ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 23ης Φεβρουαρίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑290/07 P
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Scott SA
«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Ενίσχυση χορηγηθείσα στη Scott Paper εκ μέρους των γαλλικών αρχών – Προνομιακή τιμή οικοπέδου και προνομιακός συντελεστής του τέλους εξυγιάνσεως για τη λειτουργία εγκαταστάσεως παραγωγής χάρτου οικιακής χρήσεως»
I – Εισαγωγή
1. Δεν είναι η πρώτη φορά κατά την οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της κρατικής ενισχύσεως που η Γαλλία κατηγορείται ότι χορήγησε στην εταιρία Scott, παραγωγό χάρτου οικιακής χρήσεως. Δεν είναι η πρώτη φορά όπως δεν θα είναι ούτε η τελευταία. Ανεξαρτήτως της εκβάσεως της υπό κρίση υποθέσεως, για το ίδιο ζήτημα εκκρεμούν άλλες δύο τουλάχιστον υποθέσεις. Για αυτές θα γίνει λόγος κατωτέρω.
2. Τα πραγματικά περιστατικά είναι πλέον γνωστά στο Δικαστήριο και ανάγονται στο 1987. Το έτος εκείνο οι γαλλικές αρχές μεταβίβασαν στη Scott, εταιρία ιδιωτικού δικαίου, οικόπεδο σε τιμή την οποία η Επιτροπή έκρινε χαμηλότερη της ισχύουσας στην αγορά. Το εν λόγω οικόπεδο χρησιμοποιήθηκε για τη λειτουργία εγκαταστάσεων παραγωγής χάρτου. Το 1996 η Scott εξαγοράσθηκε από την εταιρία Kimberly-Clark Corp., η οποία το 1998, αφού ανέστειλε τη λειτουργία των εν λόγω εγκαταστάσεων, τις μεταβίβασε ομού με το υποκείμενο οικόπεδο σε άλλη εταιρία, την Procter & Gamble.
3. Εν συνεχεία, και σε σχέση με τα ανωτέρω γεγονότα, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2002/14/ΕΚ, της 12ης Ιουλίου 2000, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Γαλλία υπέρ του ομίλου Scott Paper SA/Kimberly-Clark (2) (στο εξής: επίδικη απόφαση).
4. Με την επίδικη απόφαση γίνονται δεκτά τα ακόλουθα:
«Άρθρο 1
Η κρατική ενίσχυση, υπό μορφή προνομιακής τιμής ενός οικοπέδου και προνομιακού συντελεστή του τέλους εξυγίανσης, που χορήγησε η Γαλλία υπέρ της Scott, η οποία ανέρχεται σε ποσό 39,58 εκατ. FRF (6,03 εκατ. ευρώ) ή, σε τρέχουσα αξία, σε 80,77 εκατ. FRF (12,3 εκατ. ευρώ), όσον αφορά την προνομιακή τιμή του οικοπέδου, και σε ποσό που πρέπει να καθορίσουν οι γαλλικές αρχές όσον αφορά το δεύτερο πλεονέκτημα, σύμφωνα με τη μέθοδο υπολογισμού που όρισε η Επιτροπή, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
Άρθρο 2
1. Η Γαλλία θα λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να ανακτήσει από τον δικαιούχο την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1, η οποία ήδη χορηγήθηκε παράνομα.
2. Η ανάκτηση θα πραγματοποιηθεί χωρίς καθυστέρηση σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της παρούσας απόφασης. Η προς ανάκτηση ενίσχυση αποφέρει τόκους από την ημερομηνία χορήγησής της ως τη στιγμή της ανάκτησής της. Οι τόκοι υπολογίζονται βάσει του επιτοκίου αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ισοδύναμου επιχορήγησης των περιφερειακών ενισχύσεων.
Άρθρο 3
Η Γαλλία θα ανακοινώσει στην Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί προς αυτήν.
Άρθρο 4
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία».
5. Η επίδικη απόφαση αποτέλεσε αντικείμενο δύο παράλληλων προσφυγών ενώπιον του Πρωτοδικείου. Με την απόφαση επί της πρώτης προσφυγής, η οποία ασκήθηκε από το Département du Loiret (περιφέρεια στην οποία κείται το οικόπεδο που αφορά η επίδικη απόφαση) και καταχωρίσθηκε στο πρωτόκολλο του Πρωτοδικείου υπό τον αριθμό T‑369/00, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την επίδικη απόφαση «στο μέτρο που αφορά την ενίσχυση που χορηγήθηκε υπό τη μορφή προνομιακής τιμής ενός οικοπέδου κατά την έννοια του άρθρου 1 της απόφασης» (3). Ειδικότερα, με την εν λόγω απόφαση του Πρωτοδικείου ακυρώθηκε εν όλω η επίδικη απόφαση (καθόσον αφορά την προνομιακή τιμή του οικοπέδου) λόγω εσφαλμένου υπολογισμού, εκ μέρους της Επιτροπής, των τόκων που έπρεπε να καταβληθούν στο πλαίσιο της ανωτέρω ενισχύσεως. Κατά της εν λόγω αποφάσεως η Επιτροπή άσκησε αναίρεση και το Δικαστήριο, μολονότι επισφράγισε την ορθότητα των θέσεων του Πρωτοδικείου επί των υπολογισμών των τόκων, αποφάνθηκε ότι ο σχετικός με τον παράνομο χαρακτήρα της προσβαλλόμενης πράξεως λόγος δεν μπορούσε να οδηγήσει σε εν όλω ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, αλλά μόνο σε ακύρωση του συγκεκριμένου τμήματος που αφορά τους τόκους. Ως εκ τούτου, η πρωτόδικη απόφαση αναιρέθηκε και η υπόθεση αναπέμφθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, όπου εκκρεμεί εκ νέου (4).
6. Η δεύτερη προσφυγή κατά της επίδικης αποφάσεως, την οποία αφορά η υπό κρίση υπόθεση, ασκήθηκε από τη Scott Paper SA (στο εξής: Scott), αποδέκτη των μέτρων που η Επιτροπή χαρακτήρισε ως ενισχύσεις. Επί της εν λόγω προσφυγής, η οποία καταχωρίσθηκε στο πρωτόκολλο του Πρωτοδικείου υπό τον αριθμό T‑366/00, εκδόθηκε απόφαση που δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα με την απόφαση T‑369/00, ήτοι την 29η Μαρτίου 2007, και η οποία ακυρώνει μόνο το άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως «στον βαθμό που αφορά την ενίσχυση που χορηγήθηκε υπό τη μορφή προνομιακής τιμής του οικοπέδου που αναφέρεται στο άρθρο της 1».
7. Για λόγους πληρότητας πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ότι η διαφορά της υπό κρίση υποθέσεως αποτέλεσε και αποτελεί αντικείμενο και άλλων υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταρχάς, με την απόφαση C‑276/03 P (5), το Δικαστήριο επικύρωσε το σκεπτικό του Πρωτοδικείου, το οποίο, με δύο παρεμπίπτουσες αποφάσεις, είχε απορρίψει τις ενστάσεις παραγραφής (6). Δεύτερον, με απόφαση που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2006, η Γαλλία καταδικάσθηκε λόγω μη ανακτήσεως της ενισχύσεως εντός της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας (7). Τέλος, εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Δικαστηρίου η υπόθεση C‑210/09, η οποία αφορά προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από το Cour administrative d’appel de Nantes στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακτήσεως της εν λόγω ενισχύσεως εκ μέρους των εθνικών αρχών.
II – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
8. Προς στήριξη της προσφυγής της στο πλαίσιο της υποθέσεως Τ‑366/00, η Scott είχε προβάλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους, αντιστοίχως, από προσβολή των δικονομικών δικαιωμάτων της, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, παραβίαση της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και εσφαλμένη εκτίμηση του ύψους της ενισχύσεως (8).
9. Το Πρωτοδικείο εξέτασε καταρχάς την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή ως προς ορισμένα έγγραφα που η Scott είχε επισυνάψει στο δικόγραφο της προσφυγής της: κατά την Επιτροπή, η επισύναψη των εν λόγω εγγράφων στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούσε να θεωρηθεί παραδεκτή, καθόσον τα εν λόγω έγγραφα δεν περιλαμβάνονταν στον φάκελο της υποθέσεως που είχε καταρτισθεί στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.
10. Συναφώς, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, στην πραγματικότητα, το πρόβλημα δεν έγκειτο στη δυνατότητα ή μη επισυνάψεως των εν λόγω εγγράφων στο δικόγραφο της προσφυγής, αλλά στη δυνατότητα ή μη χρησιμοποιήσεώς τους κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως. Αφού απέκλεισε τη δυνατότητα αυτή για τρία εκ των τεσσάρων συνημμένων εγγράφων, το Πρωτοδικείο εξέτασε λεπτομερέστερα έγγραφο το οποίο είχε απευθύνει στην Επιτροπή ο δικηγόρος της Scott στις 24 Δεκεμβρίου 1999. Η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της το εν λόγω έγγραφο για τον λόγο ότι αυτό προερχόταν από τρίτο πρόσωπο και είχε κατατεθεί μετά την εκπνοή της προθεσμίας που είχε ταχθεί συναφώς με την απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας.
11. Εξετάζοντας το έγγραφο αυτό το Πρωτοδικείο ανέπτυξε σειρά συλλογισμών με επίκεντρο τον ρόλο του αποδέκτη της ενισχύσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Για τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη συναφώς το Πρωτοδικείο θα γίνει, ωστόσο, λόγος κατωτέρω, καθόσον κατ’ αυτών στρέφονται πολλοί από τους λόγους αναιρέσεως τους οποίους προβάλλει η Επιτροπή και οι οποίοι θα εξετασθούν στη συνέχεια των προτάσεων. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται απλώς η επισήμανση ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να αρνηθεί να συμπεριλάβει το εν λόγω έγγραφο στον φάκελο της διοικητικής διαδικασίας. Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου ελήφθη, ως εκ τούτου, υπόψη από το Πρωτοδικείο κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως.
12. Το συμπέρασμα που συνήγαγε το Πρωτοδικείο από την εξέταση του εν λόγω εγγράφου αλλά και η βάση επί της οποίας αυτό ερείδεται δεν είναι, εντούτοις, σαφή. Καταρχάς, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι η Scott προέβαλε τη μη συνεκτίμηση του εγγράφου της ως λόγο ακυρώσεως (9). Δεύτερον, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την επίδικη απόφαση βάσει θεωρήσεων που δεν σχετίζονται με την ακολουθηθείσα διαδικασία, αλλά με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής. Επιπροσθέτως, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η επίκληση στοιχείων και οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνονταν στο έγγραφο της Scott το οποίο η Επιτροπή αρνήθηκε να λάβει υπόψη περιελήφθησαν εκ νέου σε έγγραφο που απηύθυνε στην Επιτροπή η Γαλλική Κυβέρνηση στις 21 Φεβρουαρίου 2000 και, συνεπώς, προσετέθησαν, ούτως ή άλλως, στον φάκελο της διοικητικής διαδικασίας (10).
13. Από τη μελέτη της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά το Πρωτοδικείο, εφόσον η Επιτροπή όφειλε να δεχθεί το από 24 Δεκεμβρίου 1999 έγγραφο της Scott, το περιεχόμενό του μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως. Αφετέρου, όπως επισημάνθηκε με το προηγούμενο σημείο των προτάσεων, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι, κατ’ ουσίαν, τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται με το εν λόγω έγγραφο περιελήφθησαν στον φάκελο καθόσον, εν συνεχεία, επανελήφθησαν από τη Γαλλία. Ομολογώ ότι, κατά την άποψή μου, η συλλογιστική αυτή παρουσιάζει ορισμένα προβλήματα. Η πραγμάτευση αυτών θα γίνει λεπτομερέστερα κατωτέρω, κατά την εξέταση των λόγων αναιρέσεως που σχετίζονται με τον ρόλο που πρέπει να αναγνωρίζεται στον αποδέκτη των ενισχύσεων.
14. Αφού δέχθηκε ως σημείο αφετηρίας την εν λόγω θέση, το Πρωτοδικείο προέβη απευθείας στην εξέταση του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά την εσφαλμένη εκτίμηση του ύψους της ενισχύσεως εκ μέρους της Επιτροπής.
15. Συναφώς, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη καθώς, κατά τον προσδιορισμό της αξίας του μεταβιβασθέντος στην Scott οικοπέδου, βασίσθηκε στις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν οι δημόσιες αρχές για την κτήση και διαμόρφωση του οικοπέδου. Όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο, η αναγωγή του εν λόγω κόστους σε κριτήριο δεν αποτελεί την πλέον αξιόπιστη μέθοδο για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου (11). Αφετέρου, ακόμη και αν γίνει δεκτή η δυνατότητα εφαρμογής αυτής της μεθόδου, η Επιτροπή υπέπεσε σε σειρά σφαλμάτων κατά τους υπολογισμούς της. Κατά το Πρωτοδικείο, ορισμένα εκ των σφαλμάτων αυτών ωφέλησαν, εν τέλει, τη Scott, συνεπαγόμενα κόστος χαμηλότερο του πραγματικού, ενώ άλλα είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα· η Επιτροπή δεν μελέτησε, εξάλλου, αρκούντως ενδελεχώς ορισμένα στοιχεία τα οποία θα καθιστούσαν δυνατό τον προσδιορισμό της αξίας του οικοπέδου κατά τρόπο αξιόπιστο. Συνεπώς, ο προσδιορισμός της αξίας του οικοπέδου που περιλαμβάνεται στην επίδικη απόφαση «είναι εσφαλμένος» (12).
16. Το Πρωτοδικείο επέκρινε, ακολούθως, την επιλογή της Επιτροπής να μη λάβει υπόψη, κατά τον προσδιορισμό, ορισμένες εκτιμήσεις της αξίας του οικοπέδου στις οποίες είχαν προβεί η γαλλική φορολογική αρχή, το τεχνικό γραφείο Galtier και ο ελεγκτής (Commissaire aux apports) που διόρισε το Tribunal de commerce de Nanterre, καθώς και την εκ μέρους της μη συνεκτίμηση ως ουσιώδους της τιμής πωλήσεως του οικοπέδου από τη Scott στην Procter & Gamble το 1998. Τα στοιχεία αυτά, τα οποία διαλαμβάνονται τόσο στο από 24 Φεβρουαρίου 1999 έγγραφο της Scott όσο και στο από 21 Φεβρουαρίου 2000 έγγραφο της Γαλλικής Κυβερνήσεως, μολονότι δεν αποδεικνύουν καθ’ εαυτά την εμφιλοχώρηση σφαλμάτων στην εκτίμηση της Επιτροπής, έπρεπε, κατά το Πρωτοδικείο, να ληφθούν στο σύνολό τους υπόψη εκ μέρους της, επί παραδείγματι με εντολή της προς τα μέρη για προσκόμιση του πλήρους κειμένου των εν λόγω εκτιμήσεων ή μέσω προσφυγής στις υπηρεσίες ανεξάρτητου πραγματογνώμονος (13).
17. Το Πρωτοδικείο έκρινε, τέλος, ότι η παράλειψη της Επιτροπής να χρησιμοποιήσει, προ της λήψεως αποφάσεως βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, την εξουσία που διέθετε να διατάξει το κράτος μέλος που δεν συνεργαζόταν να παράσχει ειδικά πληροφοριακά στοιχεία δεν είναι σύννομη (14). Η γενικώς διατυπωθείσα αίτηση προς τη Γαλλία να της παράσχει ««τις πληροφορίες, τα στοιχεία και τα δεδομένα που απαιτούνται προκειμένου να εξετάσει τη συμβατότητα» της ενισχύσεως με την κοινή αγορά είναι αόριστη και δεν πληροί τους όρους του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/99 (15).
18. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε, εν κατακλείδι, ότι, δεδομένης της «σημαντικής αβεβαιότητας» ως προς την αξία του μεταβιβασθέντος στη Scott οικοπέδου, η Επιτροπή δεν προέβη σε αρκούντως ενδελεχή εξέταση. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο ακύρωσε το άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως, καθόσον αφορά την ενίσχυση που χορηγήθηκε υπό τη μορφή προνομιακής τιμής του οικοπέδου (16).
III – Επί του περιεχομένου και της λογικής της αποφάσεως του Πρωτοδικείου
19. Το πρώτο πρόβλημα του οποίου η πραγμάτευση κρίνεται αναγκαία στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως δεν αφορά τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή, αλλά την εν γένει συνοχή της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
20. Συγκεκριμένα, όπως έχει ήδη επισημανθεί, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε ορισμένα σφάλματα κατά την εκτίμηση της αξίας του οικοπέδου το οποίο οι γαλλικές αρχές μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στη Scott: τα σφάλματα αυτά αφορούν, κατά συνέπεια, το ύψος της κρατικής ενισχύσεως. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο μια νέα εκτίμηση της αξίας του ακινήτου να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι δεν υφίσταται κρατική ενίσχυση: πράγματι, είναι προφανές ότι, αν η τιμή της πωλήσεως του οικοπέδου στη Scott ήταν ίση με την αγοραία αξία, δεν θα υφίστατο κρατική ενίσχυση.
21. Εντούτοις, και ενώ ανέπτυξε την ανωτέρω συλλογιστική περί της εκτιμήσεως της κρατικής ενισχύσεως, το Πρωτοδικείο ακύρωσε το άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως.
22. Το διατακτικό της επίδικης αποφάσεως παρατέθηκε ανωτέρω. Όπως διαπιστώνεται και όπως, εξάλλου, συμβαίνει κατά κανόνα σε αυτού του είδους τις αποφάσεις περί κρατικών ενισχύσεων, το άρθρο 2 της αποφάσεως επιβάλλει την ανάκτηση της ενισχύσεως και καθορίζει τους όρους υπό τις οποίους θα πραγματοποιηθεί αυτή. Η διαπίστωση περί του ασύμβατου με την κοινή αγορά χαρακτήρα της ενισχύσεως καθώς και ο προσδιορισμός του ύψους αυτής διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως, το οποίο, εντούτοις, δεν ακυρώθηκε.
23. Πρόκειται, συνεπώς, για απόφαση τουλάχιστον παράδοξη. Μολονότι το σκεπτικό της αποφάσεως θα έπρεπε λογικώς να οδηγήσει σε ακύρωση του άρθρου 1 της επίδικης αποφάσεως ή ακόμη και σε εν όλω ακύρωση αυτής, το Πρωτοδικείο ακύρωσε το άρθρο 2, με το οποίο διατάσσεται η ανάκτηση της ενισχύσεως.
24. Δεν είναι σαφής η αιτία αυτής της επιλογής (17), όπως δεν είναι σαφείς και οι συνέπειές της.
25. Όσον αφορά τους λόγους περιορισμού της ακυρώσεως αποκλειστικώς στο άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής ακυρώσεως, η Scott είχε ζητήσει πράγματι την ακύρωση μόνον του άρθρου 2 της επίδικης αποφάσεως (18). Συνεπώς, η λογική της αποφάσεως του Πρωτοδικείου μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: οι πλημμέλειες τις οποίες ενέχει η επίδικη απόφαση δικαιολογούν την εν όλω ακύρωσή της· εντούτοις, έχει ζητηθεί μόνον η ακύρωση του άρθρου 2˙ κατά συνέπεια, πρέπει να ακυρωθεί το άρθρο 2.
26. Εν προκειμένω, εντοπίζονται, ωστόσο, δύο προβλήματα.
27. Καταρχάς, από την εξέταση της ενώπιον του Πρωτοδικείου δικογραφίας προκύπτει ότι η ασκηθείσα από τη Scott προσφυγή ακυρώσεως αφορούσε την επίδικη απόφαση στο σύνολό της, και όχι αποκλειστικώς το άρθρο 2 αυτής. Η ίδια η Scott επιβεβαίωσε ότι με την αρχική της προσφυγή ζητούσε την ακύρωση της αποφάσεως στο σύνολό της. Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι, ικανοποιημένη προφανώς από το αποτέλεσμα, η Scott δεν προσέβαλε την απόφαση του Πρωτοδικείου (19). Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο έκανε δεκτά μόνον εν μέρει τα αρχικά αιτήματα της Scott δεν δημιουργεί καθ’ εαυτό κάποια δυσκολία, ενώ απέκειτο στη Scott να προσβάλει, ενδεχομένως, την πρωτόδικη απόφαση με ανταναίρεση.
28. Το δεύτερο πρόβλημα είναι, εντούτοις, σοβαρότερο και αφορά τις πρακτικές συνέπειες της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Όπως ήδη αναφέρθηκε, με την εν λόγω απόφαση ακυρώθηκε μόνον το άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως. Αντιθέτως, το άρθρο 1, με το οποίο διαπιστώνεται ο ασύμβατος με την κοινή αγορά χαρακτήρας της ενισχύσεως και προσδιορίζεται το ύψος αυτής διατηρήθηκε «ακέραιο», καθώς δεν εθίγη με το διατακτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Ως εκ τούτου, δεν καθίστανται σαφείς οι ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί η Επιτροπή προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Αφενός, αυτή θα έπρεπε, πράγματι, να διορθώσει το άρθρο 2, το οποίο ακυρώθηκε από το Πρωτοδικείο. Με ποιον τρόπο θα μπορούσε, ωστόσο, να το πράξει; Βάσει ποιων υποδείξεων; Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η απόφαση του Πρωτοδικείου θίγει μόνο το ζήτημα του ύψους της αξίας του οικοπέδου και, επομένως, ένα στοιχείο για το οποίο γίνεται λόγος με το άρθρο 1 και όχι με το άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως.
29. Ευρισκόμεθα, συνεπώς, προ αδιεξόδου. Από αμιγώς τυπικής απόψεως, θα αρκούσε προφανώς, για τη συμμόρφωση της Επιτροπής με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η εκ μέρους της λήψη νέας αποφάσεως, συνιστάμενης αποκλειστικώς σε νέα διαταγή περί ανακτήσεως προς τις γαλλικές αρχές. Το παράδοξο είναι, εντούτοις, ότι η διατύπωση του «νέου» άρθρου 2 θα μπορούσε να είναι όμοια με αυτήν της επίδικης αποφάσεως, καθόσον η απόφαση του Πρωτοδικείου, μολονότι ακυρώνει το άρθρο 2, δεν υποδεικνύει κάποια κατεύθυνση για την τροποποίησή του, Οι μόνες τροποποιήσεις που θα μπορούσαν να επέλθουν με το «νέο» άρθρο θα ήταν αυτές που επιβάλλονται από την έκβαση της παράλληλης υποθέσεως (T‑369/00 και, εν συνεχεία, C‑295/07 P), στο πλαίσιο της οποίας, όπως ήδη επισημάνθηκε, επικρίθηκε η μέθοδος την οποία εφάρμοσε η Επιτροπή για τον υπολογισμό των τόκων που οφείλονται λόγω της ανακτήσεως της ενισχύσεως.
30. Συνεπώς, ανακεφαλαιώνοντας, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως βάλλει κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου η οποία α) περιλαμβάνει σκεπτικό με το οποίο επικρίνεται τμήμα αποφάσεως της Επιτροπής· β) ακυρώνει, εντούτοις, τμήμα της αποφάσεως διαφορετικό εκείνου που επικρίνεται· γ) κατά συνέπεια, δεν δύναται να έχει πιθανώς κάποιο ουσιαστικό πρακτικό αποτέλεσμα· δ) δεν προσβλήθηκε, ωστόσο, για τον συγκεκριμένο λόγο.
31. Φρονώ ότι επιβάλλεται, στο σημείο αυτό, η εξέταση του ζητήματος αν μια τέτοια κατάσταση πρέπει να γίνει παθητικώς αποδεκτή, λαμβανομένου υπόψη ότι το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου καθορίζεται αυστηρώς από τις αιτιάσεις των διαδίκων ή εάν, αντιθέτως, το Δικαστήριο διαθέτει εργαλεία τα οποία καθιστούν δυνατή την αντιμετώπιση του προβλήματος. Πιο συγκεκριμένα, πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα αν το Δικαστήριο μπορεί να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του την πλημμελή αιτιολογία αποφάσεως του Πρωτοδικείου της οποίας το διατακτικό είναι ανακόλουθο προς το σκεπτικό.
32. Εξ όσων γνωρίζω δεν υφίστανται νομολογιακά προηγούμενα τα οποία να έχουν αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο πρόβλημα. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι το ζήτημα του αυτεπάγγελτου ελέγχου εκ μέρους των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητο.
33. Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει δεχθεί, εν γένει, τη δυνατότητα εξετάσεως σε οιοδήποτε στάδιο της δίκης πλημμελειών που ελέγχονται αυτεπαγγέλτως (20). Συνεπώς, είναι αναμφισβήτητο ότι μια πλημμέλεια που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως μπορεί να προβληθεί από τους διαδίκους ή να επισημανθεί από το Δικαστήριο το πρώτον κατά την αναιρετική δίκη, έστω και αν δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξετάσεως εκ μέρους του Πρωτοδικείου.
34. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει την αρμοδιότητά του να επισημαίνει αυτεπαγγέλτως, στο πλαίσιο της εξετάσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου, ενδεχόμενη έλλειψη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της αναιρέσεως, ακόμη και αν αυτή επήλθε μετά την άσκηση της αναιρέσεως (21). Γενικότερα δε, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάζει αυτεπαγγέλτως οιοδήποτε ζήτημα σχετικό με το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου (22).
35. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, ωστόσο, δεν συντρέχει κάποια εκ των δύο ανωτέρω περιπτώσεων. Αφενός, η ενδεχόμενη πλημμέλεια δεν θα μπορούσε να επισημανθεί από το Πρωτοδικείο: πρόκειται πράγματι για πλημμέλεια που αφορά την απόφαση του ίδιου του Πρωτοδικείου. Αφετέρου, είναι πρόδηλο ότι εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως.
36. Επιβάλλεται, εντούτοις, η επισήμανση ότι το Δικαστήριο δεν έχει αποκλείσει τη δυνατότητα αυτεπάγγελτης εξετάσεως πλημμελειών δημοσίας τάξεως τις οποίες ενέχει ενδεχομένως απόφαση του Πρωτοδικείου: ειδικότερα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε τοιουτοτρόπως επί περιπτώσεως που αφορούσε τη νομιμότητα της συνθέσεως του σχηματισμού του Πρωτοδικείου που εκδίκασε την υπόθεση (23).
37. Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο έχει δεχθεί, στο πεδίο των διοικητικών αποφάσεων, τη δυνατότητα αυτεπάγγελτης εξετάσεως ορισμένων πλημμελειών των οποίων τα χαρακτηριστικά μπορούν, in abstracto, να παραλληλισθούν με εκείνα της πλημμέλειας που ενέχει στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στην πλημμελή αιτιολογία η οποία δεν επιτρέπει στον δικαστή της Ένωσης να ασκήσει πλήρως τον έλεγχο επί της νομιμότητας πράξεως. Κατά πάγια νομολογία, η έλλειψη αιτιολογίας και η ανεπαρκής αιτιολογία πράξεως εξετάζονται αυτεπαγγέλτως: η υποχρέωση αιτιολογήσεως επιβάλλεται πράγματι όχι μόνον προς το συμφέρον των αποδεκτών της πράξεως, αλλά και προκειμένου να καθίσταται δυνατός ο δικαστικός έλεγχος της ίδιας της πράξεως (24). Ο δικαστικός αυτός έλεγχος προϋποθέτει, όπως είναι εύλογο, ότι ο δικαστής είναι σε θέση να κατανοήσει πλήρως τη συλλογιστική στην οποία ερείδεται η προσβαλλόμενη πράξη. Η ανεπαρκής αιτιολογία ή, κατά μείζονα λόγο, η έλλειψη αιτιολογίας δεν επιτρέπουν τον έλεγχο αυτό.
38. Ακόμη, ωστόσο, και στην περίπτωση αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενης πλημμέλειας απαιτείται να έχει διεξαχθεί κατ’ αντιμωλίαν συζήτηση ώστε να έχει παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να τοποθετηθούν συναφώς (25). Εν προκειμένω, οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν επί του ζητήματος της πρόδηλης ανακολουθίας μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της αποφάσεως είτε εγγράφως, αφού εκλήθησαν ειδικώς προς τούτο από το Δικαστήριο, είτε προφορικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
39. Αντιθέτως, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχουν μέχρι τούδε υπάρξει περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο να έχει εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλεια της αιτιολογίας αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Επιβάλλεται, επομένως, να ερευνηθεί αν το Δικαστήριο έχει αυτή τη δυνατότητα.
40. Είναι σαφές ότι, εάν ως πλημμέλεια της αιτιολογίας νοείται οιαδήποτε πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υποπίπτει το Πρωτοδικείο, η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Απόκειται, εν γένει, στον ηττηθέντα διάδικο να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Το αυτό ισχύει, εξάλλου, και για τις διοικητικές πράξεις: την πράξη προσβάλλει ο έχων έννομο συμφέρον, ο οποίος προβάλλει τους λόγους που μπορούν να οδηγήσουν τον δικαστή της Ένωσης στην ακύρωσή της.
41. Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν ευρισκόμεθα ενώπιον μιας οιασδήποτε πλημμέλειας. Η πλημμέλεια του Πρωτοδικείου είναι πράγματι μια πλάνη περί το δίκαιο της οποίας το περιεχόμενο δεν επιτρέπει, εκ των πραγμάτων, στο Δικαστήριο να ασκήσει πλήρως τον έλεγχό του επί της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθόσον το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως δεν αντιστοιχεί στο σκεπτικό που προηγείται. Φρονώ ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο δύναται να ακολουθήσει την προσέγγιση που ακολουθεί επί των διοικητικών πράξεων, αναιρώντας αυτεπαγγέλτως αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της οποίας η αιτιολογία δεν του επιτρέπει να ασκήσει τον έλεγχό του.
42. Η εύλογη ένσταση που μπορεί να προβληθεί έναντι μιας τέτοιας θέσεως έγκειται στο γεγονός ότι η διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης διέπεται εν γένει από την αρχή της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης. Εντούτοις, στην ένταση αυτή μπορούν να αντιταχθούν, εν προκειμένω, δύο κατηγορίες επιχειρημάτων.
43. Καταρχάς, το Δικαστήριο έχει κρίνει, στο πλαίσιο διαφόρων υποθέσεων, ότι το όριο της εξουσίας κρίσεως που αναγνωρίζεται στον κοινοτικό δικαστή καθορίζεται από τα αιτήματα και όχι από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (26). Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, είναι αναμφισβήτητο ότι η Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
44. Δεύτερον, εκτιμώ ότι δεν δικαιολογείται διαφοροποίηση μεταξύ της προσεγγίσεως που το Δικαστήριο δύναται να ακολουθεί για τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου και εκείνης που υιοθετεί, παγίως και από της ιδρύσεώς του, για τις διοικητικές πράξεις. Ως προς τις πράξεις αυτές ισχύει επίσης η αρχή σύμφωνα με την οποία ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη μόνον κατά το μέρος που ορίζεται από την έκταση της ενώπιόν του προσβολής της, στο πλαίσιο της οποίας προβάλλονται και οι λόγοι που την καθιστούν παράνομη. Εντούτοις, κατά τη νομολογία, ορισμένες πλημμέλειες μπορούν να επισημαίνονται αυτεπαγγέλτως (υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι έχει ασκηθεί προσφυγή, εφόσον δεν υφίστανται εναλλακτικοί τρόποι για την κίνηση ένδικης διαδικασίας ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης).
45. Κατά συνέπεια, θα ολοκληρώσω αυτό το εισαγωγικό τμήμα των προτάσεών μου με τη διατύπωση της θέσεως ότι το Δικαστήριο, επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου, μπορεί να επισημάνει αυτεπαγγέλτως πλημμέλεια της αιτιολογίας η οποία δεν του επιτρέπει να ασκήσει πλήρως τον δικαστικό έλεγχο επί της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (27). Συνεπώς, εν προκειμένω, η απόφαση του Πρωτοδικείου θα πρέπει να αναιρεθεί, κατά την άποψή μου, ήδη επί τη βάσει αυτών των συλλογισμών.
46. Κατόπιν των προεκτεθέντων, θα εξετασθούν κατωτέρω οι λόγοι αναιρέσεως τους οποίους προβάλλει η Επιτροπή.
IV – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Επιτροπής
47. Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως η Επιτροπή προβάλλει δεκαπέντε λόγους, πολλοί, ωστόσο, εκ των οποίων, στην πραγματικότητα, επαναλαμβάνονται ή, εν πάση περιπτώσει, παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες. Για τις ανάγκες της εξετάσεώς τους, οι λόγοι θα ενταχθούν σε δύο βασικές ομάδες: η πρώτη ομάδα θα περιλάβει τους λόγους αναιρέσεως που σχετίζονται με τον ρόλο του αποδέκτη της ενισχύσεως, ενώ η δεύτερη τους λόγους που σχετίζονται με τον εκ μέρους του Πρωτοδικείου έλεγχο του διαλαμβανόμενου στην επίδικη απόφαση προσδιορισμού του ύψους της ενισχύσεως.
Οι σχετικοί με τον ρόλο του αποδέκτη της ενισχύσεως λόγοι αναιρέσεως
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
48. Οι τέσσερις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως της Επιτροπής αφορούν το ζήτημα του ρόλου που πρέπει να αναγνωρισθεί, στο πλαίσιο των διαδικασιών ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, στον αποδέκτη αυτών.
49. Όπως έχει ήδη επισημανθεί ανωτέρω, η λειτουργία την οποία επιτελεί, στην οικονομία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα αυτής που αφορά τον ρόλο του αποδέκτη της ενισχύσεως δεν είναι σαφής. Φρονώ ότι οι συγκεκριμένες κρίσεις του Πρωτοδικείου πρέπει να θεωρηθούν, σε σχέση τα συμπεράσματα στα οποία αυτό καταλήγει, ως απλά obiter dicta. Πράγματι, η ακύρωση υπέρ της οποίας αποφάνθηκε το Πρωτοδικείο ερείδεται, συγκεκριμένα, στον εσφαλμένο υπολογισμό εκ μέρους της Επιτροπής της αξίας του οικοπέδου που μεταβίβασαν στη Scott οι γαλλικές αρχές. Επιπροσθέτως, τα ουσιώδη στοιχεία του εγγράφου της Scott που η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη επανελήφθησαν από τη Γαλλική Κυβέρνηση και περιελήφθησαν στον φάκελο της διοικητικής διαδικασίας (28).
50. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αναιρέσεως που αφορούν τον ρόλο του αποδέκτη της ενισχύσεως θα πρέπει να κριθούν αλυσιτελείς.
51. Εντούτοις, τόσο για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την προσέγγισή αυτή όσο και για την περίπτωση κατά την οποία, μολονότι την ακολουθήσει, θα επιθυμούσε να προβεί σε ορισμένες συναφείς υποδείξεις, θα αναπτύξω εν συνεχεία ορισμένες παρατηρήσεις επί του συγκεκριμένου ζητήματος.
2. Επί του ρόλου του αποδέκτη κρατικών ενισχύσεων εν γένει
52. Το ζήτημα του ρόλου που πρέπει να αναγνωρίζεται στον αποδέκτη κρατικών ενισχύσεων είναι σύνθετο και αμφιλεγόμενο. Συναφώς, έναντι μιας μάλλον πάγιας και άτεγκτης νομολογίας του Δικαστηρίου αντιτάσσεται η λιγότερο εναργής νομολογία του Πρωτοδικείου, η οποία χαρακτηρίζεται από ταλαντεύσεις και αβεβαιότητα. Η ιδιομορφία της καταστάσεως εξηγεί ενδεχομένως τον βαθμό επιμονής που επέδειξε ως προς το σημείο αυτό το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Είναι πιθανόν με τον τρόπο αυτό να ζητεί εμμέσως το Πρωτοδικείο από το Δικαστήριο να αναθεωρήσει τη νομολογία του στο πεδίο αυτό. Κατά την άποψή μου, δεν αποκλείεται στο μέλλον το Δικαστήριο να χρειασθεί να εγκύψει εκ νέου στις αποφάσεις του επί του ρόλου του αποδέκτη κρατικών ενισχύσεων. Εντούτοις, για τους λόγους που θα επιχειρήσω να εκθέσω αμέσως κατωτέρω, φρονώ ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν είναι η κατάλληλη ευκαιρία προς τούτο.
53. Η νομολογία του Δικαστηρίου υπενθυμίζει παγίως ότι στη διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων συμμετέχουν κατ’ ουσίαν η Επιτροπή και το κράτος μέλος, χωρίς να αναγνωρίζεται κάποιος ιδιαίτερος ρόλος στον αποδέκτη της ενισχύσεως (29). Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας το κράτος μέλος έχει πράγματι δικαίωμα ακροάσεως, η προσβολή του οποίου δύναται να συνεπάγεται ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, εφόσον διαπιστώνεται ότι, αν δεν υφίστατο η εν λόγω παρατυπία, η έκβαση της διαδικασίας θα μπορούσε να είναι διαφορετική (30).
54. Διαφορετικός είναι, αντιθέτως, ο ρόλος των ληπτών των ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 1 του κανονισμού 659/1999, ο οποίος κωδικοποίησε κατ’ ουσίαν την οικεία νομολογία του Δικαστηρίου (31), συμπεριλαμβάνει απλώς τον δικαιούχο της ενισχύσεως στη γενική κατηγορία των «ενδιαφερόμενων μερών» τα οποία μπορούν, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους μετά την απόφαση για κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας, εντός προθεσμίας η οποία συνήθως δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα. Συνεπώς, δεν προβλέπεται υπέρ του αποδέκτη της ενισχύσεως κάποιο πρόσθετο δικαίωμα ακροάσεως ή συμμετοχής στη διεξαγόμενη από την Επιτροπή διαδικασία.
55. Είναι αναμφίβολο ότι η γενική αυτή θέση χαρακτηρίζεται από πρόδηλη τυποκρατία, η οποία έχει δεχθεί πράγματι σε σημαντικό βαθμό κριτική από τη θεωρία. Ειδικότερα, η εκκίνηση από τη θέση, η οποία υπονοείται με τη συγκεκριμένη ερμηνεία της διαδικασίας περί κρατικών ενισχύσεων, ότι το συμφέρον του κράτους μέλους που χορήγησε την ενίσχυση και το συμφέρον του αποδέκτη αυτής ταυτίζονται είναι βεβιασμένη και όχι πάντα ρεαλιστική. Αφενός, είναι σαφές ότι η κατάσταση δεν έχει τον ίδιο αντίκτυπο στο κράτος, το οποίο, στη δυσμενέστερη των περιπτώσεων, μπορεί να υποχρεωθεί να ανακτήσει τις χορηγηθείσες ενισχύσεις, και σε επιχείρηση η οποία, στην περίπτωση επιστροφής των ενισχύσεων, θα μπορούσε ακόμη και να οδηγηθεί σε πτώχευση. Επιπλέον, ενδέχεται οι ενισχύσεις να μην έχουν χορηγηθεί από την κεντρική κυβέρνηση του κράτους αλλά από κάποια τοπική ή περιφερειακή έκφανσή της: στην περίπτωση αυτή δεν είναι δεδομένο ότι το συμφέρον της κεντρικής κυβερνήσεως, της μόνης που συμμετέχει στη διαδικασία, ταυτίζεται με το συμφέρον του τοπικού φορέα.
56. Προς άμβλυνση ακριβώς των συνεπειών της αυστηρής αυτής νομολογίας, το Πρωτοδικείο επιχείρησε, στο πλαίσιο διαφόρων υποθέσεων, να διευρύνει το περιεχόμενο της προστασίας που παρέχεται στους αποδέκτες των ενισχύσεων. Τούτο συνέβη, επί παραδείγματι, με έρεισμα το καθήκον διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος ακροάσεως το οποίο αναγνωρίζεται στον δικαιούχο της ενισχύσεως (όπως και σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη) από τον κανονισμό 659/99 (32), ή, ακόμη, με αναγνώριση στον αποδέκτη της ενισχύσεως του δικαιώματος να προβάλει ως πλημμέλεια την παράλειψη ακροάσεως, εκ μέρους της Επιτροπής, του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους (33).
57. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εντάσσεται, επομένως, σε αυτό το «προοδευτικό» ρεύμα της νομολογίας του Πρωτοδικείου.
58. Είμαι πεπεισμένος ότι είναι δυνατό, ίσως δε επιβάλλεται, να αποφευχθεί η μανιχαϊστική θεώρηση του ζητήματος του ρόλου που πρέπει να αναγνωρίζεται στους λήπτες ενισχύσεων, κατά την οποία συγκρούονται, χωρίς δυνατότητα συγκερασμού, δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις, εκ των οποίων η πρώτη δεν αναγνωρίζει κανένα ρόλο στον αποδέκτη, ενώ η δεύτερη τον τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
59. Ειδικότερα, φρονώ ότι μεταξύ των δύο αυτών θέσεων μπορεί να βρεθεί ένα σημείο ισορροπίας μέσω της προσφυγής στην αρχή της χρηστής διοικήσεως.
60. Η αρχή αυτή έχει, όπως είναι γνωστό, νομολογιακές καταβολές και μόλις προσφάτως εξασφάλισε ενός είδους «ρητή κατοχύρωση», με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Μολονότι τα όρια της αρχής της χρηστής διοικήσεως παραμένουν έως ένα βαθμό ασαφή, είναι πλέον πρόδηλο ότι αυτή πρέπει να θεωρείται γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (34).
61. Ειδικότερα, ανεξαρτήτως της ρητής ή μη μνείας της, η εν λόγω αρχή εντοπίζεται στη βάση πολλών δικαστικών αποφάσεων. Παραπέμπω, ενδεικτικώς, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αναγνωρίσθηκε υποχρέωση της Διοικήσεως να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, προς τον σκοπό «επιμελούς και αμερόληπτης» διεκπεραιώσεως καταγγελίας, ορισμένα στοιχεία τα οποία ο καταγγέλλων δεν επικαλέσθηκε ρητώς (35)· στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αναγνωρίσθηκε υποχρέωση ακροάσεως του προσώπου που εθίγετο από δυσμενές μέτρο, έστω και αν η ισχύουσα νομοθεσία δεν αναγνώριζε υπέρ αυτού δικαίωμα ακροάσεως (36)· στις περιπτώσεις, τέλος, κατά τις οποίες κρίθηκε ότι η Επιτροπή είχε καθήκον να εξετάσει επιμελώς όλα τα στοιχεία που της διαβιβάσθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας (37).
62. Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, από την πλευρά του, απαριθμεί μεταξύ των ουσιωδών πτυχών της αρχής της χρηστής διοικήσεως το δικαίωμα κάθε προσώπου σε ακρόαση προ της λήψεως ατομικού μέτρου εις βάρος του, το δικαίωμα προσβάσεως σε έγγραφα και την υποχρέωση της Διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. Όπως προκύπτει, εξάλλου, από τη διατύπωση της συγκεκριμένης διατάξεως, κατά την οποία «[τ]ο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει ιδίως», η εν λόγω απαρίθμηση δεν είναι αποκλειστική, αλλά ενδεικτική (38).
63. Φρονώ ότι, στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων, η αρχή της χρηστής διοικήσεως, μολονότι δεν επιτάσσει την αναγνώριση, υπέρ του αποδέκτη ενισχύσεως, της επίσημης ιδιότητας του μέρους της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, δεν επιτρέπει ταυτοχρόνως στην Επιτροπή να αγνοεί κατά τρόπο απόλυτο και ανεπίδεκτο εξαιρέσεων οιοδήποτε στοιχείο της παρέχει ο ίδιος ο αποδέκτης μετά την εκπνοή της προθεσμίας που ετάχθη στα ενδιαφερόμενα μέρη για την υποβολή παρατηρήσεων.
64. Πράγματι, δεν πρέπει να παροράται ότι η διαδικασία έλεγχου των κρατικών ενισχύσεων είναι διοικητικής και όχι δικαστικής φύσεως· επιπλέον, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ο ρόλος του αποδέκτη συνίσταται κυρίως στην παροχή πληροφοριών στην Επιτροπή. Συνεπώς, ενώ οι παρατηρήσεις που υποβάλλει ο αποδέκτης της ενισχύσεως εντός της αρχικώς ταχθείσας σε αυτόν προθεσμίας πρέπει να περιέρχονται στην Επιτροπή και να λαμβάνονται υπόψη από αυτήν, ενδεχόμενες παρατηρήσεις οι οποίες υποβάλλονται σε μεταγενέστερο χρόνο, από τον αποδέκτη της ενισχύσεως ή από οιοδήποτε άλλο πρόσωπο, δύνανται να συνεπάγονται υποχρέωση εξετάσεως εκ μέρους της Διοικήσεως, εφόσον τούτο υπαγορεύεται από την αρχή της χρηστής διοικήσεως. Τούτο ισχύει, ειδικότερα, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πληροφορίες συμβάλλουν πράγματι στη διασαφήνιση ή συμπλήρωση των στοιχείων που διαθέτει η Διοίκηση και υπό τον όρο ότι το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας επιτρέπει τη συνεκτίμησή τους χωρίς να προκαλείται καθυστέρηση στη λήψη της τελικής αποφάσεως.
65. Εντούτοις, η Διοίκηση δεν υποχρεούται να λάβει ρητώς θέση επί των παρατηρήσεων που υπέβαλε ο αποδέκτης της ενισχύσεως (ή οιοδήποτε άλλο πρόσωπο) μετά την εκπνοή της αρχικώς ταχθείσας προθεσμίας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν οφείλει κατ’ ανάγκην να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να μη λάβει υπόψη τα εν λόγω στοιχεία.
66. Ως προς τα στοιχεία αυτά επιβάλλεται μια σημαντική διευκρίνιση και από πλευράς ένδικης προστασίας,: το βάρος αποδείξεως της υποχρεώσεως της Διοικήσεως να λάβει υπόψη τα εν λόγω στοιχεία φέρει, σε περίπτωση ένδικης διαφοράς, το πρόσωπο που τα παρέσχε.
67. Κατόπιν των προεκτεθέντων, μπορούν πλέον να εξετασθούν λεπτομερώς οι λόγοι αναιρέσεως.
3. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά την άρνηση της Επιτροπής να συμπεριλάβει στον φάκελο της υποθέσεως το έγγραφο της Scott της 24ης Δεκεμβρίου 1999
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
68. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, δεχόμενο ότι το από 24 Δεκεμβρίου 1999 έγγραφο της Scott έπρεπε να γίνει δεκτό και να περιληφθεί στον φάκελο που είχε καταρτισθεί στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο δεν επισήμανε τον κανόνα δικαίου τον οποίο παρέβη η Επιτροπή. Κατά την Επιτροπή, σε ακύρωση της αποφάσεως μπορούσε να οδηγήσει μόνον παράβαση ουσιώδους τύπου κατά το άρθρο 230 ΕΚ και, δεδομένου ότι η Scott δεν προέβαλε σχετική παράβαση με την προσφυγή της, το Πρωτοδικείο έχει αποφανθεί ultra petita. Η Επιτροπή υποστηρίζει κυρίως ότι δεν παρέβη κανέναν ουσιώδη τύπο, καθώς η Scott ήταν τρίτος σε σχέση με τη διαδικασία έλεγχου των κρατικών ενισχύσεων και δεν είχε δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων κατά το προχωρημένο στάδιο στο οποίο βρισκόταν η διαδικασία. Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, εν πάση περιπτώσει, οι παρατηρήσεις που διατύπωνε η Scott με το έγγραφο που δεν ελήφθη υπόψη υποβλήθηκαν εν συνεχεία αυτούσιες με το έγγραφο που της απηύθυνε η Γαλλία στις 21 Φεβρουαρίου 2000 και, ως εκ τούτου, περιελήφθησαν στον φάκελο της υποθέσεως.
69. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου θα μπορούσε να έχει σοβαρές επενέργειες στην πρακτική που ακολουθείται παγίως στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων.
70. Η Scott υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι το Πρωτοδικείο δεν αναγνώρισε κάποια εν γένει υποχρέωση εις βάρος της Επιτροπής και ότι ανέπτυξε μια σειρά συλλογισμών οι οποίοι συνδέονται στενά με την υπό εξέταση υπόθεση και τις ιδιαιτερότητές της. Κατά τη Scott, εν αντιθέσει προς τον ισχυρισμό της Επιτροπής, το γεγονός ότι ο κανονισμός 659/99 δεν προβλέπει κάποιον ρόλο για τον αποδέκτη της ενισχύσεως, πέραν της δυνατότητάς του να υποβάλει παρατηρήσεις κατά την έναρξη της διοικητικής διαδικασίας, δεν σημαίνει ότι απαγορεύει οιαδήποτε μεταγενέστερη παρέμβασή του. Ειδικότερα, ο κανονισμός δεν δύναται να αποκλείσει την εφαρμογή των γενικών αρχών που επιβάλλουν στην Επιτροπή την υποχρέωση να ενεργεί με επιμέλεια και αμεροληψία.
71. Το Département du Loiret προβάλλει επιχειρήματα τα οποία κατ’ ουσίαν επικαλύπτονται με τα επιχειρήματα της Scott.
β) Εκτίμηση
72. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αυτός στον οποίο η Επιτροπή δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα, αφιερώνοντάς του σημαντικό τμήμα των παρατηρήσεών της. Είναι πρόδηλο ότι η Επιτροπή σκοπεί στη μη επιβεβαίωση, εκ μέρους του Δικαστηρίου, της νομολογίας του Πρωτοδικείου, η οποία κλίνει περισσότερο προς την ενδυνάμωση του ρόλου του αποδέκτη στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων.
73. Βάσει των σκέψεων που εκτέθηκαν ανωτέρω περί του ρόλου του αποδέκτη της ενισχύσεως εν γένει, μπορεί να διατυπωθεί η άποψη ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο αποδέκτης διαβιβάζει στην Επιτροπή ορισμένα έγγραφα μετά την εκπνοή της προθεσμίας που του ετάχθη για την υποβολή παρατηρήσεων, η αρχή της χρηστής διοικήσεως μπορεί να επιβάλει ενδεχομένως στην Επιτροπή την υποχρέωση να λάβει υπόψη το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Τούτο, ωστόσο, υπό την προϋπόθεση i) ότι τα έγγραφα αυτά είναι πράγματι χρήσιμα για τη συμπλήρωση ενδεχόμενων κενών στην εικόνα που έχει η ίδια η Επιτροπή περί των γεγονότων και ii) ότι το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία το επιτρέπει. Η χρησιμότητα των εν λόγω εγγράφων πρέπει, βεβαίως, να αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι.
74. Εντούτοις, δεν είναι αυτή η λογική την οποία ακολούθησε το Πρωτοδικείο.
75. Καταρχάς, το Πρωτοδικείο συνέδεσε εμμέσως το ζήτημα όχι με παράβαση ουσιώδους τύπου, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, αλλά, ορθώς, με την τήρηση της αρχής της χρηστής διοικήσεως (39). Εκκινώντας από τη θέση αυτή, το Πρωτοδικείο όφειλε, ωστόσο, να εξακριβώσει αν, συγκεκριμένα, το έγγραφο περιελάμβανε ή όχι στοιχεία καθοριστικής σημασίας για τη διαφώτιση της υποθέσεως. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, θα μπορούσε να θεμελιωθεί υποχρέωση της Επιτροπής να λάβει υπόψη τις παρασχεθείσες πληροφορίες. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο περιορίσθηκε στη γενική θεώρηση των περιστάσεων της υποθέσεως, επισημαίνοντας ότι αυτές καθιστούσαν δυσχερή την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, ιδίως λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε μεσολαβήσει από τον χρόνο χορηγήσεως της φερόμενης ενισχύσεως έως την κίνηση της ενώπιον της Επιτροπής διαδικασίας. Επί τη βάσει της αόριστης αυτής διαπιστώσεως το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή όφειλε να δεχθεί και να συμπεριλάβει στον φάκελο της υποθέσεως το έγγραφο της Scott.
76. Η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτή. Μολονότι η αρχή της χρηστής διοικήσεως μπορεί, όπως επισημάνθηκε και όπως έχει κρίνει το Πρωτοδικείο, να υποχρεώσει σε ορισμένες περιπτώσεις την Επιτροπή να λάβει υπόψη έγγραφα τα οποία διαβιβάσθηκαν σε αυτήν μετά την εκπνοή των σχετικών προθεσμιών και/ή από πρόσωπα υπέρ των οποίων δεν αναγνωρίζεται η δυνατότητα αυτή, τούτο προϋποθέτει την προηγούμενη εξακρίβωση της πραγματικής χρησιμότητας των στοιχείων που περιέχονται στα έγγραφα αυτά. Εντούτοις, στο τμήμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως που αφορά την απόφαση της Επιτροπής να μη δεχθεί το από 24 Δεκεμβρίου 1999 έγγραφο της Scott, το Πρωτοδικείο δεν εξετάζει καν το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου.
77. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως τον οποίο προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να γίνει δεκτός καθόσον αφορά τον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, αποφαινόμενο ότι η Επιτροπή είχε καθήκον να δεχθεί και να συμπεριλάβει στον φάκελο το έγγραφο που της απηύθυνε η Scott στις 24 Δεκεμβρίου 1999.
4. Επί του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγου αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν τη φερόμενη υποχρέωση της Επιτροπής να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες και/ή τη συνδρομή ανεξάρτητου πραγματογνώμονος
78. Ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως μπορούν να εξετασθούν από κοινού. Με τους λόγους αυτούς η Επιτροπή βάλλει κατά της θέσεως του Πρωτοδικείου κατά την οποία η Επιτροπή όφειλε, λαμβάνοντας υπόψη ορισμένα στοιχεία που περιλαμβάνονταν, ιδίως, στο έγγραφο της Scott της 24ης Δεκεμβρίου 1999 και στο έγγραφο που της απηύθυναν οι γαλλικές αρχές στις 21 Φεβρουαρίου 2000, να εμβαθύνει στην έρευνά της και να συγκεντρώσει περισσότερες πληροφορίες.
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
79. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή βάλλει κατά της θέσεως του Πρωτοδικείου κατά την οποία η ίδια όφειλε να ζητήσει από τις γαλλικές αρχές να της παράσχουν πρόσθετα στοιχεία και διευκρινίσεις, καθόσον οι εν λόγω αρχές, όπως, εξάλλου, και η Scott με το από 24 Δεκεμβρίου 1999 έγγραφο της, είχαν αναφερθεί σε δύο εκτιμήσεις, μια περιλαμβανόμενη σε πραγματογνωμοσύνη του τεχνικού γραφείου Galtier και μια διεξαχθείσα από τον ελεγκτή, βάσει των οποίων η αξία του επίμαχου οικοπέδου ήταν μικρότερη της υπολογισθείσας από την Επιτροπή (40).
80. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αμφισβητείται, αντιθέτως, η θέση του Πρωτοδικείου κατά την οποία η Επιτροπή όφειλε να ζητήσει από τη Scott διευκρινίσεις επί της διαφοράς μεταξύ του προβλεπόμενου κόστους [80 εκατομμύρια FRF (γαλλικά φράγκα)] και του πραγματικού κόστους (140 εκατομμύρια FRF) των εργασιών που είχαν πραγματοποιηθεί, για λογαριασμό των δημοσίων αρχών, στο επίδικο οικόπεδο προ της μεταβιβάσεώς του στη Scott. Κατά το Πρωτοδικείο, η απόκλιση αυτή έπρεπε να δημιουργήσει στην Επιτροπή την υποψία ότι οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν οι δημόσιες αρχές για τη διαμόρφωση του οικοπέδου δεν αντανακλούσαν κατ’ ανάγκην την αξία του (41).
81. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή βάλλει κατά των εκτιμήσεων του Πρωτοδικείου περί της δυνατότητας της ιδίας να καταφύγει σε ανεξάρτητο πραγματογνώμονα για τον ορθό υπολογισμό της αξίας του οικοπέδου.
82. Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως βασίζονται ομοίως στην παραδοχή ότι η Επιτροπή δεν είχε, από διαδικαστικής απόψεως, καμία υποχρέωση να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες, ιδίως από τις γαλλικές αρχές, τις οποίες είχε ήδη καλέσει, μεταξύ άλλων, να παράσχουν όλες τις χρήσιμες για τον προσδιορισμό της αξίας του οικοπέδου πληροφορίες (42). Η Επιτροπή υποστηρίζει, εξάλλου, ότι η επίδικη απόφαση λαμβάνει υπόψη τις εκτιμήσεις της αξίας του οικοπέδου για τις οποίες κάνει λόγο το Πρωτοδικείο.
83. Η Scott, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή είχε προβεί σε παράβαση ουσιώδους τύπου και, ως εκ τούτου, οι λόγοι αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθούν εξ αυτού και μόνον του λόγου. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη Scott, το Πρωτοδικείο προέβη σε ορθή θεώρηση της καταστάσεως, καθόσον ορισμένα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στο έγγραφο της 24ης Δεκεμβρίου 1999 και τα οποία, εξάλλου, δεν περιελήφθησαν αυτούσια στο έγγραφο των γαλλικών αρχών της 21ης Φεβρουαρίου 2000 θα έπρεπε να οδηγήσουν την Επιτροπή σε αναθεώρηση των εκτιμήσεών της και σε εκ μέρους της απαίτηση νέων στοιχείων.
β) Εκτίμηση
84. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως συνδέεται στενά με τον πρώτο και φρονώ ότι πρέπει, ομοίως, να γίνει δεκτός.
85. Επιβάλλεται η επισήμανση ότι, στην πραγματικότητα, η Επιτροπή εκκινεί και εν προκειμένω από εσφαλμένη αφετηρία, δεχόμενη ότι το Πρωτοδικείο της προσήψε παράβαση ουσιωδών τύπων. Πράγματι, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η μόνη παράμετρος στην οποία αναφέρθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι η αρχή της χρηστής διοικήσεως.
86. Επιπροσθέτως, ο αντιταχθείς από την Επιτροπή ισχυρισμός ότι η ίδια, στην απόφασή της, έλαβε υπόψη τις εκτιμήσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στα έγγραφα του Δεκεμβρίου του 1999 και του Φεβρουαρίου του 2000 στηρίζεται σε μια μάλλον σαθρή βάση. Συγκεκριμένα, η επίδικη απόφαση περιλαμβάνει μια ακροθιγή και όχι ιδιαιτέρως εμπεριστατωμένη αναφορά στις εν λόγω εκτιμήσεις.
87. Η ουσία της προβληματικής έγκειται, ωστόσο, αλλού. Τόσο το έγγραφο της Scott όσο και το έγγραφο των γαλλικών αρχών, τα οποία περιήλθαν στην Επιτροπή σε ένα πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, περιορίζονται σε μια αναφορά στην ύπαρξη των εκτιμήσεων (των φορολογικών αρχών, του τεχνικού γραφείου Galtier και του ελεγκτή) οι οποίες υπολογίζουν την αξία του οικοπέδου σε τιμή χαμηλότερη εκείνης την οποία η Επιτροπή μπορούσε να συναγάγει από τα αποδεικτικά στοιχεία που διέθετε. Στα εν λόγω έγγραφα δεν επισυναπτόταν κανένα πρόσθετο στοιχείο, διευκρινιζόταν δε απλώς ότι τα σχετικά με τις εν λόγω εκτιμήσεις στοιχεία ήταν διαθέσιμα και μπορούσαν να διαβιβασθούν στην Επιτροπή κατόπιν αιτήσεώς της.
88. Δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι, βάσει της αρχής της χρηστής διοικήσεως, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ζητήσει από τις γαλλικές αρχές, στο προχωρημένο εκείνο στάδιο της διαδικασίας, πρόσθετα στοιχεία και διευκρινίσεις. Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή είχε ήδη απευθύνει προς τις εν λόγω αρχές δύο διαταγές παροχής στοιχείων, εκ των οποίων η μια είχε διατυπωθεί κατά τρόπο πολύ γενικό (43). Παρά τη δοθείσα ευκαιρία, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα έγγραφα του Δεκεμβρίου του 1999 και του Φεβρουαρίου του 2000 δεν παρασχέθηκαν κατά τη χρονική εκείνη στιγμή.
89. Ομοίως και βάσει της ίδιας συλλογιστικής, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη το περιεχόμενο του εγγράφου που της απηύθυνε η Scott τον Δεκέμβριο του 1999. Ενδεχόμενη αναγνώριση μιας τέτοιας υποχρεώσεως θα ενείχε τον κίνδυνο να καταστεί η Επιτροπή εν δυνάμει δέσμια παρελκυστικών τακτικών. Εάν το έγγραφο συνοδευόταν, επί παραδείγματι, από το πλήρες κείμενο των εκτιμήσεων του οικοπέδου στις οποίες παρέπεμπε, η απόφανση θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι διαφορετική. Εντούτοις, η αρχή της χρηστής διοικήσεως δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να ερμηνευθεί τόσο διασταλτικά ώστε να αναγνωρισθεί υποχρέωση της Επιτροπής να μεριμνά επ’ αόριστον για τη συμπλήρωση των κενών που παρουσιάζουν οι παρατηρήσεις και τα στοιχεία που της διαβιβάζονται.
90. Όσον αφορά, εν συνεχεία, τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αρκεί η παραπομπή στους συλλογισμούς που ανέπτυξα επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση να ζητήσει από τη Scott πρόσθετες πληροφορίες. Εξάλλου, ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή θα έπρεπε να ζητήσει από τη Scott διευκρινίσεις επί της υπερβάσεως των προβλεπόμενων για τις εργασίες στο οικόπεδο δαπανών δεν καθίσταται αντιληπτός, λαμβανομένου υπόψη ότι στις εν λόγω δαπάνες είχαν υποβληθεί οι γαλλικές αρχές.
91. Φρονώ, συνεπώς, ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, δεχόμενο ότι η Επιτροπή όφειλε να ζητήσει από τις γαλλικές αρχές και/ή τη Scott να της παράσχουν πρόσθετα πληροφοριακά στοιχεία επί της αξίας του οικοπέδου. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί.
92. Αντιθέτως, εκτιμώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, που αφορά τη φερόμενη υποχρέωση της Επιτροπής να προσφύγει σε ανεξάρτητο πραγματογνώμονα.
93. Συγκεκριμένα, από καμία σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η Επιτροπή όφειλε να ζητήσει τη συνδρομή ανεξάρτητου πραγματογνώμονος. Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε απλώς την ύπαρξη αυτής της δυνατότητας μεταξύ των μέσων στα οποία μπορούσε να προσφύγει η Επιτροπή για τη συμπλήρωση των στοιχείων που διέθετε.
94. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Οι λόγοι που αφορούν τον επί της ουσίας έλεγχο στον οποίο προέβη το Πρωτοδικείο
1. Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται στην αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο δεν αναγνώρισε στην Επιτροπή κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας
95. Ο έκτος λόγος αναιρέσεως άπτεται του πυρήνα του δευτέρου θεμελιώδους ζητήματος επί του οποίου καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Πρόκειται για το είδος του ελέγχου που ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να ασκεί επί των αποφάσεων που λαμβάνει η Επιτροπή στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων.
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
96. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθώς ο έλεγχος που άσκησε επί της επίδικης αποφάσεως είναι πολύ πιο έντονος και ευρύς από αυτόν που νομιμοποιείται να ασκήσει. Ειδικότερα, κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο εισχώρησε στη σφαίρα της αρμοδιότητάς της, παρακάμπτοντας τη διακριτική ευχέρεια που πρέπει να της αναγνωρίζεται στον συγκεκριμένο τομέα. Όπως υποστηρίζει, ο έλεγχος που δύναται να ασκεί ο δικαστής της Ένωσης επί των αποφάσεων της Επιτροπής στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων πρέπει να περιορίζεται στις πλημμέλειες για τις οποίες κάνει λόγο το άρθρο 230 ΕΚ. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, ο εν λόγω δικαστής δεν διαθέτει ποτέ όλα τα στοιχεία (έγγραφα κ.λπ.) στα οποία βασίσθηκε η ίδια για τη λήψη της αποφάσεώς της: συνεπώς, ακόμη και από πρακτικής απόψεως, είναι αδύνατο να υποκαταστήσουν οι εκτιμήσεις του δικαστή της Ένωσης τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή.
97. Κατά τη Scott, ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο δεν υποκατέστησε τις εκτιμήσεις της Επιτροπής με τις δικές του, αλλά επισήμανε με σαφήνεια, ιδίως με τη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι σκοπός του ήταν να εξακριβώσει απλώς αν η Επιτροπή είχε εξετάσει με τη δέουσα επιμέλεια όλα τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της.
98. Επιχειρήματα ανάλογα προς αυτά της Scott προβάλλει και το Département du Loiret.
β) Εκτίμηση
99. Ο λόγος αναιρέσεως αφορά τα όρια του δικαστικού έλεγχου που ασκείται επί των αποφάσεων που λαμβάνει η Επιτροπή στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Από τη συναφή νομολογία προκύπτουν ορισμένες σταθερές, των οποίων η υπόμνηση κρίνεται σκόπιμη εν προκειμένω.
100. Καταρχάς, η έννοια της κρατικής ενισχύσεως έχει νομικό χαρακτήρα και πρέπει να ερμηνεύεται βάσει αντικειμενικών στοιχείων. Συνεπώς, ο δικαστής της Ένωσης ασκεί καταρχήν πλήρη έλεγχο όσον αφορά το ζήτημα της φύσεως των υπό εξέταση μέτρων ως ενισχύσεων ή μη (44).
101. Εντούτοις, σε δύο περιπτώσεις αναγνωρίζεται στην Επιτροπή ευρύτερη διακριτική ευχέρεια. Καταρχάς, η Επιτροπή απολαύει τέτοιας ευχέρειας κατά την εκτίμηση του συμβατού ή μη χαρακτήρα των ενισχύσεων με την κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ. Στις περιπτώσεις αυτές, ο δικαστής οφείλει μόνο να ελέγχει αν η απόφαση της Επιτροπής ενέχει πρόδηλο σφάλμα ή ελήφθη κατά κατάχρηση εξουσίας (45).
102. Ομοίως, ευρύτερη διακριτική ευχέρεια αναγνωρίζεται στην Επιτροπή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες για τη ληφθείσα απόφαση απαιτήθηκε σύνθετη εκτίμηση τεχνικού ή οικονομικού χαρακτήρα, ακόμη και όσον αφορά την ύπαρξη ενισχύσεως (και, συνεπώς, στο πλαίσιο καταστάσεως που άπτεται του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ). Στις περιπτώσεις αυτές, ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται εν γένει, πέραν της εξακριβώσεως της ενδεχόμενης υπάρξεως πρόδηλου σφάλματος ή καταχρήσεως εξουσίας, στην τήρηση ή μη των κανόνων διαδικασίας και αιτιολογήσεως, καθώς και στον βαθμό ακριβείας των περιστατικών επί των οποίων η Επιτροπή θεμελίωσε την απόφασή της (46).
103. Κατά τον έλεγχο αποφάσεων της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων οι οποίες προϋποθέτουν σύνθετες εκτιμήσεις οικονομικού χαρακτήρα ο δικαστής της Ένωσης καλείται να επιτύχει μια λεπτή ισορροπία. Αφενός, πράγματι, ο δικαστής δεν μπορεί να αντικαθιστά την οικονομική εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του· αφετέρου, ωστόσο, ο δικαστής οφείλει να επαληθεύει την ορθότητα της ερμηνείας που η Επιτροπή δίδει σε στοιχεία οικονομικής φύσεως, ελέγχοντας ιδίως αν τα δεδομένα που η Επιτροπή χρησιμοποίησε για την εκτίμηση μιας σύνθετης καταστάσεως θεμελιώνουν πράγματι τα συμπεράσματα στα οποία αυτή καταλήγει (47).
104. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή κλήθηκε να προσδιορίσει την τιμή την οποία θα μπορούσε να επιτύχει εν έτει 1987 συνήθης επιχειρηματίας κατά την πώληση οικοπέδου προορισμένου για βιομηχανική χρήση. Είναι, επομένως, σαφές, και επ’ αυτού, όπως προκύπτει, συμφωνούν και οι διάδικοι, ότι η εν λόγω τιμή, στην εκτίμηση της οποίας θα προέβαινε η Επιτροπή πολλά έτη μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου, μπορούσε να προσδιορισθεί μόνο κατά προσέγγιση. Κατά την άποψή μου, είναι, εξάλλου, αναντίλεκτο ότι πρόκειται για υπολογισμό ο οποίος απαιτεί σύνθετες εκτιμήσεις οικονομικού χαρακτήρα. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο κλήθηκε να προβεί σε έλεγχο ο οποίος, μολονότι καταρχήν πλήρης, δεν θα ηδύνατο να αποτελέσει αυτοτελή αξιολόγηση των οικονομικών δεδομένων ικανή να υποκαταστήσει την εκτίμηση της Επιτροπής.
105. Δεν συντάσσομαι, εντούτοις, με τη θέση ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, το Πρωτοδικείο υποκατέστησε την εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του εκτίμηση.
106. Συγκεκριμένα, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά την εξέταση της ουσίας της επίδικης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν προέβη σε αυτοτελή εκτίμηση της αξίας του οικοπέδου. Αντιθέτως, περιορίσθηκε στη διαπίστωση ότι ορισμένες ενδείξεις συνηγορούσαν υπέρ της θέσεως ότι η έρευνα την οποία είχε διεξαγάγει η Επιτροπή δεν ήταν αρκούντως λεπτομερής και ότι η αξία του οικοπέδου είχε ενδεχομένως προσδιορισθεί κατά τρόπο εσφαλμένο. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο επισημαίνει την επιλογή της Επιτροπής να εκτιμήσει το οικόπεδο με τη βασιζόμενη στο κόστος μέθοδο, καθώς και το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αξιολόγησε ορισμένα στοιχεία του φακέλου και, ιδίως, τις εκτιμήσεις στις οποίες παραπέμπουν τα τελευταία έγγραφα που της απηύθυναν οι γαλλικές αρχές.
107. Ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί.
2. Επί του εβδόμου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται στην αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο βασίσθηκε σε εικασίες και όχι σε αποδείξεις
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
108. Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το Πρωτοδικείο δεν υπερέβη τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση του δικαστικού ελέγχου, όπως αυτά προσδιορίζονται με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, αυτό επλανήθη, καθώς θεμελίωσε την απόφασή του σε απλές εικασίες και όχι στα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του στο πλαίσιο της δίκης. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη, καθώς έκρινε ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη τις εκτιμήσεις της αξίας του οικοπέδου για τις οποίες γίνεται λόγος στο έγγραφο που της απηύθυνε η Scott τον Δεκέμβριο του 1999 και στο έγγραφο που της απηύθυναν οι γαλλικές αρχές το Φεβρουάριο του 2000: ειδικότερα, κατά την Επιτροπή, τα εν λόγω έγγραφα δεν περιέχουν αποδείξεις, αλλά απλές θέσεις που δεν συνοδεύονται από αποδεικτικά στοιχεία.
109. Κατά τη Scott, η άποψη της Επιτροπής είναι απολύτως εσφαλμένη. Ειδικότερα, οι θέσεις που διατυπώνονται στα έγγραφα της ιδίας και των γαλλικών αρχών αποτελούν πλήρη αποδεικτικά στοιχεία. Η αναγνώριση των εν λόγω θέσεων ως αποδεικτικών στοιχείων δεν σημαίνει βεβαίως και αποδοχή της αληθείας αυτών: το Πρωτοδικείο προσήψε απλώς στην Επιτροπή ότι, παρά τα εν λόγω στοιχεία, αυτή δεν έκρινε σκόπιμη την περαιτέρω εμβάθυνση στο υπό εξέταση ζήτημα.
β) Εκτίμηση
110. Η εξέταση του εβδόμου λόγου αναιρέσεως προϋποθέτει την αποδοχή δύο υποκείμενων θέσεων.
111. Καταρχάς, κατά πάγια νομολογία, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εξετάζει το κύρος αποφάσεως της Επιτροπής βάσει των στοιχείων τα οποία μπορούσε να έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή όταν έλαβε την απόφαση (48).
112. Δεύτερον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, βάσει της γενικής αρχής που καθιερώνει το άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως κατά πρωτόδικης αποφάσεως περιορίζεται μόνο σε νομικά ζητήματα. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει εκ νέου τις εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών, εξαιρουμένης της περιπτώσεως παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (49).
113. Ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να εξετασθεί βάσει των ανωτέρω σταθερών. Αφενός, πρέπει να εξετασθεί αν το Πρωτοδικείο ήλεγξε την απόφαση της Επιτροπής λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία τα οποία αυτή δεν είχε στη διάθεσή της όταν έλαβε την επίδικη απόφαση. Αφετέρου, ωστόσο, πρέπει να εξετασθεί μήπως, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει εκ νέου τις εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο.
114. Το Πρωτοδικείο επέκρινε, κατ’ ουσίαν, την απόφαση της Επιτροπής επί τη βάσει δύο συλλογισμών.
115. Καταρχάς, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η επίδικη απόφαση παρουσιάζει ορισμένα ειδικά προβλήματα, τα οποία θέτουν εν αμφιβόλω την ορθότητα και την αξιοπιστία της. Ειδικότερα, η απόφαση της Επιτροπής περιέχει, αφενός, πράγματι εσφαλμένους υπολογισμούς –οι οποίοι, εξάλλου, ευνοούν τη Scott, καθώς η διόρθωσή τους θα συνεπαγόταν εκτίμηση της αξίας του οικοπέδου σε τιμή υψηλότερη εκείνης την οποία προσδιόρισε η Επιτροπή (50)– και, αφετέρου, ανακρίβειες, ιδίως λόγω του υπολογισμού της αγοραίας αξίας που είχε το οικόπεδο εν έτει 1987 βάσει των ποσών που καταβλήθηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές για την κτήση τμημάτων αυτού (51).
116. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι διαφορετικές εκτιμήσεις της αξίας του οικοπέδου τις οποίες επικαλέσθηκαν οι γαλλικές αρχές με το έγγραφο της 21ης Φεβρουαρίου 2000, καθώς και το γεγονός ότι το 1998 το ίδιο οικόπεδο μεταβιβάσθηκε λόγω πωλήσεως από τη Scott σε άλλη ιδιωτική εταιρία σε τιμή πολύ χαμηλότερη εκείνης που προσδιορίζεται με την επίδικη απόφαση, έπρεπε να οδηγήσουν την Επιτροπή, βάσει της αρχής που επιτάσσει την εκ μέρους της επιμελή και αμερόληπτη εξέταση των γεγονότων, στην περαιτέρω διερεύνηση του ζητήματος της αξίας του οικοπέδου, με εκ μέρους της κλήση, λόγου χάριν, της Γαλλίας να της διαβιβάσει το κείμενο των εν λόγω διαφορετικών εκτιμήσεων ή με προσφυγή στη συνδρομή ανεξάρτητου πραγματογνώμονος (52).
117. Από την εξέταση του λόγου αναιρέσεως υπό το πρίσμα της πρώτης εκ των δύο παραμέτρων που αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε την απόφαση της Επιτροπής βάσει στοιχείων τα οποία αυτή δεν είχε στη διάθεσή της κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως. Όλες οι επικρίσεις του Πρωτοδικείου βασίζονται, όπως κατέστη σαφές, σε ανακρίβειες εκ μέρους της Επιτροπής και στην –ελλιπή, κατά το Πρωτοδικείο– βαρύτητα που αυτή έδωσε σε ορισμένα στοιχεία που περιέχονταν, ιδίως, στο έγγραφο των γαλλικών αρχών της 21ης Φεβρουαρίου 2000. Επιβάλλεται δε η υπόμνηση ότι η Επιτροπή είχε συμπεριλάβει το εν λόγω έγγραφο στον φάκελο της διοικητικής διαδικασίας.
118. Απομένει να ερευνηθεί αν, με τον υπό εξέταση λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί, ενδεχομένως, από το Δικαστήριο να εξετάσει εκ νέου τις εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών. Η νομολογία του Δικαστηρίου οδηγεί σε αρνητική απάντηση. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το ζήτημα αν το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ορθώς, βάσει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, ότι υφίσταται παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως συνιστά νομικό ζήτημα που, ως τέτοιο, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (53).
119. Φρονώ ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι η αυτή όφειλε, βάσει των τελευταίων στοιχείων που της παρασχέθηκαν, ιδίως, από τις γαλλικές αρχές, να αναθεωρήσει την εκτίμησή της περί της υπάρξεως ενισχύσεως και περί του ύψους αυτής.
120. Πρέπει να υπομνησθεί ότι το Πρωτοδικείο προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή ότι δεν προέβη σε νέα έρευνα μετά την κοινοποίηση σε αυτήν της αξίας του οικοπέδου που προέκυπτε από τις εκτιμήσεις του τεχνικού γραφείου Galtier και του ελεγκτή. Όπως έχει ήδη επισημανθεί ανωτέρω, το έγγραφο των γαλλικών αρχών, όπως, εξάλλου και το έγγραφο που απηύθυνε στην Επιτροπή η Scott τον Δεκέμβριο του 1999, περιορίζεται σε απλή αναφορά στην ύπαρξη και στο αποτέλεσμα αυτών των εκτιμήσεων. Το ακριβές περιεχόμενο, όμως, των εν λόγω εκτιμήσεων δεν παρατίθεται αυτούσιο.
121. Έχει ήδη διατυπωθεί ανωτέρω η θέση ότι, στο πλαίσιο της εν λόγω καταστάσεως, οι ασαφείς αυτές ενδείξεις δεν ήταν επαρκείς ώστε να υποχρεώσουν την Επιτροπή, βάσει της αρχής της χρηστής διοικήσεως, να λάβει υπόψη το έγγραφο της Scott. Επιπροσθέτως και για τους ίδιους λόγους, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή όφειλε, βάσει του περιεχομένου του εγγράφου που της απηύθυναν οι γαλλικές αρχές τον Φεβρουάριο του 2000, να επαναλάβει το στάδιο έρευνας μιας διαδικασίας η οποία όδευε πλέον προς ολοκλήρωση.
122. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η κατάσταση θα μπορούσε να είναι διαφορετική, αν οι γαλλικές αρχές είχαν παράσχει πιο ισχυρά στοιχεία προς στήριξη των εν λόγω εκτιμήσεων: ειδικότερα, η κατάσταση θα ήταν διαφορετική, αν οι εν λόγω αρχές είχαν επισυνάψει αυτούσιο το κείμενό των εκτιμήσεων, ενέργεια σχετικώς απλή, αν ληφθεί υπόψη ότι την πραγματογνωμοσύνη του γραφείου Galtier είχε παραγγείλει η ίδια η Scott.
123. Τούτο, ωστόσο, δεν συνέβη και ενδεχόμενη επιβολή στην Επιτροπή της πρόσθετης υποχρεώσεως περαιτέρω έρευνας, στο συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας, θα ενείχε τον κίνδυνο νομιμοποιήσεως κάθε μορφής παρελκυστικής τακτικής κατά τη διάρκεια διαδικασίας έλεγχου των κρατικών ενισχύσεων.
124. Εν ολίγοις, υπό τις ειδικές περιστάσεις της υποθέσεως, η εκ μέρους της Επιτροπής ολοκλήρωση του σταδίου της έρευνας και λήψη αποφάσεως βάσει των διαθέσιμων τη δεδομένη στιγμή στοιχείων ήταν νομότυπη. Εξάλλου, η απόφαση πρέπει να ελέγχεται από τον δικαστή βάσει των στοιχείων που η Επιτροπή μπορούσε να έχει στη διάθεσή της κατά την έκδοση της πράξεως. Ο έβδομος λόγος αναιρέσεως πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός και αρκεί για την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
125. Η εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή της βασιζόμενης στο κόστος μεθόδου, καθώς και το ειδικότερο σφάλμα που επισημαίνεται με τις σκέψεις 109 έως 110 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως θα εξετασθούν λεπτομερέστερα κατωτέρω, στο πλαίσιο της αναλύσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή.
3. Επί του ογδόου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από αντιστροφή του βάρους αποδείξεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
126. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως, καθώς έκρινε ότι η ίδια εβαρύνετο με την υποχρέωση να συλλέγει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν προσκόμισαν οι ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι, πάντως, έφεραν, κατά τον ισχυρισμό της Επιτροπής, το βάρος να παράσχουν τα στοιχεία που ήταν αναγκαία για την ενδεχόμενη λήψη αποφάσεως με διαφορετικό περιεχόμενο.
127. Η Scott υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρανόησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς το Πρωτοδικείο προέβη απλώς σε διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και στην επισήμανση ότι η Επιτροπή είχε παραβεί το καθήκον επιμέλειας που έχει.
β) Εκτίμηση
128. Ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
129. Χωρίς να απαιτείται υπεισέλευση στην ουσία του ζητήματος περί του βάρους αποδείξεως σε διαδικασία κρατικών ενισχύσεων, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το Πρωτοδικείο δεν αναγνώρισε εις βάρος της Επιτροπής υποχρέωση αναζητήσεως αποδεικτικών στοιχείων προς στήριξη της θέσεως που υποστήριζαν η Scott και οι γαλλικές αρχές. Το Πρωτοδικείο περιορίσθηκε, αντιθέτως, στην κρίση ότι το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή δεν μπορούσε να δικαιολογήσει απόφαση όπως η εκ μέρους της ληφθείσα.
130. Εν ολίγοις, το Πρωτοδικείο δεν μετέθεσε το αποδεικτικό βάρος στην Επιτροπή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε απλώς ότι, βάσει των στοιχείων που της είχαν παρασχεθεί, η Επιτροπή όφειλε, τηρώντας την αρχή της χρηστής διοικήσεως, να εμπλουτίσει την έρευνά της.
131. Φρονώ, συνεπώς, ότι ο όγδοος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.
4. Επί του ενάτου και του δωδεκάτου λόγου αναιρέσεως, που αφορούν το σύννομο της εφαρμογής, εκ μέρους της Επιτροπής, της μεθόδου του κόστους
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
132. Με τον ένατο και τον δωδέκατο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή βάλλει κατά δύο διαφορετικών πτυχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
133. Καταρχάς, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη, κρίνοντας ότι η προσφυγή της Επιτροπής στη μέθοδο του κόστους, για τον υπολογισμό του ύψους της ενισχύσεως, ήταν εσφαλμένη. Κατά την Επιτροπή, η μη ύπαρξη σύγχρονης με τη χορήγηση της ενισχύσεως εκτιμήσεως περί της αξίας του οικοπέδου καθιστούσε θεμιτή και εύλογη την εφαρμογή της μεθόδου του κόστους, η οποία λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν οι δημόσιες αρχές στο πλαίσιο της ενισχύσεως. Είναι αληθές ότι η αγοραία αξία ενός αγαθού δεν αντιστοιχεί κατ’ ανάγκην στο ύψος του ποσού που το εν λόγω αγαθό κόστισε, ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, εν προκειμένω, στο οικόπεδο που αποτελεί αντικείμενο της ενισχύσεως πραγματοποιήθηκαν ειδικές «κατά παραγγελία» εργασίες για τις συγκεκριμένες ανάγκες της Scott, γεγονός που καθιστά λιγότερο σημαντική την τιμή που θα μπορούσε να επιτευχθεί για το εν λόγω οικόπεδο στην ελεύθερη αγορά.
134. Δεύτερον, η Επιτροπή επικρίνει την άποψη που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο περί της ενδεχόμενης χρησιμότητας λήψεως υπόψη, για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου, της τιμής της μεταβιβάσεως του οικοπέδου το 1998. Κατά την Επιτροπή, ακόμη και αν θεωρηθεί ως αντιστοιχούσα στην τιμή που θα μπορούσε να επιτευχθεί στην αγορά τη δεδομένη χρονική στιγμή, η εν λόγω τιμή δεν προσφέρεται ως ένδειξη της προ ενδεκαετίας αξίας της ενισχύσεως. Ειδικότερα, αφενός, το 1987 ο τομέας του χάρτου οικιακής χρήσεως γνώριζε πλήρη άνθηση, ενώ το 1998 αντιμετώπισε σοβαρή κρίση, γεγονός που είχε ως επακόλουθο τη μείωση της αξίας του οικόπεδου και των εγκαταστάσεων. Αφετέρου, προϊόντος του χρόνου, όλων των αγαθών η αξία τείνει να μειώνεται και είναι, συνεπώς, εύλογο, να έχει υποστεί υποτίμηση, ένδεκα έτη μετά, και το αντικείμενο που αφορούσε η χορηγηθείσα στη Scott ενίσχυση.
135. Κατά τη Scott ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο δεν απέκλεισε τη δυνατότητα της Επιτροπής να προσφύγει, για τον προσδιορισμό του ύψους της ενισχύσεως, στη μέθοδο του κόστους. Το Πρωτοδικείο έκρινε απλώς ότι, εν προκειμένω, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αξιοποίησε προσηκόντως, για τον προσδιορισμό του ύψους της ενισχύσεως, την τιμή της πωλήσεως που έλαβε χώρα το 1998 συνιστά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που αυτή έχει.
136. Το Département du Loiret προβάλλει επιχειρήματα παρόμοια με αυτά της Scott και προσθέτει ότι η συλλογιστική της Επιτροπής είναι επί της ουσίας ανακόλουθη. Εάν πράγματι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η αγοραία αξία του ακινήτου εν έτει 1998 δεν αποτελεί στοιχείο λυσιτελές για τον προσδιορισμό του ύψους της ενισχύσεως εν έτει 1987, τότε στερείται ομοίως νοήματος και ο προσδιορισμός του εν λόγω ύψους βάσει της μέσης τιμής αγοράς του οικοπέδου, όπως αυτή διαμορφώνεται από τις τιμές αγοράς, σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές, ήτοι το 1975, το 1984 και το 1987, των τριών διαφορετικών τμημάτων του οικοπέδου, προσδιορισμός στον οποίο προέβη, αντιθέτως, η Επιτροπή.
β) Εκτίμηση
137. Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, καθώς και με τον δωδέκατο, ο οποίος επικαλύπτει τον ένατο λόγο σε σημαντικό βαθμό, η Επιτροπή βάλλει κατά του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ανακριβείς τις εκτιμήσεις της περί της αξίας του οικοπέδου που μεταβιβάσθηκε λόγω πωλήσεως στη Scott το 1987. Ο λόγος αναιρέσεως δεν αφορά τις παρατηρήσεις του Πρωτοδικείου περί της υποχρεώσεως της Επιτροπής να συναγάγει τα ορθά συμπεράσματα από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα τελευταία έγγραφα της Scott και των γαλλικών αρχών (στο σημείο αυτό εστιάζει ο έκτος λόγος αναιρέσεως, ο όποιος έχει ήδη εξετασθεί ανωτέρω). Ο υπό εξέταση λόγος αφορά, αντιθέτως, τη γενικότερη διαπίστωση του Πρωτοδικείου κατά την οποία η Επιτροπή όφειλε να εκτιμήσει το ύψος της ενισχύσεως με μεθόδους πιο αξιόπιστες από την εφαρμοσθείσα μέθοδο, η οποία βασίζεται στις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν οι δημόσιες αρχές.
138. Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, όπως επισημαίνει το ίδιο το Πρωτοδικείο, προκειμένου να εξακριβωθεί αν η πώληση οικοπέδου σε ιδιώτη εκ μέρους των δημοσίων αρχών συνιστά κρατική ενίσχυση είναι αναγκαία η προσφυγή στην αρχή του ιδιώτη επενδυτή που ενεργεί σε οικονομία αγοράς (54). Πρέπει, δηλαδή, να εξετασθεί αν το τίμημα που κατέβαλε ο φερόμενος αποδέκτης της ενισχύσεως, εν προκειμένω η Scott, αντιστοιχεί σε αυτό που θα είχε καταβληθεί υπό πραγματικές συνθήκες αν πωλητής δεν ήταν μια δημόσια αρχή αλλά ιδιώτης.
139. Η εφαρμογή της αρχής του ιδιώτη επενδυτή σε οικονομία αγοράς αποτελεί, εν γένει, σύνθετη οικονομική εκτίμηση, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να αναγνωρισθεί στην Επιτροπή ευρεία διακριτική ευχέρεια (55). Συνεπώς, όπως έχει επισημανθεί ανωτέρω, πρόκειται για πεδίο εντός του οποίου ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται, καταρχήν, στην ανίχνευση ενδεχόμενου πρόδηλου σφάλματος ή καταχρήσεως εξουσίας, καθώς και στο ζήτημα της τηρήσεως των κανόνων διαδικασίας και της ακριβείας των περιστατικών επί των οποίων η Επιτροπή θεμελίωσε την προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση (56).
140. Φρονώ ότι, εν προκειμένω, ο έλεγχος που το Πρωτοδικείο άσκησε επί της αποφάσεως της Επιτροπής υπερέβη τα εν λόγω όρια. Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά τον χρόνο χορηγήσεως της ενισχύσεως, οι γαλλικές αρχές δεν προέβησαν σε κάποια ανεξάρτητη εκτίμηση του οικοπέδου, ούτε εξήρτησαν την πώλησή του από προηγούμενη διαδικασία πλειοδοτικού τύπου, μέσω της οποίας θα μπορούσε να εξακριβωθεί το τίμημα που θα ήταν διατεθειμένοι να καταβάλουν πιθανοί αγοραστές. Επιπλέον, ακόμη και κατά τη διαδικασία εξακριβώσεως της υπάρξεως ενισχύσεως, η συμπεριφορά των γαλλικών αρχών και του εικαζόμενου λήπτη χαρακτηρίσθηκε, όπως επισήμανε η Επιτροπή και όπως επιβεβαίωσε το ίδιο το Πρωτοδικείο, από περιορισμένη διάθεση συνεργασίας και από την τάση παροχής, κατά τρόπο μάλλον έμμεσο παρά σαφή, πιθανών αποδεικτικών στοιχείων κατά το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας, όταν επέκειτο η λήψη της τελικής αποφάσεως.
141. Είναι πράγματι πιθανό, όπως εξάλλου αναγνωρίζει και η ίδια η Επιτροπή, να μην είναι απολύτως ακριβής η εκ μέρους της εκτίμηση της αξίας του οικοπέδου. Εντούτοις, γεγονός είναι ότι δεν αποδείχθηκε κάποια πρόδηλη πλάνη της Επιτροπής και ότι οι παρατηρήσεις του Πρωτοδικείου, πολλώ απέχουσες από την κατάδειξη τέτοιας πλάνης ή ανάλογης παραβιάσεως του κανονιστικού πλαισίου εκ μέρους της Επιτροπής, περιορίσθηκαν στην επισήμανση ορισμένων σφαλμάτων των οποίων η ύπαρξη, ακόμη και αν επιβεβαιωθεί, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στο σφάλμα υπολογισμού για το οποίο γίνεται λόγος με τις σκέψεις 109 έως 111 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως: πρόκειται, εξάλλου, για σφάλμα που ευνοεί τη Scott και του οποίου η διόρθωση θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε υψηλότερη τιμή του μεταβιβασθέντος οικοπέδου (και, συνεπώς, και της ενισχύσεως). Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο σφάλμα δεν μπορεί να δικαιολογήσει καθ’ εαυτό ακύρωση της επίδικης αποφάσεως δεν σημαίνει βεβαίως ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να το λάβει υπόψη: συναφώς, επιβάλλεται παραπομπή στην ανάλυση του δεκάτου λόγου αναιρέσεως.
142. Φρονώ, επομένως, ότι ο ένατος και ο δωδέκατος λόγος πρέπει, επίσης, να γίνουν δεκτοί και ότι το Δικαστήριο πρέπει, συνακολούθως, να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου.
5. Επί του δεκάτου, του δεκάτου τρίτου και του δεκάτου τετάρτου λόγου αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν το εκτιμηθέν από την Επιτροπή ύψος της ενισχύσεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
143. Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή βάλλει κατά ορισμένων ειδικών σημείων της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία επίσης αφορούν την εφαρμογή της μεθόδου του κόστους για τον προσδιορισμό του ύψους της ενισχύσεως. Ειδικότερα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αξία που η ίδια δέχθηκε ως αξία του οικοπέδου, η οποία ανέρχεται σε ποσό που υπερβαίνει κατά τι τα 70 εκατομμύρια FRF είναι, εν πάση περιπτώσει, χαμηλότερη από 80 εκατομμύρια FRF, ήτοι από την αξία που συνομολογήθηκε με την αρχική συμφωνία μεταξύ της Scott και των γαλλικών αρχών το 1987. Η Επιτροπή υποστηρίζει, εξάλλου, ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη, δεχόμενο ότι μπορούσε να περιλάβει, μεταξύ των στοιχείων που συνηγορούσαν υπέρ της ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, το πιθανό σφάλμα υπολογισμού υπέρ της Scott το οποίο επισημαίνεται με τις σκέψεις 109 έως 111 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
144. Με τον δέκατο τρίτο λόγο αναιρέσεως επαναλαμβάνονται επιχειρήματα παρόμοια με αυτά που προβάλλονται με τον δέκατο και με ορισμένους άλλους λόγους αναιρέσεως, καθώς επισημαίνεται για μια ακόμη αφορά ότι η εκτίμηση της αξίας του οικοπέδου στην οποία προέβη η Επιτροπή ήταν τόσο προσεκτική ώστε αυτή πράγματι συμφωνεί με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα έγγραφα που επικαλούνται η Scott και οι γαλλικές αρχές.
145. Με τον δέκατο τέταρτο λόγο αναιρέσεως επαναλαμβάνονται, όπως και με τον δέκατο τρίτο λόγο αναιρέσεως, επιχειρήματα τα οποία προβλήθηκαν με διάφορους άλλους λόγους και αφορούν τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της ενισχύσεως.
146. Η Scott εκτιμά ότι έχει ήδη απαντήσει στα επιχειρήματα της Επιτροπής στο πλαίσιο των προηγούμενων λόγων αναιρέσεως και επισημαίνει ότι, εν πάση περιπτώσει, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερείδεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια: συνεπώς, τα διάφορα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν θα πρέπει να εκληφθούν ως αυτοτελείς λόγοι ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, αλλά ως ενδείξεις της μη επιδείξεως, εκ μέρους της Επιτροπής, της δέουσας επιμέλειας.
β) Εκτίμηση
147. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως, φρονώ, συμφώνως προς τις παρατηρήσεις στις οποίες προέβην κατά την εξέταση των προηγούμενων λόγων, ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής πρέπει να γίνουν δεκτά. Πράγματι, βρισκόμεθα και εν προκειμένω ενώπιον σειράς εκτιμήσεων του Πρωτοδικείου οι οποίες οδήγησαν στην ακύρωση αποφάσεως περιλαμβάνουσας αρκετά σύνθετους οικονομικούς υπολογισμούς, χωρίς, ωστόσο, το ίδιο το Πρωτοδικείο να έχει επισημάνει, στη συλλογιστική της Επιτροπής, συγκεκριμένο πρόδηλο σφάλμα ή παράβαση των κανόνων διαδικασίας.
148. Αντιθέτως, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε ως στοιχείο υπαγορεύον την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως το σφάλμα υπολογισμού της ιδίας το οποίο ευνοεί τη Scott, προσφεύγουσα ενώπιον του Πρωτοδικείου. Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, όπως ορθώς επισημαίνει η Scott, η εν λόγω διαπίστωση δεν οδήγησε το Πρωτοδικείο απευθείας στην ακύρωση, αλλά αποτέλεσε απλή ένδειξη της παραβάσεως, εκ μέρους της Επιτροπής, του καθήκοντός της επιμέλειας. Μολονότι, όπως έχω ήδη επισημάνει ανωτέρω, δεν συμμερίζομαι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο, ότι δηλαδή η Επιτροπή δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια κατά τη διεξαγωγή της έρευνας επί της υποθέσεως, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι περιέλαβε το σφάλμα υπολογισμού υπέρ της Scott μεταξύ των στοιχείων βάσει των οποίων σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση.
149. Με τον δέκατο τρίτο και τον δέκατο τέταρτο λόγο αναιρέσεως, όπως έχει ήδη επισημανθεί, επαναλαμβάνονται απλώς, κατά τρόπο μάλλον συγκεχυμένο, παρατηρήσεις και επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο άλλων λόγων. Εκτιμώ, ως εκ τούτου, ότι καθ’ εαυτοί οι συγκεκριμένοι λόγοι ούτε χρήζουν ειδικής αναλύσεως ούτε μπορούν, κατά μείζονα λόγο, να γίνουν δεκτοί. Η πραγμάτευση των διαφόρων σκελών των δύο αυτών λόγων έχει ήδη γίνει στο πλαίσιο των λόγων αναιρέσεως με τους οποίους τα συγκεκριμένα επιχειρήματα προβλήθηκαν το πρώτον.
150. Οι θέσεις που διατυπώνει η Επιτροπή, στο πλαίσιο του δεκάτου τρίτου λόγου αναιρέσεως, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η εκτίμηση της αξίας του οικοπέδου στην οποία η ίδια προέβη ήταν συνετή και λογική, πρέπει να εκληφθούν, στον βαθμό κατά τον οποίο δεν αμφισβητούν εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου περί των πραγματικών περιστατικών, ως απλά επιχειρήματα προβαλλόμενα προς στήριξη της θέσεως, η οποία αναπτύσσεται ειδικότερα με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τα όρια εντός των οποίων οφείλει να ασκεί τον δικαστικό έλεγχο. Έχει ήδη επισημανθεί ότι η θέση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή και, επομένως, παρέλκει η εκ νέου αναφορά στο ζήτημα αυτό.
151. Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό, ενώ το δεύτερο πρέπει να απορριφθεί. Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί ο δέκατος τρίτος και ο δέκατος τέταρτος λόγος αναιρέσεως.
6. Επί του ενδεκάτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά την αποδεικτική αξία της αποφάσεως του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ορλεάνης
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
152. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας υπέρμετρη τη σημασία που η ίδια απέδωσε, κατά την εκτίμηση της αξίας του πωληθέντος στη Scott οικοπέδου, στην αξία που είχε προσδιορίσει για το εν λόγω οικόπεδο, τον Μάιο του 1994, το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Ορλεάνης. Κατά την Επιτροπή, το εν λόγω στοιχείο ήταν πολύ αξιόπιστο και ορθώς η ίδια το αξιοποίησε κατά τον υπολογισμό του ύψους της ενισχύσεως.
153. Η Scott προβάλλει άγνοια του εγγράφου στο οποίο αναφέρεται η Επιτροπή. Όπως υποστηρίζει, στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ορλεάνης της 27ης Μαΐου 1994 τα οποία έχει στην κατοχή της δεν περιλαμβάνονται τα αποσπάσματα που η Επιτροπή παραθέτει με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως.
β) Εκτίμηση
154. Είναι αναμφίβολο ότι η διατύπωση του υπό εξέταση λόγου αναιρέσεως εκ μέρους της Επιτροπής παρουσιάζει ορισμένες ατέλειες. Πράγματι, δεν καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός στα πρακτικά του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ορλεάνης που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο όλων των αποσπασμάτων που παραθέτει η Επιτροπή, ενώ οι αριθμοί των σελίδων στις οποίες αυτή παραπέμπει συναφώς με το υπόμνημά της προκαλούν απορίες (57).
155. Εντούτοις, παρά τις πολυάριθμες ανακρίβειες, οι οποίες χαρακτηρίζουν, άλλωστε, τα έγγραφα όλων των διαδίκων της υπό κρίση υποθέσεως, ο πυρήνας του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή παραμένει σαφής.
156. Το 1994 το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Ορλεάνης, εξετάζοντας το ζήτημα, σε χρονική στιγμή κατά την οποία δεν είχε ακόμη κινηθεί η διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, προσδιόρισε την «αρχική αξία» του οικοπέδου σε 10,9 εκατομμύρια FRF, διευκρινίζοντας επιπλέον ότι επρόκειτο για εκτίμηση αρκετά λογική.
157. Η Επιτροπή χρησιμοποίησε την ένδειξη αυτή ως στοιχείο για τον υπολογισμό της ενδεχόμενης κρατικής ενισχύσεως προς τη Scott, υποπίπτοντας, όπως επισημαίνει το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 109 έως 111 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, σε ερμηνευτικό σφάλμα, που είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση της αξίας του ακινήτου ανά τετραγωνικό μέτρο, προς όφελος της ίδιας της Scott.
158. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να βασισθεί στην εν λόγω αξία, καθώς το σημείο 2.2 των πρακτικών του δημοτικού συμβουλίου, στο οποίο περιλαμβάνεται η εν λόγω εκτίμηση, αποτελεί «σύντομη και χωρίς λεπτομερείς εξηγήσεις περίληψη» (58). Το Πρωτοδικείο προσέθεσε ότι, δεδομένου ότι δεν είναι γνωστές λεπτομέρειες περί του τρόπου κτήσεως του οικοπέδου εκ μέρους των γαλλικών δημοσίων αρχών, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να έχει αποτελέσει το οικόπεδο αντικείμενο απαλλοτριώσεως και, συνεπώς, η εν λόγω αξία να είναι χαμηλότερη της αγοραίας.
159. Εκτιμώ ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου είναι εσφαλμένη και ότι ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να γίνει δεκτός.
160. Όπως επισημάνθηκε, στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς της περί της υπάρξεως ενισχύσεως, η Επιτροπή προσδιόρισε την αξία του οικοπέδου, πολλά έτη μετά τα πραγματικά περιστατικά, εφαρμόζοντας το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή σε οικονομία αγοράς. Ανεξαρτήτως του ήδη εξετασθέντος ζητήματος περί της διακριτικής ευχέρειας που πρέπει να αναγνωρίζεται στην Επιτροπή σε ανάλογες καταστάσεις, φρονώ ότι η συμπεριφορά του εν λόγω οργάνου είναι, εν προκειμένω, καθ’ όλα νομότυπη. Εκτιμώ ότι, στο πλαίσιο καταστάσεως όπως αυτή που μόλις περιγράφηκε, συνιστά μεθοδολογικώς ορθή επιλογή η χρησιμοποίηση ως βάσεως μιας εκτιμήσεως της αξίας του οικοπέδου η οποία i) πραγματοποιήθηκε από μία εκ των δημοσιών αρχών που εμπλέκονται στην υπόθεση και ii) περιλαμβάνεται σε επίσημο έγγραφο.
161. Εκτιμώ ότι είναι, ομοίως, αβάσιμη η επιφύλαξη του Πρωτοδικείου που σχετίζεται με τη θέση ότι η επίσημη αυτή εκτίμηση ενδέχεται να μην είναι αξιόπιστη στην περίπτωση κατά την οποία οι δημόσιες αρχές απέκτησαν τα συναποτελούντα το ακίνητο τεμάχια κατόπιν απαλλοτριώσεως. Η ιδέα επί της οποίας βασίζεται η συγκεκριμένη θέση του Πρωτοδικείου είναι ότι η κτήση μέσω απαλλοτριώσεως μπορεί να είναι πιο δαπανηρή από την κτήση υπό τις κανονικές συνθήκες αγοράς, καθόσον περιλαμβάνει και τις ειδικές αποζημιώσεις που έχουν καταβληθεί στους κυρίους των απαλλοτριωθέντων ακινήτων.
162. Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση, αφενός, ότι η απαλλοτρίωση σκοπεί εκ φύσεως στην προώθηση του δημοσίου συμφέροντος έναντι των συμφερόντων των ιδιωτών και, ως εκ τούτου, δύσκολα μπορεί, στο πλαίσιο αυτής, να καταβληθεί σε ιδιώτη κύριο ποσό σημαντικά μεγαλύτερο της αγοραίας αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Το αντίθετο είναι, ενδεχομένως, πιθανότερο.
163. Αφετέρου, εντούτοις, και φρονώ ότι εδώ έγκειται η ουσία του ζητήματος, το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Ορλεάνης δεν προσδιόρισε το κόστος του οικοπέδου, αλλά την αξία του. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η εν λόγω εκτίμηση αποτέλεσε μόνον ένα εκ των στοιχείων που συνδιαμόρφωσαν την τελική απόφαση της Επιτροπής επί της ενισχύσεως.
164. Συνεπώς, ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή είναι επίσης βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
7. Επί του δεκάτου πέμπτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Πρωτοδικείου
165. Με τον δέκατο πέμπτο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως.
166. Η ανάπτυξη του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως καταλαμβάνει στην πραγματικότητα έξι μόνο σειρές στο δικόγραφο της Επιτροπής και δεν προσφέρει κάποιο στοιχείο πρόσθετο αυτών που παρασχέθηκαν με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως.
167. Είναι σαφές ότι λόγος αναιρέσεως προβαλλόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να γίνει δεκτός, εφόσον αυτός δεν συνοδεύεται από κάποιο επιχείρημα. Η απόρριψη του συγκεκριμένου λόγου επιβάλλεται δε κατά μείζονα λόγο διότι η παραμόρφωση πρέπει να αποδεικνύεται από τον αναιρεσείοντα κατά τρόπο αρκούντως λεπτομερή, με επακριβή επισήμανση των στοιχείων που παραμορφώθηκαν και των σφαλμάτων εκτιμήσεως στα οποία υπέπεσε το Πρωτοδικείο (59).
Λοιποί λόγοι
1. Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε επί τη βάσει στοιχείων τα οποία δεν επικαλέσθηκε η Scott
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
168. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθώς έλαβε υπόψη (60) τις «εναλλακτικές» εκτιμήσεις της αξίας του οικοπέδου, μολονότι η Scott δεν τις είχε ρητώς επικαλεσθεί με το δικόγραφό της προσφυγής της.
169. Κατά τη Scott δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω πλάνη, καθόσον με το δικόγραφο της προσφυγής της αμφισβήτησε τον προσδιορισμό του ύψους της ενισχύσεως και επικαλέσθηκε ειδικότερα το έγγραφο της 24ης Δεκεμβρίου 1999, το οποίο βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις εν λόγω διαφοροποιημένες εκτιμήσεις της αξίας του οικοπέδου.
β) Εκτίμηση
170. Ο προβαλλόμενος από την Επιτροπή λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
171. Το εισαγωγικό δικόγραφο που κατέθεσε η Scott ενώπιον του Πρωτοδικείου περιλαμβάνει αιτιάσεις ειδικώς περί της εκτιμήσεως της αξίας του οικοπέδου εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία αντιπαραβάλλεται προς την εκτίμηση των γαλλικών φορολογικών αρχών, ενώ γίνεται επίκληση του εγγράφου της 24ης Δεκεμβρίου 1999, το οποίο, κατά τη Scott, η Επιτροπή εσφαλμένως δεν έλαβε υπόψη (61).
172. Συνεπώς, δεδομένων των εν λόγω αιτιάσεων κατά της επίδικης αποφάσεως, οι οποίες συνοδεύθηκαν και από την προσκόμιση του εγγράφου που περιλαμβάνει την επίκληση των «εναλλακτικών» εκτιμήσεων της αξίας του οικοπέδου, το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς ότι νομιμοποιείται να ασκήσει έλεγχο, ως προς την αξία του οικοπέδου, βάσει των στοιχείων που του είχαν παρασχεθεί.
V – Πρόταση
173. Ανακεφαλαιώνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να επισημάνει αυτεπαγγέλτως την εμφιλοχώρηση σοβαρού λογικού σφάλματος στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, συνακολούθως, να την αναιρέσει. Επικουρικώς, προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτό τον έβδομο, τον ένατο, το πρώτο σκέλος του δεκάτου, τον ενδέκατο και τον δωδέκατο λόγο αναιρέσεως της Επιτροπής και να αναιρέσει, ούτως ή άλλως, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Όλως επικουρικώς, φρονώ ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως.
174. Εφόσον το Πρωτοδικείο περιορίσθηκε στην εξέταση ενός μόνον εκ των τεσσάρων λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η Scott με το δικόγραφο της προσφυγής της, ο βαθμός ωριμότητας των λοιπών λόγων δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς. Η υπόθεση πρέπει, ως εκ τούτου, να αναπεμφθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου.
175. Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
– να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου·
– να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ 2002, L 12, σ. 1.
3 – Απόφαση της 29ης Μαρτίου 2007, T‑369/00, Département du Loiret κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. II‑851).
4 – Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2008, C‑295/07 P, Επιτροπή κατά Département du Loiret (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
5 – Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2005, C‑276/03 P, Scott κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑8437).
6 – Οι δύο, δημοσιευθείσες την ίδια ημέρα, αποφάσεις είναι, αντιστοίχως, η απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, T‑369/00, Département du Loiret κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑1789), κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αναίρεση, και η απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, T‑366/00, Scott κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑1763), η αναίρεση της οποίας οδήγησε στην απόφαση που παρατίθεται στην υποσημείωση 5.
7 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, C‑232/05, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2006, σ. I‑10071).
8 – Σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
9 – Πρέπει, εντούτοις, να επισημανθεί ότι από μια σύντομη εξέταση του δικογράφου της αρχικής προσφυγής που άσκησε η Scott ενώπιον του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι, στην πραγματικότητα, η προσφεύγουσα χρησιμοποίησε τη μη συνεκτίμηση του εν λόγω εγγράφου προς θεμελίωση του πρώτου λόγου της προσφυγής της, ο οποίος αφορά προσβολή των δικονομικών της δικαιωμάτων και επί του οποίου δεν έλαβε ρητώς θέση το Πρωτοδικείο.
10 – Σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
11 – Σκέψη 106 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
12 – Σκέψη 123 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
13 – Σκέψη 137 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
14 – Σκέψη 151 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
15 – Σκέψη 154 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Ο κανονισμός για τον οποίο γίνεται λόγος είναι ο κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της [Σ]υνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).
16 – Επιβάλλεται, εν προκειμένω, η επισήμανση ότι η επίδικη απόφαση αφορά και την ενίσχυση που χορηγήθηκε υπό τη μορφή προνομιακού συντελεστή του τέλους εξυγιάνσεως. Εντούτοις, κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία, η προσφεύγουσα παραιτήθηκε των αιτιάσεων επί του συγκεκριμένου τμήματος της αποφάσεως, κατόπιν της επιλύσεως των σχετικών με την παραγραφή ζητημάτων. Βλ. σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
17 – Είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί, εν προκειμένω, ότι, στο πλαίσιο μιας παράδοξης συμπτώσεως, με την έτερη απόφαση επί της ιδίας διαφοράς, ήτοι με την απόφαση T‑369/00 η οποία δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 3), το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε κατά τον ακριβώς αντίστροφο τρόπο. Συγκεκριμένα, όπως έκρινε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 4), το Πρωτοδικείο ακύρωσε εν όλω την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει λόγου ακυρώσεως (εσφαλμένου υπολογισμού των τόκων) ο οποίος δικαιολογούσε την ακύρωση μόνον του άρθρου 2 της αποφάσεως ή μέρους αυτού.
18 – Σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
19 – Δεν πρέπει, εξάλλου, να λησμονείται ότι με την «παράλληλη» απόφαση επί της υποθέσεως T‑369/00, η οποία δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα, είχε ακυρωθεί εν όλω η επίδικη απόφαση. Επομένως, από πρακτικής τουλάχιστον απόψεως, τα αιτήματα της Scott είχαν ικανοποιηθεί πλήρως.
20 – Απόφαση της 20ης Φεβρουαρίου 1997, C‑166/95 P, Επιτροπή κατά Daffix (Συλλογή 1997, σ. I‑983, σκέψη 25).
21 – Αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1995, C‑19/93 P, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I‑3319, σκέψη 13), και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑535/06 P, Moser Baer India κατά Συμβουλίου (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 24). Υπό το ίδιο πνεύμα μπορεί να ερμηνευθεί και η απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2002, C‑23/00 P, Συμβούλιο κατά Boehringer (Συλλογή 2002, σ. I‑1873, σκέψη 46).
22 – Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, C‑17/07 P, Neirinck κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 38).
23 – Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2008, συνεκδικασθείσες αποφάσεις C‑341/06 P και C‑342/06 P, Chronopost κατά UFEX κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I‑4777, σκέψεις 46‑49).
24 – Η θέση αυτή διατυπώνεται ήδη με την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1959, 18/57, Nold κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 323). Βλ., ως πιο πρόσφατες, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Επιτροπή κατά Daffix (σκέψη 24), απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (Συλλογή 1998, σ. I‑1719, σκέψη 67), και απόφαση της 30ής Μαρτίου 2000, C‑265/97 P, VBA κατά Florimex κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑2061, σκέψη 114).
25 – Αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2009, C‑89/08 P, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 54 έως 57), και της 17ης Δεκεμβρίου 2009, C‑197/09 RX‑II, M κατά EMEA (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 57).
26 – Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, C‑252/96 P, Κοινοβούλιο κατά Gutiérrez de Quijano y Lloréns (Συλλογή 1998, σ. I‑7421, σκέψεις 29 έως 34), και διατάξεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑470/02 P, ΕΕΡ κατά M6 κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 69), και της 13ης Ιουνίου 2006, C‑172/05 P, Mancini κατά Επιτροπής, σκέψη 41.
27 – Βλ. και τις προτάσεις που ανέπτυξα την 15η Σεπτεμβρίου 2009 στην εκκρεμή επί του παρόντος υπόθεση C‑362/08 P, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (ειδικότερα δε το σημείο 90 και την υποσημείωση 23 αυτών).
28 – Σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
29 – Αποφάσεις της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑7869, σκέψεις 81 έως 83), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2005, Scott κατά Επιτροπής (σκέψη 33). Βλ., επίσης, τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας F. Jacobs επί της εν λόγω υποθέσεως Scott κατά Επιτροπής (σημεία 67 έως 69).
30 – Αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψεις 27 έως 29), και της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C‑301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. I‑307, σκέψεις 29 και 30).
31 – Βλ., συγκεκριμένα, τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
32 – Βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Φεβρουαρίου 2006, T‑34/02, Le Levant 001 κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II‑267, σκέψεις 91‑96), και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 4ης Απριλίου 2002, T‑198/01 R, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑2153, σκέψεις 85). Επιβάλλεται, εξάλλου, να επισημανθεί ότι, με την επί της ουσίας απόφαση επί της υποθέσεως Τ-198/01, το Πρωτοδικείο ακολούθησε κατά τρόπο πιο ορθόδοξο την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου: Βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T‑198/01, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑2717, σκέψεις 191‑195).
33 – Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T‑228/99 και T‑233/99, Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑435, σκέψεις 131 έως 143). Στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε την υποχρέωση ακροάσεως του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ως ουσιώδη τύπο η μη τήρηση του οποίου μπορεί να επισημανθεί αυτεπαγγέλτως.
34 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2005, C‑141/02 P, Επιτροπή κατά max.mobil (Συλλογή 2005, σ. I‑1283, σκέψη 72). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1983, 179/82, Lucchini κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3083, σκέψη 27), και της 31ης Μαρτίου 1992, C‑255/90 P, Burban κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I‑2253).
35 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24 απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (σκέψη 62).
36 – Απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C‑269/90 P, Technische Universität München (Συλλογή 1991, σ. I‑5469, σκέψεις 23‑25).
37 – Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, C‑16/90, Nölle (Συλλογή 1991, σ. I‑5163, σκέψεις 13 και 30 έως 32).
38 – Η υπογράμμιση δική μου.
39 – Βλ. σκέψη 56 αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
40 – Βλ. σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
41 – Βλ. σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
42 – Βλ. σκέψη 154 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
43 – Βλ. σκέψεις 152 και 154 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
44 – Αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2000, C‑83/98 P, Γαλλία κατά Ladbroke Racing και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑3271, σκέψη 25), και της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑487/06 P, British Aggregates κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 111).
45 – Αποφάσεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑88/03, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑7115, σκέψη 99), της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑66/02, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑10901, σκέψη 135), της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑456/00, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑11949, σκέψη 41), και της 7ης Μαρτίου 2002, C‑310/99, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑2289, σκέψη 46).
46 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44 απόφαση British Aggregates κατά Επιτροπής (σκέψη 114), καθώς και αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2003, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑328/99 και C‑399/00, Ιταλία και SIM 2 Multimedia κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑4035, σκέψη 39), και της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C‑56/93, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I‑723, σκέψη 11).
47 – Χαρακτηριστικό παράδειγμα του εν δυνάμει «διλήμματος» που αντιμετωπίζει ο δικαστής της Ένωσης προσφέρει, μεταξύ άλλων, η απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2007, C‑525/04 P, Ισπανία κατά Lenzing (Συλλογή 2007, σ. I‑9947, σκέψεις 56 έως 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
48 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑276/02, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑8091, σκέψη 31), της 29ης Απριλίου 2004, C‑277/00, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑3925, σκέψη 39), της 3ης Οκτωβρίου 2002, C‑394/01, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑8245, σκέψη 34), της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I‑4551, σκέψη 33), και της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 16).
49 – Βλ., επί παραδείγματι, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 47 απόφαση Ισπανία κατά Lenzing (σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
50 – Σκέψεις 110 και 111 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
51 – Σκέψη 115 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
52 – Σκέψεις 124 έως 142 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
53 – Βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2008, C‑405/07 P, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, (Συλλογή 2008, σ. Ι-8301, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
54 – Βλ. σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
55 – Βλ. προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 46 αποφάσεις Ιταλία και SIM 2 Multimedia κατά Επιτροπής (σκέψεις 38 και 39) και Βέλγιο κατά Επιτροπής (σκέψεις 10 και 11). Βλ., επίσης, τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας F. Jacobs στις 27 Οκτωβρίου 2005 στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑222/04, Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑289, σημείο 109 και υποσημείωση 35).
56 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 102 των παρουσών προτάσεων.
57 – Τον Σεπτέμβριο του 2007 η Επιτροπή κατέθεσε, συγχρόνως με την αίτησή της για υποβολή υπομνήματος απαντήσεως, το έγγραφο στο οποίο αυτή παρέπεμπε με την αίτησή της αναιρέσεως. Πρόκειται για την επίσημη μεταγραφή της συζητήσεως που προηγήθηκε της εγκρίσεως της αποφάσεως του δημοτικού συμβουλίου του Μαΐου του 1994. Δεν είναι, εντούτοις, αναγκαίο να τεθεί εν προκειμένω το ζήτημα του παραδεκτού του εν λόγω εγγράφου, καθόσον, όπως προκύπτει, το έγγραφο αυτό είναι αμιγώς παρεπόμενου χαρακτήρα σε σχέση με τη ληφθείσα από το δημοτικό συμβούλιο απόφαση, η οποία προσκομίσθηκε από την Επιτροπή ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου.
58 – Βλ. σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
59 – Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C-219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 50), και διάταξη της 16ης Δεκεμβρίου 2004, C‑222/03 P, APOL και AIPO κατά Επιτροπής, σκέψη 40.
60 – Βλ. σκέψεις 130 και 131 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
61 – Βλ. σημεία 9.3 και 9.4. του δικογράφου της προσφυγής που άσκησε η εταιρία Scott ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Full & Egal Universal Law Academy