ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 11ης Σεπτεμβρίου 2008 1(1)
Υπόθεση C‑317/07
Lahti Energia Oy
[αίτηση του Korkein hallinto-oikeus (Φινλανδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Οδηγία 2000/76 – Αποτέφρωση αποβλήτων – Έννοια των αποβλήτων – Έννοια των μονάδων αποτεφρώσεως και συναποτεφρώσεως – Αεριοποίηση – Καύση αερίου»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2000/76/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2000, για την αποτέφρωση των αποβλήτων (2) (στο εξής: οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων). Συγκεκριμένα, πρόκειται για μονάδα εντός της οποίας απόβλητα μετατρέπονται σε καύσιμο αέριο το οποίο, μετά τον καθαρισμό, συναποτεφρώνεται σε μονάδα παραγωγής ενέργειας με βάση τον άνθρακα. Ζητείται να διευκρινιστεί κατά πόσον έχει εφαρμογή επί της διαδικασίας αυτής η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων
2. Το άρθρο 1 της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων προσδιορίζει τον σκοπό της:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η πρόληψη ή ο περιορισμός, όσο είναι εφικτός, των αρνητικών επιδράσεων της αποτέφρωσης και της συναποτέφρωσης αποβλήτων στο περιβάλλον, ειδικότερα δε, της ρύπανσης δια των εκπομπών στον ατμοσφαιρικό αέρα, το έδαφος και τα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα, καθώς και των συνακόλουθων κινδύνων για την υγεία του ανθρώπου.
Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται με την επιβολή αυστηρών συνθηκών λειτουργίας και τεχνικών απαιτήσεων και τη θέσπιση οριακών τιμών εκπομπών για τις μονάδες αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης αποβλήτων εντός της Κοινότητας, καθώς επίσης με την τήρηση των απαιτήσεων της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ [(3)].»
3. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται επί των μονάδων αποτεφρώσεως και συναποτεφρώσεως.
4. Το περιεχόμενο των εννοιών «απόβλητα», «μονάδες αποτεφρώσεως» και «μονάδες συναποτεφρώσεως» ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφοι 1, 4 και 5:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1. “απόβλητα”: όλα τα στερεά ή υγρά απόβλητα που ανταποκρίνονται στον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ·
[…]
4. “μονάδα αποτέφρωσης”: κάθε σταθερή ή κινητή τεχνική μονάδα με τον εξοπλισμό της, που προορίζεται αποκλειστικά για θερμική επεξεργασία αποβλήτων, με ή χωρίς ανάκτηση της θερμότητας που εκλύεται κατά την καύση. Συμπεριλαμβάνονται η αποτέφρωση αποβλήτων με οξείδωση καθώς και άλλες τεχνικές θερμικής επεξεργασίας όπως η πυρόλυση, η αεριοποίηση ή η τεχνική πλάσματος, εφόσον οι ουσίες που προέρχονται από την επεξεργασία στη συνέχεια αποτεφρώνονται.
Ο ορισμός αυτός καλύπτει τους χώρους και το σύνολο των μονάδων αποτέφρωσης, όπου συμπεριλαμβάνονται όλες οι γραμμές αποτέφρωσης, οι μονάδες παραλαβής, αποθήκευσης και επιτόπιας προεπεξεργασίας των αποβλήτων, τα συστήματα τροφοδότησης της μονάδας με απόβλητα, καύσιμο και αέρα, ο λέβητας, οι μονάδες επεξεργασίας των καυσαερίων, οι επί τόπου μονάδες επεξεργασίας ή αποθήκευσης των υπολειμμάτων και των λυμάτων, η καπνοδόχος, οι διατάξεις και τα συστήματα για τον έλεγχο των εργασιών αποτέφρωσης και την καταγραφή και διαρκή παρακολούθηση των συνθηκών αποτέφρωσης·
5. “μονάδα συναποτέφρωσης”: κάθε σταθερή ή κινητή μονάδα της οποίας κύρια λειτουργία είναι η παραγωγή ενέργειας ή η παραγωγή υλικών προϊόντων και:
– στην οποία χρησιμοποιούνται απόβλητα ως σύνηθες ή συμπληρωματικό καύσιμο, ή
– στην οποία τα απόβλητα υφίστανται θερμική επεξεργασία για τη διάθεσή τους.
Εάν η συναποτέφρωση πραγματοποιείται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η κύρια λειτουργία της μονάδας να μην είναι η παραγωγή ενέργειας ή η παραγωγή υλικών προϊόντων αλλά η θερμική επεξεργασία των αποβλήτων, η μονάδα θεωρείται μονάδα αποτέφρωσης υπό την έννοια του σημείου 4.
Ο ορισμός αυτός καλύπτει τους χώρους και το σύνολο των μονάδων αποτέφρωσης, όπου συμπεριλαμβάνονται όλες οι γραμμές αποτέφρωσης, οι μονάδες παραλαβής, αποθήκευσης και επιτόπιας προεπεξεργασίας των αποβλήτων, τα συστήματα τροφοδότησης της μονάδας με απόβλητα, καύσιμο και αέρα, ο λέβητας, οι μονάδες επεξεργασίας των καυσαερίων, επιτόπου μονάδες επεξεργασίας ή αποθήκευσης των υπολειμμάτων και των λυμάτων, η καπνοδόχος, οι διατάξεις και τα συστήματα για τον έλεγχο των εργασιών αποτέφρωσης και την καταγραφή και διαρκή παρακολούθηση των συνθηκών αποτέφρωσης».
5. Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων καθορίζει τις οριακές τιμές εκπομπών στην ατμόσφαιρα:
«1. Οι μονάδες αποτέφρωσης σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και λειτουργούν κατά τρόπο ώστε να μην σημειώνεται υπέρβαση των οριακών τιμών εκπομπών του παραρτήματος V στα καυσαέρια.
2. Οι μονάδες συναποτέφρωσης σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και λειτουργούν κατά τρόπο ώστε στα καυσαέρια να μην σημειώνεται υπέρβαση των οριακών τιμών εκπομπών που προσδιορίζονται σύμφωνα με το παράρτημα II ή καθορίζονται σ’ αυτό.
[…]»
6. Σε περίπτωση συναποτεφρώσεως, η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων προβλέπει δύο είδη οριακών τιμών. Μία οριακή τιμή αφορά τα υπό αποτέφρωση απόβλητα, η άλλη τα συμβατικά καύσιμα. Αυτές οι δύο οριακές τιμές συνδυάζονται ώστε βάσει του καλούμενου κανόνα μειγμάτων να προκύψει μία και μόνον οριακή τιμή για κάθε ρυπογόνο ουσία.
B – Σύγκριση των υποχρεώσεων που υπέχουν οι μονάδες συναποτεφρώσεως με εκείνες που υπέχουν οι μεγάλες μονάδες καύσεως
7. Η εκπομπή ορισμένων ρυπογόνων ουσιών από τις μονάδες παραγωγής ενέργειας με βάση τον άνθρακα διέπεται από την οδηγία 2001/80/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, για τον περιορισμό των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων (4).
8. Αν συγκρίνουμε τις εφαρμοστέες βάσει του κανόνα μειγμάτων οριακές τιμές για τα συμβατικά στερεά καύσιμα που χρησιμοποιούνται συγχρόνως με τα απόβλητα στις μονάδες συναποτεφρώσεως με τις υποχρεώσεις που υπέχουν οι μεγάλες μονάδες καύσεως δυνάμει του άρθρου 4 σε συνδυασμό με τα παραρτήματα III, VI και VII της οδηγίας 2001/80, προκύπτουν οι ακόλουθες διαφορές.
9. Όσον αφορά το SO2, οι υπάρχουσες μεγάλες μονάδες καύσεως δύνανται να εκπέμπουν 2000 mg SO2/Nm³ και 400 mg SO2/Nm³ αναλόγως του μεγέθους τους, ενώ αντιθέτως, οι μονάδες συναποτεφρώσεως μόνο μεταξύ 850 mg SO2/Nm³ και 200 mg SO2/Nm³, ήτοι μεταξύ 42,5 και 50 % των οριακών τιμών που έχουν εφαρμογή στις μεγάλες μονάδες καύσεως. Αντίθετα, για τις νέες μεγάλες μονάδες καύσεως ισχύουν οριακές τιμές εξίσου αυστηρές με τις ισχύουσες για τις μονάδες συναποτεφρώσεως, ήτοι 200 mg SO2/Nm³.
10. Οι υφιστάμενες μεγάλες μονάδες καύσεως δύνανται να εκπέμπουν, μέχρι το έτος 2016, 600 mg/Nm³ ή 500 mg/Nm³ de NOx αναλόγως του μεγέθους τους, ενώ οι μονάδες συναποτεφρώσεως, όχι πλέον των 400 mg/Nm³, 300 mg/Nm³ ή 200 mg/Nm³ αναλόγως του μεγέθους τους. Μετά το έτος 2016, οι πιο σημαντικές μεγάλες μονάδες καύσεως οφείλουν να τηρούν τις ίδιες τιμές με τις αντίστοιχες μονάδες συναποτεφρώσεως, ενώ οι μικρότερες μονάδες αντιμετωπίζονται αυστηρότερα. Αντιθέτως, οι νέες μονάδες υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις με τις μονάδες συναποτεφρώσεως, και, όσον αφορά τις μονάδες μεταξύ 100 και 300 MWth, εφαρμογή έχει η αυστηρότερη οριακή τιμή που ισχύει για τις μεγαλύτερες μονάδες.
11. Τέλος, επιτρέπεται στις μονάδες συναποτεφρώσεως –όπως στις νέες μεγάλες μονάδες καύσεως– να εκπέμπουν μεταξύ 50 mg/Nm³ και 30 mg/Nm³ σκόνης, αναλόγως του μεγέθους τους. Αντιθέτως, επιτρέπεται στις υφιστάμενες μεγάλες μονάδες καύσεως να εκπέμπουν πολύ μεγαλύτερη ποσότητα σκόνης, συγκεκριμένα μεταξύ 50 mg/Nm³ και 100 mg/Nm³. Συνεπώς, αναλόγως του μεγέθους των μονάδων, οι οριακές τιμές που ισχύουν για τις μονάδες συναποτεφρώσεως κυμαίνονται μεταξύ 30 και 50 % των τιμών που ισχύουν για τις μεγάλες μονάδες καύσεως.
12. Οι οριακές τιμές της οδηγίας 2001/80 για τις υφιστάμενες μονάδες μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερες αν η μονάδα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ενός εθνικού κανονιστικού πλαισίου για τη μείωση των εκπομπών, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 6, της οδηγίας.
Γ – Διατάξεις της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (5)
13. Τέλος, ορισμένοι κανόνες της οδηγίας 96/61 παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Ειδικότερα, το άρθρο 2, σημείο 3, ορίζει την έννοια της εγκαταστάσεως ως εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
3. “εγκατάσταση”: κάθε ακίνητη τεχνική μονάδα όπου εκτελούνται μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες του παραρτήματος Ι, καθώς και όλες οι άλλες άμεσα συνδεδεμένες δραστηριότητες, τεχνικώς συναφείς με τις εκεί εκτελούμενες, και η οποία ενδέχεται να επηρεάζει τις εκπομπές και τη ρύπανση.»
14. Το άρθρο 3 της οδηγίας 96/61 ορίζει τις υποχρεώσεις των φορέων εκμεταλλεύσεως των μονάδων. Πρέπει, κυρίως, να υπογραμμιστεί ότι προβλέπει χρησιμοποίηση των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να ελέγχουν ότι η εγκατάσταση θα λειτουργήσει κατά τρόπον ώστε:
α) να λαμβάνονται όλα τα κατάλληλα προληπτικά αντιρρυπαντικά μέτρα, ιδίως με χρήση των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών.»
15. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/61, οι απαιτήσεις αυτές τίθενται σε ισχύ στις 30 Οκτωβρίου 2007 για τις υφιστάμενες μονάδες (6).
III – Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
16. Αντικείμενο της διαφοράς είναι η έγκριση σχεδίου αλλαγών μιας μονάδας. Προβλέπεται η συμπλήρωση υφισταμένου εργοστασίου αεροποιήσεως με μονάδα καθαρισμού του παραγομένου αερίου. Προσφεύγουσα είναι η εταιρία Lahti Energia Oy (στο εξής: Lahti Energia). Πρόκειται για επιχείρηση παροχής ενέργειας ανήκουσα στον Δήμο του Lahti. Η επιχειρηματική δραστηριότητά της περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, θερμότητας και φυσικού αερίου ή την παροχή άλλων μορφών ενέργειας, καθώς και την παραγωγή και διάθεση στην αγορά των σχετικών προϊόντων.
17. Η Lahti Energia διαχειρίζεται τον σταθμό παραγωγής ενέργειας Kymijärvi και την εγκατεστημένη στον ίδιο τόπο μονάδα αεριοποιήσεως. Η μονάδα παραγωγής ενέργειας παράγει θερμότητα και ηλεκτρική ενέργεια με αποδοτικότητα μεγαλύτερη του 70 %. Χρησιμοποιεί ως καύσιμο κυρίως τον άνθρακα, αλλά επίσης και το φυσικό αέριο κατά ποσοστό 5 %, καθώς και αέριο παραγόμενο στη μονάδα αεριοποιήσεως, κατά ποσοστό 15 %.
18. Το εργοστάσιο αεριοποιήσεως παράγει αέριο με την τεχνική μέθοδο που είναι γνωστή ως «σύστημα αεριοποιήσεως επί κυλιομένου υγρού υποστρώματος». Με τη μέθοδο αυτή είναι δυνατή η παραγωγή καύσιμου αερίου από την οξείδωση στερεών αποβλήτων σε θερμοκρασία 850ο έως 900ο. Προς τούτο, χρησιμοποιούνται κατά ποσοστό 30 % απόβλητα ξύλου προερχόμενα από τη βιομηχανία μεταποιήσεως ξύλου, κατά ποσοστό 10 % ξυλεία προερχόμενη από κατεδαφίσεις, κατά ποσοστό 30 % καύσιμο προερχόμενο από τη διαλογή δημοτικών αποβλήτων και κατά ποσοστό 30 % παλαιά ελαστικά και πλαστικά απόβλητα.
19. Το αέριο αυτό περιέχει, μεταξύ άλλων, σωματίδια, βαρέα μέταλλα και χλώριο. Για τον λόγο αυτόν, η Lahti Energia προγραμμάτισε τη συμπλήρωση του υφιστάμενου εργοστασίου αεριοποιήσεως με μονάδα καθαρισμού του αερίου. Προς τον σκοπό αυτό, το συγκεκριμένα αέριο ψύχεται στους 350ο και διυλίζεται. Αποτέλεσμα της διυλίσεως είναι η συγκράτηση του 99,9 % των σωματιδίων, του 96 έως 99 % των βαρέων μετάλλων και του 95 % του χλωρίου. Κατόπιν του καθαρισμού του, το αέριο περιέχει λιγότερες ακαθαρσίες από τον χρησιμοποιούμενο γαιάνθρακα.
20. Το καθαρό αέριο αποτελείται, κυρίως, από καύσιμα μέρη οξυγόνου, μονοξειδίου του άνθρακος και μεθανίου, καθώς από μη καύσιμα μέρη νερού, διοξειδίου του άνθρακος και αζώτου.
21. Μετά τον καθαρισμό του, το προϊόν μεταφέρεται μαζί με τον γαιάνθρακα στον κύριο λέβητα της μονάδας. Σε σχέση με την αποτέφρωση μη διηθημένου αερίου, αλλά και των περισσότερων συνήθως χρησιμοποιούμενων καυσίμων, οι εκπομπές χλωρίου, βαρέων μετάλλων, διοξίνης και φουρανίου είναι μικρότερες.
22. Στις 4 Δεκεμβρίου 2002, η Lathi Energia ζήτησε άδεια για την υλοποίηση σχεδίου αλλαγών στο εργοστάσιο αεριοποιήσεως. Στο πλαίσιο χορηγήσεως της αδείας της 19ης Μαρτίου 2004, η αρμόδια για τον περιβάλλον αρχή (Ympäristölupavirasto) διαπίστωσε ότι το εργοστάσιο αεριοποιήσεως για τα επεξεργαζόμενα καύσιμα και η μονάδα καύσεως του αερίου αποτελούσαν, από κοινού, μονάδα συναποτεφρώσεως κατά την έννοια της οδηγίας για την αποτέφρωση αποβλήτων. Κατά συνέπεια, με την άδεια που χορήγησε, όρισε οριακές τιμές με βάση την οδηγία και τη φινλανδική νομοθεσία που θεσπίστηκε προς εφαρμογή της.
23. Η Lahti Energia άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής. Το πρωτοβαθμίως επιληφθέν δικαστήριο την απέρριψε στις 11 Ιουλίου 2006. Εκκρεμεί η εκδίκαση της εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Korkein hallinto-oikeus. Το δικαστήριο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 3, σημείο 1, της οδηγίας 2000/76/ΕΚ την έννοια ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται επί της καύσεως αποβλήτων υπό αέρια μορφή;
2) Μπορεί μια μονάδα αεριοποιήσεως στην οποία παράγεται, μέσω πυρολύσεως, αέριο από απόβλητα να θεωρηθεί ως μονάδα αποτεφρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 4, της οδηγίας 2000/76/ΕΚ, μολονότι στην εγκατάσταση αυτή δεν υπάρχει γραμμή αποτεφρώσεως;
3) Μπορεί η καύση στον λέβητα μονάδας παραγωγής ενέργειας αερίου το οποίο παρήχθη κατόπιν διαδικασίας αεριοποιήσεως και υποβλήθηκε σε διαδικασία καθαρισμού να θεωρηθεί ως διαδικασία εμπίπτουσα στο άρθρο 3 της οδηγίας 2000/76/ΕΚ; Έχει σχετικώς σημασία ότι το υποβληθέν σε καθαρισμό αέριο αντικαθιστά ορυκτά καύσιμα και το ότι οι εκπομπές αερίων της μονάδας παραγωγής ενέργειας, ανά παραγόμενη μονάδα ενέργειας, είναι μικρότερη όταν χρησιμοποιείται αέριο που παρήχθη από απόβλητα και υποβλήθηκε σε διαδικασία καθαρισμού σε σχέση με τη χρησιμοποίηση άλλων καυσίμων; Έχει σημασία, κατά την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2000/76/ΕΚ το στοιχείο ότι η μονάδα αεριοποιήσεως και η μονάδα παραγωγής ενέργειας, από τεχνικής και λειτουργικής απόψεως και από απόψεως της μεταξύ τους αποστάσεως συναποτελούν μια εγκατάσταση ή το αν το παραγόμενο σε μονάδα αεριοποιήσεως και υποβαλλόμενο σε διαδικασία καθαρισμού αέριο μεταφέρεται και χρησιμοποιείται αλλού, π.χ. για την παραγωγή ενέργειας, ως καύσιμο ή για άλλους σκοπούς;
4) Υπό ποιες προϋποθέσεις αέριο παραγόμενο και υποβαλλόμενο σε διαδικασία καθαρισμού μπορεί να θεωρηθεί ως προϊόν, ώστε να μην εμπίπτει πλέον στις σχετικές με τα απόβλητα διατάξεις;»
24. Η Lahti Energia Oy, το κέντρο περιβάλλοντος της περιφέρειας του Häme (Hämeen ympäristökeskus), η ένωση φίλων της φύσεως του Salpausselkä (Salpausselän luonnonystävät ry), η Ιταλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Φινλανδίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Η Lahti Energia, η ένωση φίλων της φύσεως, η Φινλανδία και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία της 10ης Ιουλίου 2008.
IV – Εκτίμηση
25. Το ζήτημα επί του οποίου οφείλει να αποφανθεί το Korkein hallinto-oikeus είναι αν η μονάδα Kymijärvi παραγωγής ενέργειας με βάση τον άνθρακα υπόκειται στις οριακές τιμές που ισχύουν για τις εγκαταστάσεις συναποτεφρώσεως δυνάμει της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων ή στις λιγότερες αυστηρές οριακές τιμές που ισχύουν για τις υφιστάμενες μονάδες, δυνάμει της οδηγίας 2001/80 περί των μεγάλων μονάδων καύσεως.
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
26. Οι διάφορες οριακές τιμές προκύπτουν από τις μεταβατικές διατάξεις της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων και της οδηγίας 2001/80 περί μεγάλων μονάδων καύσεως.
27. Η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων προβλέπει, αναφορικά με τις μονάδες συναποτεφρώσεως, δύο ειδών οριακές τιμές. Η πρώτη οριακή τιμή αφορά τα απόβλητα που υποβάλλονται σε αποτέφρωση, ενώ η δεύτερη τα συμβατικά καύσιμα. Οι δύο οριακές τιμές συνδυάζονται βάσει του καλούμενου κανόνα περί μειγμάτων, ώστε τελικώς να προκύπτει μία οριακή τιμή για τους ρύπους αυτούς.
28. Το καθαρό αέριο που παράγεται από τα απόβλητα δεν προκαλεί τέτοια μόλυνση. Επομένως, σημασία για την παρούσα υπόθεση έχουν μόνον οι οριακές τιμές που ισχύουν για την αποτέφρωση συμβατικών καυσίμων. Ως προς αυτά, κατά τις ως άνω δύο οδηγίες, οι ίδιες τιμές εκπομπών ισχύουν και για τις νέες μονάδες. Τούτο προκύπτει, ιδίως, από τη σημείωση II, σημείο II.2.1, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, κατά την οποία οι τιμές πρέπει να προσαρμόζονται αναλόγως των αυστηρότερων τιμών που προβλέπει η οδηγία περί των μεγάλων μονάδων καύσεως.
29. Οι προβλεπόμενες για τις νέες μονάδες υποχρεώσεις ισχύουν, δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, από 28ης Δεκεμβρίου 2005, για όλες τις μονάδες αποτεφρώσεως και συναποτεφρώσεως, επομένως δε για τις υφιστάμενες μονάδες. Κατά συνέπεια, οι όροι λειτουργίας αυτών των μονάδων πρέπει να έχουν προσαρμοστεί τουλάχιστον μέχρι της ημερομηνίας αυτής.
30. Αντιθέτως, η οδηγία περί μεγάλων μονάδων καύσεως προβλέπει οριακές τιμές διαφορετικές για τις υφιστάμενες και τις νέες μονάδες. Οι οριακές τιμές για τις υφιστάμενες μεγάλες μονάδες καύσεως είναι λιγότερο αυστηρές από εκείνες που προβλέπει η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων (7).
31. Αν η μονάδα παραγωγής ενέργειας είχε θεωρηθεί ως υφιστάμενη μεγάλη μονάδα καύσεως, θα ανταποκρινόταν, βάσει των γνωστών στοιχείων, στις οριακές τιμές. Δύσκολα, όμως, θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις οριακές τιμές μιας μονάδας συναποτεφρώσεως. Τούτο, όχι λόγω του ποσοστού που αντιπροσωπεύει το αέριο στην αποτέφρωση, αλλά λόγω του ποσοστού του γαιάνθρακα. Η καύση αερίου μειώνει, κατ’ αρχήν, τις εκπομπές ρύπων, διότι περιέχει σχετικώς λίγες ρυπογόνες ουσίες. Αντιθέτως, η χρησιμοποίηση γαιάνθρακα συνεπάγεται προφανώς αύξηση της εκπομπής ρύπων, ώστε να μην είναι δυνατή πλέον η διασφάλιση των οριακών τιμών μιας μονάδας συναποτεφρώσεως.
32. Προς τούτο, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η χρησιμοποίηση αυστηρότερων οριακών τιμών θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί λιγότερο ελκυστική η χρησιμοποίηση αερίου, μολονότι η χρησιμοποίησή του θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των εκπομπών και την υποκατάσταση άλλων καυσίμων. Επομένως, το ζήτημα επικεντρώνεται στο αν η μονάδα παραγωγής ενέργειας και το εργοστάσιο αεριοποιήσεως από κοινού μπορούν να χαρακτηριστούν ως μονάδα συναποτεφρώσεως κατά την οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων ή αν πρόκειται για δύο ανεξάρτητες μονάδες ώστε η μονάδα παραγωγής ενέργειας να μην εμπίπτει πλέον στις διατάξεις της οδηγίας. Με τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ζητεί να προσδιοριστούν αντικειμενικά κριτήρια βάσει των οποίων θα μπορέσει να επιλύσει το ζήτημα αυτό.
33. Θα εξετάσω, κατ’ αρχάς, το πρώτο και τέταρτο ερώτημα που αφορούν το παραγόμενο από τη διαδικασία αεριοποιήσεως αέριο και, ακολούθως, το δεύτερο και τρίτο ερώτημα που αφορούν τις δύο μονάδες.
Β – Επί του πρώτου ερωτήματος – Καύση αποβλήτων που έχουν τη μορφή αερίου
34. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η καύση αερίων αποβλήτων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων. Το αιτούν δικαστήριο είναι μάλλον της απόψεως ότι η καύση στη μονάδα παραγωγής ενέργειας του αερίου που παράγεται στο εργοστάσιο αεριοποιήσεως δεν συνιστά αποτέφρωση αποβλήτων κατά την έννοια της οδηγίας.
35. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων ορίζεται η έννοια του «αποβλήτου» μολονότι ο ορισμός αυτός δεν έχει μεγάλη σημασία ως προς τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας. Όπως υπογραμμίζει η ένωση των φίλων της φύσεως, η οδηγία δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένων αποβλήτων αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, επί των μονάδων αποτεφρώσεως και συναποτεφρώσεως.
36. Η έννοια των δύο αυτών μονάδων ορίζεται στα άρθρα 3, παράγραφος 4, και 5 της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων. Κριτήριο αποτελεί η επεξεργασία των αποβλήτων και, ειδικότερα, η θερμική επεξεργασία τους ή η χρήση τους ως καυσίμου. Στο πλαίσιο αυτό, έχει σημασία ο ορισμός της έννοιας του αποβλήτου κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1. Μόνον υπό την προϋπόθεση της επεξεργασίας αποβλήτων σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, κατά την οδηγία, σχετική μονάδα.
37. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων ορίζει ως απόβλητα όλα τα στερεά ή υγρά απόβλητα που ανταποκρίνονται στο ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων (8). Επομένως, όπως ιδίως υπογραμμίζουν η Αυστρία και η Επιτροπή, η οδηγία δεν έχει εφαρμογή επί μονάδων οι οποίες αποτεφρώνουν ή επεξεργάζονται θερμικώς αποκλειστικώς και μόνον αέρια απόβλητα και όχι στερεά ή υγρά απόβλητα.
38. Αντιθέτως προς όσα υπογραμμίζουν η Lahti Energia, η Ιταλία και η Φινλανδία, από την οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων δεν προκύπτει ότι αυτή δεν έχει εφαρμογή επί της αποτεφρώσεως αερίων αποβλήτων. Όπως επισημαίνουν το κέντρο για την προστασία του περιβάλλοντος, η ένωση φίλων της φύσεως, οι Κάτω Χώρες, η Αυστρία και η Επιτροπή, η οδηγία καλύπτει επίσης την αποτέφρωση αερίων ουσιών που παράγονται από απόβλητα.
39. Τούτο προκύπτει, ιδίως, από το γεγονός ότι το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων αναφέρει την πυρόλυση και την αεριοποίηση ως παραδείγματα θερμικής επεξεργασίας, εφόσον οι ουσίες που προκύπτουν στη συνέχεια αποτεφρώνονται. Αν τα προκύπτοντα από τη θερμική επεξεργασία προϊόντα δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, τότε ούτε και η αποτέφρωση των ουσιών αυτών θα ενέπιπτε στην οδηγία. Τούτο όμως θα είχε ως αποτέλεσμα ότι το σημαντικότερο τμήμα της οδηγίας, δηλαδή οι διατάξεις της περί αποτεφρώσεως (9) δεν θα είχε εφαρμογή σε περίπτωση αεριοποιήσεως και, στη συνέχεια, αποτεφρώσεως.
40. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, προκύπτει ότι η μονάδα παραγωγής ενέργειας δεν αποτελεί μονάδα κατά την έννοια της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, καθόσον σ’ αυτήν δεν αποτεφρώνονται ούτε υποβάλλονται σε θερμική επεξεργασία απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας αυτής. Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η αποτέφρωση του παραγομένου εν προκειμένω αερίου επιβάλλει να θεωρηθούν από κοινού η μονάδα παραγωγής ενέργειας και το εργοστάσιο αεριοποιήσεως ως μονάδα συναποτεφρώσεως κατά την έννοια της οδηγίας. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί στο πλαίσιο της αναλύσεως του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.
41. Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων δεν έχει εφαρμογή επί μονάδων οι οποίες προβαίνουν αποκλειστικώς στην καύση ή την θερμική επεξεργασία αερίων αποβλήτων.
Γ – Επί του τετάρτου ερωτήματος – Απώλεια της ιδιότητας του αποβλήτου
42. Με το τέταρτο ερώτημά του, στο οποίο πρέπει να δοθεί απάντηση μαζί με το δεύτερο και τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το αέριο που υποβάλλεται σε καθαρισμό και παράγεται σε εργοστάσιο αεριοποιήσεως μπορεί να θεωρηθεί ως προϊόν, ώστε να μην έχει πλέον εφαρμογή επ’ αυτού η κανονιστική ρύθμιση περί αποβλήτων.
43. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ως παράδειγμα το καύσιμο που προέρχεται από τα βιολογικά απόβλητα. Αν το καύσιμο αυτό ήταν απόβλητο, τα αυτοκίνητα που το χρησιμοποιούν θα έπρεπε να θεωρηθούν ως μονάδες συναποτεφρώσεως κατά την έννοια της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων.
44. Το αέριο περί του οποίου πρόκειται στην παρούσα υπόθεση παράγεται από απόβλητα. Η ιδιότητα του αποβλήτου δεν χάνεται υποχρεωτικώς με τη μεταποίησή του σε αέριο. Πράγματι, ουσίες ευρισκόμενες σε αέρια μορφή μπορούν επίσης να αποτελέσουν απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας-πλαισίου περί αποβλήτων. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας-πλαισίου περί αποβλήτων αποκλείει μόνον τα εκπεμπόμενα στην ατμόσφαιρα αέρια. Στην περίπτωση κατά την οποία αέριες ουσίες –όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση– δεν εκπέμπονται στην ατμόσφαιρα, τότε, κατ’ αρχήν, μπορούν να αποτελέσουν απόβλητα.
45. Εντούτοις, οι αέριες ουσίες δεν μπορούν να αποτελέσουν απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων (10). Επομένως, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, κατ’ αρχήν, οι αέριες ουσίες δεν μπορούν να θεωρηθούν απόβλητα εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
46. Η οδηγία-πλαίσιο περί αποβλήτων επιτρέπει, κατ’ αρχήν, έναν τέτοιο περιορισμό της έννοιας του αποβλήτου, καθόσον το άρθρο 2, παράγραφος 2, αυτής προβλέπει τη θέσπιση ειδικών ή συμπληρωματικών διατάξεων, μέσω ειδικώς θεσπιζομένων οδηγιών, προς ρύθμιση της διαχειρίσεως ορισμένων κατηγοριών αποβλήτων. Μια τέτοια ειδική οδηγία μπορεί να θεωρηθεί ως lex specialis σε σχέση με την οδηγία-πλαίσιο περί αποβλήτων, οι διατάξεις της οποίας υπερέχουν έναντι των διατάξεων της οδηγίας-πλαισίου προκειμένου περί των καταστάσεων που ειδικώς ρυθμίζει (11).
47. Εντούτοις, ο ορισμός των αποβλήτων που δίδεται στην οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων δεν αποσκοπεί στη θέσπιση εξαιρέσεως από τη γενική έννοια των αποβλήτων. Ορίζει μόνον τα απόβλητα εκείνα των οποίων η αποτέφρωση ή η θερμική επεξεργασία χαρακτηρίζει τις εγκαταστάσεις αποτεφρώσεως ή συναποτεφρώσεως. Κατά τα λοιπά, η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων εξακολουθεί να εφαρμόζεται στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται απόβλητα υπό αέρια μορφή κατόπιν της θερμικής τους επεξεργασίας (12). Επομένως, η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων δεν αποκλείει την παραγωγή σε τέτοιου είδους μονάδες, αερίων αποβλήτων κατά την έννοια της οδηγίας-πλαισίου περί αποβλήτων.
48. Εντούτοις, ο συνδυασμός της θερμικής επεξεργασίας και του καθαρισμού που ακολουθεί μπορεί να μετατρέπει το αέριο σε ουσία η οποία δεν αποτελεί πλέον απόβλητο.
49. Η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων και η οδηγία-πλαίσιο περί αποβλήτων δεν προβλέπουν ρητή ρύθμιση ούτε –όπως επισημαίνουν η ένωση φίλων της φύσεως και το κέντρο περιβάλλοντος– κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να καθορίζεται πότε συντρέχει περίπτωση απώλειας της ιδιότητας του αποβλήτου. Πάντως, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι απόβλητο που προκύπτει κατόπιν ανακυκλώσεως, κατά την έννοια της οδηγίας 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (13), δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως απόβλητο, αλλά ως προϊόν (14).
50. Στην απόφασή του επί της υποθέσεως Niselli, το Δικαστήριο γενίκευσε την ερμηνεία του τη σχετική με την οδηγία 94/62 περί αποβλήτων συσκευασίας. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι τα μεταλλικά απόβλητα δεν θεωρούνται πλέον απόβλητα όταν έχουν ανακυκλωθεί σε προϊόντα σιδήρου και χάλυβα μέσω μιας διαδικασίας μεταποιήσεως. Τα προϊόντα αυτά πρέπει να εξομοιώνονται με τα λοιπά προϊόντα σιδήρου και χάλυβα τα προερχόμενα από πρώτες ύλες, χωρίς να είναι πλέον δυνατή η διάκρισή τους (15).
51. Η συλλογιστική αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα μεταλλικά απόβλητα, αλλά, κατ’ αναλογία, μπορεί να εφαρμοστεί επί των υπολοίπων αποβλήτων. Στην παρούσα, όμως, υπόθεση η απώλεια της ιδιότητας του αποβλήτου δεν θα ήταν δυνατή αν θα έπρεπε κάθε φορά τα απόβλητα να ανακυκλώνονται μετατρεπόμενα στις ουσίες από τις οποίες αρχικώς παρασκευάστηκαν. Πράγματι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα μεταποιηθέντα εν προκειμένω απόβλητα παρασκευάσθηκαν από ουσία όμοια με το συγκεκριμένο αέριο.
52. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε σχετικά με μια τέτοια ανακύκλωση στην απόφασή του επί της υποθέσεως Mayer Parry Recycling. Προκειμένου περί της ανακυκλώσεως που αφορούσε η υπόθεση αυτή, δυνάμει της οδηγίας 94/62 περί αποβλήτων συσκευασίας, το απόβλητο πρέπει να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση και να αποκτήσει χαρακτηριστικά όμοια με το αρχικό υλικό (16).
53. Εντούτοις, προκειμένου περί της απώλειας της ιδιότητας του αποβλήτου, δεν έχει σημασία η ανακύκλωση των αποβλήτων. Η ανακύκλωση είναι μία μόνον από τις δυνατότητες αξιοποιήσεως αποβλήτων. Αντιθέτως, πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει η μεταποίηση των αποβλήτων μέσω της ανακυκλώσεως ώστε, στην πράξη, να είναι αδύνατον να διαχωριστούν από τις πρώτες ύλες ή τα άλλα προϊόντα.
54. Η ανάλυση είναι σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου περί διακρίσεως μεταξύ υποπροϊόντων και καταλοίπων παραγωγής. Στη νομολογία του αυτή, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ουδόλως δικαιολογείται αγαθά, υλικά ή πρώτες ύλες που έχουν, από οικονομικής απόψεως, την αξία προϊόντων, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε μεταποιήσεως, και τα οποία, ως εκ τούτου, υπόκεινται στη νομοθεσία τη σχετική με τα προϊόντα αυτά, να υπάγονται στη νομοθεσία περί αποβλήτων (17).
55. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, προκύπτουν τα ακόλουθα: το καθαρό αέριο προέρχεται από την προβλεπόμενη διαδικασία μεταποιήσεως. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν παρουσιάζει αρκετή ομοιότητα με τις πρώτες ύλες ή τα άλλα προϊόντα, ώστε να μην θεωρείται πλέον απόβλητο.
56. Όσον αφορά την απώλεια της ιδιότητας του αποβλήτου, πρέπει να εξεταστούν όλα τα δεδομένα, ακριβώς όπως όταν εξετάζεται αν μια ουσία αποτελεί απόβλητο (18). Πρέπει, επομένως, να εξετάζεται αν υφίσταται μια αγορά για το μεταποιημένο προϊόν και/ή αν η μονάδα παραγωγής ενέργειας μπορεί να προμηθευτεί από την αγορά καύσιμο που να έχει παρόμοια χαρακτηριστικά και να μη θεωρείται απόβλητο. Εντούτοις, το κριτήριο της υπάρξεως αγοράς, αυτό καθεαυτό, δεν αρκεί, καθόσον ουσίες και αγαθά μπορεί να αποτελούν απόβλητα που έχουν εμπορική αξία (19). Αντιθέτως, πρέπει να εξετάζεται αν το μεταποιηθέν απόβλητο έχει χαρακτηριστικά παρόμοια με την αντίστοιχη πρώτη ύλη και/ή το αντίστοιχο προϊόν, ειδικότερα με βάση το κριτήριο της επιβαρύνσεως του περιβάλλοντος.
57. Μπορεί να θεωρηθεί ότι το αέριο πριν από τον καθαρισμό του δεν είναι, λόγω των ρύπων που περιέχει, σε επαρκή βαθμό όμοιο με τα λοιπά προϊόντα ή τις πρώτες ύλες, το καθαρό όμως αέριο είναι ίσως παρόμοιο με το φυσικό αέριο ή άλλα ομοειδή αέρια καύσιμα. Ο έλεγχος αυτός απόκειται στο αιτούν δικαστήριο.
58. Κατά συνέπεια, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το καθαρό αέριο που παράγεται σε εργοστάσιο αεριοποιήσεως πρέπει να θεωρείται ως προϊόν ώστε να μην έχει πλέον εφαρμογή επ’ αυτού η κανονιστική ρύθμιση περί αποβλήτων όταν παρουσιάζει αρκετή ομοιότητα με τις πρώτες ύλες ή τα λοιπά προϊόντα.
Δ – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος – Έλλειψη γραμμής αποτεφρώσεως
59. Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν εργοστάσιο αεριοποιήσεως, το οποίο παράγει αέριο με βάση απόβλητα με τη διαδικασία της πυρολύσεως, μπορεί να θεωρηθεί ως μονάδα αποτεφρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, έστω και αν δεν διαθέτει γραμμή αποτεφρώσεως. Στην παρούσα υπόθεση θα μπορούσε μάλλον, εκ πρώτης όψεως, να δοθεί η απάντηση ότι υφίσταται μονάδα συναποτεφρώσεως, η οποία λειτουργεί μαζί με γραμμή αποτεφρώσεως υπό το σχήμα της μονάδας παραγωγής ενέργειας. Εντούτοις, εφόσον η διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών απόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το Δικαστήριο δεν πρέπει να εκφράσει αμφιβολίες, βάσει αυτής της πρώτης εντυπώσεως, ως προς τη λυσιτέλεια του ερωτήματος.
60. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, τα απόβλητα υπόκεινται σε θερμική επεξεργασία στην μονάδα αποτεφρώσεως. Η έννοια της θερμικής επεξεργασίας ρητώς περιλαμβάνει τεχνικές όπως η πυρόλυση, η αεριοποίηση ή η τεχνική πλάσματος, εφόσον οι ουσίες που προκύπτουν στη συνέχεια αποτεφρώνονται.
61. Εκ πρώτης όψεως, οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση. Όπως επισημαίνει η Αυστριακή Κυβέρνηση, το εργοστάσιο αεριοποιήσεως παράγει καύσιμο αέριο βάσει στερεών αποβλήτων, το οποίο στη συνέχεια καίγεται σε μονάδα παραγωγής ενέργειας. Η Ολλανδική Κυβέρνηση συντάσσεται με την άποψη αυτή υπό την έννοια ότι μια μονάδα αποτεφρώσεως δεν απαιτείται να πληροί όλες τις προϋποθέσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας περί αποβλήτων. Ειδικότερα, δεν απαιτείται να είναι εφοδιασμένη με γραμμή αποτεφρώσεως.
62. Αντιθέτως, άλλοι μετέχοντες στη διαδικασία υποστηρίζουν ότι μια μονάδα αποτεφρώσεως πρέπει να διαθέτει γραμμή αποτεφρώσεως. Η Επιτροπή, ιδίως, υπογραμμίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, η αποτέφρωση αποτελεί μια προϋπόθεση εφαρμογής της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων και, κατά συνέπεια, πρέπει να γίνεται εντός της μονάδας.
63. Το αιτούν δικαστήριο, το κέντρο για την προστασία του περιβάλλοντος και η Φινλανδική Κυβέρνηση ορθώς υποστηρίζουν ότι πολλές διατάξεις της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων μπορούν να εφαρμοστούν μόνο μέσα στο πλαίσιο μιας εγκαταστάσεως αποτεφρώσεως. Τούτο αφορά, μεταξύ άλλων, τους κανόνες του άρθρου 6 περί των συνθηκών λειτουργίας μιας μονάδας αποτεφρώσεως, των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 11, καθώς και την ανάκτηση της θερμότητας δυνάμει των άρθρων 4, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και 6, παράγραφος 6.
64. Επομένως, κατ’ αρχήν, η ύπαρξη λέβητα συνιστά το κύριο χαρακτηριστικό μιας μονάδας αποτεφρώσεως ή συναποτεφρώσεως που την διακρίνει από άλλες μονάδες (20).
65. Πάντως, η αποτέφρωση δεν απαιτείται να γίνεται εντός της μονάδας. Η παρούσα υπόθεση αποτελεί παράδειγμα της δυνατότητας θερμικής επεξεργασίας, με σκοπό μάλιστα την αποτέφρωση, χωρίς την ύπαρξη γραμμής αποτεφρώσεως.
66. Εξάλλου, η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων δεν περιορίζεται, δυνάμει του άρθρου 1 αυτής, στην πρόληψη ή τον περιορισμό της ρυπάνσεως λόγω εκπομπών αερίων. Αντιθέτως, αφορά και άλλες επικίνδυνες για το περιβάλλον πρακτικές, όπως η μόλυνση του εδάφους και των υδάτων.
67. Την επίτευξη αυτών των σκοπών επιδιώκουν ορισμένες από τις διατάξεις της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, οι οποίες εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή μη γραμμής αποτεφρώσεως. Πρόκειται, ειδικότερα, για τους κανόνες τους σχετικούς με τα χρησιμοποιημένα απόβλητα, ήτοι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, και παράγραφος 5, καθώς και το άρθρο 5, για τους κανόνες τους σχετικούς με την ελαχιστοποίηση και τη διάθεση των υπολειμμάτων, ήτοι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία γ΄ και δ΄, καθώς και το άρθρο 9, και, ενδεχομένως, για τους κανόνες τους σχετικούς με την απόρριψη λυμάτων, δυνάμει του άρθρου 8, εφόσον τυγχάνουν εφαρμογής.
68. Επιπροσθέτως, από το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε, επίσης, υπόψη του και άλλου τύπου μονάδες. Πράγματι, προκύπτει ότι μπορούν να επιβληθούν διαφορετικές συνθήκες εκμεταλλεύσεως εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις της οδηγίας. Με τη ρύθμιση αυτή σκοπείται η αντιμετώπιση ειδικών κινδύνων για το περιβάλλον που προκύπτουν από μονάδες οι οποίες δεν διαθέτουν δική τους γραμμή αποτεφρώσεως.
69. Βεβαίως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η εφαρμογή των γενικών κανόνων περί αποβλήτων θα συνεπαγόταν τα ίδια αποτελέσματα, όμως οι ειδικοί κανόνες της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων σκοπούν ακριβώς, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, να συγκεκριμενοποιήσουν τις γενικές απαιτήσεις που προβλέπει η οδηγία αυτή στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση των μονάδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία οι σχετικές μονάδες δεν διαθέτουν γραμμή αποτεφρώσεως.
70. Καθόσον η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων μπορεί, με συνέπεια και εντός ορισμένων ορίων, να εφαρμοστεί επί μονάδων οι οποίες δεν έχουν δική τους γραμμή αποτεφρώσεως, δεν πρέπει, αντιθέτως προς τη ρητή διατύπωση του ορισμού μιας μονάδας αποτεφρώσεως κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, να αποκλειστούν οι μονάδες αυτές από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
71. Πρέπει να προστεθεί ότι μια μονάδα θερμικής επεξεργασίας αποβλήτων μπορεί επίσης να αποτελεί μονάδα συναποτεφρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 5, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων. Απαιτείται, προς τούτο, κύριος σκοπός της να είναι η παραγωγή ενέργειας ή υλικών προϊόντων (21). Αντιθέτως προς τον ορισμό μιας μονάδας αποτεφρώσεως που δίδεται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 5, θερμική επεξεργασία δεν εξαρτάται ρητώς από την προϋπόθεση της συνακόλουθης αποτεφρώσεως των παραγομένων ουσιών.
72. Η Lahti Energia αντιτάσσει σχετικώς ότι η μέθοδος της πυρόλυσης που χρησιμοποιείται στο εργοστάσιο αεριοποιήσεως δεν αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 3, παράγραφος 5, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων ως μέθοδος χρησιμοποιούμενη σε μια μονάδα συναποτεφρώσεως. Συνεπώς, πέραν της αποτεφρώσεως, η θερμική επεξεργασία (22) περί της οποίας γίνεται λόγος στον ορισμό της εγκαταστάσεως αποτεφρώσεως που δίδεται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, υποδηλώνεται με την αναφορά στη μέθοδο της πυρολύσεως. Δεν συντρέχει κανένας λόγος διαφορετικής ερμηνείας της έννοιας της θερμικής επεξεργασίας προκειμένου περί μονάδας συναποτεφρώσεως ή περί μονάδας αποτεφρώσεως. Επομένως, μονάδα στην οποία τα απόβλητα υπόκεινται σε θερμική επεξεργασία με τη μέθοδο της πυρολύσεως μπορεί να αποτελέσει μονάδα συναποτεφρώσεως.
73. Η εξέταση του τρίτου ερωτήματος θα καταστήσει δυνατό τον σαφέστερο καθορισμό του είδους της μονάδας που έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση, καθώς και τον καθορισμό της δυνατότητας από κοινού εξετάσεως των δύο συστατικών της μονάδας.
74. Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εργοστάσιο αεριοποιήσεως, το οποίο παράγει μέσω πυρολύσεως αέριο από απόβλητα, πρέπει να θεωρείται ως μονάδα αποτεφρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, έστω και αν δεν διαθέτει γραμμή αποτεφρώσεως.
Ε – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος – Πρέπει η μονάδα παραγωγής ενέργειας και το εργοστάσιο αεριοποιήσεως να εξετάζονται από κοινού;
75. Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα θίγει τον πυρήνα του ζητήματος. Ζητείται με αυτό να διευκρινιστεί αν και υπό ποιες προϋποθέσεις η καύση σε λέβητα μονάδας παραγωγής ενέργειας καθαρού αερίου που έχει παραχθεί με τη διαδικασία αεριοποιήσεως σε σχετικό εργοστάσιο πρέπει να θεωρείται ως διαδικασία εμπίπτουσα στο άρθρο 3 της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων.
76. Καθόσον κύριος σκοπός της καύσεως του καθαρού αερίου είναι η παραγωγή ενέργειας, η μονάδα παραγωγής ενέργειας πρέπει να χαρακτηριστεί ως εγκατάσταση συναποτεφρώσεως, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 5, της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων. Μονάδα συναποτεφρώσεως είναι εκείνη της οποίας κύριος σκοπός είναι η παραγωγή ενέργειας ή υλικών προϊόντων με τη χρησιμοποίηση ως συνήθους ή συμπληρωματικού καυσίμου αποβλήτων, ή η μονάδα εντός της οποίας τα απόβλητα υπόκεινται σε θερμική επεξεργασία με σκοπό τη διάθεσή τους.
77. Αν εξεταστεί μεμονωμένως η μονάδα παραγωγής ενέργειας, διαπιστώνεται ότι δεν χρησιμοποιείται απόβλητο ως καύσιμο και ότι τα απόβλητα υπόκεινται, εντός αυτής, σε θερμική επεξεργασία. Πράγματι, το αέριο, λόγω ακριβώς της αερίου μορφής του δεν αποτελεί απόβλητο κατά την έννοια της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων.
78. Αντιθέτως, τέτοιου είδους απόβλητα χρησιμοποιούνται στο εργοστάσιο αεριοποιήσεως. Επομένως, η καύση του αερίου πραγματοποιείται αποκλειστικώς εντός μονάδας συναποτεφρώσεως, αν η μονάδα παραγωγής ενέργειας και το εργοστάσιο αεριοποιήσεως θεωρηθούν ως ενιαία μονάδα συναποτεφρώσεως αποβλήτων.
79. Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων δεν ορίζει γενικώς την έννοια της μονάδας, σχετικός όμως ορισμός περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/61. Κατά τον ορισμό αυτό, ως εγκατάσταση νοείται κάθε ακίνητη τεχνική μονάδα εντός της οποίας εκτελούνται μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες του παραρτήματος I της οδηγίας 96/61, καθώς και όλες οι άλλες άμεσα συνδεόμενες δραστηριότητες, τεχνικώς συναφείς με τις εκεί εκτελούμενες, και η οποία ενδέχεται να επηρεάζει τις εκπομπές και τη ρύπανση.
80. Βεβαίως, δεν προβλέπεται ρητώς εφαρμογή αυτού του ορισμού στο πλαίσιο της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, θεωρώ, όμως, εύλογη την κατ’ αναλογία εφαρμογή του προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέπεια των κανονιστικών ρυθμίσεων που διέπουν τη χορήγηση άδειας λειτουργίας των σχετικών μονάδων. Από την οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων δεν προκύπτουν στοιχεία που θα δικαιολογούσαν διαφορετική ερμηνεία της έννοιας της μονάδας σε σχέση με εκείνη της οδηγία 96/61. Αντιθέτως, αμφότερες οι οδηγίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος ενός συνεπούς κανονιστικού συστήματος. Ειδικότερα, οι αιτιολογικές σκέψεις 12, 13 και 26, το άρθρο 4, παράγραφοι 2, 4, 7, και 8, το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 14 και το άρθρο 15 της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων παραπέμπουν στην οδηγία 96/61. Επομένως, ευλόγως μπορεί να θεωρηθεί ότι αμφότερες οι οδηγίες στηρίζονται σε ενιαίο ορισμό της μονάδας.
81. Εξάλλου, η Επιτροπή έχει προτείνει τη μελλοντική συγχώνευση σε ενιαίο νομοθέτημα της οδηγίας 96/61 και της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, όπως και της οδηγίας περί μεγάλων μονάδων καύσεως, καθώς και άλλων οδηγιών (23). Αν ο κοινοτικός νομοθέτης υιοθετήσει την πρόταση αυτή, ο ενιαίος ορισμός της εγκαταστάσεως που δίδεται στην οδηγία 96/61 θα πρέπει να ισχύσει, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, και αναφορικά με τις μονάδες συναποτεφρώσεως.
82. Εντούτοις, σε περίπτωση εφαρμογής αυτής της έννοιας στο πλαίσιο της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί κρίσιμο στοιχείο η εκτέλεση των εργασιών στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα I της οδηγίας 96/61, αλλά ως κριτήριο πρέπει να ληφθούν οι δραστηριότητες στις οποίες αναφέρεται η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων.
83. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η μονάδα παραγωγής ενέργειας και το εργοστάσιο αεριοποιήσεως συναποτελούν μια εγκατεστημένη στον ίδιο τόπο τεχνική μονάδα εντός της οποίας τα απόβλητα αποτεφρώνονται ή υπόκεινται σε θερμική επεξεργασία ή οποιαδήποτε άλλη επεξεργασία που τεχνικώς συνδέεται με τις εργασίες που εκτελούνται στον συγκεκριμένο αυτό τόπο και ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα εκπομπές αερίων ή μόλυνση.
84. Επομένως, κέντρο της μονάδας αποτελεί το εργοστάσιο αεριοποιήσεως εντός του οποίου τα απόβλητα υπόκεινται σε θερμική επεξεργασία, ενώ η καύση του αερίου στη μονάδα παραγωγής ενέργειας μπορεί να θεωρηθεί ως δραστηριότητα η οποία συνδέεται τεχνικώς άμεσα με τη διαδικασία αεριοποιήσεως και η οποία ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την εκπομπή αερίων ή τη μόλυνση.
85. Στο πλαίσιο ερμηνείας των κριτηρίων βάσει των οποίων πρέπει να κρίνεται η άμεση τεχνικώς σχέση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η εφαρμογή των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο του περιβάλλοντος δεν μπορούν να παρακάμπτονται με την κατάτμηση των διαδικασιών σε επιμέρους διαδικασίες χωριστά εξεταζόμενες (24). Την άποψη αυτή υποστηρίζει ιδίως το κέντρο προστασίας του περιβάλλοντος, η ένωση φίλων της φύσεως, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
86. Στην παρούσα υπόθεση, το γεγονός ότι το εργοστάσιο αεριοποιήσεως κατασκευάστηκε και πρόκειται και μελλοντικώς να λειτουργήσει με σκοπό τη χρησιμοποίηση του παραγομένου αερίου από τη μονάδα παραγωγής ενέργειας, συνηγορεί υπέρ της αναγνωρίσεως του άμεσου και τεχνικού αυτού δεσμού. Η σχηματική παρουσίαση των δύο αυτών επιμέρους μονάδων εκ μέρους της Lahti Energia επιβεβαιώνει το συμπέρασμα αυτό. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το παραγόμενο αέριο χρησιμοποιείται διαφορετικά.
87. Επιπροσθέτως, η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων συνδυάζει τη θερμική επεξεργασία αποβλήτων με την καύση του παραγόμενου αερίου. Μολονότι ο ορισμός της θερμικής επεξεργασίας εντός μονάδας αποτεφρώσεως δεν αναφέρεται στη μεταγενέστερη αποτέφρωση του προϊόντος, εντούτοις από την όλη οικονομία της οδηγίας προκύπτει ότι το πρότυπο των εγκαταστάσεων στις οποίες αναφέρεται περιλαμβάνει διαδικασία αποτεφρώσεως. Τούτο προκύπτει, ιδίως, από τον καθορισμό οριακών τιμών εκπομπής ρύπων στην ατμόσφαιρα.
88. Από αυτής της απόψεως, τα επιχειρήματα που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο αναφορικά με την υποκατάσταση ορυκτών καυσίμων και τον περιορισμό των εκπομπών ρύπων στην ατμόσφαιρα δεν συνδέονται άμεσα με την εφαρμογή της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων. Βεβαίως, τα αποτελέσματα αυτά είναι ευκταία, όπως, όμως, επισημαίνει η Αυστρία, η υποκατάσταση ορυκτών καυσίμων αποτελεί ακριβώς ένα από τα χαρακτηριστικά κάθε μονάδας συναποτεφρώσεως (25).
89. Ομοίως, το σχετικώς μικρό ποσοστό αερίου στα καύσιμα που χρησιμοποιεί η μονάδα παραγωγής ενέργειας δεν αποκλείει την ύπαρξη άμεσου τεχνικού δεσμού. Η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του ποσοστού αποβλήτων στη διαδικασία συναποτεφρώσεως. Εξάλλου, από την κρατούσα πρακτική προκύπτει ότι, κατά κανόνα, τα απόβλητα αντιπροσωπεύουν μικρό μόνο ποσοστό των χρησιμοποιουμένων καυσίμων (26).
90. Εντούτοις, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση δεν υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ των δύο μονάδων, ο δεσμός τους δε δεν οφείλεται σε τεχνικούς λόγους αλλά, αποκλειστικώς, στη βούληση συνδυασμού των δύο εγκαταστάσεων μεταξύ τους.
91. Ειδικότερα, ο δεσμός μεταξύ των δύο επιμέρους μονάδων δεν είναι τεχνικώς αναγκαίος αν το καθαρό αέριο δεν θεωρηθεί ως απόβλητο αλλά ως προϊόν. Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί απλούστατα να αντικατασταθεί με παρόμοιο προϊόν, όπως π.χ. το φυσικό αέριο. Επίσης, το αέριο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί διαφορετικά, στην περίπτωση π.χ. κατά την οποία είναι μικρότερες οι εποχιακές ανάγκες σε ενέργεια τις οποίες καλείται να καλύψει η μονάδα παραγωγής ενέργειας.
92. Εξάλλου, η άποψη ότι το αέριο δεν πρέπει να θεωρηθεί απόβλητο θα ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και/ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων η υπαγωγή μιας μονάδας παραγωγής ενέργειας στις υποχρεώσεις που ισχύουν για μονάδα συναποτεφρώσεως. Κατά τις ως άνω αρχές, οι όμοιες καταστάσεις δεν πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως και οι διαφορετικές καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τρόπο όμοιο, εκτός αν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (27).
93. Επειδή το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο με τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου (28), σε περίπτωση καύσεως αερίου, δεν πρέπει να θεωρείται ότι υφίσταται άμεση τεχνική σχέση, κατά τον ορισμό της έννοιας της μονάδας, σε περίπτωση κατά την οποία το αέριο αυτό δεν πρέπει πλέον να θεωρείται ως απόβλητο. Η Φινλανδική, η Ιταλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση δέχονται το συμπέρασμα αυτό.
94. Αντιθέτως, αν το αέριο αυτό δεν είναι πλέον απόβλητο, η συναποτέφρωσή του διαφέρει αρκετά από την καύση συμβατικών καυσίμων ώστε να δικαιολογεί εφαρμογή της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων.
95. Εκ πρώτης όψεως, ο κοινοτικός νομοθέτης εμφανίζεται να ενεργεί αντιφατικώς καθόσον προβλέπει διαφορετικές οριακές τιμές για τις υφιστάμενες μονάδες παραγωγής ενέργειας, αναλόγως του αν χρησιμοποιούν (επίσης) απόβλητα. Υπό το πρίσμα της μολύνσεως, μικρή σημασία έχει αν η εκπομπή ουσιών που μολύνουν το περιβάλλον προέρχεται από απόβλητα ή από συμβατικά καύσιμα. Η αντιφατική αυτή ρύθμιση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ευκταίας αντικαταστάσεως των πρώτων υλών από απόβλητα και –όσον αφορά την παρούσα υπόθεση– τη συνολικώς μεγαλύτερη μόλυνση.
96. Εντούτοις, κατά τη θέσπιση διαφορετικών κανόνων, ο νομοθέτης διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως (διακριτική ευχέρεια) (29). Αυτό το περιθώριο εκτιμήσεως εξαρτάται ιδίως από τον σκοπό που επιδιώκει η διάκριση στην οποία προβαίνει. Κατά κανόνα, στην περίπτωση περίπλοκων πολιτικής φύσεως αποφάσεων το περιθώριο αυτό είναι ευρύ (30).
97. Εν προκειμένω πρόκειται για περίπλοκες ρυθμίσεις σχετικές με το περιβάλλον. Επομένως, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να περιοριστεί στο αν ο νομοθέτης προέβη σε προδήλως κακή εκτίμηση της καταστάσεως στο πλαίσιο επιλογής της μεθόδου επιτεύξεως των σκοπών αυτών (31).
98. Η Επιτροπή υπογράμμισε, σχετικώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι οι οριακές τιμές που προβλέπει η οδηγία περί μεγάλων μονάδων καύσεως και οι τιμές που προβλέπει η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων θέτουν απλώς κατώτατα όρια. Όπως διευκρινίζεται στη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων και στην όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί μεγάλων μονάδων καύσεως, αυστηρότερες ρυθμίσεις μπορούν να προκύψουν ιδίως από την οδηγία 96/61.
99. Το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 96/61 επιβάλλει να έχουν οι μονάδες τις οποίες αφορά τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές υποδομές και να τηρούν τις σχετικές οριακές τιμές. Κατά την Επιτροπή, οι οριακές τιμές που εφαρμόζονται στις μονάδες περί των οποίων πρόκειται στην παρούσα υπόθεση είναι αυστηρότερες από εκείνες που προκύπτουν από την οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων. Το στοιχείο αυτό αποδεικνύει ότι ο νομοθέτης δεν έκρινε ότι οφείλει, κατά τον καθορισμό των διαφορετικών οριακών τιμών για τις διάφορες μονάδες σύμφωνα με τις οδηγίες περί αποτεφρώσεως αποβλήτων και μεγάλων μονάδων καύσεως, να καθορίσει οριστικώς τις σχετικές υποχρεώσεις που αυτές υπέχουν.
100. Εξάλλου, η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία διευκρίνισε, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ότι ο καθορισμός αυστηρότερων οριακών τιμών για τις παλαιότερες μονάδες δυνάμει της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων είχε ως σκοπό να διασφαλίσει ότι απόβλητα θα χρησιμοποιούνται μόνο σε μονάδες διαθέτουσες τις βέλτιστες δυνατές τεχνικές υποδομές κατά την οδηγία 96/61.
101. Επιπροσθέτως, τα επιχειρήματα που προέβαλε κυρίως η ένωση φίλων της φύσεως αποδεικνύουν ότι δεν πρέπει να προτιμάται, άνευ περιορισμών, η χρησιμοποίηση αποβλήτων. Όσο ελαστικότερες είναι οι προϋποθέσεις για την αποτέφρωση ή τη συναποτέφρωση αποβλήτων, τόσο ελκυστικότερες γίνονται οι άλλες εναλλακτικές δυνατότητες. Τούτο σημαίνει ότι η πρόληψη δημιουργίας αποβλήτων και η ανακύκλωσή τους πρέπει θα υποστούν τις ανάλογες συνέπειες. Ενδέχεται, οι εναλλακτικές λύσεις να είναι καλύτερες για το περιβάλλον. Κατά συνέπεια, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαισίου περί αποβλήτων και κατά την όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, η αποφυγή δημιουργίας αποβλήτων πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι της χρησιμοποιήσεώς τους διά της αποτεφρώσεως (32).
102. Τέλος, η οδηγία 1999/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1999, περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων (33), απαιτεί την προηγούμενη επεξεργασία των αποβλήτων πριν την υγειονομική ταφή τους (34). Η αποτέφρωση αποβλήτων συνιστά την περισσότερο διαδεδομένη μέθοδο επεξεργασίας τους (35). Αν καθίστατο λιγότερο ελκυστική για τους εκμεταλλευόμενους τις σχετικές εγκαταστάσεις λόγω αυστηρότερων οριακών τιμών, το αντίστοιχο επιπλέον κόστος θα βάρυνε τελικώς τους παραγωγούς αποβλήτων. Το αποτέλεσμα αυτό θα ήταν σύμφωνο προς την αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει (36).
103. Κατά συνέπεια, κατά τον καθορισμό των οριακών τιμών για τις υφιστάμενες μονάδες σύμφωνα με την οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων, έπρεπε να ληφθούν υπόψη και να σταθμιστούν όλα τα σχετικά στοιχεία. Βάσει των σκέψεων αυτών, η διαφορετική μεταχείριση των υφισταμένων μονάδων συναποτεφρώσεως σε σχέση με τις μεγάλες μονάδες καύσεως δεν είναι προδήλως αδικαιολόγητη.
104. Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η καύση στον λέβητα μονάδας παραγωγής ενέργειας η οποία συνδέεται με εργοστάσιο αεριοποιήσεως καθαρού αερίου προερχόμενου από τη διαδικασία αεριοποιήσεως εντός αυτού του εργοστασίου πρέπει να θεωρείται ως δραστηριότητα εμπίπτουσα στο άρθρο 3 της οδηγίας περί αποτεφρώσεως αποβλήτων στην περίπτωση κατά την οποία το αέριο, κατά τον χρόνο της καύσεώς του, συνιστά απόβλητο.
ΣΤ – Σύνοψη
105. Από την απάντηση στα διάφορα ερωτήματα προκύπτει ότι η οδηγία περί αποτεφρώσεως αποβλήτων πρέπει, κατ’ αρχήν, να εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία καύσιμο αέριο προερχόμενο από την αεριοποίηση αποβλήτων προορίζεται για καύση. Η οδηγία αυτή αφορά, πάντως, τα εργοστάσια αεριοποιήσεως. Εμπίπτει, επίσης, σ’ αυτήν η καύση αερίου στην περίπτωση που η συγκεκριμένη μονάδα έχει άμεση σχέση με εργοστάσιο αεριοποιήσεως και/ή υφίσταται μεταξύ τους τεχνικός δεσμός. Τέτοια άμεση σχέση υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία κατά τον χρόνο της καύσεώς του το αέριο θεωρείται απόβλητο. Εντούτοις, δικαιολογούνται αμφιβολίες στην περίπτωση κατά την οποία μετά τον καθαρισμό του, το αέριο παρουσιάζει αρκετή ομοιότητα με τις πρώτες ύλες ή με άλλα προϊόντα.
106. Στο μέλλον ενδέχεται να ανακύψουν και άλλα προβλήματα. Μπορεί να υπάρξει περίπτωση καύσεως αερίου χαρακτηριζομένου ως αποβλήτου σε εγκαταστάσεις οι οποίες δεν συνδέονται με εργοστάσιο αεριοποιήσεως, αλλά το αέριο μεταφέρεται με βυτιοφόρα. Μπορεί, επίσης, να ανακύψει το ζήτημα πως πρέπει να αντιμετωπίζεται η αεριοποίηση στην περίπτωση κατά την οποία το αέριο που παράγεται δεν προορίζεται για καύση αλλά για την παραγωγή άλλων προϊόντων, όπως, π.χ., την παραγωγή πλαστικού. Πάντως, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως δεν απαιτείται απάντηση σε τέτοια ερωτήματα.
V – Πρόταση
107. Προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Η οδηγία 2000/76/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2000, για την αποτέφρωση των αποβλήτων, δεν εφαρμόζεται επί μονάδων οι οποίες προβαίνουν απλώς στην καύση αερίων αποβλήτων ή τα υποβάλλουν σε θερμική επεξεργασία.
2) Εργοστάσιο αεριοποιήσεως, το οποίο παράγει με τη μέθοδο της πυρολύσεως αέριο με βάση απόβλητα, πρέπει να θεωρείται ως μονάδα αποτεφρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2000/76/ΕΚ, έστω και αν δεν διαθέτει γραμμή αποτεφρώσεως.
3) Η καύση στον λέβητα μονάδας παραγωγής ενέργειας η οποία συνδέεται με εργοστάσιο αεριοποιήσεως καθαρού αερίου προερχόμενου από τη διαδικασία αεριοποιήσεως εντός αυτού του εργοστασίου πρέπει να θεωρείται ως δραστηριότητα εμπίπτουσα στο άρθρο 3 της οδηγίας 2000/76/ΕΚ στην περίπτωση κατά την οποία το αέριο, κατά τον χρόνο της καύσεώς του, συνιστά απόβλητο.
4) Το καθαρό αέριο που παράγεται σε εργοστάσιο αεριοποιήσεως πρέπει να θεωρείται ως προϊόν και να μην έχει επ’ αυτού εφαρμογή η κανονιστική ρύθμιση περί αποβλήτων όταν παρουσιάζει αρκετή ομοιότητα με τις πρώτες ύλες ή άλλα προϊόντα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 332, σ. 91.
3 – Διευκρινίζω ότι η οδηγία 75/442 (στο εξής: οδηγία πλαίσιο για τα απόβλητα) κωδικοποιήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2006/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006 , περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ L 114, σ. 9).
4 – ΕΕ L 309, σ. 1.
5 – ΕΕ L 257, σημείο 26, όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2008/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (ΕΕ L 24, σ. 8).
6 – Βλ. την έκθεση της Επιτροπής της 3ης Νοεμβρίου 2005, COM(2005) 540 τελικό, σ. 4, για την εφαρμογή της οδηγίας 96/61/ΕΚ σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης,.
7 – Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. ανωτέρω, σημεία 8 επ.
8 – Δηλαδή πρέπει να θεωρείται ως απόβλητο κάθε ουσία ή αντικείμενο που ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει, βλ., πλέον προσφάτως, την απόφαση της 24ης Ιουνίου 2008, C‑188/07, Commune de Mesquer (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 37 επ.). Η κωδικοποίηση της οδηγίας 2006/12 ουδόλως τροποποίησε τον ορισμό αυτό.
9 – Βλ. κατωτέρω σημείο 63.
10 – Βλ. ανωτέρω σημείο 37.
11 – Απόφαση της 10ης Μαΐου 2007, C‑252/05, Thames Water Utilities (Συλλογή 2007, σ. I‑3883, σκέψη 39).
12 – Βλ. ανωτέρω σημείο 38.
13 – ΕΕ L 365, σ.10.
14 – Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C‑444/00, Mayer Parry Recycling (Συλλογή 2003, σ. I‑6163, σκέψεις 61 επ.).
15 – Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, C‑457/02, Niselli (Συλλογή 2004, σ. I‑10853, σκέψη 52).
16 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψεις 67 επ.
17 – Αποφάσεις της 18ης Απριλίου 2002, C‑9/00, Palin Granit και Vehmassalon Kansanterveystyön Kuntayhtymän hallitus (Συλλογή 2002, σ. I‑3533, σκέψη 35), και Commune de Mesquer (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 43), καθώς και διάταξη της 15ης Ιανουαρίου 2004, C‑235/02, Saetti και Frediani (Συλλογή 2004, σ. I‑1005, σκέψη 35).
18 – Όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ υποπροϊόντων και καταλοίπων παραγωγής, βλ. αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 2000, C‑418/97 και C‑419/97, ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑4475, σκέψεις 73 και 88), της 1ης Μαρτίου 2007, C‑176/05, KVZ retec (Συλλογή 2007, σ. I‑1721, σκέψη 63), και της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑194/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2007, σ. I-11661, σκέψη 41), C‑195/05 (Συλλογή 2007, σ. I-11669, σκέψη 42), και C‑263/05 (Συλλογή 2007, σ. I-11745, σκέψη 40).
19 – Αποφάσεις Palin Granit και Vehmassalon Kansanterveystyön Kuntayhtymän hallitus (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 29) και KVZ (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 61).
20 – Βλ. τις προτάσεις μου της 22ας Μαΐου 2008, C‑251/07, Gävle Kraftvärme (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σημεία 19 επ.).
21 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Gävle Kraftwärme (προαναφερθείσες στην υποσημείωση 20, σημείο 34).
22 – Στην αρχική πρόταση της Επιτροπής, COM(1998) 558 (EE 1998, C 372, σ. 11), η θερμική επεξεργασία δεν περιλαμβανόταν στον ορισμό των μονάδων συναποτεφρώσεως, αλλά προστέθηκε στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας που κατέληξε στη θέσπιση της οδηγίας· βλ. δεύτερη πρόταση τροποποιήσεως της πρώτης εξετάσεως του Κοινοβουλίου (ΕΕ 1999, C 219, σ. 249), καθώς και την κοινή θέση (ΕΚ) 7/2000, της 25ης Νοεμβρίου 1999, του Συμβουλίου (ΕΕ 2000, C 25, σ. 17).
23 – Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 3, της προτάσεως οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) COM(2007), 844 τελικό.
24 – Αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-392/06, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1999, I-5901, σκέψη 76), και της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, C-227/01, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2004, σ. 8253, σκέψη 53), σχετικά με την οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40).
25 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Gävle Kraftwärme (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20, σ. 38).
26 – Βλ. το Reference Document on Best Available Techniques for Large Combustion Plants, Ιούλιος 2006, σ. 489 επ. . Η Επιτροπή κατήρτησε το έγγραφο αυτό σε συνεργασία με πραγματογνώμονες των κρατών μελών βάσει της οδηγίας 96/61.
27 – Αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I-403, σκέψη 95), της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C-300/04, Emand και Sevinger (Συλλογή 2006, σ. I-8055, σκέψη 57), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, Lindorfer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I-6767, σκέψη 63).
28 – Αποφάσεις της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-101/01, Lindqvist (Συλλογή 2003, σ. I‑12971, σκέψη 87), της 27ης Ιουνίου 2006, C-540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I-5769, σκέψη 105), της 4ης Οκτωβρίου 2007, C‑457/05, Schutzverband der Spirituosen-Industrie (Συλλογή 2007, σ. I-8075, σκέψη 22), της 29ης Ιανουαρίου 2008, C-275/06, Promusicae (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 68), και της 10ης Ιουλίου 2008, C‑413/06 P, Bertelsman και Sony Corporation of America κατά Impala (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 174).
29 – Αποφάσεις της 13ης Απριλίου 2000, C-292/07, Karlsson κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑2737, σκέψεις 35 και 49), και Lindorfer (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 78). Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 3ης Απριλίου 2008 στην υπόθεση C-524/06, Huber (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 29), και της 21ης Μαΐου 2008, C-127/07, Arcelor (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 30 επ.).
30 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-77/02, Steinicke (Συλλογή 2003 σ. I-9027, σκέψη 61), και της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. I-9981, σκέψη 63) σχετικά με τους σκοπούς της πολιτικής της απασχολήσεως.
31 – Αναφορικά με τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 174 ΕΚ, βλ. τις αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1998, C-284/95, Hi-Tech (Συλλογή 1998, σ. I-4301, σκέψη 37), και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C-86/03, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I-10979, σκέψη 88), που αφορούν το περιθώριο εκτιμήσεως του κοινοτικού νομοθέτη.
32 – Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προτείνει, στο πλαίσιο της εκ μέρους του εξετάσεως της αναθεωρήσεως της οδηγίας περί αποβλήτων, την ιεράρχηση των στόχων των σχετικών με τα απόβλητα κατά τη σειρά της προλήψεως, της επαναχρησιμοποιήσεως και της ανακυκλώσεως (άρθρο 4 του κωδικοποιημένου σχεδίου, που έχει επισυναφθεί στη γνωμοδότηση της 17ης Ιουνίου 2008, TA/2008/282).
33 – ΕΕ L 182, σ. 1.
34 – Απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C-6/03, Deponiezweckverband Eiterköpfe (Συλλογή 2005, σ. I-2753).
35 – Βλ. την έκθεση της 30ής Μαρτίου 2005 της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις εθνικές στρατηγικές για τον περιορισμό των βιοαποδομήσιμων αποβλήτων που κατευθύνονται σε χώρους υγειονομικής ταφής, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 1999/31/ΕΚ περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων, COM(2005) 105 τελικό.
36 – Βλ. σχετικά τις προτάσεις μου της 13ης Μαρτίου 2008 στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση C-188/07, Commune de Mesquer (σημεία 120 επ.).
Full & Egal Universal Law Academy