ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 10ης Απριλίου 2008 1(1)
Υπόθεση C‑141/07
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
«Εφοδιασμός νοσοκομείου με φάρμακα από εξωτερικό φαρμακείο – Υποχρέωση του εξωτερικού φαρμακείου να διασφαλίζει τον τακτικό και τον έκτακτο εφοδιασμό, να παρέχει συμβουλές στο προσωπικό του νοσοκομείου σε σταθερή βάση και σε περίπτωση έκτακτου περιστατικού, να συμμετέχει στην επιλογή των φαρμάκων και να ελέγχει τα αποθέματα – Αγορά που περιορίζεται μόνο στα φαρμακεία που βρίσκονται κοντά στο νοσοκομείο – Μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών – Δικαιολογητικός λόγος – Προστασία της δημόσιας υγείας»
1. Με την υπό κρίση προσφυγή τίθεται το ζήτημα αν οι διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας που εφαρμόζονται στην περίπτωση που ένα νοσοκομείο αποφασίζει να αναθέσει σε εξωτερικό φαρμακείο τον εφοδιασμό του σε φάρμακα συμβιβάζονται με τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚ που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
2. Κατά τη γερμανική νομοθεσία, ο εφοδιασμός ενός νοσοκομείου σε φάρμακα μπορεί να ανατίθεται είτε σε φαρμακείο που λειτουργεί εντός του νοσοκομείου είτε σε φαρμακείο άλλου νοσοκομείου είτε σε εξωτερικό φαρμακείο. Στις δύο τελευταίες αυτές περιπτώσεις το νοσοκομείο πρέπει να συνάπτει σύμβαση με το φαρμακείο, με την οποία το φαρμακείο να αναλαμβάνει τη δέσμευση να καλύπτει τον εφοδιασμό του νοσοκομείου σε φάρμακα από κάθε άποψη, και συγκεκριμένα να διασφαλίζει τον τακτικό και τον έκτακτο εφοδιασμό, να παρέχει συμβουλές στο προσωπικό του νοσοκομείου σε σταθερή βάση και σε περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών, να συμμετέχει στην επιλογή των φαρμάκων και να ελέγχει τα αποθέματα φαρμάκων του οικείου νοσοκομείου.
3. Δεν αμφισβητείται ότι οι σωρευτικώς προβλεπόμενες προϋποθέσεις αυτές (στο εξής: επίμαχες προϋποθέσεις) μπορούν να πληρούνται μόνο από φαρμακεία που βρίσκονται κοντά στο νοσοκομείο.
4. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ισχυρίζεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, διατηρώντας σε ισχύ τη νομοθεσία αυτή, η οποία καθιστά πρακτικά αδύνατο τον εφοδιασμό των νοσοκομείων με φάρμακα από φαρμακεία εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που της επιβάλλουν τα άρθρα 28 EK και 30 ΕΚ.
5. Με τις προτάσεις μου θα εκθέσω για ποιο λόγο οι επίμαχες προϋποθέσεις, μολονότι πρέπει να χαρακτηριστούν ως τρόποι πώλησης, κατά την έννοια της απόφασης της 24ης Νοεμβρίου 1993, C‑267/91 και C‑268/91, Keck και Mithouard (2), αποτελούν μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών.
6. Στη συνέχεια θα καταδείξω ότι, με βάση τις διευκρινίσεις που έχει παράσχει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ο περιορισμός αυτός είναι δικαιολογημένος προς τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας και ότι επομένως η υπό κρίση προσφυγή λόγω παράβασης κράτους μέλους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
I – Το νομικό πλαίσιο
7. Κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, του γερμανικού νόμου για τα φάρμακα (Arzneimittelgesetz), πωλήσεις φαρμάκων στη Γερμανία μπορούν να πραγματοποιούν, ακόμη και προς τα νοσοκομεία και τους γιατρούς, μόνο τα φαρμακεία, ενώ απαγορεύονται καταρχήν οι απευθείας πωλήσεις φαρμάκων από τους παραγωγούς ή τους εμπόρους χονδρικής πώλησης.
8. Οι διατάξεις για τον εφοδιασμό των νοσοκομείων με φάρμακα περιλαμβάνονται στο άρθρο 14 του γερμανικού νόμου για τα φαρμακεία (Apothekengesetz) (3).
9. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι τα νοσοκομεία μπορούν να αναθέτουν τον εφοδιασμό τους σε φάρμακα είτε σε εσωτερικό φαρμακείο, δηλαδή σε φαρμακείο που λειτουργεί εντός των χώρων του νοσοκομείου και στο οποίο δεν έχει καταρχήν πρόσβαση το κοινό, είτε σε φαρμακείο άλλου νοσοκομείου είτε σε εξωτερικό φαρμακείο. Όταν το νοσοκομείο αποφασίζει να αναθέσει τον εφοδιασμό του σε φαρμακείο άλλου νοσοκομείου ή σε εξωτερικό φαρμακείο, συνάπτει υποχρεωτικά με το φαρμακείο αυτό σύμβαση που υπόκειται στις επίμαχες προϋποθέσεις, τις οποίες θέτει το άρθρο 14, παράγραφοι 4 έως 6, του ApoG.
10. Οι διατάξεις αυτές, όπως ισχύουν από τις 21 Ιουνίου 2005, έχουν ως εξής:
«4 Η διοίκηση του νοσοκομείου που προτίθεται να αναθέσει τον εφοδιασμό του νοσοκομείου σε κάτοχο άδειας λειτουργίας φαρμακείου, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, ή της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλου κράτους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, πρέπει να συνάψει γραπτή σύμβαση με τον κάτοχο της άδειας αυτής. Τόπος εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων εφοδιασμού είναι η έδρα του νοσοκομείου και εφαρμοστέο δίκαιο είναι το γερμανικό.
5 Η σύμβαση που συνάπτεται κατά την παράγραφο 3 ή την παράγραφο 4 υπόκειται στην έγκριση της αρμόδιας αρχής. Η έγκριση αυτή παρέχεται οπωσδήποτε, αν αποδεικνύεται ότι η σύμβαση που έχει συνάψει, σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή την παράγραφο 4, το νοσοκομείο με ένα φαρμακείο για τον εφοδιασμό του σε φάρμακα από το φαρμακείο αυτό πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
1. Πρέπει να διασφαλίζεται ο τακτικός εφοδιασμός με φάρμακα, και ειδικότερα να αποδεικνύεται ότι το φαρμακείο διαθέτει τους χώρους, τον εξοπλισμό και το προσωπικό που είναι αναγκαία κατά τη γερμανική κανονιστική απόφαση περί λειτουργίας των φαρμακείων ή, εφόσον πρόκειται για φαρμακείο με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, κατά τις διατάξεις που ισχύουν στο άλλο αυτό κράτος.
2. Το φαρμακείο πρέπει να παραδίδει απευθείας στο νοσοκομείο τα φάρμακα που έχει παραγγείλει το νοσοκομείο αυτό ή, σε περίπτωση αποστολής των φαρμάκων, η αποστολή πρέπει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 11.
3. Το φαρμακείο πρέπει να θέτει στη διάθεση του νοσοκομείου χωρίς καθυστέρηση και προσηκόντως τα φάρμακα που χρειάζεται επειγόντως το νοσοκομείο για να αντιμετωπίσει έκτακτα ιατρικά περιστατικά.
4. Ο διευθύνων το φαρμακείο που διασφαλίζει τον εφοδιασμό κατά την παράγραφο 3 ή την παράγραφο 4 ή ο εντεταλμένος από αυτόν φαρμακοποιός παρέχει αυτοπροσώπως στο προσωπικό του νοσοκομείου συμβουλές κατά τον προσήκοντα εκάστοτε τρόπο και, σε περίπτωση έκτακτου περιστατικού, χωρίς καμία καθυστέρηση.
5. Το φαρμακείο που διασφαλίζει τον εφοδιασμό εγγυάται ότι θα παρέχει συμβουλές στο προσωπικό του νοσοκομείου σε σταθερή βάση, με σκοπό την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής και οικονομικής φαρμακοθεραπείας.
6. Ο διευθύνων το φαρμακείο που διασφαλίζει τον εφοδιασμό κατά την παράγραφο 3 ή την παράγραφο 4 ή ο εντεταλμένος από αυτόν φαρμακοποιός είναι μέλος της επιτροπής φαρμάκων του νοσοκομείου.
Η χορήγηση άδειας από την αρμόδια αρχή είναι επίσης αναγκαία για τον εφοδιασμό άλλου νοσοκομείου από νοσοκομειακό φαρμακείο που υπάγεται στην ίδιο διοικητικό φορέα. Για τη χορήγηση της άδειας αυτής εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου.
6 Ο διευθύνων το νοσοκομειακό φαρμακείο κατά την έννοια της παραγράφου 1 ή το φαρμακείο κατά την έννοια της παραγράφου 4 ή ο εντεταλμένος από αυτόν φαρμακοποιός είναι υποχρεωμένος να ελέγχει τα αποθέματα φαρμάκων του νοσοκομείου σύμφωνα με την κανονιστική απόφαση περί λειτουργίας των φαρμακείων και μεριμνά συναφώς ιδιαίτερα για την άψογη ποιότητα και την ενδεδειγμένη αποθήκευση των φαρμάκων […].»
II – Η διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής
11. Ο ApoG, μέχρι την τροποποίησή του τον Ιούνιο του 2005, περιελάμβανε μια ρύθμιση που ήταν γνωστή ως «αρχή της γεωγραφικής εγγύτητας», κατά την οποία τα εξωτερικά φαρμακεία που είχαν την πρόθεση να συνάψουν σύμβαση εφοδιασμού νοσοκομείου με φάρμακα έπρεπε να είναι εγκατεστημένα στην ίδια πόλη ή στον ίδιο νομό με το νοσοκομείο.
12. Η Επιτροπή αμφισβήτησε το συμβατό της ρύθμισης αυτής με το κοινοτικό δίκαιο καταρχάς με έγγραφο όχλησης της 11ης Ιουλίου 2003 και στη συνέχεια με αιτιολογημένη γνώμη της 19ης Δεκεμβρίου 2003.
13. Στις 4 Νοεμβρίου 2004 η Γερμανική Κυβέρνηση ενέκρινε ένα σχέδιο νόμου για την τροποποίηση του άρθρου 14 του ApoG, ώστε να επιτραπεί επίσης στα νοσοκομεία να συνάπτουν αυτοτελείς συμβάσεις εφοδιασμού τους σε φάρμακα με περισσότερα του ενός φαρμακεία.
14. Το Bundesrat (γερμανική Άνω Βουλή) αρνήθηκε όμως να εγκρίνει αυτό το νομοσχέδιο, με την αιτιολογία ότι είχε αποδειχθεί ότι το σύστημα εφοδιασμού σε φάρμακα εντός της ίδιας γεωγραφικής περιφέρειας είναι ικανό να διασφαλίσει την ποιότητα και την ασφάλεια του εφοδιασμού, ενώ δεν είχε αποδειχθεί αντίθετα το ασύμβατο του συστήματος αυτού με το κοινοτικό δίκαιο. Ομοίως, η πλειοψηφία των Länder (γερμανικών ομόσπονδων κρατών) διαφώνησε με την παροχή στα νοσοκομεία της δυνατότητας να συνάπτουν αυτοτελείς συμβάσεις με περισσότερους του ενός προμηθευτές. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους στο άρθρο 14 του ApoG προσδόθηκε, μετά την τροποποίησή του από τις 21 Ιουνίου 2005, το περιεχόμενο που παρατέθηκε παραπάνω.
15. Στις 18 Οκτωβρίου 2005 η Επιτροπή απέστειλε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συμπληρωματικό έγγραφο όχλησης, με το οποίο επισήμανε ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις που επιβάλλονταν στον προμηθευτή σύμφωνα με το νέο κείμενο του άρθρου 14 του ApoG ισοδυναμούσαν με διατήρηση σε ισχύ της αρχής της γεωγραφικής εγγύτητας υπό συγκεκαλυμμένη μορφή.
16. Με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 2005 το κράτος μέλος αυτό ισχυρίστηκε ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις, των οποίων σκοπός είναι να ανατίθεται σε ένα μόνο προμηθευτή ο συνολικός εφοδιασμός ενός νοσοκομείου, αποτελούν επιτρεπόμενους τρόπους πώλησης και ότι –επικουρικά– δικαιολογούνται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας κατά το άρθρο 30 ΕΚ.
17. Η Επιτροπή απέστειλε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αιτιολογημένη γνώμη, που έφερε ημερομηνία 10 Απριλίου 2006 και με την οποία ενέμεινε στις αιτιάσεις της και αντέκρουσε τα επιχειρήματα του κράτους μέλους αυτού.
18. Το εν λόγω κράτος μέλος απάντησε στην Επιτροπή, με έγγραφο της 2ας Ιουνίου 2006, ότι ενέμενε στην άποψή του.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
19. Η Επιτροπή άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου με δικόγραφο της 9ης Μαρτίου 2007. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατέθεσε το υπόμνημα αντίκρουσης στις 21 Μαΐου 2007. Η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημα απάντησης στις 10 Ιουλίου 2007 και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το υπόμνημα ανταπάντησης στις 15 Αυγούστου 2007. Οι διάδικοι δεν ζήτησαν τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας.
20. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, καθόσον επιβάλλει, με το άρθρο 14, παράγραφοι 5 και 6, του ApoG, ορισμένες σωρευτικές προϋποθέσεις για τη σύναψη των συμβάσεων εφοδιασμού με φάρμακα, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να καθίσταται στην πράξη αδύνατος ο τακτικός εφοδιασμός ενός νοσοκομείου με φάρμακα από φαρμακεία εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη,
– να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
21. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
IV – Τα επιχειρήματα των διαδίκων
Α – Α – Επιτροπή
22. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ, ότι αποτελούν μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών και ότι ο περιορισμός αυτός δεν είναι δικαιολογημένος.
1. Εφαρμογή του άρθρου 28 ΕΚ
23. Η Επιτροπή εκθέτει ότι, κατά το παρόν στάδιο της εξέλιξης του κοινοτικού δικαίου, η πώληση φαρμάκων έχει εναρμονιστεί σε πολύ περιορισμένους τομείς. Τα κράτη μέλη, μολονότι μπορούν να νομοθετούν στους λοιπούς τομείς, είναι υποχρεωμένα πάντως να τηρούν τους κανόνες της Συνθήκης, και ειδικότερα τους κανόνες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, με την επιφύλαξη του άρθρου 152 ΕΚ.
24. Το προβαλλόμενο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας γεγονός ότι σε άλλα κράτη μέλη ο εφοδιασμός των νοσοκομείων με φάρμακα ανατίθεται κατ’ αποκλειστικότητα σε εσωτερικά φαρμακεία δεν περιορίζει την έκταση της υποχρέωσης αυτής, εφόσον το οικείο κράτος μέλος έχει προβλέψει τη δυνατότητα εφοδιασμού από εξωτερικό φαρμακείο.
2. Μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών
25. Κατά την Επιτροπή, οι επίμαχες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 14, παράγραφοι 5 και 6, του ApoG αποτελούν τρόπους πώλησης κατά την έννοια της προπαρατεθείσας απόφασης Keck και Mithouard. Η Επιτροπή φρονεί ότι οι προϋποθέσεις αυτές εμπίπτουν πάντως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ, διότι πλήττουν περισσότερο τα φάρμακα προέλευσης άλλου κράτους μέλους από ό,τι τα εγχώρια.
26. Για παράδειγμα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι πολλές από τις επίμαχες προϋποθέσεις που επιβάλλονται στα εξωτερικά φαρμακεία, όπως είναι η ταχεία και προσήκουσα προμήθεια των φαρμάκων και το έργο της παροχής συμβουλών στο προσωπικό του νοσοκομείου σε περίπτωση έκτακτου περιστατικού καθώς και η συμμετοχή στην επιτροπή φαρμάκων του νοσοκομείου και ο έλεγχος των αποθεμάτων του νοσοκομείου σε φάρμακα, απαιτούν γεωγραφική εγγύτητα των φαρμακείων αυτών προς τα νοσοκομεία που εφοδιάζουν.
27. Κατά συνέπεια, η επιβολή σε ένα μόνο προμηθευτή της υποχρέωσης να πληροί όλες αυτές τις προϋποθέσεις έχει ως αποτέλεσμα, κατά την Επιτροπή, να μην επιτρέπει στα φαρμακεία των άλλων κρατών μελών την πρόσβαση στην αγορά εφοδιασμού των γερμανικών νοσοκομείων με φάρμακα και, επομένως, να απαγορεύει στα φάρμακα από τα άλλα αυτά κράτη μέλη την πρόσβαση στην εν λόγω αγορά.
28. Οι επίμαχες προϋποθέσεις που επιβάλλει ο ApoG αποτελούν επομένως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών. Η ορθότητα της ανάλυσης αυτής δεν αναιρείται, κατά την Επιτροπή, από το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις αυτές πλήττουν επίσης τα φαρμακεία στη Γερμανία που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από το νοσοκομείο που πρόκειται να εφοδιάζεται με φάρμακα ούτε από το γεγονός ότι ο τοπικός προμηθευτής μπορεί να αγοράζει τα αναγκαία φάρμακα από αλλοδαπό έμπορο χονδρικής πώλησης.
29. Η Επιτροπή απορρίπτει επίσης ως αλυσιτελές το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι τα εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη φαρμακεία δεν διαθέτουν, κατά κανόνα, επαρκές απόθεμα από τα επιτρεπόμενα στη Γερμανία φάρμακα.
3. Μη ύπαρξη δικαιολογητικού λόγου
30. Κατά την Επιτροπή, το βάρος της απόδειξης του ότι για τον περιορισμό συντρέχει ένας από τους δικαιολογητικούς λόγους που αναφέρει το άρθρο 30 ΕΚ ή κάποιος επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος φέρει το κράτος μέλος που επικαλείται τον δικαιολογητικό αυτό λόγο.
31. Η Επιτροπή υπενθυμίζει καταρχάς ότι έπεισε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι ήταν αναγκαία η κατάργηση της ισχύουσας πριν από τον Ιούνιο του 2005 αρχή της γεωγραφικής εγγύτητας και ότι το σχέδιο νόμου που κοινοποίησε το κράτος μέλος αυτό τον Νοέμβριο του 2004 δεν περιελάμβανε πλέον την αρχή ότι όλα τα στοιχεία της σύμβασης εφοδιασμού του νοσοκομείου με φάρμακα έπρεπε να είναι συγκεντρωμένα σε ένα μόνο προμηθευτή.
32. Στη συνέχεια η Επιτροπή εκθέτει ότι οι δύο λόγοι για τους οποίους η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις είναι δικαιολογημένες προς τον σκοπό προστασίας της δημόσιας υγείας δεν είναι βάσιμοι.
33. Όσον αφορά, πρώτον, την ανάγκη εφοδιασμού του νοσοκομείου με φάρμακα από ένα μόνο φαρμακείο, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν θέτει θέμα για την απαίτηση αυτή. Η Επιτροπή βάλλει απλώς κατά του γεγονότος ότι σύμβαση εφοδιασμού με νοσοκομείο μπορεί να συνάψει μόνο ένα τοπικό φαρμακείο. Τα νοσοκομεία θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν τα ίδια κατά πόσον επιθυμούν να αναθέσουν σε ένα μόνο φαρμακείο τον βασικό εφοδιασμό, τον εφοδιασμό σε περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών, τον έλεγχο των αποθεμάτων φαρμάκων και την παροχή συμβουλών στο προσωπικό του νοσοκομείου.
34. Όσον αφορά, δεύτερον, την ανάγκη συνολικής σύμβασης εφοδιασμού σε φάρμακα, η Επιτροπή εκθέτει ότι το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι ο σύνθετος χαρακτήρας του εφοδιασμού των νοσοκομείων με φάρμακα δεν επιτρέπει τη συνύπαρξη πολλών υπευθύνων για τα διάφορα στοιχεία που συνθέτουν τον εφοδιασμό αυτό, και ιδίως για την προμήθεια των φαρμάκων και τον έλεγχο των αποθεμάτων φαρμάκων, δεν είναι βάσιμο. Η Επιτροπή εκθέτει υπέρ της άποψής της τα εξής.
35. Πρώτον, η ποιότητα του εν λόγω εφοδιασμού δεν αλλοιώνεται σε περίπτωση διαχωρισμού του βασικού εφοδιασμού από τον εφοδιασμό σε περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών. Κατά την Επιτροπή, ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια της ποιότητας του εφοδιασμού στις περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί να παραδοθεί το απαραίτητο φάρμακο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαίο να συναρτάται οπωσδήποτε ο έκτακτος αυτός εφοδιασμός προς άλλες πτυχές του εφοδιασμού των νοσοκομείων με φάρμακα.
36. Δεύτερον, η ποιότητα του εν λόγω εφοδιασμού δεν αλλοιώνεται σε περίπτωση διαχωρισμού του βασικού εφοδιασμού από την επιλογή των φαρμάκων. Η Επιτροπή δέχεται ότι τα νοσοκομεία χρειάζονται τις συμβουλές φαρμακοποιού για την επιλογή των φαρμάκων τους, αλλά δεν βλέπει για ποιο λόγο θα πρέπει να πρόκειται για τον φαρμακοποιό στον οποίο έχει ανατεθεί ο εφοδιασμός. Ο τελευταίος αυτός φαρμακοποιός πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εξακριβώνει την ποιότητα των προϊόντων του.
37. Ομοίως, η ποιότητα του εφοδιασμού των νοσοκομείων με φάρμακα δεν αλλοιώνεται λόγω του διαχωρισμού της προμήθειας των φαρμάκων από τον έλεγχο των αποθεμάτων φαρμάκων. Η Επιτροπή φρονεί ότι, αντίθετα, ο διαχωρισμός αυτός συμβάλλει στην επίτευξη της καλύτερης δυνατής ποιότητας ως προς αμφότερες τις δραστηριότητες.
38. Τέλος, η ποιότητα του εν λόγω εφοδιασμού δεν αλλοιώνεται σε περίπτωση που η παροχή συμβουλών στο προσωπικό γίνεται τηλεφωνικά. Κατά την Επιτροπή, η παροχή συμβουλών επιτόπου, όπως απαιτείται κατά το άρθρο 14, παράγραφος 5, σημείο 4, του ApoG, δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη υψηλού ποιοτικού επιπέδου. Η Επιτροπή τονίζει συναφώς ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003, C‑322/01, Deutscher Apothekerverband (4), αποφάνθηκε ότι επιτρέπεται η πώληση φαρμάκων μέσω Διαδικτύου (Internet), μη δεχόμενο επομένως την άποψη ότι η μη παροχή προσωπικών συμβουλών στον πελάτη μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλειά του. Η ανάλυση αυτή ισχύει, κατά την Επιτροπή, κατά μείζονα λόγο για το ειδικευμένο προσωπικό των νοσοκομείων, δεδομένου μάλιστα ότι την ευθύνη για τη χρήση των φαρμάκων φέρει πάντοτε ο γιατρός. Επιπλέον, Ο φαρμακοποιός, ακόμη και αν είναι εγκατεστημένος κοντά στο νοσοκομείο, βρίσκεται συνήθως στο φαρμακείο του και όχι στο νοσοκομείο.
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
39. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει καταρχάς ότι την αφορμή για την κίνηση της παρούσας διαδικασίας έδωσε μια καταγγελία την οποία υπέβαλε όχι ένα φαρμακείο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, το οποίο θα εμποδιζόταν ενδεχομένως να παραδίδει τα προϊόντα του στη Γερμανία, αλλά μια εταιρία που διαχειρίζεται, μέσω των θυγατρικών της, πολλά νοσοκομεία στη Γερμανία και επιδιώκει να της επιτραπεί να εφοδιάζει όλα τα νοσοκομεία αυτά μέσω ενός και μόνο φαρμακείου.
40. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται επίσης ότι ο σκοπός των επίμαχων προϋποθέσεων που επιβάλλει το άρθρο 14 του ApoG είναι η εξασφάλιση υψηλής ποιότητας εφοδιασμού των νοσοκομείων σε φάρμακα και ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να εκτιμηθούν σε συνάρτηση με το γεγονός ότι σε πολλά από τα άλλα κράτη μέλη ο εφοδιασμός αυτός ανατίθεται κατ’ αποκλειστικότητα σε φαρμακεία που λειτουργούν εντός του νοσοκομείου.
41. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει τον αμυντικό ισχυρισμό ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις δεν συνιστούν περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και, επικουρικά, ότι ο περιορισμός αυτός είναι δικαιολογημένος για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
1. Μη ύπαρξη περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων
42. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται, πρώτον, ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις δεν συνιστούν μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών και, δεύτερον, ότι η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει ένα κράτος μέλος, στηριζόμενη φαινομενικά στο άρθρο 28 ΕΚ, να τροποποιήσει νομοθετική ρύθμισή του που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εν λόγω κράτους μέλους.
α) Μη ύπαρξη μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος
43. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι πληρούνται εν προκειμένω οι δύο προϋποθέσεις που τέθηκαν με την προπαρατεθείσα απόφαση Keck και Mithouard και σύμφωνα με τις οποίες οι τρόποι πώλησης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ.
44. Πρώτον, οι επίμαχες προϋποθέσεις εφαρμόζονται αδιακρίτως. Δεύτερον, δεν παρεμποδίζουν την πρόσβαση των φαρμάκων από τα άλλα κράτη μέλη στην αγορά περισσότερο από ό,τι την πρόσβαση των εγχώριων φαρμάκων στην ίδια αγορά, και συγκεκριμένα για τους εξής λόγους:
– Τα εγκατεστημένα στα άλλα κράτη μέλη φαρμακεία δεν διαθέτουν κατά κανόνα φάρμακα για τα οποία έχει χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας στη Γερμανία, οπότε το γεγονός ότι πραγματοποιούν χαμηλές πωλήσεις φαρμάκων εντός του κράτους μέλους αυτού δεν οφείλεται στο άρθρο 14 του ApoG.
– Τα αλλοδαπά φαρμακεία μπορούν κάλλιστα να παραδίδουν φάρμακα στο εντός του νοσοκομείου φαρμακείο ή στα εξωτερικά φαρμακεία που πληρούν τις επίμαχες προϋποθέσεις.
– Τα αλλοδαπά φαρμακεία μπορούν να συνάπτουν σύμβαση προμήθειας με γερμανικό νοσοκομείο εφόσον πληρούνται οι επίμαχες προϋποθέσεις, πράγμα που βέβαια προϋποθέτει ότι θα βρίσκονται κοντά στο νοσοκομείο.
– Η πώληση φαρμάκων προέλευσης άλλων κρατών μελών δεν πλήττεται περισσότερο από ό,τι η πώληση φαρμάκων από περιοχές της Γερμανίας που είναι απομακρυσμένες από το νοσοκομείο που αφορά ο εφοδιασμός.
– Το άρθρο 28 ΕΚ δεν απαιτεί την παροχή στα φαρμακεία των άλλων κρατών μελών της δυνατότητας απευθείας παράδοσης φαρμάκων στα νοσοκομεία ενός κράτους μέλους. Η αντίληψη αυτή προσκρούει αφενός στο γεγονός ότι σε πολλά κράτη μέλη ο εφοδιασμός των νοσοκομείων με φάρμακα ανατίθεται κατ’ αποκλειστικότητα σε εσωτερικά φαρμακεία και αφετέρου στη νομολογία, κατά την οποία ένα κρατικό μονοπώλιο για το εμπόριο φαρμάκων μπορεί να συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο (5).
β) Το άρθρο 28 ΕΚ δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα της δημόσιας υγείας
45. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 152, παράγραφος 5, ΕΚ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα οφείλει, στον τομέα της δημόσιας υγείας, να μη θίγει στο παραμικρό τις αρμοδιότητες των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την οργάνωση και την παροχή των υγειονομικών υπηρεσιών και της ιατρικής περίθαλψης. Το κράτος μέλος αυτό επισημαίνει ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις στηρίζονται σε μια βασική νομοθετική διάταξη, η οποία θεσπίστηκε λόγω των δυσχερειών που είχαν σημειωθεί στον εφοδιασμό των νοσοκομείων με φάρμακα.
2. Η προστασία της δημόσιας υγείας ως δικαιολογητικός λόγος
46. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σκοπός των επίμαχων προϋποθέσεων είναι να υπάρχει η εγγύηση, χάρη στην ανάθεση σε ένα μόνο φαρμακείο όλων των καθηκόντων που εμπίπτουν στον εφοδιασμό των νοσοκομείων σε φάρμακα, ότι ο εφοδιασμός θα είναι ασφαλής και υψηλής ποιότητας.
47. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι ο επιμερισμός των καθηκόντων αυτών και ο συντονισμός τους από τη διοίκηση του νοσοκομείου δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει ένα τόσο υψηλό ποιοτικό επίπεδο. Συναφώς το εν λόγω κράτος μέλος αναπτύσσει τα ακόλουθα επιχειρήματα.
α) Ο διαχωρισμός του τακτικού από τον έκτακτο εφοδιασμό
48. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το νοσοκομείο που αποφασίζει να αναθέσει τον εφοδιασμό του σε φάρμακα σε εξωτερικό φαρμακείο αποβλέπει κυρίως στην εξασφάλιση ενός αποτελεσματικού εφοδιασμού, που να συνεπάγεται χαμηλές δαπάνες αποθήκευσης και χαμηλά αποθέματα φαρμάκων. Το νοσοκομείο αυτό παραγγέλνει δηλαδή τα φάρμακα που χρειάζεται για κάθε ασθενή και στην απαιτούμενη ποσότητα, πράγμα που σημαίνει ότι στην πράξη δεν μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ του εφοδιασμού σε έκτακτες περιπτώσεις και του βασικού εφοδιασμού, για τον οποίο είναι επίσης αναγκαία η ταχεία και συχνή πραγματοποίηση παραδόσεων φαρμάκων.
49. Επιπλέον, η επιλογή των αναγκαίων φαρμάκων σε περίπτωση έκτακτου περιστατικού προϋποθέτει ότι είναι γνωστά τα αποθέματα του νοσοκομείου και θα καθιστούσε αναγκαίο κάποιο συντονισμό, αν το νοσοκομείο χρησιμοποιούσε περισσότερους του ενός προμηθευτές.
50. Θα ήταν επίσης σημαντικό να γνωρίζει ο φαρμακοποιός που καλείται να προμηθεύσει ορισμένο φάρμακο εκτάκτως ποια άλλα φάρμακα έχει πάρει ο ασθενής, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε ασυμβατότητα.
51. Επιπλέον, το απόθεμα των αναγκαίων για τον εφοδιασμό ενός νοσοκομείου φαρμάκων διαφέρει από το απόθεμα ενός «κανονικού» φαρμακείου. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατονομάζει διάφορα φάρμακα που χρειάζονται τα νοσοκομεία και για τα οποία ένα «κανονικό» φαρμακείο δεν έχει διαθέσιμα αποθέματα.
52. Κατά το κράτος μέλος αυτό, ο μη διαχωρισμός του βασικού εφοδιασμού από τον έκτακτο εξασφαλίζει συνεπώς ότι τα αναγκαία φάρμακα θα είναι διαθέσιμα και ότι ο εφοδιασμός των νοσοκομείων με φάρμακα θα είναι αποτελεσματικότερος και θα εξυπηρετεί καλύτερα τους επιδιωκόμενους σκοπούς.
β) Ο διαχωρισμός του βασικού εφοδιασμού από την επιλογή των φαρμάκων
53. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκθέτει ότι ο φαρμακοποιός στον οποίο έχει ανατεθεί να προμηθεύει στο νοσοκομείο τα φάρμακα που επιλέγει η επιτροπή φαρμάκων μπορεί, αν έχει επίσης την ευθύνη της επιλογής τους στην αγορά, να διαπραγματεύεται τις τιμές και να βελτιώνει έτσι την οικονομική διαχείριση.
γ) Ο διαχωρισμός του βασικού εφοδιασμού από τον έλεγχο των αποθεμάτων φαρμάκων του νοσοκομείου
54. Η ανάθεση στον φαρμακοποιό που εφοδιάζει το νοσοκομείο με φάρμακα του ελέγχου των αποθεμάτων φαρμάκων του νοσοκομείου διευκολύνει την παρακολούθηση του ύψους των αποθεμάτων αυτών, διότι ο φαρμακοποιός αυτός γνωρίζει επακριβώς τα φάρμακα που έχει παραδώσει.
55. Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, ο εν λόγω φαρμακοποιός μπορεί επίσης να έχει, χάρη στην ενημέρωσή του από το προσωπικό του νοσοκομείου, σαφέστερη εικόνα για όλα τα προβλήματα αποθήκευσης των φαρμάκων, τη χρήση τους, την επιλογή τους και την ποσολογία τους.
δ) Η αναγκαία παροχή συμβουλών στο προσωπικό του νοσοκομείου
56. Στην πράξη έχει διαπιστωθεί ότι ακόμη και οι γιατροί χρειάζονται συμβουλές στον φαρμακευτικό τομέα. Η προσωπική επαφή του φαρμακοποιού με τις θεραπευτικές ομάδες του νοσοκομείου καθιστά τον φαρμακοποιό αυτό μέλος της θεραπευτικής ομάδας και του δίδει τη δυνατότητα να βελτιώνει την ασφάλεια των φαρμάκων και να επιτυγχάνει τα καλύτερα δυνατά θεραπευτικά αποτελέσματα. Η προσωπική αυτή επαφή δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την κατά περίπτωση τηλεφωνική παροχή συμβουλών. Επιπλέον, η προσωπική παρουσία του φαρμακοποιού είναι ιδιαίτερα αναγκαία στις περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών.
ε) Η συνεργία μεταξύ εφοδιασμού σε φάρμακα, παροχής συμβουλών στο προσωπικό του νοσοκομείου και ελέγχου των αποθεμάτων φαρμάκων
57. Η αρχή του εφοδιασμού του νοσοκομείου σε φάρμακα από ένα μόνο προμηθευτή καθιστά δυνατή, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πάντα, τη βέλτιστη δυνατή συνεργία μεταξύ εφοδιασμού σε φάρμακα, παροχής συμβουλών στο προσωπικό του νοσοκομείου και ελέγχου των αποθεμάτων φαρμάκων του νοσοκομείου. Η αποτελεσματικότητα της αρχής αυτής έχει αποδειχθεί και χάρη στην εν λόγω αρχή έχουν επιλυθεί τα προβλήματα που υπήρχαν μέχρι το 1980 ως προς τον εφοδιασμό των νοσοκομείων σε φάρμακα.
V – Ανάλυση της υπόθεσης
A – Εφαρμογή του άρθρου 28 ΕΚ
58. Όπως τονίζει ευθύς εξαρχής η Επιτροπή, το συμβατό των επίμαχων προϋποθέσεων, τις οποίες θέτει το άρθρο 14 του ApoG, με το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να εκτιμηθεί με γνώμονα τις διατάξεις της Συνθήκης για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
59. Πρώτον, για τον εφοδιασμό των νοσοκομείων σε φάρμακα ούτε έχει θεσπιστεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση καμία ρύθμιση ούτε έχει καν γίνει καμία εναρμόνιση (6). Επομένως, οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει οπωσδήποτε να εξεταστούν με γνώμονα τις αρχές περί ελεύθερης κυκλοφορίας τις οποίες κατοχυρώνει η Συνθήκη (7).
60. Δεύτερον, οι επίμαχες προϋποθέσεις ενδέχεται να θίγουν τη δυνατότητα των γερμανικών νοσοκομείων να αγοράζουν φάρμακα από φαρμακεία εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις αυτές, έστω και αν ισχύουν για τις πωλήσεις μεταξύ φαρμακείων και γερμανικών νοσοκομείων και επιβάλλουν στα φαρμακεία διάφορες υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών, προσδιορίζουν κυρίως το πώς τα εξωτερικά φαρμακεία μπορούν να προμηθεύουν φάρμακα σε νοσοκομεία. Οι επίμαχες προϋποθέσεις είναι συνεπώς ικανές να θίξουν κυρίως την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (8).
Ύπαρξη περιορισμού
61. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις συνιστούν μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών, το οποίο απαγορεύεται από το άρθρο 28 ΕΚ.
62. Οι προϋποθέσεις πρέπει καταρχάς να θεωρηθούν τρόποι πώλησης που επηρεάζουν την εμπορία των φαρμάκων προέλευσης άλλου κράτους μέλους περισσότερο από ό,τι των εγχώριων φαρμάκων. Η εκτίμηση αυτή πάντως δεν θίγει, κατά την άποψή μου, την αρμοδιότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στον τομέα της δημόσιας υγείας ούτε αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 152 EK. Παρακάτω θα εξετάσω διαδοχικά τα δύο αυτά σημεία.
1. Ύπαρξη μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών
63. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτελεί θεμελιώδη αρχή, της οποίας η τήρηση κατοχυρώνεται από τη Συνθήκη και η οποία εκφράζεται με την επιβαλλόμενη από το άρθρο 28 ΕΚ απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και όλων των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος (9). Αυτή η απαγόρευση των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών έχει ευρύτατο περιεχόμενο, διότι, κατά τη νομολογία, αφορά κάθε ρύθμιση των κρατών μελών που είναι ικανή να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (10).
64. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Keck και Mithouard, το Δικαστήριο περιόρισε βέβαια το εύρος της νομολογίας αυτής, καθόσον απέκλεισε από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ τα μέτρα που αφορούν όχι τα χαρακτηριστικά του οικείου προϊόντος, αλλά τους τρόπους πώλησης, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι τα μέτρα αυτά επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο, τόσο από νομική άποψη όσο και στην πράξη, την εμπορία των εγχώριων προϊόντων και των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη (11).
65. Συμφωνώ με τους δύο διαδίκους ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις πρέπει να θεωρηθούν τρόποι πώλησης κατά την έννοια της νομολογίας αυτής. Συγκεκριμένα, οι προϋποθέσεις αυτές δεν αφορούν τα χαρακτηριστικά των φαρμάκων, αλλά τις υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρώνει το εξωτερικό φαρμακείο κατά την εκτέλεση της σύμβασης εφοδιασμού με φάρμακα την οποία έχει συνάψει με το νοσοκομείο. Οι προϋποθέσεις αυτές καθορίζουν επομένως τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να πωλούνται τα φάρμακα (12).
66. Δεν αμφισβητείται εξάλλου ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις εφαρμόζονται αδιακρίτως, αφού δεν κάνουν διάκριση μεταξύ των φαρμακείων ανάλογα με το κράτος μέλος της εγκατάστασης του φαρμακείου.
67. Οι προϋποθέσεις αυτές παρεμποδίζουν πάντως περισσότερο την εμπορία των φαρμάκων προέλευσης άλλου κράτους μέλους από ό,τι των εγχώριων, για τους εξής συγκεκριμένα λόγους.
68. Όπως απέδειξε η Επιτροπή και ομολόγησε ρητά η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η υποχρέωση του εξωτερικού φαρμακείου να αναλάβει, με δικά του μέσα, όλα τα καθήκοντα που συνεπάγεται ο εφοδιασμός με φάρμακα μπορεί να εκπληρώνεται μόνο από επιχειρηματίες εγκατεστημένους κοντά στο νοσοκομείο που αφορά ο εφοδιασμός αυτός.
69. Οι επίμαχες προϋποθέσεις υποχρεώνουν συνεπώς τους φαρμακοποιούς που εκμεταλλεύονται φαρμακείο σε άλλο κράτος μέλος και επιδιώκουν να συνάψουν με γερμανικό νοσοκομείο σύμβαση για τον εφοδιασμό του με φάρμακα να μεταφέρουν το φαρμακείο τους σε ζώνη που να γειτνιάζει με το νοσοκομείο ή να ανοίξουν ένα άλλο φαρμακείο στη ζώνη αυτή. Τα μέτρα αυτά δημιουργούν επομένως έξοδα στα αλλοδαπά αυτά φαρμακεία και τα υποχρεώνουν να υπερνικήσουν δυσκολίες που δεν συναντούν οι εγκατεστημένοι ήδη κοντά στο νοσοκομείο επιχειρηματίες. Το συμπέρασμα επομένως είναι ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις παρεμποδίζουν τελικά περισσότερο την εμπορία των φαρμάκων προέλευσης άλλου κράτους μέλους.
70. Στην παραπάνω ανάλυση η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αντιτάσσει διάφορα επιχειρήματα, τα οποία όμως δεν αναιρούν, κατά τη γνώμη μου, την ορθότητά της.
71. Το κράτος μέλος αυτό υποστηρίζει π.χ., πρώτον, ότι τα αλλοδαπά φαρμακεία μπορούν να συνάπτουν με τα γερμανικά νοσοκομεία συμβάσεις εφοδιασμού τους με φάρμακα, εφόσον πληρούν τις επίμαχες προϋποθέσεις, και, δεύτερον, ότι η πώληση φαρμάκων προέλευσης άλλου κράτους μέλους δεν θίγεται περισσότερο από ό,τι η εμπορία των φαρμάκων που προέρχονται από περιοχές της Γερμανίας που είναι απομακρυσμένες από το νοσοκομείο που αφορά ο εφοδιασμός.
72. Τα επιχειρήματα αυτά δεν θέτουν εν αμφιβόλω την ύπαρξη του εμποδίου που δημιουργούν οι επίμαχες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση TK‑Heimdienst, το Δικαστήριο είχε να αντιμετωπίσει την ίδια επιχειρηματολογία σε σχέση με μια ρύθμιση κράτους μέλους που δημιουργούσε τα ίδια γεωγραφικά στεγανά όπως οι επίμαχες προϋποθέσεις (13). Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, για να μπορεί ένα κρατικό μέτρο να χαρακτηριστεί ως μέτρο που οδηγεί σε διακρίσεις ή προστατευτισμό, κατά την έννοια των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, δεν είναι αναγκαίο το μέτρο αυτό να έχει ως αποτέλεσμα να ευνοείται το σύνολο των εγχώριων προϊόντων ή να αποβαίνει σε βάρος μόνον των εισαγόμενων προϊόντων και όχι των εγχώριων προϊόντων (14).
73. Με άλλα λόγια, οι επίμαχες προϋποθέσεις αποτελούν, όπως η ρύθμιση που αποτελούσε το αντικείμενο της υπόθεσης στην οποία εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση TK‑Heimdienst, περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, διότι έχουν ως αποτέλεσμα τη στεγανοποίηση της οικείας αγοράς, πράγμα που είναι εξ ορισμού αντίθετο με την κοινή αγορά, δηλαδή με την ύπαρξη ενός χώρου που χαρακτηρίζεται από την μεταξύ των κρατών μελών κατάργηση των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (15).
74. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί επίσης την ύπαρξη εμποδίου στην εμπορία των φαρμάκων προέλευσης άλλου κράτους μέλους, διότι τα φαρμακεία των άλλων αυτών κρατών μελών δεν διαθέτουν κατά κανόνα φάρμακα για τα οποία να έχει χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας στη Γερμανία.
75. Κατά τη γνώμη μου, ούτε το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει δεκτό. Κατά το παρόν στάδιο της εξέλιξης του κοινοτικού δικαίου βέβαια, κανένα φάρμακο βιομηχανικής παραγωγής δεν μπορεί να διατεθεί στην αγορά σε κράτος μέλος, αν δεν έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αυτού ή από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (16). Ο εφοδιασμός ενός γερμανικού νοσοκομείου σε φάρμακα από φαρμακείο που βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος προϋποθέτει επομένως ότι το φαρμακείο αυτό θα διαθέτει επαρκή ποσότητα φαρμάκων των οποίων επιτρέπεται η κυκλοφορία στη Γερμανία.
76. Εντούτοις, το γεγονός ότι τα αλλοδαπά φαρμακεία δεν διαθέτουν κατά κανόνα επαρκή ποσότητα τέτοιων φαρμάκων δεν αναιρεί την ύπαρξη του επίμαχου περιορισμού.
77. Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 28 ΕΚ εφαρμόζεται στα μέτρα που είναι ικανά να παρεμποδίζουν άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (17). Ο χαρακτηρισμός ενός μέτρου ως μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών δεν προϋποθέτει επομένως ότι η αλλοδαπή επιχείρηση εμποδίστηκε πράγματι να εξαγάγει τα προϊόντα της στο οικείο κράτος μέλος. Αρκεί η διαπίστωση ότι το επίμαχο μέτρο είναι ικανό να παρεμποδίσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι επηρέασε αισθητά το εμπόριο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (18).
78. Η νομολογία αυτή είναι λυσιτελής για την υπό κρίση υπόθεση, διότι τα φάρμακα, μολονότι, λόγω των αποτελεσμάτων τους επί της υγείας, δεν είναι συνηθισμένα προϊόντα, εντούτοις αποτελούν εμπορεύματα κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, δηλαδή αποτιμητά σε χρήμα προϊόντα που μπορούν επομένως να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών (19). Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στα φάρμακα όπως ακριβώς εφαρμόζεται και σε όλα τα άλλα εμπορεύματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.
79. Τέλος, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί την ύπαρξη εμποδίου στο ενδοκοινοτικό εμπόριο των φαρμάκων, ισχυριζόμενη ότι το αλλοδαπό φαρμακείο έχει κάλλιστα τη δυνατότητα να εφοδιάζει με φάρμακα το εντός του νοσοκομείου φαρμακείο ή ένα εξωτερικό φαρμακείο που πληροί τις επίμαχες προϋποθέσεις. Κατά το κράτος μέλος αυτό, το άρθρο 28 ΕΚ δεν απαιτεί την ύπαρξη της δυνατότητας των φαρμακείων των άλλων κρατών μελών να εφοδιάζουν με φάρμακα απευθείας τα νοσοκομεία ενός κράτους μέλους. Η ανάλυση αυτή προσκρούει αφενός στο γεγονός ότι σε πολλά κράτη μέλη ο εφοδιασμός των νοσοκομείων με φάρμακα ανατίθεται αποκλειστικά στα εντός των νοσοκομείων φαρμακεία και αφετέρου στη νομολογία κατά την οποία τα κρατικά μονοπώλια για το εμπόριο φαρμάκων ενδέχεται να συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο.
80. Δεν θεωρώ ότι η παραπάνω επιχειρηματολογία είναι βάσιμη. Το άρθρο 28 ΕΚ βέβαια δεν εμποδίζει, κατά τη γνώμη μου, τον εφοδιασμό των νοσοκομείων των κρατών μελών με φάρμακα κατ’ αποκλειστικότητα από τα εντός των νοσοκομείων φαρμακεία. Το ίδιο το άρθρο αυτό δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν ότι τα νοσοκομεία τους πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να εφοδιάζονται σε φάρμακα απευθείας από φαρμακεία εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη. Εντούτοις, η αντιμετώπιση θα είναι διαφορετική από τη στιγμή που ένα κράτος μέλος προβλέπει με τη νομοθεσία του ότι τα νοσοκομεία του μπορούν επίσης να εφοδιάζονται από εξωτερικά φαρμακεία, δηλαδή από πρόσωπα τρίτα σε σχέση με το νοσοκομείο.
81. Συγκεκριμένα, εφόσον ένα κράτος μέλος, κατά την άσκηση των κυριαρχικών εξουσιών του, αποφασίζει ότι ο εφοδιασμός των νοσοκομείων σε φάρμακα μπορεί συνεπώς να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης με πρόσωπο τρίτο σε σχέση με το νοσοκομείο, υπάγει τη δραστηριότητα αυτή στους κανόνες της οικονομίας της αγοράς. Κατά συνέπεια, είναι υποχρεωμένο να τηρεί τους κοινοτικούς κανόνες για την κοινή αγορά και ειδικότερα τις θεμελιώδεις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας.
82. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το εν λόγω κράτος μέλος χάνει τη ρυθμιστική εξουσία του και ότι κάθε περιορισμός στην άσκηση των θεμελιωδών αυτών ελευθεριών είναι κατ’ ανάγκη αντίθετος με τη Συνθήκη. Με άλλα λόγια, το κράτος μέλος δεν τίθεται ενώπιον του διλήμματος «ή όλα ή τίποτα», που θα σήμαινε είτε εφοδιασμό από ενδονοσοκομειακό φαρμακείο είτε εφοδιασμό που θα επαφίετο στη διακριτική ευχέρεια κάθε νοσοκομείου.
83. Τα όρια στην άσκηση της αποκλειστικής αρμοδιότητάς του σημαίνουν ότι το κράτος μέλος, αν η νομοθεσία του δημιουργεί εμπόδιο σε κάποια από τις θεμελιώδεις ελευθερίες κυκλοφορίας, πρέπει να είναι σε θέση να προβάλει συναφώς κάποιο θεμιτό δικαιολογητικό λόγο, ο οποίος είτε να αναφέρεται στη Συνθήκη είτε να αναγνωρίζεται ως επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος. Το κράτος μέλος δηλαδή που προβλέπει ότι τα νοσοκομεία μπορούν να εφοδιάζονται σε φάρμακα ακόμη και από εξωτερικά φαρμακεία και επιβάλλει για τον εφοδιασμό αυτό προϋποθέσεις που οδηγούν σε στεγανοποίηση της αγοράς αυτής είναι υποχρεωμένο να είναι σε θέση να δικαιολογεί αυτή την ανάγκη στεγανοποίησης.
84. Η παραπάνω άποψη είναι επίσης σύμφωνη με την πάγια νομολογία.
85. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, ενόσω η εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με τη διανομή των φαρμάκων δεν έχει ολοκληρωθεί, τα κράτη μέλη μπορούν βασίμως να θεσπίζουν στον εν λόγω τομέα μέτρα βασιζόμενα στην προστασία της δημόσιας υγείας. Το Δικαστήριο πάντως υπενθυμίζει παγίως ότι η εθνική ρύθμιση ή πρακτική που περιορίζει ή μπορεί να περιορίσει τις εισαγωγές φαρμάκων συμβιβάζεται με τη Συνθήκη μόνον εφόσον είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων (20).
86. Τέλος, η ανάλυση αυτή δεν εμποδίζει την εκ μέρους των κρατών μελών άσκηση της αποκλειστικής αρμοδιότητάς τους στον τομέα της δημόσιας υγείας ούτε αντιβαίνει στο άρθρο 152 ΕΚ.
2. Δεν συντρέχει ούτε προσβολή της αποκλειστικής αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα της δημόσιας υγείας ούτε παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 152 ΕΚ.
87. Δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι η προσφυγή της Επιτροπής, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις είναι αντίθετες προς το άρθρο 28 ΕΚ, αποτελεί μέσο καταστρατήγησης των ορίων που θέτει το άρθρο 152 ΕΚ στην κοινοτική δράση στον τομέα της δημόσιας υγείας.
88. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό καθορίζει τη ρυθμιστική αρμοδιότητα της Κοινότητας στον τομέα της δημόσιας υγείας. Δεδομένου ότι οι αρμοδιότητες της Κοινότητας πρέπει να προβλέπονται ρητά, τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη περιόρισαν την αρμοδιότητά της στον τομέα αυτό προβλέποντας, με το εν λόγω άρθρο, ότι η Κοινότητα δρα συμπληρωματικά και μόνο προς τα κράτη μέλη και ότι η δράση της πρέπει να μη θίγει στο παραμικρό τις αρμοδιότητες των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την παροχή των υγειονομικών υπηρεσιών και της ιατρικής περίθαλψης.
89. Αυτός ο περιορισμός της ρυθμιστικής εξουσίας της Κοινότητας στον τομέα της δημόσιας υγείας δεν αναιρεί όμως την υποχρέωση των κρατών μελών να τηρούν, κατά την άσκηση των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων τους, τους κανόνες της Συνθήκης, και ειδικότερα τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας, υποχρέωση της οποίας η ύπαρξη έχει αναγνωριστεί με πάγια νομολογία (21). Με άλλα λόγια, το άρθρο 152 ΕΚ δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να εξαιρέσει τον τομέα της δημόσιας υγείας από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης που διέπουν τις ελευθερίες κυκλοφορίας.
90. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, η οποία έχει ως έργο, σύμφωνα με το άρθρο 211 ΕΚ, να μεριμνά για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης, δρα οπωσδήποτε εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της όταν κινεί διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία για τον εφοδιασμό των νοσοκομείων σε φάρμακα προσβάλλει, κατά το κοινοτικό αυτό όργανο, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
91. Η δράση αυτή της Επιτροπής δεν συνιστά καταστρατήγηση του άρθρου 152 ΕΚ, διότι δεν δίδει ούτε στην Επιτροπή ούτε στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να υποκατασταθούν στο κράτος μέλος αυτό και να του επιβάλουν κάποια συγκεκριμένη λύση. Επομένως, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την άσκηση ρυθμιστικής εξουσίας. Το μόνο της αποτέλεσμα είναι να θέτει όρια στην άσκηση εκ μέρους του κράτους μέλους αυτού της αποκλειστικής αρμοδιότητάς του στον τομέα της δημόσιας υγείας, τα οποία απορρέουν από τις ελευθερίες κυκλοφορίας, τις οποίες οφείλουν να τηρούν όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη δέσμευση που ανέλαβαν με τη σύναψη και, στη συνέχεια, με την κύρωση της Συνθήκης (22).
92. Η αρμοδιότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στον τομέα της δημόσιας υγείας θα ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση των δικαιολογητικών λόγων για τις επίμαχες προϋποθέσεις, με βάση ιδίως τη νομολογία ότι, όταν δεν υπάρχουν κοινοί ή εναρμονισμένοι κανόνες, απόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν το επιθυμητό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας και τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, τηρώντας πάντως την αρχή της αναλογικότητας (23). Ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτό θα ληφθεί υπόψη το επιχείρημα του κράτους μέλους αυτού ότι σε πολλά κράτη μέλη ο εφοδιασμός των νοσοκομείων σε φάρμακα γίνεται αποκλειστικά από το εντός του νοσοκομείου φαρμακείο (24).
93. Επομένως, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι επίμαχες προϋποθέσεις, αφού συνιστούν περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, πρέπει να κηρυχθούν ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο, αν για τον περιορισμό αυτό δεν ισχύει κάποιος από τους δικαιολογητικούς λόγους που προβλέπει το άρθρο 30 ΕΚ ή κάποιος επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος. Αμέσως παρακάτω θα καταδείξω ότι ο περιορισμός αυτός είναι δικαιολογημένος.
Δικαιολογητικοί λόγοι για τον περιορισμό
94. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι ο περιορισμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου φαρμάκων τον οποίο συνεπάγονται οι επίμαχες προϋποθέσεις δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Σκοπός των προϋποθέσεων αυτών είναι, κατά το κράτος μέλος αυτό, να υπάρχει η εγγύηση ότι ο εφοδιασμός των νοσοκομείων από τα εξωτερικά φαρμακεία θα είναι ασφαλής και υψηλής ποιότητας.
95. Φρονώ, λαμβάνοντας υπόψη τα επιχειρήματα των διαδίκων, ότι ο δικαιολογητικός αυτός λόγος μπορεί να γίνει δεκτός.
96. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μπορεί να είναι δικαιολογημένος με βάση έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 30 ΕΚ ή κάποιο επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, υπό τον όρο ότι το επίμαχο μέτρο, πρώτον, είναι κατάλληλο για τη διασφάλιση της επίτευξης του επιδιωκόμενου σκοπού και, δεύτερον, δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο (25).
97. Η πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές δεν δημιουργεί καμία δυσκολία. Πράγματι, η προστασία της δημόσιας υγείας καταλέγεται μεταξύ των κυριότερων συμφερόντων που προστατεύονται από το άρθρο 30 ΕΚ (26). Επιπλέον, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις, σκοπός των οποίων είναι να ανατίθεται σε ένα μόνο προμηθευτή ο συνολικός εφοδιασμός του νοσοκομείου σε φάρμακα, είναι πρόσφορες για την εγγύηση ενός ασφαλούς και υψηλής ποιότητας εφοδιασμού και, επομένως, για την προστασία της δημόσιας υγείας.
98. Αντίθετα, η δεύτερη προϋπόθεση αποτελεί το βασικότερο από τα ζητήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο της υπό κρίσης διαφοράς.
99. Η προστασία της δημόσιας υγείας δεν ισχύει ως δικαιολογητικός λόγος για την επιβολή περιορισμού στο ενδοκοινοτικό εμπόριο φαρμάκων παρά μόνο αν το επίμαχο μέτρο ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, για να ισχύει αυτός ο δικαιολογητικός λόγος, πρέπει η προστασία της ζωής και της υγείας των ανθρώπων να μην μπορεί να διασφαλιστεί με την επιβολή απαγορεύσεων ή περιορισμών μικρότερης έκτασης ή που θα επηρέαζαν λιγότερο το ενδοκοινοτικό εμπόριο (27). Επιπλέον, όπως ορθά υπενθυμίζει η Επιτροπή, το βάρος της απόδειξης της τήρησης της αρχής αυτής φέρει το κράτος μέλος που έχει θεσπίσει την επίμαχη ρύθμιση (28).
100. Φρονώ, αντίθετα από την Επιτροπή, ότι οι εξηγήσεις που έχει παράσχει συναφώς η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι πειστικές. Η άποψή μου αυτή στηρίζεται στις ακόλουθες τρεις σκέψεις.
101. Πρώτον, απόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν, εντός των ορίων που επιβάλλει η Συνθήκη, το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας που προτίθενται να παρέχουν (29).
102. Επομένως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καλώς προβλέπει ότι για τη διανομή των φαρμάκων στους νοσηλευόμενους στα νοσοκομεία πρέπει να μπορεί να υπάρχει υποστήριξη από φαρμακοποιό, με τη μορφή της παροχής συμβουλών στο ιατρικό προσωπικό τόσο σε σταθερή βάση όσο και σε περίπτωση έκτακτου περιστατικού.
103. Συναφώς υπενθυμίζεται ότι το επάγγελμα του φαρμακοποιού δεν συνίσταται μόνο στη διανομή των φαρμάκων. Σύμφωνα με το άρθρο 45 της οδηγίας 2005/36, το οποίο επαναλαμβάνει το άρθρο 2 της οδηγίας 85/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου (30), το επάγγελμα αυτό περιλαμβάνει επίσης την παροχή πληροφοριών και συμβουλών σχετικά με τα φάρμακα.
104. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν, όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή, ο γιατρός είναι αυτός που αναλαμβάνει την ευθύνη της χρήσης των φαρμάκων που συνταγογραφεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ο φαρμακοποιός εξακολουθεί πάντως να έχει αυτοτελή αρμοδιότητα ενημέρωσης και παροχής συμβουλών, δυνάμει της οποίας πρέπει να παρέχει όλες τις συμβουλές που είναι αναγκαίες για την ορθή χρήση των φαρμάκων αυτών και, εν ανάγκη, να επισημαίνει τα σφάλματα συνταγογράφησης. Η αυτοτελής αυτή αρμοδιότητα των φαρμακοποιών συνιστά τον δικαιολογητικό λόγο του μονοπωλίου της διανομής των φαρμάκων στο κοινό, μονοπωλίου που τους αναγνωρίζεται σε πολλά κράτη μέλη.
105. Τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση των κυριαρχικών εξουσιών τους στον τομέα της δημόσιας υγείας, μπορούν να αποφασίζουν ότι από τις συμβουλές αυτές και τον έλεγχο αυτό που ασκούν οι φαρμακοποιοί πρέπει να μπορούν επίσης να ωφελούνται όλοι οι νοσηλευόμενοι, ανεξάρτητα από το είδος του νοσηλευτικού ιδρύματος και την ειδίκευσή του.
106. Η ενεργοποίηση της εγγύησης αυτής ποικίλλει βέβαια σε συνάρτηση με το μέγεθος κάθε νοσηλευτικού ιδρύματος και την ειδίκευσή του. Είναι εύλογο να υποτεθεί ότι η εγγύηση αυτή ενεργοποιείται λιγότερο στα ειδικευμένα στη γηριατρική νοσηλευτικά ιδρύματα, στα οποία εισάγονται ηλικιωμένα άτομα, των οποίων οι ανάγκες σε φάρμακα είναι σταθερές και γνωστές στο ιατρικό προσωπικό, από ό,τι στα νοσοκομεία που είναι ειδικευμένα στην αγγειοχειρουργική και στην καρδιοχειρουργική ή στα νοσοκομεία που αντιμετωπίζουν όλα τα έκτακτα ιατρικά περιστατικά.
107. Φρονώ πάντως ότι η αποτελεσματική εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος παροχής συμβουλών και επιτήρησης της ορθής χρήσης των φαρμάκων υποχρεώνει σε κάθε περίπτωση τον φαρμακοποιό να μεταβαίνει αυτοπροσώπως στο οικείο νοσηλευτικό ίδρυμα, κατά τακτά διαστήματα και με συχνότητα που πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με το ίδρυμα.
108. Αντίθετα δηλαδή από ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, φρονώ ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συγκριθεί με τη διανομή των φαρμάκων στο κοινό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο ασθενής, στον οποίο έχει συνταγογραφήσει μια αγωγή ο γιατρός του, απευθύνεται στη συνέχεια στον φαρμακοποιό του και είναι σε θέση να κατανοήσει και να εφαρμόσει τις συμβουλές του. Αντίθετα, στα νοσοκομεία τα φάρμακα χορηγούνται από το νοσηλευτικό προσωπικό και ο ασθενής έχει συνήθως τελείως παθητικό ρόλο.
109. Κατά συνέπεια, η αποτελεσματική εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος παροχής συμβουλών και επιτήρησης από τον φαρμακοποιό της ορθής χρήσης των φαρμάκων στο νοσοκομείο προϋποθέτει ότι ο φαρμακοποιός είναι σε θέση να γνωρίζει ο ίδιος την κατάσταση κάθε ασθενούς. Ο φαρμακοποιός, όπως υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πρέπει να αποτελεί μέλος της θεραπευτικής ομάδας. Αν αντίθετα η παρέμβαση του φαρμακοποιού περιοριζόταν στην παροχή τηλεφωνικών συμβουλών, δεν θα είχε να διαδραματίσει κανένα ρόλο, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες κάποιος γιατρός ή κάποιο μέλος του νοσηλευτικού προσωπικού του νοσοκομείου θα είχε αμφιβολία για τη χρήση κάποιου φαρμάκου.
110. Η εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης παροχής συμβουλών και επιτήρησης από εξωτερικό φαρμακοποιό προϋποθέτει συνεπώς την αυτοπρόσωπη παρουσία του στο νοσοκομείο κατά τακτά χρονικά διαστήματα καθώς και ότι θα είναι διαθέσιμος σε περίπτωση έκτακτου περιστατικού. Η λογική προϋπόθεση είναι συνεπώς ότι θα ασκεί τις δραστηριότητές του κοντά στο νοσοκομείο, αφού, όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή, πρέπει επίσης να είναι παρών στο φαρμακείο του, για να εξυπηρετεί το κοινό.
111. Δεύτερον, φρονώ ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι τα καθήκοντα της επιλογής των φαρμάκων και της παροχής συμβουλών στο προσωπικό του νοσοκομείου δύσκολα μπορούν να διαχωριστούν.
112. Συγκεκριμένα, ο κατάλογος των φαρμάκων που έχουν άδεια κυκλοφορίας σε ένα κράτος μέλος είναι πολύ εκτενέστερος από τον κατάλογο των φαρμάκων τα οποία χρειάζεται πράγματι ένα νοσοκομείο. Οι ανάγκες του νοσοκομείου περιορίζονται στα φάρμακα για τις παθήσεις με τις οποίες ασχολείται το νοσοκομείο αυτό. Επιπλέον, υπάρχουν πάρα πολλά φάρμακα με ίδιες ή παρόμοιες ιδιότητες. Κατά συνέπεια, κάθε νοσοκομείο οφείλει, για προφανείς λόγους ορθής διαχείρισης, να επιλέγει τα φάρμακα που είναι αναγκαία για τις παθήσεις τις οποίες καλείται να αντιμετωπίζει και να αποφεύγει τις άχρηστες παραγγελίες διαφόρων φαρμάκων που έχουν τις ίδιες ιδιότητες.
113. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι τα νοσοκομεία χρειάζονται, για την επιλογή των φαρμάκων τους, τη βοήθεια φαρμακοποιού που να γνωρίζει πλήρως τις ανάγκες τους. Επομένως, ο φαρμακοποιός που είναι αρμόδιος να παρέχει συμβουλές για τη χρήση των φαρμάκων εντός του νοσοκομείου είναι προφανώς καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον σε θέση να γνωρίζει επακριβώς τις ανάγκες του νοσοκομείου αυτού και να μετέχει στη διαδικασία επιλογής των φαρμάκων.
114. Τρίτον, συμφωνώ με την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι τα καθήκοντα του εφοδιασμού σε φάρμακα και του ελέγχου των αποθεμάτων του νοσοκομείου σε φάρμακα αφενός και τα καθήκοντα της παροχής συμβουλών στο προσωπικό του νοσοκομείου και επιλογής των φαρμάκων αφετέρου είναι επίσης άρρηκτα συνδεδεμένα. Η άποψή μου στηρίζεται σε δύο πρόσθετους λόγους, από τους οποίους ο ένας είναι λειτουργικής και ο άλλος οικονομικής φύσης.
115. Στο λειτουργικό πεδίο συμφωνώ με την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι ο φαρμακοποιός που είναι καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον σε θέση να παρέχει συμβουλές για την ορθή χρήση των φαρμάκων και να επιτηρεί τη χρήση αυτή είναι αυτός που τα έχει προμηθεύσει ή τα έχει παρασκευάσει.
116. Ομοίως, ο εξωτερικός φαρμακοποιός που είναι προφανώς καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον σε θέση να προμηθεύει στο νοσοκομείο όλα τα αναγκαία φάρμακα και να τηρεί στο φαρμακείο του αποθέματα ικανά να καλύψουν τις ανάγκες του νοσοκομείου υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις είναι αυτός που παρέχει τις συμβουλές στο ιατρικό προσωπικό και μετέχει στη διαδικασία επιλογής των φαρμάκων, αφού γνωρίζει κάλλιστα τις ανάγκες του νοσοκομείου που καλείται να εφοδιάσει με φάρμακα.
117. Συμφωνώ με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι τα διάφορα αυτά καθήκοντα αλληλοσυμπληρώνονται και ότι, από λειτουργική άποψη, είναι ορθολογικότερο να ανατίθενται στον ίδιο επαγγελματία.
118. Η ανάλυση αυτή ισχύει επίσης για το καθήκον του ελέγχου των αποθεμάτων φαρμάκων του νοσοκομείου. Όπως εξηγεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η απόφαση του νοσοκομείου να αναθέσει τον εφοδιασμό του σε εξωτερικό φαρμακείο οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην επιδίωξή του να μην είναι αναγκασμένο να αποθηκεύει μεγάλες ποσότητες φαρμάκων στους χώρους του. Η υποχρέωση τήρησης επαρκών αποθεμάτων φαρμάκων για την κάλυψη των αναγκών του νοσοκομείου αυτού υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις βαρύνει επομένως το εξωτερικό φαρμακείο. Κατά συνέπεια, το φαρμακείο αυτό είναι επίσης καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο σε θέση να διεξάγει τους τακτικούς ελέγχους της ποιότητας και της συντήρησης των φαρμάκων.
119. Όπως εκθέτει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υπάρχει συνεργία μεταξύ εφοδιασμού, παροχής συμβουλών και ελέγχου.
120. Στο οικονομικό πεδίο πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η παροχή συμβουλών εντάσσεται πλήρως στην αποστολή που επιτελεί ο φαρμακοποιός όταν παραδίδει ένα φάρμακο στον ασθενή, οπότε δεν χρειάζεται συναφώς η καταβολή καμιάς πρόσθετης αμοιβής.
121. Όταν ένα νοσοκομείο αποφασίζει να αναθέσει τον εφοδιασμό του σε κάθε είδους φάρμακα σε εξωτερικό φαρμακείο, το προσωπικό του φαρμακείου αυτού πρέπει να αναλάβει τόσο το καθήκον της παροχής συμβουλών εντός του εν λόγω νοσοκομείου, ακόμη και στις περιπτώσεις έκτακτων ιατρικών περιστατικών, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να είναι διαθέσιμο, όσο και τα λοιπά καθήκοντα της επιλογής των φαρμάκων και του ελέγχου των αποθεμάτων φαρμάκων στο φαρμακείο και στο νοσοκομείο, καθόσον τα καθήκοντα αυτά μπορούν να θεωρηθούν ότι συμπεριλαμβάνονται στην εκτέλεση της προμήθειας φαρμάκων. Το κόστος της εκτέλεσης των συμπληρωματικών αυτών καθηκόντων συμπεριλαμβάνεται στο τίμημα της πώλησης των φαρμάκων. Για την εκτέλεσή τους δεν χρειάζεται επομένως η καταβολή ιδιαίτερης αμοιβής. Αντίθετα, δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ο εξωτερικός φαρμακοποιός στον οποίο έχει ανατεθεί η εκτέλεση αυτών των συμπληρωματικών καθηκόντων δεν είναι ο ίδιος με τον φαρμακοποιό που έχει αναλάβει πλήρως τον εφοδιασμό του νοσοκομείου με φάρμακα.
122. Στην πραγματικότητα, το οικείο νοσοκομείο θα ήταν αναγκασμένο να προσλαμβάνει φαρμακοποιό για την εκτέλεση αυτών ειδικά των καθηκόντων, πράγμα που, λόγω του πρόσθετου κόστους της πρόσληψης αυτής, θα καθιστούσε σε μεγάλο βαθμό ασύμφορη τη δυνατότητα χρησιμοποίησης εξωτερικού φαρμακοποιού.
123. Βέβαια, οι αμιγώς οικονομικής φύσης σκοποί καταρχήν δεν μπορούν να δικαιολογούν τα εμπόδια στη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (31). Εντούτοις, στον τομέα της δημόσιας υγείας, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι επιτρέπονται αποκλίσεις από την αρχή αυτή, όταν τα οικονομικής φύσης συμφέροντα αφορούν τη διατήρηση μιας ισόρροπης και προσιτής σε όλους ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης (32), ιδίως δε τη διατήρηση της ικανότητας περίθαλψης ή του επιπέδου των παρεχόμενων ιατρικών υπηρεσιών εντός της εθνικής επικράτειας (33).
124. Συναφώς το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο αριθμός των νοσοκομειακών υποδομών, η γεωγραφική κατανομή τους, η χωροταξία και ο εξοπλισμός τους ή ακόμα και η φύση των ιατρικών υπηρεσιών που είναι σε θέση να παρέχουν πρέπει να μπορούν να αποτελούν αντικείμενο προγραμματισμού εκ μέρους του κράτους μέλους. Χάρη στον προγραμματισμό αυτό διασφαλίζεται, κατά κανόνα, εντός του οικείου κράτους μέλους, επαρκής και διαρκής πρόσβαση σε ένα ισόρροπο φάσμα νοσοκομειακής περίθαλψης υψηλής ποιότητας. Με τον προγραμματισμό αυτό επιδιώκεται επίσης η συγκράτηση των εξόδων και η αποφυγή, κατά το δυνατόν, κάθε σπατάλης οικονομικών, τεχνικών και ανθρώπινων πόρων (34).
125. Κατά το Δικαστήριο, η σπατάλη αυτή θα αποδεικνυόταν ακόμη πιο επιζήμια, αν ληφθεί υπόψη το αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο τομέας της νοσοκομειακής περίθαλψης συνεπάγεται σημαντικά έξοδα και πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυξανόμενες ανάγκες, ενώ οι διαθέσιμοι για την υγειονομική περίθαλψη οικονομικοί πόροι δεν είναι απεριόριστοι, όποιος και αν είναι ο τρόπος χρηματοδότησης (35).
126. Είμαι της γνώμης ότι οι παραπάνω σκέψεις ισχύουν και για την υπό κρίση υπόθεση και ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας βασίμως πρόβλεψε ότι ο εφοδιασμός των νοσοκομείων σε φάρμακα είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τα λοιπά καθήκοντα παροχής συμβουλών στο προσωπικό του νοσοκομείου, επιλογής των φαρμάκων και ελέγχου των αποθεμάτων φαρμάκων του νοσοκομείου, προκειμένου να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας διατηρώντας παράλληλα μια ορθολογική προσφορά παροχών νοσοκομειακής περίθαλψης.
127. Επιπλέον, από κανένα από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις αποτελούν μέσο αυθαίρετης διάκρισης ή συγκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, υπό την έννοια του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 30 ΕΚ, όπως ερμηνεύθηκε με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1979, 34/79, Henn και Darby (36). Συγκεκριμένα, δεν προκύπτει ότι ο λόγος δημόσιας υγείας που προβλήθηκε ως δικαιολογητικός λόγος για τις επίμαχες προϋποθέσεις εξετράπη του σκοπού του και χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία διακρίσεων σε βάρος εμπορευμάτων καταγωγής άλλων κρατών μελών ή για την έμμεση προστασία ορισμένων εγχώριων προϊόντων.
128. Κατά συνέπεια, η επιβολή σε ένα μόνο προμηθευτή της υποχρέωσης να αναλαμβάνει όλα τα καθήκοντα που συνεπάγεται ο εφοδιασμός ενός νοσοκομείου με φάρμακα και της συνακόλουθης υποχρέωσης γεωγραφικής εγγύτητας είναι δικαιολογημένη, κατά τη γνώμη μου, για λόγους προστασίας της δημόσια υγείας. Το γεγονός άλλωστε ότι σε πολλά κράτη μέλη ο εφοδιασμός των νοσοκομείων σε φάρμακα γίνεται αποκλειστικά από το εντός του νοσοκομείου φαρμακείο πιστεύω ότι επιβεβαιώνει την ορθότητα της παραπάνω ανάλυσης.
129. Στην ανάλυση αυτή η Επιτροπή αντιτάσσει ακόμη τον ισχυρισμό ότι δεν διαφωνεί με τη δυνατότητα του νοσοκομείου να προβλέπει τέτοιες προϋποθέσεις. Φρονεί πάντως ότι τα νοσοκομεία θα έπρεπε να μπορούν τα ίδια να αποφασίζουν αν θα αναθέτουν σε ένα μόνο φαρμακείο τον βασικό εφοδιασμό, τον εφοδιασμό σε περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών, τον έλεγχο των αποθεμάτων φαρμάκων και την παροχή συμβουλών στο προσωπικό του νοσοκομείου.
130. Δεν συμφωνώ με την παραπάνω άποψη. Όπως ανέφερα, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της υγείας που προτίθενται να παρέχουν εντός του εδάφους τους. Επομένως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας βασίμως απαιτεί να διασφαλίζεται σε όλα τα νοσοκομεία το ίδιο επίπεδο προστασίας.
131. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμη την προσφυγή λόγω παράβασης που άσκησε η Επιτροπή και να καταδικάσει το όργανο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, στα δικαστικά έξοδα.
VI – Πρόταση
132. Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμη την υπό κρίση προσφυγή λόγω παράβασης κράτους μέλους και να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Συλλογή 1993, σ. I‑6097, σκέψη 16.
3 – Ο νόμος αυτός θα αναφέρεται στο εξής ως ApoG.
4 – Συλλογή 2003, σ. I‑14887, σκέψη 113.
5 – Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παραθέτει την απόφαση της 31ης Μαΐου 2005, C‑438/02, Hanner (Συλλογή 2005, σ. I‑4551).
6 – Η κυκλοφορία των φαρμάκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διευκολυνθεί χάρη στην έκδοση διαφόρων οδηγιών για την εναρμόνιση αφενός των προϋποθέσεων χορήγησης των εθνικών αδειών κυκλοφορίας των φαρμάκων και αφετέρου των κανόνων για τη χονδρική διανομή, την ταξινόμηση των φαρμάκων, τη σήμανση και τη διαφήμιση. Το περιεχόμενο των οδηγιών αυτών ανακεφαλαιώθηκε με την οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ L 311, σ. 67). Ο κοινοτικός νομοθέτης έχει επίσης θεσπίσει μια κοινοτική άδεια κυκλοφορίας, η οποία ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη και η οποία διέπεται πλέον από τον κανονισμό (ΕΚ) 726/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών χορήγησης άδειας και εποπτείας όσον αφορά τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη και για κτηνιατρική χρήση και για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΕ L 136, σ. 1). Τέλος, η ελεύθερη κυκλοφορία των φαρμάκων έχει επίσης διευκολυνθεί χάρη στην έκδοση το 1985 οδηγιών που καθορίζουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την κατάρτιση των φαρμακοποιών και το πεδίο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους. Οι οδηγίες αυτές έχουν αντικατασταθεί από την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 255, σ. 22).
7 – Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Deutscher Apothekerverband (σκέψη 102).
8 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, C‑36/02, Omega (Συλλογή 2004, σ. I‑9609, σκέψη 26 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
9 – Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑147/04, De Groot en Slot Allium και Bejo Zaden (Συλλογή 2006, σ. I‑245, σκέψη 70).
10 – Απόφαση της 5ης Ιουνίου 2007, C‑170/04, Rosengren κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑4071, σκέψεις 31 και 32).
11 – Προπαρατεθείσα απόφαση Keck και Mithouard (σκέψη 16).
12 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2000, C‑254/98, TK‑Heimdienst (Συλλογή 2000, σ. I‑151, σκέψη 24).
13– Στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για ρύθμιση που πρόβλεπε ότι οι αρτοπώλες, οι κρεοπώλες και οι έμποροι τροφίμων μπορούν να ασκούν την πώληση πλανοδίως εντός συγκεκριμένης διοικητικής περιοχής μόνον αν ασκούν την εμπορική τους δραστηριότητα και εντός σταθερού καταστήματος, εντός του οποίου επίσης διαθέτουν τα πωλούμενα πλανοδίως εμπορεύματα και το οποίο βρίσκεται εντός της ίδιας διοικητικής περιοχής ή εντός συνορεύοντος δήμου, ο οποίος θα μπορούσε να βρίσκεται ενδεχομένως σε άλλο κράτος μέλος.
14 – Προπαρατεθείσα απόφαση TK‑Heimdienst (σκέψη 27). Αυτή η ερμηνεία σχετικά με το περιεχόμενο του άρθρου 28 ΕΚ εμπεριεχόταν ήδη στην απόφαση της 25ης Ιουνίου 1991, C-1/90 και C-176/90, Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivía (Συλλογή 1991, σ. I‑4151, σκέψη 24).
15 – Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, ΕΚ.
16 – Άρθρα 2 και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83.
17 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Deutscher Apothekerverband (σκέψη 66 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
18 – Απόφαση της 8ης Ιουλίου 2004, C‑166/03, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2004, σ. I‑6535, σκέψη 15).
19 – Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1968, 7/68, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 805, και ειδικότερα σ. 809).
20 – Αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1989, 215/87, Schumacher (Συλλογή 1989, σ. 617, σκέψη 18), και Deutscher Apothekerverband, προπαρατεθείσα (σκέψη 104).
21 – Βλ. συναφώς, όσον αφορά τους άμεσους φόρους, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑196/04, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas (Συλλογή 2006, σ. I‑7995, σκέψη 40), όσον φορά τις ποινικές υποθέσεις, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 186/87, Cowan (Συλλογή 1989, σ. 195, σκέψη 19), και, όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2000, C‑285/98, Kreil (Συλλογή 2000, σ. I‑69, σκέψεις 15 και 16).
22 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191, και ειδικότερα σ. 1197).
23 – Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivía (σκέψη 16).
24 – Η συλλογιστική αυτή ισχύει για όλες τις ελευθερίες κυκλοφορίας και για όλες τις οικονομικές δραστηριότητες. Για παράδειγμα, στον τομέα των παιγνίων, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι ηθικής, θρησκευτικής ή πολιτιστικής φύσης ιδιαιτερότητες, καθώς και οι ηθικώς και οικονομικώς επιζήμιες, για το άτομο και την κοινωνία, συνέπειες των παιγνίων και των στοιχημάτων μπορούν να δικαιολογήσουν την αναγνώριση υπέρ των εθνικών αρχών επαρκούς εξουσίας εκτίμησης, προκειμένου να καθορίζουν τις απαιτήσεις που συνεπάγεται η προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξης. Αυτή η εξουσία εκτίμησης των κρατών μελών ελήφθη πάντως υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο μόνο της εξέτασης των δικαιολογητικών λόγων του περιορισμού της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών τον οποίο συνεπαγόταν η επίμαχη στην υπόθεση εκείνη εθνική νομοθεσία (απόφαση της 6ης Μαρτίου 2007, C‑338/04, C‑359/04 και C‑360/04, Placanica κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I‑1891, σκέψεις 47 και 48).
25 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, C‑254/05, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2007, σ. I‑4269, σκέψη 33 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
26 – Προπαρατεθείσα απόφαση Deutscher Apothekerverband, σκέψη 103.
27 – Προπαρατεθείσα απόφαση Rosengren κ.λπ., σκέψη 43.
28 – Όπ.π. (σκέψη 50).
29 – Προπαρατεθείσα απόφαση Deutscher Apothekerverband (σκέψη 103 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30 – Οδηγία 85/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν ορισμένες δραστηριότητες στον τομέα της φαρμακευτικής (ΕΕ L 253, σ. 34).
31 – Απόφαση της 28ης Απριλίου 1998, C‑120/95, Decker (Συλλογή 1998, σ. I‑1831, σκέψη 39).
32 – Απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, C‑444/05, Σταματελάκη (Συλλογή 2007, σ. I‑3185, σκέψη 31 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33 – Απόφαση της 13ης Μαΐου 2003, C‑385/99, Müller-Fauré και van Riet (Συλλογή 2003, σ. I‑4509, σκέψη 67 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34 – Όπ.π. (σκέψεις 77 έως 80).
35 – Όπ.π. (Σκέψη 80).
36 – Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 781, σκέψη 21.
Full & Egal Universal Law Academy