ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 16ης Οκτωβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑198/07 P
Donal Gordon
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας – Έννομο συμφέρον – Υπάλληλος με μόνιμη ολική αναπηρία»
1. Το ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως αφορά το κατά πόσον ο υπάλληλος συνεχίζει να έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής κατά εκθέσεως κρίσεως όταν, μετά την άσκηση της προσφυγής του κατά της εκθέσεως, υποστεί μόνιμη ολική αναπηρία.
2. Με την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2007, Gordon κατά Επιτροπής (2), το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεχόμενο την επιχειρηματολογία της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έκρινε ότι υπάλληλος που βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον και ότι η προσφυγή του πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
3. Το Πρωτοδικείο θεμελίωσε αυτή τη θέση στη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο υπάλληλος έχει έννομο συμφέρον να προσφύγει κατά της εκθέσεως κρίσεως μόνον αν η σταδιοδρομία του συνεχίζεται, με άλλα λόγια μέχρι την οριστική λήξη των καθηκόντων του. Ανέφερε ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις, ο υπάλληλος που έχει αναγνωριστεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης ολικής αναπηρίας συνταξιοδοτείται και πρέπει να θεωρείται ότι έχει παύσει οριστικά να ασκεί τα καθήκοντά του, μολονότι μπορεί, ενδεχομένως, να επανέλθει στην υπηρεσία, αν το επιτρέψει η κατάσταση της υγείας του. Σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, το ενδεχόμενο αυτό δεν αρκεί ώστε να θεωρηθεί ότι ο υπάλληλος που βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής κατά της εκθέσεως κρίσεώς του.
4. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε επίσης την αγωγή αποζημιώσεως του αναιρεσείοντα ως απαράδεκτη.
5. Με τις παρούσες θα εκθέσω, πρώτον, τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι η νομολογία σύμφωνα με την οποία ο υπάλληλος δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής κατά εκθέσεως κρίσεως αφ’ ής στιγμής παύσει οριστικά να ασκεί τα καθήκοντά του είναι εσφαλμένη.
6. Στη συνέχεια, θα υποστηρίξω ότι, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η νομολογία αυτή είναι βάσιμη, δεν είναι εφαρμοστέα στην περίπτωση υπαλλήλου που έχει αναγνωριστεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης ολικής αναπηρίας, διότι ο υπάλληλος αυτός μπορεί να επανέλθει στην υπηρεσία. Θα προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι ο υπάλληλος αυτός έχει γεγενημένο και ενεστώς έννομο συμφέρον να προσβάλει την έκθεση κρίσεώς του.
7. Θα καταλήξω στο συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη και ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος που αποφαίνεται ότι παρέλκει να κριθεί η προσφυγή περί ακυρώσεως.
8. Στη συνέχεια, θα εκθέσω ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να επικυρωθεί κατά το μέρος που απορρίπτει την αγωγή αποζημιώσεως ως απαράδεκτη.
9. Τέλος, θα προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει το αίτημα ακυρώσεως που υποβάλλει ο αναιρεσείων και θα παρουσιάσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι πρέπει να κηρυχθεί βάσιμη.
I – Το νομικό πλαίσιο
10. Το οικείο νομικό πλαίσιο περιλαμβάνει τις διατάξεις περί κρίσεως των υπαλλήλων και τις διατάξεις που διέπουν την αναπηρία των υπαλλήλων.
Οι διατάξεις που αφορούν τις κρίσεις των υπαλλήλων
11. Οι διατάξεις που διέπουν τις κρίσεις των υπαλλήλων εκτίθενται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως εξής.
12. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ως ίσχυε κατά τον χρόνο της υπό κρίση διαφοράς (3), η ικανότητα, η απόδοση και η συμπεριφορά στην υπηρεσία κάθε υπαλλήλου, με εξαίρεση τους υπαλλήλους των βαθμών Α 1 και Α 2, αποτελούν το αντικείμενο περιοδικής εκθέσεως που συντάσσεται τουλάχιστον ανά διετία, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από κάθε όργανο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 110 του ΚΥΚ.
13. Στις 26 Απριλίου 2002 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση σχετικά με τις γενικές διατάξεις εκτελέσεως του άρθρου 43 του ΚΥΚ (4), με την οποία θέσπισε νέο σύστημα κρίσεων.
14. Δυνάμει του μεταβατικού κανόνα του άρθρου 4, παράγραφος 1, των ΓΕΔ 43, κατά τις πρώτες κρίσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το νέο σύστημα, η έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας (ΕΕΣ) την οποία προβλέπει το άρθρο 6 των ΓΕΔ 43 (5) καλύπτει την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002.
15. Οι περίοδοι κρίσεων και οι περίοδοι προαγωγών συνδέονται καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, των γενικών διατάξεων εκτελέσεως του άρθρου 45 του ΚΥΚ τις οποίες εξέδωσε η Επιτροπή στις 26 Απριλίου 2002, ο υπάλληλος προάγεται καταρχήν, όταν το σύνολο των μορίων αξιολογήσεώς του, που αντιστοιχεί στους βαθμούς που απορρέουν από την ΕΕΣ, αφενός, και το σύνολο των μορίων προτεραιότητας που του έχουν δοθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγών, αφετέρου, που σωρεύονται κατά τη διάρκεια μιας ή περισσοτέρων περιόδων, υπερβαίνουν το «κατώφλι προαγωγών».
16. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 6, παράγραφος 1, των γενικών διατάξεων εκτελέσεως του άρθρου 45 του ΚΥΚ ορίζει ότι οι γενικές διευθύνσεις των οποίων ο μέσος όρος μορίων αξιολογήσεως, ως προς ορισμένο βαθμό, υπερβαίνει κατά περισσότερο από μία μονάδα τον μέσο όρο τον οποίο θέτει ως στόχο η Επιτροπή υποχρεούνται να μειώσουν την ποσότητα μορίων προτεραιότητας κατά ποσό ακριβώς αντίστοιχο της διαπιστωθείσας υπερβάσεως, εκτός αν δικαιολογούν την υπέρβαση αυτή.
17. Με την εγκύκλιο της Επιτροπής με τίτλο «Οδηγός για την περίοδο αξιολογήσεως του προσωπικού 2001/2002 (μεταβατική)», που δημοσιεύθηκε στις Διοικητικές Πληροφορίες αριθ. 99‑2002, της 3ης Δεκεμβρίου 2002 (6), καλούνται οι γενικές διευθύνσεις να αξιολογούν το προσωπικό τους τηρώντας τον μέσον όρο 14 έως 20 που έχει τεθεί ως στόχος και υπενθυμίζεται ότι γενική διεύθυνση η οποία, ως προς ένα συγκεκριμένο βαθμό, υπερβαίνει κατά μέσον όρο το 15 υποχρεούται να μειώσει την ποσότητα μορίων προτεραιότητας, εκτός αν δικαιολογήσει την υπέρβαση.
Οι διατάξεις περί της αναπηρίας των υπαλλήλων
18. Το άρθρο 53 του ΚΥΚ ορίζει ότι:
«Ο υπάλληλος, για τον οποίο η επιτροπή αναπηρίας κρίνει ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 78 [του ΚΥΚ] συνταξιοδοτείται αυτοδικαίως την τελευταία ημέρα του μήνα κατά τον οποίο διαπιστώνεται με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής [(7)] η οριστική ανικανότητα του υπαλλήλου να ασκεί τα καθήκοντά του».
19. Το άρθρο 78 του ΚΥΚ ορίζει ότι:
«Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 13 έως 16 του Παραρτήματος VIII [του ΚΥΚ], ο υπάλληλος δικαιούται επιδόματος αναπηρίας, αν υποστεί μόνιμη αναπηρία, θεωρούμενη ως ολική και η οποία τον θέτει σε αδυναμία εκτελέσεως των καθηκόντων που αντιστοιχούν σε θέση της ομάδας καθηκόντων του.
[…]»
20. Τα άρθρα 13 έως 16 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ ορίζουν τα εξής:
«Άρθρο 13
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου 1 παράγραφος 1 ο υπάλληλος ηλικίας κάτω των 65 ετών, ο οποίος στο διάστημα της περιόδου, κατά τη διάρκεια της οποίας αποκτούσε δικαιώματα προς σύνταξη, κρίνεται από την επιτροπή αναπηρίας ότι έχει προσβληθεί από διαρκή αναπηρία που θεωρείται ως ολική και τον καθιστά ανίκανο για την άσκηση καθηκόντων αντιστοίχων προς κάποια θέση της σταδιοδρομίας του και ο οποίος γι’ αυτό το λόγο, υποχρεώνεται να αναστείλει την υπηρεσία του στις Κοινότητες, δικαιούται όσο χρόνο διαρκεί αυτή η ανικανότητα του επιδόματος αναπηρίας που αναφέρεται στο άρθρο 78 του [ΚΥΚ].
[…]
Άρθρο 14
Το δικαίωμα επιδόματος αναπηρίας γεννάται από την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μήνα που ακολουθεί τη συνταξιοδότηση που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 53 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Όταν ο πρώην υπάλληλος παύει να πληροί τις προϋποθέσεις επιδόματος αναπηρίας, επαναφέρεται υποχρεωτικά στην πρώτη κενή θέση της κατηγορίας ή του κλάδου που δημιουργείται και που αντιστοιχεί στη σταδιοδρομία του, με τον όρο ότι έχει τα απαιτούμενα προσόντα για την εν λόγω θέση. Αν αρνηθεί τη θέση που του προσφέρεται, διατηρεί το δικαίωμα επαναφοράς του σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του, όταν δημιουργηθεί παρόμοια κενή θέση και με τον όρο ότι έχει τα απαιτούμενα για αυτή προσόντα. Σε περίπτωση δεύτερης αρνήσεως, δύναται να παυθεί […].
Άρθρο 15
Όσο ο πρώην υπάλληλος που απολαύει επιδόματος αναπηρίας δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των 60 ετών, το όργανο δύναται να τον υποβάλλει περιοδικά σε εξέταση, για να βεβαιώνεται, ότι συγκεντρώνει πάντοτε τις προϋποθέσεις που απαιτούνται, για να τύχει αυτού του επιδόματος.
Άρθρο 16
Όταν ο πρώην υπάλληλος, δικαιούχος σύνταξης αναπηρίας, επανενταχθεί, ο χρόνος κατά τον οποίο εισέπραξε τη σύνταξη αναπηρίας λαμβάνεται υπόψη, χωρίς υποχρέωση επιστροφής της εισφοράς, για τον υπολογισμό της σύνταξης λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου.»
II – Πραγματικά περιστατικά
21. Τα πραγματικά περιστατικά περιγράφονται ως εξής στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
22. Κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, ο αναιρεσείων ήταν υπάλληλος με βαθμό LA 5 και υπηρετούσε στη Γενική Διεύθυνση Μετάφρασης της Επιτροπής.
23. Το απόγευμα της 11ης Μαρτίου 2003, ο αναιρεσείων έλαβε την ΕΕΣ του για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002. Το πρωί της 12ης Μαρτίου 2003, ζήτησε από τον δεύτερο βαθμολογητή τη διεξαγωγή διαλόγου σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 5, των ΓΕΔ 43. Στη συνέχεια, έλαβε άδεια από το απόγευμα της ίδιας ημέρας για δύο και μισή ημέρες. Την ίδια ημέρα, ο δευτεροβάθμιος βαθμολογητής επικύρωσε την εν λόγω ΕΕΣ σημειώνοντας ότι «δεν στάθηκε δυνατόν να διοργανωθεί [η συνάντηση που ζήτησε ο αναιρεσείων], διότι ο ενδιαφερόμενος βρισκόταν [σε άδεια] από το απόγευμα της 12ης [Μαρτίου] 2003».
24. Στις 25 Μαρτίου 2003, ο αναιρεσείων συναντήθηκε με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή. Την ίδια ημέρα και μετά από αίτημα του αναιρεσείοντα, η υπόθεση υποβλήθηκε στην επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως (8). Στις 11 Απριλίου 2003, η ΕΙΣ εξέδωσε τη γνώμη της, στην οποία ανέφερε ότι «[η ΕΙΣ] διαπιστώνει ότι δεν πραγματοποιήθηκε επίσημος διάλογος [και] [κ]ατά συνέπεια, […] συνιστά στον κατ’ έφεση βαθμολογητή να ζητήσει από τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή να προβεί στον εν λόγω επίσημο διάλογο». Ο αναιρεσείων συναντήθηκε και πάλι με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή στις 14 Απριλίου 2003.
25. Στις 25 Απριλίου 2003, πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του αναιρεσείοντα και του κατ’ έφεση βαθμολογητή. Στις 28 Απριλίου 2003, ο κατ’ έφεση βαθμολογητής εξέδωσε την απόφασή του με την οποία επικύρωσε την επίμαχη ΕΕΣ αναφέροντας, αφενός, ότι «διευκρινίζεται ότι [ο αναιρεσείων] ζήτησε τη διεξαγωγή επίσημου διαλόγου στις 12 Μαρτίου [2003], αλλά ο διάλογος αυτός δεν πραγματοποιήθηκε λόγω του ότι ο ενδιαφερόμενος βρισκόταν σε άδεια […] και λαμβανομένης υπόψη της αρχικής προθεσμίας λήξεως της διαδικασίας (15 Μαρτίου 2003)» και, αφετέρου, ότι «στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκαν δύο συναντήσεις με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή, στις 25 Μαρτίου 2003 και στις 14 Απριλίου 2003». Με σημείωμα που έφερε την ίδια ημερομηνία, ο κατ’ έφεση βαθμολογητής ανακοίνωσε την απόφασή του στον πρόεδρο της ΕΙΣ. Στο σημείωμα ανέφερε τους λόγους για τους οποίους δεν είχε μπορέσει να πραγματοποιηθεί ο επίσημος διάλογος που ζητούσε ο αναιρεσείων και προσέθετε ότι «τα σχόλια του δευτεροβάθμιου βαθμολογητή [είχαν] διατυπωθεί [...] λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, των λόγων που προέβαλε ο ενδιαφερόμενος και μετά από ακρόαση του άμεσου ιεραρχικώς προϊσταμένου». Ανέφερε επίσης ότι «[π]ραγματοποιήθηκαν δύο επίσημες συναντήσεις με τον δεύτερο βαθμολογητή στις 25 Μαρτίου 2003 [...] και στις 14 Απριλίου 2003».
26. Στις 25 Ιουλίου 2003, ο αναιρεσείων υπέβαλε ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 του ΚΥΚ κατά της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2003 με την οποία επικυρώθηκε η ΕΕΣ του. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από την ΑΔΑ με απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003, η οποία κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 2 Φεβρουαρίου 2004 (9).
27. Μετά από γνωμοδότηση της επιτροπής αναπηρίας της 1ης Φεβρουαρίου 2005, με την οποία διαπιστώθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε «υποστεί μόνιμη αναπηρία, θεωρούμενη ως ολική η οποία συνεπάγεται αδυναμία εκτελέσεως των καθηκόντων που αντιστοιχούν σε θέση του βαθμού του», η ΑΔΑ, με απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2005, αποφάσισε ότι ο αναιρεσείων «συνταξιοδοτείται και δικαιούται επιδόματος αναπηρίας το ύψος του οποίου καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78, [τρίτο] εδάφιο […], του ΚΥΚ». Η απόφαση αυτή άρχισε να ισχύει στις 28 Φεβρουαρίου 2005.
III – Διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και αιτήματα των διαδίκων
28. Με εισαγωγικό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Μαΐου 2004, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως και αγωγή αποζημιώσεως.
29. Την 1η Μαρτίου 2005, η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο την κατάργηση της δίκης επί της προσφυγής περί ακυρώσεως, κατόπιν της συνταξιοδοτήσεως του αναιρεσείοντα λόγω μόνιμης αναπηρίας θεωρούμενης ως ολικής. Ζήτησε επίσης να κριθεί απαράδεκτη η αγωγή αποζημιώσεως. Στις 6 Απριλίου 2005, ο αναιρεσείων υπέβαλε παρατηρήσεις επί του αιτήματος αυτού.
30. Με διάταξη της 10ης Ιουνίου 2005, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να συνεκδικάσει το αίτημα περί καταργήσεως της δίκης με την ουσία της υποθέσεως και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
31. Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Οκτωβρίου 2005, ο αναιρεσείων ζήτησε από το Πρωτοδικείο να επαναληφθεί η έγγραφη διαδικασία ή να γίνουν δεκτά νέα αποδεικτικά μέσα. Η Επιτροπή δεν υπέβαλε παρατηρήσεις επί της ουσίας του αιτήματος αυτού. Οι παρατηρήσεις και τα στοιχεία που προσκόμισε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της προσφυγής του περιλήφθηκαν προσωρινά στον φάκελο και το Πρωτοδικείο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί του παραδεκτού τους.
32. Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 31ης Μαΐου 2006. Η Επιτροπή προσκόμισε επίσης τα έγγραφα που της είχαν ζητηθεί.
33. Κατά τη συζήτηση αυτή αποφασίστηκε, πριν την ολοκλήρωση της προφορικής διαδικασίας, να επιτραπεί στον αναιρεσείοντα να υποβάλει παρατηρήσεις όσον αφορά τον αριθμό σελίδων που μετέφρασε κατά την περίοδο την οποία αφορούσε η επίμαχη ΕΕΣ. Ο αναιρεσείων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του εντός της ταχθείσας προθεσμίας και η Επιτροπή κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί της απαντήσεως αυτής στις 14 Ιουνίου 2006.
34. Η προφορική διαδικασία περατώθηκε με απόφαση του προέδρου του τρίτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου της 20ής Ιουνίου 2006.
IV – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
35. Το Πρωτοδικείο έκρινε το αίτημα ακυρώσεως, καθώς και το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως, τέλος δε τα αιτήματα λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, τα οποία υπέβαλε ο αναιρεσείων.
Επί του αιτήματος ακυρώσεως
36. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί του αιτήματος ακυρώσεως, για τους ακόλουθους λόγους:
«27 Αφενός, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, η οποία αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής, εκτιμάται κατά το χρονικό σημείο της ασκήσεως της προσφυγής [(10)], αυτό δεν εμποδίζει το Πρωτοδικείο να διαπιστώσει ότι η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής παρέλκει στην περίπτωση κατά την οποία ο προσφεύγων που είχε αρχικώς έννομο συμφέρον έπαυσε να έχει οποιουδήποτε είδους προσωπικό συμφέρον για την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως λόγω γεγονότος που συνέβη κατόπιν της ασκήσεως της εν λόγω προσφυγής. Πράγματι, για να μπορέσει ο προσφεύγων να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως αποφάσεως, πρέπει να αντλεί διαρκώς προσωπικό συμφέρον από την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως [(11)]. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, ο προσφεύγων πρέπει να δικαιολογεί γεγενημένο και ενεστώς έννομο συμφέρον για την ακύρωση της επίδικης πράξεως, εις τρόπον ώστε, αν το συμφέρον που επικαλείται ο προσφεύγων αφορά μελλοντική νομική κατάσταση, πρέπει να αποδειχθεί ότι η προσβολή της καταστάσεως αυτής ήδη προκύπτει ότι είναι πλέον βέβαιη [(12)].
28 Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τις προσφυγές περί ακυρώσεως ΕΕΣ, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η ΕΕΣ είναι εσωτερικό έγγραφο, η κύρια λειτουργία του οποίου είναι να εξασφαλίζει την περιοδική ενημέρωση της διοικήσεως σχετικά με την εκπλήρωση των καθηκόντων των υπαλλήλων της [(13)] και συνεπώς διαδραματίζει, έναντι του υπαλλήλου, σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας του, ιδίως όσον αφορά τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως. Κατά συνέπεια, η ΕΕΣ επηρεάζει τα συμφέροντα του κρινομένου κατ’ αρχήν μόνο εφόσον η σταδιοδρομία του συνεχίζεται, δηλαδή μέχρι την οριστική λήξη των καθηκόντων του. Μετά τη λήξη των καθηκόντων, ο υπάλληλος δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση ή τη συνέχιση της εκδικάσεως προσφυγής κατά της ΕΕΣ του, εκτός αν αποδείξει την ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων που δικαιολογούν προσωπικό και ενεργό έννομο συμφέρον για την ακύρωσή της [(14)].
29 Εν προκειμένω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε δυνάμει του άρθρου 78 του ΚΥΚ διότι κρίθηκε ότι είχε υποστεί μόνιμη αναπηρία, θεωρούμενη ως ολική, έπαυσε οριστικά να ασκεί τα καθήκοντά του και, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, απώλεσε το έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της εκδικάσεως της προσφυγής του. Ο προσφεύγων θεωρεί, εντούτοις, ότι η εν λόγω νομολογία δεν είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω για δύο λόγους. Πρώτον, δεν πρόκειται οριστική λήξη των καθηκόντων του εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, μπορεί να επανέλθει στην υπηρεσία μόλις το επιτρέψει η κατάσταση της υγείας του. Δεύτερον, η συνταξιοδότησή του ήταν υποχρεωτική και έλαβε χώρα μετά την άσκηση της κρινόμενης προσφυγής. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, θεωρεί ότι το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του πρέπει να υπερισχύσει άλλων σκέψεων και να επιτρέψει την έκδοση αποφάσεως σχετικά με τη νομιμότητα της επίδικης ΕΕΣ. Κατά συνέπεια, φρονεί ότι συνεχίζει να έχει προσωπικό και ενεργό έννομο συμφέρον για την ακύρωση της λόγω ΕΕΣ.
30 Όσον αφορά, πρώτον, το ζήτημα του οριστικού χαρακτήρα της λήξεως των καθηκόντων σε περίπτωση συνταξιοδοτήσεως λόγω μόνιμης αναπηρίας θεωρούμενης ως ολικής, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι το άρθρο 14 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ προβλέπει τη δυνατότητα να επανέλθει στα καθήκοντά του ο υπάλληλος στον οποίο χορηγήθηκε επίδομα αναπηρίας, η έννοια της μόνιμης αναπηρίας θεωρούμενης ως ολικής, σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη, είναι ότι θέτει τέλος στη σταδιοδρομία του ενδιαφερομένου υπαλλήλου. Πράγματι, το άρθρο 53 του ΚΥΚ προβλέπει ότι “[ο] υπάλληλος, για τον οποίο η επιτροπή αναπηρίας κρίνει ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 78 συνταξιοδοτείται αυτοδικαίως την τελευταία ημέρα του μήνα κατά τον οποίο διαπιστώνεται με απόφαση της [ΑΔΑ] η οριστική ανικανότητα του υπαλλήλου να ασκεί τα καθήκοντά του”. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 47 του ΚΥΚ, η συνταξιοδότηση, συμπεριλαμβανομένης της συνταξιοδοτήσεως λόγω μόνιμης αναπηρίας θεωρούμενης ως ολικής, αποτελεί έναν από τους λόγους οριστικής λήξεως των καθηκόντων. Ο νομοθέτης ρυθμίζει την εν λόγω αναπηρία, από την άποψη του οριστικού ή μη χαρακτήρα της λήξεως των καθηκόντων την οποία συνεπάγεται, κατά τον ίδιο τρόπο με άλλους λόγους λήξεως των καθηκόντων, ο οριστικός χαρακτήρας των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, όπως η παραίτηση, η απόλυση για επαγγελματική ανεπάρκεια ή η ανάκληση.
31 Κατά συνέπεια, στο σύστημα του ΚΥΚ, η συνταξιοδότηση λόγω μόνιμης αναπηρίας κατά την έννοια των άρθρων 53 και 78 θεωρείται ότι θέτει κατ’ αρχήν τέλος στη σταδιοδρομία του υπαλλήλου, διακρινόμενη έτσι από την αναρρωτική άδεια την οποία προβλέπει το άρθρο 59 του ΚΥΚ και η οποία δεν επηρεάζει τη συνέχιση της σταδιοδρομίας του προσωρινά ανίκανου να ασκήσει τα καθήκοντά του υπαλλήλου.
32 Για τους λόγους αυτούς, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η συνταξιοδότηση του προσφεύγοντα δυνάμει του άρθρου 78 του ΚΥΚ επηρεάζει το έννομο συμφέρον του να επιτύχει την ακύρωση της επίμαχης ΕΕΣ, εφόσον η σταδιοδρομία του στο όργανο στο οποίο υπηρετούσε έληξε, κατ’ αρχήν οριστικά.
33 Το συμπέρασμα αυτό δεν προσκρούει στο επιχείρημα που αντλεί ο προσφεύγων από ενδεχόμενη επιστροφή του στην υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 14 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Πράγματι, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο προσφεύγων πρέπει να δικαιολογεί γεγενημένο και ενεστώς έννομο συμφέρον για την ακύρωση της επίδικης πράξεως, εις τρόπον ώστε, αν το συμφέρον που επικαλείται ο προσφεύγων αφορά μελλοντική νομική κατάσταση, πρέπει να αποδειχθεί ότι η προσβολή της καταστάσεως αυτής ήδη προκύπτει ότι είναι πλέον βέβαιη. Διαπιστώνεται όμως ότι η επαναφορά του προσφεύγοντα στην υπηρεσία της Επιτροπής δεν είναι παρά ένα δυνητικό γεγονός, η πραγματοποίηση του οποίου είναι προς το παρόν αβέβαιη. Πρόκειται συνεπώς για υποθετικό απλώς έννομο συμφέρον, το οποίο δεν αρκεί ώστε να κριθεί ότι η νομική κατάσταση του προσφεύγοντα επηρεάζεται από τη μη ακύρωση της επίδικης ΕΕΣ [(15)].
34 Όσον αφορά, δεύτερον, το γεγονός ότι η συνταξιοδότηση του προσφεύγοντα ήταν υποχρεωτική και μεταγενέστερη της ασκήσεως της παρούσας προσφυγής, θα πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι, όπως έχει κρίνει το Πρωτοδικείο, υπάλληλος που έχει παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του λόγω απολύσεως για επαγγελματική ανεπάρκεια ή ανακλήσεως που κατέστη οριστική κατόπιν προσφυγής δεν έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της εκθέσεως κρίσεώς του [(16)]. Συνεπώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο εθελούσιος ή μη χαρακτήρας της λήξεως των καθηκόντων δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος για την άσκηση προσφυγής. Δεύτερον, όσον αφορά τον χρόνο συνταξιοδοτήσεως σε σχέση με την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα στη σκέψη 27 νομολογία, το γεγονός ότι το έννομο συμφέρον εξέλιπε μετά την άσκηση της προσφυγής δεν εμποδίζει το Πρωτοδικείο να κρίνει ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής [(17)].
35 Κατόπιν των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η μεταρρύθμιση της επίμαχης ΕΕΣ την οποία επιδιώκει ο προσφεύγων δεν θα είχε, κατ’ αρχήν, καμία συνέπεια για τη σταδιοδρομία του, η οποία έληξε στις 28 Φεβρουαρίου 2005. Απόκειται συνεπώς στον προσφεύγοντα να αποδείξει την ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων που δικαιολογούν τη συνέχιση της υπάρξεως προσωπικού και ενεργού εννόμου συμφέροντος για την ακύρωσή της [(18)].
36 Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο προσφεύγων, μολονότι αμφισβητεί τον οριστικό χαρακτήρα της λήξεως των καθηκόντων του, δεν επικαλείται καμία ιδιαίτερη περίσταση κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διατάξεως Ν κατά Επιτροπής. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί το έννομο συμφέρον του για την ακύρωση της επίμαχης ΕΕΣ, προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμά του να τύχει αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
37 Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας γεννά δικαίωμα προσβολής ενώπιον των δικαστηρίων μόνο των πράξεων των κοινοτικών οργάνων οι οποίες βλάπτουν τον προσφεύγοντα, επειδή θίγουν τα έννομα συμφέροντά του [(19)]. Εν προκειμένω, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, λόγω της συνταξιοδοτήσεώς του, ο προσφεύγων δεν βλάπτεται, προς το παρόν και εφόσον δεν επανέρχεται στην υπηρεσία, ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε από την επίμαχη ΕΕΣ. Κατά συνέπεια, χωρίς να χρειάζεται να κριθεί στο παρόν στάδιο αν το επιχείρημα του προσφεύγοντα θα ήταν λυσιτελές στο πλαίσιο δυνητικής προσφυγής στην υποθετική περίπτωση επαναφοράς του στην υπηρεσία, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το δικαίωμά του για αποτελεσματική δικαστική προστασία δεν γεννά δικαίωμά του να ζητήσει από το Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί της κρινομένης αιτήσεως ακυρώσεως.
38 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε την ύπαρξη γεγενημένου και ενεστώτος εννόμου συμφέροντος για την άσκηση προσφυγής. Συνεπώς, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής περί ακυρώσεως της επίδικης ΕΕΣ.
39 Όσον αφορά το αίτημα του προσφεύγοντα να κηρύξει το Πρωτοδικείο άκυρη την ΓΔΕ 43 και τον μεταβατικό οδηγό, ή τις ισχύουσες διατάξεις, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως αναφέρει ο ίδιος ο προσφεύγων, το αίτημα αυτό αποτελεί ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλεται στο πλαίσιο της προσφυγής περί ακυρώσεως. Συνεπώς, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής».
Επί του αιτήματος επιδικάσεως αποζημιώσεως
37. Το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως για τους ακόλουθους λόγους:
«42 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ιδίου Οργανισμού, και με το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να αναφέρει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιέχει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση. Για να πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις, το δικόγραφο με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση ζημιών τις οποίες φέρεται ότι προκάλεσε κοινοτικό όργανο πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία που επιτρέπουν τον προσδιορισμό της συμπεριφοράς την οποία ο ενάγων προσάπτει στο θεσμικό όργανο, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη, καθώς και τον χαρακτήρα και την έκταση της εν λόγω ζημίας. Αντιθέτως, το αίτημα με το οποίο ζητείται η επιδίκαση μιας κάποιας αποζημιώσεως στερείται της αναγκαίας ακρίβειας και πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρείται απαράδεκτο [(20)].
43 Εν προκειμένω, ο προσφεύγων ζητεί απλώς την επιδίκαση αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η σταδιοδρομία, η υγεία και το ηθικό του, χωρίς να προσδιορίζει το ύψος της ζημίας και να επισημαίνει με τη δέουσα ακρίβεια τα στοιχεία που θα επέτρεπαν να προσδιοριστεί η έκτασή της. Πράγματι, η αγωγή του δεν περιλαμβάνει άλλες διευκρινίσεις σχετικά, εκτός από το ότι “[η] πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και η κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του δεύτερου βαθμολογητή προκάλεσαν σημαντική ζημία στις προοπτικές σταδιοδρομίας του προσφεύγοντα” και ότι “[η] κατάσταση αυτή έβλαψε το ηθικό και την υγεία του, βλάβη η οποία προστίθεται στη ζημία που υπέστησαν οι προοπτικές σταδιοδρομίας του”.
44 Μολονότι το Πρωτοδικείο έχει αναγνωρίσει ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται με το δικόγραφο της αγωγής η ακριβής έκταση της ζημίας και το χρηματικό ποσό της αιτούμενης αποζημιώσεως [(21)], θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν απέδειξε, ούτε καν επικαλέστηκε, την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων [(22)].
45 Όσον αφορά, εξάλλου, την ηθική βλάβη, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, εκτός από την παντελή έλλειψη εκτιμήσεως της βλάβης αυτής, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε τα στοιχεία που θα επέτρεπαν στο Πρωτοδικείο να προσδιορίσει την έκταση και τον χαρακτήρα της. Ανεξαρτήτως όμως του αν το αίτημα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης υποβάλλεται συμβολικά ή όχι, απόκειται στον προσφεύγοντα να διευκρινίσει τη φύση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης σε σχέση με τη συμπεριφορά που προσάπτεται στην Επιτροπή, και στη συνέχεια να προσδιορίσει, έστω και κατά προσέγγιση, την εκτίμηση του συνόλου της βλάβης αυτής [(23)]».
Επί των αιτημάτων λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας τα οποία υπέβαλε ο αναιρεσείων
38. Από τα προεκτεθέντα, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αιτήματα που υπέβαλε ο αναιρεσείων να προσκομίσει η Επιτροπή τα πρακτικά των συνεδριάσεων της ΕΙΣ, τις δύο ευνοϊκότερες και τις δύο δυσμενέστερες ΕΕΣ υπαλλήλων της μονάδας του για την περίοδο 2001/2002, καθώς και το έγγραφο που περιλαμβάνει τις επίσημες ποσοτικές προδιαγραφές των μεταφραστικών μονάδων για την ίδια περίοδο, ήταν αλυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς.
V – Η αίτηση αναιρέσεως
39. Με δικόγραφο της 6ης Απριλίου 2007 που κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία, ο αναιρεσείων άσκηση αίτηση αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως στις 12 Ιουνίου 2007. Ο αναιρεσείων δεν ζήτησε να του επιτραπεί να καταθέσει υπόμνημα αντικρούσεως, ενώ οι διάδικοι δεν ζήτησαν να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
40. Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
«i) να ακυρωθεί η [αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση] και να εκδικασθεί η υπόθεση κατ’ ουσίαν·
ii) να γίνει δεκτό το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντα ως προς την έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας του, ανεξάρτητα από το σχετικό έννομο συμφέρον της διοίκησης·
iii) να αναγνωρισθεί ότι η αναπηρία αποτελεί εξ ορισμού αναστρέψιμη κατάσταση και ότι θεωρείται και αντιμετωπίζεται ως τέτοια από την ιατρική υγειονομική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής […]·
iv) να αναγνωρισθεί στον προσφεύγοντα δικαίωμα δικαστικής προστασίας ως προς την [ΕΕΣ] του·
v) να γίνει δεκτή η αγωγή αποζημίωσης και να επιδικασθεί στον προσφεύγοντα αποζημίωση ύψους 1,5 εκατομμυρίου ευρώ·
vi) να καταδικασθεί ο κατ’ αναίρεση αντίδικος στα δικαστικά έξοδα.»
41. Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Επί του εννόμου συμφέροντος για την άσκηση προσφυγής κατά της ΕΕΣ
42. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει από νομικά σφάλματα καθόσον το Πρωτοδικείο έκρινε, πρώτον, ότι η ΕΕΣ παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον κρινόμενο υπάλληλο μόνον αν συνεχίζεται η σταδιοδρομία του, δεύτερον ότι η μόνιμη ολική αναπηρία ισοδυναμεί με οριστική λήξη των καθηκόντων, τρίτον ότι το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δεν γεννά δικαίωμα προσφυγής κατά της επιδίκης αποφάσεως.
43. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμες. Υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η νομολογία σύμφωνα με την οποία ο υπάλληλος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει έκθεση κρίσεως όταν έχει ολοκληρώσει τη σταδιοδρομία του είναι εφαρμοστέα σε ΕΕΣ και ότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 53 και 78 του ΚΥΚ, η μόνιμη ολική αναπηρία συνεπάγεται την αυτοδίκαιη συνταξιοδότηση του ενδιαφερομένου, τέλος δε, ότι το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας επιτρέπει την άσκηση προσφυγής μόνο κατά πράξεων που θίγουν τον ενδιαφερόμενο. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, το Πρωτοδικείο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να στραφεί σε μεταγενέστερο στάδιο κατά της επίδικης αποφάσεως αν επανέλθει στην υπηρεσία και ότι το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας τηρήθηκε, εφόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε αφού δόθηκε στον αναιρεσείοντα η δυνατότητα να προβάλει την άποψή του στο πλαίσιο πλήρους διαδικασίας.
44. Τα επιχειρήματα που επικαλούνται οι διάδικοι στο πλαίσιο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως θέτουν δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά το βάσιμο της νομολογίας σύμφωνα με την οποία ο υπάλληλος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει έκθεση κρίσεως, όπως η ΕΕΣ, αφού παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του στην υπηρεσία του οργάνου που έχει καταρτίσει την έκθεση. Το δεύτερο αφορά το κατά πόσον η νομολογία αυτή, αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμη, είναι εφαρμοστέα σε υπάλληλο που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης αναπηρίας θεωρούμενης ως ολικής.
45. Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραπέμπει στη νομολογία του Πρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία, μετά την οριστική λήξη των καθηκόντων του, ο υπάλληλος δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει έκθεση κρίσεως, εκτός αν αποδείξει την ύπαρξη ειδικών περιστάσεων που δικαιολογούν προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον για την ακύρωσή της (24). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, μόνη η βούληση του υπαλλήλου να αντικατοπτρίζει η έκθεσή του την πραγματικότητα από ηθική άποψη, αφενός, και για την περίπτωση στην οποία θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει στο πλαίσιο της αναζητήσεως νέας εργασίας, αφετέρου, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη έννομου συμφέροντος για την άσκηση προσφυγής (25).
46. Δεν συμφωνώ με την εν λόγω νομολογία, και συνεπώς και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο σημείο αυτό, διότι προσδιορίζουν τα δικαιώματα του υπαλλήλου όσον αφορά το περιεχόμενο της εκθέσεως κρίσεώς του αποκλειστικά και μόνο βάσει της χρησιμότητας της εκθέσεως για το όργανο που τη συνέταξε.
47. Είναι σαφές ότι μια έκθεση κρίσεως, όπως η ΕΕΣ, αποτελεί αξιολόγηση των ικανοτήτων, της αποδόσεως και της συμπεριφοράς του υπαλλήλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 43 του ΚΥΚ. Πρόκειται δηλαδή για αξιολογική κρίση που πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και αφορά τον τρόπο με τον οποίον ο κρινόμενος υπάλληλος εκτέλεσε τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν.
48. Ασφαλώς, αντικείμενο ενός τέτοιου εγγράφου είναι να επιτρέψει στους ιεραρχικώς προϊσταμένους να συγκρίνουν τα προσόντα των υποψηφίων για ενδεχόμενη προαγωγή ή μετάθεση και να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τη σταδιοδρομία του κρινόμενου υπαλλήλου. Εντούτοις, δεν φρονώ ότι από αυτή τη λειτουργία μιας εκθέσεως μπορεί να συναχθεί ότι η έκθεση μπορεί να βλάψει τον υπάλληλο αποκλειστικά και μόνο αν συνεχίζεται η σταδιοδρομία του στο εσωτερικό του οργάνου που τη συνέταξε.
49. Πράγματι, αφενός, η έκθεση, στο μέτρο που αποτελεί αξιολογική κρίση για τον τρόπο με τον οποίον ο υπάλληλος εκπλήρωσε τα καθήκοντά του, επηρεάζει και το ηθικό δικαίωμα κάθε υπαλλήλου να κριθεί δίκαια και ορθά.
50. Φρονώ ότι το δικαίωμα αυτό πρέπει να αναγνωριστεί, διότι το άτομο, ανεξαρτήτως του καθεστώτος του οποίου χαίρει στην κοινωνία ως ανθρώπινο ον, προσδιορίζεται και από όσα υλοποιεί ή εκπληρώνει. Από την άποψη αυτή, η εργασία κατέχει καθοριστική θέση στη ζωή κάθε ατόμου. Ο υπάλληλος δικαιούται να απαιτήσει δίκαιη και ορθή αξιολόγηση της εργασίας του, διότι η αξιολόγηση αυτή αποτελεί την καταγραφή και την ανάμνηση όσων υλοποίησε. Η ανάλυση αυτή είναι επιβεβλημένη, πολύ περισσότερο διότι, κατά τη γνώμη μου, η αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο το άτομο εκπλήρωσε τα καθήκοντά του δεν περιγράφει απλώς τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν κατά το οικείο χρονικό διάστημα, αλλά εμπεριέχει και αξιολόγηση των ανθρώπινων προσόντων που επέδειξε ο κρινόμενος κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
51. Κατά το μέτρο αυτό, η έκθεση κρίσεως δεν μπορεί να εκτιμηθεί αποκλειστικά και μόνον από την άποψη του οργάνου, ως απλό έγγραφο που αρχειοθετείται, διότι παύει να παρουσιάζει ενδιαφέρον, αφ’ ής στιγμής ο κρινόμενος υπάλληλος δεν βρίσκεται πλέον στην υπηρεσία του οργάνου. Ο υπάλληλος ασφαλώς έχει, κατά τη γνώμη μου, το ηθικό δικαίωμα να επιτύχει την ορθή αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο εκπλήρωσε τα καθήκοντά του, διότι τα καθήκοντα αυτά αποτελούν σημαντικό μέρος της ζωής του και η έκθεση κρίσεως αποτελεί την ανάμνησή τους.
52. Αφετέρου, ο υπάλληλος μπορεί συννόμως να κάνει χρήση της εκθέσεως κρίσεως στο πλαίσιο της αναζητήσεως μελλοντικής εργασίας. Το γεγονός ότι πρόκειται για εσωτερικό έγγραφο δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για αυτή τη χρήση. Ένα τέτοιο έγγραφο, το οποίο αναφέρει τα καθήκοντα που άσκησε ο υπάλληλος και τον τρόπο με τον οποίο τα εκπλήρωσε, μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο του βιογραφικού του σημειώματος για να αποδειχθεί η κτηθείσα εμπειρία και οι επαγγελματικές ικανότητές του. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων αποτελούν αντικείμενο περιοδικών κρίσεων είναι γνωστό, και συνεπώς ένας δυνητικός εργοδότης μπορεί να ζητήσει από τον υπάλληλο που αναζητεί νέα απασχόληση να παρουσιάσει τις εκθέσεις κρίσεώς του.
53. Για τους δύο αυτούς λόγους, είμαι της γνώμης ότι η νομολογία σύμφωνα με την οποία μια έκθεση κρίσεως όπως η ΕΕΣ επηρεάζει, κατ’ αρχήν, τα έννομα συμφέροντα του κρινομένου μόνον εφόσον η σταδιοδρομία του συνεχίζεται, δηλαδή μέχρι την οριστική λήξη των καθηκόντων του, είναι εσφαλμένη. Αυτή η νομική πλάνη φρονώ ότι αρκεί για να δικαιολογήσει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία κρίθηκε ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας της διαφοράς.
54. Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, είμαι της γνώμης ότι, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η νομολογία αυτή είναι βάσιμη, δεν έπρεπε να οδηγήσει το Πρωτοδικείο να κρίνει ότι ο υπάλληλος που πάσχει από μόνιμη ολική αναπηρία δεν έχει, εξ αυτού του λόγου και μόνον, έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής κατά της εκθέσεως κρίσεώς του.
55. Πράγματι, μολονότι ο υπάλληλος που βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση συνταξιοδοτείται αυτοδικαίως, όπως προβλέπουν τα άρθρα 53 και 78 του ΚΥΚ, η κατάσταση αυτή είναι αναστρέψιμη, όπως αποδεικνύεται από τα άρθρα 13 έως 16 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, τα οποία ορίζουν ρητώς ότι η δραστηριότητα του υπαλλήλου στην υπηρεσία του οργάνου απλώς αναστέλλεται και ότι προϋπόθεση για την αναστολή αυτή είναι η συνέχιση της αναπηρίας, η οποία μπορεί να διαπιστώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
56. Συνεπώς, η κατάσταση του υπαλλήλου που πάσχει από μόνιμη ολική αναπηρία διαφοροποιείται από την κατάσταση του υπαλλήλου που φθάνει σε ηλικία συνταξιοδοτήσεως, που παραιτείται ή που απολύεται, διότι ο πρώτος ενδέχεται να επανέλθει κάποια ημέρα στα καθήκοντά του στο εσωτερικό του οργάνου.
57. Η εφαρμογή στον υπάλληλο αυτό της νομολογίας που αφορά την έλλειψη εννόμου συμφέροντος για την προσβολή εκθέσεως κρίσεως σε περίπτωση οριστικής λήξεως των καθηκόντων στην υπηρεσία του οργάνου μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ανάρμοστη, διότι ισοδυναμεί με το να υποστηριχθεί ότι το ενδεχόμενο επαναφοράς του στην εργασία, δηλαδή αποκαταστάσεως της υγείας του, δεν αξίζει να ληφθεί υπόψη. Με άλλα λόγια, είναι σαν να λέγεται στον υπάλληλο ότι διαγράφεται από τον κατάλογο του προσωπικού και ότι η διοίκηση θεωρεί δεδομένο ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση αποκαταστάσεως της υγείας του.
58. Συναφώς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο συνήγαγε την έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντα από μόνη τη διαπίστωση της μόνιμης ολικής αναπηρίας του, χωρίς να εμβαθύνει στην ανάλυσή του και να εξετάσει αν, ενόψει της συγκεκριμένης καταστάσεως του ενδιαφερομένου, μπορούσε να θεωρηθεί ενδεχόμενη η επαναφορά του στην υπηρεσία. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποτελεί ένα περαιτέρω βήμα προς μια προσέγγιση της έννοιας του εννόμου συμφέροντος περισσότερο περιοριστική εκείνης που υιοθετήθηκε σε ανάλογη περίπτωση, για παράδειγμα με την προπαρατεθείσα διάταξη Ross κατά Επιτροπής.
59. Με τη διάταξη εκείνη το Πρωτοδικείο, απαντώντας στο επιχείρημα του Ross με το οποίο αμφισβητούσε τον οριστικό χαρακτήρα της λήξεως των καθηκόντων του λόγω της μόνιμης ολικής αναπηρίας του, επεσήμανε ότι ο Ross δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ενδεχόμενο επαναφοράς του στην υπηρεσία. Η διάταξη του Πρωτοδικείου βασίστηκε επίσης στο γεγονός ότι η επιτροπή αναπηρίας, λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνιο χαρακτήρα της παθολογίας του ενδιαφερομένου, είχε κρίνει ότι δεν ήταν απαραίτητο να υποβληθεί σε επαναληπτική ιατρική εξέταση (26).
60. Αν το Πρωτοδικείο είχε προβεί, στην κρινόμενη υπόθεση, σε έλεγχο της συγκεκριμένης καταστάσεως του αναιρεσείοντα ανάλογο με αυτόν στον οποίο προέβη με την προπαρατεθείσα διάταξη Ross κατά Επιτροπής, η προσφυγή θα μπορούσε να είχε κριθεί παραδεκτή, διότι ο αναιρεσείων γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1955 και, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η επιτροπή αναπηρίας αποφάσισε στις 7 Φεβρουαρίου 2005 ότι η κατάστασή του έπρεπε να επανεξεταστεί εντός δύο ετών. Το 2007, η ίδια επιτροπή αποφάσισε ότι το καθεστώς αναπηρίας του αναιρεσείοντα έπρεπε να παραταθεί για ένα μόνον έτος.
61. Εξάλλου, ο υποθετικός χαρακτήρας της επαναφοράς στην υπηρεσία δεν αποτελεί αφεαυτού ανυπέρβλητο νομικό εμπόδιο για την αναγνώριση γεγενημένου και ενεστώτος έννομου συμφέροντος.
62. Αυτό αποδεικνύεται από τη νομολογία που αφορά τις προσφυγές κατά των αποφάσεων οι οποίες καθορίζουν τα μελλοντικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα των υπαλλήλων των οργάνων. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, ο υπάλληλος έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά μιας τέτοιας αποφάσεως, μολονότι η συνταξιοδότησή του, και κατά συνέπεια η είσπραξη της συντάξεως, αποτελεί κατά τον χρόνο της προσφυγής αβέβαιο και υποθετικό γεγονός (27).
63. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, ο υπάλληλος μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής η οποία δημιουργεί αβεβαιότητα όσον αφορά τη μελλοντική οικονομική του κατάσταση, διότι έχει έννομο συμφέρον, ενεστώς γεγενημένο και επαρκώς χαρακτηριζόμενο για να προσδιορίσει διά της δικαστικής οδού, από τούδε, αβέβαιο στοιχείο της υπηρεσιακής του καταστάσεως (28). Σύμφωνα με το Δικαστήριο, αν μια τέτοια προσφυγή κρινόταν απαράδεκτη, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος θα λάμβανε γνώση των δικαιωμάτων του μόνο κατά τον χρόνο συνταξιοδοτήσεώς του, πράγμα που θα του δημιουργούσε, μέχρι τότε, κατάσταση αβεβαιότητας όσον αφορά την οικονομική κατάστασή του, έτσι ώστε να μην μπορεί να λάβει αμέσως προσωπικά μέτρα ικανά να εξασφαλίσουν το μέλλον του (29).
64. Η νομολογία αυτή μπορεί να μεταφερθεί στην κρινόμενη υπόθεση. Μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο υπάλληλος που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης ολικής αναπηρίας έχει γεγενημένο και ενεστώς έννομο συμφέρον να ζητήσει από τα κοινοτικά δικαστήρια να ελέγξουν την κρίση που ενδέχεται να καθορίσει τη συνέχιση της σταδιοδρομίας του, προκειμένου να αποφασίσει ενδεχομένως να ακολουθήσει άλλη κατεύθυνση.
65. Φρονώ ότι η μεταφορά αυτή δικαιολογείται λόγω του ότι, σε αντίθετη περίπτωση, ο υπάλληλος που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης ολικής αναπηρίας, όπως ο αναιρεσείων, δεν θα μπορούσε να προσβάλει την έκθεση κρίσεώς του υπό ικανοποιητικές συνθήκες.
66. Ασφαλώς, όπως εκθέτει η Επιτροπή απαντώντας στη γραπτή ερώτηση του Πρωτοδικείου, η επαναφορά του αναιρεσείοντα θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως «νέο ουσιώδες περιστατικό», κατά την έννοια της νομολογίας σύμφωνα με την οποία η επέλευση ενός τέτοιου περιστατικού επιτρέπει στον υπάλληλο να ζητήσει από τη διοίκηση να επανεξετάσει πράξη που έχει καταστεί οριστική (30). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, αν ο αναιρεσείων επανέλθει στα καθήκοντά του, στην υπηρεσία της Επιτροπής, θα μπορούσε να ζητήσει από τη διοίκηση να επανεξετάσει την επίδικη έκθεση κρίσεως και να προσβάλει ενδεχομένως την απόρριψη του αιτήματός του ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων.
67. Εντούτοις, ο έλεγχος επί της ουσίας της εκθέσεως κρίσεως, ο οποίος θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, αν η άσκηση προσφυγής καθυστερούσε ενδεχομένως πολλά χρόνια, δεν θα παρουσίαζε ασφαλώς τις ίδιες εγγυήσεις με τη δυνατότητα του αναιρεσείοντα να προσβάλει την εν λόγω έκθεση μόλις του κοινοποιήθηκε. Πράγματι, αν τα κοινοτικά δικαστήρια χρειαστεί να κρίνουν έκθεση κρίσεως πολλά έτη μετά την κατάρτισή της, υπάρχει ασφαλώς ο κίνδυνος να μην είναι πλέον διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να αποδειχθούν απαραίτητα για την επίλυση της διαφοράς (31).
68. Κατόπιν όλων αυτών των σκέψεων, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων δεν διέθετε έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής κατά της επίδικης αποφάσεως εκ μόνου του λόγου ότι βρισκόταν σε κατάσταση μόνιμης αναπηρίας θεωρούμενης ως ολικής, υπέπεσε και σε νομικό σφάλμα που δικαιολογεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Επί του αιτήματος επιδικάσεως αποζημιώσεως
69. Ο αναιρεσείων προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεώς του λόγω του ότι δεν προσδιορίστηκε ο χαρακτήρας και η έκταση της ζημίας, μολονότι η αγωγή και η ουσία της υποθέσεως αποτελούν, κατ’ αυτόν, δύο ξεχωριστά ζητήματα.
70. Ο διαχωρισμός αυτός επιβάλλεται, σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα, διότι από τη στιγμή που υπέβαλε ένσταση κατά της ΕΕΣ, τον Ιούλιο 2003, η κατάστασή του μεταβαλλόταν διαρκώς. Έτσι, τον Ιούλιο 2003, η επιτροπή προαγωγών δεν είχε συνεδριάσει ακόμα για το 2003, με αποτέλεσμα ο αναιρεσείων να μην γνωρίζει αν επρόκειτο να προαχθεί ή όχι. Επίσης, όταν άσκησε την αγωγή του, τον Ιούλιο 2004, δεν είχε κριθεί ακόμα ότι βρισκόταν σε κατάσταση αναπηρίας. Τέλος, κατά τον χρόνο συντάξεως της αιτήσεως αναιρέσεώς του, δεν γνώριζε αν και πότε θα μπορούσε να επανέλθει στη θέση εργασίας του.
71. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα, λόγω των ειδικών περιστάσεων της υποθέσεως, ο δικαστής θα έπρεπε να εξετάσει την αγωγή αποζημιώσεως μόνον αφού θα είχε αποφανθεί επί της ουσίας, εις τρόπον ώστε, εν αναμονή της κρίσεως αυτής, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί καθόσον απορρίπτει την αγωγή.
72. Ο αναιρεσείων επισημαίνει επίσης ότι, αν το Δικαστήριο κηρύξει την αίτηση αναιρέσεώς του παραδεκτή και κρίνει, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, ότι υπήρξε θύμα σοβαρής αδικίας, τόσο όσον αφορά το περιεχόμενο της εκθέσεώς κρίσεώς του όσο και στο πλαίσιο της διαδικασίας, και ότι η σταδιοδρομία του υπέστη ανεπανόρθωτη βλάβη, θα έχει δικαίωμα να του επιδικαστεί ποσό 1,5 εκατομμυρίου ευρώ.
73. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο αναιρεσείων δεν ιστορεί γιατί οι λόγοι για τους οποίους το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή του ως απαράδεκτη είναι εσφαλμένοι. Για τον λόγο αυτό, υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι, ως προς το σημείο αυτό, απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.
74. Συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής. Από τις αιτιάσεις τις οποίες προβάλλει ο αναιρεσείων κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως, δεν αποδεικνύεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη ή ερμήνευσε εσφαλμένα την αγωγή.
75. Το Πρωτοδικείο ορθώς υπενθύμισε τον κανόνα ότι στην αγωγή για την αποκατάσταση ζημίας την οποία φέρεται ότι προκάλεσε κοινοτικό όργανο πρέπει να περιγράφεται το ζημιογόνο γεγονός, η ζημία την οποία προκάλεσε το γεγονός αυτό στον ενάγοντα, καθώς και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας. Διαπίστωσε ορθώς ότι ο αναιρεσείων δεν τήρησε την απαίτηση αυτή, διότι αρκέστηκε να αναφέρει στην αγωγή του ότι «[η] πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και η κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του δεύτερου βαθμολογητή προκάλεσαν σημαντική ζημία στις προοπτικές σταδιοδρομίας του προσφεύγοντα» και ότι «[η] κατάσταση αυτή έβλαψε το ηθικό και την υγεία του, βλάβη η οποία προστίθεται στη ζημία που υπέστησαν οι προοπτικές σταδιοδρομίας του».
76. Το Πρωτοδικείο επεσήμανε επίσης ότι ο αναιρεσείων δεν έδωσε καμία εξήγηση όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να περιγράψει την ακριβή έκταση της ζημίας που υπέστη και να την αποτιμήσει.
77. Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι εξηγήσεις τις οποίες έδωσε ο αναιρεσείων για το σημείο αυτό στο πλαίσιο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως αποτελούν νέα στοιχεία που δεν είναι ικανά να αποδείξουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω νομικής πλάνης. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, στον βαθμό κατά τον οποίο στρέφεται κατά της απορρίψεως της αγωγής αποζημιώσεώς του με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι, κατά τη γνώμη μου, προδήλως αβάσιμη.
78. Εξάλλου, το αίτημα επιδικάσεως ποσού 1,5 εκατομμυρίου ευρώ ως αποζημίωση στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο εξετάσει την ουσία της διαφοράς αποτελεί νέο αίτημα, σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο.
Επί των συνεπειών της αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
79. Προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει την προσφυγή περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο, αν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.
80. Ο αναιρεσείων ζητεί την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η ένστασή του κατά της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2003 που επικύρωσε την ΕΕΣ του για την περίοδο από 1η Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002.
81. Για τη θεμελίωση της προσφυγής του, ο αναιρεσείων επικαλείται τρεις λόγους, ο πρώτος από τους οποίους αντλείται από παράβαση ουσιώδους τύπου και των δικαιωμάτων άμυνας.
82. Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η διαδικασία διοικητικής ενστάσεως κατά της ΕΕΣ του, την οποία προβλέπουν οι ΓΕΔ 43, είναι πολλαπλώς αντίθετη προς τον νόμο. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι δεν τηρήθηκε το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, το οποίο έγκειται σε επαλήθευση των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων της ΕΕΣ από την ΕΙΣ.
83. Ο αναιρεσείων ιστορεί ότι ο έλεγχος της ΕΙΣ περιορίστηκε στις διαδικαστικές πτυχές και δεν ασχολήθηκε με την ουσία. Επισημαίνει ότι η ΕΙΣ διαπίστωσε ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί επίσημος διάλογος με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή της ΕΕΣ και συνέστησε να πραγματοποιηθεί αυτός ο διάλογος. Υπογραμμίζει ότι, στη συνέχεια, ο φάκελός του δεν διαβιβάστηκε στην ΕΙΣ, ούτως ώστε να μπορέσει να αποφανθεί και σχετικά με το αν η ΕΕΣ συντάχθηκε δίκαια, αντικειμενικά και σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες αξιολογήσεως.
84. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το κενό αυτό αποτελεί σοβαρή παρατυπία που κατέστησε πλημμελή τη διαδικασία διοικητικής ενστάσεως. Αφενός, η ΕΙΣ, λόγω της συνθέσεώς της, ήταν το μόνο αποφαινόμενο όργανο στο πλαίσιο του οποίου η έκθεση κρίσεώς του θα μπορούσε να εξεταστεί από μέλη του προσωπικού που ασκούν τα ίδια καθήκοντα με αυτόν. Αφετέρου, η γνώμη της ΕΙΣ έχει ιδιαίτερο κύρος, καθόσον αν ο κατ’ έφεση βαθμολογητής αρνηθεί να την ακολουθήσει, υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του.
85. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο αναιρεσείων δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι η ΕΙΣ αρκέστηκε να διαπιστώσει ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί ο επίσημος διάλογος με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή της ΕΕΣ, διότι ο ίδιος παρέλειψε να ενημερώσει την ΕΙΣ ότι ο διάλογος αυτός πραγματοποιήθηκε στις 25 Μαρτίου 2003.
86. Φρονώ ότι το επιχείρημα του αναιρεσείοντα είναι βάσιμο και η επίδικη απόφαση αποτελεί πράγματι απόρροια παραβάσεως ουσιώδους διαδικαστικού κανόνα. Η ανάλυσή μου βασίζεται στις διατάξεις των ΓΕΔ 43 που ορίζουν τη διαδικασία διοικητικής ενστάσεως κατά ΕΕΣ.
87. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η ΕΕΣ υπαλλήλου όπως ο αναιρεσείων συντάσσεται από τον προϊστάμενο της μονάδας του, ο οποίος ορίζεται πρωτοβάθμιος βαθμολογητής, και από τον διευθυντή του, ο οποίος ασκεί καθήκοντα δευτεροβάθμιο βαθμολογητή. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στον κρινόμενο υπάλληλο, ο οποίος διαθέτει πέντε εργάσιμες ημέρες για να την αποδεχθεί και να την υπογράψει, ή να την προσβάλει. Αν ο κρινόμενος υπάλληλος δεν είναι ικανοποιημένος από την ΕΕΣ του, ενημερώνει τον πρωτοβάθμιο βαθμολογητή για την επιθυμία του να συζητήσει με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή, ο οποίος υποχρεούται να οργανώσει αυτόν τον διάλογο εντός πέντε εργασίμων ημερών.
88. Όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 5, των ΓΕΔ 43, μετά τον διάλογο αυτόν, ο δευτεροβάθμιος βαθμολογητής τροποποιεί την ΕΕΣ ή την επικυρώνει, και στη συνέχεια τη διαβιβάζει στον ενδιαφερόμενο. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν είναι ικανοποιημένος από την απόφαση του δευτεροβάθμιο βαθμολογητή, μπορεί να του ζητήσει να επιληφθεί του θέματος η ΕΙΣ.
89. Η ΕΙΣ συγκροτείται από πρόεδρο, ο οποίος έχει βαθμό διευθυντή, και τέσσερα άλλα μέλη, εκ των οποίων δύο εκπρόσωποι του προσωπικού που ορίζονται από την κεντρική επιτροπή προσωπικού. Το άρθρο 8, παράγραφος 5, των ΓΕΔ 43 ορίζει την αποστολή της ΕΙΣ ως εξής:
«Μολονότι η επιτροπή δεν μπορεί να υποκαταστήσει τους βαθμολογητές όσον αφορά την αξιολόγηση της εργασίας του ενδιαφερομένου, εξασφαλίζει ότι η έκθεση καταρτίζεται δίκαια, αντικειμενικά και σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες αξιολογήσεως. Επαληθεύει επίσης την ορθή διεξαγωγή των διαδικασιών (από άποψη διαλόγου(ων), προθεσμίας(ών) κ.λπ. […]»
90. Η ΕΙΣ εκδίδει τη γνώμη της όσον αφορά τα σημεία αυτά εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία διαβιβάσεως της ΕΕΣ. Τα αποτελέσματα της γνώμης αυτής διευκρινίζονται με το άρθρο 8, παράγραφος 7, των ΓΕΔ 43 ως εξής:
«Η γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, η οποία κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, καθώς και στον πρώτο και τον δεύτερο βαθμολογητή, διαβιβάζεται στον κατ’ έφεση βαθμολογητή, ο οποίος επικυρώνει την έκθεση ή την τροποποιεί, εντός τριών εργασίμων ημερών […], και στη συνέχεια τη διαβιβάζει στον ενδιαφερόμενο. Αν ο κατ’ έφεση βαθμολογητής δεν ακολουθήσει τις συστάσεις που περιλαμβάνονται στη γνώμη της [ΕΙΣ], η απόφασή του πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη […]».
91. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις μπορούν να εξαχθούν δύο διδάγματα που είναι λυσιτελή για την επίλυση της παρούσας διαφοράς. Αφενός, η γνώμη της ΕΙΣ δεν πρέπει να αφορά απλώς την τήρηση των διαδικαστικών κανόνων, αλλά και τον αντικειμενικό και δίκαιο χαρακτήρα της εκθέσεως κρίσεως. Αφετέρου, η γνώμη αυτή έχει σχετικά μεγάλο κύρος, διότι ο κατ’ έφεση βαθμολογητής οφείλει να αιτιολογεί τη θέση του, αν είναι αντίθετη προς την εν λόγω γνώμη.
92. Εν προκειμένω, γίνεται δεκτό ότι η ΕΙΣ δεν αποφάνθηκε σχετικά με το περιεχόμενο της επίμαχης εκθέσεως κρίσεως. Με τη γνώμη της, που διαβιβάστηκε στον κατ’ έφεση βαθμολογητή στις 11 Απριλίου 2003, διαπίστωσε ότι δεν είχε λάβει χώρα ο επίσημος διάλογος με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή, τον οποίο προβλέπει το άρθρο 7 των ΓΕΔ 43 σε περίπτωση διαφωνίας του κρινόμενου υπαλλήλου όσον αφορά το περιεχόμενο της ΕΕΣ του.
93. Θεωρώ λογικό το γεγονός ότι η ΕΙΣ, μετά τη διαπίστωση αυτή, δεν εξέτασε το περιεχόμενο της εκθέσεως κρίσεως, στον βαθμό που, αφενός, μπορούσε συννόμως να θεωρήσει ότι ο διάλογος αυτός θα ελάμβανε πράγματι χώρα και η διαδικασία θα νομιμοποιούνταν και, αφετέρου, ότι, μετά τον εν λόγω διάλογο, ο δευτεροβάθμιος βαθμολογητής είχε τη δυνατότητα να τροποποιήσει την επίδικη ΕΕΣ. Με άλλα λόγια, για την ΕΙΣ, ελλείψει επίσημου διαλόγου με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή, το περιεχόμενο της ΕΕΣ δεν ήταν οριστικό.
94. Κατά συνέπεια, ο κατ’ έφεση βαθμολογητής δεν μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να αποφανθεί με την απόφασή του της 28ης Απριλίου 2003 επί της διοικητικής ενστάσεως του αναιρεσείοντα πριν εκδοθεί η γνώμη της ΕΙΣ σχετικά με το περιεχόμενο της επίδικης ΕΕΣ.
95. Με την απόφασή του, ο κατ’ έφεση βαθμολογητής αγνόησε την πτυχή αυτή αναφέροντας ότι ο επίσημος διάλογος με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή είχε πραγματοποιηθεί στις 25 Μαρτίου 2003 και στις 14 Απριλίου 2003, δηλαδή «πριν και μετά τη συνεδρίαση της ΕΙΣ της 7ης Απριλίου 2003». Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή δεν θα έπρεπε να επιτρέψει στον κατ’ έφεση βαθμολογητή να αποφανθεί. Ο κατ’ έφεση βαθμολογητής είτε διαπίστωσε ότι, αντιθέτως προς ό,τι υπέδειξε η ΕΙΣ με τη γνώμη της, ο επίσημος διάλογος είχε πραγματοποιηθεί στις 25 Μαρτίου 2003, οπότε έπρεπε να καλέσει την ΕΙΣ να αποφανθεί επί της ουσίας, είτε έκρινε ότι ο επίσημος διάλογος πραγματοποιήθηκε στις 14 Απριλίου 2003, κατόπιν συστάσεως της ΕΙΣ, οπότε θα έπρεπε να ζητήσει και τη γνώμη της ΕΙΣ σχετικά με το περιεχόμενο της εκθέσεως κρίσεως που επικυρώθηκε από τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή μετά τον διάλογο.
96. Αποφαινόμενος σύμφωνα με την απόφαση της 28ης Απριλίου 2003, ο κατ’ έφεση βαθμολογητής συμπεριφέρθηκε ως εάν το δικαίωμα προσφυγής του αναιρεσείοντα ενώπιον της ΕΙΣ ήταν ένα καθαρά τυπικό στάδιο. Όπως όμως υπογραμμίζει ο αναιρεσείων, το δικαίωμα αυτό είναι σημαντικό διότι, αφενός, η ΕΙΣ είναι το μόνο από τα όργανα που παρεμβαίνουν στη διαδικασία κρίσεως το οποίο περιλαμβάνει εκπροσώπους του προσωπικού και, αφετέρου, οι γνώμες της πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τον κατ’ έφεση βαθμολογητή.
97. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν, κατά τη γνώμη μου, ότι αυτή η διαδικαστική παράβαση μπορούσε πράγματι να βλάψει τα δικαιώματα του αναιρεσείοντα.
98. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο αναιρεσείων δεν μπορεί να επικαλεστεί αυτή την παρατυπία, διότι αυτή προέρχεται από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, ο οποίος περέλειψε να ενημερώσει την ΕΙΣ για τη διεξαγωγή επίσημου διαλόγου με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή στις 25 Μαρτίου 2003.
99. Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό δεν πρέπει να γίνει δεκτό για τους ακόλουθους λόγους. Πρώτον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 5, των ΓΕΔ 43, μετά τον επίσημο διάλογο, η οικεία έκθεση κρίσεως, αφού επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, διαβιβάζεται και πάλι στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο. Συνεπώς, η διεξαγωγή του επίσημου διαλόγου έπρεπε να αποδειχθεί από την εκ νέου διαβίβαση της επίδικης εκθέσεως κρίσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 6, των ΓΕΔ 43, η ΕΙΣ επιλαμβάνεται μετά από αίτημα του κρινομένου υπαλλήλου που διαβιβάζεται στον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή.
100. Είναι συνεπώς δύσκολο να γίνει δεκτό ότι, στην παρούσα υπόθεση, η ΕΙΣ οδηγήθηκε στη διαπίστωση ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί ο επίσημος διάλογος με τον αναιρεσείοντα αποκλειστικά και μόνο λόγω των δηλώσεων του τελευταίου στην αίτησή του για την υποβολή του ζητήματος στην ΕΙΣ.
101. Δεύτερον, το γεγονός ότι οργανώθηκε επίσημος διάλογος στις 14 Απριλίου 2003, με άλλα λόγια μετά την έκδοση της γνώμης της ΕΙΣ με την οποία συνέστησε τη διεξαγωγή του διαλόγου αυτού, αντικρούει τη θέση που υποστηρίζει η Επιτροπή.
102. Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι η επίδικη απόφαση πάσχει λόγω παραβάσεως διαδικαστικού κανόνα, η οποία έβλαψε τα συμφέροντα του αναιρεσείοντα και πρέπει να ακυρωθεί.
Δ Επί των δικαστικών εξόδων
103. Εφόσον, αν το Δικαστήριο ακολουθήσει τις απόψεις μου, ο αναιρεσείων θα δικαιωθεί όσον αφορά το παραδεκτό και το βάσιμο της προσφυγής του περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως και εφόσον τα δύο αυτά σημεία αποτελούν τα κύρια στοιχεία της παρούσας διαδικασίας, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας.
VI – Πρόταση
104. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 7ης Φεβρουαρίου 2007, T‑175/04, Gordon κατά Επιτροπής, καθόσον αποφαίνεται ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί του αιτήματος ακυρώσεως·
– να απορρίψει ως προδήλως αβάσιμη την αίτηση αναιρέσεως της εν λόγω αποφάσεως, καθόσον αφορά το μέρος της αποφάσεως με το οποίο απορρίπτεται το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως·
– να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2003, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση κατά της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2003 με την οποία επικυρώθηκε η έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας του αναιρεσείοντα για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, και
– να καταδικάσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Υπόθεση T‑175/04, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
3 – Στο εξής: ΚΥΚ
4 – Στο εξής: ΓΕΔ 43.
5 – Στο εξής: ΕΕΣ.
6 – Στο εξής: μεταβατικός οδηγός.
7 _ Στο εξής: ΑΔΑ.
8 – Στο εξής: ΕΙΣ.
9 – Στο εξής: επίδικη απόφαση.
10 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1963, 14/63, Forges de Clabecq κατά Ανωτάτης Αρχής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1015), και διάταξη του Πρωτοδικείου της 30ής Νοεμβρίου 1998, T‑97/94, N κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑621 και II‑1879, σκέψη 23).
11 – Αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 24ης Απριλίου 2001, T‑159/98, Torre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑83 και II‑395, σκέψη 30), της 31ης Μαΐου 2005, T‑105/03, Διονυσοπούλου κατά Συμβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑137 και II‑621, σκέψη 18), και της 8ης Δεκεμβρίου 2005, T‑274/04, Ρούνης κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑407 και II‑1849, σκέψεις 21 και 22).
12 – Αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Σεπτεμβρίου 1992, T‑138/89, NBV και NVB κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. II‑2181, σκέψη 33), της 14ης Απριλίου 2005, T‑141/03, Sniace κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑1197, σκέψη 26), και διάταξη του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 2005, T‑28/02, First Data κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑4119, σκέψεις 42 και 43).
13 – Βλ. σχετικώς αποφάσεις του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 1980, 6/79 και 97/79, Grassi κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/μέρος ΙΙ, σ. 419, σκέψη 20), και του Πρωτοδικείου της 28ης Μαΐου 1997, T‑59/96, Burban κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑109 και II‑331, σκέψη 73).
14 – Βλ. σχετικώς προπαρατεθείσα διάταξη N κατά Επιτροπής (σκέψη 26) και προπαρατεθείσα απόφαση Διονυσοπούλου κατά Συμβουλίου (σκέψη 20).
15 – Βλ. σχετικώς απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιανουαρίου 1987, 204/85, Στρογγύλη κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1987, σ. 389, σκέψη 11).
16 – Προπαρατεθείσα διάταξη N κατά Επιτροπής, σκέψη 27, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Φεβρουαρίου 2006, T‑200/03 και T‑313/03, V κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. II‑A‑2‑57, σκέψη 184).
17 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Δεκεμβρίου 1990, T‑20/89, Moritz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. II‑769, σκέψη 16), και προπαρατεθείσες αποφάσεις Διονυσοπούλου κατά Συμβουλίου (σκέψη 18), και Ρούνης κατά Επιτροπής (σκέψη 21).
18 – Προπαρατεθείσα διάταξη N κατά Επιτροπής, σκέψεις 26 και 27.
19 – Βλ. σχετικώς διατάξεις του Δικαστηρίου της 1ης Οκτωβρίου 2004, C‑379/03 P, Pérez Escolar κατά Επιτροπής (σκέψεις 41 και 42), και του Πρωτοδικείου της 2ας Ιουνίου 2003, T‑276/02, Forum 187 κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑2075, σκέψη 50).
20 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Δεκεμβρίου 1971, 5/71, Zuckerfabrik Schöppenstedt κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1025, σκέψη 9), και διατάξεις του Πρωτοδικείου της 1ης Ιουλίου 1994, T‑505/93, Osório κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑179 και II‑581, σκέψη 33), και της 15ης Φεβρουαρίου 1995, T‑112/94, Moat κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I‑A‑37 και II‑135, σκέψη 32).
21 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1990, T‑64/89, Automec κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. II‑367, σκέψεις 75 έως 77), και της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, T‑37/89, Hanning κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1990, σ. II‑463, σκέψη 82).
22 – Βλ. σχετικώς προπαρατεθείσες διατάξεις Osório κατά Επιτροπής (σκέψη 35) και Moat κατά Επιτροπής (σκέψη 37).
23 – Προπαρατεθείσα διάταξη Moat κατά Επιτροπής, σκέψη 38, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Ιανουαρίου 1998, T‑157/96, Affatato κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑41 και II‑97, σκέψη 38).
24 – Διατάξεις του Πρωτοδικείου N κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 26 και της 28ης Ιουνίου 2005, T‑147/04, Ross κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑171 και II‑771, σκέψη 27).
25 – Προπαρατεθείσες διατάξεις N κατά Επιτροπής (σκέψη 30) και Ross κατά Επιτροπής (σκέψεις 29 και 30).
26 – Προπαρατεθείσα διάταξη Ross κατά Επιτροπής (σκέψεις 31 και 32).
27 – Αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 1979, 17/78, Deshormes κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 89, σκέψεις 10 έως 12), και της 31ης Μαΐου 1988, 167/86, Rousseau κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1988, σ. 2705, σκέψη 7).
28 – Όπ.π.
29 – Προπαρατεθείσα απόφαση Deshormes κατά Επιτροπής (σκέψη 11).
30 – Απόφαση της 15ης Μαΐου 1985, 127/84, Esly κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1437, σκέψεις 10 και 12), και διάταξη του Πρωτοδικείου της 25ης Μαρτίου 1998, T‑202/97, Koopman κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑163 και II‑511, σκέψη 23).
31 – Έτσι, στην κρινόμενη υπόθεση το Πρωτοδικείο ζήτησε από την Επιτροπή να προσκομίσει επίσημα έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ο αριθμός των υπαλλήλων βαθμού LA 5 στη μονάδα EN.3 κατά την περίοδο κρίσεως, καθώς και τα αποτελέσματα της κρίσεως των υπαλλήλων της μονάδας του αναιρεσείοντα αναλελυμένα ανά σημείο των οικείων εκθέσεων.
Full & Egal Universal Law Academy