ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 8ης Απριλίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑297/07
Staatsanwaltschaft Regensburg
κατά
Klaus Bourquain
[αίτηση του Landgericht Regensburg (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 35 ΕΕ – Κεκτημένο του Σένγκεν – Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν – Ερμηνεία του άρθρου 54 – Αρχή ne bis in idem – Καταδίκη ερήμην – Δεδικασμένο – Προϋπόθεση μη εκτέλεσης της ποινής»
I – Εισαγωγή
1. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας το Δικαστήριο διασαφήνισε τα κάπως ασαφή όρια της αρχής ne bis in idem, με νομολογία (2) της οποίας η γενικότερη σημασία δεν αναιρείται καθόλου από τις ιδιαιτερότητες κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης και στην οποία είχα και εγώ την τιμή να συμβάλω (3).
2. Όπως συμβαίνει και με ένα πίνακα ζωγραφικής, η συνολική εκτίμηση του έργου προϋποθέτει κάποια αποστασιοποίηση από το αντικείμενο, διότι ειδάλλως υπάρχει ο κίνδυνος να προσλαμβάνει ο φακός του ματιού μόνο το σχέδιο, την υφή και τη μάζα των χρωμάτων και να μην μπορεί να κατανοήσει το συνολικό νόημα του έργου.
3. Τούτο όμως ενδέχεται ενίοτε να είναι πραγματικά δύσκολο, όπως συμβαίνει στην προκείμενη υπόθεση, η οποία ανέκυψε από την παράδοξη συμπεριφορά ενός ατόμου που επιδιώκει να εξασφαλίσει το ευ ζην επικαλούμενο την καταδίκη του σε θάνατο (4) πριν από 47 έτη, με σκοπό την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem. Εδώ πρόκειται για το μεγαλείο και την αδυναμία του δικαίου.
II – Το νομικό πλαίσιο
Το κεκτημένο του Σένγκεν
4. Το εν λόγω σύστημα νομικών κανόνων περιλαμβάνει:
α) τη συμφωνία που υπέγραψαν στις 14 Ιουνίου 1985 στην πόλη του Λουξεμβούργου απ’ όπου έλαβε η συμφωνία το όνομά της τα κράτη της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Γαλλική Δημοκρατία, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (5),
β) τη σύμβαση εφαρμογής της παραπάνω συμφωνίας, της 19ης Ιουνίου 1990 (6) (στο εξής: Σύμβαση), η οποία καθιερώνει μέτρα συνεργασίας που θα αντισταθμίζουν την κατάργηση των εν λόγω ελέγχων,
γ) τα πρωτόκολλα και τις πράξεις προσχώρησης άλλων κρατών μελών, τις δηλώσεις και τις πράξεις της εκτελεστικής επιτροπής η οποία συστάθηκε με τη Σύμβαση, καθώς και τις πράξεις που έχουν εκδοθεί από τα όργανα τα οποία έχουν εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από την εν λόγω εκτελεστική επιτροπή (7).
5. Το Πρωτόκολλο (αριθ. 2) που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής: Πρωτόκολλο) ενσωματώνει το σύστημα αυτό κανόνων στην έννομη τάξη της Ένωσης και ισχύει, δυνάμει του άρθρου του 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στα δεκατρία κράτη μέλη που απαριθμούνται στο άρθρο 1 (8) μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ (δηλαδή από την 1η Μαΐου 1999).
6. Η απόφαση 2007/801/ΕΚ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 2007 (9), διεύρυνε σημαντικά το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν, καθόσον πρόβλεψε την πλήρη εφαρμογή των διατάξεών του στην Τσεχική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Εσθονίας, τη Δημοκρατία της Λεττονίας, τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, τη Δημοκρατία της Ουγγαρίας, τη Δημοκρατία της Μάλτας, τη Δημοκρατία της Πολωνίας, τη Δημοκρατία της Σλοβενίας και τη Σλοβακική Δημοκρατία.
7. Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (10) καθώς και η Ιρλανδία (11) δεν μετέχουν πλήρως στο κοινό αυτό σχέδιο και έχουν επιλέξει να μετέχουν σε συγκεκριμένα μόνο θέματα.
8. Η Κυπριακή Δημοκρατία (12), η Δημοκρατία της Βουλγαρίας και η Δημοκρατία της Ρουμανίας (13) δεσμεύονται βέβαια, από τον χρόνο της προσχώρησής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από το προαναφερθέν σύνολο κανόνων, αλλά για την εξακρίβωση της συνδρομής των αναγκαίων προϋποθέσεων για την εφαρμογή τους θα πρέπει να ενεργήσει το Συμβούλιο.
9. Όσον αφορά τις χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το άρθρο 6 του Πρωτοκόλλου επιβάλλει στη Δημοκρατία της Ισλανδίας και στο Βασίλειο της Νορβηγίας να θέσουν σε εφαρμογή και να αναπτύξουν το κεκτημένο του Σένγκεν, το οποίο έχει εφαρμογή στα κράτη αυτά από τις 25 Μαρτίου 2001 (14). Επιπλέον, μια συμφωνία σύνδεσης με την Ελβετική Συνομοσπονδία προβλέπει την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου αυτού (15) και είναι πιθανό, αν ληφθεί υπόψη το σχετικό σχέδιο απόφασης που έχει καταρτίσει το Συμβούλιο (16), ότι στη συμφωνία αυτή θα προσχωρήσει και το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν.
10. Κατά το προοίμιο του Πρωτοκόλλου, ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή ενοποίηση, ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση να αναπτυχθεί ταχύτερα σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.
11. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 20 Μαΐου 1999 τις αποφάσεις 1999/435/ΕΚ και 1999/436/ΕΚ, όπου όρισε το κεκτημένο του Σένγκεν και προσδιόρισε, δυνάμει των οικείων διατάξεων της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη νομική βάση για κάθε μία από τις διατάξεις που συνιστούν το κεκτημένο του Σένγκεν (17).
Ειδικότερα, η αρχή ne bis in idem
12. Ο τίτλος III της Σύμβασης, που επιγράφεται «Αστυνομία και ασφάλεια», αρχίζει με ένα κεφάλαιο που αφορά την «Αστυνομική συνεργασία» (άρθρα 39 έως 47), του οποίου έπεται το κεφάλαιο που αφορά τη «Δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις» (άρθρα 48 έως 53).
13. Το κεφάλαιο 3, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εφαρμογή της αρχής ne bis in idem», απαρτίζεται από τα άρθρα 54 έως 58, τα οποία έχουν ως νομική βάση τα άρθρα 34 ΕΕ και 31 ΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 2 και το παράρτημα Α της απόφασης 1999/436.
14. Το άρθρο 54 έχει ως εξής:
«Όποιος [καταδικάστηκε ή αθωώθηκε] αμετάκλητα από ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρον όμως ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει ήδη εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του συμβαλλομένου μέρους που επέβαλε την καταδίκη.»
Η γαλλική νομοθεσία
15. Συμμερίζομαι τον σκεπτικισμό ορισμένων από αυτούς που έχουν συμβάλει στον διάλογο στην προκείμενη προδικαστική υπόθεση (18), ο οποίος οφείλεται στο ότι τα στοιχεία που παρέχει η διάταξη περί παραπομπής για το ακριβές περιεχόμενο των εφαρμοστέων γαλλικών διατάξεων είναι πολύ φτωχά (19).
16. Το άρθρο 120 του γαλλικού Κώδικα Στρατιωτικής Δικαιοσύνης (20) επέτρεπε πάντως στον ερήμην δικασθέντα να ασκήσει ανακοπή εντός πέντε ημερών από την επίδοση ή κοινοποίηση της δικαστικής απόφασης και, στην περίπτωση της μη βέβαιης κοινοποίησης, πράγμα συχνότατο στις ερήμην διαδικασίες, επέτρεπε στον καταδικασθέντα να ασκήσει ανακοπή για όσο χρόνο δεν είχε παραγραφεί η ποινή.
17. Ο δε Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (21) προβλέπει εικοσαετή παραγραφή των ποινών από τον χρόνο της επιβολής τους (22).
18. Από την ερμηνεία του συνδυασμού των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η ερήμην εκδοθείσα δικαστική απόφαση, της οποίας δεν έχει αποδειχθεί η επίδοση ή κοινοποίηση (23), καθίσταται αμετάκλητη (24) μετά την παρέλευση είκοσι ετών από την απαγγελία της, ενώ θα ήθελα να επισημάνω ότι εν προκειμένω η προθεσμία παραγραφής συμπίπτει με την προθεσμία αναψηλάφησης (25).
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
19. Στις 26 Ιανουαρίου 1961 ο Klaus Bourquain, Γερμανός υπήκοος που κατατάχθηκε στη Γαλλική Λεγεώνα των Ξένων (26), δικάστηκε, κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από το Διαρκές Στρατοδικείο της ανατολικής ζώνης της Κωνσταντίνης, στην πόλη Bône (27).
20. Το εν λόγω στρατοδικείο, εφαρμόζοντας τον ισχύοντα τότε γαλλικό Ποινικό Κώδικα, έκρινε ότι είχε αποδειχθεί ότι ο K. Bourquain, κατά την απόπειρά του να λιποτακτήσει, πυροβόλησε και φόνευσε στις 4 Μαΐου 1960, στα σύνορα Αλγερίας-Τυνησίας, στην επαρχία El Tarf (28), έναν άλλο Γερμανό λεγεωνάριο, ο οποίος ήθελε να τον εμποδίσει να διαφύγει.
21. Ο καταδικασθείς ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον του στρατοδικείου, διότι κατέφυγε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, και η ποινή δεν εκτελέστηκε, μολονότι η περιουσία του τέθηκε υπό κατάσχεση, για να διασφαλιστεί η καταβολή των δικαστικών εξόδων.
22. Μετά τη δικαστική αυτή απόφαση δεν κινήθηκε καμία άλλη ποινική διαδικασία κατά του K. Bourquain στη Γαλλία ή στην Αλγερία· αντίθετα, οι αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας εξέδωσαν το 1962 ένταλμα σύλληψης, το οποίο απηύθυναν στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία όμως το απέρριψε.
23. Το 2002 η Staatsanwaltschaft Regensburg (Εισαγγελία του Regensburg) κίνησε διαδικασία που αποσκοπούσε στην παραπομπή του K. Bourquain σε δίκη στη Γερμανία για τα ίδια περιστατικά.
24. Η ποινή όμως που είχε επιβληθεί με την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1961 δεν μπορούσε να εκτελεστεί πλέον στη Γαλλία, διότι: (1) το 1968 η χώρα αυτή είχε χορηγήσει αμνηστία (29) για όλα τα εγκλήματα που διέπραξαν Γάλλοι στρατιωτικοί κατά τη διάρκεια των πολεμικών γεγονότων της Αλγερίας, (2) η ποινή είχε παραγραφεί το 1981 και (3) το ίδιο αυτό έτος καταργήθηκε (30) η θανατική ποινή.
25. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Landgericht Regensburg ζήτησε την έκδοση συμβουλευτικής γνώμης από το Max-Planck-Institut für ausländisches und internationales Strafrecht (Ινστιτούτο Max Planck Αλλοδαπού και Διεθνούς Ποινικού Δικαίου, στο εξής: Ινστιτούτο Max-Planck), το οποίο αποφάνθηκε ότι η ερήμην εκδοθείσα απόφαση έχει αποκτήσει ισχύ τόσο τυπικού όσο και ουσιαστικού δεδικασμένου, μολονότι δεν μπορεί να εκτελεστεί λόγω των ιδιαιτεροτήτων της γαλλικής νομοθεσίας, και επομένως απαγορευόταν η έναρξη νέας ποινικής δίκης.
26. Επιπλέον, το ίδιο αυτό δικαστήριο ζήτησε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Γαλλίας, βάσει του άρθρου 57 της Σύμβασης, να το πληροφορήσει αν οι γαλλικές αρχές θεωρούσαν ότι η απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1961 αποτελούσε, σύμφωνα με το άρθρο 54 της Σύμβασης, κώλυμα για την κίνηση νέας δίκης στη Γερμανία.
27. Ο Εισαγγελέας του Tribunal aux armées de Paris επιβεβαίωσε ότι η απόφαση αυτή έχει ισχύ δεδικασμένου, ότι έχει καταστεί αμετάκλητη από το 1981 και ότι δεν μπορεί να εκτελεστεί στη Γαλλία, λόγω παραγραφής της ποινής, ενώ παράλληλα έκρινε ότι εν προκειμένω δεν έχει εφαρμογή η προβλεπόμενη από τη Σύμβαση αρχή ne bis in idem (31).
28. Όλες αυτές οι διιστάμενες απόψεις ενισχύουν τις αμφιβολίες του Landgericht Regensburg, το οποίο ζητεί, με τη διάταξη περί παραπομπής, να εξακριβωθεί αν το άρθρο 54 της Σύμβασης απαιτεί να έχει εκτιθεί οποτεδήποτε η ποινή. Σύμφωνα με τη συλλογιστική του εν λόγω δικαστηρίου, το δικαίωμα να επιδιωχθεί η κίνηση νέας δίκης ενόσω τρέχει ακόμη η προθεσμία παραγραφής (32) σημαίνει ότι η ποινή δεν μπορεί να εκτιθεί παρά μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, δηλαδή μετά το χρονικό σημείο κατά το οποίο επέρχεται η παραγραφή της ποινής (33).
29. Για τους λόγους αυτούς το Landgericht Regensburg ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης επί του εξής ερωτήματος:
«Ισχύει η απαγόρευση ποινικής δίωξης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά όποιου έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε ένα συμβαλλόμενο μέρος, η οποία επιβάλλεται στα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη, ακόμη και στην περίπτωση που η ποινή που του επιβλήθηκε δεν κατέστη ποτέ δυνατόν να εκτιθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου μέρους που επέβαλε την καταδίκη;»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
30. Η διάταξη με την οποία υποβλήθηκε το παραπάνω προδικαστικό ερώτημα πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Ιουνίου 2007.
31. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 23 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου ο K. Bourquain, η Επιτροπή και η Τσεχική, η Ουγγρική, η Ολλανδική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση.
32. Μετά τη συνεδρίαση της διοικητικής ολομέλειας στις 19 Φεβρουαρίου 2008 μου γνωστοποιήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου ότι η προθεσμία για την υποβολή αίτησης για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζήτησης είχε λήξει στις 25 Φεβρουαρίου, χωρίς να υποβληθεί καμία τέτοια αίτηση, οπότε ο δρόμος ήταν ανοικτός για τη διατύπωση των προτάσεών μου.
V – Η ανάλυση του προδικαστικού ερωτήματος
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την αρχή ne bis in idem στο πλαίσιο του κεκτημένου του Σένγκεν
1. Το δισυπόστατο της εν λόγω αρχής
33. Το Δικαστήριο προσδίδει διαφορετική έκταση εφαρμογής στην αρχή ne bis in idem, ανάλογα με το αν αφορά τον τομέα του ανταγωνισμού (34) ή τον «τρίτο πυλώνα» της ΕΕ: σε αμφότερους τους τομείς έχει αναφερθεί στην απαγόρευση επιβολής διπλής ποινής, αλλά μόνο στον δεύτερο (35) επεκτείνει την εφαρμογή της αρχής αυτής, ώστε να καλύπτεται και η δυνατότητα δεύτερης δίωξης για τα ίδια περιστατικά (nemo debet bis vexari pro una et eadem causa).
34. Η πλήρης αναγνώριση των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων αποτελούσε πραγματική πρόκληση για το κοινοτικό δίκαιο, και το Δικαστήριο, χωρίς να αποφύγει την ανάληψη των ευθυνών του, αποφάνθηκε, σε σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, ότι το άρθρο 54 της Σύμβασης διασφαλίζει στα πρόσωπα για τα οποία έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση ότι θα μπορούν να ασκούν τη θεμελιώδη αυτή ελευθερία χωρίς να φοβούνται νέες ποινικές διώξεις σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος για τα πραγματικά περιστατικά που αφορούσε η δικαστική αυτή απόφαση (36).
2. Τα παραδοσιακά θεμέλια της αρχής αυτής
35. Το άρθρο 54 της Σύμβασης απαγορεύει τη διεξαγωγή περισσότερων της μιας ποινικών διαδικασιών κατά του ίδιου ατόμου για την ίδια παράνομη πράξη, καθώς και την ενδεχόμενη πολλαπλή επιβολή ποινής, διότι θα επρόκειτο για ανεπίτρεπτη επανειλημμένη άσκηση της ποινικής αξίωσης της πολιτείας (37).
36. Η ασφάλεια δικαίου παρέχει στον κατηγορούμενο την εγγύηση ότι, σε περίπτωση αθώωσής του, δεν θα δικαστεί δεύτερη φορά για την πράξη του και ότι, σε περίπτωση καταδίκης του, δεν θα τιμωρηθεί εκ νέου.
37. Δεν θα πρέπει άλλωστε να μη ληφθεί υπόψη ότι η δικαιοσύνη στηρίζει λειτουργικά την αναλογικότητα, ώστε να απαγορεύεται η άθροιση των ποινών (38): μολονότι δηλαδή κάθε ποινή έχει, πέρα από την κοινωνική επανένταξη (39), διττό σκοπό, αφενός την καταστολή και αφετέρου την αποτροπή, καθόσον επιβάλλει κύρωση για ορισμένη συμπεριφορά και αποθαρρύνει τους λοιπούς πιθανούς δράστες, πρέπει επίσης να διασφαλίζει τη στάθμιση των σκοπών αυτών, διατηρώντας την κατάλληλη ισορροπία, προκειμένου να τιμωρεί τη συγκεκριμένη συμπεριφορά και να είναι συγχρόνως παραδειγματική.
38. Τέλος, η νομιμότητα της αρχής ne bis in idem στηρίζεται επίσης, ως βασική απαίτηση της έννομης τάξης, στον σεβασμό του δεδικασμένου.
3. Οι τελευταίες εξελίξεις
α) Από την μεταξύ κρατών εμπιστοσύνη…
39. Στην έννοια αυτή, που είναι αρκετά πρόσφατη στο πλαίσιο της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής ποινικής δικαιοσύνης, στηρίζεται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης (40), η οποία καθιερώθηκε με το σημείο 33 των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 16ης Οκτωβρίου 1999 (41).
40. Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (42), βασίζεται άμεσα, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 10, σε «υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών».
41. Όλα τα ανωτέρω προμήνυαν ότι δεν θα αργούσε να εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου, το οποίο, με την πρώτη ευκαιρία που του δόθηκε (43), τόνισε τη σημασία της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση κατά το άρθρο 54 της Σύμβασης, αφού για την εφαρμογή του άρθρου αυτού κάθε κράτος μέλος οφείλει να δέχεται την εφαρμογή του ποινικού δικαίου που ισχύει στα λοιπά κράτη μέλη, ακόμη και αν το δικό του δίκαιο κατέληγε σε διαφορετική λύση. Με άλλα λόγια, από την άποψη των αποτελεσμάτων, η ratio της αμοιβαίας εμπιστοσύνης έχει μια ωφελιμιστική χροιά, όταν χρησιμοποιείται για τη θεμελίωση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης.
42. Εντούτοις, η διευκρίνιση αυτή του Δικαστηρίου, μολονότι διευκολύνει την επίλυση των διαφορών σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι ανεπαρκής σε άλλες, κυρίως επειδή αυτό το σύστημα ενισχυμένης συνεργασίας απονέμει στα διάφορα εθνικά δικαστήρια πρωταγωνιστικό ρόλο, ο οποίος απαιτεί ιδιαίτερα ερμηνευτικά προσόντα (44).
43. Μια από τις ενδεδειγμένες μεθόδους για την επίλυση των συγκεχυμένων καταστάσεων θα ήταν η εναρμόνιση (45) του ποινικού ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου των κρατών μελών, καθόσον οι ενδοιασμοί σε σχέση με τη λήψη αποφάσεων σε αυτόν τον τομέα του δικαίου εξαλείφονται συνήθως, όταν διαπιστώνεται ότι οι ποινικές αποφάσεις που εκδίδονται στα άλλα κράτη παρέχουν τις ίδιες εγγυήσεις.
44. Εν τω μεταξύ η αρχή ne bis in idem εξακολουθεί να στηρίζεται στην ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, διότι, ανεξάρτητα από το αν η σύγκλιση θα γίνει κάποτε πραγματικότητα, το άρθρο 54 της Σύμβασης δεν εξαρτάται από την προσέγγιση των ποινικών νομοθεσιών των κρατών μελών (46), αλλά, αντίθετα, το κύρος του ενισχύεται ακριβώς από την έλλειψη προσέγγισης.
45. Ενώ μεταξύ των κρατών μελών ισχύει το τεκμήριο ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, κυρίως σε σχέση με τα θεμελιώδη δικαιώματα, η πείρα δείχνει ότι η αμοιβαία εμπιστοσύνη ισχύει ως κανονιστική αρχή που συμπυκνώνει τους ερμηνευτικούς κανόνες των υποχρεώσεων των σχετικών με τον «τρίτο πυλώνα» και επιτελεί παρόμοια λειτουργία με την αρχή της έντιμης συνεργασίας (47).
46. Η αμοιβαία αναγνώριση, μολονότι πηγάζει από το αφηρημένο πεδίο της συνεργασίας μεταξύ κρατών, υλοποιείται και καθίσταται απτή στις ατομικές εγγυήσεις (48) και φθάνει μέχρι τη διακρίβωση των συνήθων προτύπων στον τομέα των δικαιωμάτων, όπου η επίκλησή της από όσους εφαρμόζουν το δίκαιο αυξάνει συνήθως τις πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας.
β) … στην αναγνώριση δικαιώματος του συγκεκριμένου ατόμου
47. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει, η αποδέσμευση των θεμελιωδών ελευθεριών (όπως είναι η ελεύθερη κυκλοφορία) από την απαγόρευση δίωξης ή επιβολής ποινής «δύο φορές για το ίδιο πράγμα» απαιτεί ακόμη εργώδεις προσπάθειες, οι οποίες είναι δικαιολογημένες, αν ληφθεί υπόψη ο βαθμός ολοκλήρωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία ο πολίτης αντιμετωπίζεται ως φορέας δικαιωμάτων και ως ο τελικώς ωφελούμενος από τις εγγυήσεις που παρέχουν οι σχετικές διατάξεις (49).
48. Δεν βλέπω όμως να υπάρχει κανένα εμπόδιο για τη συμπλήρωση (όχι για την αντικατάσταση) των κατευθυντήριων γραμμών της συνεργασίας μεταξύ κρατών, οι οποίες στηρίζονται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, με μια οπτική που θα είχε ως πλαίσιο αναφοράς την εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων (50), καθόσον η αρχή ne bis in idem εμφανίζεται, έναντι της ποινικής αξίωσης της πολιτείας, ως εκδήλωση της δικαστικής προστασίας, η οποία απορρέει από το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (51) και έχει τυπική ισχύ συνταγματικού κανόνα σε ορισμένα από τα κράτη που μετέχουν στο κεκτημένο του Σένγκεν (52).
49. Ο κανόνας ne bis in idem αποκτά το πραγματικό ρυθμιστικό περιεχόμενό του με τη διαμόρφωση ενός δικαιώματος του ενδιαφερομένου να μην υφίσταται την άσκηση ποινικής δίωξης παρά μία και μόνο φορά (53), πράγμα που σημαίνει ότι έχει γερά θεμέλια, τα οποία συμβάλλουν στην κάλυψη των αδυναμιών (54) ορισμένων θεσμών, όπως είναι η παραγραφή, το δεδικασμένο ή οι διάφορες θεωρίες της αναλογικότητας, οι οποίες δεν μπορούν να θεραπευθούν ικανοποιητικά χάρη στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και μόνο μεταξύ των κρατών (55).
50. Τα πράγματα είναι σαφέστερα μετά την αυτοτελή διακήρυξη της αρχής ne bis in idem στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (56), του οποίου το άρθρο 50 ορίζει ότι «κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τοn νόμο».
51. Μεταξύ των διαφόρων πτυχών των θεμελιωδών δικαιωμάτων ιδιαίτερη σπουδαιότητα έχει η ανάγκη οριοθέτησης της έννοιας της αμοιβαίας αναγνώρισης και των σχετικών εξαιρέσεων (57), εφόσον τα δικαιώματα αυτά αντιστοιχούν σε κοινές αρχές που αναγνωρίζουν όλα τα κράτη μέλη (58).
Η έννοια της «αμετάκλητης δικαστικής απόφασης»
52. Η διατύπωση του ερωτήματος του Landgericht Regensburg δείχνει ότι το δίλημμα του δικαστηρίου αυτού αφορά μόνο το περιεχόμενο του άρθρου 54 της Σύμβασης, το οποίο απαγορεύει την άσκηση δίωξης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή «δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί».
53. Εντούτοις, πρέπει, με δεδομένα τα πραγματικά περιστατικά, να εξεταστεί καταρχάς αν η ερήμην καταδίκη συνιστά «αμετάκλητη καταδίκη», κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης, αν ληφθεί υπόψη ότι η άμεση εκτέλεση της ποινής είναι αδύνατη, λόγω της υποχρέωσης διεξαγωγής νέας δίκης στις περιπτώσεις σύλληψης του ερήμην καταδικασθέντος.
1. Η ερμηνεία της
54. Η προπαρατεθείσα απόφαση Kretzinger απέφυγε να ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό (59), καθόσον με τη σκέψη 67 έγινε δεκτό ότι δεν ήταν «αναγκαίο να εξεταστεί […] αν μια ερήμην εκδοθείσα απόφαση, η εκτελεστότητα της οποίας μπορεί να εξαρτάται από προϋποθέσεις βάσει του άρθρου 5, σημείο 1, της αποφάσεως-πλαισίου, πρέπει να θεωρείται απόφαση με την οποία ένα πρόσωπο καταδικάστηκε αμετάκλητα κατά το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ».
55. Το Δικαστήριο πάντως επέλεξε ένα ευρύ κριτήριο, με το οποίο επιβεβαιώνεται ότι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να γίνονται σεβαστές οι αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η δίωξη σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο κινήθηκε η σχετική διαδικασία.
56. Έτσι, το Δικαστήριο περιέλαβε στην έννοια της αμετάκλητης απόφασης την απόσβεση της ποινικής αξίωσης της πολιτείας κατόπιν της εκ μέρους του εισαγγελέα θέσης της υπόθεσης στο αρχείο χωρίς την παρέμβαση δικαστικού οργάνου (υπόθεση Gözütok και Brügge), καθώς και τις αποφάσεις οριστικής απαλλαγής του κατηγορουμένου λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων (υπόθεση Van Straaten) ή λόγω παραγραφής του εγκλήματος (υπόθεση Gasparini κ.λπ.).
57. Επιπλέον, μολονότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κειμένων του άρθρου 54 της Σύμβασης στις διάφορες γλώσσες (60), διαγράφεται σαφέστατα ο σκοπός της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων εντός ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και, αν δεν γινόταν δεκτή, λόγω των ιδιαιτεροτήτων των εθνικών ένδικων διαδικασιών, μια ευρεία αντίληψη για την έννοια της αμετάκλητης απόφασης, θα διακυβευόταν η επίτευξη του σκοπού αυτού.
58. Το αρχέτυπο του δεδικασμένου (61) σημαίνει ότι η δικαστική απόφαση καθίσταται νομικά απρόσβλητη, είτε επειδή δεν προβλέπεται κανένα ένδικο μέσο κατ’ αυτής είτε επειδή το προβλεπόμενο ένδικο μέσο δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (62).
2. Η ερήμην εκδιδόμενη απόφαση
59. Οι διαφορετικές αντιλήψεις των κρατών σχετικά με τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ερήμην εμποδίζουν την απρόσκοπτη συνεργασία στον τομέα του ποινικού δικαίου, πράγμα που άλλωστε τονίστηκε με ορισμένες πρόσφατες πρωτοβουλίες (63), με τις οποίες επιδιώκεται η επίτευξη κάποιας ομοιομορφίας χάρη στη θέσπιση κριτηρίων που στηρίζονται σε κοινούς κανόνες που αποσκοπούν στην εξάλειψη των διαφορών αυτών.
60. Εν προκειμένω, οποιαδήποτε μεταγενέστερη απόφαση θα προσέκρουε προφανώς, από την άποψη του άρθρου 54 της Σύμβασης, στον «αμετάκλητο» χαρακτήρα της απόφασης του δικαστηρίου της Bône.
61. Εντούτοις, οι οποιεσδήποτε αμφιβολίες δεν θα διαρκούσαν πολύ, αφού, όπως δήλωσε ο Εισαγγελέας του Tribunal aux armées de Paris, η απόφαση είχε αποκτήσει την ισχύ δεδικασμένου το 1981, δηλαδή πριν από την έναρξη της δίκης στη Γερμανία· για τη δήλωση δε αυτή (64) δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα κύρους από την άποψη του κοινοτικού δικαίου.
62. Το Δικαστήριο πάντως πρέπει να λάβει υπόψη ότι το άρθρο 54 της Σύμβασης δεν απαιτεί να καθίσταται η απόφαση αμετάκλητη αμέσως μετά τη δημοσίευσή της, διότι αρκεί να έχει καταστεί αμετάκλητη κατά την έναρξη της δεύτερης δίκης (65), η οποία, στην περίπτωση του K. Bourquain, άρχισε το 2002, αφού η απόφαση του στρατοδικείου είχε αποκτήσει ήδη την ισχύ δεδικασμένου σύμφωνα με την εφαρμοστέα γαλλική νομοθεσία.
63. Εξάλλου, σύμφωνα με διάφορα νομοθετικά κείμενα (66), η παρουσία του κατηγορουμένου κατά τη δίκη διασφαλίζει τη δυνατότητα υπεράσπισής του και το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη (67)· ακόμη και η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 (68) υποχρεώνει το κράτος που επιδιώκει την εκτέλεση ποινής που έχει επιβληθεί ερήμην να παρέχει στον καταδικασθέντα επαρκείς εγγυήσεις για το ότι θα μπορεί να ζητήσει τη διεξαγωγή νέας δίκης, κατά την οποία θα γίνουν σεβαστά τα θεμελιώδη δικαιώματά του.
64. Αν η εγγύηση αυτή που προβλέπεται για τον κατηγορούμενο μετατρεπόταν σε προϋπόθεση που θα αναιρούσε την εφαρμογή άλλων δικαιωμάτων, το αποτέλεσμα θα ήταν η διαμόρφωση μιας παράλογης κατάστασης και θα επερχόταν σε περίπτωση που η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem περιοριζόταν στις αποφάσεις μόνο που απαγορεύουν την αναψηλάφηση ή κάθε επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του κατηγορουμένου.
65. Για τους παρατιθέμενους ανωτέρω λόγους, η ερήμην εκδιδόμενη καταδικαστική απόφαση πρέπει να θεωρείται «αμετάκλητη» στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 54 της Σύμβασης.
Γ – Η προϋπόθεση «μη έκτισης της ποινής»
66. Στην προκείμενη προδικαστική υπόθεση όλοι συμφωνούν ότι κατά την έναρξη της δίκης στη Γερμανία η ποινή δεν μπορούσε να εκτιθεί στη Γαλλία, διότι όχι μόνο είχε παραγραφεί, αλλά, επιπλέον, η χώρα αυτή είχε καταργήσει τη θανατική ποινή και προηγουμένως είχε θεσπίσει νόμο για τη χορήγηση αμνηστίας για τα γεγονότα της Αλγερίας.
67. Με το ερώτημα του Landgericht Regensburg επιδιώκεται όμως να διευκρινιστεί αν το εμπόδιο στην έκτιση της ποινής πρέπει να είναι μεταγενέστερο της επιβολής της, όπως υποστηρίζει η Ουγγρική Κυβέρνηση, κατά την οποία το άρθρο 54 της Σύμβασης αφορά μεν τη μεταγενέστερη παρεμβολή εμποδίων, αλλά δεν ρυθμίζει την περίπτωση στην οποία η έκτιση της ποινής είναι ευθύς εξαρχής αδύνατη, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, όπου η μη εμφάνιση του K. Bourquain καθιστούσε μη πραγματοποιήσιμη τη διεξαγωγή νέας διαδικασίας για την εκτέλεση της ποινής.
68. Η εν λόγω κυβέρνηση στηρίζεται στο γράμμα του άρθρου 54, και συγκεκριμένα στο χωρίο ότι η ποινή «δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί», και συνάγει, εκ του εναντίου, ότι η ποινή πρέπει να μπορούσε να εκτιθεί προγενέστερα.
69. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό, διότι το γράμμα των διατάξεων δεν έχει αξιωματική ισχύ, όπως άλλωστε είχε ήδη την ευκαιρία να τονίσει το Δικαστήριο (69)· επιπλέον, νομίζω ότι η φράση αυτή, λόγω της συντομίας της, δηλώνει απλώς ότι η ποινή δεν καθίσταται εκτελεστή πριν επιδιωχθεί η κίνηση νέας δίκης, πράγμα που διασφαλίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διάταξης.
70. Το άρθρο 54 όμως αφορά διατάξεις του εθνικού ποινικού δικαίου οι οποίες, λόγω της φύσης τους ως ultima ratio, αποκλείουν κάθε ευρεία ερμηνεία (70) που θα ήταν αντίθετη στην αρχή της νομιμότητας (71), η οποία ισχύει σύμφωνα με τις κοινές παραδόσεις των κρατών (72) και έχει ενσωματωθεί ρητά στο κοινοτικό δίκαιο (73).
71. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω εκτιθέμενα, έχει ενδιαφέρον η παρατήρηση της Ολλανδικής Κυβέρνησης ότι δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι μια αμετάκλητη απόφαση μπορεί να επιβάλλει ποινές μη εκτελεστές (74).
72. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να καταβληθεί προκειμένου να αξιολογηθεί το περιεχόμενο της διάταξης, η οποία προβλέπει την εκτελεστότητα της ποινής και όχι της δικαστικής απόφασης.
73. Κατόπιν της επιφύλαξης αυτής, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ εκτελεστής δικαστικής απόφασης και εκτελεστού τίτλου (75): μολονότι δηλαδή η γαλλική νομοθεσία δεν επιτρέπει την εκτέλεση της ποινής, αν δεν διεξαχθεί προηγουμένως νέα δίκη, τούτο δεν θίγει σε καμία περίπτωση την αξία της δικαστικής απόφασης ως νομικού τίτλου που αφορά ipso jure το πρόσωπο και την περιουσία του κατηγορουμένου, πράγμα που αποδεικνύεται τόσο από την επανεξέταση της ευθύνης του K. Bourquain στο πλαίσιο νέας δίκης, όσο και από την κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων.
74. Παράλληλα, η ποινή θα γινόταν εκτελεστή, αφού θα εξαλειφόταν το διαδικαστικό κώλυμα που της στερούσε μεν την πρακτική σημασία της, χωρίς όμως να θίγει το εγγενές κύρος της (76), το οποίο πρέπει να διακρίνεται από την πρακτική αποτελεσματικότητά της.
75. Για όλους τους παραπάνω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 54 της Σύμβασης υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και την ποινή που επιβλήθηκε με αμετάκλητη απόφαση και η οποία, λόγω των δικονομικών ιδιαιτεροτήτων της εθνικής νομοθεσίας, δεν θα μπορούσε ποτέ να εκτιθεί.
Δ – Περί της αμνηστίας, της αρχής ne bis in idem και της διαφορετικής φύσης τους
76. Το γεγονός ότι δεν εξετάζω το ζήτημα πώς η κατάργηση της θανατικής ποινής και η παραγραφή της ποινής εμποδίζουν την εκτέλεση της απόφασης του δικαστηρίου της Bône δεν οφείλεται στην πρόθεσή μου να παρακάμψω το πρόβλημα: αφενός το γεγονός ότι η απάντηση είναι οφθαλμοφανής και αφετέρου η ανάγκη σεβασμού της αποκλειστικής αρμοδιότητας του εθνικού δικαστηρίου θα καθιστούσαν περιττή και αντενδεδειγμένη την εξέταση αυτή.
77. Εντούτοις, θα ήταν σώφρον να εξεταστούν, σύντομα έστω, οι συνέπειες της αμνηστίας, δεδομένου ότι αυτός ο κατ’ εξαίρεση εφαρμοζόμενος μηχανισμός επιείκειας εμφανίζεται υπό πολλές διαφορετικές μορφές στα διάφορες έννομες τάξεις.
78. Το δεύτερο συμπληρωματικό πρωτόκολλο της Σύμβασης της. Γενεύης (77) συσχετίζει την αμνηστία με την ανάγκη ειρήνευσης και συμφιλίωσης μετά από περιόδους αναταραχής, κατά τις οποίες έχουν σημειωθεί βίαιες αντιπαραθέσεις εντός μιας κοινωνίας.
79. Σκοπός είναι η κατασίγαση των παθών που έχουν προκληθεί, με συγκεκριμένα αίτια, από συλλογικές πράξεις που έχουν δημιουργήσει πολιτικό και κοινωνικό διχασμό σε ορισμένη πληθυσμιακή ομάδα.
80. Ο όρος αυτός καλύπτει, υπό ευρεία έννοια (78), όλα τα μέτρα άφεσης ή κατάργησης της ποινής, ακόμη και την απονομή χάρης(79), ενώ σύμφωνα με άλλη αντίληψη καλύπτει μόνο τις γενικής φύσης αποφάσεις του Κοινοβουλίου που λαμβάνονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει η εθνική νομοθεσία για την ψήφιση των νόμων.
81. Οι διαφορές που υπάρχουν στην Ευρώπη μεταξύ αυτών των μέτρων επιείκειας οφείλονται σε πληθώρα κριτηρίων, τα οποία αφορούν τόσο το είδος ή τον σκοπό των μέτρων αυτών, όσο και την κατηγορία των εγκλημάτων για τα οποία μπορούν να εφαρμόζονται (80), αλλά δεν αναιρούν ούτε το γεγονός ότι με τα μέτρα αυτά επέρχεται απόσβεση του ius puniendi σε όλα τα κράτη ούτε το αναντίρρητο γεγονός ότι μη δικαστικές αρχές καταργούν, με τη λήψη τέτοιων μέτρων, τα αποτελέσματα δικαστικής απόφασης (81).
82. Αυτό το πλέγμα των μέτρων επιείκειας, τα οποία διαφέρουν μεν λόγω των αντιλήψεων στις οποίες στηρίζονται, αλλά τείνουν στην επίτευξη του ίδιου σκοπού, αποτελούν ένα άρρηκτο σύνολο γνήσιων εκδηλώσεων πολιτικής βούλησης που στηρίζονται σε αρχές σκοπιμότητας, οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στην κυριαρχική εξουσία των κρατών να ρυθμίζουν τις εσωτερικές διενέξεις τους.
83. Η αμοιβαία εμπιστοσύνη, σε συνδυασμό με την κοινοτική αρχή ne bis in idem, δεν θα έπρεπε να καλύπτει τις περιπτώσεις μη έκτισης ποινής που οφείλονται στην εκ μέρους των εθνικών αρχών κατ’ εξαίρεση άσκηση των εξουσιών αυτών, διότι η λογική της αμοιβαίας αναγνώρισης παύει να λειτουργεί στη σφαίρα της εφαρμογής του νόμου από τα δικαστήρια και αλλάζει κατεύθυνση υπό την επήρεια παραγόντων που έχουν έντονα πολιτικό και κοινωνιολογικό χαρακτήρα.
84. Δεν είναι τυχαίο ότι η απόφαση-πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ανάγει την αμνηστία σε έναν από τους λόγους για τους οποίους αποκλείεται οπωσδήποτε η εκτέλεση της ποινής, εφόσον το κράτος εκτέλεσης έχει αρμοδιότητα για τη δίωξη της αξιόποινης πράξης σύμφωνα με το ποινικό του δίκαιο (άρθρο 3, παράγραφος 1).
85. Ούτε από την άποψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων μπορεί η αμνηστία να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση της ποινής με βάση την αρχή ne bis in idem, διότι, ανεξάρτητα από το ότι μπορεί να αναχθεί σε επικίνδυνο καταλύτη για την προσβολή των δικαιωμάτων αυτών (82), πρόκειται εδώ για δύο διαφορετικές διαστάσεις: η αμνηστία στηρίζεται σε βάση η οποία δεν έχει τίποτε κοινό με τις αξίες τις οποίες ενσαρκώνουν τα θεμελιώδη δικαιώματα, καθόσον χορηγείται βάσει τόσο αόριστων και τυχαίων παραμέτρων, οι οποίες υπερβαίνουν την κλασική νομική λογική, ώστε να αποκλείεται κάθε δυνατότητα δικαστικού ελέγχου (83).
VI – Πρόταση
86. Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 54 της Σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, η οποία υπογράφηκε στις 19 Ιουνίου 1990, έχει την έννοια ότι όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε ένα κράτος δεν επιτρέπεται να διωχθεί για τα ίδια πραγματικά περιστατικά σε άλλο κράτος, εφόσον η ποινή που του επιβλήθηκε δεν κατέστη ποτέ δυνατόν να εκτιθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους που επέβαλε την καταδίκη.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Την αρχή αυτή εξέτασε το Δικαστήριο σε επτά υποθέσεις: αποφάσεις της 11ης Φεβρουαρίου 2003, C-187/01 και C-385/01, Gözütok και Brügge (Συλλογή 2003, σ. I-1345)· της 10ης Μαρτίου 2005, C-469/03, Miraglia (Συλλογή 2005, σ. I-2009)· της 9ης Μαρτίου 2006, C-436/04, Van Esbroeck (Συλλογή 2006, σ. I-2333)· της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C-150/05, Van Straaten (Συλλογή 2006, σ. I-9327)· της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C-467/04, Gasparini κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-9199)· της 18ης Ιουλίου 2007, C-288/05, Kretzinger (Συλλογή 2007, σ. I-6441), και της 18ης Ιουλίου 2007, C‑367/05, Kraaijenbrink (Συλλογή 2007, σ. I-6619).
3 – Βλ. προτάσεις μου στις υποθέσεις Gözütok και Brügge, Van Esbroeck και Van Straaten, τις οποίες ανέπτυξα στις 19 Σεπτεμβρίου 2002, στις 20 Οκτωβρίου 2005 και στις 8 Ιουνίου 2006 αντίστοιχα. Στις υπόλοιπες υποθέσεις, πλην της υπόθεσης Miraglia, στην οποία εκδόθηκε απόφαση χωρίς να διατυπωθούν προτάσεις, τις προτάσεις διατύπωσε η γενική εισαγγελέας E. Sharpston, και συγκεκριμένα στις 15 Ιουνίου 2006 στην υπόθεση Gasparini κ.λπ. και στις 5 Δεκεμβρίου 2006 στις υποθέσεις Kretzinger και Kraaijenbrink.
4 – Νίτσε, Φ., Το λυκόφως των ειδώλων, εκδ. Βάνιας, Αθήνα, 2008: ο Νίτσε, με τον όγδοο αφορισμό του, που περιλαμβάνεται στα Γνωμικά και Αποφθέγματα, κάνει λόγο, μιλώντας για τον αγώνα για επιβίωση, για την ικανότητα του ανθρώπινου είδους να αξιοποιεί τις αντιξοότητες: «Αυτό που δεν με σκοτώνει, με κάνει ισχυρότερο». Στην Ισπανία θα έλεγε κανείς τη χαρακτηριστική παροιμία «lo que no mata engorda».
5 – ΕΕ 2000, L 239, σ. 13.
6 – ΕΕ 2000, L 239, σ. 19.
7 – ΕΕ 2000, L 239, σ. 63 επ.
8 – Βασίλειο του Βελγίου, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ελληνική Δημοκρατία, Βασίλειο της Ισπανίας, Γαλλική Δημοκρατία, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, Δημοκρατία της Αυστρίας, Πορτογαλική Δημοκρατία, Ιταλική Δημοκρατία, Δημοκρατία της Φινλανδίας, Βασίλειο των Κάτω Χωρών, Βασίλειο της Σουηδίας και Βασίλειο της Δανίας, αν και το τελευταίο αυτό κράτος μέλος υπάγεται σε ειδικό καθεστώς, που του επιτρέπει να μην εφαρμόζει τις αποφάσεις που λαμβάνονται στον οικείο τομέα.
9 – ΕΕ L 323, σ. 34.
10 – Αποφάσεις του Συμβουλίου 2000/365/ΕΚ, της 29ης Μαΐου 2000 (ΕΕ L 131, σ. 43), και 2004/926/ΕΚ, της 22ας Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ L 395, σ. 70), σχετικά με τη θέση σε εφαρμογή από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας μερών του κεκτημένου του Σένγκεν.
11 – Στην αίτηση του κράτους μέλους αυτού δόθηκε απάντηση με την απόφαση 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002 (ΕΕ L 64, σ. 20).
12 – Άρθρο 3, παράγραφος 2, της Πράξης περί των όρων προσχώρησης (ΕΕ 2003, L 236, σ. 50).
13 – Άρθρο 4, παράγραφος 2, της Πράξης περί των όρων προσχώρησης (ΕΕ 2005, L 157, σ. 203).
14 – Στις 19 Δεκεμβρίου 1996 τα δεκατρία κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είχαν υπογράψει μέχρι τότε τις συμφωνίες του Σένγκεν και τα προαναφερθέντα σκανδιναβικά κράτη υπέγραψαν στο Λουξεμβούργο ειδική συμφωνία, κατόπιν της οποίας συνήφθη στις 18 Μαΐου 1999 από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας συμφωνία σχετικά με τη σύνδεση των εν λόγω χωρών προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την περαιτέρω ανάπτυξη του κεκτημένου Σένγκεν (ΕΕ L 176, σ. 36). Δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 4, της τελευταίας αυτής συμφωνίας, το Συμβούλιο όφειλε να ορίσει την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της συμφωνίας για τα νέα συμβαλλόμενα μέρη, οπότε, για την εκπλήρωση της υποχρέωσής του αυτής, εξέδωσε την απόφαση 2000/777/ΕΚ, της 1ης Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ L 309, σ. 24), με την οποία όρισε γενικά ως ημερομηνία έναρξης την 25η Μαρτίου 2001 (άρθρο 1).
15 – Εγκρίθηκε με την απόφαση 2004/860/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ L 370, σ. 78).
16 – Πρόταση αποφάσεως του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2006 [COM (2006), 752 τελικό].
17 – ΕΕ L 176, σ. 1 και 17 αντιστοίχως.
18 – Βλ. ειδικότερα τα εκτιθέμενα από την Ουγγρική Κυβέρνηση στο σημείο 8 των παρατηρήσεών της.
19 – Δυστυχώς η Γαλλική Δημοκρατία και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν κατέθεσαν παρατηρήσεις, πράγμα που θα έδιδε τη δυνατότητα κάλυψης ορισμένων κενών.
20 – Ο εν λόγω κώδικας, μολονότι έχει καταργηθεί, ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην κύρια δίκη χρόνο, και συγκεκριμένα υπό τη μορφή που είχε το 1958 και η οποία ανέτρεχε σε ένα νόμο της 9ης Μαρτίου 1928.
21 – Άρθρο 133.2 του εν λόγω κώδικα, υπό τη σημερινή μορφή του, και άρθρα 639, 640 και 763 του κειμένου που ίσχυε κατά τον χρόνο της ανθρωποκτονίας.
22 – Η Πορτογαλική Δημοκρατία, στο σημείο 27 των παρατηρήσεών της, αναφέρεται στο άρθρο 639 του γαλλικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, από το οποίο συνάγεται ότι η παραγραφή της ποινής αρχίζει να τρέχει πριν από τη σύλληψη του ερήμην καταδικασθέντος: «αν ο ερήμην καταδικασθείς παραδοθεί ή συλληφθεί πριν παραγραφεί η ποινή [...]».
23 – Δεν υπάρχει εν προκειμένω καμία ένδειξη ότι η απόφαση κοινοποιήθηκε στον καταδικασθέντα.
24 – Στην περίπτωση αυτή χρησιμοποιείται στα γαλλικά ο όρος «irrévocabilité», ο οποίος περιγράφει την τυπικά τελειωτική δικαστική απόφαση.
25 – Τούτο προκύπτει από την έκθεση του Εισαγγελέα του Tribunal aux armées de Paris, στην οποία θα αναφερθώ λεπτομερέστερα παρακάτω.
26 – Ανεξάρτητα από τη συμμετοχή του στον πόλεμο της Αλγερίας, αυτό το επίλεκτο σώμα των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων, το οποίο ιδρύθηκε το 1831 από τον βασιλιά Λουδοβίκο-Φίλιππο Α΄, έγραψε στο Μεξικό στις 30 Απριλίου 1863 μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας του, με τη μάχη του Camarón, όπου 65 περίπου στρατιώτες υπό τις διαταγές του Jean Danjou αντιστάθηκαν για δέκα ολόκληρες ώρες στις εφόδους χιλιάδων στρατιωτών του μεξικανικού τακτικού στρατού. Το ιστορικό αυτό επεισόδιο αποτυπώθηκε πιστά σε μυθιστόρημα από τον J. Mañes, στο ElmitodeCamerone, 2η έκδοση, Hergué Editorial, Huelva, 2005.
27 – Πρόκειται για τη σημερινή πόλη της Αλγερίας Ανάμπα, η οποία στην αρχαιότητα ήταν γνωστή με το όνομα Ιππώνα, της οποίας επίσκοπος από το 396 μέχρι το 430 ήταν ο Αυγουστίνος.
28 – Παρά το αδιαπέραστο όριο μεταξύ πραγματικότητας και μυθιστοριογραφίας, οι περιστάσεις αυτού του λυπηρού συμβάντος θυμίζουν το έργο του Α. Καμύ, ΟΞένος (εκδ. Γράμματα, Αθήνα 1989). Ο βραβευμένος με το Νόμπελ συγγραφέας αυτός, ο οποίος γεννήθηκε στην Αλγερία, διηγείται, με απροκάλυπτα υπαρξιακό τρόπο, τις περιπέτειες του Meursault, ενός ατόμου που δείχνει πλήρη αδιαφορία για τον θάνατο της μητέρας του ή για την προοπτική του γάμου και του οποίου η απάθεια τον οδηγεί στο σημείο να πυροβολήσει τον «Άραβα», για τον λόγο και μόνο ότι αισθάνθηκε να τον τυφλώνει η αντανάκλαση του ηλίου πάνω στη λάμα του μαχαιριού του, απάθεια που συνεχίζεται άλλωστε κατά τη διάρκεια της δίκης του, η οποία καταλήγει στην καταδίκη του σε θάνατο, αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος δήλωσε, προκαλώντας ιλαρότητα στο ακροατήριο, ότι το μόνο ελατήριο για την πράξη του ήταν ο ήλιος.
29 – Νόμος της 31ης Ιουλίου 1968.
30 – Με τον νόμο 81-908, της 9ης Οκτωβρίου [Journalofficiel της 10ης Οκτωβρίου 1981, σ. 2759). Πρόσφατα, κατόπιν της μεταρρύθμισης που επέφερε ο συνταγματικός νόμος 2007-239, της 23ης Φεβρουαρίου 2007 (Journalofficiel της 24ης Φεβρουαρίου 2007, σ. 3355), η Γαλλική Δημοκρατία ενσωμάτωσε την κατάργηση αυτή στο άρθρο 66 του Συντάγματός της.
31 – Η αντίληψη αυτή ενέχει πρόδηλη αντίφαση, διότι, ανεξάρτητα από το αν η ποινή έχει ή δεν έχει εκτιθεί ή εκτίεται, η άλλη προϋπόθεση εφαρμογής της εν λόγω αρχής είναι ότι η ποινή «δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί» σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που επέβαλε την καταδίκη.
32 – Τονίζω και πάλι ότι πρόκειται για προθεσμίες που τρέχουν παράλληλα.
33 – Εσκεμμένα αποφεύγω οποιαδήποτε νύξη στη μη έκτιση της ποινής λόγω της χορήγησης αμνηστίας, διότι πρόκειται για ζήτημα του οποίου η επίλυση εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να αποφανθεί για τα πιθανά αποτελέσματά του από την άποψη του άρθρου 54 της Σύμβασης.
34 – Η απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1972, 7/72, Boehringer Mannheim κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 313), την ανήγαγε σε γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.
35 – Ο Vervaele, J., «El principio non bis in idem en Europa», στο La orden de detención et entrega europea, Arroyo, L., και Nieto, A., εκδ. Universidad de Castilla-La Mancha, Cuenca, 2006, σ. 229, τονίζει ότι η εν λόγω αρχή έχει περιορισμένη έκταση εφαρμογής στο δίκαιο του ανταγωνισμού.
36 – Σκέψεις 38, 32, 57 και 27 των αποφάσεων που εκδόθηκαν στις υποθέσεις Gözütok και Brügge, Miraglia, Van Straaten και Gasparini κ.λπ. αντίστοιχα.
37 – Προτάσεις στις υποθέσεις Gözütok και Brügge (σημεία 48 επ.), και Van Esbroeck (σημεία 18 επ.).
38 – Μολονότι το θέμα είναι τόσο πεζό που δεν προσφέρεται για λογοτεχνική αξιοποίηση, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητος ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει την αρχή αυτή ο Αλέξανδρος Δουμάς, ο οποίος, στο έργο του Impressionsdevoyage (Εντυπώσεις ταξιδιών) (Michel Lévy Frères, Libraires-Éditeurs, Παρίσι, 1855, σ. 57), συσχετίζει την αρχή αυτή, χαριτολογώντας βέβαια και χωρίς καμία νομική ακριβολογία, με τη δυσκολία έκτισης μιας ποινής δύο φορές, όταν περιγράφει την αλάθητη μέθοδο που εφάρμοζε ο καδής με σκοπό την απλοποίηση της απονομής της δικαιοσύνης στο Κάιρο: όταν συλλαμβάνεται ένας κλέφτης, του κόβουν ένα αυτί, οπότε, σε περίπτωση υποτροπής, «δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση, εκτός αν έχει ξαναφυτρώσει το αυτί, πράγμα σπάνιο· έτσι, του κόβουν το άλλο αυτί, δυνάμει του νομικού αξιώματος non bis in idem».
39 – Henzelin, M., «Ne bis in idem, un principe à géométrie variable», Revue Pénale Suisse, τόμος 123, 2005, τεύχος 4, Stämpfli éditions SA, σ. 347.
40 – Η αρχή αυτή πρέπει να γίνει δεκτή χωρίς κανένα ενδοιασμό, αφού, όπως ορθά υπενθυμίζει ο Moreiro González, C. J., στο Lasclaúsulasdeseguridadnacional, Ed. Iustel, Portal Derecho S. A., Μαδρίτη, 2007, σ. 132 και 133, η συγκατάθεση των κρατών αποτελεί την αρχή βάσει της οποίας δημιουργούνται οι κανόνες του διεθνούς δικαίου και ανακύπτει το θεμελιώδες ζήτημα των υποχρεώσεων που τα δεσμεύουν.
41 – Λίγο αργότερα, η έννοια της εμπιστοσύνης διασαφηνίστηκε στο Πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων (ΕΕ 2001, C 12, σ. 10), με σκοπό «την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, αλλά και της προστασίας των δικαιωμάτων των προσώπων. [...] Η εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων μαρτυρεί την εμπιστοσύνη κάθε κράτους μέλους προς τα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης των υπολοίπων. Αυτή η εμπιστοσύνη στηρίζεται ειδικότερα στο κοινό υπόβαθρο που αποτελεί η προσήλωσή τους στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και στο κράτος δικαίου».
42 – ΕΕ L 190, σ. 1.
43 – Με τη σκέψη 33 της προαναφερθείσας αποφάσεως Gözütok και Brügge, με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε αυτά που είχα εκθέσει στο σημείο 124 των προτάσεών μου.
44 – Η προνομιακή πείρα που έχω αποκτήσει ως δικαστής στη χώρα μου και ως γενικός εισαγγελέας στο Λουξεμβούργο μου παρέχουν επιπλέον τη δυνατότητα να διαφωνήσω με τις σκέψεις που αναπτύσσει ο Flore D., «La notion de confiance mutuelle: l’alpha ou l’oméga d’une justice pénale européenne», στο Laconfiancemutuelledansl’espacepénaleuropéen/MutualTrustintheEuropeanCriminalArea, Éditions de l’Université de Bruxelles, 2005, σ. 17: «Αν ένας δικαστής στις Βρυξέλλες μπορεί να έχει ανησυχία ως προς τις ικανότητες του συναδέλφου του στην Αρλόν ή στη Μπρυζ, πώς να μη συμβαίνει το ίδιο και σε σχέση με τις αποφάσεις ενός άλλου, μακρινού, συναδέλφου του, τον οποίο ούτε έχει δει ποτέ ούτε θα δει, ο οποίος εκδίδει αποφάσεις σε μια χώρα την οποία ο πρώτος δεν γνωρίζει και στην οποία δεν θα πατήσει πιθανώς ποτέ το πόδι του και ο οποίος δεν έχει πιθανώς το ίδιο καθεστώς με αυτόν ούτε την ίδια ανεξαρτησία και εφαρμόζει άλλο δίκαιο και ομιλεί άλλη γλώσσα; [...]».
45 – Η εναρμόνιση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως στόχος, αλλά σε καμία περίπτωση ως η μόνη προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός κοινού χώρου δικαιοσύνης, ελευθερίας και ασφάλειας.
46 – Σκέψη 32 της προαναφερθείσας αποφάσεως Gözütok και Brügge.
47 – De Schutter, O., «La contribution du contrôle juridictionnel à la confiance mutuelle», στο La confiance mutuelle dans l´espace pénal européen/Mutual Trust in the European Criminal Area, Éditions de l´Université de Bruxelles, 2005, σ. 103.
48 – Θα ήθελα να τονίσω ότι η αρχή ne bis in idem εμπεριέχει μία από αυτές τις ατομικές εγγυήσεις.
49 – Με τις προτάσεις που ανέπτυξα στις υποθέσεις Gözütok και Brügge επισήμανα αυτή την έλλειψη ευαισθητοποίησης και τόνισα ότι τα άρθρα 54 επ. της Σύμβασης πρέπει να ερμηνεύονται από τη σκοπιά του πολίτη (σημεία 114 και 115).
50 Κατά τον Peers, S., EUJusticeandHomeAffairsLaw, 2η έκδοση, Oxford University Press, 2006, σ. 460, στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν, λόγω του υψηλού βαθμού ολοκλήρωσης που έχει επιτευχθεί, ορισμένα μέτρα ποινικής συνεργασίας, τα οποία θα συμβάλουν στην επεξεργασία και ανάπτυξη των κανόνων του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
51 – Με τις προτάσεις μου στις υποθέσεις Gözütok και Brügge προτείνω αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση.
52 – Ο κανόνας αυτός απαντά επίσης σε διεθνείς συμφωνίες, όπως είναι το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, της 19ης Δεκεμβρίου 1966 (άρθρο 14, παράγραφος 7), ή το πρωτόκολλο αριθ. 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (άρθρο 4). Τα κείμενα όμως αυτά αφορούν τα αποτελέσματα που παράγει η εν λόγω αρχή στο εσωτερικό κάθε κράτους και εγγυώνται την εφαρμογή της εντός των ορίων της δικαιοδοσίας κάθε κράτους χωριστά.
53 – Κατά τη γενική εισαγγελέα E. Sharpston, «το κράτος έχει μία ευκαιρία να εκτιμήσει και να κρίνει την εγκληματική συμπεριφορά που καταλογίζεται σε ένα άτομο» (σημείο 92 των προτάσεών της, της 15ης Ιουνίου 2006, στην υπόθεση Gasparini κ.λπ.).
54 – Οι αδυναμίες αυτές οφείλονται στην έλλειψη εναρμόνισης του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου.
55 – Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η προαναφερθείσα υπόθεση Gasparini κ.λπ., στην οποία το Δικαστήριο υιοθέτησε μια μαξιμαλιστική στάση ως προς την αμοιβαία εμπιστοσύνη, μη δεχόμενο τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston, η οποία θεωρεί αντίθετα ότι η έννοια αυτή δεν αποτελεί εύλογη βάση για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στις αποφάσεις με τις οποίες παύει η ποινική δίκη λόγω παραγραφής (σημεία 108 επ. των προτάσεων).
56 – Με τις προτάσεις μου της 12ης Σεπτεμβρίου 2006 στην υπόθεση C-303/05, Advocaten voor de Wereld, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 3 Μαΐου 2007 (Συλλογή 2007, σ. I-3633), υποστήριξα τα εξής: «πρέπει […] να καθιερωθεί ο Χάρτης ως ουσιώδες ερμηνευτικό εργαλείο στο πλαίσιο της προασπίσεως των εγγυήσεων για τους πολίτες οι οποίες αποτελούν μέρος της κληρονομιάς των κρατών μελών. Η πρόκληση αυτή πρέπει να αντιμετωπιστεί με σύνεση, αλλά και σοβαρότητα, με την απόλυτη πεποίθηση ότι, εφόσον η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι αναγκαία στο πλαίσιο του κοινοτικού πυλώνα, δεν είναι πλέον δυνατό να αγνοείται στο πλαίσιο του τρίτου πυλώνα, διότι, λόγω της ίδιας της φύσεως του περιεχομένου του, ο Χάρτης μπορεί να επηρεάσει καίρια την προσωπική ελευθερία η οποία προϋποθέτει όλες τις λοιπές». Ομοίως η Συνθήκη της Λισαβόνας, της 13ης Δεκεμβρίου 2007, τροποποίησε το άρθρο 6 ΕΕ, στο οποίο πρόσθεσε την ακόλουθη παράγραφο: «Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες».
57 – Τούτο απορρέει από το άρθρο 6 ΕΕ και το άρθρο 1, παράγραφος 3, της προαναφερθείσας απόφασης-πλαίσιο 2002/584.
58 – Σκέψεις 34, 37 και 38 της απόφασης της 14ης Οκτωβρίου 2004, C-36/02, Omega (Συλλογή 2004, σ. I‑9609).
59 – Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε αντίθετα από τη γενική εισαγγελέα E. Sharpston με τις προτάσεις της της 5ης Δεκεμβρίου 2006, όπου υποστηρίζει ότι η ερήμην εκδιδόμενη απόφαση παρέχει, λόγω της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, την προστασία που προβλέπει το άρθρο 54 της Σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (σημείο 101).
60 – Στις διαφορές αυτές έχω επίσης αναφερθεί σε άλλο πλαίσιο, όταν ανέπτυξα τις προτάσεις μου στις υποθέσεις Gözütok και Brügge.
61 – Σύμφωνα με το άρθρο 1 της πρωτοβουλίας της Ελληνικής Δημοκρατίας –που απορρίφθηκε– για την έκδοση της απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem (ΕΕ 2003, C 100, σ. 24 έως 27), τελεσίδικη θεωρείται κάθε απόφαση που παράγει δεδικασμένο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Μια άλλη αντίληψη εκφράζουν οι Almagro, J., και Tomé, J., InstitucionesdeDerechoProcesal. ProcesoPenal, Ed. Trivium, Μαδρίτη, 1994, σ. 347, και ο Cortés, V., DerechoProcesal. ParteGeneral. ProcesoCivil, 6η έκδοση, Ed. Tirant lo Blanch, Βαλένθια, 1992, μέρος I (τόμος I), σ. 488.
62 – Την αντίληψη αυτή εκφράζουν η γαλλική φράση «définitivement jugé», η αγγλική «finally disposed», η γερμανική «rechtskräftig abgeurteilt» ή η ιταλική «giudicata con sentenza definitiva», μολονότι σε άλλα δίκαια, όπως π.χ. το ισπανικό (βλ. το ισπανικό κείμενο του άρθρου 54 της Σύμβασης), οι αποφάσεις αυτού του είδους χαρακτηρίζονται ως «αμετάκλητες», καθόσον γίνεται δεκτό ότι «sentencia definitiva» («οριστική απόφαση») είναι μόνο αυτή που επιλύει τη διαφορά πρωτοδίκως.
63 – Βλ. π.χ. τις πρωτοβουλίες της Σλοβενικής, της Γαλλικής, της Τσεχικής, της Σουηδικής, της Σλοβακικής και της Γερμανικής Κυβέρνησης, καθώς και της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, τις οποίες περιέλαβε το Συμβούλιο σε ένα έγγραφο εργασίας (5213/08) της 14ης Ιανουαρίου 2008 και οι οποίες αποσκοπούν στη διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας και της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων που εκδίδονται ερήμην.
64 – Θα πρέπει να τονιστεί εδώ ότι η δήλωση αυτή συμπίπτει με τα στοιχεία που παρέχονται με το προδικαστικό ερώτημα, αφού με την έκδοση της δικαστικής απόφασης άρχισε να τρέχει η προθεσμία προσβολής της από τον καταδικασθέντα, καθώς και η προθεσμία παραγραφής της ποινής, οπότε για την απόφαση ισχύει, μετά τη λήξη αμφότερων αυτών των προθεσμιών και λόγω της μη ύπαρξης πλέον καμιάς δυνατότητας άσκησης αναψηλάφησης, τόσο το τυπικό όσο και το ουσιαστικό δεδικασμένο.
65 – Εν προκειμένω θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν διευκρινιστικά οι προτάσεις μου στην υπόθεση Van Esbroeck, με τις οποίες ανέλυσα το ζήτημα της διαχρονικής εφαρμογής του άρθρου 54 της Σύμβασης.
66 – Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
67 – Πρόκειται για το δικαίωμα του κατηγορουμένου να γνωρίζει την κατηγορία που έχει απαγγελθεί κατ’ αυτού, να δικαστεί από αμερόληπτο δικαστή, να επικουρείται από δικηγόρο και να μετέχει στην αποδεικτική διαδικασία.
68 – Άρθρο 5, σημείο 1.
69 – Με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 173/88, Henriksen (Συλλογή 1989, σ. 2763), απορρίφθηκε αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση, καθόσον «δεν είναι δυνατή η εκτίμηση του περιεχομένου της επίμαχης εννοίας βάσει μιας αποκλειστικά κατά λέξη ερμηνείας» (σκέψη 11).
70 – Οι Berdugo, I., Arroyo, L., García, N., Ferré, J., και Ramón, J., στο Lecciones de Derecho penal. Partegeneral, Ed. Praxis, Βαρκελώνη, 1996, σ. 37, τονίζουν ότι η αρχή της νομιμότητας απαιτεί τον σεβασμό «του τομέα που μπορεί να ρυθμίζεται μόνο με νόμο και αποτελεί μονοπώλιο του Κοινοβουλίου, το οποίο και μόνο ορίζει τις αξιόποινες συμπεριφορές και προβλέπει τις ποινές, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα ρύθμισης με οποιαδήποτε άλλη νομική διάταξη κατώτερης τυπικής ισχύος ή με έθιμο· απαιτεί επίσης την τήρηση του επακριβούς, ειδικού ή επιτακτικού χαρακτήρα των ποινικών διατάξεων, της απαγόρευσης της ευρείας ερμηνείας και της αναλογίας in malam partem, καθώς και της απαγόρευσης της αναδρομικότητας των δυσμενέστερων για τον κατηγορούμενο ποινικών διατάξεων […]». Παρόμοια άποψη εκφράζει και ο Vogel, J., «Principio de legalidad, territorialidad et competencia judicial», στο Eurodelitos. ElderechopenaleconómicodelaUniónEuropea, Tiedemann, K., και Nieto, A., Ed. de la Universidad de Castilla-La Mancha, Cuenca, 2004, σ. 32, ο οποίος τονίζει ότι η απαγόρευση αναλογικής εφαρμογής και η υποχρέωση στενής ερμηνείας αναγνωρίζονται σε όλα ανεξαιρέτως τα κράτη μέλη ως παρακολουθήματα της αρχής της νομιμότητας.
71 – Η αρχή της νομιμότητας αναγνωρίστηκε ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ άλλων, με την προπαρατεθείσα απόφαση Advocaten voor de Wereld, σκέψεις 46 και 49.
72 – Σκέψη 67 της απόφασης της 3ης Μαΐου 2005, C-387/02, 391/02 και C-403/02, Berlusconi κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I-3565), όπου γίνεται παραπομπή στις αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 2003, C-112/00, Schmidberger (Συλλογή 2003, σ. I-5659), και της 10ης Ιουλίου 2003, C-20/00 και C-64/00, Booker Aquaculture και Hydro Seafood (Συλλογή 2003, σ. I-7411).
73 – Η αρχή αυτή προβλέπεται πλέον ρητά από το άρθρο 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
74 – «Η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν μπορεί εξάλλου να φανταστεί σε ποια περίπτωση θα μπορούσε να επιβάλλεται, με αμετάκλητη απόφαση, ποινή για την οποία θα μπορούσε να υποστηριχθεί μεταγενέστερα ότι δεν κατέστη ποτέ δυνατόν να εκτιθεί» (σημείο 40 των παρατηρήσεών της).
75 – Αντίστοιχη είναι και η διάκριση που προβλέπεται στο ισπανικό διοικητικό δίκαιο μεταξύ των εννοιών «autotutela declarativa» και «autotutela ejecutiva»: η πρώτη σημαίνει ότι για τις διοικητικές πράξεις ισχύει το τεκμήριο νομιμότητας, ενόσω δεν έχουν προσβληθεί από τους ενδιαφερόμενους, ενώ η δεύτερη αφορά τα πραγματικά περιστατικά και οδηγεί στην αναγκαστική εκτέλεση, εφόσον οι αποδέκτες της διοικητικής πράξης ανθίστανται στην εφαρμογή της (García de Enterría, E., και Fernández, T. R., CursodeDerechoadministrativo I, 6η έκδοση, Ed. Civitas, Μαδρίτη, 1996, σ. 490 και 491).
76 – Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται για τη θανατική ποινή, η οποία είναι εξ ορισμού ασυμβίβαστη με τις ελευθερίες και τα δικαιώματα που προτίθεται παγίως να διασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
77 – Και ειδικότερα το άρθρο 6, παράγραφος 5, του πρωτοκόλλου αυτού, το οποίο ορίζει τα εξής: «Κατά τη λήξη των εχθροπραξιών, οι αρχές στην εξουσία θα προσπαθούν να χορηγούν την ευρύτερη δυνατή αμνηστία σε πρόσωπα που συμμετείχαν στην ένοπλη σύρραξη […]».
78 – Bernardi, A., και Grande, C., «Amnistía. La prescripción del delito y de la sanción», στο La orden de detención y entrega europea, Arroyo, L., και Nieto, A., Ed. de la Universidad de Castilla-La Mancha, Cuenca, 2006, σ. 260, 261 και 275.
79 – Η χάρη αποτελεί ατομικό μέτρο, σε αντίθεση με τα άλλα μέτρα επιείκειας, τα οποία αφορούν ολόκληρες κατηγορίες ατόμων.
80 – Bernardi, A., και Grande, C., όπ.π., σ. 262.
81 – Pradel, J., Droit pénal général, Παρίσι, 2002, σ. 669.
82 – Με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 2001 στην υπόθεση Barrios Altos κατά Περού (σειρά C, αριθ. 45), το Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επέκρινε ορισμένες μορφές μέτρων επιείκειας.
83 – Η «χάρη», ως αυτοτελής κατηγορία πράξεων διακριτικής εξουσίας, εκφεύγει εξ ορισμού κάθε δικαστικού ελέγχου.
Full & Egal Universal Law Academy