επιτραπεί σε ένα πρόσωπο που δυνητικά είναι επικίνδυνος οδηγός να διαφύγει την προβλεπόμενη ποινική κύρωση και να ευνοηθεί η απάτη.
50. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα να μην αναγνωρίσει την ισχύ μιας άδειας οδηγήσεως που χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος, όταν η άδεια αυτή χορηγήθηκε μολονότι, κατόπιν μιας οδικής παραβάσεως που διαπράχθηκε προηγουμένως στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία για την εξακρίβωση της ικανότητας του κατόχου της άδειας αυτής να οδηγεί.
V – Συμπέρασμα
51. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο Landgericht Siegen την ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα να μην αναγνωρίσει την ισχύ μιας άδειας οδηγήσεως που χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος, όταν η άδεια αυτή χορηγήθηκε μολονότι, κατόπιν μιας οδικής παραβάσεως που διαπράχθηκε προηγουμένως στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία για την εξακρίβωση της ικανότητας του κατόχου της άδειας αυτής να οδηγεί.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Οδηγία 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως (ΕΕ L 237, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 284, σ. 1, στο εξής: οδηγία 91/439).
3 – Βλ. άρθρο 1.
4 – Βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
5 – C‑476/01 (Συλλογή 2004, σ. I‑5205).
6 – C‑227/05.
7 – C‑340/05.
8 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1998, C‑230/97, Awoyemi (Συλλογή 1998, σ. I‑6781, σκέψεις 41 και 42).
9 – Προαναφερθείσα απόφαση Kapper (σκέψεις 47 και 49).
10 – Αυτόθι (σκέψη 72 και παρατιθέμενη νομολογία). Βλ. και προαναφερθείσα διάταξη Halbritter (σκέψη 26).
11 – Προαναφερθείσα απόφαση Kapper (σκέψη 73).
12 – Αυτόθι (σκέψη 76).
13 – Βλ. προαναφερθείσα διάταξη Kremer (σκέψεις 33 και 34).
14 – Αυτόθι (σκέψη 35).
15 – Οι παρατηρήσεις που κατέθεσε ο F. Weber αναφέρουν εν προκειμένω ότι «ανέμενε ότι κατά πάσα πιθανότητα επίκειται η αφαίρεση της άδειας οδηγήσεως που είχε χορηγηθεί από τις γερμανικές αρχές», οπότε μετέβη στην Τσεχία για να λάβει νέα άδεια (σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy