ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 23ης Οκτωβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑241/07
JK Otsa Talu OÜ
κατά
Põllumajanduse Registrite ja Informatsiooni Amet (PRIA)
[αίτηση του Riigikohus (Εσθονία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γεωργία – Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) – Κοινοτική στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης»
1. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Riigikohus (ανώτατο δικαστήριο) (Εσθονία) ζητεί από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση για την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου (ο οποίος αναφέρεται επίσης ως «κανονισμός περί αγροτικής αναπτύξεως») (2) Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει τα προδικαστικά ερωτήματα στο πλαίσιο εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς μεταξύ της AS Agrofarm (στο εξής: Agrofarm), στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η JK Otsa Talu OÜ (στο εξής: Otsa Talu), και του «αρμόδιου για την τήρηση γεωργικού μητρώου και την παροχή πληροφοριών Γραφείου» (3), σχετικά με την εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) άρνηση χορήγησης γεωργοπεριβαλλοντικής ενίσχυσης.
I – Νομικό πλαίσιο
Κοινοτικό δίκαιο
2. Ο κανονισμός 1257/1999 θεσπίζει το πλαίσιο κοινοτικής στήριξης της αειφόρου αγροτικής ανάπτυξης.
3. Το άρθρο 22 του κανονισμού 1257/1999 (4) ορίζει τα εξής:
«Η στήριξη μεθόδων γεωργικής παραγωγής που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος, στη διατήρηση του φυσικού χώρου (γεωργοπεριβάλλον) ή στη βελτίωση της καλής διαβίωσης των ζώων πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της κοινοτικής πολιτικής που αφορούν τη γεωργία, το περιβάλλον και την καλή διαβίωση των ζώων.
Η στήριξη αυτή πρέπει να προωθεί:
α) τρόπους χρήσης των γεωργικών γαιών συμβατούς με την προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος, του τοπίου και των χαρακτηριστικών του, των φυσικών πόρων, των εδαφών και της γενετικής ποικιλομορφίας,
β) την ευνοϊκή για το περιβάλλον εκτατικοποίηση της γεωργικής δραστηριότητας και τη διαχείριση συστημάτων βοσκής χαμηλής πυκνότητας,
γ) τη διατήρηση υψηλής φυσικής αξίας περιβαλλόντων στα οποία ασκείται η γεωργία και τα οποία βρίσκονται υπό απειλή,
δ) τη διατήρηση του τοπίου και των ιστορικών χαρακτηριστικών των γεωργικών εκτάσεων,
ε) τη χρήση του περιβαλλοντικού σχεδιασμού στη γεωργική πρακτική,
στ) τη βελτίωση της καλής διαβίωσης των ζώων.»
4. Το άρθρο 23 του κανονισμού 1257/1999 ορίζει τα εξής:
«1. Στους γεωργούς που αναλαμβάνουν γεωργοπεριβαλλοντικές υποχρεώσεις ή υποχρεώσεις καλής διαβίωσης των ζώων χορηγείται ενίσχυση επί πέντε τουλάχιστον έτη. Εν ανάγκη καθορίζεται μεγαλύτερη περίοδος για ιδιαίτερους τύπους ανάληψης υποχρεώσεων, λόγω των επιπτώσεών τους για το περιβάλλον ή την καλή διαβίωση των ζώων.
2. Οι αναλαμβανόμενες γεωργοπεριβαλλοντικές υποχρεώσεις και υποχρεώσεις για την καλή διαβίωση των ζώων δεν πρέπει να περιορίζονται στην εφαρμογή της συνήθους ορθής γεωργικής πρακτικής και της ορθής ζωοτεχνικής πρακτικής.
Πρέπει να προβλέπουν υπηρεσίες που δεν προβλέπονται από άλλα μέτρα στήριξης, όπως τα μέτρα στήριξης της αγοράς ή οι εξισωτικές αποζημιώσεις».
5. Το άρθρο 24, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Η ενίσχυση για την ανάληψη γεωργοπεριβαλλοντικών υποχρεώσεων ή για την καλή διαβίωση των ζώων χορηγείται κατ’ έτος και υπολογίζεται με βάση: [δική μου η υπογράμμιση]:
α) το διαφυγόν εισόδημα,
β) το πρόσθετο κόστος που προκύπτει από την ανάληψη υποχρέωσης και
γ) την ανάγκη παροχής κινήτρου.
Οι δαπάνες που συνδέονται με επενδύσεις δεν λαμβάνονται υπ’ όψη κατά τον υπολογισμό του επιπέδου της ετήσιας ενίσχυσης. Για τον υπολογισμό του επιπέδου της ετήσιας ενίσχυσης είναι δυνατόν να λαμβάνονται υπ’ όψη οι δαπάνες για μη παραγωγικές επενδύσεις οι οποίες είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων.»
6. Οι παράγραφοι 1, 2 και 4 του άρθρου 37 του κανονισμού 1257/1999 ορίζουν τα εξής:
«1. Στήριξη υπέρ της αγροτικής ανάπτυξης παρέχεται μόνο για μέτρα που συμφωνούν με το κοινοτικό δίκαιο.
2. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να έχουν συνοχή με τις άλλες κοινοτικές πολιτικές και τα μέτρα που υλοποιούνται στο πλαίσιο αυτών.
Ειδικότερα, ουδέν μέτρο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού είναι επιλέξιμο για στήριξη στο πλαίσιο άλλων κοινοτικών καθεστώτων στήριξης, εάν είναι ασυμβίβαστο προς τους ειδικούς όρους που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό.
[…]
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν πρόσθετους ή περισσότερο περιοριστικούς όρους για τη χορήγηση κοινοτικής στήριξης για την αγροτική ανάπτυξη, εφόσον οι όροι αυτοί έχουν συνοχή με τους στόχους και τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.»
7. Το άρθρο 39 του κανονισμού 1257/1999 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν τη συμβατότητα και τη συνοχή των μέτρων στήριξης της αγροτικής ανάπτυξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.
2. Τα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν εκτίμηση της συμβατότητας και της συνοχής των προβλεπόμενων μέτρων στήριξης και μνεία των μέτρων που λαμβάνονται για να εξασφαλισθεί η συμβατότητα και η συνοχή.
3. Εάν χρειάζεται, τα μέτρα στήριξης αναθεωρούνται μεταγενέστερα, για να εξασφαλισθεί η συμβατότητα και η συνοχή τους».
Β – Εθνικό δίκαιο
8. Ο «ELÜPS» (5) (νόμος περί εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης) εκδόθηκε στις 24 Μαρτίου 2004 και άρχισε να ισχύει εν μέρει από 1ης Μαΐου 2004 και εν μέρει από 1ης Ιανουαρίου 2005 (6). Κρίσιμες είναι οι ακόλουθες διατάξεις του νόμου αυτού:
«Άρθρο 42. Διαδικασία χορηγήσεως των ενισχύσεων για τη γεωργική ανάπτυξη που συνοδεύουν την κοινή γεωργική πολιτική
[…]
(2) Ο Υπουργός Γεωργίας καθορίζει το είδος της ενισχύσεως που θα χορηγηθεί για τη γεωργική ανάπτυξη κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους, το είδος των δραστηριοτήτων που θα ενισχυθούν κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους και τον τρόπο κατανομής των κονδυλίων που προβλέπονται για την ενίσχυση της γεωργικής αναπτύξεως.
(3) Το δικαίωμα υποβολής αιτήσεως και εισπράξεως ενισχύσεως για την γεωργική ανάπτυξη δεν γεννάται στην περίπτωση που η χορήγηση της ενισχύσεως αυτής ή η στήριξη της αντίστοιχης δραστηριότητας κατά το αντίστοιχο οικονομικό έτος δεν προβλέπεται βάσει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 43. Προϋποθέσεις για την είσπραξη της ενισχύσεως για τη γεωργική ανάπτυξη
(1) Το δικαίωμα να ζητήσουν την καταβολή ενισχύσεως για τη γεωργική ανάπτυξη έχουν όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει ο παρών νόμος και το πρόγραμμα του άρθρου 42, παράγραφος 1, του παρόντος νόμου.
(2) Ο Υπουργός Γεωργίας τάσσει αναλυτικότερες προϋποθέσεις για την είσπραξη της ενισχύσεως για τη γεωργική ανάπτυξη σε σχέση με τον αιτούντα και τη σχεδιαζόμενη δραστηριότητα και καταρτίζει κατάλογο των περιοχών για τις οποίες καταβάλλονται ενισχύσεις για τη γεωργική ανάπτυξη. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις μπορούν να τάσσονται χωριστά για κάθε είδος ενισχύσεως.
[…]
Άρθρο 44. Υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση της ενισχύσεως για τη γεωργική ανάπτυξη και διαδικασία της αιτήσεως
[…]
(2) Ο Υπουργός Γεωργίας ρυθμίζει τις διατυπώσεις στις οποίες υπόκεινται η υποβολή αιτήσεως ενισχύσεως της γεωργικής αναπτύξεως καθώς και η διαδικασία της αιτήσεως, ο τύπος της αιτήσεως, οι λόγοι μειώσεως της ενισχύσεως, οι εκάστοτε συντελεστές που ισχύουν στα επιμέρους είδη ενισχύσεων και οι λόγοι απορρίψεως μιας αιτήσεως. Η διαδικασία που διέπει την αίτηση καταβολής ενισχύσεως καθώς και τον έλεγχο της αιτήσεως μπορεί να ρυθμίζεται χωριστά για κάθε είδος ενισχύσεως.»
9. Η ρύθμιση της υπ’ αριθ. 51 κανονιστικής αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας της 20ής Απριλίου 2004 σχετικά με τις «[α]ναλυτικές προϋποθέσεις για την είσπραξη γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων καθώς και ρύθμιση των διατυπώσεων της υποβολής αιτήσεως για την καταβολή ενισχύσεως, του ελέγχου της αιτήσεως και της καταβολής της ενισχύσεως» (7), ως είχε μέχρι 1ης Μαΐου 2005, προέβλεπε τα εξής:
«Άρθρο 3. Προϋποθέσεις για την είσπραξη της ενισχύσεως
(1) Η ενίσχυση μπορεί να ζητηθεί για τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 δραστηριότητες από φυσικό πρόσωπο, νομικό πρόσωπο ή αστική εταιρία ή άλλη ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα που δραστηριοποιείται στον τομέα της γεωργίας (στο εξής: αιτών), στους τομείς που μνημονεύει το σημείο 9.2 του 9ου κεφαλαίου του αναπτυξιακού σχεδίου, που πληροί τις απαιτήσεις που τάσσει το σημείο 9.2 του 9ου κεφαλαίου του αναπτυξιακού σχεδίου και που:
[…]
3) αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει τις μνημονευόμενες στα σημεία 1 και 2 απαιτήσεις καθώς και τις προϋποθέσεις για την καταβολή της γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως κατά τη διάρκεια χρονικής περιόδου πέντε ετών που άρχεται από της οριζόμενης προθεσμίας για την υποβολή αιτήσεως με αντικείμενο την καταβολή ενισχύσεως.»
10. Με την τροποποίηση που άρχισε να ισχύει από 1ης Μαΐου 2005 και επομένως ίσχυε στις 26 Μαΐου 2005, ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως για την καταβολή ενισχύσεως (στο εξής: επίμαχο μέτρο), προστέθηκε ο ακόλουθος πρόσθετος όρος:
«Άρθρο 82. Διατάξεις εφαρμογής
[…]
(7) Μπορεί να ζητηθεί η καταβολή ενισχύσεως για το 2005 για τη φιλική προς το περιβάλλον οργάνωση της παραγωγής, εφόσον το 2004 είχε εκδοθεί υπέρ του αιτούντος απόφαση σχετική με τη χορήγηση της ενισχύσεως για τη φιλική προς το περιβάλλον οργάνωση της παραγωγής και ο αιτών έχει αναλάβει την οριζόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 3, υποχρέωση.»
11. Το αναπτυξιακό σχέδιο της Εσθονίας για τα έτη 2004 έως 2006, το οποίο ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή) και εκπόνησε η κυβέρνηση και ο Υπουργός Γεωργίας της Δημοκρατίας της Εσθονίας, ορίζει τα εξής:
«12.6.2 Γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις
Oι υποβαλλόμενες αιτήσεις εξετάζονται και η απόφαση εκδίδεται βάσει των κριτηρίων που διέπουν τη χορήγηση της ενισχύσεως και των κονδυλίων που είναι διαθέσιμα στο αντίστοιχο έτος για τα εκάστοτε λαμβανόμενα μέτρα. Εφόσον είναι αναγκαίο, γίνεται αξιολογική ιεράρχηση των αιτήσεων.
Αν δεν επαρκούν τα κονδύλια του προϋπολογισμού προκειμένου να γίνουν δεκτές όλες οι αιτήσεις οι οποίες πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, ο Υπουργός Γεωργίας μπορεί να καθορίσει τη διαδικασία για τη μείωση των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων, κατ’ εφαρμογή της οποίας θα μειώνονται κατά την ίδια αναλογία οι ενισχύσεις για όλους τους αιτούντες, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις για την είσπραξη γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων, ή το ποσό της ενισχύσεως που υπολογίζεται βάσει της επιφάνειας των καλλιεργούμενων εκτάσεων, στις οποίες αναφέρεται η αίτηση, ή η ενίσχυση για τη στηριζόμενη δραστηριότητα ή για κάποιον άλλον λόγο.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
12. Στις 26 Μαΐου 2005, η Agrofarm υπέβαλε στο Γραφείο αίτηση για την είσπραξη εκτατικών καταβολών. Από το 2004 η Agrofarm είχε οργανώσει την παραγωγή της κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον προκειμένου να εισπράξει τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις (8).
13. Με την υπ’ αριθ. 1-3.13-4/74 απόφαση του διευθυντή του Γραφείου, της 19ης Δεκεμβρίου 2005, απορρίφθηκε η αίτηση της Agrofarm με το αιτιολογικό ότι η ενίσχυση δεν χορηγείται για εκτάσεις για τις οποίες δεν έχει αναληφθεί η υποχρέωση οργανώσεως της παραγωγής κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον.
14. Η AS Agrofarm άσκησε την 1η Φεβρουαρίου 2006 ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου του Tartu (Tartu Halduskohtule) προσφυγή ζητώντας την ακύρωση του σημείου 17 της απόφασης του διευθυντή του Γραφείου και την καταβολή της εν λόγω ενισχύσεως. Το δικαστήριο αυτό απέρριψε με την από 28 Απριλίου 2006 απόφασή του την προσφυγή, κρίνοντας, στην ουσία, ότι οι συμπληρωματικές διατάξεις της υπ’ αριθ. 51 κανονιστικής αποφάσεως δεν περιορίζουν τα δικαιώματα της προσφεύγουσας.
15. Η Otsa Talu, ως εταιρία που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Agrofarm (9), άσκησε έφεση ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου του Tartu (Tartu Ringkonnakohtule), υποστηρίζοντας ότι ο κανονισμός 1257/1999 δεν επιτρέπει τη θέσπιση ρυθμίσεων οι οποίες εισάγουν ανισότητες μεταξύ των αιτούντων. Κατά την Otsa Talu, η απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ένα μόλις μήνα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων για το 2005, να τροποποιήσει την υπ’ αριθ. 51 κανονιστική απόφαση παραβιάζει τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και του κράτους δικαίου. Το περιφερειακό δικαστήριο του Tartu, με απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, απέρριψε την έφεση της Otsa Talu κρίνοντας, στην ουσία, ότι η τροποποίηση της κανονιστικής αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας δεν παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο.
16. Στη συνέχεια, η Otsa Talu άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η επίμαχη τροποποίηση της υπ’ αριθ. 51 κανονιστικής αποφάσεως, ως εσωτερικό δίκαιο το οποίο θεσπίσθηκε για τη μεταφορά του κοινοτικού δικαίου, αντιβαίνει σε αυτό και ειδικότερα στο άρθρο 24, παράγραφος 1, του κανονισμού 1257/1999, που προβλέπει ότι οι γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις χορηγούνται κατ’ έτος. Επιπλέον, η Otsa Talu ισχυρίζεται ότι το άρθρο 82, παράγραφος 7, της υπ’ αριθ. 51 κανονιστικής αποφάσεως αντιβαίνει στο σημείο 12.6.2 του γεωργικού αναπτυξιακού σχεδίου βάσει του οποίου, στην περίπτωση κατά την οποία δεν επαρκούν οι οικονομικοί πόροι, το συνολικό ποσό της ενισχύσεως μειώνεται κατά την ίδια αναλογία για όλους τους αιτούντες οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις.
17. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το Γραφείο υποστήριξε, στην ουσία, ότι η επίμαχη γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση δεν συνιστά ενίσχυση κοινωνικού χαρακτήρα που πρέπει να καταβάλλεται βάσει γενικών εκτιμήσεων. Κατά το Γραφείο, η υπόθεση αυτή αφορά ενισχύσεις των οποίων οι προϋποθέσεις χορήγησης απορρέουν από τις απαιτήσεις και τις προτεραιότητες της γεωργικής πολιτικής του κράτους, το οποίο έχει και την εξουσία να τροποποιεί τις προϋποθέσεις αυτές.
18. Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να καθορισθεί αν είναι νόμιμο, κατά τη διάρκεια χρονικής περιόδου επί της οποίας εκτείνεται η καταβολή ενισχύσεως, να τροποποιούνται κατά τέτοιο τρόπο οι προϋποθέσεις που διέπουν την υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων λόγω οργανώσεως της παραγωγής κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον ώστε να περιορίζεται ο κύκλος των προσώπων που πληρούν τις προϋποθέσεις σε σχέση με ό,τι ίσχυε κατά το παρελθόν.
19. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι συνάδει με τον σκοπό της γεωργοπεριβαλλοντικής ενίσχυσης που πρέπει να χορηγηθεί λόγω οργανώσεως της παραγωγής κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον, όπως καθορίζει ο κανονισμός 1257/1999, η στήριξη, στο πλαίσιο του αντίστοιχου προγράμματος, κάθε οικονομικό έτος, των νέων αιτούντων που είναι πρόθυμοι να οργανώσουν την παραγωγή τους κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον και, ως εκ τούτου, οργανώνουν την παραγωγή τους σύμφωνα με τις νόμιμες απαιτήσεις. Περαιτέρω, η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και τον σκοπό της βελτιώσεως της προστασίας του περιβάλλοντος.
20. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο έχει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το αν οι επιπλέον προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 82, παράγραφος 7, της υπ’ αριθ. 51 κανονιστικής αποφάσεως συνάδουν με τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου, και ιδίως με τον σκοπό των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων που ρυθμίζονται με τον κανονισμό 1257/1999.
21. Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι, όταν οι οικονομικοί πόροι είναι ανεπαρκείς, το αναπτυξιακό σχέδιο της Εσθονίας προβλέπει μείωση κατά την ίδια αναλογία των ενισχύσεων για όλους τους αιτούντες οι οποίοι αρχικώς πληρούσαν τις προϋποθέσεις εισπράξεως γεωργοπεριβαλλοντικής ενίσχυσης.
22. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο περιορισμός του κύκλου των αποδεκτών της ενισχύσεως δεν αποτελεί σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας μέτρο για την επίλυση του προβλήματος της ανεπάρκειας των οικονομικών πόρων και, αντ’ αυτού, θα έπρεπε η ενίσχυση να μειωθεί κατά την ίδια αναλογία για όλους τους αιτούντες οι οποίοι αρχικώς πληρούσαν τις προϋποθέσεις λήψεως γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως, όπως τούτο προβλεπόταν και στο αναπτυξιακό σχέδιο που ενέκρινε η Επιτροπή.
23. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Ανταποκρίνονται τα ακόλουθα στον σκοπό της ενισχύσεως για την ανάληψη γεωργοπεριβαλλοντικών υποχρεώσεων που προβλέπουν τα άρθρα 22 έως 24 του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών:
α) η χορήγηση ενισχύσεως σε μόνιμη βάση μόνο στους αιτούντες υπέρ των οποίων εκδόθηκε στο πλαίσιο του αντίστοιχου προγράμματος, κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, απόφαση περί χορηγήσεως ενισχύσεως για τη ανάληψη γεωργοπεριβαλλοντικών υποχρεώσεων και οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν στη λήψη γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων, ή
β) η χορήγηση ενισχύσεως σε κάθε οικονομικό έτος και σε νέους αιτούντες οι οποίοι είναι πρόθυμοι να αναλάβουν την υποχρέωση να οργανώσουν την παραγωγή τους κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον και οι οποίοι ως εκ τούτου προσαρμόζουν την παραγωγή τους βάσει των συναφών προϋποθέσεων;
2) Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι η εναλλακτική υπό στοιχείο β΄, παρέχει επομένως το άρθρο 24, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 37, παράγραφος 4, και το άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 τη δυνατότητα σε ένα κράτος μέλος, στην περίπτωση που αποδειχθεί στο πλαίσιο του προγράμματος ότι δεν υπάρχουν πλέον στον προϋπολογισμό επαρκείς πόροι για τη χορήγηση της πρώτης ενισχύσεως:
α) να μεταβάλει τις αρχικές ρυθμίσεις και προϋποθέσεις που διέπουν την υποβολή αιτήσεως και τη χορήγηση των ενισχύσεων για την ανάληψη γεωργοπεριβαλλοντικών υποχρεώσεων και να προβλέψει ότι αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεως μπορεί να υποβληθεί μόνον εφόσον κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος εκδόθηκε υπέρ του αιτούντος απόφαση περί χορηγήσεως της ενισχύσεως και, ως εκ τούτου, ο αιτών έχει εγκύρως αναλάβει την υποχρέωση να οργανώσει την παραγωγή του κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον,
ή
β) να μειώσει κατά την ίδια αναλογία την ενίσχυση για όλους τους αιτούντες οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως ενισχύσεως για την ανάληψη γεωργοπεριβαλλοντικών υποχρεώσεων;»
24. Η Εσθονική, η Ελληνική και η Πολωνική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Η Otsa Talu και οι προαναφερθέντες διάδικοι, με εξαίρεση την Πολωνική Κυβέρνηση διατύπωσαν προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Απριλίου 2008.
III – Aνάλυση
Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
25. H Εσθονική Κυβέρνηση εκθέτει τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώθηκε το αναπτυξιακό σχέδιο και τροποποιήθηκε η υπ’ αριθ. 51 κανονιστική απόφαση. Η εν λόγω κυβέρνηση επισημαίνει ότι έκθεση σχετική με την πορεία του σχεδίου έδειξε ότι το 2004 υπήρξαν, στην πράξη, διπλάσιες αιτήσεις σε σχέση με τις προβλέψεις του αναπτυξιακού σχεδίου. Επομένως, ο ποσοτικός σκοπός των δεσμεύσεων που είχε αρχικώς καθορίσει το αναπτυξιακό σχέδιο για το 2006 είχε ήδη επιτευχθεί από το 2004. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο Υπουργός Γεωργίας αποφάσισε να μη μειώσει τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις το 2004, οι οικονομικοί πόροι για τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων αυτών ήταν ανεπαρκείς προκειμένου να γίνουν δεκτές οι νέες αιτήσεις που υποβλήθηκαν το 2005 και 2006.
26. Στο πλαίσιο αυτό, τον Μάιο του 2005 έγινε η πρώτη τροποποίηση της υπ’ αριθ. 51 κανονιστικής απόφασης με την οποία περιορίσθηκαν οι αποδέκτες των ενισχύσεων. Πάντως, τον Ιούλιο του 2005 τροποποιήθηκε εκ νέου ο κανονισμός αυτός προσθέτοντας στην κατηγορία των αιτούντων που πληρούν τις προϋποθέσεις της ενίσχυσης τα πρόσωπα που κατέχουν τουλάχιστον αγροτεμάχιο σε τμήμα ζώνης που καλύπτεται από το δίκτυο NATURA 2000.
27. Κατά την Εσθονική Κυβέρνηση, ο περιορισμός των δικαιούχων ενισχύσεως μέσω τροποποίησης της υπ’ αριθ. 51 κανονιστικής απόφασης συνάδει με τους σκοπούς του κανονισμού 1257/1999 (όπως προκύπτουν από την 31η αιτιολογική του σκέψη) και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
28. Κατόπιν των προεκτεθέντων, η Εσθονική Κυβέρνηση προτείνει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα. Αν οι ποσοτικοί σκοποί του αναπτυξιακού σχεδίου πληρούνται και, στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, δεν εξακολουθούν να υπάρχουν οικονομικοί πόροι για τη χορήγηση της αρχικής χρηματοδότησης, οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 24, παράγραφος 1, του άρθρου 37, παράγραφος 4, και του άρθρου 39 του κανονισμού 1257/1999 επιτρέπουν σε κράτος μέλος να τροποποιήσει την κανονιστική ρύθμιση που αφορά την αίτηση και τη χορήγηση της γεωργοπεριβαλλοντικής ενίσχυσης και να θεσπίσει προϋποθέσεις περιορίζουσες την κατηγορία των προσώπων που μπορούν να τύχουν ενισχύσεως. Οι προϋποθέσεις αυτές μπορούν, κατά τη διάρκεια ενός ή περισσοτέρων οικονομικών ετών, να έχουν ως αποτέλεσμα να αποκλείσουν κάθε αίτηση ενίσχυσης εκ μέρους νέων ενδεχόμενων δικαιούχων.
29. Η Ελληνική Κυβέρνηση εμμένει στο γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αναγνωρίζει την ανάγκη ευελιξίας όχι μόνον κατά τον σχεδιασμό αλλά και κατά την εφαρμογή των προγραμμάτων στήριξης της αγροτικής ανάπτυξης. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα κριτήρια για την ανάληψη γεωργοπεριβαλλοντικών υποχρεώσεων και την ενίσχυση των δικαιούχων μπορούν να τροποποιούνται εκ των υστέρων χωρίς πάντως να θέτουν αδικαιολόγητες διακρίσεις ή περιορισμούς.
30. Συνεπώς, η Ελληνική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο πρώτο ερώτημα: επιτρέπεται κατά τις διατάξεις του κανονισμού 1257/1999 η χορήγηση κατ’ έτος ενίσχυσης μόνο στους ενταχθέντες σε πρόγραμμα ανάληψης γεωργοπεριβαλλοντικών υποχρεώσεων. Η ένταξη, κατ’ έτος, νέων δικαιούχων σε πρόγραμμα γεωργοπεριβαλλοντικών υποχρεώσεων είναι επιτρεπτή, όχι όμως και υποχρεωτική για το κράτος μέλος.
31. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι σε περίπτωση διαπίστωσης, κατά την διάρκεια της προγραμματικής περιόδου, ανεπάρκειας οικονομικών πόρων, το κράτος μέλος μπορεί, κατά τις διατάξεις του κανονισμού 1257/1999, να τροποποιήσει τις σχετικές εθνικές διατάξεις, ούτως ώστε να εκπληρώσει τις ήδη αναληφθείσες δεσμεύσεις του και να μην επιτρέψει την υποβολή αιτήσεων για νέες εντάξεις στο πρόγραμμα εισαγωγής γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων.
32. Η Πολωνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι σκοποί του κανονισμού 1257/1999, τόσον όσον αφορά τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις, όσο και τις λοιπές μορφές ενίσχυσης, μπορούν να επιτευχθούν μόνον όταν η ενίσχυση χορηγείται, κατ’ αρχήν, σε όλους τους αιτούντες που πληρούν τις προϋποθέσεις. Διαφορετικά, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να περιορίζουν αυθαίρετα τη χορήγηση της ενίσχυσης αυτής κατά τη διάρκεια του οικείου οικονομικού έτους.
33. Συνεπώς, η Πολωνική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι συνάδει με τον σκοπό της γεωργοπεριβαλλοντικής ενίσχυσης των άρθρων 22 έως 24 του κανονισμού 1257/1999 το γεγονός ότι, σε κάθε οικονομικό έτος, χορηγείται επίσης ενίσχυση στους νέους αιτούντες που είναι πρόθυμοι να οργανώσουν την παραγωγή τους κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον και, ως εκ τούτου, προσαρμόζουν την παραγωγή τους βάσει των συναφών προϋποθέσεων.
34. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Πολωνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, ελλείψει επαρκών οικονομικών πόρων, η άρνηση χορήγησης ενίσχυσης στους νέους αιτούντες καθιστά δυνατή την επίτευξη των σκοπών της γεωργοπεριβαλλοντικής ενίσχυσης και ουδεμία παραβίαση του εθνικού ή κοινοτικού δικαίου συνεπάγεται.
35. Συνεπώς, η Πολωνική Κυβέρνηση προτείνει την ακόλουθη απάντηση στο δεύτερο ερώτημα: αν, στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, δεν εξακολουθούν να υπάρχουν επαρκείς οικονομικοί πόροι για τη χορήγηση της αρχικής ενίσχυσης, οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 24, παράγραφος 1, του άρθρου 37, παράγραφος 4, και του άρθρου 39 του κανονισμού 1257/1999 επιτρέπουν σε κράτος μέλος να προβλέπει ότι δύνανται να υποβάλουν αίτηση μόνον οι αιτούντες υπέρ των οποίων, κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, εκδόθηκε απόφαση περί χορηγήσεως ενισχύσεως και οι οποίοι, ως εκ τούτου, δεσμεύονται να οργανώσουν την παραγωγή τους κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον.
36. Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο κανονισμός 1257/1999 δεν καθορίζει τη μέθοδο υπολογισμού της κατ’ έτος ενίσχυσης. Συνεπώς, η Επιτροπή φρονεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν είτε τον καθορισμό του ποσού της κατ’ έτος ενίσχυσης στην αρχή της ανάληψης της υποχρέωσης για πέντε έτη, είτε την τροποποίηση του ποσού αυτού κάθε έτος –αναλόγως των διαθέσιμων οικονομικών πόρων και του αριθμού των δικαιούχων που συμμετέχουν στο πρόγραμμα.
37. Κατά την Επιτροπή, αμφότερες οι εναλλακτικές επιλογές είναι σύμφωνες με τον κανονισμό 1257/1999 και περιλαμβάνουν κίνητρα για τους αγρότες.
38. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στα ερωτήματα η απάντηση ότι είναι σύμφωνη προς τον κανονισμό 1257/1999 η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία η ενίσχυση των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων των άρθρων 22, 23 και 24 του κανονισμού αυτού χορηγείται για συγκεκριμένο έτος μόνον εάν, στο πλαίσιο του προγράμματος, εκδόθηκε υπέρ του αιτούντος απόφαση περί χορηγήσεως της ενισχύσεως αυτής κατά τη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους.
Παραδεκτό
39. Η Εσθονική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων. Η κυβέρνηση αυτή φρονεί ότι, δεδομένων των τροποποιήσεων της κανονιστικής απόφασης 51 (10), το τεκμήριο επί του οποίου θεμελιώνονται τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου είναι εσφαλμένο. Επομένως, κατά την κυβέρνηση αυτή, τα προδικαστικά ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στα εθνικά μέτρα που ίσχυαν το 2005 και ως εκ τούτου είναι θεωρητικά. Ουδείς έτερος διάδικος πρόβαλε την ένσταση αυτή με τις παρατηρήσεις του ούτε τοποθετήθηκε ως προς το ζήτημα αυτό.
40. Το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Unión General de Trabajadores de La Rioja (11), ότι «τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία του άρθρου 234 ΕΚ προκύπτει ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προϋποθέτει ότι εκκρεμεί πράγματι διαφορά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο της οποίας αυτά καλούνται να εκδώσουν απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την προδικαστική απόφαση».
41. Το Δικαστήριο με την απόφαση Ritter-Coulais (12) έκρινε ότι «από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η διαδικασία που θεσπίζει το άρθρο 234 ΕΚ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων […]. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, το επιλαμβανόμενο της διαφοράς εθνικό δικαστήριο, το οποίο μόνο έχει άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και το οποίο φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, να εκτιμήσει καλύτερα τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. […]. Ωστόσο, εναπόκειται στο Δικαστήριο, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να εξετάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να εξακριβώσει τη δική του αρμοδιότητα και, ειδικότερα, να προσδιορίσει αν η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητείται έχει σχέση με το υποστατό και το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, ώστε το Δικαστήριο να μην οδηγείται στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμοδοτήσεων επί γενικών και υποθετικών ερωτημάτων. Εάν προκύπτει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι προδήλως άσχετο με την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να απόσχει από την έκδοση αποφάσεως.»
42. Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορά η οποία προδήλως μπορεί να επιλυθεί μόνο μετά την έκδοση προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου. Από τα στοιχεία της δικογραφίας ουδόλως προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης έχει θεωρητικό ή υποθετικό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου φρονώ ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.
Επί της ουσίας
43. Το Riigikohus, με τα δύο ερωτήματα που πρέπει να συνεξετασθούν, ερωτά στην ουσία αν ο κανονισμός 1257/1999 επιτρέπει σε κράτος μέλος να περιορίζει, λόγω ανεπάρκειας οικονομικών πόρων, την κατηγορία των δικαιούχων γεωργοπεριβαλλοντικής ενίσχυσης στους αγρότες υπέρ των οποίων έχει ήδη εκδοθεί απόφαση περί χορηγήσεως ενισχύσεως κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.
44. Η Επιτροπή καλώς επισημαίνει τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, παρά την έγκριση των αναπτυξιακών προγραμμάτων των κρατών μελών από την Επιτροπή –μετά την εκ μέρους της εξακρίβωση ότι τα προγράμματα αυτά συνάδουν με τον κανονισμό 1257/1999 και τον καθορισμό της φύσης των «συγχρηματοδοτούμενων» μέτρων και του συνολικού ποσού των δαπανών για τη χρηματοδότησή τους–, η έγκριση ενός εθνικού προγράμματος ενισχύσεων από την Επιτροπή δεν του προσδίδει σε καμία περίπτωση τη φύση πράξεως του κοινοτικού δικαίου. Υπό τις συνθήκες αυτές, για παράδειγμα, σε περίπτωση που η σύμβαση για τη χορήγηση ενισχύσεως είναι ασυμβίβαστη με το πρόγραμμα που έχει εγκρίνει η Επιτροπή, στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να συναγάγουν τις αναγκαίες κατά το εθνικό δίκαιο συνέπειες, λαμβάνοντας υπόψη, κατά την εφαρμογή του εθνικού αυτού δικαίου, τις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (13).
45. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «στις εθνικές αρχές εναπόκειται η εφαρμογή των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων και η λήψη, έναντι των συγκεκριμένων επιχειρηματιών, των αναγκαίων ατομικών αποφάσεων. Κατά την εφαρμογή αυτή, τα κράτη μέλη ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που προβλέπει η εθνική τους νομοθεσία, με τη επιφύλαξη των ορίων που θέτει το κοινοτικό δίκαιο» (14).
46. Το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως ο κανονισμός 1257/1999 (ή, άλλωστε, ο κανονισμός 817/2004 (15)) δεν ρυθμίζουν λεπτομερώς τη χορήγηση της κατ’ έτος γεωργοπεριβαλλοντικής ενίσχυσης.
47. Από τα άρθρα 37, παράγραφος 4, και 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1257/1999 διαφαίνεται ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν σχετικά ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την υλοποίηση των αναπτυξιακών τους σχεδίων. Τα άρθρα αυτά ορίζουν αντιστοίχως ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν πρόσθετους ή περισσότερο περιοριστικούς όρους για τη χορήγηση κοινοτικής στήριξης για την αγροτική ανάπτυξη, εφόσον οι όροι αυτοί έχουν συνοχή με τους στόχους και τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον κανονισμό [αυτό]» (16) και ότι «[ε]άν χρειάζεται, τα μέτρα στήριξης αναθεωρούνται μεταγενέστερα [από τα κράτη μέλη], για να εξασφαλισθεί η συμβατότητα και η συνοχή τους.»
48. Ωστόσο, από την απόφαση Huber του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, αν και η υλοποίηση αναπτυξιακών σχεδίων στο πλαίσιο διαρθρωτικής ενίσχυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τα εθνικά μέτρα δεν πρέπει να θίγουν το πεδίο εφαρμογής και την πρακτική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (17).
49. Το εθνικό δικαστήριο, με την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, εκθέτει ότι ο όρος «κατ’ έτος» του άρθρου 24, παράγραφος 1, του κανονισμού 1257/1999 έχει την έννοια ότι μπορεί να ζητηθεί κάθε έτος ενίσχυση της ίδιας κατηγορίας, ανεξάρτητα από το αν ο ενδιαφερόμενος έχει προηγουμένως λάβει αυτό το είδος ενίσχυσης. Το ίδιο υποστηρίζει και η Otsa Talu.
50. Ωστόσο, φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή δεν ισχύει. Αντιθέτως, εκτιμώ –όπως, στην ουσία, η Επιτροπή και η Εσθονική και η Πολωνική Κυβέρνηση– ότι το άρθρο αυτό δεν αφορά το ζήτημα αυτό και απλώς προβλέπει ότι, κατά τη διάρκεια του πολυετούς προγράμματος, η καταβολή της ενίσχυσης πρέπει να πραγματοποιείται σε ετήσιες δόσεις.
51. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ερμηνεία ότι, βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 1, του κανονισμού 1257/1999, το πρόγραμμα πρέπει κάθε έτος να είναι ανοιχτό σε νέες αναλήψεις υποχρεώσεων. Στην πράξη, το ίδιο προκύπτει από το άρθρο 66, παράγραφος 5, του κανονισμού 817/2004, που ορίζει ότι «[σ]ε περίπτωση πολυετούς στήριξης, οι επόμενες πληρωμές μετά την πληρωμή κατά το πρώτο έτος υποβολής της αίτησης διενεργούνται βάσει ετήσιας αίτησης καταβολής της στήριξης, εκτός εάν το κράτος μέλος προβλέπει διαδικασία η οποία επιτρέπει την αποτελεσματική ετήσια εξακρίβωση που αναφέρεται στο άρθρο [67, παράγραφος 1]».
52. Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να εξετασθεί αν οι «πρόσθετοι ή περισσότερο περιοριστικοί όροι» του άρθρου 37, παράγραφος 4, τους οποίους επέβαλε η Εσθονία στην υπόθεση της κύριας δίκης είναι συμβατοί με τους σκοπούς και τις απαιτήσεις του κανονισμού 1257/1999.
53. Στα επόμενα δύο σημεία των προτάσεών μου, εκθέτω τις αιτιολογικές σκέψεις του προοιμίου του κανονισμού αυτού που ασκούν επιρροή στην υπόθεση της κύριας δίκης.
54. Η 14η αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 1257/1999 ορίζει ότι «τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής αγροτικής ανάπτυξης» (18).
55. Η 31η αιτιολογική σκέψη ορίζει περαιτέρω ότι «το καθεστώς των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων θα πρέπει να εξακολουθήσει να ενθαρρύνει τους γεωργούς να ασκούν πραγματικό λειτούργημα στην υπηρεσία του συνόλου της κοινωνίας με την εισαγωγή ή τη διατήρηση μεθόδων παραγωγής που συμμορφώνονται προς την αυξανόμενη ανάγκη προστασίας και βελτίωσης του περιβάλλοντος, των φυσικών πόρων του εδάφους και της γενετικής ποικιλομορφίας, καθώς και την ανάγκη διατήρησης του τοπίου και του φυσικού χώρου» (19).
56. Βάσει των προεκτεθέντων και του συνόλου του κεφαλαίου VI του κανονισμού 1257/1999 (ήτοι των άρθρων 22 έως 24 που παρατίθενται στα σημεία 3 έως 5 των προτάσεών μου), φρονώ ότι ο κανονισμός 1257/1999 δεν απαγορεύει στην Εσθονία που διαπίστωσε την ανεπάρκεια των διαθέσιμων οικονομικών πόρων να λάβει το επίμαχο μέτρο (20).
57. Όπως η Εσθονική Κυβέρνηση, φρονώ ότι η εξασφάλιση της ενίσχυσης υπέρ των αγροτών που έχουν ήδη αναλάβει πολυετείς υποχρεώσεις συμβάλλει στη συνέχεια του γεωργοπεριβαλλοντικού μέτρου. Διαφορετικά, οι αγρότες ουδεμία βεβαιότητα θα είχαν ως προς το ποσό της ενίσχυσης που θα τους καταβαλλόταν κατ’ έτος. Αυτό είτε θα τους αποθάρρυνε να υποβάλουν αίτηση για ενίσχυση είτε θα τους ωθούσε να εγκαταλείψουν το σύστημα ενισχύσεων κατά τη διάρκεια του έτους που θα μειωνόταν η ενίσχυσή τους.
58. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι το ποσό της ενίσχυσης δεν καθορίζεται τυχαίως ή αυθαιρέτως. Αντιθέτως, όπως εξήγησα προηγουμένως με τις προτάσεις μου, υπολογίζεται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 24, παράγραφος 1, του κανονισμού 1257/1999.
59. Ωστόσο, αν η Εσθονία έπρεπε να μειώσει κατά την ίδια αναλογία το σύνολο των πληρωμών, θα παρέβαινε, σε σχέση με τις νομότυπες αιτήσεις που δέχθηκε το 2004, τη «συμβατική» της υποχρέωση να χορηγήσει το σύνολο της προβλεπόμενης ενίσχυσης.
60. Στην πράξη, το εν λόγω κράτος μέλος έχει αναλάβει υποχρεώσεις έναντι των δικαιούχων που συμμετέχουν ήδη στο πρόγραμμα ενίσχυσης όπως και οι εν λόγω δικαιούχοι που έχουν αναλάβει μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις.
61. Παράλληλα, φρονώ, όπως η Επιτροπή, ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να επιλέξει την εναλλακτική λύση που αναφέρουν τα προδικαστικά ερωτήματα και να μειώσει την ενίσχυση κατά την ίδια αναλογία για όλους τους αιτούντες που πληρούν τις προϋποθέσεις για να τύχουν γεωργοπεριβαλλοντικής ενίσχυσης. Στο πλαίσιο της εναλλακτικής αυτής λύσης, οι αγρότες ενθαρρύνονται να εισαγάγουν τη χρήση φιλικών προς το περιβάλλον γεωργικών πρακτικών, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν έχει ήδη εκδοθεί υπέρ αυτών ή όχι απόφαση περί χορηγήσεως ενισχύσεως κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Με άλλα λόγια, κάθε έτος, νέοι δικαιούχοι ενθαρρύνονται στην εισαγωγή και εφαρμογή τέτοιων γεωργικών πρακτικών. Πάντως, στην περίπτωση αυτή το κράτος μέλος πρέπει να αποδείξει ότι οι σκοποί του συστήματος γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων πράγματι επιτεύχθηκαν στο ίδιο επίπεδο ακόμη και αν το ποσό της ενίσχυσης αναθεωρούνταν κατ’ έτος.
62. Λαμβάνοντας υπόψη την ελευθερία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη, το επίμαχο μέτρο δεν αντίκειται στον κανονισμό 1257/1999, του οποίου σκοπός είναι η προώθηση της γεωργοπεριβαλλοντικής και αγροτικής ανάπτυξης εν γένει.
63. Περαιτέρω πρέπει να εξετασθεί αν η Εσθονία άσκησε την εξουσία της εκτιμήσεως σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.
1. Η προβαλλόμενη παραβίαση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου
64. Το Δικαστήριο, με την απόφαση Johan Piek (21), έκρινε ότι «κατά πάγια νομολογία, κατά τη λήψη μέτρων εφαρμογής κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια τηρώντας τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η αρχή της αναλογικότητας». Οι αρχές αυτές περιλαμβάνουν επίσης τις αρχές προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως.
65. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Otsa Talu υποστήριξε, στην ουσία, ότι η θέσπιση του επίμαχου μέτρου παραβιάζει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
66. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, «[β]εβαίως, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης περιλαμβάνεται μεταξύ των θεμελιωδών αρχών της Κοινότητας» (22).
67. Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Otsa Talu μπορούσε δικαιολογημένα να αναμένει ότι θα διατηρούνταν η υπάρχουσα κατάσταση που μπορούσε να τροποποιηθεί με αποφάσεις των εθνικών αρχών οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την εκτέλεση των κοινοτικών κανονισμών στο πλαίσιο της διακριτικής τους ευχέρειας, ιδίως στο πλαίσιο της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής όπου επιβάλλονται προσαρμογές προς αντιμετώπιση των αλλαγών της οικονομικής κατάστασης (23).
68. Περαιτέρω, η έννοια της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προϋποθέτει ότι ο ενδιαφερόμενος τρέφει ελπίδες βάσει συγκεκριμένης διαβεβαίωσης που του έδωσε η διοίκηση (24). Ωστόσο, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ούτε ο ELÜPS ούτε η υπ’ αριθ. 51 κανονιστική απόφαση προέβλεψαν ειδικώς ότι θα γίνονταν δεκτές όλες οι αιτήσεις.
69. Τέλος, από τη δικογραφία που διαβιβάσθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι, στις 26 Μαΐου 2005, κατά την υποβολή της αίτησης πληρωμής βάσει της επιφάνειας των καλλιεργούμενων εκτάσεων, η Otsa Talu γνώριζε την ύπαρξη του άρθρου 82, παράγραφος 7, της υπ’ αριθ. 51 κανονιστικής απόφασης, οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η τροποποίηση της κανονιστικής απόφασης προσκρούει στη δικαιολογημένη προσδοκία της ότι θα λάβει την ενίσχυση.
70. Επομένως, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν παραβιάσθηκε.
71. Περαιτέρω, όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής (25), «κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων απαιτεί παρεμφερείς καταστάσεις να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά και διαφορετικές καταστάσεις να μην αντιμετωπίζονται κατ’ ίσο τρόπο, εκτός αν παρόμοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικά».
72. Κατά τη γνώμη μου, όταν η Otsa Talu υπέβαλε αίτηση ενισχύσεως, δεν τελούσε προδήλως σε παρεμφερή κατάσταση με τους δικαιούχους που ήδη ελάμβαναν ενισχύσεις και είχαν αναλάβει πολυετείς υποχρεώσεις να οργανώσουν την παραγωγή τους κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον. Η κατάσταση της Otsa Talu θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με τους αγρότες που, όπως και εκείνη, σκόπευαν απλώς να υποβάλουν αίτηση και δεν είχαν (ακόμη) λάβει ενίσχυση.
73. Επομένως, η θέσπιση του επίμαχου μέτρου δεν μπορούσε να παραβιάσει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά την Otsa Talu, αφού η εταιρία αυτή αντιμετωπίσθηκε όπως οι λοιποί ενδιαφερόμενοι που τελούσαν στην ίδια κατάσταση (ήτοι οι αιτήσαντες ενίσχυση το 2005) και βάσει των ιδίων προϋποθέσεων.
74. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν παραβιάσθηκε.
75. Το Δικαστήριο, με την απόφαση Viamex Agrar Handel and ZVK (26), έκρινε ότι «[κ]αταρχάς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου και έχει επιβεβαιωθεί πολλάκις από τη νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής […] πρέπει να γίνεται σεβαστή ως τέτοια τόσο από τον κοινοτικό νομοθέτη όσο και από τους εθνικούς νομοθέτες και δικαστές που εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο». Κατ’ αναλογία, την αρχή αυτή πρέπει επίσης να τηρούν οι αρμόδιες εθνικές αρχές στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού 1257/1999.
76. Το ζήτημα είναι αν, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της υπόθεσης της κύριας δίκης, το επίμαχο μέτρο που έλαβε η Εσθονία, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που της αναγνωρίσθηκε, σκοπεί πράγματι στην προώθηση της αγροτικής ανάπτυξης (27) και αν είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
77. Συναφώς, πρέπει να εξετασθεί αν το επίμαχο μέτρο μπορεί να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό.
78. Όπως επισήμανα στα σημεία 58 έως 61 των προτάσεών μου στην υπό κρίση υπόθεση, φρονώ ότι, λαμβάνοντας υπόψη την ανεπάρκεια οικονομικών πόρων, το επίμαχο μέτρο είναι και κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της προώθησης της αγροτικής ανάπτυξης και δεν συνιστά για τον ιδιώτη υπερβολικό βάρος σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ταυτόχρονα, κατά τη γνώμη μου, η εναλλακτική λύση που συνίσταται στην αναλογική μείωση του συνόλου των πληρωμών είναι λιγότερο κατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού υπάρχει ο κίνδυνος η Εσθονία να παραβεί τη «συμβατική» της υποχρέωση να χορηγήσει το σύνολο του ποσού της προβλεπόμενης ενίσχυσης και η μείωση αυτή, αν υπερβεί ένα όριο, αποθαρρύνει ενδεχομένως τους δικαιούχους που συμμετέχουν στο πρόγραμμα στήριξης να συνεχίσουν τη φιλική προς το περιβάλλον οργάνωση της παραγωγής τους (28).
79. Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι από τη δικογραφία που διαβιβάσθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της υπόθεσης της κύριας δίκης, η θέσπιση του επίμαχου μέτρου δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
IV – Πρόταση
80. Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο πρέπει να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα του Riigikohus:
«Δεν παρακωλύει, καταρχήν, την επίτευξη των σκοπών του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών, εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, που προβλέπει ότι θα εξακολουθήσουν να λαμβάνουν ενίσχυση μόνον οι αιτούντες υπέρ των οποίων ήδη κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος εκδόθηκε απόφαση περί χορηγήσεως ενισχύσεως στον γεωργοπεριβαλλοντικό τομέα, όπως προβλέπεται στα άρθρα 22 έως 24 του εν λόγω κανονισμού, και οι οποίοι ανέλαβαν γεωργοπεριβαλλοντικές υποχρεώσεις.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών (ΕΕ L 160, σ. 80), όπως καταργήθηκε εν μέρει από τον κανονισμό (ΕΚ) 1698/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ L 277, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 1257/1999).
3 – Põllumajanduse Registrite ja Informatsiooni Amet (PRIA), υπαγόμενη στο Υπουργείο Γεωργίας της Δημοκρατίας της Εσθονίας κυβερνητική υπηρεσία η οποία έχει, μεταξύ άλλων, ως αποστολή την οργάνωση της καταβολής των εθνικών ενισχύσεων καθώς και των ενισχύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη (στο εξής: Γραφείο).
4 – Τα άρθρα 22, 23 και 24 του κανονισμού 1257/1999 παρατίθενται εδώ όπως έχουν τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 1783/2003, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1257 /1999 (ΕΕ L 270, σ. 70).
5 – Euroopa Liidu ühise põllumajanduspoliitika rakendamise seadus.
6 – RT (επίσημη εφημερίδα) I 2004, 24, 163.
7 – Põllumajandusliku keskkonnatoetuse saamise täpsemad nõuded ning toetuse taotlemise, taotluse menetlemise ja toetuse maksmise täpsem kord [RTL (παράρτημα επίσημης εφημερίδας) 2004, 51, 879].
8 – Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως διευκρινίζει ότι, ήδη από το 2004, η Agrofarm είχε προμηθευτεί τους απαιτούμενους σπόρους ενόψει της σποράς για την άνοιξη του 2005 και, ως εκ τούτου, είχε προβεί σε προετοιμασίες για την οργάνωση της παραγωγής της κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον.
9 – Η Agrofarm συγχωνεύθηκε με την Otsa Talu.
10 – Βλ. σημεία 25 και 26 των παρουσών προτάσεων.
11 – Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑428/06 έως C‑434/06 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 39), η οποία παραθέτει σχετικώς την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1995, C‑422/93 έως C‑424/93, Zabala Erasun κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I‑1567, σκέψη 28)· απόφαση της 12ης Μαρτίου 1998, C‑314/96, Djabali (Συλλογή 1998, σ. I‑1149, σκέψη 18), και απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, C‑225/02, García Blanco (Συλλογή 2005, σ. I‑523, σκέψη 27).
12 – Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C‑152/03 (Συλλογή 2006, σ. I‑1711, σκέψεις 13 έως 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
13 – Βλ., σχετικώς, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑336/00, Huber (Συλλογή 2002, σ. I‑7699, σκέψεις 39 και 40).
14 – Βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 1987, 89/86 και 91/86, L’Étoile commerciale and CNTA κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 3005, σκέψη 12). Βλ., επίσης, για παράδειγμα, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κατά Γερμανίας (Συλλογή 1983, σ. 2633), και απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 262/87, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 225 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ. επίσης Mögele, R., «The financing system of the Common Agricultural Policy and its legal framework», Irish Journal of European Law, Round Hall Sweet & Maxwell, 2 (1995), σ. 139 και 140: «μολονότι στον κοινοτικό νομοθέτη εναπόκειται κυρίως να θεσπίσει τους κανόνες της κοινής γεωργικής πολιτικής […], στα κράτη μέλη και στις αρχές τους εναπόκειται να υλοποιήσουν και να εκτελέσουν τους κανόνες αυτούς, σύμφωνα με τις γενικές αρχές της θεσμικής οργάνωσης της Κοινότητας και τις σχέσεις μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών»· και McMahon, J.A., EU Agricultural Law, Oxford University Press, 2007, σ. 30: «οι αλλαγές στον τομέα αυτό που έχει καθορίσει ένα κοινοτικό πλαίσιο για την εξασφάλιση καλών γεωργικών και περιβαλλοντικών συνθηκών αναγνωρίζουν πάντοτε διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών».
15 – Κανονισμός (ΕΚ) 817/2004 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το ευρωπαϊκό γεωργικό ταμείο προσανατολισμού και εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) (ΕΕ L 153, σ. 30) (στο εξής: κανονισμός 817/2004).
16 – Κατά τη γνώμη μας, από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι δεν είναι καθοριστικό το γεγονός ότι το επίμαχο μέτρο δεν προβλέφθηκε αρχικά από το εσθονικό αναπτυξιακό σχέδιο των ετών 2004 έως 2006.
17 – Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση Huber, σκέψεις 61 έως 64. Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα S. Alber στην υπόθεση αυτή, σημεία 74 έως 76 και εκεί παρατιθέμενη νοπολογία. Στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση Deutsche Milchkontor κ.λπ., το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 22, ότι «η εφαρμογή του εθνικού δικαίου δεν πρέπει να θίγει το πεδίο εφαρμογής και την πρακτική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου».
18 – Βλ. επίσης την 4η αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 817/2004. Εξάλλου, η 11η αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι «Ως προς τη γεωργοπεριβαλλοντική στήριξη […], ο καθορισμός των ελάχιστων όρων, τους οποίους οφείλουν να τηρούν οι γεωργοί στο πλαίσιο των διαφόρων γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων […], πρέπει να εξασφαλίζει την ισόρροπη εφαρμογή της στήριξης, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της, ώστε να συμβάλλει στην αειφόρο αγροτική ανάπτυξη».
19 – Προσθέτω ότι η 29η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1257/1999 ορίζει ότι «θα πρέπει να δοθεί εξέχων ρόλος στα γεωργοπεριβαλλοντικά μέσα που στηρίζουν την αειφόρο ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών και ανταποκρίνονται στην αυξανόμενη ζήτηση από την κοινωνία περιβαλλοντικών υπηρεσιών».
20 – Ήτοι, η τροποποίηση της υπ’ αριθ. 51 κανονιστικής απόφασης με την οποία προβλέφθηκε ο πρόσθετος όρος ότι το 2005 οι αιτήσεις για τη χορήγηση ενίσχυσης της φιλικής προς το περιβάλλον οργάνωσης της παραγωγής γίνονται αποκλειστικώς από τα πρόσωπα υπέρ των οποίων εκδόθηκε το 2004 απόφαση περί χορηγήσεως μιας τέτοιας ενισχύσεως και τα οποία δεσμεύθηκαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις και τις απαιτήσεις για τη χορήγηση γεωργοπεριβαλλοντικής ενίσχυσης για πέντε έτη.
21 – Απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007, C‑384/05 (Συλλογή 2007, σ I‑289, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Όσον αφορά τον τομέα της γεωργίας και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, βλ. π.χ. Bianchi, D., La politique agricole commune (PAC), Bruylant Bruxelles, 2006, σ. 62 έως 69· McMahon, J.A., EU Agricultural Law, όπ.π. υποσημείωση 14, σ. 28 έως 33.
22 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 2005, C‑17/03, VEMW κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑4983, σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
23 – Βλ. αναλογικώς για τα κοινοτικά όργανα, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C‑63/93, Duff κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑569, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία): «[η] αρχή [της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης], η οποία περιλαμβάνεται στην κοινοτική έννομη τάξη […] είναι απόρροια της αρχής της ασφαλείας δικαίου που επιβάλλει όπως οι κανόνες δικαίου είναι σαφείς και επακριβείς, αποβλέπει δε στο να εξασφαλίζει το προβλέψιμο των καταστάσεων και των εννόμων σχέσεων που διέπει το κοινοτικό δίκαιο. Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί καταρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία, στις κοινές οργανώσεις αγοράς, στο αντικείμενο των οποίων επέρχονται συνεχείς προσαρμογές σε συνάρτηση με τις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να έχουν την πεποίθηση ότι δεν θα θεσπιστούν κανόνες της πολιτικής αγορών ή της διαρθρωτικής πολιτικής που να επιβάλλουν περιορισμούς Βλ. επίσης απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑310/04, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I‑7285, σκέψη 81 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
24 – Βλ. αναλογικώς, διάταξη της 6ης Μαΐου 1997, T‑195/95, Guérin Automobiles κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II‑171, σκέψη 20).
25 – Απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C‑110/03 (Συλλογή 2005, σ. I‑2801, σκέψη 71), που παραθέτει την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑304/01, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑7655, σκέψη 31)· και απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C‑210/03, Swedish Match (Συλλογή 2004, σ. I‑11893, σκέψη 70). Βλ. επίσης απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C‑133/93, C‑300/93 και C‑362/93, Crispoltoni κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I‑4863, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
26 – Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2008, C‑37/06 και C‑58/06 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 33 και 35).
27 – Κατά την 31η αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 1257/1999, [το καθεστώς των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων θα πρέπει] «να εξακολουθήσει να ενθαρρύνει τους γεωργούς να ασκούν πραγματικό λειτούργημα στην υπηρεσία […] της κοινωνίας με την εισαγωγή ή τη διατήρηση [φιλικών προς το περιβάλλον] μεθόδων παραγωγής […]».
28 – Βλ. όσον αφορά τα κοινοτικά όργανα, την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 23 απόφαση Ισπανία κατά Συμβουλίου, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 134, ότι «τα στοιχεία που υπέβαλαν τα κοινοτικά όργανα δεν παρ[είχαν] στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ελέγξει αν ο κοινοτικός νομοθέτης μπορούσε, χωρίς να υπερβεί τα όρια της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει [στον τομέα της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής], να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο καθορισμός του ύψους της ειδικής ενισχύσεως για το βαμβάκι στο 35 % του συνόλου των ενισχύσεων που υφίσταντο στο πλαίσιο του προγενεστέρου συστήματος ενισχύσεως αρκεί για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού που εκτίθεται στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 864/2004, ο οποίος έγκειται στη διασφάλιση της αποδοτικότητας και, συνεπώς, της συνεχίσεως της καλλιέργειας αυτής, σκοπός ο οποίος αντανακλά τον προβλεπόμενο στην παράγραφο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 4».
Full & Egal Universal Law Academy