ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 12ης Ιουνίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑16/07 P
Marguerite Chetcuti
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Έννοια του όρου “εσωτερικός διαγωνισμός οργάνου” – Επικουρικός υπάλληλος – Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως – Αιτιολόγηση των αποφάσεων»
1. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την αίτηση αναιρέσεως της M. Chetcuti, επικουρικής υπαλλήλου, κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 8ης Νοεμβρίου 2006 (2), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η νυν αναιρεσείουσα κατά της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περί απορρίψεως της αιτήσεως συμμετοχής της σε διαγωνισμό μεταβάσεως από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α.
2. Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η M. Chetcuti προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αντλούνται, αντιστοίχως, από το ότι το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε την έννοια του εσωτερικού διαγωνισμού του οργάνου, από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των αποφάσεων.
3. Με τις παρούσες προτάσεις, θα υποστηρίξω ότι το Πρωτοδικείο ουδόλως υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να επιτρέψει να συμμετάσχουν στον επίμαχο διαγωνισμό μόνον οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι, αποκλείοντας τους επικουρικούς υπαλλήλους, και ότι αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο την απόφασή του.
I – Το νομικό πλαίσιο
4. Το άρθρο 4 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), όπως ίσχυε έως τις 30 Απριλίου 2004, δηλαδή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, όριζε τα εξής:
«Οι διορισμοί ή οι προαγωγές έχουν ως αντικείμενο μόνο την πλήρωση κενής θέσεως, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό.
Κάθε κενή θέση σε όργανο γνωστοποιείται στο προσωπικό του οργάνου αυτού μόλις η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφασίσει την πλήρωση της θέσεως.
Εάν η κενή θέση δεν είναι δυνατόν να πληρωθεί με μετάθεση, προαγωγή ή εσωτερικό διαγωνισμό, γίνεται γνωστοποίηση στο προσωπικό των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
5. Το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ ορίζει ότι:
«Η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας και επιλέγονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών των Κοινοτήτων.»
6. Κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ:
«Για την πλήρωση των κενών θέσεων σε όργανο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού εξετάσει:
α) τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου·
β) τις δυνατότητες διοργανώσεως εσωτερικών διαγωνισμών στο όργανο·
γ) τις αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων οργάνων των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
κινεί τη διαδικασία διαγωνισμών βάσει τίτλων, κατόπιν εξετάσεων ή βάσει τίτλων και εξετάσεων. Η διαδικασία διαγωνισμών καθορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ.
Η διαδικασία αυτή δύναται να κινηθεί επίσης με σκοπό την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις.»
7. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του παραρτήματος III του ΚΥΚ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαδικασία διαγωνισμών», ορίζει τα εξής:
«1. Η προκήρυξη διαγωνισμού αποφασίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως.
Η προκήρυξη πρέπει να καθορίζει:
α) τη φύση του διαγωνισμού (εσωτερικός διαγωνισμός στο όργανο, εσωτερικός διαγωνισμός στα όργανα, γενικός διαγωνισμός, ενδεχομένως κοινός για δύο ή περισσότερα όργανα)·
β) τον τρόπο διεξαγωγής (διαγωνισμός βάσει τίτλων, βάσει εξετάσεων ή βάσει τίτλων και εξετάσεων)·
γ) τη φύση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που αντιστοιχούν στις θέσεις που πρόκειται να πληρωθούν·
δ) τα διπλώματα ή άλλους τίτλους ή το επίπεδο πείρας που απαιτείται για τις θέσεις που πρόκειται να πληρωθούν·
[…]»
8. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΛΠ), όπως ίσχυε έως τις 30 Απριλίου 2004, δηλαδή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, ορίζει ότι:
«Η πρόσληψη των εκτάκτων υπαλλήλων πρέπει να αποβλέπει στην εξασφάλιση για το όργανο της συνεργασίας προσώπων που έχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας και επιλέγονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών των Κοινοτήτων.»
9. Αντιθέτως, το ΚΛΠ ουδέν προβλέπει για τα προσόντα ικανότητας και αποδόσεως που πρέπει να έχουν οι έκτακτοι υπάλληλοι προκειμένου να προσληφθούν.
II – Το ιστορικό της υπό κρίση υποθέσεως
10. Η M. Chetcuti άσκησε, ως τοπική υπάλληλος, καθήκοντα γραμματέα τοποθετημένης στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Μάλτα, από την 1η Νοεμβρίου 1991 έως τις 30 Απριλίου 2004. Η σύμβασή της λύθηκε λόγω της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Μάλτας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την 1η Μαΐου 2004.
11. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα υπέγραψε, στις 27 Απριλίου 2004, σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου κατηγορίας Β, διάρκειας ορισμένου χρόνου για την περίοδο από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004. Το άρθρο 2 της συμβάσεώς της όριζε ότι θα ασκούσε «σύνθετα καθήκοντα συντάξεως και διορθώσεως εγγράφων, λογιστικής ή τεχνικών εργασιών».
12. Στις 6 Απριλίου 2004, η Επιτροπή δημοσίευσε «προκήρυξη εσωτερικού διαγωνισμού μεταβάσεως από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α» (COM/PA/04), η οποία αφορούσε διαγωνισμό βάσει εξετάσεων με σκοπό την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις υπαλλήλων διοικήσεως (A 7/A 6) (στο εξής: προκήρυξη του διαγωνισμού).
13. Κατά το σημείο III της προκηρύξεως του διαγωνισμού, δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό είχαν οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι που είχαν καταταγεί σε βαθμό της κατηγορίας Β, καθώς και αυτοί που είχαν καταταγεί σε βαθμό της ανώτερης κατηγορίας και οι οποίοι, κατά τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των υποψηφιοτήτων, υπηρετούσαν σε υπηρεσίες της Επιτροπής, ήταν αποσπασμένοι προς το συμφέρον της υπηρεσίας ή βρίσκονταν σε άδεια για την εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων. Όλα αυτά τα άτομα θα έπρεπε, επίσης, να κατέχουν θέση αμειβόμενη από τις πιστώσεις για τη διοικητική λειτουργία ή για την έρευνα.
14. Επιπλέον, κατά την ίδια αυτή διάταξη, οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν πενταετή τουλάχιστον προϋπηρεσία στην κατηγορία Β ή στην ανώτερη κατηγορία ως μόνιμοι υπάλληλοι, έκτακτοι υπάλληλοι ή επικουρικοί υπάλληλοι των ομάδων I έως V της Επιτροπής ή, εν μέρει, άλλων οργάνων ή υπηρεσιών, των οποίων το προσωπικό υπάγεται στον ΚΥΚ ή στο ΚΛΠ.
15. Με το από 22 Ιουνίου 2004 έγγραφο, γνωστοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα η απόρριψη της αιτήσεως συμμετοχής της για τον λόγο ότι δεν διέθετε την απαιτούμενη πενταετή προϋπηρεσία και δεν πληρούσε τους σχετικούς με την υπηρεσιακή κατάσταση όρους συμμετοχής στον διαγωνισμό, καθόσον, βάσει της προκηρύξεως, μόνον οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι είχαν δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό.
III – Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
16. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 31 Αυγούστου 2004, η νυν αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού περί απορρίψεως της αιτήσεως συμμετοχής της στον εσωτερικό διαγωνισμό μεταβάσεως από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α (στο εξής: επίμαχη απόφαση), καθώς και την ακύρωση των επακόλουθων πράξεων της διαδικασίας του διαγωνισμού και ειδικότερα του καταρτισθέντος από την εξεταστική επιτροπή πίνακα των υποψηφίων που πληρούν τους όρους που καθορίσθηκαν με την προκήρυξη του διαγωνισμού, της αποφάσεως της Επιτροπής περί καθορισμού επ’ αυτής της βάσεως του αριθμού των προς πλήρωση θέσεων, του πίνακα επιτυχόντων που κατάρτισε η εξεταστική επιτροπή μετά το πέρας των εργασιών της, καθώς και των αποφάσεων διορισμού που έλαβε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ).
17. Η αναιρεσείουσα ζήτησε επίσης να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
18. Προς στήριξη της προσφυγής της, η νυν αναιρεσείουσα προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αντλούνται αμφότεροι από ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητας της προκηρύξεως του διαγωνισμού.
19. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η M. Chetcuti υποστήριξε ότι το σημείο III.1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, καθώς και τρίτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της προκηρύξεως του διαγωνισμού, καθόσον επιτρέπει τη συμμετοχή στον επίμαχο διαγωνισμό μόνο στους μονίμους και στους εκτάκτους υπαλλήλους, αποκλείοντας κατά συνέπεια τους επικουρικούς υπαλλήλους, αντιβαίνει στα άρθρα 4, 27 και 29, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ΚΥΚ και στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Κατά συνέπεια, η επίμαχη απόφαση στερείται νομιμότητας.
20. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η νυν αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι τα σημεία III.1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο β΄, III.2 και III.3 της προκηρύξεως του διαγωνισμού, καθόσον απαιτούν πενταετή προϋπηρεσία στην κατηγορία Β ή στην ανώτερη κατηγορία, η οποία έχει αποκτηθεί με την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου, του εκτάκτου υπαλλήλου ή του επικουρικού υπαλλήλου των ομάδων I έως V και καθόσον δεν λαμβάνουν, συνεπώς, υπόψη την προϋπηρεσία που αποκτήθηκε με την ιδιότητα του τοπικού υπαλλήλου, αντιβαίνουν στα άρθρα 27 και 29 του ΚΥΚ, καθώς και στο συμφέρον της υπηρεσίας και στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Για τους λόγους αυτούς, η επίμαχη απόφαση στερείται νομιμότητας.
21. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα αιτήματα της νυν αναιρεσείουσας και αποφάσισε ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
22. Το Πρωτοδικείο απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως ως αβάσιμο για τους εξής λόγους.
23. Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε καταρχάς ότι με τον ΚΥΚ παρέχεται στα όργανα ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τις διαδικασίες προσλήψεως και ότι ο έλεγχος που ασκεί ο κοινοτικός δικαστής περιορίζεται στο αν η οικεία αρχή έκανε χρήση της εξουσίας της εκτιμήσεως κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο.
24. Ακολούθως, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η ύπαρξη διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων στις Κοινότητες υπαγορεύεται από εύλογες ανάγκες της κοινοτικής διοικήσεως. Το Πρωτοδικείο προσέθεσε ότι οι ουσιώδεις απαιτήσεις που έχουν καθορισθεί για την πρόσληψη των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων διαφέρουν από αυτές που ισχύουν για τους επικουρικούς υπαλλήλους.
25. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι από την προκήρυξη του διαγωνισμού προκύπτει ρητώς ότι ο διαγωνισμός σκοπεί κατ’ ουσία στο να καταστήσει δυνατή τη μετάβαση των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή, θέτοντας, με το σημείο III.1 της προκηρύξεως του διαγωνισμού, ως όρο συμμετοχής την ιδιότητα του μονίμου ή εκτάκτου υπαλλήλου και αποκλείοντας τους επικουρικούς υπαλλήλους, δεν έκανε χρήση της εξουσίας της εκτιμήσεως κατά τρόπο εσφαλμένο.
26. Επίσης, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι στερείται σημασίας το επιχείρημα της νυν αναιρεσείουσας ότι, καθόσον η συμμετοχή στον επίμαχο διαγωνισμό επιτρεπόταν, αφενός, στους εκτάκτους υπαλλήλους των κατηγοριών Α και Β και, αφετέρου, στους μονίμους υπαλλήλους της κατηγορίας Α, δεν επρόκειτο απλώς περί διαγωνισμού μεταβάσεως από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α, αλλά περί εσωτερικού διαγωνισμού άλλης φύσεως. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το επιχείρημα αυτό στερείται σημασίας, δεδομένου ότι, αντιθέτως προς τους επικουρικούς υπαλλήλους, οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι που είχαν δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό έχουν αποδείξει τις ικανότητές τους κατά την αρχική πρόσληψη τους, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ΚΥΚ και το άρθρο 12 του ΚΛΠ.
27. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, καθόσον οι δύο τελευταίες αυτές διατάξεις εφαρμόσθηκαν κατά την αρχική πρόσληψη των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων, το επιχείρημα της νυν αναιρεσείουσας ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά τρόπο αντίθετο προς τον σκοπό για τον οποίο πρέπει να γίνονται οι προσλήψεις, βάσει των διατάξεων αυτών είναι αβάσιμο.
28. Το Πρωτοδικείο επισήμανε επίσης ότι το γεγονός ότι οι επικουρικοί υπάλληλοι μπορούν να ασκούν οποιαδήποτε καθήκοντα στο όργανο δεν αρκεί για να καταστήσει δυνατή την εξομοίωσή τους με τους μονίμους και τους εκτάκτους υπαλλήλους όσον αφορά τους διαγωνισμούς προαγωγής. Ως εκ τούτου, κατά το Πρωτοδικείο, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να καθορίσει ως αποκλειστικό αντικείμενο του διαγωνισμού την προαγωγή από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων που έχουν αποδείξει ότι πληρούν τις προϋποθέσεις της αρχικής προσλήψεως, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ΚΥΚ και 12 του ΚΛΠ.
29. Τέλος, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι κακώς επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα την ύπαρξη παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον η νομική κατάσταση των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων δεν είναι παρεμφερής με αυτήν των επικουρικών υπαλλήλων, λόγω του ότι ισχύουν διαφορετικοί όροι για την πρόσληψή τους.
30. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων αυτών, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως και απέρριψε τα αιτήματα ακυρώσεως των επακόλουθων πράξεων της διαδικασίας του διαγωνισμού.
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
31. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιανουαρίου 2007, η M. Chetcuti άσκησε την υπό κρίση αναίρεση.
32. Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να ακυρώσει την επίμαχη απόφαση, τις επακόλουθες πράξεις της διαδικασίας του διαγωνισμού και ειδικότερα τον καταρτισθέντα από την εξεταστική επιτροπή πίνακα των υποψηφίων που πληρούν τους όρους που καθορίσθηκαν με την προκήρυξη του διαγωνισμού, την απόφαση της Επιτροπής περί καθορισμού επ’ αυτής της βάσεως του αριθμού των προς πλήρωση θέσεων, τον πίνακα επιτυχόντων που κατάρτισε η εξεταστική επιτροπή μετά το πέρας των εργασιών της, καθώς και τις αποφάσεις διορισμού που έλαβε βάσει των ανωτέρω η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
33. Η αναιρεσείουσα ζητεί επίσης να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
34. Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
V – Εκτίμηση
35. Η αναιρεσείουσα προβάλλει, κατ’ εμέ, τρεις λόγους αναιρέσεως προς στήριξη της αιτήσεώς της.
36. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε την έννοια του εσωτερικού διαγωνισμού και, ως εκ τούτου, συνήγαγε εσφαλμένες έννομες συνέπειες.
37. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
38. Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο την απόφασή του.
39. Θα εξετάσω κατά σειρά τους τρεις αυτούς λόγους αναιρέσεως.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παρερμηνεία της έννοιας του εσωτερικού διαγωνισμού
40. Καταρχάς, πρέπει να εξετασθεί αν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
41. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα θέτει υπό αμφισβήτηση τον εκ μέρους του Πρωτοδικείου νομικό χαρακτηρισμό του επίμαχου διαγωνισμού. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το Πρωτοδικείο είναι αποκλειστικά αρμόδιο για τη διαπίστωση και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
42. Κατά τη νομολογία αυτή, από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο είναι αποκλειστικά αρμόδιο, αφενός, να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά, εκτός αν η ανακρίβεια των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που του είχαν υποβληθεί, και, αφετέρου, να εκτιμήσει τα περιστατικά αυτά (3).
43. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επίσης ότι, οσάκις το Πρωτοδικείο έχει προβεί σε εξακρίβωση ή σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 225 ΕΚ, έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών αυτών και τις έννομες συνέπειες που έχει συναγάγει το Πρωτοδικείο (4).
44. Από την αίτηση αναιρέσεως προκύπτει σαφώς ότι η M. Chetcuti βάλλει κατά της κρίσεως στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περί του ότι ο επίμαχος διαγωνισμός «σκοπούσε κατ’ ουσία στη μετάβαση από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α». Προς επίρρωση της θέσεώς της, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλείονα επιχειρήματα προκειμένου να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της έννοιας του εσωτερικού διαγωνισμού και, κατά συνέπεια, συνήγαγε εσφαλμένες νομικές κρίσεις.
45. Δεδομένου ότι ο εκ μέρους του Πρωτοδικείου νομικός χαρακτηρισμός ενός πραγματικού περιστατικού ή μιας πράξεως είναι νομικό ζήτημα το οποίο μπορεί να προβληθεί κατ’ αναίρεση (5), φρονώ ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
46. Με τον πρώτο αυτό λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε την έννοια του όρου «εσωτερικός διαγωνισμός του οργάνου» κατά την έννοια των άρθρων 4 και 29, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ΚΥΚ και ότι, ως εκ τούτου, συνήγαγε εσφαλμένες έννομες συνέπειες.
47. Η αναιρεσείουσα προβάλλει πλείονα επιχειρήματα προς στήριξη αυτού του λόγου αναιρέσεως.
48. Πρώτον, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκειμένου να προσδιορίσει τη φύση του διαγωνισμού, στηρίχθηκε σε ένα υποκειμενικό κριτήριο δηλαδή στον σκοπό ο οποίος προσδόθηκε στον διαγωνισμό βάσει του τίτλου της προκηρύξεώς του. Στηριζόμενο στον χαρακτηρισμό αυτό, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την κρίση του περί των κατηγοριών υποψηφίων που μπορούσαν να συμμετάσχουν νομίμως στον διαγωνισμό. Κατά την αναιρεσείουσα, η φύση του επίμαχου διαγωνισμού θα έπρεπε να προσδιορισθεί βάσει των αντικειμενικών όρων συμμετοχής που καθορίζονται με την προκήρυξη του διαγωνισμού αναλόγως των απαιτήσεων των προς πλήρωση θέσεων.
49. Επικουρικώς, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο επίμαχος διαγωνισμός σκοπούσε κατ’ ουσία στη μετάβαση από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α, εντούτοις επρόκειτο για διαγωνισμό μονιμοποιήσεως και έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως εσωτερικός διαγωνισμός. Ως εκ τούτου, κατά τη νομολογία Rauch κατά Επιτροπής (6) και Van Huffel κατά Επιτροπής (7), δεν ήταν δυνατό να αποκλεισθεί νομίμως η συμμετοχή των επικουρικών υπαλλήλων στον διαγωνισμό αυτό.
50. Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο.
51. Καταρχάς, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε τις αρχές που πρέπει να διέπουν τις διαδικασίες προσλήψεως.
52. Έτσι, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «προκειμένου να επιτευχθεί ο κατ’ άρθρο 27 του ΚΥΚ σκοπός της διαδικασίας προσλήψεως, δηλαδή “να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας”, είναι αναγκαίο οι υπάλληλοι να επιλέγονται επί της ευρύτερης δυνατής βάσεως. Συνεπώς, ο όρος “εσωτερικός διαγωνισμός του οργάνου” αφορά, καταρχήν, όλους τους υπηρετούντες στο όργανο αυτό, ανεξαρτήτως ιδιότητας».
53. Στη συνέχεια, με τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι «[π]άντως, με τον ΚΥΚ παρέχεται στα όργανα ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων σχετικά με τα προσόντα που απαιτούνται για την κατάληψη των προς πλήρωση θέσεων και τον καθορισμό, βάσει των κριτηρίων αυτών και, γενικότερα, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, των όρων και της διαδικασίας ενός διαγωνισμού» (8). Το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ακολούθως ότι η εξουσία αυτή μπορεί να ασκείται, μεταξύ άλλων, οσάκις η ΑΔΑ καταρτίζει την προκήρυξη του διαγωνισμού και καθορίζει τους όρους συμμετοχής στον διαγωνισμό (9).
54. Η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η ΑΔΑ πρέπει, όπως ορθώς υπενθύμισε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να είναι συμβατή, μεταξύ άλλων, με τις αναγκαστικές διατάξεις των άρθρων 27, πρώτο εδάφιο, και 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.
55. Με γνώμονα τις αρχές αυτές, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από την προκήρυξη του διαγωνισμού προέκυπτε ρητώς ότι επρόκειτο για εσωτερικό διαγωνισμό μεταβάσεως από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α, ο οποίος σκοπούσε να καταστήσει δυνατή τη μετάβαση από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων, οι οποίοι, αντιθέτως προς τους επικουρικούς υπαλλήλους, έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας.
56. Φρονώ ότι το Πρωτοδικείο δεν παρερμήνευσε την έννοια του εσωτερικού διαγωνισμού του οργάνου.
57. Συγκεκριμένα, το γράμμα του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ καταδεικνύει ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τη διαδικασία ενός διαγωνισμού. Κατά τη διάταξη αυτή, η ΑΔΑ, αφού εξετάσει τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου, τις δυνατότητες διοργανώσεως εσωτερικών διαγωνισμών στο όργανο και τις αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων οργάνων των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κινεί τη διαδικασία διαγωνισμών βάσει τίτλων, κατόπιν εξετάσεων ή βάσει τίτλων και εξετάσεων. Διευκρινίζεται επίσης ότι η διαδικασία αυτή δύναται να κινηθεί και με σκοπό την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις.
58. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η χρήση του όρου «δυνατότητες» συνεπάγεται σαφώς ότι η ΑΔΑ δεν υποχρεούται να ακολουθήσει συγκεκριμένη διαδικασία, αλλά δύναται να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων τη διαδικασία εκείνη που καθιστά δυνατή την υποβολή των καλυτέρων υποψηφιοτήτων (10), δεδομένου ότι το ζητούμενο είναι η επιλεγείσα διαδικασία να οδηγήσει, ανά περίπτωση, στον διορισμό των ατόμων που διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας (11).
59. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει, σε υπόθεση σχετική με διαγωνισμό μεταβάσεως σε ανώτερη κατηγορία, ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να καθορίσει τα κριτήρια σχετικά με τα προσόντα που απαιτούν οι δημιουργηθείσες νέες θέσεις εργασίας και, επομένως, για να καθορίσει, βάσει των κριτηρίων αυτών και προς το συμφέρον της υπηρεσίας, τους όρους του διαγωνισμού (12).
60. Υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία, η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την ανεύρεση των υποψηφίων που διαθέτουν τα πλέον υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας (13).
61. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο τίτλος του επίμαχου διαγωνισμού είναι σαφής, δεδομένου ότι πρόκειται για εσωτερικό διαγωνισμό του οργάνου με σκοπό τη μετάβαση από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α.
62. Εξάλλου, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δικαίωμα συμμετοχής στον επίμαχο διαγωνισμό είχαν οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ΚΥΚ και το άρθρο 12 του ΚΛΠ, τα άτομα αυτά έχουν αποδείξει, κατά την αρχική πρόσληψή τους, ότι διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας, αντιθέτως προς τους επικουρικούς υπαλλήλους για τους οποίους δεν απαιτείται κανένα από τα προσόντα αυτά κατά την πρόσληψή τους.
63. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε, με τις σκέψεις 56 και 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο επίμαχος διαγωνισμός είναι εσωτερικός διαγωνισμός του οργάνου με αντικείμενο τη μετάβαση των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α και ότι, συνεπώς, η Επιτροπή, ορίζοντας ότι μόνον οι δύο αυτές κατηγορίες υπαλλήλων είχαν δικαίωμα συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό, δεν έκανε χρήση της εξουσίας της εκτιμήσεως κατά τρόπο εσφαλμένο.
64. Προσθέτω ότι η Επιτροπή, προκειμένου να καταρτίσει εφεδρικό πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις υπαλλήλων διοικήσεως, είχε επίσης τη δυνατότητα να επιλέξει μέσω προαγωγής, βάσει του άρθρου 45 του ΚΥΚ, διαδικασία που θα περιόριζε τις δυνατότητες επιλογής στους μονίμους υπαλλήλους, δεδομένου ότι δεν υφίσταται ανάλογη διάταξη του ΚΛΠ όσον αφορά τους εκτάκτους υπαλλήλους.
65. Η Επιτροπή, προκρίνοντας τη διαδικασία του εσωτερικού διαγωνισμού μεταβάσεως στην ανώτερη κατηγορία, στον οποίο είχαν δικαίωμα συμμετοχής οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι, διασφάλισε στο όργανο τις καλύτερες υποψηφιότητες, παρέχοντας δυνατότητα επιλογής επί της ευρύτερης δυνατής βάσεως.
66. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη αποφαινόμενο ότι ο αποκλεισμός των επικουρικών υπαλλήλων από τον επίμαχο διαγωνισμό ήταν δικαιολογημένος, δεδομένου ότι οι επικουρικοί υπάλληλοι, αντιθέτως προς τους μονίμους και τους εκτάκτους υπαλλήλους, δεν είναι υποχρεωμένοι να αποδείξουν, κατά την αρχική πρόσληψή τους, ότι διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας. Η αναιρεσείουσα θέτει υπό αμφισβήτηση την παραδοχή ότι από τις απαιτήσεις των προς πλήρωση θέσεων και, γενικότερα, από το συμφέρον της υπηρεσίας μπορεί να συναχθεί ότι πληρούται ο σχετικός με τα προσόντα αυτά όρος. Κατά την αναιρεσείουσα, οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι της κατηγορίας Β έχουν απλώς αποδείξει ότι διαθέτουν τα προσόντα αυτά όσον αφορά τις θέσεις της κατηγορίας Β. Η ύπαρξη των πλέον υψηλών προσόντων ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας πρέπει να αποδεικνύεται με την επιτυχή συμμετοχή στις δοκιμασίες προεπιλογής και επιλογής.
67. Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή.
68. Φρονώ ότι ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 59 και 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν ενήργησε κατά τρόπο αντίθετο προς τον σκοπό για τον οποίο πρέπει να γίνονται οι προσλήψεις κατά το άρθρο 27 του ΚΥΚ και 12 του ΚΛΠ.
69. Υπενθυμίζεται ότι, βάσει των δύο αυτών διατάξεων, η πρόσληψη των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων πρέπει να διασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας.
70. Εντούτοις, μολονότι κατά το άρθρο 55, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του ΚΛΠ οι επικουρικοί υπάλληλοι, για να προσληφθούν, πρέπει να παρέχουν τα εχέγγυα ήθους που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους, ουδόλως αναφέρει ο ΚΛΠ υποχρέωση των υπαλλήλων αυτών να διαθέτουν τα ως άνω προσόντα.
71. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το σχετικό με την αρχική πρόσληψη κριτήριο είναι αλυσιτελές, καθόσον από τις απαιτήσεις των προς πλήρωση θέσεων και, γενικότερα, από το συμφέρον της υπηρεσίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι υποψήφιοι πρέπει να διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας.
72. Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν η οικεία αρχή κινήθηκε εντός λογικών ορίων και δεν έκανε χρήση της εξουσίας της εκτιμήσεως κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο (14).
73. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο επίμαχος διαγωνισμός σκοπεί στην κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις και όχι στην πλήρωση συγκεκριμένης θέσεως. Επισημαίνεται συναφώς ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν περιλαμβάνει όρο που να απαιτεί την κατοχή διπλωμάτων ή ειδικά προσόντα. Συγκεκριμένα, ενόψει της καταρτίσεως εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις, οι υποψήφιοι απαιτείται απλώς να διαθέτουν γενικά προσόντα (15). Όπως και η Επιτροπή, φρονώ ότι οι σχετικές με την αρχική πρόσληψη απαιτήσεις, δηλαδή η απόδειξη της υπάρξεως των πλέον υψηλών προσόντων ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας, συνιστούν κατάλληλο κριτήριο για την επιλογή των υποψηφίων.
74. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι η Επιτροπή δεν ενήργησε κατά τρόπο αντίθετο προς τον σκοπό των άρθρων 27 του ΚΥΚ και 12 του ΚΛΠ.
75. Τρίτον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο κακώς απέρριψε το επιχείρημά της ότι οι επικουρικοί υπάλληλοι, καθόσον μπορούν, βάσει του άρθρου 3 του ΚΛΠ, να ασκούν οποιαδήποτε καθήκοντα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρόσληψή τους δεν σκοπεί στην αναπλήρωση μονίμου υπαλλήλου, μπορούν να εξομοιωθούν με τους μονίμους και τους εκτάκτους υπαλλήλους. Η αναιρεσείουσα επισημαίνει συναφώς ότι οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι της κατηγορίας Β δεν έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας όσον αφορά τα καθήκοντα της κατηγορίας Α, εντούτοις είχαν δικαίωμα συμμετοχής στον επίμαχο διαγωνισμό.
76. Επισημαίνεται ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν δέχθηκε το επιχείρημα της νυν αναιρεσείουσας για τον λόγο ότι «η δυνατότητα των επικουρικών υπαλλήλων να ασκούν οποιαδήποτε καθήκοντα εντός του οργάνου δεν συνεπάγεται ότι μπορούν να εξομοιωθούν με τους μονίμους και τους εκτάκτους υπαλλήλους όσον αφορά τους διαγωνισμούς προαγωγής. Επομένως, η Επιτροπή νομίμως καθόρισε ως αντικείμενο του επίμαχου διαγωνισμού την προαγωγή στην ανώτερη κατηγορία των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν αποδείξει ότι πληρούν τις προϋποθέσεις της αρχικής προσλήψεως σύμφωνα με το άρθρο 27 του ΚΥΚ και το άρθρο 12 του ΚΛΠ, ανεξαρτήτως των καθηκόντων που έχουν ασκήσει».
77. Υπενθυμίζεται επίσης ότι το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 49 και 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισήμανε ότι ο ΚΥΚ παρέχει στην ΑΔΑ ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων σχετικά με τα προσόντα που απαιτούνται για την κατάληψη των προς πλήρωση θέσεων και ότι, αντιθέτως προς τους μονίμους και τους εκτάκτους υπαλλήλους, οι επικουρικοί υπάλληλοι δεν υποχρεούνται κατά την πρόσληψή τους να αποδεικνύουν ότι διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας.
78. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο επισήμανε ορθώς, με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η ύπαρξη διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων στην Κοινότητα υπαγορεύεται από εύλογες ανάγκες της κοινοτικής διοικήσεως και από τη φύση των καθηκόντων, μονίμων ή προσωρινών, που πρέπει να επιτελούν οι εργαζόμενοι αυτοί.
79. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το επιχείρημα της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμο.
80. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μεν, αβάσιμος δε.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
81. Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε, με τη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η νομική κατάσταση των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων δεν είναι παρεμφερής προς αυτήν των επικουρικών υπαλλήλων, λόγω του ότι ισχύουν διαφορετικοί όροι για την πρόσληψή τους, και, επομένως, παρέβη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
82. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, ναι μεν η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποτελεί κανόνα γενικού χαρακτήρα που έχει εφαρμογή στο κοινοτικό υπαλληλικό δίκαιο, για την ύπαρξη, όμως, διακρίσεως απαιτείται επιπλέον να έχουν αντιμετωπισθεί κατά διαφορετικό τρόπο πανομοιότυπες ή παρεμφερείς καταστάσεις (16).
83. Συντρέχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, μεταξύ άλλων, όταν δύο κατηγορίες προσώπων των οποίων η νομική και πραγματική κατάσταση δεν παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές αντιμετωπίζονται διαφορετικά κατά την επιλογή ή την πρόσληψή τους (17).
84. Το ζήτημα είναι, επομένως, αν η κατάσταση των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων είναι πανομοιότυπη ή παρεμφερής με την κατάσταση των επικουρικών υπαλλήλων.
85. Δεν το νομίζω.
86. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς επισήμανε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από το άρθρο 27 του ΚΥΚ και το άρθρο 12 του ΚΛΠ προκύπτει ότι οι ουσιώδεις απαιτήσεις για την πρόσληψη των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων διαφέρουν από αυτές που ισχύουν για τους επικουρικούς υπαλλήλους, καθόσον οι τελευταίοι, αντιθέτως προς τις δύο άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, δεν υποχρεούνται να αποδείξουν, κατά την πρόσληψή τους, ότι διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας.
87. Όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 55, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του ΚΛΠ, οι επικουρικοί υπάλληλοι, για να προσληφθούν, πρέπει απλώς να παρέχουν τα εχέγγυα ήθους που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους.
88. Επισημαίνεται επίσης ότι υφίστανται ουσιώδεις διαφορές μεταξύ του καθεστώτος των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων, αφενός, και του καθεστώτος των επικουρικών υπαλλήλων, αφετέρου.
89. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 6 του ΚΥΚ και το άρθρο 9 του ΚΛΠ προκύπτει ότι, αντιθέτως προς τις θέσεις των επικουρικών υπαλλήλων, οι θέσεις των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων περιλαμβάνονται σε πίνακα θέσεων. Το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι, κατά το άρθρο 3 του ΚΛΠ, θεωρείται επικουρικός ο υπάλληλος που έχει προσληφθεί προκειμένου να ασκεί καθήκοντα σε όργανο χωρίς να έχει τοποθετηθεί σε θέση περιλαμβανόμενη στον πίνακα θέσεων ο οποίος προσαρτάται στο σχετικό με το όργανο αυτό τμήμα του προϋπολογισμού (18).
90. Το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι, κατά το άρθρο 52 του ΚΛΠ, η πραγματική διάρκεια της συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου δεν δύναται να υπερβεί τη διάρκεια της προσωρινής αναπληρώσεως μονίμου ή εκτάκτου υπαλλήλου, ο οποίος προσωρινά δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του, ή το ένα έτος σε όλες τις άλλες περιπτώσεις (19).
91. Βάσει των ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το διακριτικό γνώρισμα της συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου είναι η προσωρινότητά της, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για μια περιορισμένης χρονικής διάρκειας αντικατάσταση ή για την εκπλήρωση διοικητικών καθηκόντων προσωρινού χαρακτήρα, τα οποία είτε σχετίζονται με επείγουσα ανάγκη είτε δεν είναι επακριβώς καθορισμένα (20).
92. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι υφίστανται διαφορές μεταξύ επικουρικών υπαλλήλων, αφενός, και μονίμων και εκτάκτων υπαλλήλων, αφετέρου, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη βαθμολόγηση, την προαγωγή κατά κλιμάκιο και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Ενώ οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι υπόκεινται σε βαθμολόγηση, μπορούν να προαχθούν κατά κλιμάκιο και δικαιούνται σύνταξη αρχαιότητας (21), ο ΚΛΠ ουδέν αντίστοιχο προβλέπει για τους επικουρικούς υπαλλήλους.
93. Η ύπαρξη της κατηγορίας των επικουρικών υπαλλήλων οφείλεται σε όλως συγκεκριμένες ανάγκες των κοινοτικών οργάνων, τα δε καθήκοντα ενός τέτοιου υπαλλήλου δεν μπορούν να έχουν μόνιμο χαρακτήρα.
94. Φρονώ, επομένως, ότι η νομική κατάσταση των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων διαφέρει από αυτήν των επικουρικών υπαλλήλων.
95. Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας, με τη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η νομική κατάσταση των μονίμων και εκτάκτων υπαλλήλων δεν είναι παρεμφερής με αυτήν των επικουρικών υπαλλήλων, λόγω του ότι ισχύουν διαφορετικοί όροι για την πρόσληψή τους.
96. Ως εκ τούτου, βάσει των ανωτέρω, φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
97. Όπως αντιλαμβάνομαι, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει τα επιχειρήματα που προέβαλε σε αντίκρουση της απόψεως της Επιτροπής ότι η έλλειψη, στην προκήρυξη του διαγωνισμού, οποιουδήποτε όρου σχετικού με τα απαιτούμενα γενικά προσόντα, όπως είναι οι ακαδημαϊκοί τίτλοι, εξηγείται από το γεγονός ότι οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι είχαν ήδη αποδείξει ότι διαθέτουν τις απαραίτητες ικανότητες κατά την αρχική επιλογή και πρόσληψή τους.
98. Πρωτοδίκως, η αναιρεσείουσα είχε θεωρήσει πεπλανημένο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η έλλειψη αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι είχαν αποδείξει ότι διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας κατά την αρχική πρόσληψή τους.
99. Η αναιρεσείουσα είχε υποστηρίξει ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι η έλλειψη αυτή δεν εξηγείται από το γεγονός ότι οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι είχαν ήδη αποδείξει, κατά την αρχική πρόσληψή τους, ότι διαθέτουν τα προσόντα αυτά, δεδομένου ότι δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό έχουν οι υπάλληλοι της κατηγορίας Β, μολονότι η πρόσληψη σε θέση της κατηγορίας αυτής δεν προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος.
100. Κατά την αναιρεσείουσα, η έλλειψη τέτοιων όρων οφειλόταν στο ότι η Επιτροπή είχε αποφανθεί ότι η πενταετής προϋπηρεσία που έχει αποκτηθεί με την ιδιότητα του μονίμου, του εκτάκτου ή του επικουρικού υπαλλήλου αποτελούσε ισότιμη επαγγελματική πείρα κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΥΚ. Η αναιρεσείουσα είχε επίσης ισχυρισθεί ότι η έλλειψη ειδικών όρων οφειλόταν στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είχε ως σκοπό την άμεση πλήρωση των θέσεων, αλλά την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις, ενόψει της οποίας οι υποψήφιοι απαιτείται απλώς να διαθέτουν γενικά προσόντα.
101. Επίσης, η αναιρεσείουσα είχε υποστηρίξει ότι, εφόσον επρόκειτο για διαγωνισμό με σκοπό την πρόσληψη μονίμων υπαλλήλων, θα έπρεπε οπωσδήποτε να είναι σύμφωνος με τον σκοπό του άρθρου 27 του ΚΥΚ. Ως εκ τούτου, μικρή σημασία είχε το ότι η επίτευξη του σκοπού αυτού είχε ήδη διακριβωθεί όσον αφορά τους μονίμους και τους εκτάκτους υπαλλήλους, όχι όμως όσον αφορά τους επικουρικούς υπαλλήλους, δεδομένου ότι ο επίμαχος εσωτερικός διαγωνισμός θα καθιστούσε δυνατή τη διακρίβωση και όσον αφορά την κατηγορία αυτή.
102. Πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι ανεπαρκής αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο, ως τέτοιο, μπορεί να προβληθεί κατ’ αναίρεση (22).
103. Στη συνέχεια, υπενθυμίζεται ότι, βάσει του άρθρου 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο έχει εφαρμογή στις αποφάσεις του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 53 του Οργανισμού αυτού, «οι αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται».
104. Επίσης, κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να καθιστά σαφή τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου, έτσι ώστε να καθίσταται γνωστό στους ενδιαφερομένους το σκεπτικό της αποφάσεως, το δε Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τον δικαστικό έλεγχό του (23).
105. Τούτου υπομνησθέντος, πρέπει επί του παρόντος να εξετασθεί αν το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει το επιχείρημα της αναιρεσείουσας.
106. Το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το όργανο πρέπει να επιλέγει προσωπικό στην ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση προκειμένου να επιτευχθεί ο κατ’ άρθρο 27 του ΚΥΚ επιδιωκόμενος σκοπός, έκρινε, με τη σκέψη 53 της αποφάσεώς του, ότι «όπως προκύπτει αντιστοίχως από το άρθρο 27 του ΚΥΚ και 12 του ΚΛΠ, οι ουσιώδεις απαιτήσεις που έχουν καθορισθεί για την πρόσληψη των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων διαφέρουν από αυτές που ισχύουν για τους επικουρικούς υπαλλήλους. Αντιθέτως προς τους επικουρικούς υπαλλήλους, για τους οποίους δεν προβλέπονται αντίστοιχες απαιτήσεις, οι δύο προπαρατεθείσες διατάξεις ορίζουν ότι η πρόσληψη των μονίμων και των εκτάκτων υπαλλήλων πρέπει να διασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας».
107. Στη συνέχεια, αφού χαρακτήρισε τον διαγωνισμό ως «εσωτερικό διαγωνισμό μεταβάσεως από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α», το Πρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 59 και 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό αυτό είχαν μόνον οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι, δεδομένου ότι οι δύο αυτές κατηγορίες υπαλλήλων έχουν αποδείξει, κατά την αρχική πρόσληψή τους, ότι διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ΚΥΚ και το άρθρο 12 του ΚΛΠ.
108. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν επιβάλλει στο Πρωτοδικείο να παραθέσει αιτιολογία που να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία που παραθέτει το Πρωτοδικείο μπορεί να είναι έμμεση, υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός μεν, καθιστά γνωστό στον θιγόμενο από απόφαση του Πρωτοδικείου το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, αφετέρου δε, παρέχει στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον έλεγχό του (24).
109. Βεβαίως, το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε λεπτομερώς όλα τα επιχειρήματα που προέβαλε η M. Chetcuti. Αρκεί, πάντως, η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε σαφώς την ορθότητα της απόψεως της Επιτροπής με τις σκέψεις 59 και 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, αντιθέτως προς τους επικουρικούς υπαλλήλους, οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι υποχρεούνται, κατά την αρχική επιλογή και πρόσληψή τους, να αποδεικνύουν ότι διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας, σύμφωνα με τα άρθρα 27 του ΚΥΚ και 12 του ΚΛΠ.
110. Όπως διαπιστώθηκε, η ανάλυση του Πρωτοδικείου συνίσταται, ιδίως, στο να εξηγηθούν οι λόγοι για τους οποίους μόνον οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι είχαν δικαίωμα συμμετοχής στον επίμαχο διαγωνισμό και να καταδειχθεί ότι ο διαγωνισμός ήταν σύμφωνος προς τον σκοπό που πρέπει να έχουν οι προσλήψεις, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τις διαδικασίες διαγωνισμών.
111. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να επιτρέψει τη συμμετοχή στον επίμαχο διαγωνισμό μόνο στους μονίμους και στους εκτάκτους υπαλλήλους, καθώς και ότι ο διαγωνισμός αυτός ήταν σύμφωνος προς τον σκοπό για τον οποίο πρέπει να γίνονται οι προσλήψεις, δηλαδή την επιλογή υποψηφίων που διαθέτουν προσόντα.
112. Η αναιρεσείουσα προσάπτει, επίσης, στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε το επιχείρημά της ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού ενέχει εγγενή αντίφαση, καθόσον, βάσει του πρώτου όρου συμμετοχής, αποκλείει τους επικουρικούς υπαλλήλους, πλην όμως προσμετρά την προϋπηρεσία των υπαλλήλων αυτών κατά τον υπολογισμό του χρόνου της επαγγελματικής πείρας.
113. Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο.
114. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι το Πρωτοδικείο επεδίωξε καθ’ όλη την ανάλυσή του να επισημάνει τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσίας επιτρέποντας τη συμμετοχή στον επίμαχο διαγωνισμό μόνο στους μονίμους και στους εκτάκτους υπαλλήλους, δεδομένου ότι, όπως υπενθυμίζεται, οι υπάλληλοι των δύο αυτών κατηγοριών έχουν ήδη αποδείξει ότι διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας.
115. Η προσμέτρηση της επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε υπό την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου κατά τον υπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας μονίμου ή εκτάκτου υπαλλήλου ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι, αντιθέτως, προς τους επικουρικούς υπαλλήλους, οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι έχουν αποδείξει, σε δεδομένο χρονικό σημείο, ότι διαθέτουν τα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψή τους σύμφωνα με το άρθρο 27 του ΚΥΚ και το άρθρο 12 του ΚΛΠ.
116. Εξάλλου, η προσμέτρηση της προϋπηρεσίας που αποκτήθηκε υπό την ιδιότητα υπαλλήλου υπαγομένου στο ΚΛΠ είναι σύμφωνη προς το συμφέρον της υπηρεσίας (25).
117. Επομένως, οι δύο αυτοί όροι δεν έρχονται σε αντίφαση αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο ορθώς αποφάνθηκε, με τη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, μολονότι οι επικουρικοί υπάλληλοι μπορούν πράγματι να ασκούν οποιαδήποτε καθήκοντα, τούτο δεν αρκεί για να εξομοιωθούν με τους μονίμους και τους εκτάκτους υπαλλήλους, δεδομένου ότι, αντιθέτως προς τους επικουρικούς υπαλλήλους, οι υπάλληλοι των δύο αυτών κατηγοριών έχουν ήδη αποδείξει, κατά την αρχική πρόσληψή τους, ότι διαθέτουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας.
118. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον λόγο αναιρέσεως ως αβάσιμο.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
119. Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά την αναιρετική διαδικασία, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.
120. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
121. Κατά το άρθρο 70 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
122. Εντούτοις, από το άρθρο 122, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή στις αιτήσεις αναιρέσεως υπαλλήλων οργάνων κατά των οργάνων αυτών.
123. Δεδομένου ότι προτείνω να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, η M. Chetcuti πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
VII – Πρόταση
124. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ως εξής
«1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την M. Chetcuti στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2006, T‑357/04, Chetcuti κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
3 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑8935, σκέψη 106 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
4 – Όπ.π.
5 – Βλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2000, C‑154/99 P, Politi κατά Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως (Συλλογή 2000, σ. I‑5019, σκέψη 11 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
6 – Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1965, 16/64 (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 45).
7 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Νοεμβρίου 2001, T‑142/00 (Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑219 και II‑1011).
8 – Αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 8ης Νοεμβρίου 1990, T‑56/89, Bataille κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1990, σ. II‑597, σκέψη 42), της 5ης Φεβρουαρίου 1997, T‑207/95, Ibarra Gil κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑13 και II‑31, σκέψη 66), και της 15ης Φεβρουαρίου 2005, T‑256/01, Pyres κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑23 και II‑99, σκέψη 36).
9 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Νοεμβρίου 2000, T‑214/99, Carrasco Benítez κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑257 και II‑1169, σκέψη 52), και προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου Van Huffel κατά Επιτροπής (σκέψη 51).
10 – Βλ., ιδίως, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, C‑174/99 P, Κοινοβούλιο κατά Richard (Συλλογή 2000, σ. I‑6189, σκέψη 38). Βλ., επίσης, απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Απριλίου 2002, T‑372/00, Campolargo κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑49 και II‑223, σκέψεις 93 και 98).
11 – Βλ. αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1965, 12/64 και 29/64, Ley κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 41), της 14ης Ιουλίου 1983, 10/82, Mogensen κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2397, σκέψη 9), και της 8ης Ιουνίου 1988, 135/87, Βλάχου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1988, σ. 2901, σκέψη 23).
12 – Βλ. απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1975, 90/74, Deboeck κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 343, σκέψη 29).
13 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Νοεμβρίου 2003, T‑248/02, Faita κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑281 και II‑1365, σκέψη 45).
14 – Βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουνίου 1997, T‑237/95, Carbajo Ferrero κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑141 και II‑429, σκέψη 99), και της 1ης Μαρτίου 2005, T‑258/03, Mausolf κατά Ευρωπόλ (Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑45 και II‑189, σκέψη 49).
15 – Απόφαση της 6ης Μαρτίου 1997, T‑40/96 και T‑55/96, de Kerros και Kohn‑Bergé κατά Επιτροπής, T‑40/96 και T‑55/96 (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑47 και II‑135, σκέψη 43).
16 – Απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1982, 198/81 έως 202/81, Micheli κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 4145, σκέψη 5).
17 – Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, 66/83 έως 68/83 και 136/83 έως 140/83, Hattet κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 2459, σκέψη 24). Βλ., επίσης, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 7ης Φεβρουαρίου 1991, T‑18/89 και T‑24/89, Ταγαράς κατά Δικαστηρίου (Συλλογή 1991, σ. II‑53, σκέψη 68), της 17ης Δεκεμβρίου 1997, T‑159/95, Dricot κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑385 και II‑1035, σκέψεις 83 και 98), της 17ης Δεκεμβρίου 1997, T‑225/95, Χίου κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑423 και II‑1135, σκέψεις 48 και 66), και της 11ης Ιουλίου 2002, T‑381/00, Wasmeier κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑125 και II‑677, σκέψη 122).
18 – Απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1979, 17/78, Deshormes κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 89, σκέψη 35).
19 – Όπ.π., σκέψη 36. Πρέπει να σημειωθεί ότι, δυνάμει του ΚΛΠ, η μέγιστη διάρκεια της συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου έχει αυξηθεί στα τρία έτη σε όλες τις περιπτώσεις πλην αυτής της αναπληρώσεως μονίμου ή εκτάκτου υπαλλήλου (άρθρο 52, στοιχείο β΄, του ΚΛΠ).
20 – Προπαρατεθείσα απόφαση Deshormes κατά Επιτροπής, σκέψη 37.
21 – Βλ., όσον αφορά τους μονίμους υπαλλήλους, άρθρα 43, 44 και 77 του ΚΥΚ και, όσον αφορά τους εκτάκτους υπαλλήλους, άρθρα 15, 20 και 39 του ΚΛΠ.
22 – Βλ. απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2007, C‑3/06 P, Groupe Danone κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑1331, σκέψη 45 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
23 – Βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1998, C‑259/96 P, Συμβούλιο κατά de Nil και Impens (Συλλογή 1998, σ. I‑2915, σκέψεις 32 έως 34), και της 17ης Μαΐου 2001, C‑449/98 P, IECC κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑3875, σκέψη 70), καθώς και διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 1995, C‑149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I‑2165, σκέψη 58), της 14ης Οκτωβρίου 1996, C‑268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I‑4971, σκέψη 52), και της 25ης Ιουνίου 1998, C‑159/98 P(R), Ολλανδικές Αντίλλες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I‑4147, σκέψη 70).
24 – Προπαρατεθείσα απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκέψη 46. Βλ., επίσης, απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 372).
25 – Προπαρατεθείσα απόφαση de Kerros και Kohn‑Bergé κατά Επιτροπής, σκέψη 47.
Full & Egal Universal Law Academy