ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 28ης Φεβρουαρίου 20008 (1)
Υπόθεση C‑164/07
James Wood
[αίτηση του tribunal de grande instance de Nantes (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Διάκριση λόγω ιθαγένειας – Άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ – Ιθαγένεια της Ένωσης – Αποζημίωση των θυμάτων εγκληματικών πράξεων τελεσθεισών στην αλλοδαπή – Εθνική ρύθμιση που επιφυλάσσει την εν λόγω αποζημίωση θυμάτων μόνον στους υπηκόους του οικείου κράτους»
I – Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά ζητήματα διακρίσεως λόγω ιθαγένειας κατά τη χορήγηση κρατικής αποζημιώσεως στα θύματα εγκληματικών πράξεων. Παρόμοια θέματα απασχόλησαν το Δικαστήριο στην υπόθεση Cowan (2).
2. Αντίθετα όμως προς ό,τι συνέβαινε στην υπόθεση Cowan, η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά αποζημίωση θυμάτων εγκληματικών πράξεων που τελέσθηκαν στην ημεδαπή. Αυτή τη φορά το Δικαστήριο ερωτάται όσον αφορά τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου σχετικά με εθνική διάταξη που προβλέπει αποζημίωση των θυμάτων και για εγκληματικές πράξεις που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή, χορηγεί όμως την αποζημίωση αυτή μόνο στους υπηκόους του οικείου κράτους.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
3. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ ορίζει τα εξής:
«Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας Συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.»
4. Το άρθρο 17 της οδηγίας 2004/80/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την αποζημίωση των θυμάτων εγκληματικών πράξεων (3) (στο εξής: οδηγία 2004/80) έχει ως εξής:
«Ευνοϊκότερες διατάξεις
Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις συνάδουν με την παρούσα οδηγία, να:
α) θεσπίζουν ή διατηρούν ευνοϊκότερες διατάξεις προς όφελος των θυμάτων εγκληματικών πράξεων ή άλλων προσώπων που θίγονται από εγκληματικές πράξεις·
β) θεσπίζουν ή διατηρούν διατάξεις με σκοπό την αποζημίωση θυμάτων εγκληματικών πράξεων που τελούνται εκτός του εδάφους τους, ή άλλων προσώπων που θίγονται από εγκληματικές πράξεις, με την επιφύλαξη τυχόν προϋποθέσεων που προσδιορίζουν τα κράτη μέλη για τον σκοπό αυτό.»
Β – Το εθνικό δίκαιο
5. Το άρθρο 706-3 του γαλλικού Code de Procédure Pénale (κώδικα ποινικής δικονομίας) προβλέπει τα εξής:
«Ο υφιστάμενος ζημία λόγω πράξεων ηθελημένων ή μη που εμφανίζουν τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά παραβάσεως μπορεί να λάβει πλήρη αποζημίωση για τις ζημιές που προκύπτουν από την προσβολή της προσωπικότητας οσάκις συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
1. […]
2. […]
3. Το θύμα έχει τη γαλλική ιθαγένεια. Σε αντίθετη περίπτωση, οι πράξεις διαπράχθηκαν στο εθνικό έδαφος και το θύμα είναι:
– είτε υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας·
– είτε, υπό την επιφύλαξη των διεθνών συμβάσεων και συμφωνιών, διαμένει νομίμως στη χώρα κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων ή υποβολής της αιτήσεως·
[…].»
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της διαφοράς της κύριας δίκης
6. Ο James Wood είναι Βρετανός υπήκοος, ο οποίος κατοικεί για διάστημα άνω των είκοσι ετών στη Γαλλία. Έχει με τη σύντροφό του, Γαλλίδα υπήκοο, τρία κοινά τέκνα, τα οποία έχουν επίσης τη γαλλική ιθαγένεια.
7. Ένα από τα τέκνα αυτά, η θυγατέρα του Helena Wood, απεβίωσε το 2004 σε τροχαίο ατύχημα στην Αυστραλία, όπου διέμενε κατά τη διάρκεια περιόδου πρακτικής επιμορφώσεώς της.
8. Η οικογένεια Wood απευθύνθηκε, κατόπιν αυτού, στην Επιτροπή αποζημιώσεως θυμάτων παραβάσεων της Νάντης (Commission nantaise d’indemnisation des victimes d’infractions, στο εξής: Επιτροπή αποζημιώσεως) και ζήτησε την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον θάνατο της Helena Wood.
9. Αναγνωρίστηκε η αξίωση αποζημιώσεως της μητέρας και των αδελφών, οι οποίοι συνήψαν με το αρμόδιο ταμείο ασφαλίσεως (Fonds de garantie) συμφωνία σχετικά με το ύψος του ποσού της αποζημιώσεως.
10. Το ταμείο ασφαλίσεως αρνήθηκε, αντιθέτως, την παροχή αποζημιώσεως στον πατέρα της θανούσας, διότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 706‑3 του κώδικα ποινικής δικονομίας. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αξίωση αποζημιώσεως έχουν μόνον οι Γάλλοι υπήκοοι όταν το ζημιογόνο γεγονός έλαβε χώρα στην αλλοδαπή. Δεδομένου ότι ο J. Wood, σε αντίθεση προς τα λοιπά μέλη της οικογένειας, δεν είχε τη γαλλική ιθαγένεια, δεν εδικαιούτο αποζημιώσεως. Θα είχε τέτοια αξίωση μόνον εάν το ατύχημα της θυγατέρας του είχε λάβει χώρα στη Γαλλία.
11. Κατόπιν αυτού, ο J. Wood άσκησε, με δικόγραφο της 11ης Ιανουαρίου 2007, αγωγή κατά του ασφαλιστικού ταμείου ενώπιον της Επιτροπής αποζημιώσεως του tribunal de Grande Instance de Nantes. Ως έρεισμα της αγωγής του επικαλέστηκε το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, που απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.
12. Ως δυσμενή διάκριση ο J. Wood θεωρεί το γεγονός ότι μόνον σε αυτόν, ως μη έχοντα τη γαλλική ιθαγένεια, δεν χορηγήθηκε, όπως στη σύντροφό του και στα τέκνα του, που είναι Γάλλοι υπήκοοι, αποζημίωση θύματος, αν και κατοικεί, εργάζεται και καταβάλλει φόρους για διάστημα άνω των είκοσι ετών στη Γαλλία.
IV – Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
13. Η Επιτροπή αποζημιώσεως του tribunal de Grande Instance de Nantes ανέστειλε, με απόφαση της 16ης Μαρτίου 2006, τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα, ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«Λαμβανομένης υπόψη της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας που διατυπώνει το άρθρο 7 της Συνθήκης της Ρώμης, συμβιβάζονται οι διατάξεις του άρθρου 706-3 του γαλλικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προς το κοινοτικό δίκαιο καθόσον ένας υπήκοος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, κάτοικος Γαλλίας, πατέρας τέκνου γαλλικής ιθαγένειας που απεβίωσε εκτός της εθνικής επικράτειας, αποκλείεται από το δικαίωμα αποζημιώσεως την οποία χορηγεί το Fonds de Garantie, με μόνη αιτιολογία την ιθαγένειά του; »
14. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου υπέβαλαν γραπτές και ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις, εκτός από τον ενάγοντα και το εναγόμενο της κύριας δίκης, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Εκτός αυτού, υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις η Ιταλική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση.
V – Εκτίμηση
Α – Επί του παραδεκτού της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
15. Προτού εξετάσω το προδικαστικό ερώτημα, πρέπει κατ’ αρχάς να ασχοληθώ εν συντομία με δύο ζητήματα σχετικά με το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
1. Ερμηνεία του προδικαστικού ερωτήματος
16. Το προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η απαγόρευση διακρίσεων λόγω ιθαγένειας επαναλαμβάνεται όμως, εν τω μεταξύ, στο όμοια διατυπωμένο άρθρο 12, παράγραφος 1, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει, ratione temporis, το άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ. Στο εξής θα γίνεται, συνεπώς, αναφορά στο άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ.
17. Λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως του προδικαστικού ερωτήματος, πρέπει, εκτός αυτού, να διευκρινιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του άρθρου 234 ΕΚ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του συμβατού ενός εθνικού μέτρου με το κοινοτικό δίκαιο. Ωστόσο, είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα απτόμενα του κοινοτικού δικαίου ερμηνευτικά στοιχεία που μπορούν να του δώσουν τη δυνατότητα να εκτιμήσει το συμβατό αυτό προκειμένου να αποφανθεί στην υπόθεση την οποία εκδικάζει (4).
18. Το προδικαστικό ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 1, ΕΚ.
2. Νομιμοποίηση της επιτροπής αποζημιώσεως για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος
19. Πέραν αυτού, ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσον η Επιτροπή αποζημιώσεως, η οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αποτελεί δικαστήριο νομιμοποιούμενο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα, κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ. Ως προς το ζήτημα όμως αυτό, παραπέμπω στις προτάσεις επί της υποθέσεως Cowan, όπου ο γενικός εισαγγελέας Lenz επισήμανε ορθά, με αναλυτική αιτιολογία, ότι μια τέτοια επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί ως δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ (5). Επιχειρηματολόγησε σχετικά, αναφέροντας ότι μια τέτοια επιτροπή αποτελεί ανεξάρτητο όργανο, το οποίο αποφαίνεται επί διαφορών σχετικών με αξιώσεις θυμάτων προς αποζημίωση· υφίσταται βάσει νόμου, αποτελεί όργανο υποχρεωτικής δικαιοδοσίας και εκδίδει τις αποφάσεις της εφαρμόζοντας κανόνες δικαίου, ιδίως τον κώδικα ποινικής δικονομίας.
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
20. Κατά συνέπεια, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε τη Επιτροπή αποζημιώσεως του tribunal de Grande Instance de Nantes είναι παραδεκτή.
Β – Εκτίμηση του περιεχομένου του προδικαστικού ερωτήματος
21. Με την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ερωτάται κατά πόσον το άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντίκειται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία προβλέπεται αποζημίωση για τα θύματα εγκληματικών πράξεων, που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή, αποκλειστικά και μόνον υπέρ των υπηκόων του οικείου κράτους και, συνεπώς, δεν παρέχεται η αποζημίωση αυτή στον υπήκοο άλλου κράτους μέλους που κατοικεί στην ημεδαπή.
22. Θα πρέπει όμως, πριν από την εξέταση των συνεπειών που απορρέουν από το άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ για την εθνική ρύθμιση, να εξεταστεί η οδηγία 2004/80.
1. Η οδηγία 2004/80 για την αποζημίωση των θυμάτων εγκληματικών πράξεων
23. Η Πορτογαλική και η Ιταλική Κυβέρνηση ορθώς επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει εναρμόνιση στον τομέα της αποζημιώσεως των θυμάτων εγκληματικών πράξεων που τελέσθηκαν εκτός του εδάφους κράτους μέλους. Υπάρχει, βέβαια, μια νομική πράξη της Κοινότητας που αφορά αποζημιώσεις των θυμάτων εγκληματικών πράξεων, και συγκεκριμένα η οδηγία 2004/80. Το άρθρο 17 της οδηγίας αυτής διευκρινίζει όμως ότι η οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή διατηρούν διατάξεις με σκοπό την αποζημίωση θυμάτων εγκληματικών πράξεων που τελούνται εκτός του εδάφους τους, ή άλλων προσώπων που θίγονται από τέτοιες εγκληματικές πράξεις.
24. Οι δύο κυβερνήσεις συνάγουν από αυτή την αρμοδιότητα των κρατών μελών ότι από το κοινοτικό δίκαιο δεν απορρέουν επιταγές σχετικά με τις ρυθμίσεις των κρατών μελών στον εν λόγω τομέα. Δεν είναι όμως δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα αυτό από την αρμοδιότητα των κρατών μελών.
25. Και τούτο διότι, ακριβώς στον τομέα των αρμοδιοτήτων που διατηρούν, τα κράτη μέλη πρέπει να ασκούν τις εξουσίες τους τηρώντας το κοινοτικό δίκαιο (6). Στη συνέχεια πρέπει, κατά συνέπεια, να εξεταστεί κατά πόσον και, σε καταφατική περίπτωση, ποιες επιταγές απορρέουν από την απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 12 ΕΚ.
2. Το πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
26. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ απαγορεύει εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας. Στη συνέχεια πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί, κατ’ αρχάς, κατά πόσον οι συγκεκριμένες περιστάσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.
27. Μεταξύ των καταστάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου περιλαμβάνονται, σύμφωνα με νομολογία που έχει καταστεί εν τω μεταξύ πάγια, όσες αφορούν την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη, ιδίως, εκείνες που άπτονται του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, το οποίο παρέχει το άρθρο 18 ΕΚ (7).
28. Η προκειμένη περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης είτε διότι ο J. Wood εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, όπου και ανέπτυξε οικονομική δραστηριότητα, είτε διότι άσκησε, ως πολίτης της Ενώσεως, το δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία.
29. Από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτουν λεπτομερή στοιχεία για την επαγγελματική κατάσταση του J. Wood. Σε ένα σημείο αναφέρεται μόνο ότι αυτός υποστηρίζει ότι κατοικεί και εργάζεται στη Γαλλία για διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών. Δεν διευκρινίζεται όμως αν εργάζεται ως μισθωτός ή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας. Ούτε είναι σαφές αν αυτό αποτελεί απλώς ισχυρισμό του ενάγοντος ή αν δεν αμφισβητείται από την αντίδικο πλευρά.
30. Με βάση το στοιχείο αυτό, ο J. Wood έκανε χρήση, κατά τον χρόνο που τέθηκε το ζήτημα της αξιώσεώς του για αποζημίωση, αναλόγως του είδους της επαγγελματικής του απασχολήσεως στη Γαλλία, είτε του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κατά το άρθρο 39 ΕΚ, είτε του δικαιώματος της ελευθερίας εγκαταστάσεως κατά το άρθρο 43 ΕΚ.
31. Εάν όμως αποδεικνυόταν, από τη διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ότι ο J. Wood δεν ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα, η συγκεκριμένη περίπτωση θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, κατά την έννοια του άρθρου 12 ΕΚ, μέσω των διατάξεων της Συνθήκης για τους πολίτες της Ενώσεως (άρθρο 18 ΕΚ). Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη νομολογία, πολίτης της Ενώσεως ο οποίος έκανε χρήση του δικαιώματός του για ελεύθερη κυκλοφορία, το οποίο έλκει από το άρθρο 18, παράγραφος 1, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και έχει τη δυνατότητα να επικαλεσθεί τη γενική απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ.
32. Πράγματι, η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης τείνει να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών, η οποία παρέχει τη δυνατότητα σε όσους από αυτούς τελούν στην ίδια κατάσταση να τυγχάνουν, στον τομέα εφαρμογής ratione materiae της Συνθήκης, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους και υπό την επιφύλαξη των ρητά προβλεπόμενων συναφώς εξαιρέσεων, της ίδιας νομικής μεταχείρισης (8).
33. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διευκρινίσει εάν η συγκεκριμένη περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης βάσει του άρθρου 39 ΕΚ, του άρθρου 43 ΕΚ ή του άρθρου 18 ΕΚ.
34. Τελικώς όμως είναι βέβαιον ότι η περίπτωση του J. Wood εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και αυτός δύναται, συνεπώς, να επικαλεστεί το δικαίωμά του να μην υφίσταται δυσμενείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας.
3. Άνιση μεταχείριση
35. Στη συνέχεια, θα πρέπει, επομένως, να εξεταστεί κατά πόσον ο J. Wood υπέστη δυσμενή διάκριση λόγω της ιθαγένειάς του. Κατά την άποψη του ταμείου ασφαλίσεως δεν υφίσταται άνιση μεταχείριση. Το ταμείο ασφαλίσεως αιτιολογεί την άποψή του, μεταξύ άλλων, με το επιχείρημα ότι ο J. Wood θα είχε λάβει αποζημίωση εάν είχε παραιτηθεί από τη βρετανική ιθαγένεια και είχε αποκτήσει τη γαλλική.
36. Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει, κατά πάγια νομολογία, να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά οι παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο οι διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (9).
37. Το γεγονός ότι εν προκειμένω αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις καθίσταται σαφές από τη σύγκριση της καταστάσεως του J. Wood με αυτή της Γαλλίδας συντρόφου του. Και οι δύο συζούν για διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών στη Γαλλία και υπέστησαν την απώλεια της θυγατέρας τους από εγκληματική πράξη που τελέσθηκε στην αλλοδαπή. Έχουν την ίδια συγγενική σχέση με τη θανούσα και, συνεπώς, υπέστησαν την ίδια ζημία.
38. Εκτός από την ιθαγένεια, ο J. Wood και η σύντροφός του δεν διαφέρουν, συνεπώς, σε τίποτα όσον αφορά τις προϋποθέσεις της αξιώσεως αποζημιώσεως. Και όμως, μόνον η σύντροφος του J. Wood έλαβε αποζημίωση, ενώ ο ίδιος όχι.
39. Κατά συνέπεια, παρόμοιες καταστάσεις αντιμετωπίστηκαν διαφορετικά. Δεδομένου ότι η διαφορετική μεταχείριση συνδέεται ρητώς με το κριτήριο της ιθαγένειας, πρόκειται για άμεση δυσμενή διάκριση. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει το εναγόμενο, είναι, κατά συνέπεια, αδιάφορο για την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως το γεγονός ότι ο J. Wood θα μπορούσε, αλλάζοντας ιθαγένεια, να αποκτήσει αξίωση αποζημιώσεως.
4. Δικαιολόγηση
40. Απομένει, συνεπώς, μόνον να εξεταστεί κατά πόσον μπορεί να δικαιολογηθεί αυτή η δυσμενής διάκριση.
41. Μια τέτοια διακριτική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον εάν βασίζεται σε αντικειμενικές εκτιμήσεις, ανεξάρτητες από την ιθαγένεια των ενδιαφερομένων και ανάλογες προς τον θεμιτώς επιδιωκόμενο από το εθνικό δίκαιο σκοπό (10).
42. Είναι αμφίβολο κατά πόσον μπορεί να δικαιολογηθεί μια εθνική ρύθμιση που δημιουργεί άμεσες διακρίσεις λόγω ιθαγένειας (11). Παρέλκει εντούτοις εν προκειμένω η εξέταση του ζητήματος αυτού, διότι –ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι υπάρχει δυνατότητα τέτοιας δικαιολογήσεως– στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν υφίσταται τέτοια δικαιολόγηση.
43. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση θεωρεί ως δικαιολόγηση την ιδέα της εθνικής αλληλεγγύης, από την οποία συνάγεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν στους υπηκόους τους την αποζημίωση για εγκληματικές πράξεις που τελέσθηκαν εκτός του εδάφους τους.
44. Η ίδια η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι, κατά την άποψή της, ο J. Wood θα έπρεπε να λάβει αποζημίωση όπως και η σύζυγος και τα τέκνα του. Δεν επικαλείται, συνεπώς, δικαιολόγηση για το κριτήριο της ιθαγένειας ως προϋποθέσεως για τη χορήγηση αποζημιώσεως.
45. Επικαλείται όμως τις επιβαρύνσεις που θα προέκυπταν από την απεριόριστη χορήγηση αποζημιώσεως των θυμάτων για τη χρηματοδότηση και το συνολικό επίπεδο του συστήματος αποζημιώσεως. Πράγματι, το καθεστώς αποζημιώσεως των θυμάτων εγκληματικών πράξεων είναι ιδιαίτερα γενναιόδωρο στη Γαλλία και προβλέπει τέτοια αξίωση σε ιδιαίτερα πολλές περιπτώσεις. Έτσι θα αποζημιώνονταν όχι μόνον τα άμεσα θύματα εγκληματικών πράξεων, αλλά και τα έμμεσα θύματα, ενώ και η έννοια του εμμέσου θύματος ερμηνεύεται ιδιαιτέρως ευρέως.
46. Αν δεν υπήρχε περιορισμός, θα μπορούσε κάθε υπήκοος άλλου κράτους μέλους, που διαμένει στη Γαλλία, έστω και μόνον για μια σύντομη τουριστική παραμονή, θα μπορούσε να απαιτήσει αποζημίωση θύματος εκεί, ακόμη και στην περίπτωση που, κατά την παραμονή του στη Γαλλία, κάποιο συγγενικό του πρόσωπο υπήρξε θύμα εγκληματικής πράξεως στη χώρα καταγωγής του ή σε τρίτη χώρα.
47. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να εξαρτήσει τη χορήγηση ορισμένων κοινωνικών παροχών, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπερβολική επιβάρυνση, από την προϋπόθεση της υπάρξεως αληθούς σχέσεως μεταξύ του προσώπου και του κράτους (12), ορισμένου βαθμού εντάξεως (13) ή ιδιαίτερης συνδέσεως (14) με την κοινωνία του οικείου κράτους μέλους. Έτσι π.χ., με την απόφαση Bidar, έκρινε, σε σχέση με ενισχύσεις για την κάλυψη των δαπανών διαβιώσεως σπουδαστών, ότι κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να μεριμνά ώστε η χορήγηση ενισχύσεων για την κάλυψη των δαπανών διαβιώσεως σπουδαστών που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών να μη συνεπάγεται υπέρμετρο κόστος το οποίο θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις σε επίπεδο συνόλου ενισχύσεων που δύναται να χορηγήσει το εν λόγω κράτος μέλος.
48. Κατ’ ανάλογη εφαρμογή των σκέψεων αυτών στην υπό κρίση περίπτωση, παρίσταται νόμιμη, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος υπερβολικού κόστους, η εξάρτηση της χορηγήσεως αποζημιώσεως για θύματα εγκληματικών πράξεων που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από την ύπαρξη αληθούς σχέσεως μεταξύ του προσώπου που αξιώνει την παροχή και του κράτους μέλους που τη χορηγεί.
49. Μια εθνική ρύθμιση, η οποία στοχεύει να περιορίσει τις παροχές για τα θύματα εγκληματικών πράξεων που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή σε ένα κύκλο προσώπων που συνδέεται με αληθή σχέση με τη γαλλική κοινωνία, θα επιδίωκε, συνεπώς, έναν καθ’ όλα θεμιτό σκοπό.
50. Για να είναι δικαιολογημένη, μια τέτοια εθνική ρύθμιση θα έπρεπε όμως, πέραν αυτού, να πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η αρχή της αναλογικότητας (15). Ένα μέτρο είναι ανάλογο όταν είναι πρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη αυτή μέτρο.
51. Από την άποψη αυτή, προκειμένου περί παροχών οι οποίες δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο, τα κράτη μέλη έχουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων αξιολογήσεως ενός αληθούς συνδέσμου, τηρουμένων των ορίων που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο (16).
52. Ακόμη όμως και αν θεωρηθεί ότι δύναται, κατ’ αρχήν, να δικαιολογηθεί ένα μέτρο που δημιουργεί άμεσες διακρίσεις, δεν μπορεί να είναι δικαιολογημένη μια εθνική ρύθμιση που ανάγει το κριτήριο της ιθαγένειας σε προϋπόθεση για τη χορήγηση της αποζημιώσεως των θυμάτων.
53. Πράγματι, με την ανάδειξη της ιθαγένειας του αποδέκτη της παροχής σε μοναδικό κριτήριο, αποκλείονται από τη χορήγησή της ακόμη και εκείνοι που διατηρούν επαρκή αληθή σχέση με τη γαλλική κοινωνία. Κάποιος σαν τον J. Wood, ο οποίος έζησε και εργάστηκε είκοσι έτη στη Γαλλία, είναι αναμφίβολα –όπως εξάλλου αναγνωρίζει και η Γαλλική Κυβέρνηση– επαρκώς εντεταγμένος στη γαλλική κοινωνία, πράγμα που αποκλείει τη μη χορήγηση αποζημιώσεως σε αυτόν. Ένα τέτοιο μέτρο δεν είναι πρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
54. Ως πιθανό κριτήριο που αποδεικνύει τον αληθή σύνδεσμο με τη γαλλική κοινωνία θα μπορούσε όμως να θεωρηθεί η κατοικία του αιτούντος (17). Η ενσωμάτωση του αποδέκτη της παροχής στην κοινωνία του εκάστοτε κράτους μέλους μπορεί να αποδειχθεί από το γεγονός ότι έχει διαμείνει επί ορισμένο χρονικό διάστημα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος (18). Η συγκεκριμένη διαμόρφωση ενός τέτοιου κριτηρίου βασισμένου στην κατοικία, και ιδίως η απαιτούμενη διάρκεια της διαμονής θα έπρεπε όμως να ανταποκρίνονται, και αυτές, στην αρχή της αναλογικότητας (19).
55. Ένα τέτοιο κριτήριο κατοικίας δεν θα ήταν αντίθετο ούτε προς την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Cowan.
56. Η απόφαση Cowan αφορούσε μια διάταξη του γαλλικού δικαίου η οποία εξαρτούσε τη χορήγηση αποζημιώσεως των θυμάτων από την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει δελτίο μονίμου κατοίκου ή είναι υπήκοος χώρας που έχει συνάψει σύμβαση αμοιβαιότητας με τη Γαλλία.
57. Ο J. Cowan είχε μεταβεί ως τουρίστας στη Γαλλία όπου υπήρξε θύμα εγκληματικής πράξεως. Δεδομένου ότι η διαμονή του J. Cowan ως τουρίστα μπορούσε να υπαχθεί στην ελευθερία αποδοχής υπηρεσιών, η επίδικη εθνική ρύθμιση ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, κατά την έννοια του άρθρου 12 ΕΚ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αποτελούσε άνιση μεταχείριση μη δυνάμενη να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι η εθνική ρύθμιση εξαρτούσε τη χορήγηση της αποζημιώσεως σε πρόσωπα που δεν είχαν την ιθαγένεια του οικείου κράτους από το αν ήταν κάτοχοι δελτίου μονίμου κατοίκου –δηλαδή από την προϋπόθεση της υπάρξεως κατοικίας στην ημεδαπή– ενώ η προϋπόθεση αυτή δεν ισχύει για τους ημεδαπούς (20).
58. Από την απόφαση όμως αυτή δεν συνάγεται ότι, και υπό τις συνθήκες της υπό κρίση περιπτώσεως, θα ήταν ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο ένα κριτήριο βασισμένο στην κατοικία.
59. Και τούτο διότι η «αληθής σχέση» μεταξύ πολίτη και κράτους υφίστατο ήδη στην υπόθεση Cowan και για άλλο λόγο. Στην περίπτωση εκείνη, ο επαρκής σύνδεσμος με τη Γαλλία προέκυπτε από το γεγονός ότι η εγκληματική πράξη είχε τελεστεί επί του γαλλικού εδάφους και ο J. Cowan ήταν το άμεσο θύμα της εγκληματικής πράξεως. Δεδομένου ότι υφίστατο ήδη αληθής σύνδεσμος, δεν επιτρεπόταν να εξαρτηθεί η χορήγηση της αποζημιώσεως από την ύπαρξη περαιτέρω «αληθούς σχέσεως», με τη μορφή ενός κριτηρίου κατοικίας.
60. Δεδομένου όμως ότι, αντίθετα, σε μια περίπτωση όπως αυτή την οποία αφορά η υπόθεση Wood, η αληθής σχέση δεν στηρίζεται στον τόπο τελέσεως της εγκληματικής πράξεως, στην περίπτωση αυτή, αντίθετα προς ό,τι ισχύει στην υπόθεση Cowan, μπορεί να γίνει λόγος για παραδεκτό του κριτηρίου της κατοικίας.
5. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
61. Η άρνηση χορηγήσεως της αποζημιώσεως θυμάτων εγκληματικών πράξεων λόγω ιθαγένειας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
VI – Πρόταση
62. Σύμφωνα με όσα προεξέθεσα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εξαρτήσει τη χορήγηση κρατικής αποζημιώσεως για εγκληματικές πράξεις που τελέσθηκαν εκτός του εδάφους του σε πρόσωπα που κατοικούν εντός του εδάφους του από το κατά πόσον τα πρόσωπα αυτά έχουν την ιθαγένεια του οικείου κράτους μέλους.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 186/87 (Συλλογή 1989, σ. 195).
3 – ΕΕ L 261, σ. 15.
4 – Βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 2006, C‑237/04, Enirisorse (Συλλογή 2006, σ. I‑2843, σκέψη 24), της 3ης Μαΐου 2001, C‑28/99, Verdonck κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I‑3399, σκέψη 28), και της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C‑292/92, Hünermund κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I‑6787, σκέψη 8).
5 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz της 6ης Δεκεμβρίου 1988, 186/87, Cowan (Συλλογή 1989, σ. 195, σημείο 7). Το Δικαστήριο, με την απόφαση Cowan (παρατίθεται στην υποσημείωση 2), δέχθηκε σιωπηρώς το παραδεκτό της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος από τέτοια επιτροπή.
6 – Βλ., ενδεικτικώς, τις αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C-101/05, Skatteverket (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 19), και Cowan (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 19).
7 – Βλ. αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑318/05, Επιτροπή κατά Γερμανίας (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 126), της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑76/05, Schwarz και Gootjes-Schwarz (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 87), της 23ης Οκτωβρίου 2007, C‑11/06, Morgan (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 23), της 12ης Ιουλίου 2005, C‑403/03, Schempp (Συλλογή 2005, σ. I‑6421, σκέψη 18), της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑148/02, Garcia Avello (Συλλογή 2003, σ. I‑11613, σκέψη 24), και της 24ης Νοεμβρίου 1998, C‑274/96, Bickel και Franz (Συλλογή 1998, σ. I‑7637, σκέψη 15).
8 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 7, σκέψη 125), της 23ης Μαρτίου 2004, C‑138/02, Collins (Συλλογή 2004, σ. I‑2703, σκέψη 61), Garcia Avello (παρατίθεται στην υποσημείωση 7, σκέψεις 22 και 23), της 11ης Ιουλίου 2002, C-224/98, D’Hoop (Συλλογή 2002, σ. I-6191, σκέψη 28), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑184/99, Grzelczyk (Συλλογή 2001, σ. I‑6193, σκέψη 31).
9 – Βλ., ενδεικτικώς, τις αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C-300/04, Eman και Sevinger (Συλλογή 2006, σ. I-8055, σκέψη 57), της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I‑403, σκέψη 95), και Garcia Avello (παρατίθεται στην υποσημείωση 7, σκέψη 31).
10 – Αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2005, C‑209/03, Bidar (Συλλογή 2005, σ. I‑2119, σκέψη 54), της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑258/04, Ιωαννίδης (Συλλογή 2005, σ. I‑8275, σκέψη 29), D'Hoop (παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 36), Bickel και Franz (παρατίθεται στην υποσημείωση 7, σκέψη 27) και Garcia Avello (παρατίθεται στην υποσημείωση 7, σκέψη 31).
11 – Υπέρ της θεωρητικής δυνατότητας δικαιολογήσεως και στην περίπτωση αμέσων διακρίσεων συνηγορούν, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 2002, C‑360/00, Ricordi (Συλλογή 2002, σ. I‑5089, σκέψη 33), της 12ης Μαΐου 1998, C‑85/96, Martínez Sala (Συλλογή 1998, σ. I‑2691, σκέψη 64), της 2ας Οκτωβρίου 1997, C‑122/96, Saldanha και MTS (Συλλογή 1997, σ. I‑5325, σκέψεις 26 επ.), και της 20ής Μαρτίου 1997, C‑323/95, Hayes (Συλλογή 1997, σ. I‑1711, σκέψη 24). Αντίθετες είναι, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 1993, C‑92/92 και C‑326/92, Phil Collins κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I‑5145, σκέψη 32), και της 13ης Φεβρουαρίου 1985, 293/83, Gravier (Συλλογή 1985, σ. 593).
12 – Αποφάσεις D’Hoop (παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 38) και Collins (παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 67).
13 – Αποφάσεις Morgan (παρατίθεται στην υποσημείωση 7, σκέψη 43) και Bidar (παρατίθεται στην υποσημείωση 10, σκέψεις 56 και 57).
14 – Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, C‑192/05, Tas-Hagen και Tas (Συλλογή 2006, σ. I‑10451, σκέψη 34).
15 – Βλ., ενδεικτικώς, τις αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (παρατίθεται στην υποσημείωση 7, σκέψη 136) και Tas-Hagen (παρατίθεται στην υποσημείωση 14, σκέψη 35).
16 – Απόφαση Tas-Hagen (παρατίθεται στην υποσημείωση 14, σκέψη 36) και προτάσεις που ανέπτυξα στις 30 Μαρτίου 2006 επί της υποθέσεως αυτής.
17 – Βλ., σχετικά με το κριτήριο αυτό, και τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Tas‑Hagen (παρατίθενται στην υποσημείωση 14, σημεία 62 επ.).
18 – Απόφαση Bidar (παρατίθεται στην υποσημείωση 10, σκέψη 59).
19 – Αποφάσεις Collins (παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψεις 66 και 72) και Tas‑Hagen (παρατίθεται στην υποσημείωση 14, σκέψεις 36 και 37). Βλ. επ’ αυτού και τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Tas-Hagen (παρατίθενται στην υποσημείωση 14, σημεία 63 και 64).
20 – Απόφαση Cowan (παρατίθεται στην υποσημείωση 2, σκέψη 10).
Full & Egal Universal Law Academy