ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑38/07 P
Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως − Τελωνειακή ένωση − Άρθρο 239 του Κοινοτικού τελωνειακού κώδικα − Διαγραφή εισαγωγικών δασμών − Ρήτρα επιείκειας − Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα – Σφάλμα των τελωνειακών αρχών − Πρόδηλη αμέλεια»
1. Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV (στο εξής: Heuschen & Schrouff) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 30ής Νοεμβρίου 2006, Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods κατά Επιτροπής (2) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της περί ακυρώσεως της αποφάσεως REM 19/2002 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2004, με την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν δικαιολογείται η διαγραφή των εισαγωγικών δασμών που ζήτησε η Heuschen & Schrouff.
2. Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως είναι συναφής με αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Staatssecretaris van Financiën (Υφυπουργού Οικονομικών) και της Heuschen & Schrouff, λόγω της εκ των υστέρων επιβολής εισαγωγικών δασμών (3), η αιτούμενη διαγραφή των οποίων αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Οι διατάξεις σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη
3. Η Συνδυασμένη Ονοματολογία (στο εξής: ΣΟ), η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (4), στο παράρτημα I αυτού, στηρίζεται στο εναρμονισμένο παγκόσμιο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων (στο εξής: ΕΣ), που καταρτίσθηκε από το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας, νυν Παγκόσμιο Οργανισμό Τελωνείων, και θεσπίστηκε με τη Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών της 14ης Ιουνίου 1983 (στο εξής: Σύμβαση ΕΣ), η οποία εγκρίθηκε, μαζί με το τροποποιητικό πρωτόκολλο της 24ης Ιουνίου 1986, εξ ονόματος της Κοινότητας, με την απόφαση 87/369/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987 (5). Η ΣΟ επαναλαμβάνει τις κλάσεις και τις εξαψήφιες διακρίσεις του ΕΣ, ενώ το έβδομο και το όγδοο ψηφίο σχηματίζουν δικές της υποδιαιρέσεις (6).
4. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2658/87 εξουσιοδοτεί την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία επικουρείται από επιτροπή αντιπροσώπων των κρατών μελών, να θεσπίζει τους κανόνες για την κατάταξη των εμπορευμάτων στη ΣΟ κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 10 του κανονισμού 2658/87.
5. Το παράρτημα I, μέρος II, τμήμα IV, κεφάλαιο 19, του κανονισμού 2658/87 καλύπτει τους κωδικούς ΣΟ για «Παρασκευάσματα με βάση τα δημητριακά, τα αλεύρια, τα άμυλα κάθε είδους ή το γάλα· είδη ζαχαροπλαστικής».
6. Η κλάση 1901 της ΣΟ περιλαμβάνει «Εκχυλίσματα βύνης· παρασκευάσματα διατροφής από αλεύρια, πλιγούρια, σιμιγδάλια, άμυλα κάθε είδους ή εκχυλίσματα βύνης που δεν περιέχουν κακάο, […] ή που περιέχουν λιγότερο από […]· παρασκευάσματα διατροφής από προϊόντα των κλάσεων 0401 μέχρι 0404, […] (7)», μεταξύ αυτών τη διάκριση 1901 90 99 ΣΟ, με την περιγραφή «άλλα».
7. Η κλάση 1905 της ΣΟ αφορά «Προϊόντα αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής ή μπισκοτοποιίας έστω και με προσθήκη κακάο· όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξεραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα: […]», μεταξύ αυτών στη διάκριση 1905 90 της ΣΟ, «άλλα», την περαιτέρω διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ «Όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξεραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα».
8. Σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις της κλάσεως 1905 της ΣΟ αναφέρονται οι όροι «ξεραμένα» προϊόντα, εν μέρει «ξεραμένες ζύμες από αλεύρι σε φύλλα» (8), όχι όμως στο ολλανδικό κείμενο (9). Σε ορισμένα κείμενα, για παράδειγμα στο αγγλικό και στο σλοβενικό, αναφέρεται ρητώς ο όρος «ριζόχαρτο» (10).
9. Κατά το σημείο 1 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 1196/97 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1997, για την κατάταξη εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία (11) (ο κανονισμός αυτός στηρίζεται στο ανωτέρω αναφερθέν άρθρο 9 του κανονισμού 2658/87), προϊόντα της κατωτέρω περιγραφής πρέπει να καταταγούν στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ:
«Παρασκευάσματα διατροφής υπό μορφή αποξηραμένων ημιδιαφανών φύλλων, διαφόρων μεγεθών, παρασκευασμένων από αλεύρι, αλάτι και νερό.
Τα φύλλα αυτά αφού διαβραχούν με νερό για να καταστούν εύπλαστα χρησιμοποιούνται, εν γένει, για την παρασκευή των “περιτυλιγμάτων” των spring rolls (φύλλα ζύμης σε ρολά με γέμιση λαχανικών) ή άλλων ομοειδών προϊόντων (12).»
10. Το σημείο 1 του παραρτήματος του κανονισμού 1196/97 περιέχει την ακόλουθη αιτιολογία για την ως άνω κατάταξη:
«Η κατάταξη πραγματοποιείται σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες 1 και 6 για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και το γράμμα των κωδικών 1905, 1905 90 και 1905 90 20 της ΣΟ.»
Β – Διαγραφή εισαγωγικών δασμών για λόγους επιεικείας
11. Το άρθρο 239 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (13) (στο εξής: τελωνειακός κώδικας), προβλέπει ενδεχόμενη διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών σε ειδικές περιπτώσεις. Το άρθρο 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:
«Η […] διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις […] οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου. […]»
II – Τα πραγματικά περιστατικά
12. Η Heuschen & Schrouff, εισαγωγέας ειδών διατροφής και συστατικών τροφίμων, εισάγει από πολλών ετών ριζόχαρτο (14) από το Βιετνάμ.
13. Κατά το 1996 και τα επόμενα έτη, ο εκτελωνιστής που ενεργούσε στο όνομα της Heuschen & Schrouff δήλωσε το εισαγόμενο ριζόχαρτο στη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ ενόψει της θέσεώς του σε ελεύθερη κυκλοφορία. Με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 1996, η ολλανδική τελωνειακή αρχή γνωστοποίησε στη Heuschen & Schrouff ότι το ριζόχαρτο πρέπει πράγματι να καταταγεί στη διάκριση 1901 90 99 ΣΟ.
14. Στις 27 Ιουνίου 1997, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1196/97 (15), ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στις 28 Ιουνίου 1997 και τέθηκε σε ισχύ στις 19 Ιουλίου 1997.
15. Κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού αυτού, η Heuschen & Schrouff συνέχισε να εισάγει ριζόχαρτο από το Βιετνάμ υπό τη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ, πρακτική την οποία αποδέχθηκε η ολλανδική τελωνειακή αρχή όσον αφορά 29 τελωνειακές διασαφήσεις 6 μηνών (κατόπιν ελέγχου των εγγράφων και –σε μία περίπτωση– υλικής έρευνας των αντικειμένων). Στις 16 Μαρτίου 1998, η ολλανδική τελωνειακή αρχή επισήμανε ότι η διασάφηση πρέπει να πραγματοποιηθεί στη διάκριση 1905 90 20 ΣΟ. Πάντως, αργότερα, κατά την ίδια ημερομηνία, η ίδια τελωνειακή αρχή επιβεβαίωσε την ορθότητα της διασαφήσεως στη διάκριση 1905 90 99 ΣΟ. Από τις 17 Μαρτίου 1998 η Heuschen & Schrouff χρησιμοποίησε για την εισαγωγή ριζόχαρτου τη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ.
16. Με έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2000, η Heuschen & Schrouff κλήθηκε να καταβάλει τελωνειακούς δασμούς συνολικού ύψους 645 399,50 ολλανδικών φιορινιών (NLG) (292 869,52 ευρώ) για όλες τις εισαγωγές ριζόχαρτου που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 13 Νοεμβρίου 1997 έως 31 Δεκεμβρίου 1998. Παραπέμποντας στον κανονισμό 1196/97, η τελωνειακή αρχή διευκρίνισε ότι η διάκριση 1901 90 99 ΣΟ, η οποία είχε αναγραφεί στις τελωνειακές διασαφήσεις, ήταν εσφαλμένη και, κατά συνέπεια, καθίστατο αναγκαία η διόρθωση των αντιστοίχων καταλογιστικών πράξεων επιβολής των δασμών αυτών.
17. Με απόφαση του ελεγκτή που εκδόθηκε επί της ενστάσεως της Heuschen & Schrouff στις 9 Μαρτίου 2001, επικυρώθηκαν οι αιτήσεις για πληρωμή, εξαιρουμένης της αιτήσεως για πληρωμή ποσού 13 650,30 NLG (6 194,24 ευρώ) όσον αφορά τελωνειακή διασάφηση της 16ης Μαρτίου 1998, η οποία ακυρώθηκε. Κατόπιν διορθώσεως, το καταβλητέο ποσόν καθορίστηκε σε 636 518,40 NLG (282 645,21 ευρώ) για το χρονικό διάστημα από 25 Νοεμβρίου 1997 έως 2 Φεβρουαρίου 1998.
18. Η Heuschen & Schrouff υπέβαλε, στις 13 Σεπτεμβρίου 2002, στην εθνική τελωνειακή αρχή αίτηση διαγραφής της οικείας τελωνειακής οφειλής της, σύμφωνα με το άρθρο 239, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα. Η αίτηση αυτή διαβιβάσθηκε στην Επιτροπή στις 19 Σεπτεμβρίου 2002.
19. Η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση με την απόφαση REM 19/2002 της 17ης Ιουνίου 2004, με το αιτιολογικό ότι συντρέχει μεν ειδική περίπτωση υπό την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, πλην όμως η Heuschen & Schrouff ενήργησε με πρόδηλη αμέλεια. Η Επιτροπή εκθέτει συναφώς ότι, μετά τη δημοσίευση του κανονισμού 1196/97 στις 28 Ιουνίου 1997, η κατάσταση σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη έπαυσε να είναι περίπλοκη και συγκεχυμένη. Η Heuschen & Schrouff έπρεπε να έχει αποκτήσει μέχρι τότε βέβαιη γνώση ζητώντας τουλάχιστον πληροφορίες συναφώς.
20. Κατά της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής, η Heuschen & Schrouff άσκησε στις 23 Σεπτεμβρίου 2004 την ως άνω προσφυγή.
III – Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
21. Η Heuschen & Schrouff στήριξε την προσφυγή της σε τρεις λόγους ακυρώσεως:
– παράβαση του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και έλλειψη αιτιολογίας·
– παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως,
– παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
22. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή και καταδίκασε την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
23. Στα χωρία της αποφάσεως που παρουσιάζουν εν προκειμένω ενδιαφέρον, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, λόγω του σφάλματος της ολλανδικής τελωνειακής αρχής, συντρέχει βεβαίως ειδική περίπτωση υπό την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, πλην όμως η Heuschen & Schrouff ενήργησε με πρόδηλη αμέλεια. Η δημοσίευση του κανονισμού 1196/97 έθεσε τέρμα στην κατάσταση που επικρατούσε προηγουμένως, η οποία, όσον αφορά το ολλανδικό κείμενο, ήταν ενδεχομένως περίπλοκη. Πάντως, από τον χρόνο εκείνο κατέστησαν εμφανείς οι ενδεχόμενες αντιφάσεις μεταξύ των μέχρι τούδε διασαφήσεων και του κανονισμού 1196/97. Εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να έχει υποβληθεί ερώτημα στην τελωνειακή αρχή ως προς τις εν λόγω αντιφάσεις. Τα σφάλματα του εκτελωνιστή πρέπει να καταλογισθούν στην Heuschen & Schrouff. Κατά συνέπεια, η απόφαση της Επιτροπής είναι ορθή και δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα.
IV – Τα αιτήματα στο πλαίσιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας
24. Η Heuschen & Schrouff ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
– να ακυρώσει την απόφαση REM 19/2002 της Επιτροπής, με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η διαγραφή των εισαγωγικών δασμών δεν δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
25. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, και
– να καταδικάσει τη Heuschen & Schrouff στα δικαστικά έξοδα.
26. Μετά την ολοκλήρωση της έγγραφης διαδικασίας, πραγματοποιήθηκε επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις 22 Μαΐου 2008, στην οποία συμμετείχαν η Heuschen & Schrouff, η Επιτροπή, η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Ιταλική Κυβέρνηση. Κατά τη συζήτηση δεν προέκυψαν νέα στοιχεία.
V – Επί της αναιρέσεως
Α – Τα επιχειρήματα των διαδίκων
27. Στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, η Heuschen & Schrouff ισχυρίζεται, προβάλλοντας ένα και μόνο λόγο αναιρέσεως, ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα .(16) Επιπλέον, το Πρωτοδικείο θεμελίωσε ανεπαρκώς τα συμπεράσματά του. Εν πάση περιπτώσει, το σκεπτικό της αποφάσεως δεν μπορεί να στηρίξει τα συναχθέντα συμπεράσματα.
28. Κατά την αναιρεσείουσα, δεν έχει ακόμη καταστεί σαφής η ορθή δασμολογική κατάταξη του άψητου ριζόχαρτου. Κακώς το Πρωτοδικείο υπέλαβε ότι έχει παγιωθεί η κατάταξη στη διάκριση 1905 90 20 ΣΟ. Η Heuschen & Schrouff αμφισβητεί την ορθότητα της κατατάξεως αυτής και επισημαίνει ότι ως προς το ζήτημα της ορθής κατατάξεως εκκρεμεί παραλλήλως προσφυγή ενώπιον του Hoge Raad των Κάτω Χωρών (17).
29. Κατά την αναιρεσείουσα, η εξέταση κατά το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα, επομένως βάσει των κριτηρίων της φύσεως του σφάλματος (και της περιπλοκότητας της διατάξεως), της επαγγελματικής πείρας του αιτούντος και του βαθμού επιμέλειας που επέδειξε, σε συνδυασμό μεταξύ τους, πρέπει να έχει ως συνέπεια ότι επιβάλλεται η διαγραφή των εισαγωγικών δασμών.
30. Όσον αφορά το κριτήριο της περιπλοκότητας της διατάξεως, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι πρέπει να καταλογισθούν σφάλματα τόσο στην Επιτροπή όσο και στην τελωνειακή αρχή. Η Επιτροπή έθεσε, με τον κανονισμό 1196/97, ένα προδήλως εσφαλμένο, οπωσδήποτε διφορούμενο κανόνα, ο οποίος τελεί σε αντίφαση προς τη νομολογία του Δικαστηρίου (18). Στον κανονισμό αυτόν θα μπορούσε να εμπίπτει το πολύ πολύ το ψημένο ριζόχαρτο, όχι όμως και το άψητο που εισάγει η Heuschen & Schrouff. Επιπλέον, το ολλανδικό κείμενο σχετικά με την κλάση 1905 ΣΟ δεν περιέχει καμία ένδειξη όσον αφορά το ριζόχαρτο. Αυτό δημιουργεί σύγχυση. Σε σφάλμα υπέπεσε και η ολλανδική τελωνειακή αρχή, διότι αποδέχθηκε και επικύρωσε μετά τη δημοσίευση του κανονισμού 1196/97, για χρονικό διάστημα έξη μηνών, 29 περαιτέρω διασαφήσεις με κατάταξη στην κλάση 1901 ΣΟ. Πάντως, πρόκειται για ένα περίπλοκο σύστημα κανόνων κατατάξεως, το οποίο, αντίθετα προς τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου, δεν έπαυσε να ισχύει με τη δημοσίευση του κανονισμού 1196/97. Όσον αφορά την απόφαση Biegi Nahrungsmittel (19), πρέπει επιπλέον να ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διήρκεσε η εμμονή των αρχών στο σφάλμα τους. Αντίθετα προς τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου, πρέπει, επομένως, να αξιολογηθεί το γεγονός ότι οι ολλανδικές αρχές επί έξι περαιτέρω μήνες δεν διατύπωσαν καμία εναντίωση, αλλά ενέκριναν την πραγματοποιηθείσα κατάταξη.
31. Όσον αφορά το κριτήριο της επαγγελματικής πείρας, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Heuschen & Schrouff διαθέτει μεγάλη επαγγελματική πείρα σχετικά με τις εισαγωγές και τις εξαγωγές. Επομένως, εσφαλμένως τη θεώρησε ως πεπειραμένο έμπορο που γνωρίζει, κατά συνέπεια, πολύ καλά τις διατυπώσεις εισαγωγής και εξαγωγής. Πάντως, δεν ασχολείται η ίδια με τις τελωνειακές διασαφήσεις, αλλά χρησιμοποιεί προς τούτο τις υπηρεσίες αρμοδίων τρίτων, οι οποίοι ενεργούν, κατά το άρθρο 5 του τελωνειακού κώδικα, στο όνομά της. Οι ενέργειές τους δεν μπορούν να της καταλογιστούν κατά το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα. Επιπλέον, στην παρούσα υπόθεση, λόγω της ιδιαίτερης περιπλοκότητας της ρυθμίσεως, η προβαλλόμενη εσφαλμένη κατάταξη δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί έστω και σε περίπτωση μεγάλης επαγγελματικής πείρας.
32. Όσον αφορά το κριτήριο της υποχρεώσεως επιδείξεως επιμέλειας, το Πρωτοδικείο θέτει με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πολύ υψηλές προδιαγραφές, έστω και αν θεωρηθεί ότι η Heuschen & Schrouff ήταν πεπειραμένος έμπορος. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο κακώς την εξομοιώνει με τον άμεσο εκπρόσωπο στον οποίο προσέφυγε. Δεν είναι σαφές γιατί η Heuschen & Schrouff θα έπρεπε να έχει αμφιβολίες ως προς την μέχρι τότε κατάταξη στη ΣΟ. Είχε αρκετές ενδείξεις για το ότι η κατάταξη στην κλάση 1901 ΣΟ είναι ορθή, όπως ήδη εξέθεσε σε σχέση με το κριτήριο της περιπλοκότητας της ρυθμίσεως, ιδίως την ένδειξη ότι ο κανονισμός 1196/97 δεν καλύπτει το άψητο ριζόχαρτο που εισάγει η ίδια. Επομένως, το γεγονός ότι δεν εφάρμοσε τον κανονισμό αυτόν δεν οφείλεται στο ότι δεν τον διάβασε, αλλά στο ότι ο κανονισμός αυτός δεν πρέπει να εφαρμοστεί στο προϊόν που αυτή εισάγει, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε και η ολλανδική τελωνειακή αρχή. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η ΣΟ κατά τα έτη 1996 έως 1998 δεν τροποποιήθηκε σύμφωνα με το γράμμα του κανονισμού 1196/97. Η υπόθεση που κατέληξε στην απόφαση Covita (20), την οποία επικαλείται το Πρωτοδικείο, δεν είναι παρεμφερής για τους λόγους αυτούς. Αντιθέτως, η παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας πρέπει να καταλογισθεί στην ολλανδική τελωνειακή αρχή, η οποία, για χρονικό διάστημα έξη μηνών, αποδέχθηκε 29 διασαφήσεις, οι οποίες σήμερα θεωρούνται εσφαλμένες. Στη συνέχεια, παρήλθαν δύο έτη και οκτώ μήνες μέχρις ότου εξετασθεί η αίτηση για τη διαγραφή των δασμών. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εκτίμηση της αμέλειας, κατά το δυνατόν περιορισμένης και αναγόμενης στο παρελθόν, της Heuschen & Schrouff, η οποία είναι ελαφρά σε σχέση με την αμέλεια της ολλανδικής τελωνειακής αρχής. Αυτό επιβεβαιώνει και το καλούμενο έγγραφο εργασίας της ολλανδικής τελωνειακής αρχής του Σεπτεμβρίου 2002, το οποίο επισυνάφθηκε ως παράρτημα του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και το οποίο προηγήθηκε της υποβολής της αιτήσεως της Heuschen & Schrouff προς την Επιτροπή για διαγραφή των εισαγωγικών δασμών. Με το έγγραφο αυτό, η ολλανδική τελωνειακή αρχή θεώρησε, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση Sommer (21), ότι η Heuschen & Schrouff, υπό τις παρούσες συνθήκες, μπορούσε δικαιολογημένα να έχει εμπιστοσύνη στην ορθότητα των ενεργειών της τελωνειακής αρχής.
33. Η Επιτροπή επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι η αίτηση αναιρέσεως επαναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου. Πάντως, με την παρατήρηση αυτή, δεν επιθυμεί να προβάλει ένσταση απαραδέκτου.
34. Η Επιτροπή αντιτάσσει περαιτέρω ότι τα επιχειρήματα της Heuschen & Schrouff δεν είναι πρόσφορα για να θέσουν εν αμφιβόλω την ορθότητα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Βεβαίως υφίσταται ειδική περίπτωση υπό την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, διότι η ολλανδική τελωνειακή αρχή κακώς δεν αμφισβήτησε, μετά τη δημοσίευση του κανονισμού 1196/97, εσφαλμένες διασαφήσεις της Heuschen & Schrouff. Δεν υπάρχει επίσης πρόθεση εξαπατήσεως. Πάντως, η περαιτέρω προβλεπόμενη στο άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα προϋπόθεση, δηλαδή η έλλειψη πρόδηλης αμέλειας του ενδιαφερομένου, δεν συνέτρεχε. Για τον έλεγχο που πρέπει συναφώς να πραγματοποιηθεί των τριών κριτηρίων τα οποία διαμόρφωσε η νομολογία (της περιπλοκότητας των διατάξεων, η μη τήρηση των οποίων θεμελιώνει την τελωνειακή οφειλή, καθώς και της πείρας και της επιμέλειας του επιχειρηματία) σημασία έχει αποκλειστικά η συμπεριφορά του εκάστοτε επιχειρηματία. Αντίθετα προς τα επιχειρήματα της Heuschen & Schrouff, στο στάδιο αυτό του ελέγχου δεν παίζει κανένα ρόλο η συμπεριφορά των εθνικών τελωνειακών αρχών.
Β – Νομική εκτίμηση
35. Επισημαίνω εκ προοιμίου ότι είμαι της γνώμης ότι η καταγγελθείσα από την Επιτροπή επανάληψη των επιχειρημάτων δεν δημιουργεί πρόβλημα. Βεβαίως, αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ρητώς απορριφθεί από αυτό, δεν πληροί τις επιταγές περί αιτιολογήσεως που απορρέουν από το άρθρο 225 EΚ, το άρθρο 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου (22). Πάντως, τα νομικά ζητήματα που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως κατά την εξέταση αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον ο αναιρεσείων, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο (23).
36. Επισημαίνεται συναφώς ότι οι διαπιστώσεις και εκτιμήσεις πραγματικών περιστατικών του Πρωτοδικείου δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Μπορούν να εξετασθούν μόνον καθόσον πρόκειται για τον έλεγχο του νομικού χαρακτηρισμού τους και των νομικών συνεπειών που συνήγαγε συναφώς το Πρωτοδικείο, για να αρνηθεί τη συνδρομή των κρίσιμων εν προκειμένω προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα (24).
37. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί το προβαλλόμενο από τη Heuschen & Schrouff ζήτημα της ορθής δασμολογικής κατατάξεως (25) του ριζόχαρτου. Η Heuschen & Schrouff θεωρεί προφανώς ότι, εάν η κατάταξη, της οποίας την ορθότητα αμφισβητεί, στη διάκριση 1905 90 20 ΣΟ ήταν εσφαλμένη, δεν θα είχε πλέον σημασία το ζήτημα της διαγραφής των δασμών. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι το ζήτημα αυτό, όπως παρατήρησε και η Επιτροπή, δεν είναι αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, αλλά της παράλληλης διαδικασίας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου (26). Αφετέρου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι θα ήταν ορθότερο από συστηματικής απόψεως να ληφθεί απόφαση επί του ζητήματος της διαγραφής των εν προκειμένω επίδικων δασμών αφού πράγματι διευκρινιστεί το ζήτημα της βεβαιώσεως (27). Πάντως, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς της, η νομολογία δεν απαιτεί την ως άνω συστηματική αλληλουχία των αποφάσεων (28).
38. Όσον αφορά το ζήτημα της διαγραφής των εισαγωγικών δασμών (που εν προκειμένω βεβαιώθηκαν εκ των υστέρων) για λόγους επιείκειας, το άρθρο 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι οι εισαγωγικοί δασμοί μπορούν να διαγραφούν σε τέτοιες ειδικές περιπτώσεις (29), στις οποίες δεν υπάρχει καμία πρόθεση εξαπατήσεως ούτε πρόδηλη αμέλεια του ενδιαφερομένου. Για να εκτιμηθεί αν υφίσταται πρόδηλη αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, πρέπει να ληφθούν υπόψη ιδίως η περιπλοκότητα των διατάξεων, των οποίων η παράβαση οδηγεί στη γένεση τελωνειακής οφειλής, καθώς και η επαγγελματική πείρα και η επιμέλεια της επιχειρήσεως (30). Ορθώς και το Πρωτοδικείο έλαβε ως αφετηρία τα κριτήρια αυτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (31).
39. Ορθώς επίσης το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι στην υπό κρίση διαφορά σημασία έχει μόνον το ζήτημα της πρόδηλης αμέλειας και, κατά συνέπεια, η εκτίμηση των τριών προαναφερθέντων κριτηρίων. Πράγματι, οι διάδικοι συμφωνούν –πράγμα που αποτυπώθηκε και στην απόφαση της Επιτροπής– ότι υφίσταται ειδική περίπτωση υπό την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, διότι η ολλανδική τελωνειακή αρχή κακώς, μετά τη δημοσίευση του κανονισμού 1196/97, δεν αμφισβήτησε εσφαλμένες διασαφήσεις της Heuschen & Schrouff. Ομοίως, υπάρχει συμφωνία ως προς το ότι δεν υπήρξε πρόθεση εξαπατήσεως.
40. Όσον αφορά το ζήτημα της περιπλοκότητας της ρυθμίσεως, νομίζω ότι είναι ορθή η ερμηνεία και η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο. Συναφώς, το Πρωτοδικείο, το οποίο δέχθηκε ότι κατά τον προ της δημοσιεύσεως του κανονισμού 1196/97 χρόνο η κατάσταση ήταν όντως περίπλοκη, ορθώς έκρινε, παραπέμποντας στην απόφαση Hewlett Packard France (32), ότι η κατάσταση μετά την έκδοση του κανονισμού αυτού μπορεί να χαρακτηρισθεί σαφής. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Heuschen & Schrouff, δεν βλέπω στην αναφορά που περιέχει η απόφαση Biegi Nahrungsmittel (33) στο «διάστημα κατά το οποίο διήρκεσε η εμμονή των αρχών στο σφάλμα τους» κανένα λόγο που να καθιστά δυνατή μια διαφορετική αξιολόγηση. Η περίπτωση την οποία αφορούσε η απόφαση Biegi Nahrungsmittel, και στην οποία το εν λόγω διάστημα μπορούσε ενδεχομένως να ασκήσει κάποια επιρροή (34), δεν μπορεί να συγκριθεί με την παρούσα περίπτωση. Πράγματι, σε αντιδιαστολή προς την περίπτωση εκείνη, το χαρακτηριστικό της υπό κρίση υποθέσεως είναι ότι η δημοσίευση του κανονισμού 1196/97 δημιούργησε μια σαφή κατάσταση. Το γεγονός ότι όχι μόνον η Heuschen & Schrouff, αλλά ούτε οι τελωνειακές αρχές ενημερώθηκαν συναφώς διαβάζοντας την Επίσημη Εφημερίδα δεν μπορεί υπό τις συνθήκες αυτές να ασκήσει επιρροή. Το γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές δεν ενημερώθηκαν δεν μπορεί να απαλλάξει τους ενδιαφερόμενους από την υποχρέωση να καταβάλουν τις δικές τους προσπάθειες. Τούτο διότι κατά γενικό κανόνα, κατά την εκτίμηση της αμέλειας του ενδιαφερομένου, σημασία έχει η υποκειμενική του σφαίρα, οπότε η προσοχή εστιάζεται στον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. Θεωρώ ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις συντρέχουν λόγοι που συνηγορούν υπέρ της συνεκτιμήσεως της συμπεριφοράς των τελωνειακών αρχών.
41. Όσον αφορά το κριτήριο της επαγγελματικής πείρας, δεν μπορώ να εντοπίσω κανένα πρόβλημα στην ερμηνεία και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο. Ορθώς το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη τα κριτήρια που διατυπώθηκαν στην απόφαση Söhl & Söhlke (35) (36). Το Πρωτοδικείο διευκρίνισε επίσης με σαφήνεια ότι η ενδιαφερόμενη εταιρία δεν είναι άπειρη και ότι, επιπλέον, η συμπεριφορά του εκτελωνιστή πρέπει να καταλογιστεί σ’ αυτήν (37). Όσον αφορά την πτυχή σχετικά με την πείρα της ενδιαφερομένης, το Πρωτοδικείο προέβη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία στην αναιρετική διαδικασία μπορεί να ελεγχθεί μόνον υπό αυστηρές προϋποθέσεις οι οποίες δεν φαίνεται να συντρέχουν εν προκειμένω (38). Όσον αφορά τον καταλογισμό της συμπεριφοράς του εκτελωνιστή, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά τη νομολογία, μπορεί να τεθεί όριο στον καταλογισμό αυτόν μόνον εάν ο εντολοδόχος ενήργησε με πρόθεση εξαπατήσεως και η απάτη αυτή επηρεάζει και τον υπόχρεο για την τελωνειακή οφειλή (39). Στο επιχείρημα ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης περιπλοκότητας της ρυθμίσεως, η προβαλλόμενη εσφαλμένη κατάταξη δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί ακόμη και σε περίπτωση μεγάλης επαγγελματικής πείρας, πρέπει να αντιταχθεί ότι αυτό μπορεί να ισχύσει μόνο για την κατάσταση που επικρατούσε πριν από την έκδοση του κανονισμού 1196/97 και αξιολογήθηκε ήδη σε άλλο σημείο (40).
42. Τέλος, όσον αφορά το κριτήριο της επιμέλειας του επιχειρηματία, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι ούτε στο σημείο αυτό ευσταθεί η κριτική που ασκείται κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο ορθώς αναφέρθηκε ειδικότερα στις αποφάσεις Deutsche Fernsprecher (41), Covita (42) και Binder (43) και εξέθεσε ότι, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, πρέπει να θεωρείται δεδομένη η γνώση των δημοσιεύσεων στην Επίσημη Εφημερίδα και ότι μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται το αντίστοιχο γλωσσικό κείμενο μπορεί να υπάρξει εξαίρεση (44). Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Heuschen & Schrouff, δεν πρόκειται, σε καμία περίπτωση, για υπερβολικά υψηλές απαιτήσεις. Από της δημοσιεύσεως του κανονισμού 1196/97, κάθε οφειλέτης δασμών στη θέση της Heuschen & Schrouff θα μπορούσε, εάν είχε ενεργήσει με επιμέλεια (45), να έχει λάβει γνώση του κανονισμού αυτού και θα είχε μεριμνήσει για την άρση κατά τον προσήκοντα τρόπο των αμφιβολιών που οπωσδήποτε προκάλεσε ο ανωτέρω κανονισμός όσον αφορά τη μέχρι τότε κατάταξη. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο εξέτασε το επιχείρημα της Heuschen & Schrouff ότι στο στάδιο ακριβώς αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά της ολλανδικής τελωνειακής αρχής, συγκεκριμένα η έλλειψη επιμέλειας. Ορθώς το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα αυτό. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, η συμπεριφορά των τελωνειακών αρχών δεν ασκεί καμία επιρροή στο στάδιο αυτό της εξετάσεως. Η Heuschen & Schrouff ζητεί, κατ’ ουσίαν, να αξιολογηθεί διττώς το σφάλμα της ολλανδικής τελωνειακής αρχής, το οποίο εν προκειμένω αναμφιβόλως υφίσταται και αναγνωρίστηκε τόσο από την Επιτροπή με την απόφασή της όσο και από το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: αφενός, στο επίπεδο της «ειδικής καταστάσεως»και αφετέρου στο επίπεδο της «αμέλειας του οφειλέτη των δασμών». Η δεύτερη περίπτωση όμως μπορεί να αφορά μόνον τη συμπεριφορά του οφειλέτη, εφόσον η συμπεριφορά της τελωνειακής αρχής αξιολογήθηκε ήδη στο επίπεδο της «ειδικής καταστάσεως».
43. Κατόπιν των ανωτέρω, είμαι της γνώμης ότι το Πρωτοδικείο, βάσει επαρκούς αιτιολογίας, ορθώς διαπίστωσε και εκτίμησε ότι η Heuschen & Schrouff ενήργησε αμελώς υπό την έννοια του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα.
44. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
VI – Δικαστικά έξοδα
45. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία της αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Heuschen & Schrouff ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
VII – Πρόταση
46. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ως εξής:
1. να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
2. να καταδικάσει τη Heuschen & Schrouff στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Τ-382/04.
3 – Βλ., συναφώς, προτάσεις μου της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 στην υπόθεση C‑375/07, Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading.
4 – ΕΕ L 256, σ. 1.
5 – EE L 198, σ. 1.
6 – Βλ. αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2658/87 (ιδίως την τρίτη αιτιολογική σκέψη), άρθρα 1 και 3 του κανονισμού αυτού, καθώς και απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑208/06 και C‑209/06, Medion (Συλλογή 2007, σ. I‑7963, σκέψη 3).
7 – Οι κλάσεις 0401 έως 0404 περιλαμβάνουν προϊόντα όπως γάλα, κρέμα, ορό γάλακτος και προϊόντα που παράγονται από αυτά.
8 – Αυτό ισχύει, μεταξύ άλλων, για το γερμανικό («getrocknete Teigblätter aus Mehl oder Stärke»), το γαλλικό («pâtes séchées de farine, d’amidon ou de fécule en feuilles»), το ισπανικό («pastas secas de harina, almidón o fécula, en hojas») και το πορτογαλικό («pastas secas de farinha, amido ou fécula») κείμενο.
9 – Το ολλανδικό («dergelijke producten van meel of van zetmeel»), το δανικό («lignende varer af mel eller stivelse») και το σουηδικό («liknande produkter») κείμενο περιέχουν στο τέλος της απαριθμήσεως λιγότερο ή περισσότερο λεπτομερειακή παραπομπή σε «παρόμοια προϊόντα» και έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο λιγότερο διεξοδικό από την πλειονότητα των άλλων κειμένων που εντάσσουν μεταξύ της ονομασίας των «αζυμοσφραγίδων» και «παρόμοιων προϊόντων» άλλα προϊόντα που καλύπτονται από τους όρους που παρατίθενται στην επόμενη υποσημείωση.
10 – Βλ. «rice paper» στο αγγλικό κείμενο και «rižev papir» στο σλοβενικό κείμενο.
11 – ΕΕ L 170, σ. 13.
12 – Στο ολλανδικό κείμενο: «Voedselbereiding in de vorm van droge, doorschijnende vellen, met verschillende afmetingen, vervaardigd van rijstmeel, zout en water. De vellen worden, na weken in water om ze plooibaarte maken, meestal gebruikt om daarvan de “wikkels” voorloempia’s en dergelijke te vervaardigen.»
13 – ΕΕ L 302, σ. 1.
14 – Γνωστό και υπό τον όρο «Reisblätter» ή την αγγλική ονομασία «rice-paper».
15 – Βλ. ανωτέρω σημεία 9 και 10 των προτάσεων αυτών.
16 – Στην αρχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η Heuschen & Schrouff επικαλείται, κατά σειρά, παράβαση των άρθρων 899 έως 909 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1). Πάντως, επειδή στη συνέχεια της αιτήσεως αναιρέσεως δεν γίνεται καμία συγκεκριμένη αναφορά στις διατάξεις αυτές σχετικά με τη διοικητική διαδικασία για την έκδοση αποφάσεων κατά το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα, θεωρώ ότι πρόκειται για ενιαίο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά τον πυρήνα του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα.
17 – Βλ., συναφώς, ανωτέρω, σημείο 2 των προτάσεων αυτών.
18 – Η Heuschen & Schrouff παραπέμπει συναφώς στην απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C‑12/94, Uelzena Milchwerke (Συλλογή 1995, σ. I‑2397).
19 – Απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C‑499/03 P (Συλλογή 2005, σ. I‑1751, σκέψη 48).
20 – Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1998, C‑370/96 (Συλλογή 1998, σ. I‑7711).
21 – Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2000, C‑15/99 (Συλλογή 2000, σ. I‑8989).
22 – Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, C‑41/00 P (Συλλογή 2003, σ. I‑2125, σκέψη 16).
23 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2000, C‑210/98 P, Salzgitter κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑5843, σκέψη 43), και Interporc κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα, σκέψη 17).
24 – Εάν το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ή εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 225 EΚ, έλεγχο επί του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών αυτών περιστατικών και των νομικών συνεπειών που συνήγαγε συναφώς το Πρωτοδικείο (απόφαση Biegi Nahrungsmittel και Commonfood κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 41· υπό την έννοια αυτή, βλ. Lenaerts, K./Arts, D./Maselis, I., ProceduralLawoftheEuropean Union, 2η έκδοση, Λονδίνο, 2006, σ. 457, σημείο 16-007). Όπως το Δικαστήριο κατ’ επανάληψη έκρινε, ο νομικός αυτός χαρακτηρισμός συνιστά πράγματι νομικό ζήτημα, το οποίο, ως τέτοιο, μπορεί να υπαχθεί στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. αποφάσεις Biegi Nahrungsmittel και Commonfood κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 41, της 19ης Οκτωβρίου 1995, C‑19/93 P, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. I‑3319, σκέψη 26, και της 29ης Απριλίου 2004, C‑470/00 P, Κοινοβούλιο κατά Ripa di Meana κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. I‑4167, σκέψη 41).
25 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 28 των προτάσεων αυτών.
26 – Για τη διεξοδική απάντηση στο ερώτημα της δασμολογικής κατατάξεως του ριζόχαρτου παραπέμπω στις αναλύσεις μου στην υπόθεση C‑375/07 (βλ. και ανωτέρω, σημείο 2 των προτάσεων αυτών), από τις οποίες συνάγεται ότι το ριζόχαρτο πρέπει να καταταχθεί στη διάκριση 1905 90 20 ΣΟ.
27 – Τούτο διότι, από συστηματικής απόψεως, μόνον ένα ποσό δασμών που έχει ήδη καταχωρισθεί μπορεί να διαγραφεί ή να επιστραφεί. Εφόσον, επομένως, η διαδικασία για την εκ των υστέρων βεβαίωση δεν έχει ολοκληρωθεί, δεν είναι σαφές αν υπάρχει οπωσδήποτε εκ των υστέρων επιβληθέν ποσό δασμών κατά το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα, το οποίο μπορεί να διαγραφεί ή να επιστραφεί.
28 – Η πρακτική σε εθνικό επίπεδο φαίνεται πάντως ότι οργανώνει τη σειρά της εξετάσεως των αιτήσεων κατά τρόπον ώστε, για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, να κρίνεται το ζήτημα της διαγραφής αφού προηγουμένως διαπιστωθεί η βεβαίωση (Alexander, «Vorbemerkungen zu Art. 220, 221», in: Witte, Zollkodex, Kommentar, 4η έκδοση, 2006, σημείο 2). Για το μέλλον, ο «εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας» στον κανονισμό (ΕΚ) 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 145, σ. 1), επιφέρει θετική τροποποίηση που αποσκοπεί στην τήρηση λογικής σειράς στις αποφάσεις, καθόσον το άρθρο του 84, παράγραφος 2, ορίζει ότι όταν ασκείται προσφυγή κατά της κοινοποίησης της τελωνειακής οφειλής, οι προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να υποβληθούν οι αιτήσεις για επιστροφή ή για διαγραφή αναστέλλονται από την ημερομηνία που ασκείται η προσφυγή και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας προσφυγής.
29– Η γενική αυτή ρήτρα επιείκειας παρέχει τη δυνατότητα να εκτιμηθούν οι ειδικές περιστάσεις της κατ’ ιδίαν περιπτώσεως, βλ. συναφώς Berr/Trémeau, «Ledroitdouanier, Communautaireetnational», 7η έκδοση, 2006, σ. 241, καθώς και Huchatz, «Art. 239 – Erstattung oder Erlass in Sonderfällen», in: Witte, όπ.π., 4η έκδοση, 2006, σημεία 1 και 28.
30 – Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1999, C‑48/98, Söhl & Söhlke (Συλλογή 1999, σ. I‑7877, σκέψεις 56 και 60). Βλ. και Lyons, ECCustomsLaw, δεύτερη έκδοση, 2008, σ. 489. Βλ. προτάσεις μου της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 στην υπόθεση C‑375/07, Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading, όσον αφορά τον ταυτόσημο χαρακτήρα αυτών των κριτηρίων προς συγκεκριμένα κριτήρια του άρθρου 220, παράγραφος 2, καθώς και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
31 – Σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
32 – Απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, C‑250/91 (Συλλογή 1993, σ. I‑1819, σκέψη 28).
33 – Προπαρατεθεισα, στην υποσημείωση 19, σκέψη 48.
34 – Βλ., συναφώς, σκέψη 55. Στο πλαίσιο της αποφάσεως εκείνης, ο Harings διευκρινίζει στο άρθρο του «Nacherhebung von Einfuhrabgaben, Nichterkennbarkeit eines Irrtums der Zollbehörden», ZeitschriftfürZölleundVerbrauchsteuern, 2005, σ. 230 επ., ιδίως σ. 321, ότι, προηγουμένως, οι τελωνειακές αρχές συχνά θεωρούσαν ότι ένα σφάλμα δεν μπορούσε να εντοπισθεί μόνον εάν στηριζόταν σε μακροχρόνια διοικητική πρακτική. Η απόφαση Biegi Nahrungsmittel απέρριψε την πρακτική αυτή. Ο Harings επισημαίνει επιπλέον ότι μια εσφαλμένη διοικητική πρακτική μπορεί να είναι μόνο μια ένδειξη για την αδυναμία εντοπισμού ενός σφάλματος.
35 – Προπαρατεθείσα, ανωτέρω, στην υποσημείωση 30 των προτάσεων αυτών.
36 – Βλ. σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
37 – Βλ. σκέψεις 65 και 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και την υπαγωγή που ακολουθεί μέχρι τη σκέψη 70.
38 – Κατ’ αρχήν, κατά το άρθρο 225, παράγραφος 1, ΕΚ και το άρθρο 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Επομένως, αποκλείεται, κατ’ αρχήν, νέος έλεγχος των πραγματικών περιστατικών. Μόνο σε περιορισμένη έκταση, ιδίως όσον αφορά την παραμόρφωση των αποδεικτικών μέσων, μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει πραγματικά ζητήματα.
39 – Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί η απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑61/98, De Haan (Συλλογή 1999, σ. I‑5003, σκέψη 53).
40 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 40 των προτάσεων αυτών.
41 – Απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990, C‑64/89 (Συλλογή 1990, σ. I‑2535).
42 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20.
43 – Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1989, 161/88 (Συλλογή 1989, σ. 2415).
44 – Βλ. σκέψεις 75 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
45 – Ο Harings, στο ανωτέρω παρατεθέν έργο του (υποσημείωση 34 των προτάσεων αυτών), σ. 231, συνάγει από τη νομολογία του Δικαστηρίου το συμπέρασμα ότι το σχετικό κριτήριο είναι ο «ενημερωμένος εισαγωγέας». Τούτο υποδηλώνει έναν ενημερωμένο επιχειρηματία που διαβάζει επιμελώς την Επίσημη Εφημερίδα. Αντιθέτως, ως απρόσφορο κριτήριο θεωρείται το πρόσωπο το οποίο διαθέτει ειδικές γνώσεις στο τελωνειακό δίκαιο, γνωρίζει τέλεια τις νομικές διατάξεις στον τομέα αυτόν και την οικονομία τους. Κριτικές παρατηρήσεις συναφώς από τον Berr, «Droit douanier», Lasemainejuridique – éditionentreprise, 1990, II 15876, σ. 589 επ., σ. 592.
Full & Egal Universal Law Academy