ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 25ης Σεπτεμβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑281/07
Bayerische Hypotheken- und Vereinsbank AG
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
[αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής απόφασης]
«Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Κανονισμός 2988/95 – Ανάκτηση επιστροφής κατά την εξαγωγή – Προθεσμία παραγραφής – Σφάλμα των εθνικών αρχών»
1. Η υπό κρίση αίτηση του Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακού δικαστηρίου οικονομικών υποθέσεων, Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2).
2. Το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί ως προς την προθεσμία παραγραφής που ισχύει για την ανάκτηση επιστροφής κατά την εξαγωγή αχρεωστήτως καταβληθείσας λόγω λάθους των εθνικών αρχών.
Νομικό πλαίσιο
Κανονισμός 2988/95
3. Ο κανονισμός 2988/95 τέθηκε σε ισχύ στις 26 Δεκεμβρίου 1995 (3). Θεσπίζει έναν αριθμό γενικών κανόνων σχετικών με τους ελέγχους καθώς και τα διοικητικά μέτρα και τις διοικητικές κυρώσεις που εφαρμόζονται στις παρατυπίες που διαπράττονται όσον αφορά τις πληρωμές προς τους δικαιούχους στο πλαίσιο των κοινοτικών πολιτικών. Ειδικότερα, θεσπίζει προθεσμία παραγραφής των αξιώσεων που πηγάζουν από μη δικαιολογημένη καταβολή επιστροφών κατά την εξαγωγή.
4. Πριν από τη θέσπιση του κανονισμού 2988/95 δεν υπήρχαν κοινοί κανόνες προβλέποντες προθεσμίες παραγραφής για τη διερεύνηση ή τη διαπίστωση των παρατυπιών και την επιβολή μέτρων ανάκτησης συνεπεία αυτών των παρατυπιών.
5. Η τρίτη και η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού είναι ιδιαιτέρως σημαντικές. Η τρίτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι οι διαδικασίες της αποκεντρωμένης διαχείρισης και των συστημάτων ελέγχου αποτελούν αντικείμενο διάφορων λεπτομερών διατάξεων αναλόγως των κοινοτικών πολιτικών, αλλά ότι επιβάλλεται σε όλους τους τομείς η καταπολέμηση των πράξεων που ζημιώνουν τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι η αποτελεσματική καταπολέμηση της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων απαιτεί την καθιέρωση ενός κοινού νομικού πλαισίου σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τις κοινοτικές πολιτικές.
6. Ο κανονισμός θεσπίζει, περαιτέρω, μια γενική ρύθμιση όσον αφορά τους ελέγχους και τα διοικητικά μέτρα και κυρώσεις που εφαρμόζονται στις παρατυπίες από πλευράς κοινοτικού δικαίου.
7. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεσπίζονται γενικοί κανόνες σχετικά με ομοιογενείς ελέγχους, καθώς και με διοικητικά μέτρα και κυρώσεις για τις παρατυπίες βάσει του κοινοτικού δικαίου.»
8. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζει την έννοια της παρατυπίας ως εξής:
«[…] παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων ή προϋπολογισμός διαχειριζόμενος από τις Κοινότητες, είτε με τη μείωση ή ματαίωση εσόδων που προέρχονται από ίδιους πόρους που εισπράττονται απευθείας για λογαριασμό της Κοινότητας, είτε με αδικαιολόγητη δαπάνη».
9. Οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 3 του κανονισμού έχουν ως ακολούθως:
«1. Η προθεσμία παραγραφής της δίωξης είναι τετραετής από τη διάπραξη της παρατυπίας που ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1. Ωστόσο, οι τομεακοί κανόνες μπορούν να προβλέπουν μικρότερη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών ετών.
[…]
3. Τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια εφαρμογής προθεσμίας μεγαλύτερης από την προβλεπόμενη στις παραγράφους 1 και 2 αντιστοίχως.»
Οι κανονισμοί 3665/87 και 800/1999
10. Ο κανονισμός 800/1999 (4) ήταν ο πρώτος κανονισμός που καθιέρωσε ειδικές προθεσμίες παραγραφής για την αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών κατά την εξαγωγή. Ωστόσο, το άρθρο 54 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«[Ο κανονισμός 3665/87 (5)] εξακολουθεί να εφαρμόζεται:
– για τις εξαγωγές για τις οποίες έχουν γίνει αποδεκτές διασαφήσεις εξαγωγής πριν την έναρξη εφαρμογής του [κανονισμού 800/1999]
[…]».
11. Το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87, που αφορά την αναζήτηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή (και βάσει του οποίου έχει κινηθεί η επίδικη διαδικασία αναζήτησης), δεν αναφέρει καμία προθεσμία παραγραφής.
Οι διατάξεις του εθνικού δικαίου
12. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν υπήρχαν στο γερμανικό δίκαιο ειδικές διατάξεις θεσπίζουσες προθεσμία παραγραφής για την αναζήτηση πλεονεκτημάτων παρανόμως χορηγηθέντων από τις διοικητικές αρχές.
13. Φαίνεται ότι οι διοικητικές αρχές και τα γερμανικά δικαστήρια εφάρμοζαν συναφώς, κατ’ αναλογία, την προθεσμία παραγραφής του άρθρου 195 του Bürgerliches Gesetzbuch (γερμανικού αστικού κώδικα, στο εξής: BGB) στις διοικητικές διαδικασίες αναζήτησης των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών κατά την εξαγωγή (6).
14. Το άρθρο 195 του BGB προέβλεπε ότι η προθεσμία παραγραφής αξιώσεων βάσει του γερμανικού αστικού δικαίου είναι τριακονταετής. Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2002. Η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό προθεσμία παραγραφής του αστικού δικαίου μειώθηκε στα τρία έτη, έκτοτε δε παραμένει αμετάβλητη.
Τα πραγματικά περιστατικά
15. Το 1995, η LAGRA Import Export GmbH (στο εξής: LAGRA) ζήτησε επιστροφές κατά την εξαγωγή για 31 βοοειδή, συνολικού βάρους 21 413 kg, τα οποία επρόκειτο να εξαγάγει προς την Τουρκία. Το Hauptzollamt (κεντρικό τελωνείο) ενέκρινε την αίτηση χορήγησης επιστροφών κατά την εξαγωγή για το σύνολο των 31 ζώων.
16. Ωστόσο, ένα από τα ζώα αυτά πέθανε στην Τεργέστη, κατά τη μεταφορά του προς την Τουρκία. Η LAGRA ενημέρωσε το Hauptzollamt για τον θάνατο του ζώου και ζήτησε να τροποποιηθεί αναλόγως η αίτησή της για την καταβολή επιστροφών, ως αφορώσα πλέον όχι 31 αλλά 30 βοοειδή (ήτοι όχι για 21 413 kg αλλά για 20 715 kg). Το Hauptzollamt φαίνεται ότι δεν έλαβε υπόψη του το αίτημα αυτό. Στις 19 Απριλίου 1996 χορήγησε επιστροφή κατά την εξαγωγή και για τα 31 βοοειδή (7).
17. Στις 5 Αυγούστου 1999, το Hauptzollamt εξέδωσε διορθωτική απόφαση και ζήτησε την απόδοση του ποσού που είχε χορηγηθεί για το νεκρό ζώο (8).
18. Τον Ιούλιο του 2000, κινήθηκε κατά της LAGRA διαδικασία πτώχευσης. Φαίνεται ότι περιουσία της εκχωρήθηκε στην τράπεζα Bayerischen Hypotheken- und Wechselbank AG. Η Bayerische Hypotheken- und Vereinsbank AG (στο εξής: Bayerische) έχει διαδεχθεί την Bayerischen Hypotheken- und Wechselbank AG σε όλα τα δικαιώματά της.
19. Κατά τον χρόνο που η LAGRA κατέστη αφερέγγυα δεν είχε αποδώσει την επιστροφή κατά την εξαγωγή για το νεκρό ζώο. Στις 28 Αυγούστου 2000, το Hauptzollamt εξέδωσε απόφαση για την αναζήτηση του εν λόγω ποσού κατά του εκδοχέα των περιουσιακών στοιχείων της LAGRA. Διαπιστώνοντας ότι ο αρχικός εκδοχέας δεν είχε πλέον ανεξάρτητη νομική υπόσταση, το Hauptzollamt ανακάλεσε την απόφασή του. Στις 12 Δεκεμβρίου 2001, το Hauptzollamt εξέδωσε ένταλμα πληρωμής απευθυνόμενο στη Bayerische (9).
20. Η Bayerische προσέβαλε το ένταλμα πληρωμής ενώπιον του Finanzgericht, το οποίο έκρινε ότι το δικαίωμα του Hauptzollamt προς ανάκτηση της επιστροφής είχε αποσβεσθεί, καθόσον είχε παρέλθει η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95.
21. Το Hauptzollamt άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 εφαρμογή στην ανάκτηση της επιστροφής κατά την εξαγωγή που καταβλήθηκε αχρεωστήτως σε εξαγωγέα, έστω και αν αυτός δεν διέπραξε καμία παρατυπία;
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα αυτό:
2. Πρέπει η προμνησθείσα διάταξη να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία στην απαίτηση απόδοσης τέτοιων οφελών έναντι εκείνου προς τον οποίο ο εξαγωγέας εκχώρησε τον δικαίωμά του επί της επιστροφής κατά την εξαγωγή;»
22. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλε μόνον η Επιτροπή. Δεδομένου ότι δεν ζητήθηκε η διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, δεν πραγματοποιήθηκε επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
23. Με τις προτάσεις μου στις υποθέσεις Vosding κ.λπ. υποστήριξα ότι η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 ισχύει και για τις διαδικασίες στις οποίες η παρατυπία διαπράχθηκε ή έπαυσε πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω κανονισμού. Αυτή η προθεσμία παραγραφής εφαρμόζεται τόσο στις χρηματικές κυρώσεις όσο και στα διοικητικά μέτρα όπως η αναζήτηση επιστροφής κατά την εξαγωγή χορηγηθείσας κατόπιν παρατυπίας.
24. Υποστήριξα επίσης ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, ένα κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει μεγαλύτερη προθεσμία παραγραφής η οποία ήδη προβλεπόταν από το εθνικό του δίκαιο πριν από τη θέσπιση του εν λόγω κανονισμού. Ανέφερα, ωστόσο, ότι τέτοια μεγαλύτερη προθεσμία παραγραφής δεν μπορεί να εφαρμοστεί αν δεν προβλέπεται ήδη σε γενική διάταξη του αστικού δικαίου του συγκεκριμένου κράτους μέλους, προβλέπουσα προθεσμία παραγραφής για όλες τις κατηγορίες αξιώσεων που δεν υπόκειται σε ειδικές διαφορετικές ρυθμίσεις.
25. Κατέληξα, συνεπώς, ότι το άρθρο 195 του BGB, εφαρμοζόμενο απλώς κατ’ αναλογία στις διοικητικές διαδικασίες ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων, δεν αποτελούσε διάταξη επαρκώς ειδική ώστε να εμπίπτει στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2988/95.
26. Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο θα εξετάσω τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην υπό κρίση υπόθεση. Αν το Δικαστήριο δεν ενστερνιστεί κάποιο από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα στις υποθέσεις Vosding κ.λπ., θα πρέπει αναγκαστικά να κρίνει ότι στο πρώτο ερώτημα του Bundesfinanzhof πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Συνεπώς, δεν θα απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα.
Το πρώτο ερώτημα
27. Το άρθρο 11 του κανονισμού 3665/87, που αφορά την αναζήτηση επιστροφών κατά την εξαγωγή, δεν καθορίζει προθεσμία παραγραφής. Το άρθρο 54 του κανονισμού 800/99 προβλέπει μεν ότι ο κανονισμός 3665/87 εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις ένδικες διαδικασίες αυτού του είδους, καμία όμως διάταξη δεν διευκρινίζει το ζήτημα της εφαρμοστέας προθεσμίας παραγραφής. Συνεπώς, το ζήτημα της προθεσμίας παραγραφής που εφαρμόζεται σε ένδικη διαδικασία αναζήτησης επιστροφής κατά την εξαγωγή χορηγηθείσας βάσει διασάφησης εξαγωγής που είχε γίνει δεκτή πριν από τις 24 Απριλίου 1999 (10) πρέπει να επιλυθεί είτε βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95 είτε βάσει του εθνικού δικαίου.
28. Το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά το κατά πόσον η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95 έχει εφαρμογή σε διαδικασία ανάκτησης της αχρεωστήτως καταβληθείσας σε εξαγωγέα επιστροφής κατά την εξαγωγή, έστω και αν ο εξαγωγέας αυτός δεν έχει διαπράξει καμία παρατυπία.
29. Κατά τη γνώμη μου, στο ερώτημα αυτό προσήκει λογικά αρνητική απάντηση.
30. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95 έχει εφαρμογή στις «παρατυπίες», όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2. Ωστόσο, όταν δεν υπάρχει παρατυπία, το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής.
31. Παρατυπία κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού συνιστά «κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα […]». Σύμφωνα με το γράμμα του, ο ορισμός αυτός δεν αναφέρεται σε πράξη ή παράλειψη της εθνικής αρχής που είναι αρμόδια για τη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή.
32. Η ύπαρξη «παρατυπίας» είναι ουσιώδης για τον καθορισμό της προθεσμίας παραγραφής, όπως καταδεικνύεται από την εκ μέρους του νομοθέτη επιλογή του χρονικού σημείου από το οποίο αρχίζει να τρέχει η προθεσμία. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού ορίζει ότι η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει από τη διάπραξη της παρατυπίας. Ελλείψει παρατυπίας, το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας παραγραφής δεν μπορεί να καθοριστεί.
33. Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι η καταβολή του επιπλέον ποσού της επιστροφής κατά την εξαγωγή οφείλεται αποκλειστικά σε λάθος του Hauptzollamt. Ο εξαγωγέας, η εταιρία LAGRA, ενημέρωσε δεόντως το Haupzollamt ότι το τριακοστό πρώτο ζώο είχε πεθάνει. Παρά ταύτα, το Hauptzollamt χορήγησε και κατέβαλε επιστροφή κατά την εξαγωγή για 31 και όχι για 30 ζώα. Για να είμαι σαφής, αναφέρω ότι η καταβολή του εν λόγω επιπλέον ποσού οφειλόταν σε λάθος του Hauptzollamt και σε τίποτε άλλο. Οποιοσδήποτε διαφορετικός συλλογισμός θα συνιστούσε στρέβλωση της έννοιας του άρθρου 1, παράγραφος 2 (11) και της φυσιολογικής ανάλυσης της αιτιώδους συνάφειας.
34. Η διάταξη περί παραπομπής βασίζεται στη ιδέα ότι, συνεπώς, δεν σημειώθηκε καμία παρατυπία δυνάμενη να καταλογιστεί στον οικονομικό φορέα.
35. Εξ όσων μπορούν να συναχθούν από τη δικογραφία, είναι ακριβές ότι η LAGRA δεν προέβη σε καμία θετική ενέργεια προς παγίωση του λάθους του Hauptzollamt. Πιο ενδιαφέρον είναι το ζήτημα κατά πόσον υπάρχει κάποια «παράλειψη» καταλογιστέα στη LAGRA που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προξένησε την παρατυπία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, όταν πραγματοποιήθηκε η καταβολή της επιστροφής, η LAGRA όφειλε να ελέγξει το καταβληθέν ποσό, να αντιληφθεί ότι αφορούσε 31 και όχι 30 ζώα και να θίξει εκ νέου το ζήτημα στο Hauptzollamt (12). Αποτελεί η αδράνεια αυτή «παράλειψη»; Είναι βέβαιο ότι «[είχε ως] αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων» (13).
36. Καίτοι το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί λαμβάνοντας ως βάση τη διάταξη περί παραπομπής, νομίζω ότι το εθνικό δικαστήριο θα μπορούσε θεμιτώς να επανεξετάσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και να καταλήξει –βάσει των όσων μόλις επισήμανα– ότι η LAGRA διέπραξε παρατυπία διά παραλείψεως, αμελώντας να ελέγξει αν το ποσό της επιστροφής κατά την εξαγωγή που της είχε καταβληθεί ήταν σωστό.
37. Δεν νομίζω ότι μπορεί να λεχθεί ότι η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95 μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία σε κατάσταση στην οποία η γενεσιουργός αιτία της παρατυπίας συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη των εθνικών αρχών. Στη διατύπωση του κειμένου είναι απολύτως αδύνατο να βρεθούν λέξεις που θα δικαιολογούσαν μια τέτοια ανάγνωση. Δεν νομίζω ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να αναδιατυπώσει τον ορισμό της «παρατυπίας» τον οποίο περιέχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, ώστε να περιλαμβάνει και τις πράξεις ή παραλείψεις των εθνικών αρχών.
38. Καταλήγω, συνεπώς, ότι η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής όταν ο εξαγωγέας δεν έχει διαπράξει παρατυπία.
39. Αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95 δεν έχει εφαρμογή, ισχύει η προθεσμία παραγραφής που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου. Πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2988/95, τα γερμανικά δικαστήρια εφάρμοζαν κατ’ αναλογία την προθεσμία παραγραφής του άρθρου 195 του BGB –την εποχή εκείνη, τριακονταετή προθεσμία παραγραφής. Θα ήταν λογικό να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο την ίδια αυτή προθεσμία παραγραφής του κοινού δικαίου σε μια κατάσταση που δεν εμπίπτει στον τομέα εφαρμογής του κανονισμού. Σημαίνει άραγε αυτό ότι ένας εξαγωγέας που δεν έχει διαπράξει παρατυπία θα μπορούσε νομίμως να υπαχθεί σε τριακονταετή προθεσμία παραγραφής, όταν οι εξαγωγείς που έχουν διαπράξει παρατυπίες μπορούν να επωφεληθούν από την τετραετή προθεσμία παραγραφής του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95; Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο δεν είναι αναγκασμένο να καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα. Και ούτε θα έπρεπε να το πράξει.
40. Με τις προτάσεις μου στις υποθέσεις Vosding κ.λπ., υποστήριξα (απαντώντας στο τρίτο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο) ότι το άρθρο 195 του BGB δεν ήταν επαρκώς ειδικό ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2988/95, αλλά ότι –αν όντως ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής– το εθνικό δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αν η διάρκεια της προθεσμίας παραγραφής που θεσπίζει η διάταξη αυτή είναι σύμφωνη με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
41. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά επιστροφή κατά την εξαγωγή την οποία οι εθνικές αρχές κατέβαλαν κατά λάθος σε εξαγωγέα βάσει του κοινοτικού δικαίου (14). Η καταβολή επιπλέον ποσού είχε αρνητική συνέπεια για τον γενικό προϋπολογισμό των Κοινοτήτων. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι αυτή η αδικαιολόγητη καταβολή και η διαδικασία που κινήθηκε για την ανάκτησή του εμπίπτουν στο κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, ακόμα και αν η εφαρμοστέα προθεσμία παραγραφής είναι εκείνη του εθνικού δικαίου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να βεβαιωθεί ότι η εν λόγω προθεσμία τηρεί τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
42. Η τριακονταετής προθεσμία παραγραφής του άρθρου 195 του BGB η οποία εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις διοικητικές διαδικασίες αναζήτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών είναι, κατά τη γνώμη μου, προδήλως δυσανάλογη σε σχέση προς την τετραετή προθεσμία παραγραφής του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95.
43. Οι περί παραγραφής διατάξεις του εθνικού δικαίου υποτίθεται ότι έχουν εφαρμογή στις διαδικασίες ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών κατά την εξαγωγή στην περίπτωση που ο εξαγωγέας δεν διέπραξε καμία παρατυπία. Στην περίπτωση αυτή, νομίζω ότι μια προθεσμία παραγραφής ανταποκρινόμενη στην απαίτηση της αναλογικότητας θα έπρεπε, αναγκαστικά, να μην υπερβαίνει την προθεσμία παραγραφής που θεσπίζει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2899/95 για τις περιπτώσεις όπου ο εξαγωγέας διέπραξε όντως παρατυπία.
Το δεύτερο ερώτημα
44. Εφόσον στο πρώτο ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση, δεν τίθεται το δεύτερο ερώτημα.
Πρόταση
45. Προτείνω, συνεπώς, να δοθεί στο πρώτο ερώτημα του Bundesfinanzhof η ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην ανάκτηση επιστροφής κατά την εξαγωγή η οποία καταβλήθηκε αχρεωστήτως σε εξαγωγέα, όταν ο τελευταίος δεν έχει διαπράξει παρατυπία. Εφόσον η υποχρέωση απόδοσης του ποσού της αχρεωστήτως καταβληθείσας επιστροφής κατά την εξαγωγή επιβάλλεται από το κοινοτικό δίκαιο, το εθνικό δικαστήριο που εφαρμόζει προθεσμία παραγραφής προβλεπόμενη από το εθνικό του δίκαιο οφείλει, πάντως, να εξετάσει κατά πόσον αυτή η προθεσμία παραγραφής είναι σύμφωνη με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και, ειδικότερα, με την αρχή της αναλογικότητας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 312, σ. 1.
3 – Από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει σαφώς αν η εξαγωγή ζώων για την οποία υποβλήθηκε η αίτηση επιστροφής κατά την εξαγωγή πραγματοποιήθηκε πριν ή μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2988/95. Η εκ λάθους καταβολή της στον εξαγωγέα πραγματοποιήθηκε μετά την ημερομηνία αυτή. Με τις προτάσεις μου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-278/07 έως C-280/07, Josef Vosding κ.λπ. (σημεία 23 έως 41), εξήγησα τον λόγο για τον οποίο, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95 αποτελεί διαδικαστικό κανόνα ο οποίος μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά σε καταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.
4 – Κανονισμός (ΕΚ) 800/99 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 102, σ. 11).
5 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1).
6 – Βλ. προτάσεις μου στη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 3 υπόθεση Vosding κ.λπ., σημείο 14.
7 – Από τη δικογραφία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου προκύπτει ότι το Hauptzollamt έλαβε την απόφαση αυτή παρά το γεγονός ότι στην από 19 Απριλίου 1996 απόφασή του αναφέρεται ρητώς στην από 17 Ιανουαρίου 1996 επιστολή της LAGRA. Μπορεί, ωστόσο, να συναχθεί από την εν λόγω απόφαση ότι καταβλήθηκε υπερβολική επιστροφή καθόσον το βάρος των ζώων που αναφέρεται (ως «Warenmenge») είναι το (αρχικό) βάρος των 21 413 kg και όχι 20 715 kg.
8 – 1 137,58 DEM (περίπου 582 ευρώ).
9 – Η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει ότι δεν αποδεικνύεται ότι το ένταλμα πληρωμής κοινοποιήθηκε στην Bayerische πριν από τον Μάιο του 2004.
10 – Βλ. ανωτέρω σημεία 10 και 11.
11 – Τα ρήματα που χρησιμοποιούνται στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού 2988/95 ποικίλλουν από «resulting from», «résultant de», «als Folge» αντιστοίχως στο αγγλικό, γαλλικό και γερμανικό κείμενο, και «derivante da» στο ιταλικό κείμενο, έως τις περισσότερο ουδέτερες διατυπώσεις «correspondiente a» και «bestaat in» αντιστοίχως στο ισπανικό και το ολλανδικό κείμενο. Εν πάση περιπτώσει, όλες οι γλωσσικές αυτές αποδόσεις ενισχύουν την άποψή μου ότι, για να υπάρχει «παρατυπία», δεν πρέπει η παράβαση του κοινοτικού δικαίου να έχει διαπραχθεί πριν από την πράξη ή την παράλειψη του εμπλεκομένου οικονομικού φορέα.
12 – Είναι λογικό να υποτεθεί ότι ένας εξαγωγέας ελέγχει ότι δεν του καταβλήθηκε μικρότερο ποσό από αυτό που δικαιούται. Ομοίως, μπορεί θεμιτώς να θεωρηθεί ότι υποχρεούται να ελέγχει μήπως εισέπραξε υπερβολικό ποσό. Αναμφιβόλως υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες είναι πραγματικά αδύνατο για τον εξαγωγέα να διαπιστώσει ότι εισέπραξε ποσό επιπλέον του κανονικού. Εν προκειμένω, δεν φαίνεται να συντρέχει τέτοια περίπτωση.
13 – Άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95
14 – Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, το δικαίωμα του εξαγωγέα επί επιστροφής κατά την εξαγωγή για τα βοοειδή προβλεπόταν από τον κανονισμό 3665/87, ο οποίος παρέπεμπε στον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72). Η αίτηση επιστροφής κατά την εξαγωγή υποβλήθηκε δεόντως, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εντύπου Τ5, που προβλέπονται από τα άρθρα 471 έως 495 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy